Τῷ αὐτῷ μηνί IB΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Πρόβου, Ταράχου καί Ἀνδρονίκου.

Τῷ αὐτῷ μηνί IB΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Πρόβου,  Ταράχου καί Ἀνδρονίκου.

 Ξίφει Τάραχος Ἀνδρόνικος καί Πρόβος,

Ἤραντο νίκην γῆς προβάντες ταράχου.

Τμήθη δωδεκάτῃ Πρόβος Ἀνδρόνικος Τάραχός τε.

  Αὐ­τοί ἔ­ζη­σαν στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Δι­ο­κλη­τια­νοῦ καί τοῦ ἡ­γε­μό­να Φλα­βια­νοῦ κα­τά τό ἔ­τος 296.  Ὁ Τά­ρα­χος ἦ­ταν προ­χω­ρη­μέ­νης ἡ­λι­κί­ας, Ρω­μαῖ­ος κα­τά τό γέ­νος καί κα­τά τό ἐ­πάγ­γελ­μα στρα­τι­ώ­της. Ὁ Πρό­βος κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Σί­δη τῆς Παμ­φυ­λί­ας.

Ὁ δέ Ἀν­δρό­νι­κος κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Ἔ­φε­σο τῆς Ἰ­ω­νί­ας. Ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­καν αὐ­τοί μπρο­στά στό βῆ­μα, ὡ­μο­λό­γη­σαν μέ θάρ­ρος τόν Χρι­στό. Τό­τε τοῦ μέν Ἁ­γί­ου Τα­ρά­χου, ἔ­σπα­σαν τά σα­γό­νια καί τόν λαι­μό  μέ τίς πέ­τρες καί μέ τήν φω­τιά κα­τέ­καυ­σαν τά χέ­ρια του.  Στήν συ­νέ­χεια τόν  κρέ­μα­σαν ἐ­πά­νω σέ ἕ­να ξύ­λο καί ἀ­πό κά­τω ἔ­βα­ζαν πο­λύ κα­πνό, ὁ ὁ­ποῖ­ος προ­ξε­νοῦ­σε στε­νο­χώ­ρια καί πνιγ­μό στόν Ἅ­γιο. Κα­τό­πιν βά­ζουν στήν μύ­τη του ξύ­δι, ἀ­να­με­μιγ­μέ­νο μέ σι­νά­πι καί ἁ­λά­τι. Με­τά ἀ­πό  αὐ­τά καῖ­νε τό στῆ­θος του μέ σου­βλιά πυ­ρα­κτω­μέ­να, κό­βουν τά αὐ­τιά του μέ ξυ­ρά­φι, βγά­ζουν τό δέρ­μα τῆς κε­φα­λῆς του, τόν ρί­χνουν στά θη­ρί­α καί στό τέ­λος κα­τα­κό­βουν ὅ­λο τό σῶ­μα του σέ μι­κρά κομ­μά­τια. Καί ἔ­τσι ὁ γεν­ναῖ­ος ἀ­θλη­τής πα­ρα­δί­νει τήν ψυ­χή του στόν Χρι­στό καί λαμ­βά­νει τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν στέ­φα­νο. Τόν Ἅ­γιο Πρό­βο τόν ἔ­δει­ραν μέ ὠ­μά βού­νευ­ρα. Ἔ­κα­ψαν τά πό­δια του μέ πυ­ρα­κτω­μέ­να σί­δη­ρα. Τόν κρέ­μα­σαν καί κα­τέ­κα­ψαν τήν πλά­τη καί τά πλευ­ρά του μέ πυ­ρα­κτω­μέ­να σου­βλιά. Κα­τέ­κο­ψαν τούς ἀ­στρα­γά­λους του μέ ἄλ­λες σου­βλι­ές. Καί τε­λευ­ταῖ­α κα­τά­κο­ψαν καί αὐ­τόν σέ λε­πτά κομ­μά­τια μέ τά μα­χαί­ρια. Καί ἔ­τσι ἔ­λα­βε ὁ ἀ­οί­δι­μος τό μα­κά­ριο τέ­λος τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου.  Τόν δέ θεῖ­ο Ἀν­δρό­νι­κο τόν κρέ­μα­σαν ἐ­πά­νω σέ ξύ­λο. Χά­ρα­ξαν τούς ἀ­στρα­γά­λους του μέ κο­φτε­ρά σί­δε­ρα. Ἔ­πει­τα κα­τά­κα­ψαν τά πλευ­ρά του καί μέ τό ἁ­λά­τι ἔ­τρι­ψαν τίς πλη­γές, πού δη­μι­ουρ­γή­θη­καν. Ἔ­κο­ψαν τήν γλῶσ­σα καί τά χεί­λη του. Καί σχε­δόν κα­τά­κο­ψαν μέ μα­χαί­ρια ὅ­λο τό σῶ­μα του.  Καί ἔ­τσι πα­ρέ­δω­σε καί αὐ­τός ὁ μα­κά­ριος τήν ψυ­χή του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. (Τόν ἐ­κτε­νῆ καί ἁ­πλό τους Βί­ο βλέ­πε στόν N­έ­ο Πα­ρά­δει­σο[1]).

 Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Δομνίνης.

 Μέλη Δομνίνα καίπερ ἐξαρθρουμένη,

Οὐκ ἦν ἀληθῆ πίστιν ἑξαρνουμένη.

  Αὐτή ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Δι­ο­κλη­τια­νοῦ κα­τά τό ἔ­τος 286 καί, ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στόν ἡ­γε­μό­να τῆς μη­τρο­πό­λε­ως τῶν Ἀ­να­ζαρ­βέ­ων, Λυ­σί­α ὀ­νό­μα­τι, ὡμολό­γη­σε τόν Χρι­στό. Τό­τε ἀρ­χι­κά τήν ἔ­δει­ραν μέ ὠ­μά βού­νευ­ρα καί κα­τά­κα­ψαν τά πό­δια της μέ πυ­ρα­κτω­μέ­να σί­δε­ρα. Στήν συ­νέ­χεια ἔ­σπα­σαν τά κόκ­κα­λά της μέ ρα­βδιά. Ἔ­βγα­λαν τίς ἑ­νώ­ σεις τῶν με­λῶν της καί τήν ἔρριξαν στήν φυ­λα­κή. Καί ἔ­τσι ἡ μα­κά­ρια πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή της στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ.

Ἡ Ἁ­γί­α Μάρ­τυς Ἀ­να­στα­σί­α ἡ Παρ­θέ­νος ξί­φει τελειοῦται.

 * Ἡ­γεῖ­το λαι­μοῦ τήν το­μήν ἀ­σπα­σί­αν,

Ἡ καλ­λί­νι­κος Μάρ­τυς Ἀ­να­στα­σί­α.

  Ἡ Ἁ­γί­α αὐ­τή ἔ­ζη­σε στά χρό­νια Δε­κί­ου καί Βαλ­λε­ρια­νοῦ τῶν αὐ­το­κρα­τό­ρων κα­τά τό ἔ­τος 250 κα­τα­γό­με­νη ἀ­πό τήν Ρώ­μη, ἀ­σκού­με­νη μέ­σα σέ ἕ­να Μο­να­στήρι μα­ζί μέ ἄλ­λες Παρ­θέ­νες. Αὐ­τή λοι­πόν συ­κο­φαν­τη­θεῖ­σα, ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στια­νή πα­ρου­σι­ά­σθη­κε μπροστά στόν ἡ­γε­μό­να μέ σι­δε­ρέ­νια ἁ­λυ­σί­δα καί δάρ­θη­κε στό πρό­σω­πο. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ τήν ἔ­γδυ­σαν, τήν ἔ­κα­ψαν μέ φω­τιά. Τήν φω­τιά, ὅ­μως, ­τήν ράν­τι­ζαν μέ πίσ­σα, λά­δι καί θειά­φι. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά τήν κρέ­μα­σαν καί ἔ­κο­ψαν ἐ­πά­νω σέ ξύ­λο τό στῆ­θος της. Ξε­ρρί­ζω­σαν τά νύ­χια της. Ἔ­κο­ψαν τά χέ­ρια καί τά πό­δια της. Ξερ­ρί­ζω­σαν τά δόν­τιά της. Καί στό τέ­λος ἀ­πέ­κο­ψαν τήν τι­μί­α της κε­φα­λή. Καί ἔ­τσι ἡ μα­κά­ρια ἔ­λα­βε τόν στέ­φα­νο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου.

   * Οἱ Ἅ­γιοι Ἑ­βδο­μή­κον­τα Μάρ­τυ­ρες ξί­φει τε­λει­οῦν­ται.

 * Τέ­θνη­κεν ἀν­δρῶν ἑ­βδο­μη­κον­τάς ξί­φει,

Θνή­σκειν ἑ­τοί­μων εἰ δέ­οι καί πολ­λά­κις.


  * Ὁ Ἅ­γιος Θε­όδο­τος Ἐ­πί­σκο­πος Ἐ­φέ­σου ἐν εἰ­ρή­νῃ τελειοῦται.

 * Ὁ Θε­ό­δο­τος γή­ι­νον λι­πών θρό­νον,

Τόν λαμ­πρόν εὗ­ρε τῆς ἄ­νω δό­ξης θρό­νον.

 * Ἡ Ἁ­γί­α Μάρ­τυς Μαλ­φε­θᾶ το­ξευ­θεῖ­σα τελειοῦται.

 * Οὐ μαλ­θα­κόν τι Μαλ­φε­θᾶ βλέ­πειν ἔ­χει,

Τό­ξου κα­τ’ αὐ­τῆς εὐ­τό­νως τε­ταμ­μέ­νου.

*Ἡ Ἁ­γί­α Μάρ­τυς Ἀν­θί­α, ἐν βο­ΐ χαλ­κῷ πυ­ρα­κτω­θέν­τι βλη­θεῖ­σα, τελειοῦται.

 * Εἰς βοῦν ἀ­παν­θεῖς ἔμ­πυ­ρον βε­βλη­μέ­νη,

Ἐν οὐ­ρα­νῷ δέ λαμ­πρόν ἀν­θεῖς Ἀν­θί­α.

 Οἱ Ἅ­γιοι Μάρ­τυ­ρες Ἰ­ου­βεν­τῖ­νος καί Mάξιμος[2],                               ξίφει τελειοῦνται.

 * Ἰουβεντῖνος Μαξίμῳ τμηθείς ἅμα,

Χορῷ συνήφθη Μαρτύρων σύν Μαξίμῳ.

* O Ἅγιος Ἰάσων Ἐπίσκοπος Δαμασκοῦ ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

 * Παθών Ἰάσων τάς βάρεις καταστρέφει,

Πύργους ἐγείρας ἀρετῶν πρό τοῦ τέλους.

Οἱ Ἅγιοι Ἀνδρόμαχος καί Διόδωρος, πυρί τελειοῦνται.

Μάχου πρός ἐχθρούς Ἀνδρόμαχε Κυρίου,

Κἀκ τοῦ πυρός σύνθνῃσκε τῷ Διοδώρῳ.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν,  ἐλέησον ἡμᾶς.



[1]Τόν ἑλληνικό τους Βίο συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Διοκλητιανός τήν αὐτοκράτορα Ρωμαίων διέπων ἀρχήν». (Σῴζεται στήν Μεγίστη Λαύρα, στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες).

[2]      Ση­μει­ώ­νου­με ἐ­δῶ, ὅ­τι ὁ θεῖ­ος Χρυ­σό­στο­μος πλέ­κει ἐγ­κώ­μιο σ’ αὐ­τούς τούς δύ­ο Μάρ­τυ­ρες, τόν Ἰ­ου­βεν­τῖνο δη­λα­δή καί Μα­ξι­μῖ­νο (δι­ό­τι ἔ­τσι τόν ὀ­νο­μά­ζει ὁ Χρυ­σορ­ρή­μων, μο­λο­νό­τι Μά­ξι­μο τόν ὀ­νο­μά­ζει ὁ χει­ρό­γρα­φος Συ­να­ξα­ρι­στής), πού βρί­σκε­ται στόν ε΄ τό­μο τῆς ἐν Ἐ­τό­νῃ ἐκ­δό­σε­ως. Λέ­ει λοι­πόν ἐ­κεῖ ὁ θεῖ­ος Πα­τήρ, ὅ­τι οἱ Ἅ­γιοι αὐ­τοί ἔ­ζη­σαν στά χρό­νια τοῦ Ἰ­ου­λια­νοῦ τοῦ πα­ρα­βά­τη κα­τά τό ἔ­τος 361, ὁ ὁ­ποῖ­ος στήν ἀρ­χή δέν ἤ­θε­λε νά κη­ρύ­ξη φα­νε­ρό δι­ωγ­μό κα­τά τῶν Χρι­στια­νῶν· φθο­νῶντας ὁ ἀ­λι­τή­ριος, νά μή λά­βουν οἱ Χρι­στια­νοί τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν στέ­φα­νο πι­στεύ­ον­τας καί ὁ­μο­λο­γῶν­τας τόν Χρι­στό. Κα­τά ἄλ­λον δέ τρό­πον «τόν κα­τά Χρι­στια­νῶν δι­ωγ­μόν καί πό­λε­μον ἀ­κρο­βο­λι­ζό­με­νος», δι­έ­τα­ξε, ὅ­τι ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί πού ἔ­χουν τέ­χνες ἤ νά ἀρ­νη­θοῦν τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ ἤ νά χά­σουν τίς τέ­χνες καί τά ἐ­παγ­γέλ­μα­τα πού ἔ­χουν. Κά­πο­τε οἱ Μάρ­τυ­ρες αὐ­τοί ἔ­τυ­χε νά βρε­θοῦν σέ ἕ­να συμ­πό­σιο, πού ἔ­κα­ναν οἱ στρα­τι­ῶ­τες (ἴ­σως δι­ό­τι καί αὐ­τοί ἦ­ταν συ­στρα­τι­ῶ­τες ἐ­κεί­νων). Ἐ­νῶ συ­ζη­τοῦ­σαν οἱ ἄλ­λοι γιά δι­ά­φο­ρα θέ­μα­τα, οἱ Ἅ­γιοι αὐ­τοί θρη­νοῦ­σαν γιά τά κα­κά πού ἔ­κα­νε ὁ βα­σι­λιάς καί καλ­λι­ερ­γοῦ­σε μέ­σα του τόν φα­νε­ρό δι­ωγ­μό κα­τά τῶν Χρι­στια­νῶν. Διό­τι ἡ εὐ­σέ­βεια πε­ρι­φρο­νεῖτο καί ὁ Δε­σπό­της τοῦ παν­τός ἀ­τι­μα­ζό­ταν. Θυ­σί­ες ἀ­κά­θαρ­τες γί­νον­ταν παν­τοῦ. Αὐ­τά τά λό­για τά κα­τήγ­γει­λε κά­ποι­ος στόν πα­ρα­βά­τη. Αὐ­τός δι­έ­τα­ξε νά δη­μευ­θῆ ἡ πε­ρι­ου­σί­α τῶν Ἁ­γί­ων. Καί τό­τε, ἀ­φοῦ τούς ἔ­γδυ­σαν, τούς ἔ­ρρι­ξαν στήν φυ­λα­κή. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἔ­τρε­χαν πολ­λοί Χρι­στια­νοί νά ἰ­δοῦν τούς Μάρ­τυ­ρες καί δι­δά­σκον­ταν ἀ­πό ἐ­κεί­νους, γι’ αὐ­τό ἡ φυ­λα­κή ἔ­γι­νε Ἐκ­κλη­σί­α. Ὅ­ταν τά  ἄ­κο­υσ­ε αὐ­τά ὁ βα­σι­λιάς, ἔ­στει­λε ἀν­θρώ­πους στήν φυ­λα­κή,  οἱ ὁ­ποῖ­οι ὑ­πο­κρι­νό­με­νοι, συμ­βού­λευ­αν τούς Ἁ­γί­ους μέ δι­ά­φο­ρους τρό­πους νά ἀρ­νη­θοῦν τήν πί­στι καί νά πει­σθοῦν στήν γνώ­μη τοῦ βα­σι­λιᾶ. Ἐ­πει­δή ὅ­μως γιά  πο­λύ χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα δέν μπό­ρε­σαν νά με­τα­βά­λουν τήν στα­θε­ρό­τη­τα τῶν Ἁ­γί­ων, γι’ αὐ­τό ὁ μια­ρός Ἰ­ου­λια­νός ἔ­στει­λε τήν νύ­κτα καί τούς κα­τέ­βα­σαν σέ ἕ­ναν λάκ­κο καί ἐ­κεῖ τούς ἀ­πο­κε­φά­λι­σε. Τά δέ λεί­ψα­νά τους τά πῆ­ραν με­ρι­κοί Χρι­στια­νοί καί τά ἐν­τα­φί­α­σαν μέ τι­μές. Τό­ση ὅ­μως χά­ρις βρι­σκό­ταν στά λεί­ψα­νά τους καί πρίν νά ἐν­τα­φια­σθοῦν, ὅ­ση ἔ­λαμ­πε καί στό πρό­σω­πο τοῦ Στε­φά­νου, ὅ­ταν ἀ­πε­λο­γεῖ­το στούς Ἰ­ου­δαί­ους. Γι’ αὐ­τό, ὅ­σοι τά ἔ­βλε­παν αὐ­τά, ἐκ­πλητ­τό­με­νοι ἔ­λε­γαν ἐ­κεῖ­νο πού εἶ­πε ὁ Δα­βίδ γιά τόν Σα­ούλ καί τόν Ἰ­ω­νά­θαν· «Ἐν τῇ ζω­ῇ αὐ­τῶν οὐ κε­χω­ρι­σμέ­νοι καί ἐν τῷ θα­νά­τῳ αὐ­τῶν οὐκ ἐ­χω­ρί­σθη­σαν» (B΄ Bασιλ. 1,23).

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης