Μνή­μη τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρός ἡμῶν Λε­ον­τί­ου Πα­τρι­άρ­χου

    Μνή­μη τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρός ἡμῶν Λε­ον­τί­ου Πα­τρι­άρ­χου
Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων, τοῦ ἐν ἔ­τει 1175 ἐν εἰ­ρή­νῃ τε­λει­ω­θέν­τος.

 + Λε­όν­τι­ον τί ὦ Λε­όν­τι­ε πνέ­ων,

Σα­τᾶν κα­θεῖ­λες οἷ­α μι­κράν ἐμ­πί­δα.

 

Αὐ­τός ὁ Ὅ­σι­ος καί θε­ο­φό­ρος Πα­τέ­ρας μας Λε­όν­τι­ος, εἶ­χε πα­τρί­δα αὐ­τήν, πού ἁ­πλᾶ λέ­γε­ται Στρού­μνι­τζα (πού πρῶ­τα ὠ­νο­μα­ζό­ταν Τι­βε­ρι­ού­πο­λις)· ἀ­φοῦ γεν­νή­θη­κε ἀ­πό γο­νεῖς πλου­σί­ους καί εὐ­σε­βεῖς καί ἀ­να­γεν­νή­θη­κε μέ τό θεῖ­ο Βά­πτι­σμα ὠ­νο­μά­σθη­κε Λέ­ων καί ὅ­ταν ἔ­φθα­σε σέ παι­δι­κή ἡ­λι­κί­α, πα­ρα­δό­θη­κε σέ σχο­λεῖ­ο καί ἔ­μα­θε τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα καί, δι­α­βά­ζον­τας τούς βί­ους τῶν Ἁ­γί­ων πό­θη­σε νά ἀρ­νη­θῆ τόν Κό­σμο καί νά γί­νη Μο­να­χός γιά νά ὑ­πη­ρε­τή­ση τόν Κύ­ρι­ο. Ὁ­πό­τε, ἀ­φοῦ πέ­θα­νε ὁ πα­τέ­ρας του, ἔ­φυ­γε ἀ­πό τήν πα­τρί­δα του καί, πη­γαί­νον­τας σέ μί­α μι­κρή χώ­ρα, βρῆ­κε ἕ­ναν ἱ­ε­ρέ­α εὐ­λα­βῆ, φί­λο τοῦ Πα­τέ­ρα του. Αὐ­τός, γνω­ρί­ζον­τάς τον κα­λά καί ἀ­γα­πῶν­τας τον γιά τήν ἀ­ρε­τή του, τόν δέ­χθη­κε στ­ό σπί­τι του καί τόν φι­λο­ξέ­νη­σε. Βλέ­πον­τας λοι­πόν ὁ Λέ­ων τόν τό­πο, πού ἦ­ταν οἱ ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες στό σπί­τι τοῦ ἱ­ε­ρέ­α, πῆ­γε ἐ­κεῖ καί συ­νω­μι­λοῦ­σε μέ αὐ­τές, σάν νά ἦ­ταν ζων­τα­νές, πα­ρα­κα­λῶν­τας τις νά κα­τευ­ο­δό­σουν τόν δρό­μο του καί νά τόν ὁ­δη­γή­σουν σέ ὁ­δό σω­τη­ρί­ας.

Ἔ­πει­τα ἔ­πε­σε νά κοι­μη­θῆ, γιά νά ξε­κου­ρα­σθῆ ἀ­πό τόν κό­πο τῆς ὁ­δοι­πο­ρί­ας καί, ξυ­πνῶν­τας τήν νύ­κτα, πῆ­ρε ἕ­να μι­κρό εἰ­κό­νι­σμα, στό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν ζω­γρα­φι­σμέ­νος ὁ Κύ­ρι­ος ὡ­σάν βρέ­φος καί πῆ­γε, χω­ρίς νά τόν δῆ κα­νέ­νας σέ ἕ­να βου­νό καί βά­ζον­τας τήν Ἁ­γί­α εἰ­κό­να μπρο­στά του, γο­νά­τι­σε καί προ­σευ­χό­ταν λέ­γον­τας· «Κύ­ρι­ε, δί­δα­ξόν με ὁ­δόν ἐν ᾗ πο­ρεύ­σο­μαι, ὅ­τι πρός σέ ἦ­ρα τήν ψυ­χήν μου… σκέ­πα­σόν με ἐν τῇ σκέ­πῃ τῶν πτε­ρύ­γων σου… καί μή εἰς τέ­λος ἐγ­κα­τα­λίπῃς με». Αὐ­τά καί ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α προ­σευ­χό­με­νος καί συ­νο­μι­λῶν­τας μέ τήν Ἁ­γί­α εἰ­κό­να, σάν νά ἦ­ταν ζων­τα­νή ἔ­λε­γε καί πα­ρέ­μει­νε ἐ­κεῖ ἕ­ως τό βρά­δυ νη­στι­κός· ἐ­πει­δή ὅ­μως νύ­κτω­σε καί ἤ­θε­λε νά κοι­μη­θῆ, συγ­κέν­τρω­σε ἀγ­κά­θια πολ­λά καί ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τά ἔ­πε­σε γυ­μνός νά κοι­μη­θῆ. Καί βρί­σκον­τας τά ἀγ­κά­θια τό τρυ­φε­ρό σῶ­μα του, ἔ­βα­λαν τά κέν­τρα τους μέ­σα στίς σάρ­κες του καί τίς γέ­μι­σαν αἵ­μα­τα καί τοῦ προ­ξέ­νη­σαν πό­νους πολ­λούς. Καί ἔ­τσι βα­σα­νι­ζό­με­νος ὁ Λέ­ων νη­στι­κός καί κοι­μώ­με­νος γυ­μνός ἐ­πά­νω στά ἀγ­κά­θια καί χύ­νον­τας θερ­μά δά­κρυ­α, πέ­ρα­σε τρεῖς ἡ­μέ­ρες. Ἔ­πει­τα κα­τέ­βη­κε ἀ­πό τό ὄ­ρος καί πῆ­γε στό σπί­τι τοῦ ἱ­ε­ρέ­α. Καί ἀ­φοῦ φι­λο­ξε­νή­θη­κε ἀ­πό αὐ­τόν, τόν ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε καί ξε­κί­νη­σε νά πά­η στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, χω­ρίς νά ἔ­χη μα­ζί του οὔ­τε ὀ­βο­λό, οὔ­τε ψω­μί.

Πη­γαί­νον­τας λοι­πόν κον­τά στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, μπῆ­κε σέ ἕ­να Μο­να­στῆήρι τῆς Θε­ο­τό­κου, Πτε­λή­δι­ο λε­γό­με­νο, καί ἐ­κεῖ ἔ­γι­νε Μο­να­χός, καί ἔ­τσι ὄν­τας Μο­να­χός καί κα­τά τόν ἔ­ξω καί κα­τά τόν ἔ­σω ἄν­θρω­πο, πῆ­γε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, ἀ­γνώ­ρι­στος καί ξέ­νος καί τῆς πό­λε­ως καί τῶν πο­λι­τῶν καί δέν θέ­λη­σε οὔ­τε νά χαι­ρε­τί­ση κα­νέ­ναν, οὔ­τε νά γνω­ρι­σθῆ μέ κα­νέ­να ἄν­θρω­πο οὔ­τε μι­κρό οὔ­τε με­γά­λο, ἀλ­λά ἄρ­χι­σε ἀ­μέ­σως νά ἀ­γω­νί­ζε­ται ἐ­νάν­τι­α στίς ἀρ­χές καί ἐ­ξου­σί­ες τοῦ σκό­τους καί, ὑ­πο­κρι­νό­με­νος, ὅ­τι ἦ­ταν σα­λός, φαι­νό­ταν στούς Κων­σταν­τι­νου­πο­λί­τες, πώς πῆ­γε σ’ αὐ­τούς ἕ­να τέ­ρας πα­ρά­δο­ξο καί ἄλ­λοι τόν ρά­πι­ζαν, ἄλ­λοι τόν γρον­θο­κο­ποῦ­σαν, ἄλ­λοι τόν πε­ριέπαι­ζαν.

Θέ­λον­τας ὅ­μως νά δο­κι­μά­ση, ἄν εἶ­χε κά­ποιο κέρ­δος καί ὠ­φέ­λει­α ἀ­πό τήν ὑ­πό­κρι­σι αὐ­τή καί ἀ­πό τήν ἀ­τι­μί­α, πού δε­χό­ταν, ἔ­βα­λε κάρ­βου­να ἀ­ναμ­μέ­να στά χέ­ρια του καί θυ­μί­α­μα καί ἔ­τρε­χε μέ­σα στίς ἀγορές, θυ­μι­ά­ζον­τας ὅ­σους συ­ναν­τοῦ­σε στούς δρό­μους καί ἰ­δι­αί­τε­ρα τίς Ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες τοῦ Χρι­στοῦ καί τῆς Θε­ο­τό­κου, πού ἦ­ταν ζω­γρα­φι­σμέ­νες στά τρί­στρα­τα· καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, τά ἀ­ναμ­μέ­να ἐ­κεῖ­να κάρ­βου­να δέν ἔ­και­γαν κα­θό­λου τά χέ­ρια του· θέ­λον­τας ὅ­μως νά δο­κι­μά­ση, μή­πως καί αὐ­τό ἦ­ταν τέ­χνη τοῦ δια­βό­λου, γιά νά πλα­νῶν­ται ἐ­κεῖ­νοι πού τόν ἔ­βλε­παν, τό ἔ­κα­νε καί ὅ­ταν ἦ­ταν μό­νος του, καί βλέ­πον­τας, ὅ­τι οὔ­τε τό­τε καί­γον­ταν τά χέ­ρια του ἀ­πό τά κάρ­βου­να, ἔ­κα­νε ἄλ­λη δο­κι­μή, καί μα­ζεύ­ον­τας τήν πο­διά τοῦ ρά­σου του, ἔ­βα­λε μέ­σα σ’ αὐ­τήν πολ­λά ἀ­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να μέ τά ἴ­δια του χέ­ρια, καί οὔ­τε τό ρά­σο του και­γό­ταν, οὔ­τε τά χε­ριά του· ἀλ­λά τά κάρ­βου­να ἦ­ταν ἀ­ναμ­μέ­να καί ἔ­και­γαν τό θυ­μί­α­μα καί ἔ­βγα­ζαν ἀ­πό αὐ­τό κα­πνό εὐ­ώ­δη, ὅ­μως οὔ­τε τά χέ­ρια του, οὔ­τε ­τό ρά­σο του ἔ­κα­ψαν κα­θό­λου. Αὐ­τό τό θαῦ­μα βλέ­πον­τας, θαύ­μα­ζε καί ἐρ­χό­ταν σέ λο­γι­σμούς, ὅ­τι τά­χα ἔ­φθα­σε κον­τά σέ μέ­τρα με­γά­λα ἁ­γι­ω­σύ­νης· ἀλ­λά ἀ­μέ­σως ἔ­δι­ω­χνε τούς λο­γι­σμούς αὐ­τούς, ὀ­νο­μά­ζον­τας τόν ἑ­αυ­τό του γῆ καί σπο­δό καί τρά­βα­γε τίς τρί­χες τῆς κε­φα­λῆς του, χύ­νον­τας πολ­λά δά­κρυ­α καί ἔ­βα­ζε χῶ­μα στήν κε­φα­λή του ἐ­πι­κα­λού­με­νος τήν θεί­α βο­ή­θει­α καί ἔ­τσι ἔ­δι­ω­χνε κά­θε ὑ­πε­ρή­φα­νο λο­γι­σμό.

Με­τά ἀ­πό αὐ­τά ἦλ­θε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι ὁ πο­λύς στήν ἀ­ρε­τή ἀρ­χι­ε­ρέ­ας τῆς Τι­βε­ριά­δας καί ἀ­μέ­σως προ­σκολ­λή­θη­κε σ’ αὐ­τόν ὁ θεῖ­ος Λε­όν­τιος καί ἦ­ταν σ’ αὐ­τόν ὑ­πο­τασ­σό­με­νος σέ ὅ­λα. Ἔ­τσι ἀ­να­παυ­ό­με­νος σ’ αὐ­τόν ὁ πνευ­μα­τι­κός του Πα­τέ­ρας χαι­ρό­ταν καί τόν μα­κά­ρι­ζε γιά τήν φρο­νι­μά­δα του καί τήν ὑ­πα­κο­ή του βλέ­πον­τάς τον, πού σή­κω­νε ὁ­λό­ψυ­χα στούς ὤ­μους του τόν ζυ­γό τοῦ Χρι­στοῦ σέ τέ­τοι­α νε­ό­τη­τα.

Ποι­ός λό­γος μπο­ρεῖ νά πα­ρου­σιά­ση ἤ τήν με­γά­λη πί­στι, πού εἶ­χε ὁ νέ­ος στόν Θε­ό ἤ τήν θαυ­μα­τουρ­γί­α, πού ἔ­κα­νε ὁ Θε­ός σ’ αὐ­τόν;

Θέ­λον­τας δέ ὁ δι­δά­σκα­λος νά πά­η στήν ἐ­παρ­χί­α του, πῆ­ρε μα­ζί του καί τόν μα­θη­τή του Λε­όν­τιο καί ἀ­πό φουρ­τοῦ­να πού τούς συ­νέ­βη στήν θά­λασ­σα, ἔ­φθα­σαν στήν νῆ­σο Πά­τμο καί ἀ­να­βαί­νον­τας στό Μο­να­στή­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου, ἀ­να­παύ­θη­καν με­ρι­κές ἡ­μέ­ρες· ἔ­πει­τα μπῆ­καν πά­λι στό κα­ρά­βι καί πῆ­γαν στήν Κύ­προ, γιά νά μεί­νουν ἐ­κεῖ, ἕ­ως νά πε­ρά­ση ὁ χει­μῶ­νας,  πού ἦ­ταν τό­τε, καί ὅ­ταν ἔλ­θη ἡ ἄ­νοι­ξις νά πᾶ­νε στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα καί στήν Τι­βε­ριά­δα, στήν ἐ­παρ­χί­α τοῦ γέ­ρον­τά του. Ἀλ­λ' ὁ Θε­ός, πού προ­γνώ­ρι­ζε τά κα­τορ­θώ­μα­τα, πού θά ἔ­κα­μνε ὁ θεῖ­ος Λε­όν­τιος στήν Πά­τμο, δέν τόν ἄ­φη­σε νά πά­η πι­ό πέ­ρα ἀ­πό τήν Κύ­προ. Ὁ­πό­τε γνω­ρί­ζον­τας ὁ Νέ­ος πώς δέν τοῦ συ­νέ­φε­ρε νά δι­α­τρί­βη στήν Κύ­προ, ζη­τοῦ­σε νά γυ­ρί­ση πί­σω στήν Πά­τμο καί νά μεί­νη στό Μο­να­στῆ­ρι τοῦ Θε­ο­λό­γου, ἐ­πει­δή τοῦ ἄ­ρε­σε πο­λύ ὁ τό­πος καί ὁ τρό­πος ζω­ῆς τῶν Πα­τέ­ρων. πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ· καί ἐ­πει­δή συ­νέ­βη κά­ποι­α εὔ­λο­γη αἰ­τί­α, ζή­τη­σε ἀ­πό τόν ἀρ­χι­ε­ρέ­α ἄ­δεια νά ἀ­να­χω­ρή­ση· καί ὁ Θε­ός πού κί­νη­σε σ’ αὐ­τό τόν μα­θη­τή, αὐ­τός κί­νη­σε καί τήν ψυ­χή τοῦ δι­δα­σκά­λου του καί τοῦ ἔ­δω­σε τήν ἄ­δεια καί ἔ­τσι γύ­ρι­σε στήν Πά­τμο ὁ Ὅ­σιος μέ ὅ­λη του τήν προ­θυ­μί­α, μή ἔ­χον­τας ἄλ­λο τί­πο­τε, ἐ­κτός ἀ­πό τά πα­λαι­ό­ρα­σα, πού φο­ροῦ­σε.

Πη­γαί­νον­τας λοι­πόν στό Μο­να­στή­ρι ἔ­γι­νε δε­κτός ἀ­πό τόν τό­τε Ἡ­γού­με­νο, Θε­ό­κτι­στο ὀ­νό­μα­τι, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὄν­τως ἦ­ταν ἄν­θρω­πος πνευ­μα­τι­κός καί θε­ρά­πον­τας τοῦ Θε­οῦ καί ἱ­κα­νός νά δι­α­κρί­νη τόν κρυ­πτό καί ἔ­σω ἄν­θρω­πο ἀ­πό τόν ἔ­ξω καί φαι­νο­με­νι­κό. Ὅ­ταν λοι­πόν­ τόν δέ­χθη­κε, τοῦ πα­ρήγ­γει­λε νά μή συ­να­ναν­στρέ­φε­ται μέ τούς ἀ­δελ­φούς, οὔ­τε νά πη­γαί­νη στήν κοι­νή σύ­να­ξι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀλ­λά νά ἡ­συ­χά­ζη μέ­σα στό κελ­λί του καί νά κά­μνη τόν κα­νό­να πού τοῦ ὥ­ρι­σε, δι­ό­τι ἦ­ταν ἀ­κό­μη νέ­ος ἀ­γέ­νει­ος καί ἦ­ταν ἐν­δε­χό­με­νο νά συμ­βοῦν σκάν­δα­λα ἀ­πό τόν πο­νη­ρό. Μέ­νον­τας λοι­πόν ὁ νέ­ος στό κελ­λί του, δέν ἀ­μέ­λη­σε τήν ἀ­κρί­βει­α τῆς μο­να­χι­κῆς πο­λι­τεί­ας, ἀλλ' ἡ προ­σευ­χή του ἦ­ταν ἀ­δι­ά­λει­πτη, ἡ ἀ­νά­γνω­σις τῶν θεί­ων γρα­φῶν, ἡ ψαλ­μῳ­δί­α καί ὁ ζῆ­λος στίς ἀ­ρε­τές καί τά δά­κρυ­α ἔ­τρε­χαν σάν βρύ­σι ἀ­πό τά μά­τια του. Καί ὅ­ταν οἱ ἄλ­λοι ἀ­δελ­φοί κοι­μῶν­το καί ὅ­ταν δέν μπο­ροῦ­σε νά δα­κρύ­ση εὔ­κο­λα, εἶ­χε κα­τα­κευ­α­σμέ­νο ἕ­να λω­ρί καί μέ αὐ­τό ἔ­δερ­νε γυ­μνό το σῶ­μα του καί ἀ­πό τούς πολ­λούς πό­νους δά­κρυ­ζε καί χω­ρίς νά θέ­λη· σ’ ἐ­κεῖ­νο μά­λι­στα τό λου­ρί εἶ­χε καί καρ­φιά πε­ρα­σμέ­να πολ­λά, καί ὅ­ταν δέρ­νον­ταν μέ αὐ­τά, ξε­σχί­ζον­ταν βα­θει­ά οἱ σάρ­κες του καί ἔ­τρε­χαν ἀ­πό αὐ­τές αἵ­μα­τα καί ἔ­τσι αἰ­σθα­νό­ταν καί δρι­μύ­τα­τους πό­νους, πού τόν ἔ­κα­ναν νά χύ­νη πι­κρά καί θερ­μά δά­κρυ­α, καί τοῦ ἔ­κα­μναν θλι­βε­ρό τό πλά­για­σμα, πού ἔ­κα­μνε ἐ­πά­νω στήν ξε­ρή γῆ καί γι’ αὐ­τό φαι­νό­ταν σ’ ἐ­κεί­νους, πού τόν ἔ­βλε­παν πο­λύ ξε­ρός καί ἀ­δύ­να­τος, ἐξ αἰ­τί­ας τῶν πλη­γῶν. Κα­νέ­νας ὅ­μως δέν ἤ­ξε­ρε τό αἴ­τι­ο.

Γιά νά μέ­νη ὅ­μως μέ­σα του ἡ μνή­μη τοῦ θα­νά­του παν­το­τι­νή, πολ­λές φο­ρές, ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­νε ἡ ἡ­μέ­ρα, ἔ­βγαι­νε κρυ­φά ἀ­πό τό κελ­λί του καί, πη­γαί­νον­τας στό κοι­μη­τή­ρι τῶν ἀ­δελ­φῶν, ἔ­βγα­ζε τά ροῦ­χα καί ­μα­ζί μέ αὐ­τά ἔ­δι­ω­χνε καί κά­θε δει­λί­α καί παίρ­νον­τας θάρ­ρος ἔμ­παι­νε μέ­σα σέ κά­ποιον τά­φο, πού εἶ­χε λεί­ψα­να τῶν πε­θα­μέ­νων καί ἔ­πε­φτε καί αὐ­τός νε­κρός θε­λη­μα­τι­κά καί ἐ­κεῖ μέ­σα περ­νοῦ­σε ὅ­λη τήν ἡμέ­ρα, χω­ρίς νά τό ξέ­ρη ­κα­νείς καί δέν ἔ­κα­μνε ἄλ­λο, πα­ρά θρή­νους καί κλαυθ­μούς, τό­σο πού κα­τά­βρε­χε μέ τά δά­κρυ­α τά νε­κρά σώ­μα­τα, πού βρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ. Καί αὐ­τό τό ἔ­κα­μνε ὄ­χι μί­α ἤ δύ­ο ἤ τρεῖς ἤ δέ­κα φο­ρές, ἀλ­λά γιά ἀρ­κε­τά χρό­νι­α, ὅ­πως ἀρ­γό­τε­ρα πα­ρα­τή­ρη­σαν με­ρι­κοί ἀ­δελ­φοί καί τό ἔ­μα­θαν.

Ἐ­κτός ἀ­πό αὐ­τά ὅ­μως ὁ Ἡ­γού­με­νος ὥ­ρι­σε τόν Ὅ­σι­ο νά ὑ­πη­ρε­τῆ τόν Ἐκ­κλη­σι­άρ­χη καί αὐ­τός μο­λο­νό­τι φρόν­τι­ζε τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί τόν Ἐκ­κλη­σι­άρ­χη, δέν ἔ­παυ­σε ὅ­μως καί ἀ­πό τήν κρυ­πτή ἐρ­γα­σί­α τῆς ἀ­δι­ά­λει­πτης προ­σευ­χῆς καί τῆς με­λέ­της καί τῆς κα­τα­νύ­ξε­ως καί τῶν δα­κρύ­ων, ἀλ­λά καί τῆς ἀ­γρυ­πνί­ας καί ὀρ­θο­στα­σί­ας, ὁ­πό­τε ἀ­πό τήν πολ­λή σκλη­ρα­γω­γί­α εἶ­χε τό σῶ­μα του ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νο καί ἑ­πο­μέ­νως ἔ­πε­φτε στά ἀ­κα­τη­γό­ρη­τα πά­θη τοῦ σώ­μα­τος, καί μά­λι­στα στόν ὕ­πνο. Ὁ­πό­τε βλέ­πον­τάς τον ὁ ἡ­γού­με­νος πού νύ­στα­ζε, ὅ­ταν στε­κό­ταν στό να­ό καί ἀ­κουμ­ποῦ­σε στόν τοῖ­χο τήν κε­φα­λή του, πή­γαι­νε καί τόν ἔπια­νε ἀ­πό τό στῆ­θος καί κτυ­πῶν­τας τήν κε­φα­λή του στόν τοῖ­χο, ἔ­κα­μνε θό­ρυ­βο καί αὐ­τόν ξυ­πνοῦ­σε καί τούς ἄλ­λους ἀ­δελ­φούς ἔ­κα­μνε πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­σε­κτι­κούς. Καί αὐ­τό τοῦ τό ἔ­κα­μνε ὁ ἡ­γού­με­νος, ἕ­ως ὅ­του ἔ­μα­θε τήν κρυ­φή ἐρ­γα­σί­α του, καί τό­τε στα­μά­τη­σε νά τόν κτυ­πᾶ. Καί ἀ­φοῦ ἔ­μα­θε πώς εἶ­ναι ἀ­γω­νι­στής, τόν δο­κί­μα­ζε καί μέ ἄλ­λους τρό­πους ἄν ὑ­πο­χω­ροῦ­σε σέ κα­νέ­να πρᾶγ­μα ὁ ἀ­δα­μάν­τι­νος. Καί ἄλ­λο­τε μέν τόν ἀ­νέ­βα­ζε καί τόν ἔ­κα­μνε προ­ε­στῶ­τα καί Ἐκ­κλη­σι­άρ­χη τοῦ Να­οῦ, ἄλ­λο­τε πά­λι τόν κα­τέ­βα­ζε ἀ­πό τά ἀ­ξί­ω­μα καί τόν ἔ­κα­μνε ὑπη­ρέ­τη καί τα­πει­νό. Ἀλλ' ὁ Μα­κά­ρι­ος δέν στε­νο­χω­ρι­ό­ταν κα­θό­λου γιά τήν με­τα­βο­λή αὐ­τή, οὔ­τε λό­γο γογ­γυ­στι­κό ἔ­βγα­λε ἀ­πό τό στό­μα του σάν νά ἦ­ταν κά­ποιος ἄ­ψυ­χος. Ἀλ­λά μο­λο­νό­τι τό τα­πει­νω­νό­ταν μέ τέ­τοιον τρό­πο καί νό­μι­ζε τόν ἑ­αυτό του καί ἀ­πό τούς σκύ­λους χει­ρό­τε­ρο, ὅ­μως τόν προ­λε­χθέν­τα δαρ­μό δέν ἄ­φη­σε καμ­μί­α φο­ρά, ἀλ­λά πάν­το­τε ἔ­δερ­νε τόν ἑ­αυ­τό του τήν νύ­κτα, ὅ­ταν κοι­μῶν­ταν οἱ ἄλ­λοι ἀ­δελ­φοί καί τήν ἡ­μέ­ρα, ὅ­ταν πή­γαι­νε ἔ­ξω μα­κρι­ά ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι, σέ ἥ­συ­χο τό­πο, γιά νά μή τόν βλέ­πη κα­νείς. Ὅ­ταν δέ ἔ­δερ­νε τόν ἑ­αυ­τό του, ἔ­λε­γε· Ἄ­νοι­ξε τούς ὀ­φθαλ­μούς τῆς καρ­δί­ας, Κύ­ρι­ε καί «φώ­τι­σον αὐ­τούς τῷ φω­τί τῆς γνώ­σε­ώς σου· ὅ­τι πα­ρά σοί πη­γή ζω­ῆς, ἐν τῷ φω­τί σου ὀ­ψό­με­θα φῶς». Λέ­γον­τας αὐ­τά καί πα­ρα­κα­λῶν­τας τόν Θε­ό μέ θερ­μά δά­κρυ­α, εἶ­δε μί­α νύ­κτα ἕ­να χέ­ρι μέ­χρι τούς ἀ­στρά­γα­λους, πού κρα­τοῦ­σε ψω­μί καί ἄ­κου­σε καί φω­νή πού τοῦ ἔ­λε­γε· «Πά­ρε αὐ­τόν τόν ἄρ­το καί φά­γε τον». Τό ψω­μί ἐ­κεῖ­νο ἔ­μοια­ζε μέ πίτ­τα, τήν ὁ­ποί­α κα­τα­σκευ­ά­ζουν μέ ἀ­λεύρι καί ἡ­δύ­σμα­τα καί μέ­λι καί τήν ὀ­νο­μά­ζουν χαρ­το­πίτ­τα.

Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἔ­φα­γε ὁ Ὅ­σι­ος ἐ­κεῖ­νο τό ψω­μί καί ἦλ­θε στόν ἑ­αυ­τό του, ὅ­πως τό νε­ρό τρέ­χει στόν κα­τή­φο­ρο, ἔ­τσι ἔ­τρε­χε καί αὐ­τός στήν γνῶ­σι τῶν θεί­ων Γρα­φῶν καί δέν ὑ­πῆρ­χε πλέ­ον κα­νέ­να βι­βλί­ο θεῖ­ο καί πνευ­μα­τι­κό, πού νά μή τοῦ φαι­νό­ταν γλυ­κύ καί νό­στι­μο, ἤ πού νά μή τό κα­τα­λάμ­βα­νε· καί ἡ γλῶσ­σα του ἀ­κο­νί­σθη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τούς ρή­το­ρες, καί πρό­σφε­ρε μέ εὐ­φρά­δεια ὅ­λα ἐ­κεῖ­να, πού ἀ­νέ­βρυ­ζε στήν καρ­διά του τό ἀ­γα­θό καί θεῖ­ο Πνεῦ­μα, καί μπο­ροῦ­σε εὔ­κο­λα νά ἀ­πο­στη­θί­ζη βι­βλί­α ὁ­λό­κλη­ρα, ὄ­χι μό­νο ἐ­κεῖ­να, πού πε­ρι­έ­χουν βί­ους Ὁ­σί­ων καί Μαρ­τύ­ρων ἤ ἄλ­λα ἠ­θι­κά βι­βλί­α τῶν θεί­ων Πα­τέ­ρων, ἀλ­λά καί ἐ­κεῖ­να πού πε­ρι­έ­χουν τά ὑ­ψη­λά δόγ­μα­τα τῆς πί­στε­ως καί εἶ­ναι σέ λί­γους κα­τα­λη­πτά γιά τά θε­ο­λο­γι­κά νο­ή­μα­τα πού πε­ρι­έ­χουν· καί τό­σο τά θυ­μό­ταν καί ἔ­γρα­φε ἀ­πό αὐ­τά καί ἔ­λε­γε, ὅ­ταν τό κα­λοῦ­σε ὁ και­ρός, ὥ­στε νό­μι­ζες, ὅ­τι κρα­τοῦ­σε στά χέ­ρια του τά βι­βλί­α καί τά δι­ά­βα­ζε καί ὅ­τι εἶχε μαζί του ὅ­λο τό θε­ο­λο­γι­κό βι­βλί­ο, πού κα­λεῖ­ται Δογ­μα­τι­κή Πα­νο­πλί­α· μέ τέ­τοιον τρό­πο φω­τί­σθη­κε ὁ Ὅ­σι­ος τήν ψη­λή γνῶ­σι τῶν δογ­μά­των τῆς θε­ο­λο­γί­ας καί ἔ­γι­νε ὅ­λος φῶς γνώ­σε­ως καί ὅ­λος νοῦς ἐν­θε­α­στι­κώ­τα­τος….

Ὅ­λα αὐ­τά σκε­πτό­με­νος ὁ ἡ­γού­με­νος, θε­ω­ροῦ­σε πο­λύ κα­τάλ­λη­λο τόν Λε­όν­τι­ο καί ἄ­ξι­ο γιά νά λά­βη τό ἀ­ξί­ω­μα τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης καί τοῦ τό ἀ­νέ­φε­ρε, ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νος δέν ἤ­θε­λε οὔ­τε νά τό ἀ­κού­ση στήν ἀρ­χή. Ἀρ­γό­τε­ρα ὅ­μως βι­α­ζό­με­νος πο­λύ ἀ­πό τόν προ­ε­στῶ­τα, γιά νά μή φα­νῆ πα­ρή­κο­ος καί μή θέ­λον­τας, κα­τα­πεί­σθη­κε καί ἔ­λα­βε τό μέ­γα καί τέ­λει­ο σχῆ­μα τῶν Μο­να­χῶν καί τό ἀ­ξί­ω­μα τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης. Ἀλ­λά μο­λο­νό­τι ἔ­γι­νε δι­δά­σκα­λος καί φω­τι­στι­κός στούς ἄλ­λους μέ τήν ἱ­ε­ρω­σύ­νη, ὅ­μως δέν χρη­σι­μο­ποί­η­σε πο­τέ κα­νέ­να δι­δα­σκα­λι­κό κί­νη­μα, κα­τα­φρο­νη­τι­κό στούς μι­κρό­τε­ρους ἀ­δελ­φούς, ἀλ­λά ἦ­ταν σέ ὅ­λους πα­ρά­δειγ­μα τα­πει­νώ­σε­ως καί κο­πί­α­ζε μα­ζί μέ ἐ­κεί­νους πού κο­πιά­ζουν καί πα­ρη­γο­ροῦ­σε τούς θλι­βο­μέ­νους καί ἀ­νώρ­θω­νε ἐ­κεί­νους, πού ἔ­πε­φταν καί θε­ρά­πευ­ε ἐ­κεί­νους, πού σκαν­δα­λί­ζον­ταν. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά ἔ­γι­νε καί οἰ­κο­νό­μος τῶν πραγ­μά­των τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, μέ βί­α τοῦ ἡ­γου­μέ­νου καί μέ ἀ­πό­φα­σι ὅ­λης τῆς ἀ­δελ­φό­τη­τας· καί μο­λο­νό­τι πε­ρι­πλέ­χθη­κε σέ φρον­τί­δες καί κό­πους πά­νω ἀ­πό τήν δύ­να­μί του, ὅ­μως δέν ἄ­φη­νε καί τήν κρυ­πτή ἐρ­γα­σί­α καί τόν συ­η­θι­σμέ­νο δαρ­μό, πού ἔ­κα­νε στό κελ­λί του ὁ καρ­τε­ρό­ψυ­χος. Καί ὅ­λη τήν νύ­κτα ἀ­γρυ­πνοῦ­σε στήν ἀ­νά­γνω­σι καί με­λέ­τη τῶν θεί­ων λό­γων καί σέ προ­σευ­χές καί ψαλ­μῳ­δί­ες καί στά κα­θαρ­τι­κά δά­κρυ­α καί μί­α ὥ­ρα τῆς νύ­κτας, τήν τε­λευ­ταί­α, κον­τά στά ξη­μέ­ρω­μα, κοι­μό­ταν· γι’ αὐ­τό καί ὁ Κύ­ρι­ος τόν σκέ­πα­ζε μέ τήν χά­ρι του, ὅ­πως γί­νε­ται φα­νε­ρό ἀ­πό τό ἀ­κό­λου­θο.

Ἡ ἑ­ορ­τή ἦ­ταν τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου καί, με­τά τήν ἀ­γρυ­πνί­α, πῆ­γε ὁ Ὅ­σι­ος στό κελ­λί του, γιά νά ἀ­να­παυ­θῆ λί­γο. Καί ἀ­φοῦ πῆ­ρε ἕ­να βι­βλί­ο γιά νά κά­νη ἀ­νά­γνω­σι καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τρς! ὁ Ἀ­πό­στολος τοῦ Χρι­στοῦ ὁ ἐ­πι­στή­θι­ος, Ἰ­ω­άν­νης ὁ Θε­ο­λό­γος πῆ­γε σ’ αὐ­τόν μέ τήν μορφή τοῦ ἡ­γου­μέ­νου καί τοῦ εἶ­πε· «Τέ­κνον, Λε­όν­τι­ε, πή­γαι­νε νά λει­τουρ­γή­σης νω­ρί­τε­ρα ἀ­πό τήν συ­νη­θι­σμέ­νη ὥ­ρα, δι­ό­τι θέ­λω νά πά­ω στήν Ἔ­φε­σο». Ὁ Ὅ­σι­ος, μή μπο­ρῶν­τας νά ἀν­τι­στα­θῆ στήν προ­στα­γή τοῦ ἡ­γου­μέ­νου, πῆ­γε στό κελ­λί του σκε­πτό­με­νος, για­τί δέν τοῦ προ­εῖ­πε, ὅ­τι ἤ­θε­λε νά πά­η στήν Ἔ­φε­σο καί για­τί δέν θέ­λη­σε νά τόν πά­ρη μα­ζί του ὡς συ­νο­δοι­πό­ρο. Πα­ρό­λα αὐ­τά, βά­ζον­τας τήν συ­νη­θι­σμέ­νη με­τά­νοι­α, ζη­τοῦ­σε εὐ­λο­γί­α, γιά νά ἀρ­χί­ση τήν Θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Καί ὁ ἡ­γού­με­νος τοῦ εἶ­πε· «Τί ἔ­πα­θες, ἀ­δελ­φέ, καί θέ­λεις νά λει­τουρ­γή­σης τώ­ρα»; Καί ὁ Λε­όν­τι­ος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Δέν μέ πρό­στα­ξες ἐ­σύ, Πά­τερ, νά τε­λέ­σω γρή­γο­ρα τήν Θεί­α Λει­τουρ­γί­α, ἐ­πει­δή θέ­λεις νά πᾶς στήν Ἔ­φε­σο;». Καί ἀ­κού­ον­τας αὐ­τά ὁ ἡ­γού­με­νος κα­τά­λα­βε, ὅ­τι ἦ­ταν ὁ Θε­ο­λό­γος πού τόν πρό­στα­ξε, ὁ­πό­τε τοῦ εἶ­πε· «Πή­γαι­νε, τέ­κνο, καί κᾶ­νε ἐ­κεῖ­νο, πού προ­στά­χθη­κες· δι­ό­τι ὁ Ἀ­γα­πη­μέ­νος Ἰ­ω­άν­νης θέ­λει νά συ­νε­ορ­τά­ση ἀ­ό­ρα­τα καί μέ μᾶς, καθ­ώς καί μέ τούς Ἐ­φε­σί­ους». Καί ἔ­τσι κα­τα­ξι­ώ­θη­κε ὁ Ὄ­οι­ος νά δῆ τήν θε­ω­ρί­α τοῦ Θε­ο­λό­γου καί νά ἀ­κού­ση τήν φω­νή του…

 Πη­γαί­νον­τας μί­α φο­ρά ὁ Ὅ­σι­ος στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι γιά ὑ­πο­θέ­σεις τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, σάν δεύ­τε­ρος προ­ε­στώτας πού ἦ­ταν με­τά τόν Ἡ­γού­με­νο καί τα­κτο­ποι­ῶν­τας τά πράγ­μα­τα τῆς Μο­νῆς, ὅ­πως ἔ­πρε­πε, ἀ­νέ­βη­κε στήν μάν­δρα τοῦ Ὁ­σί­ου Δα­νι­ήλ τοῦ Στυ­λί­τη καί βλέ­πον­τας τόν τό­πο  ἔ­ρη­μο καί ἥ­συ­χο σκέ­φθη­κε νά ἡ­συ­χά­ση ἐ­κεῖ, καί  νά πε­ρά­ση ἀ­τά­ρα­χος τό ὑ­πό­λοι­πο τῆς ζω­ῆς του. Ὁ­πό­τε φα­νε­ρώ­νον­τας τήν σκέ­ψι του στούς ἐ­κεῖ ἀ­σκού­με­νους ἀ­δελ­φούς καί βρί­σκον­τάς τους σύμ­φω­νους καί ὅ­τι τόν δέ­χον­ται με­τά χα­ρᾶς, τούς ὑ­πο­σχέ­θη­κε, ὅ­τι, ἀ­φοῦ πά­η στήν Πά­τμο, γιά νά δώ­ση λο­γα­ρια­σμό τῆς δι­οι­κή­σε­ως, πού ἔ­κα­νε ἐ­νώ­πι­ον τῆς ἀ­δελ­φό­τη­τος, θά γυ­ρί­ση ὁ­πωσ­δή­πο­τε νά ἡ­συ­χά­ση ἐ­κεῖ. Καί ἔ­τσι ξε­κί­νη­σε γιά τήν Πα­τμο. Ἀλ­λά ὁ Θε­ός, πού οἰ­κο­νο­μεῖ τά πάν­τα πρός τά συμ­φέ­ρον, πῆ­ρε στίς αἰ­ώ­νι­ες σκη­νές τόν ἡ­γού­με­νο τῆς Πά­τμου, φω­τί­ζον­τάς τον νά ὁ­ρί­ση ἐγ­γρά­φως μέ ἐ­πιτί­μι­ο, ὅ­τι ἀ­φή­νει ὡς ἡ­γού­με­νο τῆς μο­νῆς τόν Λε­όν­τι­ο.

Ἐρ­χό­με­νος λοι­πόν στήν Πά­τμο ὁ Ὅ­σι­ος καί βρί­σκον­τας ἔ­τσι τά πράγ­μα­τα τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, δέν ἤ­ξε­ρε τί νά κά­νη· δι­ό­τι βλέ­πον­τας τά πράγ­μα­τα τῆς Μο­νῆς, πού κιν­δύ­νευ­αν καί τούς ἀ­δελ­φούς, πού ἔ­μει­ναν ὀρ­φα­νοί, σάν πρό­βα­τα χω­ρίς ποι­μέ­να, πα­ρε­κι­νεῖ­το νά μεί­νη ἐ­κεῖ. Σκε­πτό­με­νος ὅ­μως πά­λι τήν ὑ­πό­σχε­σι, πού ἔ­κα­νε στό Θε­ό καί τήν ὁ­μο­λο­γί­α, πού ἔ­δω­σε στόν Ὅ­σι­ο Δα­νι­ήλ, νά γί­νη τῆς ἀ­ρε­τῆς ἐ­κεί­νου δι­ά­δο­χος, πα­ρε­κι­νεῖ­το νά πά­η στήν μάν­δρα τοῦ Στυ­λί­τη. Μέ­χρι πού τό­σο νί­κη­σαν τά δά­κρυ­α τῶν ἀ­δελ­φῶν καί ἡ γρα­πτή ἀ­πό­φα­σις τοῦ ἡ­γου­μέ­νου, ἤ καλ­λί­τε­ρα νά πῶ ἡ ἄ­γρα­φη ἀ­πό­φα­σι τοῦ Θε­οῦ· καί ἔ­τσι δέ­χθη­κε τήν προ­στα­σί­α τῶν συ­να­δέλ­φων, χω­ρίς νά θέ­λη. Καί τό­τε πρό­σθε­τε πό­νους ἐ­πά­νω στούς πό­νους, καί ἀ­γρυ­πνί­ες ἐ­πά­νω στίς ἀ­γρυ­πνί­ες καί ἔ­λε­γε ὁ ἀ­οί­δι­μος· ὅ­τι ἄν ἡ ἀ­γρυ­πνί­α καί ἡ ἐ­πι­μέ­λει­α πού κά­νουν οἱ προ­ε­στῶ­τες γιά τούς ὑ­πο­τασ­σό­με­νους σ’ αὐ­τούς, τούς κά­νει νά πεί­θων­ται καί νά ὑ­πα­κού­ουν στούς προ­ε­στῶ­τες, κα­θώς λέ­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος, ἐ­γώ, βέ­βαι­α, ἐ­άν ἀ­γρυ­πνῶ ὄ­χι μό­νο γιά τόν ἑ­αυ­τό μου, ἀλ­λά καί γιά αὐ­τούς, πού ὑ­πο­τάσ­σον­ται σ’ ἐ­μέ­να, θά τούς κα­τα­πεί­σω νά μοῦ ὑ­πα­κού­ουν σ’ ἐ­κεῖ­να πού τούς προ­στά­ζω. Γι’ αὐ­τό, ὅ­ποιος δέν ὑ­πά­κου­ε σ’ αὐ­τόν, δε­χό­ταν τήν ­κα­τάλ­λη­λη τι­μω­ρί­α ὄ­χι ἀ­πό ἀν­θρώ­πους, ἀλ­λά ἀ­πό ἄ­γρι­ους δαί­μο­νες, ὅ­πως θά φα­νε­ρώ­ση ὁ λό­γος μας.

Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τήν Πά­τμο εἶ­ναι ἕ­να μι­κρό  ἀ­κα­τοί­κη­το νη­σί, πού λέ­γε­ται Λει­ψοί, ἐ­πά­νω στό ὁ­ποῖ­ο ἔ­χον­τας ζῷ­α οἱ Μο­να­χοί, πή­γαι­ναν τό θέ­ρος, καί ἔ­σφα­ζαν ὅ­σα πε­ρίσ­σευ­αν ἀ­πό αὐ­τά καί τά ξή­ραι­ναν στόν ἥ­λι­ο καί που­λῶν­τας τα, ἔ­βγα­ζαν τά ἔ­ξο­δα τῆς μο­νῆς στήν δι­α­κο­νί­α αὐ­τή στάλ­θη­κε ἕ­νας Μο­να­χός, Πρό­χο­ρος λε­γό­με­νος, ὁ  ὁ­ποῖ­ος, ὄν­τας σκλη­ρός καί ἀ­διάν­τρο­πος, υἱ­ός πα­ρα­κο­ῆς καί ἄ­τα­κτος, ἐ­νω­χλοῦ­σε σκλη­ρά τόν Ὅ­σι­ο ἐ­νώ­πι­ον τῆς ἀ­δελ­φό­τη­τας, γιά νά τοῦ δώ­ση και­νούρ­για ὑ­πο­δή­μα­τα.  Ὁ Ὅ­σι­ος ρω­τῶν­τας τόν ὑ­πο­δη­μα­το­ποι­ό τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, ἐ­άν ἔ­χη νά τοῦ δώ­ση και­ι­νού­ρι­α ὑ­πο­δή­μα­τα καί μα­θαί­νον­τας, ὅ­τι δέν εἶ­χε ἕ­τοι­μα, τοῦ εἶ­πε μέ ἤ­ρε­μη φω­νή, ὅ­τι ἀ­φοῦ ἐ­πι­στρέ­ψη ἀ­πό τούς Λει­ψούς, θά τοῦ δώ­ση και­νού­ρια ὑ­πο­δή­μα­τα. Ἀλλ' ὁ αὐ­θά­δης ἐ­κεῖ­νος, χω­ρίς νά ντρα­πῆ τόν Ὅ­σι­ο, αὐ­θα­δί­α­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρο καί φώ­να­ζε χει­ρό­τε­ρα. Ὁ Ὅ­σι­ος ὅ­μως τοῦ ἔ­λε­γε νά πά­η μέ εἰ­ρή­νη στήν δι­α­κο­νί­α του, γιά νά μή τοῦ συμ­βῆ κα­νέ­να πρᾶγ­μα πού δέν ἤ­θε­λε, ἀλ­λά  ἐ­κεῖ­νος δέν ἤ­θε­λε νά πά­η μέ εἰ­ρή­νη.

Γι’ αὐ­τό σκέ­φθη­κε ὁ Ἅ­γι­ος, ὅ­τι ὁ Πρό­χο­ρος πρέ­πει νά παι­δευθ­ῆ ὡς πρό­βα­το ἀ­πει­θές καί τοῦ λέ­ει· «Πή­γαι­νε καί ἡ ὁ­δός σου ἄς σοῦ γί­νη σκό­τος καί ὀ­λί­σθη­μα, καί Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου ἄς σέ κα­τα­δι­ώ­ξη». Ὁ Ἅ­γι­ος αὐ­τά μό­νο εἶ­πε, ἀλ­λά  ὁ Θε­ός ἐ­πε­σφρά­γι­σε τούς λό­γους αὐ­τούς μέ τά πράγ­μα­τα. Δι­ό­τι ἀ­φοῦ μπῆ­κε ὁ ἀ­πει­θής Πρό­χο­ρος στό καΐκι, γιά νά πά­η στούς Λει­ψούς, κα­τά τό μέ­σο τῆς ἡ­μέ­ρας ἔρ­χον­ται ἀ­ό­ρα­τα μέ τόν ἀ­έ­ρα πέ­τρες πυ­κνές σάν χα­λά­ζι καί ἔ­πε­φταν στό καΐκι· καί τό θαυ­μα­στό­τε­ρο ἦ­ταν, πού, οἱ πέ­τρες κτυ­ποῦ­σαν αὐ­τόν μό­νο καί ὄ­χι ἄλ­λον κα­νέ­να ἀ­πό τούς συμ­πλέ­ον­τες καί μό­νο αὐ­τόν πλή­γω­ναν καί ἀ­κού­ον­ταν καί φω­νέα, πού ἔ­λε­γαν τό πεῖ­σμα, τό πεῖ­σμα. Καί ἀ­πό αὐ­τά πλη­ρο­φο­ρεῖ­το ὁ δεί­λαι­ος, ὅ­τι δαι­μο­νι­κές δυ­νά­μεις στάλ­θη­καν νά τόν παι­δεύ­σουν, γιά νά μά­θη τί κα­κό εἶ­ναι ἡ ἀ­πεί­θει­α καί τό νά κα­τα­φρο­νῆ τούς πνευ­μα­τι­κούς του Πα­τέ­ρες. Βγαί­νον­τας ἀ­πό τό κα­ΐ­κι πε­ρί­λυ­πος, ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε λί­γο ἀ­πό τίς πέ­τρες, γιά νά ἔλ­θη στόν ἑ­αυ­τό του καί νά σκε­φθῆ  ἀ­πό ποιά αἰ­τί­α τοῦ συ­νέ­βη αὐ­τό τό πε­ρι­στα­τι­κό. Δι­ό­τι, ἄν συ­νέ­χι­ζαν ἀ­στα­μάτ­ητα νά πέ­φτουν οἱ πέ­τρες, ἤ θά εἶ­χε ἀ­πο­κά­μη ἤ­ θά εἶ­χε χά­σει τά μυα­λά του. Ἐ­τοι­μά­ζον­τας ὅ­μως νά γευ­μα­τί­ση, ἄρ­χι­σαν πά­λι νά ρί­χνων­ται κα­τε­πά­νω του οἱ πέ­τρες καί τό πιά­το του συν­τρί­φθη­κε, τό φα­γη­τό του χύ­θη­κε καί τό ἀγ­γεῖ­ο, πού εἶ­χε τό κρα­σί, συν­τρί­φθη­κε καί οἱ δαί­μο­νες, πού τόν λι­θο­βο­λοῦ­σαν, τόν φώ­να­ζαν μέ τό ὄ­νο­μά του, λέ­γον­τάς του καί αὐ­τό· τό πεῖ­σμα, τό πεῖ­σμα.

Ὁ δέ τα­λαί­πω­ρος Πρό­χο­ρος γε­νό­με­νος ἐκ­στα­τι­κός μέ αὐ­τό τό πα­ρά­δο­ξο κα­κό, πού ἔ­πα­σχε, καί μή ἔ­χον­τας τί νά κά­νη, λη­σμό­νη­σε καί φα­γη­τά καί πο­τά καί γύ­ρι­σε πί­σω, ἔ­χον­τας καί τίς πλη­γές τῶν πε­τρῶν ἐ­πά­νω του, τίς ὁ­ποῖ­ες δεί­χνον­τας στόν Ὅ­σι­ο, δι­η­γή­θη­κε τήν συμ­φο­ρά, πού ἔ­πα­θε. Ἕ­νας ὅ­μως ἀ­πό τούς ἀ­δελ­φούς ἀ­κού­γον­τας αὐ­τά, θά­ρρε­ψε στόν ἑ­αυ­τό του καί εἶ­πε μέ ὑ­πε­ρη­φά­νεια στούς ἀ­δελ­φούς. «Αὐ­τός ὁ Μο­να­χός μή ξέ­ρον­τας γράμ­μα­τα, γιά νά δι­ώ­ξη μέ αὐ­τά τούς δαί­μο­νες, ἔ­πα­θε αὐ­τό τό κα­κό. Ἐ­γώ ὅ­μως μέ τό θάρ­ρος στόν Θε­ό καί στήν χά­ρι τῶν γραμ­μά­των, δέν θά δο­κι­μά­σω καμ­μί­α ἐ­νό­χλη­σι ἀ­πό τούς δαί­μο­νες· καί, παίρ­νον­τας τό ψαλ­τῆ­ρι, ἔ­κα­νε τήν συ­νη­θι­σμέ­νη με­τά­νοι­α στόν Ὅ­σι­ο καί πῆ­γε στούς Λει­ψούς, ἀλ­λά καί αὐ­τός ἔ­πα­θε τά ἴ­δια καί ἔ­πε­φταν ἀ­ό­ρα­τα καί σ’ αὐ­τόν πέ­τρες πολ­λές, καί αὐ­τός πού θε­ω­ρεῖ­το ἀν­δρεῖ­ος καί εἶ­χε θάρ­ρος στήν μά­θη­σι τῶν γραμ­μά­των, ξαφ­νι­κά φά­νη­κε δει­λός καί φεύ­γον­τας γύ­ρι­σε πί­σω στό Μο­να­στή­ρι· τό­τε ὁ μέ­γας Λε­όν­τι­ος κρί­νον­τας, ὅ­τι εἶ­ναι ἀρ­κε­τή ἡ δί­και­η αὐ­τή παι­δεί­α τῶν δύ­ο Μο­να­χῶν, πῆ­ρε μα­ζί του με­ρι­κούς εὐ­λα­βεῖς ἀ­δελ­φούς καί, πη­γαί­νον­τας στούς Λει­ψούς καί κά­νον­τας εὐ­χή, ἔ­δι­ω­ξε ἀ­πό ἐ­κεῖ τούς δαί­μο­νες καί ἔ­παυ­σε τόν φό­βο ἐ­κεί­νων, πού τι­μω­ρή­θη­καν δί­και­α, ὁ ἕ­νας γιά τήν πα­ρα­κο­ή του καί ὁ ἄλ­λος γιά τήν ὑ­ψη­λο­φρο­σύ­νη του…

Κά­πο­τε ὁ Ἀν­τώ­νι­ος πο­λε­μή­θη­κε ἀ­πό τό δαι­μό­νι­ο τῆς βλα­σφη­μί­ας. Καί ὁ πό­λε­μος ἦ­ταν πο­λύ φο­βε­ρός, δι­ό­τι ἡ βλα­σφη­μί­α ἦ­ταν ἐ­ναν­τί­ον τῆς Κυ­ρί­ας Θε­ο­τό­κου· καί ὁ φό­βος αὐ­τῆς τῆς ἁ­μαρ­τί­ας σύγ­χι­ζε πο­λύ τόν Ἀν­τώ­νι­ο καί ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νος τήν βλα­σφη­μί­α αὐ­τήν στόν Ὅ­σι­ο καί ἐ­πι­κα­λού­με­νος τήν βο­ή­θει­ά του, ἄ­κου­σε ἀ­πό αὐ­τόν τά ἑ­ξῆς: «Ἔ­χε θάρ­ρος, τέ­κνο καί μή φο­βῆ­σαι· ἄ­φη­σε τόν σκύ­λο νά γαυ­γί­ζη καί πές του· σι­ώ­πα κα­τα­ρα­μέ­νε· μή φω­νά­ζης· δι­ό­τι δέν μπο­ρεῖ νά βρί­ζω καί νά συλ­λο­γί­ζω­μαι βλα­σφη­μί­ες, γιά ἐ­κεί­νην πού ἔ­χω μό­νη ἐλ­πί­δα τῆς σω­τη­ρί­ας μου, οὔ­τε μπο­ρῶ νά μή δο­ξά­ζω καί νά μή τι­μῶ, ὅ­πως πρέ­πει, τήν Δέ­σποι­νά μου καί Κυ­ρί­α». Μέ τέ­τοια ὅ­πλα ἐ­ξώ­πλι­σε τόν Ἀν­τώ­νι­ο ὁ Ὅ­σι­ος κα­τά τοῦ δαί­μο­να τῆς βλα­σφη­μί­ας. Ἀλλ’ ἐ­κεῖ­νος ὁ ἀ­λι­τή­ρι­ος δέν στα­μα­τοῦ­σε νά ἐ­νο­χλῆ τόν Ἀν­τώ­νι­ο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό πρῶ­τα. Καί ὅ­ταν πή­γαι­νε μέ τούς ἀ­δελ­φούς στήν κοι­νή ἀ­κο­λου­θί­α, γλύ­τω­νε ἀ­πό  τόν πό­λε­μο καί ἔ­παιρ­νε κά­ποια ἄ­νε­σι. Μό­λις ὅ­μως ἔμ­παι­νε στό κελ­λί του, δο­κί­μα­ζε σφο­δρώ­τα­το πό­λε­μο ἀ­πό τόν ἐ­χθρό καί ἄλ­λο κα­τα­φύ­γι­ο δέν εἶ­χε, πα­ρά τόν Ὅ­σι­ο καί τίς συμ­βου­λές του. Ἐ­πει­δή ὅ­μως καί ὁ πό­λε­μος πο­λυ­χρό­νι­ζε καί ὁ ἐ­χθρός δέν ἔ­παυ­ε, τέ­λος πάν­των, νι­κή­θη­κε ἀ­πό τόν φό­βο ὁ Ἀν­τώ­νι­ος, καί μί­α φο­ρά βγαί­νον­τας ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, γιά νά πά­η στό κελ­λί του, δέν τόλ­μη­σε νά μπῆ μέ­σα σ’ αὐ­τό, ἐ­πει­δή φο­βή­θη­κε τόν πό­λε­μο, πού θά εὕ­ρι­σκε σ’ αὐ­τό ἀ­πό τούς λο­γι­σμούς τῆς βλα­σφη­μί­ας, ἀλ­λά τρέ­χον­τας πῆ­γε στό κελ­λί τοῦ Ὁ­σί­ου καί τοῦ εἶ­πε πά­λι τά ἴ­δια. Καί ὁ Ὅ­σι­ος τοῦ εἶ­πε πά­λι νά μή φρον­τί­ζη γι’ αὐ­τούς τούς λο­γι­σμούς, ἀλ­λά νά τούς δι­ώ­χνη μέ λό­για κα­τα­φρο­νη­τι­κά. Ὁ Ἀν­τώ­νι­ος ὅ­μως κυ­ρι­ευ­ό­με­νος ἀ­πό τόν φό­βο, τοῦ εἶ­πε· «Δέν βγαί­νω, Πά­τερ, ἀ­πό τό κελ­λί σου, ἄν δέν μέ ἐ­λευ­θε­ρώ­σης ἀ­πό αὐ­τόν τόν πει­ρα­σμό τοῦ ἐ­χθροῦ· δι­ό­τι, ποῦ νά πά­ω; στό κελ­λί μου; ἀλλ' αὐ­τό εἶ­ναι γιά μέ­να τό κα­τα­φύ­γι­ο αὐ­τοῦ τοῦ πει­ρα­σμοῦ».

Βλέ­πον­τας λοι­πόν ὁ Ὅ­σι­ος, ὅ­τι ἀ­πό τόν φό­βο του δέν μπο­ροῦ­σε οὔ­τε στό κελ­λί νά μπῆ, ση­κώ­θη­κε ἀ­πό τά σκα­μνί, πού κα­θό­ταν καί, ἀ­­φοῦ στά­θη­κε στό προ­σκυ­νη­τά­ρι, πού εἶ­χε στό κελ­λί του, πα­ρε­κά­λε­σε τόν Θε­ό καί τήν Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κο, πού βλα­σφη­μοῦταν ἀ­πό τόν δαί­μο­να, νά βο­η­θή­σουν τόν ἀ­δελ­φό. Ἔ­πει­τα πι­ά­νον­τας τό δε­ξί χέ­ρι τοῦ Ἀν­τω­νί­ου, τό ἔ­βα­λε ἐ­πά­νω στόν τρά­χη­λό του καί τοῦ εἶ­πε· «Ἡ ἁ­μαρ­τί­α σου αὐ­τή, παι­δί μου, ἄς εἶ­ναι ἐ­πά­νω σ’ ἐ­μέ­να καί στόν δι­κό μου τα­πεινό τρά­χη­λο· καί ἄν σέ πο­λε­μή­ση πά­λι ὁ ἐ­χθρός, νά τοῦ πῆς· “Μέ τίς εὐ­χές τοῦ τα­πει­νοῦ καί ἁ­μαρ­τω­λοῦ Λε­όν­τι­ου, σέ ἔ­χω, ἐ­χθρέ τῆς ἀ­λή­θει­ας, σάν ἕ­να σκυ­λί βρώ­μι­κο καί ἀ­κά­θαρ­το». Καί ὅ­πως δι­δά­χθη­κε αὐ­τά ὁ Ἀν­τώ­νι­ος καί ἐ­ξω­πλί­σθη­κε ἔ­τσι, βά­νον­τας με­τά­νοι­α καί βγαί­νον­τας ἀ­πό τό κελ­λί τοῦ Ὁ­σί­ου, ἀ­μέ­σως ἔ­παυ­σε ὁ πό­λε­μος καί οἱ λο­γι­σμοί τῆς βλα­σφη­μί­ας χά­θη­καν ἐν­τε­λῶς, σάν νά μήν ὑ­πῆρ­ξαν κα­θό­λου ἀ­πό τήν ἀρ­χή. Μό­νο τήν νύ­κτα ἐ­κεί­νη ἄ­κου­σε κά­ποι­ε­ς φω­νές, χω­ρίς νά βλέ­πη κα­νέ­ναν, πού ἔ­βρι­ζαν τόν Ὅ­σι­ο καί τόν ἀ­πει­λοῦ­σαν καί τοῦ ἔ­λε­γαν ἀ­κό­μη καί τά ἑ­ξῆς· «Γιά κα­λό­ σου, γιά κα­λό σου εἶ­ναι πού πῆ­γες  στόν Λε­όν­τι­ο καί ἔλ­πι­σες σ’ αὐ­τόν. Δι­ό­τι, ἄν δέν ἔ­κα­μνες ἔ­τσι, θά μά­θαι­νες ἀ­πό ἐ­κεῖ­να πού θά πά­θαι­νες».

Τόν και­ρό ἐ­κεῖ­νο πέ­θα­νε ὁ ἀρ­χι­ε­ρέ­ας τῶν Ρώσ­σων καί ὁ βα­σι­λιάς ψή­φι­σε τόν Ὅ­σι­ο ἀρ­χι­ε­ρέ­α τῶν Ρώσ­σων, στήν θέ­σι ἐ­κεί­νου, πού πέ­θα­νε καί τοῦ τό μή­νυ­σε μέ τόν Δρουγ­γά­ρι· ἀλ­λά δέν θέ­λη­σε ὁ Ἅ­γι­ος νά γί­νη ποι­μέ­νας τῶν Ρώσ­σων. Ἔ­πει­τα ἔ­μει­νε χη­ρεύ­ου­σα ἀ­πό ἀρ­χι­ε­ρέ­α καί ἡ νῆ­σος τῆς Κύ­πρου καί πά­λι ὁ βα­σι­λιάς δο­κί­μα­σε μέ τό μέ­σο τοῦ Ἀ­ρουγ­γα­ρί­ου, ἄν θέ­λη ὁ Ὅ­σι­ος νά τόν κά­νη ἀρ­χι­ε­ρέ­α τῆς Κύ­πρου, ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νος πά­λι δέν θέ­λη­σε, δι­ό­τι γνώ­ρι­ζε ἐ­κεῖ­νος, τί ἔ­πρε­πε νά κά­νη καί πό­τε ἔ­πρε­πε νά γί­να ἀρ­χι­ε­ρέ­ας, μέ τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Οἱ μα­θη­τές του βέ­βαι­α, τόν βί­α­ζαν νά γί­νη, καί μά­λι­στα ὁ Ἀν­τώ­νι­ος, καί τοῦ ἔ­λε­γαν τά ἑ­ξῆς· «Νο­μί­ζου­με, Πά­τερ, πώς δέν θέ­λεις νά εὐ­ερ­γε­τή­σης οὔ­τε τόν ἑ­αυ­τό σου, οὔ­τε ἐ­μᾶς πού ἐλ­πί­ζου­με σ’ ἐ­σέ­να με­τά τόν Θε­ό, οὔ­τε τό Μο­να­στήρι σου. Δι­ό­τι, πῶς θά σοῦ ὑ­πα­κού­ση ὁ βα­σι­λιάς νά τε­λει­ώ­ση τήν αἴ­τη­σί σου γιά τό Μο­να­στή­ρι, τόν και­ρό, πού ἐ­σύ πα­ρή­κου­σες τήν αἴ­τη­σί του δύ­ο φο­ρές; δι­ό­τι ἄν δε­χό­σουν νά γί­νης τῆς Κύ­πρου ἀρ­χι­ε­ρέ­ας, βέ­βαι­α καί μεῖς θά σέ εἴ­χα­με βο­η­θό στήν ζω­ή μας καί τό Μο­να­στή­ρι μας θά με­γά­λω­νε καί θά δο­ξα­ζό­ταν». Ὁ Ὅ­σι­ος, ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τά, εἶ­πε στόν Ἀν­τώ­νι­ο· «Για­τί μέ βά­ζεις, τέ­κνο, νά σοῦ φα­νε­ρώ­σω ἐ­κεῖ­να, πού μό­νο ὁ Θε­ός σκέ­χθη­κε γιά ἐ­μέ­να τόν τα­πει­νό; τά ὁ­ποῖ­α οὔ­τε ὁ βα­σι­λιάς ξέ­ρει, οὔ­τε ἐ­σύ μπο­ρεῖς νά μά­θης;». Καί ὁ Ἀν­τώ­νι­ος τοῦ εἶ­πε· «Ποιό εἶ­ναι αὐ­τό, τί­μι­ε Πά­τερ;». Καί ὁ Ὅ­σι­ος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ὁ ἐ­που­ρά­νι­ος βα­σι­λιάς μέ ἔ­χει γιά Πα­τρι­άρ­χη καί πῶς ὁ ἐ­πί­γει­ος βα­σι­λιάς δύ­να­ται νά μέ κά­νη Ἐ­πί­σκο­πο;». Καί ὁ Ἀν­τώ­νι­ος τόν ρώ­τη­σε· «Καί σέ ποιόν θρό­νο, Πά­τερ Ἅ­γι­ε, θά σέ κά­νη Πα­τρι­άρ­χη ὁ Θε­ός;». Καί ὁ Ὅ­σι­ος τοῦ εἶ­πε· «Τό ὅ­τι θά γί­νω Πα­τρι­άρ­χης, τό πλη­ρο­φο­ρή­θη­κα ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό τόν Κύ­ρι­ο· σέ ποιόν θρό­νο ὅ­μως θά πα­τρι­αρ­χεύ­σω, δέν μοῦ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε».

Λοι­πόν σύμ­φω­να μέ τήν πρόρ­ρη­σι αὐ­τή, στόν ὡ­ρι­σμέ­νο και­ρό ἀ­πό τόν Θε­ό, ἔ­γι­νε Πα­τρι­άρ­χης Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων ὁ θεῖ­ος Λ­ε­όν­τι­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος, κι­νού­με­νος ἀ­πό τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα, πού τόν ὡ­δη­γοῦ­σε, ὥ­ρι­σε ὡς οἰ­κο­νό­μο τῆς Μο­νῆς τῆς Πά­τμου τόν Ἀν­τώ­νι­ο καί τοῦ προ­εῖ­πε, ὅ­τι θά γί­νη καί ἡ­γού­με­νος, ὕ­στε­ρα ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον πού ὥ­ρι­σε ὡς ἡ­γού­με­νο ὁ Ἅ­γι­ος, πρᾶγ­μα πού καί ἔ­γι­νε. Διότι ὁ μέ­γας αὐ­τός ὅταν ἔ­γι­νε Πα­τρι­άρ­χης Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων, μπαί­νον­τας σέ ἕ­να κα­ρά­βι πή­γαι­νε στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα καί περ­νών­τας ἀ­πό τήν Πά­τμο, ἀ­νέ­βη­κε στό Μο­να­στή­ρι καί σφρα­γί­ζον­τας μέ τό τί­μι­ο χέ­ρι του τόν ἡ­γού­με­νο, πού ὥρι­σε, με­τά δύ­ο ἡ­μέ­ρες ἀ­νε­χώ­ρη­σε· καί τό­τε θυ­μή­θη­καν οἱ ἀ­δελ­φοί τήν πρόρ­ρη­σι τοῦ Ὁ­σί­ου, πού εἶ­πε, ὅ­ταν τόν βί­α­ζαν νά πά­η στήν βα­σι­λεύ­ου­σα, ὅ­τι δηλαδή πε­ρα­στι­κός θά δῶ τήν Πά­τμο….

Ὅ­ταν ἦλ­θε ἡ ἄ­νοι­ξις πῆ­γε ὁ Ὅ­σι­ος στήν Κύ­προ, στό Μο­να­στή­ρι τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, πού ἦ­ταν ὠ­ρι­σμέ­νο νά κο­νεύ­η ὁ κα­τά και­ρόν Πα­τρι­άρ­χης τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων γιά μι­κρή ἀνάπαυσι καί βρί­σκον­τάς το ἔ­ρη­μο κα­τα­κρα­τού­με­νο ἀ­πό δύ­ο Μο­να­χούς ἀ­μό­να­χους, πού συγ­κα­τοι­κοῦ­σαν μέ γυ­ναῖ­κες καί ἄλ­λο τί­πο­τε δέν φρόν­τι­ζαν, πα­ρά νά συμ­φθεί­ρων­ται μέ αὐ­τές, λυ­πή­θη­κε πο­λύ καί τούς συμ­βού­λευ­ε νά ἀ­πέ­χουν ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α καί νά με­τα­νο­ή­σουν, γιά νά μήν τούς ἔλ­θη ξαφ­νι­κά ὁ θά­να­τος καί κο­λα­σθοῦν, ἀλλ' ἐ­κεῖ­νοι ἐ­πέ­με­ναν στήν κα­κί­α τους, προ­φα­σι­ζό­με­νοι, ὅ­τι ἡ συ­νή­θει­ά τους νί­κη­σε καί νό­μο καί κα­νό­νες. Καί ὁ Ἅ­γι­ος ἀ­να­στε­νά­ζον­τας ἐκ βά­θους καρ­δί­ας εἶ­πε· «Ἐ­γώ, τέ­κνα μου, ἔ­κα­να τά χρέ­ος μου καί σᾶς συμ­βού­λευ­σα τό κα­λό σας· ἀλλ' ἐ­πει­δή καί ἐ­σεῖς κα­τα­φρο­νεῖ­τε καί ἐ­μέ­να καί τά λό­για μου, ὁ Θε­ός πλέ­ον θά σᾶς κρί­νη». καί ὤ τῆς δυ­στυ­χί­ας τους!, με­τά μί­α ἡ­μέ­ρα τούς πρό­φθάασε ἡ θεί­α δί­κη καί πέ­θα­ναν ξαφ­νι­κά καί οἱ δύ­ο, χω­ρίς νά ἀ­σθε­νή­σουν κα­θό­λου. Δι­ό­τι ἔ­τσι ξέ­ρει ἡ θεί­α δί­κη νά παι­δεύ­η ἐ­κεί­νους, πού ἁ­μαρ­τά­νουν καί δέν με­τα­νο­οῦν. ….

 Τόν Ἡ­γού­με­νο τῆς Πά­τμου Ἀν­τώ­νι­ο τόν ἐ­λευ­θέ­ρω­σε ὁ Ἅ­γι­ος καί ἀ­πό ἕ­να πά­θος πού τοῦ συ­νέ­βη στήν γλῶσ­σα, δι­ό­τι φύ­τρω­σε σ’ αὐ­τήν ἕ­να κομ­μά­τι κρέ­ας σάν ρε­βύ­θι, ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο ἐμ­πο­δι­ζό­με­νος δέν μπο­ροῦ­σε οὔ­τε νά μι­λή­ση κα­θα­ρά, οὔ­τε νά φά­η εὔ­κο­λα. Καί ρω­τῶν­τας γι’ αὐ­τό τούς ἰ­α­τρούς, ἄ­κου­σε ἀ­πό αὐ­τούς, ὅ­τι ἄν δέν κο­πῆ τό κρέ­ας ἐ­κεῖ­νο, δέν μπο­ρεῖ νά θε­ρα­πευ­θῆ. Ἀ­κού­γον­τας λοι­πόν αὐ­τά ὁ ΙΙατριάρχης, εἶ­πε στόν Ἀν­τώ­νι­ο· «Ἔ­λα νά μοῦ κα­νο­ναρ­χή­σης, γιά νά ψάλ­λω στόν Θε­ό μου, καί τό­τε νά ἰ­δῶ τό πά­θος σου». Καί παίρ­νο­ντας ὁ Ἀν­τώ­νι­ος τό βι­βλί­ο, κα­νο­νάρ­χι­σε μέ πό­νο τῆς γλώσ­σας του καί μέ τραυ­λό­τη­τα τῆς φω­νῆς του καί ἔ­ψαλ­λε ὁ Ὅ­σι­ος. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ἡ ἀ­κο­λου­θί­α, εἶ­πε ὁ Ἅ­γι­ος πρός αὐ­τόν χα­μο­γε­λῶν­τας καί μέ χα­ρού­με­νο πρό­σω­πο· «Δεῖ­ξε μου τώ­ρα τά πά­θος τῆς γλώσ­σας σου». Καί ἀ­νοί­γον­τας ὁ Ἀν­τώ­νι­ος τό στό­μα του καί βι­α­ζό­με­νος νά δεί­ξη τό πά­θος του, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! οὔ­τε ἴ­χνος βρέ­θη­κε τοῦ πά­θους ἐ­κεί­νου, ἀλ­λά χά­θη­κε μέ τήν ψαλ­μῳ­δί­α τοῦ Ἁ­γί­ου σάν μέ κό­ψι­μο καί χει­ρουρ­γί­α….

Τό ὅ­τι ὁ μέ­γας Λε­όν­τι­ος ἔ­λα­βε ἐ­ξου­σί­α ἀ­πό τόν Θε­ό νά ἐ­πι­τι­μᾶ καί τούς Ἀγ­γέ­λους, θά τό δεί­ξη τό ἑ­ξῆς, πού θά λε­χθῆ, δι­ό­τι ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος δέν δι­α­ψεύ­σθη­κε πού  ἔ­γρα­ψε πρός τούς Κο­ριν­θί­ους· «Οὐκ οἴ­δα­τε ὅ­τι καί Ἀγ­γέ­λους κρι­νοῦ­μεν;»:

Ὁ Πα­τρι­άρ­χης Ἀν­τι­ο­χεί­ας Κύ­ριλ­λος ἔ­πε­σε σέ ἔ­σχα­τη ἀ­σθέ­νει­α, ἔ­γι­νε κα­τά­κοι­τος, σέ ση­μεῖ­ο πού δέν τοῦ ἔ­μει­νε οὔ­τε ἴ­χνος ζω­ῆς καί συγ­κεν­ρώ­θη­καν κον­τά του πολ­λοί ἀρ­χι­ε­ρεῖς καί ἄρ­χον­τες, γιά νά τόν ἐ­πι­σκε­φθοῦν καί νά τόν ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σουν. Πῆ­γε καί ὁ τό­τε Πα­τρι­άρ­χης Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Θε­ο­δό­σι­ος, ἄν­θρω­πος γε­μᾶτος ἀ­πό ἀ­ρε­τές καί ἀ­να­πνέ­ον­τας τό ἀ­γα­θό πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τόν ἀ­έ­ρα. Πῆ­γε καί ὁ μέ­γας Λε­όν­τι­ος καί στε­κό­με­νοι τρι­γύ­ρω στό κρεβ­βά­τι του, δέν μπο­ροῦ­σαν νά τόν βο­η­θή­σουν στήν ἀ­σθέ­νει­α, οὔ­τε νά μι­λή­σουν κα­θό­λου μα­ζί του, δι­ό­τι ἦ­ταν ἀ­ναί­σθη­τος, «πνέ­ων τά λοί­σθι­α». Τί σκέ­φθη­καν λοι­πόν νά κά­νουν γιά νά τόν βοη­θή­σουν οἱ δύ­ο Πα­τρι­άρ­χες; τί ἄλ­λο; πα­ρά νά κά­νουν πι­ό γρή­γο­ρο τόν θά­να­τό του καί νά μή τόν ἀ­φή­σουν νά ὑ­πο­φέ­ρη ἀ­πό τήν ἀρ­γο­πο­ρί­α τοῦ χω­ρι­σμοῦ τῆς ψυ­χῆς του ἀ­πό τό σῶ­μα του. Ὁ­πό­τε πα­ρα­κι­νοῦ­σαν ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λον νά ἐ­πι­τι­μή­ση τόν Ἄγγε­λο νά πά­ρη τήν ψυ­χή του τά γρη­γο­ρό­τε­ρο. Ὁ μέν θεῖ­ος Λε­όν­τι­ος ἔ­λε­γε στόν Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος πρέ­πει νά κά­νη τήν ἐ­πι­τί­μη­σι, ἐ­φό­σον εἶ­ναι, σύμ­φω­να μέ τούς κα­νό­νες, με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­πό τόν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων. Ὁ Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως πά­λι ἔ­λε­γε, ὅ­τι ἡ με­γα­λει­ό­τη­τα ξέ­ρει νά πα­ρα­χω­ρῆ τά πρω­τεῖ­α στήν ἀ­ρε­τή, γιά τό μέ­γα ἀ­ξί­ω­μα τῆς ἀ­ρε­τῆς. Τέ­λος πάν­των, γιά νά μήν περ­νᾶ ὁ και­ρός καί πά­σχη ὁ ψυ­χο­μα­χῶν, ὑ­πα­κού­ει ὁ μέ­γας Λε­όν­τι­ος, καί ση­κώ­νον­τας στόν ἀ­έ­ρα τό τί­μι­ο χέ­ρι του καί κά­νον­τας σ’ αὐ­τόν τά ση­μεῖ­ο τοῦ ζω­ο­ποι­οῦ Σταυ­ροῦ, εἶ­πε πρός τόν Ἄγ­γε­λο· «Μέ τό φο­βε­ρό ὄ­νο­μα τῆς ὁ­μο­ου­σί­ου καί ζω­αρ­χι­κῆς Τρι­ά­δος, σέ ἐ­πι­τι­μῶ, Ἄγ­γε­λε τοῦ Κυ­ρί­ου καί ὁ­μό­δου­λε μέ μᾶς τούς τα­πει­νούς, μήν ἀ­να­βά­λης πλέ­ον τόν και­ρό γιά νά χω­ρί­σης τήν ψυ­χή τοῦ ἀ­δελ­φοῦ μας ἀ­πό τό σῶ­μα του, μήν ἀ­νέ­βης νά πα­ρου­σια­σθῆς στόν Δε­σπό­τη Θε­ό, μή κά­νης κα­νέ­να ἄλ­λο πρό­σταγ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, μέ­χρι νά τε­λει­ώ­σης αὐ­τό». Καί ὁ θεῖ­ος Ἄγ­γε­λος ὑ­πα­κού­ον­τας καί εὐ­λα­βού­με­νος τήν ἐ­πι­τί­μη­σι αὐ­τήν, σάν πού ἔ­γι­νε ἀ­πό με­γά­λον ἄν­δρα καί κα­τά τήν ἀ­ξί­α καί κα­τά τήν ἀ­ρε­τή, ἀ­μέ­σως χώ­ρι­σε ἀ­πό τό σῶ­μα τήν ψυ­χή τοῦ Ἀν­τι­ο­χεί­ας καί τήν πῆ­γε στόν τό­πο ὅ­που ὡ­ρί­σθη­κε....

Καί ἄλ­λα πολ­λά θαυ­μά­σι­α ἔ­κα­νε ὁ μέ­γας Λε­όν­τι­ος, τά ὁ­ποῖ­α πα­ρα­λεί­που­με, γιά νά μή φα­νοῦ­με ἐ­νο­χλη­τι­κοί σέ ὅ­σους ἀ­κοῦ­νε καί ἐρ­χό­μα­στε στό τέ­λος τοῦ Ὁ­σί­ου, γιά νά δώ­σου­με τέ­λος καί στόν λό­γο μας.

Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σαν τά δε­κα­τρι­ά­μι­ση χρό­νι­α, πού χά­ρι­σε ὁ Θε­ός στόν Ἅ­γι­ο, ἀ­σθέ­νη­σε καί ἦ­ταν στό κρεβ­βά­τι, καί ξέ­ρον­τας, ὅ­τι ἦλ­θε ὁ και­ρός νά πε­θά­νη, ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σε ὅ­λους γρή­γο­ρα, σάν νά φρόν­τι­ζε νά πά­η τό γρη­γο­ρώ­τε­ρο πρός τόν Κύ­ρι­ο, τόν ὁ­ποῖ­ον πό­θη­σε. Ἐ­κεῖ­νοι ὅ­μως, πού τόν πε­ρι­κύ­κλω­σαν, θρη­νοῦ­σαν γιά τόν χω­ρι­σμό του, δι­ό­τι δέν ἐ­πρό­κει­το νά τόν δοῦν ἄλ­λη φο­ρά. Λοι­πόν στίς δε­κα­τέσ­σε­ρις τοῦ Μαΐ­ου Μη­νός, πα­ρέ­δω­σε τήν μα­κά­ρι­α ψυ­χή του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ, χω­ρίς νά πα­ραγ­γεί­λη τί­πο­τε γιά τό σῶ­μα του. Δι­ό­τι καί στό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του φύ­λα­γε τήν ἀ­κρί­βει­α τῆς πο­λι­τεί­ας του. Ἐ­κεῖ­νοι ὅ­μως πού ἦ­ταν μα­ζί του, ἔ­βα­λαν σέ μί­α ξύ­λι­νη θή­κη τό ἱ­ε­ρό του λεί­ψα­νο καί τό ἀ­πό­θε­σαν στόν Να­ό τοῦ Ἀρ­χαγ­γέ­λου Μι­χα­ήλ, ἕ­ως ὅ­του τό ἀ­να­φέ­ρουν στόν Βα­σι­λιά.

Ὅ­ταν λοι­πόν ἐ­ψάλ­λον­το σ’ αὐ­τόν τά ἐ­πι­τά­φι­α ᾄ­σμα­τα ἀ­πό ὅ­λο σχε­δόν τό τάγ­μα τῶν ἱ­ε­ρω­μέ­νων τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ἔ­βα­λαν οἱ μα­θη­τές του, καί μά­λι­στα ὁ Εὐ­λό­γι­ος, ἕ­ναν ζω­γρά­φο κα­τάλ­λη­λο νά ἱ­στο­ρή­ση σέ σα­νί­δα τόν σω­μα­τι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου. Ὁ ζω­γρά­φος στε­κό­με­νος ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι, πού ἦ­ταν τό ἱ­ε­ρό του λεί­ψα­νο, ἄρ­χι­σε νά κοι­τά­ζη μέ πε­ρι­έρ­γει­α τό θεῖ­ο του πρό­σω­πο, γιά νά τό ἱ­στο­ρή­ση· καί πη­γαί­νον­τας δε­ξι­ά καί ἀ­ρι­στε­ρά καί κον­τά καί μα­κρι­ά γιά νά δῆ κα­λά τόν χα­ρα­κτῆ­ρα του, μά­ται­α κο­πί­α­ζε καί δέν μπο­ροῦ­σε νά τό ἱ­στο­ρή­ση, δι­ό­τι δέν ἤ­θε­λεν ὁ Ἅ­γι­ος νά ἱ­στο­ρη­θῆ οὔ­τε με­τά τόν θά­να­το­ ἡ εἰ­κό­να του. Γι’ αὐ­τό καί τό θεῖ­ο του πρό­σω­πο δέν φαι­νό­ταν στόν ζω­γρά­φο μιᾶς μορ­φῆς· ἀλλ' ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, πό­τε μέν ἄλ­λο, πο­τέ δέ ἄλ­λο καί δι­α­φο­ρε­τι­κό φαι­νό­ταν, καί πο­τέ τό ἴ­διο, δι­ό­τι φύ­λα­γε τήν ἴ­δια ἀ­κρί­βει­α τῆς τα­πει­νώ­σε­ως ὁ Ὅ­σι­ος καί με­τά τόν θά­να­το, γιά νά μᾶς δι­δά­ξη τί καί πώς πρέ­πει νά ἀ­γω­νι­ζώ­μα­στε, γιά νά γλυ­τώ­σου­με ἀ­πό τίς πα­γί­δες τοῦ φθο­νε­ροῦ  δια­βό­λου.

Ἐ­κεῖ­να ὅ­μως πού ἔ­γι­ναν με­τά τήν τα­φή τοῦ Ὁ­σί­ου, εἶ­ναι ὄν­τως θαύ­μα­τα θαυ­μά­των.

Κά­τω ἀ­πό τήν θή­κη, πού ἦ­ταν τό λεί­ψα­νο τοῦ Ὁ­σί­ου, ἔ­βα­λαν πολ­λά τριμ­μέ­να κε­ρα­μί­δια ἐ­κεῖ­νοι, πού τό ἐν­τα­φί­α­σαν, ὥ­στε ἄν τύ­χη νά βγῆ ἀ­πό τήν θή­κη κά­ποια ὕ­λη μέ δυ­σο­σμί­α, νά τήν πε­ρι­λά­βουν τά κε­ρα­μί­δια. Καί ἀ­φοῦ πέ­ρα­σαν τέσ­σε­ρις ἡ­μέ­ρες, πῆ­γαν κον­τά στήν θή­κη καί ὠ­σφράν­θη­καν μί­α εὐ­ω­δί­α ἄρ­ρη­τη, πού ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τό Ἅ­γι­ο λεί­ψα­νο. Καί τό θαυ­μα­στό­τε­ρο καί φρι­κω­δέ­στα­το ἦ­ταν, πού εἶ­δαν ὅ­τι ἔ­τρε­ξε ἀ­πό τό Ἅ­γι­ο λεί­ψα­νο αἷ­μα φρέ­σκο, σάν νά ἦ­ταν ἀ­πό σάρ­κα τώ­ρα κομ­μέ­νη μέ μά­χαι­ρα, τό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν ἐ­πά­νω στίς μαρ­μά­ρι­νες πλά­κες, πού ἦ­ταν στρωμ­μέ­νες κά­τω στό ἔ­δα­φος καί φαι­νό­ταν λαμ­πρό καί ἑ­ξα­στρά­πτον ἐ­πά­νω στήν λευ­κό­τη­τα τῶν μαρ­μά­ρων σέ τέσ­σε­ρα μέ­ρη. Καί τό θαυ­μα­σι­ώ­τε­ρο ἦ­ταν, πού ἡ ξύ­λι­νη θή­κη τοῦ Ἁ­γί­ου Λει­ψά­νου ἦ­ταν βαλ­μέ­νη μέ­σα σέ ἄλ­λη θή­κη ξύ­λι­νη καί τό αἷ­μα πλημ­μύ­ρι­σε τό­σο πο­λύ, ὥ­στε πέ­ρα­σε καί τίς δύ­ο θῆ­κες καί ἔ­τρε­ξε στό ἔ­δα­φος· καί μέ αὐ­τό τό θαυ­μά­σι­ο συμ­πε­ραί­νε­ται, ὅ­τι ὁ Ἅ­γι­ος ἦ­ταν σάν ζων­τα­νός στούς νε­κρούς, συ­να­ριθ­μη­μέ­νος μέ τούς Μάρ­τυ­ρες γιά τό θε­λη­μα­τι­κό Μαρ­τύ­ρι­ο, πού ὑ­πέ­μει­νε, ὅ­ταν ἐ­δέρ­νε­το μέ τό λου­ρί­ ἐ­κεῖ­νο, πού ἦ­ταν γε­μᾶ­το καρ­φιά.

Ὁ Βα­σι­λιάς Ἀν­δρό­νι­κος, ἀ­κού­γον­τας τά ἐ­ξαί­σι­α θαύ­μα­τα τοῦ Ἁγί­ου, κα­τα­σκεύ­α­σε λάρ­να­κα με­γα­λο­πρε­πῆ καί σ’ αὐ­τήν κα­τέ­θε­σε ἔν­τι­μα τό πάν­σε­πτό του Λεί­ψα­νο καί ἔ­τσι προ­σε­τέ­θη ὁ δί­και­ος στούς δι­καί­ους, ὁ Ὅ­σι­ος στούς Ὅ­σι­ους, ὁ θε­λη­μα­τι­κός Μάρ­τυ­ρας στούς Μάρ­τυ­ρες καί στούς ἀρ­χι­ε­ρεῖς ὁ μέ­γας ἀρ­χι­ε­ρέ­ας καί τώ­ρα βρί­σκε­ται ὅ­που εἶ­ναι ὁ Θε­ός καί ἀ­πο­λαμ­βά­νει ἄ­ξι­ες τίς ἀ­μοι­βές τῶν πό­νων του, γιά δό­ξα Πα­τρός, Υἱ­οῦ καί Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος τῆς μιᾶς θε­ό­τη­τος καί Βα­σι­λεί­ας, στήν ὁ­ποί­α πρέ­πει πα­σάκάθε δό­ξα τι­μή καί προ­σκύ­νη­σις, νῦν καί ἀ­εί καί στούς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

 (Ὁ παρών Βίος τοῦ Ἁγίου ἀποτελεῖ σύμπτηξι τοῦ ὑπάρχοντος Βίου στό «Νέ­ον Ἐ­κλό­γι­ον», σελ. 253-270)



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης