Τῷ αὐ­τῷ μη­νί KΘ΄ , μνή­μη τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων Ἰ­ά­σω­νος καί Σω­σι­πά­τρου


Εἰς τόν Ἰ­ά­σω­να.

 Ζω­ῆς Ἰ­ά­σων λαμ­βά­νει φθαρ­τῆς πέ­ρας,

Ἀλ­λ’ εὗρεν ἄλ­λην μή πέ­ρας κε­κτη­μέ­νην.

Εἰς τόν Σω­σί­πα­τρον.

 Θα­νόν­τι δό­ξα σου προ­σώ­που δει­κνύ­εις,

Σῷ Σω­σι­πά­τρῳ τοῦ Θε­οῦ Λό­γου Πά­τερ.

 Εἰ­κά­δι ἀμφ’ ἐ­νά­τῃ Ἰ­ά­σων ἀ­πε­βή­σα­το γαί­ης.

 

Ἀ­πό τούς δύ­ο αὐ­τούς Ἀ­πο­στό­λους ὁ μέν Ἰ­ά­σωνας[154] κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Ταρ­σό τῆς Κι­λι­κίας, ὁ ὁ­ποῖ­ος πρῶ­τος πι­ά­στη­κε ὡς κυ­νή­γι στήν εὐ­σέ­βει­α. Ὁ δέ Σω­σί­πα­τρος, κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Ἀ­χα­ΐ­α, δη­λα­δή τήν Λι­βα­δί­α, καί ­δέ­χθη­κε τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ ὕ­στε­ρα ἀ­πό τόν Ἰ­ά­σο­να. Ὑ­πῆρ­ξαν καί οἱ δύ­ο μα­θη­τές τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου, σχε­τι­κά μέ τούς ὁ­ποί­ους αὐ­τός γρά­φει στήν πρός Ρωμαί­ους Ἐ­πι­στο­λή· «Ἀ­σπά­ζον­ται ὑ­μᾶς Ἰ­ά­σων καί Σω­σί­πα­τρος οἱ συγ­γε­νεῖς μου» (Ρωμ. 16,21).

Καί ὁ μέν Ἰ­ά­σωνας, ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος τῆς δι­κῆς του πα­τρί­δας, δη­λα­δή τῆς Ταρ­σοῦ, ὁ δέ Σω­σί­πα­τρος ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τοῦ Ἰ­κο­νί­ου. Αὐ­τοί λοι­πόν ἀ­φοῦ ἐ­ποί­μα­ναν τίς Ἐκ­κλη­σί­ες τους, ­πῆ­γαν στήν Δύ­σι καί, ἀ­φοῦ ἔ­φθα­σαν στήν χώ­ρα τῶν Κυ­ρη­ναί­ω­ν[155],  ἔκτι­σαν Ἐκ­κλη­σί­α στό ὄ­νο­μα τοῦ Ἁ­γί­ου Πρω­το­μάρ­τυ­ρος Στε­φά­νου καί, ἐ­κεῖ λει­τουρ­γῶν­τας στόν Θε­ό, προ­σέλ­κυ­αν πολ­λούς ἀ­πί­στους στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Ἐ­πει­δή ὅ­μως τούς δι­έ­βα­λαν στόν βα­σι­λέ­α Κερ­κυλ­λῖνο, γι’ αὐ­τό τούς ἔ­βα­λαν στήν φυ­λα­κή, μέ­σα στήν ὁ­ποί­α β­ρί­σκον­ταν κλει­σμέ­νοι ἑ­πτά ἀρ­χη­γοί τῶν κλεφ­τῶν, τῶν ὁ­ποί­ων τά ὀ­νό­μα­τα εἶ­ναι τά ἑ­ξῆς: Σα­τορ­νῖ­νος, Ἰ­α­κί­σχο­λος, Φαυ­στι­α­νός, Ἰαν­νου­ά­ρι­ος, Μαρ­σά­λι­ος, Εὐ­φρά­σι­ος καί Μαμ­μῖ­νος. Αὐ­τούς λοι­πόν ἀ­φοῦ τούς ­δί­δα­ξαν οἱ Ἀ­πό­στο­λοι μέ τά λό­γι­α τους καί ἀ­φοῦ τούς πλη­ρο­φό­ρη­σαν μέ τά θαυ­μά­σι­α πού ἔ­κα­ναν, τούς ἔ­φε­ραν στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ καί τούς ἔ­κα­ναν πρό­βα­τα ἀν­τί γι­ά λύ­κους. Στήν συνέχεια τούς ἔ­βα­λαν μέ­σα σέ πυ­ρω­μέ­να κα­ζά­νι­α, γε­μᾶ­τα ἀ­πό πίσ­σα καί λά­δι καί κε­ρί καί θει­ά­φι καί ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σαν, ἔ­λα­βαν τούς στε­φά­νους τῆς ἀ­θλή­σε­ως. Τό ἴ­δι­ο καί ὁ δε­σμο­φύ­λακας, ἐ­πει­δή ­πίστε­ψε στόν Χρι­στό, γι’ αὐ­τό ἔ­κο­ψαν τό ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι καί τά δύ­ο του πό­δι­α. Ἔ­πει­τα τοῦ ἔ­κο­ψαν καί τήν κε­φα­λή, ἐ­νῷ ἐ­πι­κα­λεῖτο τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ.

Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἔβ­γα­λε ὁ βα­σι­λιάς ἀ­πό τήν φυ­λα­κή τούς Ἁ­γί­ους Ἰ­ά­σο­να καί Σω­σί­πα­τρο, τούς ἔ­δω­σε στόν ἔ­παρ­χο Καρ­πι­α­νό, γι­ά νά τούς τι­μω­ρή­ση. Αὐ­τός λοι­πόν ἀ­φοῦ ρώ­τη­σε τούς Ἀ­πο­στό­λους, ἐ­άν ἀρ­νοῦν­ται τόν Χρι­στό καί τούς εἶ­δε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­με­τά­θε­τοι, τό­τε τούς ἔ­δε­σε καί τούς ἔ­ρρι­ξε στήν φυ­λα­κή.

Ὅ­ταν τούς εἶ­δε ὅ­μως αὐ­τούς ἔτ­σι δε­μέ­νους σάν κα­τά­δι­κους ἡ Κερ­κύ­ρα, ἡ θυ­γα­τέ­ρα τοῦ βα­σι­λιᾶ, καί ἔ­μα­θε, ὅ­τι γι­ά τόν Χρι­στό τά ὑ­πο­μέ­νουν αὐ­τά, ἀ­να­κή­ρυ­ξε τόν ἑ­αυ­τό της Χρι­στι­α­νή. Ἔτ­σι, ἀ­φοῦ ἔβ­γα­λε τά στο­λί­δι­α πού φο­ροῦ­σε, τά μοί­ρα­σε στούς φτω­χούς. Μό­λις τό ἔ­μα­θε ὅ­μως αὐ­τό ὁ πα­τέ­ρας της, τήν πα­ρα­κί­νη­σε νά με­τα­βλη­θῆ. Ἐ­πει­δή ὅ­μως δέν τό κα­τώρ­θω­σε, τήν ἔ­βα­λε στήν φυ­λα­κή καί ἔ­πει­τα τήν πα­ρέ­δω­σε σέ ἕ­ναν Αἰ­θί­ο­πα, γι­ά νά τήν σκο­τώ­ση.

Ὁ Αἰ­θί­οπας ὅ­μως, ἀ­μέ­σως μό­λις μό­νο πού ἀ­κούμ­πη­σε στήν πόρ­τα τῆς φυ­λα­κῆς, κα­τα­σπα­ρά­χθη­κε ἀ­πό ἕ­να θη­ρί­ο. Ἡ δέ Ἁ­γί­α Κερ­κύ­ρα μό­λις τό ἔ­μα­θε αὐ­τό, τόν θεράπευ­σε καί ἔ­πει­τα μέ τίς δι­δα­σκα­λί­ες της τόν ἔ­κα­νε στρα­τι­ώ­τη τοῦ Χρι­στοῦ καί Χρι­στι­α­νό. Γι’ αὐ­τό μέ με­γά­λη φω­νή ἀ­να­βό­η­σε ὁ Αἰ­θίοπας· «Μέ­γας ὁ Θε­ός τῶν Χρι­στι­α­νῶν». Μό­λις ὅ­μως τό ἔ­μα­θε αὐ­τό ὁ βα­σι­λιάς, τόν βα­σά­νι­σε ἔν­το­να καί ἔτ­σι πα­ρέ­δω­σε ὁ πα­νύ­μνη­τος τήν ψυ­χή του στά χέ­ρι­α τοῦ Θε­οῦ. Οἱ δέ στρα­τι­ῶ­τες ἔ­φε­ραν πολ­λά ξύ­λα στήν φυ­λα­κή καί ἄ­να­ψαν πυρ­κα­γι­ά γι­ά νά κα­τα­κά­ψουν τήν Ἁ­γί­α Κερ­κύ­ρα. Ἀ­φοῦ ὅ­μως ἔ­γι­νε αὐ­τό, ἔ­μει­νε ἀ­βλα­βής ἡ Ἁ­γί­α. Ἔτ­σι προ­σείλ­κυ­σε πολ­λούς στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Γι’ αὐ­τό τήν κρέ­μα­σαν σέ ξύ­λο καί τήν κά­πνι­σαν ἀ­πό κά­τω μέ πνι­γε­ρό κα­πνό. Ἔ­πει­τα τήν σα­ΐ­τευ­σαν καί τό­σο πο­λύ τήν κα­τα­πλή­γω­σαν ἔτ­σι, ὥ­στε ἀ­πό τούς πό­νους πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή της στά χέ­ρι­α τοῦ Θε­οῦ.

Με­τά ἀ­πό αὐ­τά, ­κί­νη­σε δι­ωγ­μό κα­τά τῶν Χρι­στι­α­νῶν ὁ προ­α­να­φερ­θείς βα­σι­λιάς Κερ­κυλ­λῖνος. Καί ἐ­πει­δή οἱ Χρι­στι­α­νοί κα­τέ­φυ­γαν σέ ἕ­να μι­κρό νη­σά­κι, πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ κον­τά, γι’ αὐ­τό μπῆ­κε σέ ἕ­να κα­ΐ­κι ὁ ἴ­δι­ος ὁ βα­σι­λιάς γι­ά νά πά­η ἐ­κεῖ νά τούς τι­μω­ρή­ση. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­φθα­σε στήν μέ­ση τοῦ πε­λά­γους, κα­τα­πον­τί­σθη­κε στόν βυ­θό τῆς θά­λασ­σας, ὅ­πως πα­λι­ό­τε­ρα ὁ Φα­ρα­ώ. Καί ὁ μέν λα­ός τοῦ Κυ­ρί­ου, προ­σέ­φε­ρε στόν Θε­ό ὕ­μνους καί εὐ­χα­ρι­στί­ες, ὁ δέ Ἰ­ά­σων καί ὁ Σω­σί­πα­τρος, ἀ­φοῦ ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­καν ἀ­πό τήν φυ­λα­κή, δί­δα­σκαν ἀ­νεμ­πό­δι­στα τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἔ­γι­νε βα­σι­λιάς ἄλ­λος καί ἔ­μα­θε τά σχε­τι­κά μέ τούς Ἁ­γί­ους, ­πρό­στα­ξε νά φέ­ρουν σ’ αὐ­τόν μί­α βού­τη, δη­λα­δή μί­α πα­ρα­βού­τα σι­δε­ρέ­νι­α, καί μέ­σα σ’ αὐ­τή νά βά­λουν πίσ­σα καί ρετ­σί­νι καί κε­ρί καί νά τά βρά­σουν δυ­να­τά· ἔ­πει­τα ἔ­βα­λαν μέ­σα σ’ αὐ­τήν τούς Ἁ­γί­ους. Ἀλ­λά οἱ μέν Ἅ­γι­οι δι­α­φυ­λά­χθη­καν ἄ­φλε­κτοι, ἐνῶ ἀπό τούς ἄ­πι­στους ἄλ­λοι κά­η­καν καί ἄλ­λοι πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό.

Ὁ δέ βα­σι­λιάς, ἀ­φοῦ ἔ­δε­σε μί­α πέ­τρα ἀ­πό τόν λαι­μό του, με­τα­νό­η­σε καί θρη­νῶν­τας ἔ­λε­γε· «Ὁ Θε­ός, ἐ­σύ τοῦ Ἰ­ά­σο­νος καί τοῦ Σω­σί­πα­τρου, βο­ή­θη­σέ με καί ἐ­λέ­η­σέ με». Τό­τε ὁ μα­κά­ρι­ος Ἰ­ά­σωνας, ἀ­φοῦ συγ­κέν­τρω­σε ὅ­λους ἐ­κεί­νους πού πί­στε­ψαν, τούς ­δί­δα­ξε τόν λό­γο τῆς ἀ­λη­θεί­ας, ἐ­νῶ ἦ­ταν πα­ρών καί ὁ βα­σι­λιάς, καί ἀ­φοῦ τούς κα­τή­χη­σε, τούς ­βά­πτι­σε ὅ­λους, μα­ζί καί τόν βα­σι­λιά στό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρός καί τοῦ Υἱ­οῦ καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ἐ­πω­νό­μα­σε δέ τόν βα­σι­λιά Σε­βα­στι­α­νό∙ με­τά ἀ­πό λί­γες ὅ­μως ἡ­μέ­ρες, ἀφοῦ ἀρ­ρώ­στη­σε ὁ υἱ­ός τοῦ βα­σι­λιᾶ, πέ­θα­νε. Ὁ δέ Ἀ­πό­στο­λος Ἰ­ά­σωνας, ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­κε, τόν ἀ­νέ­στη­σε.

Πολ­λά δέ καί ἄλ­λα θαύ­μα­τα ἔ­κα­νε ὁ Ἅ­γιος, ἄ­ξι­α λό­γου καί μνή­μης. Καί ἀ­φοῦ ἔχ­τι­σε καί ὡ­ραῖ­ες Ἐκ­κλη­σί­ες μα­ζί μέ τόν βα­σι­λιά καί ὅ­λα κα­λά καί ὅ­σι­α τά ἔ­κα­νε καί αὔ­ξη­σε τό ποί­μνι­ο τοῦ Χρι­στοῦ, τε­λεί­ω­σε τήν ζω­ή του σέ βα­θι­ά γη­ρα­τει­ά καί πῆγε ἀ­πό τά ἐ­πί­γει­α στά Οὐ­ρά­νι­α.



[154] Με­ρι­κοί λέ­νε, ὅ­τι ὁ Ἰ­ά­σωνας αὐ­τός, τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ Παῦ­λος ὀ­νο­μά­ζει συγ­γε­νῆ, εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ὁ ἴ­δι­ος, πού ὑ­πο­δέ­χθη­κε τόν Παῦ­λο στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, ὅ­ταν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι ἀ­να­στά­τω­σαν τόν ὄ­χλο καί τούς ἄρ­χον­τες, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ἀ­φοῦ ἔ­λα­βαν ἀρ­κε­τά χρή­μα­τα ἀ­πό τόν Ἰ­ά­σο­να, ἄ­φη­σαν ἐ­λεύ­θε­ρους τόν Παῦ­λο καί τόν Σί­λα, ὅ­πως τό ἀ­να­φέ­ρουν αὐ­τό οἱ Πρά­ξεις, κεφ. ιζ΄ .

[155] Ὁ μέν χει­ρό­γρα­φος Συ­να­ξα­ρι­στής ἔτ­σι γρά­φει, ἐνῷ ὁ ἔν­τυ­πος γρά­φει Κερ­κυ­ραί­ων. Καί ἡ Κυ­ρή­νη εἶ­ναι στήν Μπάρ­κα πού β­ρί­σκε­ται στήν Βαρ­βα­ρί­α, πρός τό δυ­τι­κό μέ­ρος τῆς Ἀ­φρι­κῆς, σύμ­φω­να μέ τόν Με­λέ­τι­ο.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης