Ἑπταπλαρίθμως συντεθειμένον φέρει,
Τόν ἕξ ἀριθμόν ἡ τετμημένη φάλαγξ.
Τεσσαράκοντα κάρηνα δυσίν ἅμα ἕκτῃ ἐκάρθη.
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι κατάγονταν ἀπό τό Ἀμόριο, τό ὁποῖο εἶναι πόλις τῆς ἄνω Φρυγίας, πού σκλαβώθηκε ἀπό τούς Ἀγαρηνούς στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Θεόφιλου τοῦ εἰκονομάχου, ὁ ὁποῖος καί ὁ ἴδιος καταγόταν ἀπό τήν μεριά τοῦ πατέρα του Μιχαήλ τοῦ Τραυλοῦ, ἀπό τό ἴδιο Ἀμόριο, κατά τό ἔτος 1049. Αὐτοί λοιπόν ὄντες στρατηγοί καί ταξιάρχες καί ἀπό τό ἐπίσημο γένος τῶν Ρωμαίων, σκλαβώθηκαν ἀπό τούς Ἀγαρηνούς καί οὔτε ἀπό τήν δειλία νικήθηκαν οἱ μακάριοι, οὔτε ἀπό τήν φιλοψυχία, οὔτε ἀπό τήν ἀσθένεια τῆς φύσεως, ἀλλά ἀφοῦ ὡμολόγησαν μέ ἀνδρεία τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, ἐναντιώθηκαν στούς ἀσεβεῖς Ὀθωμανούς μέ φρόνημα γενναῖο καί μέ ἀνδρεία ψυχῆς. Διότι δέν λύγισαν ἀπό τήν πολυχρόνια κακοπάθεια τοῦ σώματος, πού δοκίμασαν μέσα στήν φυλακή, ἀλλά, ἀφοῦ ἀντιστάθηκαν μέ ἀνδρική γενναιότητα στήν ἀσέβεια καί δέν καταδέχθηκαν νά ἀρνηθοῦν τήν πίστι στόν Χριστό, μέ χαρά ἀποκεφαλίσθηκαν καί ἔτσι ἔλαβαν οἱ μακάριοι τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου[1].
[1] Σημείωσε, ὅτι τό ἑλληνικό τους Μαρτύριο συνεγράφη ἀπό τόν Μιχαήλ τόν Σύγγελο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι× «Μαρτύρων ἄθλοις, Θεός μέν, εὐφραίνεται καί δοξάζεται». (Σῴζεται στήν τῶν Ἰβήρων). Στήν ἴδια σῴζεται καί ἄλλος λόγος στούς ἴδιους, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι× «Ἐμοί δοκοῦσιν οἱ Μάρτυρες». Στήν δέ Μεγίστη Λαύρα σώζεται τό Μαρτύριό τους, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι× «Φαιδρά μέν τῆς πανηγύρεως». Τόν δέ ἁπλό Βίο τους βλέπε στό Νέο Λειμωνάριο.



Login