Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Λεοντίου Πατριάρχου
Ἱεροσολύμων, τοῦ ἐν ἔτει 1175 ἐν εἰρήνῃ τελειωθέντος.
+ Λεόντιον τί ὦ Λεόντιε πνέων,
Σατᾶν καθεῖλες οἷα μικράν ἐμπίδα.
Αὐτός ὁ Ὅσιος καί θεοφόρος Πατέρας μας Λεόντιος, εἶχε πατρίδα αὐτήν, πού ἁπλᾶ λέγεται Στρούμνιτζα (πού πρῶτα ὠνομαζόταν Τιβεριούπολις)· ἀφοῦ γεννήθηκε ἀπό γονεῖς πλουσίους καί εὐσεβεῖς καί ἀναγεννήθηκε μέ τό θεῖο Βάπτισμα ὠνομάσθηκε Λέων καί ὅταν ἔφθασε σέ παιδική ἡλικία, παραδόθηκε σέ σχολεῖο καί ἔμαθε τά ἱερά γράμματα καί, διαβάζοντας τούς βίους τῶν Ἁγίων πόθησε νά ἀρνηθῆ τόν Κόσμο καί νά γίνη Μοναχός γιά νά ὑπηρετήση τόν Κύριο. Ὁπότε, ἀφοῦ πέθανε ὁ πατέρας του, ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί, πηγαίνοντας σέ μία μικρή χώρα, βρῆκε ἕναν ἱερέα εὐλαβῆ, φίλο τοῦ Πατέρα του. Αὐτός, γνωρίζοντάς τον καλά καί ἀγαπῶντας τον γιά τήν ἀρετή του, τόν δέχθηκε στό σπίτι του καί τόν φιλοξένησε. Βλέποντας λοιπόν ὁ Λέων τόν τόπο, πού ἦταν οἱ ἅγιες εἰκόνες στό σπίτι τοῦ ἱερέα, πῆγε ἐκεῖ καί συνωμιλοῦσε μέ αὐτές, σάν νά ἦταν ζωντανές, παρακαλῶντας τις νά κατευοδόσουν τόν δρόμο του καί νά τόν ὁδηγήσουν σέ ὁδό σωτηρίας.
Ἔπειτα ἔπεσε νά κοιμηθῆ, γιά νά ξεκουρασθῆ ἀπό τόν κόπο τῆς ὁδοιπορίας καί, ξυπνῶντας τήν νύκτα, πῆρε ἕνα μικρό εἰκόνισμα, στό ὁποῖο ἦταν ζωγραφισμένος ὁ Κύριος ὡσάν βρέφος καί πῆγε, χωρίς νά τόν δῆ κανένας σέ ἕνα βουνό καί βάζοντας τήν Ἁγία εἰκόνα μπροστά του, γονάτισε καί προσευχόταν λέγοντας· «Κύριε, δίδαξόν με ὁδόν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἦρα τήν ψυχήν μου… σκέπασόν με ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύγων σου… καί μή εἰς τέλος ἐγκαταλίπῃς με». Αὐτά καί ἄλλα παρόμοια προσευχόμενος καί συνομιλῶντας μέ τήν Ἁγία εἰκόνα, σάν νά ἦταν ζωντανή ἔλεγε καί παρέμεινε ἐκεῖ ἕως τό βράδυ νηστικός· ἐπειδή ὅμως νύκτωσε καί ἤθελε νά κοιμηθῆ, συγκέντρωσε ἀγκάθια πολλά καί ἐπάνω σ’ αὐτά ἔπεσε γυμνός νά κοιμηθῆ. Καί βρίσκοντας τά ἀγκάθια τό τρυφερό σῶμα του, ἔβαλαν τά κέντρα τους μέσα στίς σάρκες του καί τίς γέμισαν αἵματα καί τοῦ προξένησαν πόνους πολλούς. Καί ἔτσι βασανιζόμενος ὁ Λέων νηστικός καί κοιμώμενος γυμνός ἐπάνω στά ἀγκάθια καί χύνοντας θερμά δάκρυα, πέρασε τρεῖς ἡμέρες. Ἔπειτα κατέβηκε ἀπό τό ὄρος καί πῆγε στό σπίτι τοῦ ἱερέα. Καί ἀφοῦ φιλοξενήθηκε ἀπό αὐτόν, τόν ἀποχαιρέτισε καί ξεκίνησε νά πάη στήν Κωνσταντινούπολι, χωρίς νά ἔχη μαζί του οὔτε ὀβολό, οὔτε ψωμί.
Πηγαίνοντας λοιπόν κοντά στήν Κωνσταντινούπολι, μπῆκε σέ ἕνα Μοναστῆήρι τῆς Θεοτόκου, Πτελήδιο λεγόμενο, καί ἐκεῖ ἔγινε Μοναχός, καί ἔτσι ὄντας Μοναχός καί κατά τόν ἔξω καί κατά τόν ἔσω ἄνθρωπο, πῆγε στήν Κωνσταντινούπολι, ἀγνώριστος καί ξένος καί τῆς πόλεως καί τῶν πολιτῶν καί δέν θέλησε οὔτε νά χαιρετίση κανέναν, οὔτε νά γνωρισθῆ μέ κανένα ἄνθρωπο οὔτε μικρό οὔτε μεγάλο, ἀλλά ἄρχισε ἀμέσως νά ἀγωνίζεται ἐνάντια στίς ἀρχές καί ἐξουσίες τοῦ σκότους καί, ὑποκρινόμενος, ὅτι ἦταν σαλός, φαινόταν στούς Κωνσταντινουπολίτες, πώς πῆγε σ’ αὐτούς ἕνα τέρας παράδοξο καί ἄλλοι τόν ράπιζαν, ἄλλοι τόν γρονθοκοποῦσαν, ἄλλοι τόν περιέπαιζαν.
Θέλοντας ὅμως νά δοκιμάση, ἄν εἶχε κάποιο κέρδος καί ὠφέλεια ἀπό τήν ὑπόκρισι αὐτή καί ἀπό τήν ἀτιμία, πού δεχόταν, ἔβαλε κάρβουνα ἀναμμένα στά χέρια του καί θυμίαμα καί ἔτρεχε μέσα στίς ἀγορές, θυμιάζοντας ὅσους συναντοῦσε στούς δρόμους καί ἰδιαίτερα τίς Ἅγιες εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Θεοτόκου, πού ἦταν ζωγραφισμένες στά τρίστρατα· καί, ὤ τοῦ θαύματος!, τά ἀναμμένα ἐκεῖνα κάρβουνα δέν ἔκαιγαν καθόλου τά χέρια του· θέλοντας ὅμως νά δοκιμάση, μήπως καί αὐτό ἦταν τέχνη τοῦ διαβόλου, γιά νά πλανῶνται ἐκεῖνοι πού τόν ἔβλεπαν, τό ἔκανε καί ὅταν ἦταν μόνος του, καί βλέποντας, ὅτι οὔτε τότε καίγονταν τά χέρια του ἀπό τά κάρβουνα, ἔκανε ἄλλη δοκιμή, καί μαζεύοντας τήν ποδιά τοῦ ράσου του, ἔβαλε μέσα σ’ αὐτήν πολλά ἀναμμένα κάρβουνα μέ τά ἴδια του χέρια, καί οὔτε τό ράσο του καιγόταν, οὔτε τά χεριά του· ἀλλά τά κάρβουνα ἦταν ἀναμμένα καί ἔκαιγαν τό θυμίαμα καί ἔβγαζαν ἀπό αὐτό καπνό εὐώδη, ὅμως οὔτε τά χέρια του, οὔτε τό ράσο του ἔκαψαν καθόλου. Αὐτό τό θαῦμα βλέποντας, θαύμαζε καί ἐρχόταν σέ λογισμούς, ὅτι τάχα ἔφθασε κοντά σέ μέτρα μεγάλα ἁγιωσύνης· ἀλλά ἀμέσως ἔδιωχνε τούς λογισμούς αὐτούς, ὀνομάζοντας τόν ἑαυτό του γῆ καί σποδό καί τράβαγε τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς του, χύνοντας πολλά δάκρυα καί ἔβαζε χῶμα στήν κεφαλή του ἐπικαλούμενος τήν θεία βοήθεια καί ἔτσι ἔδιωχνε κάθε ὑπερήφανο λογισμό.
Μετά ἀπό αὐτά ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολι ὁ πολύς στήν ἀρετή ἀρχιερέας τῆς Τιβεριάδας καί ἀμέσως προσκολλήθηκε σ’ αὐτόν ὁ θεῖος Λεόντιος καί ἦταν σ’ αὐτόν ὑποτασσόμενος σέ ὅλα. Ἔτσι ἀναπαυόμενος σ’ αὐτόν ὁ πνευματικός του Πατέρας χαιρόταν καί τόν μακάριζε γιά τήν φρονιμάδα του καί τήν ὑπακοή του βλέποντάς τον, πού σήκωνε ὁλόψυχα στούς ὤμους του τόν ζυγό τοῦ Χριστοῦ σέ τέτοια νεότητα.
Ποιός λόγος μπορεῖ νά παρουσιάση ἤ τήν μεγάλη πίστι, πού εἶχε ὁ νέος στόν Θεό ἤ τήν θαυματουργία, πού ἔκανε ὁ Θεός σ’ αὐτόν;
Θέλοντας δέ ὁ διδάσκαλος νά πάη στήν ἐπαρχία του, πῆρε μαζί του καί τόν μαθητή του Λεόντιο καί ἀπό φουρτοῦνα πού τούς συνέβη στήν θάλασσα, ἔφθασαν στήν νῆσο Πάτμο καί ἀναβαίνοντας στό Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ἀναπαύθηκαν μερικές ἡμέρες· ἔπειτα μπῆκαν πάλι στό καράβι καί πῆγαν στήν Κύπρο, γιά νά μείνουν ἐκεῖ, ἕως νά περάση ὁ χειμῶνας, πού ἦταν τότε, καί ὅταν ἔλθη ἡ ἄνοιξις νά πᾶνε στά Ἱεροσόλυμα καί στήν Τιβεριάδα, στήν ἐπαρχία τοῦ γέροντά του. Ἀλλ' ὁ Θεός, πού προγνώριζε τά κατορθώματα, πού θά ἔκαμνε ὁ θεῖος Λεόντιος στήν Πάτμο, δέν τόν ἄφησε νά πάη πιό πέρα ἀπό τήν Κύπρο. Ὁπότε γνωρίζοντας ὁ Νέος πώς δέν τοῦ συνέφερε νά διατρίβη στήν Κύπρο, ζητοῦσε νά γυρίση πίσω στήν Πάτμο καί νά μείνη στό Μοναστῆρι τοῦ Θεολόγου, ἐπειδή τοῦ ἄρεσε πολύ ὁ τόπος καί ὁ τρόπος ζωῆς τῶν Πατέρων. πού ἦταν ἐκεῖ· καί ἐπειδή συνέβη κάποια εὔλογη αἰτία, ζήτησε ἀπό τόν ἀρχιερέα ἄδεια νά ἀναχωρήση· καί ὁ Θεός πού κίνησε σ’ αὐτό τόν μαθητή, αὐτός κίνησε καί τήν ψυχή τοῦ διδασκάλου του καί τοῦ ἔδωσε τήν ἄδεια καί ἔτσι γύρισε στήν Πάτμο ὁ Ὅσιος μέ ὅλη του τήν προθυμία, μή ἔχοντας ἄλλο τίποτε, ἐκτός ἀπό τά παλαιόρασα, πού φοροῦσε.
Πηγαίνοντας λοιπόν στό Μοναστήρι ἔγινε δεκτός ἀπό τόν τότε Ἡγούμενο, Θεόκτιστο ὀνόματι, ὁ ὁποῖος ὄντως ἦταν ἄνθρωπος πνευματικός καί θεράποντας τοῦ Θεοῦ καί ἱκανός νά διακρίνη τόν κρυπτό καί ἔσω ἄνθρωπο ἀπό τόν ἔξω καί φαινομενικό. Ὅταν λοιπόν τόν δέχθηκε, τοῦ παρήγγειλε νά μή συνανανστρέφεται μέ τούς ἀδελφούς, οὔτε νά πηγαίνη στήν κοινή σύναξι τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά νά ἡσυχάζη μέσα στό κελλί του καί νά κάμνη τόν κανόνα πού τοῦ ὥρισε, διότι ἦταν ἀκόμη νέος ἀγένειος καί ἦταν ἐνδεχόμενο νά συμβοῦν σκάνδαλα ἀπό τόν πονηρό. Μένοντας λοιπόν ὁ νέος στό κελλί του, δέν ἀμέλησε τήν ἀκρίβεια τῆς μοναχικῆς πολιτείας, ἀλλ' ἡ προσευχή του ἦταν ἀδιάλειπτη, ἡ ἀνάγνωσις τῶν θείων γραφῶν, ἡ ψαλμῳδία καί ὁ ζῆλος στίς ἀρετές καί τά δάκρυα ἔτρεχαν σάν βρύσι ἀπό τά μάτια του. Καί ὅταν οἱ ἄλλοι ἀδελφοί κοιμῶντο καί ὅταν δέν μποροῦσε νά δακρύση εὔκολα, εἶχε κατακευασμένο ἕνα λωρί καί μέ αὐτό ἔδερνε γυμνό το σῶμα του καί ἀπό τούς πολλούς πόνους δάκρυζε καί χωρίς νά θέλη· σ’ ἐκεῖνο μάλιστα τό λουρί εἶχε καί καρφιά περασμένα πολλά, καί ὅταν δέρνονταν μέ αὐτά, ξεσχίζονταν βαθειά οἱ σάρκες του καί ἔτρεχαν ἀπό αὐτές αἵματα καί ἔτσι αἰσθανόταν καί δριμύτατους πόνους, πού τόν ἔκαναν νά χύνη πικρά καί θερμά δάκρυα, καί τοῦ ἔκαμναν θλιβερό τό πλάγιασμα, πού ἔκαμνε ἐπάνω στήν ξερή γῆ καί γι’ αὐτό φαινόταν σ’ ἐκείνους, πού τόν ἔβλεπαν πολύ ξερός καί ἀδύνατος, ἐξ αἰτίας τῶν πληγῶν. Κανένας ὅμως δέν ἤξερε τό αἴτιο.
Γιά νά μένη ὅμως μέσα του ἡ μνήμη τοῦ θανάτου παντοτινή, πολλές φορές, ὅταν ξημέρωνε ἡ ἡμέρα, ἔβγαινε κρυφά ἀπό τό κελλί του καί, πηγαίνοντας στό κοιμητήρι τῶν ἀδελφῶν, ἔβγαζε τά ροῦχα καί μαζί μέ αὐτά ἔδιωχνε καί κάθε δειλία καί παίρνοντας θάρρος ἔμπαινε μέσα σέ κάποιον τάφο, πού εἶχε λείψανα τῶν πεθαμένων καί ἔπεφτε καί αὐτός νεκρός θεληματικά καί ἐκεῖ μέσα περνοῦσε ὅλη τήν ἡμέρα, χωρίς νά τό ξέρη κανείς καί δέν ἔκαμνε ἄλλο, παρά θρήνους καί κλαυθμούς, τόσο πού κατάβρεχε μέ τά δάκρυα τά νεκρά σώματα, πού βρίσκονταν ἐκεῖ. Καί αὐτό τό ἔκαμνε ὄχι μία ἤ δύο ἤ τρεῖς ἤ δέκα φορές, ἀλλά γιά ἀρκετά χρόνια, ὅπως ἀργότερα παρατήρησαν μερικοί ἀδελφοί καί τό ἔμαθαν.
Ἐκτός ἀπό αὐτά ὅμως ὁ Ἡγούμενος ὥρισε τόν Ὅσιο νά ὑπηρετῆ τόν Ἐκκλησιάρχη καί αὐτός μολονότι φρόντιζε τήν Ἐκκλησία καί τόν Ἐκκλησιάρχη, δέν ἔπαυσε ὅμως καί ἀπό τήν κρυπτή ἐργασία τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς καί τῆς μελέτης καί τῆς κατανύξεως καί τῶν δακρύων, ἀλλά καί τῆς ἀγρυπνίας καί ὀρθοστασίας, ὁπότε ἀπό τήν πολλή σκληραγωγία εἶχε τό σῶμα του ἐξασθενημένο καί ἑπομένως ἔπεφτε στά ἀκατηγόρητα πάθη τοῦ σώματος, καί μάλιστα στόν ὕπνο. Ὁπότε βλέποντάς τον ὁ ἡγούμενος πού νύσταζε, ὅταν στεκόταν στό ναό καί ἀκουμποῦσε στόν τοῖχο τήν κεφαλή του, πήγαινε καί τόν ἔπιανε ἀπό τό στῆθος καί κτυπῶντας τήν κεφαλή του στόν τοῖχο, ἔκαμνε θόρυβο καί αὐτόν ξυπνοῦσε καί τούς ἄλλους ἀδελφούς ἔκαμνε περισσότερο προσεκτικούς. Καί αὐτό τοῦ τό ἔκαμνε ὁ ἡγούμενος, ἕως ὅτου ἔμαθε τήν κρυφή ἐργασία του, καί τότε σταμάτησε νά τόν κτυπᾶ. Καί ἀφοῦ ἔμαθε πώς εἶναι ἀγωνιστής, τόν δοκίμαζε καί μέ ἄλλους τρόπους ἄν ὑποχωροῦσε σέ κανένα πρᾶγμα ὁ ἀδαμάντινος. Καί ἄλλοτε μέν τόν ἀνέβαζε καί τόν ἔκαμνε προεστῶτα καί Ἐκκλησιάρχη τοῦ Ναοῦ, ἄλλοτε πάλι τόν κατέβαζε ἀπό τά ἀξίωμα καί τόν ἔκαμνε ὑπηρέτη καί ταπεινό. Ἀλλ' ὁ Μακάριος δέν στενοχωριόταν καθόλου γιά τήν μεταβολή αὐτή, οὔτε λόγο γογγυστικό ἔβγαλε ἀπό τό στόμα του σάν νά ἦταν κάποιος ἄψυχος. Ἀλλά μολονότι τό ταπεινωνόταν μέ τέτοιον τρόπο καί νόμιζε τόν ἑαυτό του καί ἀπό τούς σκύλους χειρότερο, ὅμως τόν προλεχθέντα δαρμό δέν ἄφησε καμμία φορά, ἀλλά πάντοτε ἔδερνε τόν ἑαυτό του τήν νύκτα, ὅταν κοιμῶνταν οἱ ἄλλοι ἀδελφοί καί τήν ἡμέρα, ὅταν πήγαινε ἔξω μακριά ἀπό τό Μοναστήρι, σέ ἥσυχο τόπο, γιά νά μή τόν βλέπη κανείς. Ὅταν δέ ἔδερνε τόν ἑαυτό του, ἔλεγε· Ἄνοιξε τούς ὀφθαλμούς τῆς καρδίας, Κύριε καί «φώτισον αὐτούς τῷ φωτί τῆς γνώσεώς σου· ὅτι παρά σοί πηγή ζωῆς, ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς». Λέγοντας αὐτά καί παρακαλῶντας τόν Θεό μέ θερμά δάκρυα, εἶδε μία νύκτα ἕνα χέρι μέχρι τούς ἀστράγαλους, πού κρατοῦσε ψωμί καί ἄκουσε καί φωνή πού τοῦ ἔλεγε· «Πάρε αὐτόν τόν ἄρτο καί φάγε τον». Τό ψωμί ἐκεῖνο ἔμοιαζε μέ πίττα, τήν ὁποία κατασκευάζουν μέ ἀλεύρι καί ἡδύσματα καί μέλι καί τήν ὀνομάζουν χαρτοπίττα.
Ἀφοῦ λοιπόν ἔφαγε ὁ Ὅσιος ἐκεῖνο τό ψωμί καί ἦλθε στόν ἑαυτό του, ὅπως τό νερό τρέχει στόν κατήφορο, ἔτσι ἔτρεχε καί αὐτός στήν γνῶσι τῶν θείων Γραφῶν καί δέν ὑπῆρχε πλέον κανένα βιβλίο θεῖο καί πνευματικό, πού νά μή τοῦ φαινόταν γλυκύ καί νόστιμο, ἤ πού νά μή τό καταλάμβανε· καί ἡ γλῶσσα του ἀκονίσθηκε περισσότερο ἀπό τούς ρήτορες, καί πρόσφερε μέ εὐφράδεια ὅλα ἐκεῖνα, πού ἀνέβρυζε στήν καρδιά του τό ἀγαθό καί θεῖο Πνεῦμα, καί μποροῦσε εὔκολα νά ἀποστηθίζη βιβλία ὁλόκληρα, ὄχι μόνο ἐκεῖνα, πού περιέχουν βίους Ὁσίων καί Μαρτύρων ἤ ἄλλα ἠθικά βιβλία τῶν θείων Πατέρων, ἀλλά καί ἐκεῖνα πού περιέχουν τά ὑψηλά δόγματα τῆς πίστεως καί εἶναι σέ λίγους καταληπτά γιά τά θεολογικά νοήματα πού περιέχουν· καί τόσο τά θυμόταν καί ἔγραφε ἀπό αὐτά καί ἔλεγε, ὅταν τό καλοῦσε ὁ καιρός, ὥστε νόμιζες, ὅτι κρατοῦσε στά χέρια του τά βιβλία καί τά διάβαζε καί ὅτι εἶχε μαζί του ὅλο τό θεολογικό βιβλίο, πού καλεῖται Δογματική Πανοπλία· μέ τέτοιον τρόπο φωτίσθηκε ὁ Ὅσιος τήν ψηλή γνῶσι τῶν δογμάτων τῆς θεολογίας καί ἔγινε ὅλος φῶς γνώσεως καί ὅλος νοῦς ἐνθεαστικώτατος….
Ὅλα αὐτά σκεπτόμενος ὁ ἡγούμενος, θεωροῦσε πολύ κατάλληλο τόν Λεόντιο καί ἄξιο γιά νά λάβη τό ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης καί τοῦ τό ἀνέφερε, ἀλλά ἐκεῖνος δέν ἤθελε οὔτε νά τό ἀκούση στήν ἀρχή. Ἀργότερα ὅμως βιαζόμενος πολύ ἀπό τόν προεστῶτα, γιά νά μή φανῆ παρήκοος καί μή θέλοντας, καταπείσθηκε καί ἔλαβε τό μέγα καί τέλειο σχῆμα τῶν Μοναχῶν καί τό ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης. Ἀλλά μολονότι ἔγινε διδάσκαλος καί φωτιστικός στούς ἄλλους μέ τήν ἱερωσύνη, ὅμως δέν χρησιμοποίησε ποτέ κανένα διδασκαλικό κίνημα, καταφρονητικό στούς μικρότερους ἀδελφούς, ἀλλά ἦταν σέ ὅλους παράδειγμα ταπεινώσεως καί κοπίαζε μαζί μέ ἐκείνους πού κοπιάζουν καί παρηγοροῦσε τούς θλιβομένους καί ἀνώρθωνε ἐκείνους, πού ἔπεφταν καί θεράπευε ἐκείνους, πού σκανδαλίζονταν. Μετά ἀπό αὐτά ἔγινε καί οἰκονόμος τῶν πραγμάτων τοῦ Μοναστηριοῦ, μέ βία τοῦ ἡγουμένου καί μέ ἀπόφασι ὅλης τῆς ἀδελφότητας· καί μολονότι περιπλέχθηκε σέ φροντίδες καί κόπους πάνω ἀπό τήν δύναμί του, ὅμως δέν ἄφηνε καί τήν κρυπτή ἐργασία καί τόν συηθισμένο δαρμό, πού ἔκανε στό κελλί του ὁ καρτερόψυχος. Καί ὅλη τήν νύκτα ἀγρυπνοῦσε στήν ἀνάγνωσι καί μελέτη τῶν θείων λόγων καί σέ προσευχές καί ψαλμῳδίες καί στά καθαρτικά δάκρυα καί μία ὥρα τῆς νύκτας, τήν τελευταία, κοντά στά ξημέρωμα, κοιμόταν· γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος τόν σκέπαζε μέ τήν χάρι του, ὅπως γίνεται φανερό ἀπό τό ἀκόλουθο.
Ἡ ἑορτή ἦταν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καί, μετά τήν ἀγρυπνία, πῆγε ὁ Ὅσιος στό κελλί του, γιά νά ἀναπαυθῆ λίγο. Καί ἀφοῦ πῆρε ἕνα βιβλίο γιά νά κάνη ἀνάγνωσι καί, ὤ τοῦ θαύματρς! ὁ Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ ὁ ἐπιστήθιος, Ἰωάννης ὁ Θεολόγος πῆγε σ’ αὐτόν μέ τήν μορφή τοῦ ἡγουμένου καί τοῦ εἶπε· «Τέκνον, Λεόντιε, πήγαινε νά λειτουργήσης νωρίτερα ἀπό τήν συνηθισμένη ὥρα, διότι θέλω νά πάω στήν Ἔφεσο». Ὁ Ὅσιος, μή μπορῶντας νά ἀντισταθῆ στήν προσταγή τοῦ ἡγουμένου, πῆγε στό κελλί του σκεπτόμενος, γιατί δέν τοῦ προεῖπε, ὅτι ἤθελε νά πάη στήν Ἔφεσο καί γιατί δέν θέλησε νά τόν πάρη μαζί του ὡς συνοδοιπόρο. Παρόλα αὐτά, βάζοντας τήν συνηθισμένη μετάνοια, ζητοῦσε εὐλογία, γιά νά ἀρχίση τήν Θεία Λειτουργία. Καί ὁ ἡγούμενος τοῦ εἶπε· «Τί ἔπαθες, ἀδελφέ, καί θέλεις νά λειτουργήσης τώρα»; Καί ὁ Λεόντιος ἀποκρίθηκε· «Δέν μέ πρόσταξες ἐσύ, Πάτερ, νά τελέσω γρήγορα τήν Θεία Λειτουργία, ἐπειδή θέλεις νά πᾶς στήν Ἔφεσο;». Καί ἀκούοντας αὐτά ὁ ἡγούμενος κατάλαβε, ὅτι ἦταν ὁ Θεολόγος πού τόν πρόσταξε, ὁπότε τοῦ εἶπε· «Πήγαινε, τέκνο, καί κᾶνε ἐκεῖνο, πού προστάχθηκες· διότι ὁ Ἀγαπημένος Ἰωάννης θέλει νά συνεορτάση ἀόρατα καί μέ μᾶς, καθώς καί μέ τούς Ἐφεσίους». Καί ἔτσι καταξιώθηκε ὁ Ὄοιος νά δῆ τήν θεωρία τοῦ Θεολόγου καί νά ἀκούση τήν φωνή του…
Πηγαίνοντας μία φορά ὁ Ὅσιος στήν Κωνσταντινούπολι γιά ὑποθέσεις τοῦ Μοναστηριοῦ, σάν δεύτερος προεστώτας πού ἦταν μετά τόν Ἡγούμενο καί τακτοποιῶντας τά πράγματα τῆς Μονῆς, ὅπως ἔπρεπε, ἀνέβηκε στήν μάνδρα τοῦ Ὁσίου Δανιήλ τοῦ Στυλίτη καί βλέποντας τόν τόπο ἔρημο καί ἥσυχο σκέφθηκε νά ἡσυχάση ἐκεῖ, καί νά περάση ἀτάραχος τό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του. Ὁπότε φανερώνοντας τήν σκέψι του στούς ἐκεῖ ἀσκούμενους ἀδελφούς καί βρίσκοντάς τους σύμφωνους καί ὅτι τόν δέχονται μετά χαρᾶς, τούς ὑποσχέθηκε, ὅτι, ἀφοῦ πάη στήν Πάτμο, γιά νά δώση λογαριασμό τῆς διοικήσεως, πού ἔκανε ἐνώπιον τῆς ἀδελφότητος, θά γυρίση ὁπωσδήποτε νά ἡσυχάση ἐκεῖ. Καί ἔτσι ξεκίνησε γιά τήν Πατμο. Ἀλλά ὁ Θεός, πού οἰκονομεῖ τά πάντα πρός τά συμφέρον, πῆρε στίς αἰώνιες σκηνές τόν ἡγούμενο τῆς Πάτμου, φωτίζοντάς τον νά ὁρίση ἐγγράφως μέ ἐπιτίμιο, ὅτι ἀφήνει ὡς ἡγούμενο τῆς μονῆς τόν Λεόντιο.
Ἐρχόμενος λοιπόν στήν Πάτμο ὁ Ὅσιος καί βρίσκοντας ἔτσι τά πράγματα τοῦ Μοναστηριοῦ, δέν ἤξερε τί νά κάνη· διότι βλέποντας τά πράγματα τῆς Μονῆς, πού κινδύνευαν καί τούς ἀδελφούς, πού ἔμειναν ὀρφανοί, σάν πρόβατα χωρίς ποιμένα, παρεκινεῖτο νά μείνη ἐκεῖ. Σκεπτόμενος ὅμως πάλι τήν ὑπόσχεσι, πού ἔκανε στό Θεό καί τήν ὁμολογία, πού ἔδωσε στόν Ὅσιο Δανιήλ, νά γίνη τῆς ἀρετῆς ἐκείνου διάδοχος, παρεκινεῖτο νά πάη στήν μάνδρα τοῦ Στυλίτη. Μέχρι πού τόσο νίκησαν τά δάκρυα τῶν ἀδελφῶν καί ἡ γραπτή ἀπόφασις τοῦ ἡγουμένου, ἤ καλλίτερα νά πῶ ἡ ἄγραφη ἀπόφασι τοῦ Θεοῦ· καί ἔτσι δέχθηκε τήν προστασία τῶν συναδέλφων, χωρίς νά θέλη. Καί τότε πρόσθετε πόνους ἐπάνω στούς πόνους, καί ἀγρυπνίες ἐπάνω στίς ἀγρυπνίες καί ἔλεγε ὁ ἀοίδιμος· ὅτι ἄν ἡ ἀγρυπνία καί ἡ ἐπιμέλεια πού κάνουν οἱ προεστῶτες γιά τούς ὑποτασσόμενους σ’ αὐτούς, τούς κάνει νά πείθωνται καί νά ὑπακούουν στούς προεστῶτες, καθώς λέει ὁ Ἀπόστολος, ἐγώ, βέβαια, ἐάν ἀγρυπνῶ ὄχι μόνο γιά τόν ἑαυτό μου, ἀλλά καί γιά αὐτούς, πού ὑποτάσσονται σ’ ἐμένα, θά τούς καταπείσω νά μοῦ ὑπακούουν σ’ ἐκεῖνα πού τούς προστάζω. Γι’ αὐτό, ὅποιος δέν ὑπάκουε σ’ αὐτόν, δεχόταν τήν κατάλληλη τιμωρία ὄχι ἀπό ἀνθρώπους, ἀλλά ἀπό ἄγριους δαίμονες, ὅπως θά φανερώση ὁ λόγος μας.
Ἀπέναντι ἀπό τήν Πάτμο εἶναι ἕνα μικρό ἀκατοίκητο νησί, πού λέγεται Λειψοί, ἐπάνω στό ὁποῖο ἔχοντας ζῷα οἱ Μοναχοί, πήγαιναν τό θέρος, καί ἔσφαζαν ὅσα περίσσευαν ἀπό αὐτά καί τά ξήραιναν στόν ἥλιο καί πουλῶντας τα, ἔβγαζαν τά ἔξοδα τῆς μονῆς στήν διακονία αὐτή στάλθηκε ἕνας Μοναχός, Πρόχορος λεγόμενος, ὁ ὁποῖος, ὄντας σκληρός καί ἀδιάντροπος, υἱός παρακοῆς καί ἄτακτος, ἐνωχλοῦσε σκληρά τόν Ὅσιο ἐνώπιον τῆς ἀδελφότητας, γιά νά τοῦ δώση καινούργια ὑποδήματα. Ὁ Ὅσιος ρωτῶντας τόν ὑποδηματοποιό τοῦ Μοναστηριοῦ, ἐάν ἔχη νά τοῦ δώση καιινούρια ὑποδήματα καί μαθαίνοντας, ὅτι δέν εἶχε ἕτοιμα, τοῦ εἶπε μέ ἤρεμη φωνή, ὅτι ἀφοῦ ἐπιστρέψη ἀπό τούς Λειψούς, θά τοῦ δώση καινούρια ὑποδήματα. Ἀλλ' ὁ αὐθάδης ἐκεῖνος, χωρίς νά ντραπῆ τόν Ὅσιο, αὐθαδίαζε περισσότερο καί φώναζε χειρότερα. Ὁ Ὅσιος ὅμως τοῦ ἔλεγε νά πάη μέ εἰρήνη στήν διακονία του, γιά νά μή τοῦ συμβῆ κανένα πρᾶγμα πού δέν ἤθελε, ἀλλά ἐκεῖνος δέν ἤθελε νά πάη μέ εἰρήνη.
Γι’ αὐτό σκέφθηκε ὁ Ἅγιος, ὅτι ὁ Πρόχορος πρέπει νά παιδευθῆ ὡς πρόβατο ἀπειθές καί τοῦ λέει· «Πήγαινε καί ἡ ὁδός σου ἄς σοῦ γίνη σκότος καί ὀλίσθημα, καί Ἄγγελος Κυρίου ἄς σέ καταδιώξη». Ὁ Ἅγιος αὐτά μόνο εἶπε, ἀλλά ὁ Θεός ἐπεσφράγισε τούς λόγους αὐτούς μέ τά πράγματα. Διότι ἀφοῦ μπῆκε ὁ ἀπειθής Πρόχορος στό καΐκι, γιά νά πάη στούς Λειψούς, κατά τό μέσο τῆς ἡμέρας ἔρχονται ἀόρατα μέ τόν ἀέρα πέτρες πυκνές σάν χαλάζι καί ἔπεφταν στό καΐκι· καί τό θαυμαστότερο ἦταν, πού, οἱ πέτρες κτυποῦσαν αὐτόν μόνο καί ὄχι ἄλλον κανένα ἀπό τούς συμπλέοντες καί μόνο αὐτόν πλήγωναν καί ἀκούονταν καί φωνέα, πού ἔλεγαν τό πεῖσμα, τό πεῖσμα. Καί ἀπό αὐτά πληροφορεῖτο ὁ δείλαιος, ὅτι δαιμονικές δυνάμεις στάλθηκαν νά τόν παιδεύσουν, γιά νά μάθη τί κακό εἶναι ἡ ἀπείθεια καί τό νά καταφρονῆ τούς πνευματικούς του Πατέρες. Βγαίνοντας ἀπό τό καΐκι περίλυπος, ἐλευθερώθηκε λίγο ἀπό τίς πέτρες, γιά νά ἔλθη στόν ἑαυτό του καί νά σκεφθῆ ἀπό ποιά αἰτία τοῦ συνέβη αὐτό τό περιστατικό. Διότι, ἄν συνέχιζαν ἀσταμάτητα νά πέφτουν οἱ πέτρες, ἤ θά εἶχε ἀποκάμη ἤ θά εἶχε χάσει τά μυαλά του. Ἐτοιμάζοντας ὅμως νά γευματίση, ἄρχισαν πάλι νά ρίχνωνται κατεπάνω του οἱ πέτρες καί τό πιάτο του συντρίφθηκε, τό φαγητό του χύθηκε καί τό ἀγγεῖο, πού εἶχε τό κρασί, συντρίφθηκε καί οἱ δαίμονες, πού τόν λιθοβολοῦσαν, τόν φώναζαν μέ τό ὄνομά του, λέγοντάς του καί αὐτό· τό πεῖσμα, τό πεῖσμα.
Ὁ δέ ταλαίπωρος Πρόχορος γενόμενος ἐκστατικός μέ αὐτό τό παράδοξο κακό, πού ἔπασχε, καί μή ἔχοντας τί νά κάνη, λησμόνησε καί φαγητά καί ποτά καί γύρισε πίσω, ἔχοντας καί τίς πληγές τῶν πετρῶν ἐπάνω του, τίς ὁποῖες δείχνοντας στόν Ὅσιο, διηγήθηκε τήν συμφορά, πού ἔπαθε. Ἕνας ὅμως ἀπό τούς ἀδελφούς ἀκούγοντας αὐτά, θάρρεψε στόν ἑαυτό του καί εἶπε μέ ὑπερηφάνεια στούς ἀδελφούς. «Αὐτός ὁ Μοναχός μή ξέροντας γράμματα, γιά νά διώξη μέ αὐτά τούς δαίμονες, ἔπαθε αὐτό τό κακό. Ἐγώ ὅμως μέ τό θάρρος στόν Θεό καί στήν χάρι τῶν γραμμάτων, δέν θά δοκιμάσω καμμία ἐνόχλησι ἀπό τούς δαίμονες· καί, παίρνοντας τό ψαλτῆρι, ἔκανε τήν συνηθισμένη μετάνοια στόν Ὅσιο καί πῆγε στούς Λειψούς, ἀλλά καί αὐτός ἔπαθε τά ἴδια καί ἔπεφταν ἀόρατα καί σ’ αὐτόν πέτρες πολλές, καί αὐτός πού θεωρεῖτο ἀνδρεῖος καί εἶχε θάρρος στήν μάθησι τῶν γραμμάτων, ξαφνικά φάνηκε δειλός καί φεύγοντας γύρισε πίσω στό Μοναστήρι· τότε ὁ μέγας Λεόντιος κρίνοντας, ὅτι εἶναι ἀρκετή ἡ δίκαιη αὐτή παιδεία τῶν δύο Μοναχῶν, πῆρε μαζί του μερικούς εὐλαβεῖς ἀδελφούς καί, πηγαίνοντας στούς Λειψούς καί κάνοντας εὐχή, ἔδιωξε ἀπό ἐκεῖ τούς δαίμονες καί ἔπαυσε τόν φόβο ἐκείνων, πού τιμωρήθηκαν δίκαια, ὁ ἕνας γιά τήν παρακοή του καί ὁ ἄλλος γιά τήν ὑψηλοφροσύνη του…
Κάποτε ὁ Ἀντώνιος πολεμήθηκε ἀπό τό δαιμόνιο τῆς βλασφημίας. Καί ὁ πόλεμος ἦταν πολύ φοβερός, διότι ἡ βλασφημία ἦταν ἐναντίον τῆς Κυρίας Θεοτόκου· καί ὁ φόβος αὐτῆς τῆς ἁμαρτίας σύγχιζε πολύ τόν Ἀντώνιο καί ἐξομολογούμενος τήν βλασφημία αὐτήν στόν Ὅσιο καί ἐπικαλούμενος τήν βοήθειά του, ἄκουσε ἀπό αὐτόν τά ἑξῆς: «Ἔχε θάρρος, τέκνο καί μή φοβῆσαι· ἄφησε τόν σκύλο νά γαυγίζη καί πές του· σιώπα καταραμένε· μή φωνάζης· διότι δέν μπορεῖ νά βρίζω καί νά συλλογίζωμαι βλασφημίες, γιά ἐκείνην πού ἔχω μόνη ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μου, οὔτε μπορῶ νά μή δοξάζω καί νά μή τιμῶ, ὅπως πρέπει, τήν Δέσποινά μου καί Κυρία». Μέ τέτοια ὅπλα ἐξώπλισε τόν Ἀντώνιο ὁ Ὅσιος κατά τοῦ δαίμονα τῆς βλασφημίας. Ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ἀλιτήριος δέν σταματοῦσε νά ἐνοχλῆ τόν Ἀντώνιο περισσότερο ἀπό πρῶτα. Καί ὅταν πήγαινε μέ τούς ἀδελφούς στήν κοινή ἀκολουθία, γλύτωνε ἀπό τόν πόλεμο καί ἔπαιρνε κάποια ἄνεσι. Μόλις ὅμως ἔμπαινε στό κελλί του, δοκίμαζε σφοδρώτατο πόλεμο ἀπό τόν ἐχθρό καί ἄλλο καταφύγιο δέν εἶχε, παρά τόν Ὅσιο καί τίς συμβουλές του. Ἐπειδή ὅμως καί ὁ πόλεμος πολυχρόνιζε καί ὁ ἐχθρός δέν ἔπαυε, τέλος πάντων, νικήθηκε ἀπό τόν φόβο ὁ Ἀντώνιος, καί μία φορά βγαίνοντας ἀπό τήν Ἐκκλησία, γιά νά πάη στό κελλί του, δέν τόλμησε νά μπῆ μέσα σ’ αὐτό, ἐπειδή φοβήθηκε τόν πόλεμο, πού θά εὕρισκε σ’ αὐτό ἀπό τούς λογισμούς τῆς βλασφημίας, ἀλλά τρέχοντας πῆγε στό κελλί τοῦ Ὁσίου καί τοῦ εἶπε πάλι τά ἴδια. Καί ὁ Ὅσιος τοῦ εἶπε πάλι νά μή φροντίζη γι’ αὐτούς τούς λογισμούς, ἀλλά νά τούς διώχνη μέ λόγια καταφρονητικά. Ὁ Ἀντώνιος ὅμως κυριευόμενος ἀπό τόν φόβο, τοῦ εἶπε· «Δέν βγαίνω, Πάτερ, ἀπό τό κελλί σου, ἄν δέν μέ ἐλευθερώσης ἀπό αὐτόν τόν πειρασμό τοῦ ἐχθροῦ· διότι, ποῦ νά πάω; στό κελλί μου; ἀλλ' αὐτό εἶναι γιά μένα τό καταφύγιο αὐτοῦ τοῦ πειρασμοῦ».
Βλέποντας λοιπόν ὁ Ὅσιος, ὅτι ἀπό τόν φόβο του δέν μποροῦσε οὔτε στό κελλί νά μπῆ, σηκώθηκε ἀπό τά σκαμνί, πού καθόταν καί, ἀφοῦ στάθηκε στό προσκυνητάρι, πού εἶχε στό κελλί του, παρεκάλεσε τόν Θεό καί τήν Κυρία Θεοτόκο, πού βλασφημοῦταν ἀπό τόν δαίμονα, νά βοηθήσουν τόν ἀδελφό. Ἔπειτα πιάνοντας τό δεξί χέρι τοῦ Ἀντωνίου, τό ἔβαλε ἐπάνω στόν τράχηλό του καί τοῦ εἶπε· «Ἡ ἁμαρτία σου αὐτή, παιδί μου, ἄς εἶναι ἐπάνω σ’ ἐμένα καί στόν δικό μου ταπεινό τράχηλο· καί ἄν σέ πολεμήση πάλι ὁ ἐχθρός, νά τοῦ πῆς· “Μέ τίς εὐχές τοῦ ταπεινοῦ καί ἁμαρτωλοῦ Λεόντιου, σέ ἔχω, ἐχθρέ τῆς ἀλήθειας, σάν ἕνα σκυλί βρώμικο καί ἀκάθαρτο». Καί ὅπως διδάχθηκε αὐτά ὁ Ἀντώνιος καί ἐξωπλίσθηκε ἔτσι, βάνοντας μετάνοια καί βγαίνοντας ἀπό τό κελλί τοῦ Ὁσίου, ἀμέσως ἔπαυσε ὁ πόλεμος καί οἱ λογισμοί τῆς βλασφημίας χάθηκαν ἐντελῶς, σάν νά μήν ὑπῆρξαν καθόλου ἀπό τήν ἀρχή. Μόνο τήν νύκτα ἐκείνη ἄκουσε κάποιες φωνές, χωρίς νά βλέπη κανέναν, πού ἔβριζαν τόν Ὅσιο καί τόν ἀπειλοῦσαν καί τοῦ ἔλεγαν ἀκόμη καί τά ἑξῆς· «Γιά καλό σου, γιά καλό σου εἶναι πού πῆγες στόν Λεόντιο καί ἔλπισες σ’ αὐτόν. Διότι, ἄν δέν ἔκαμνες ἔτσι, θά μάθαινες ἀπό ἐκεῖνα πού θά πάθαινες».
Τόν καιρό ἐκεῖνο πέθανε ὁ ἀρχιερέας τῶν Ρώσσων καί ὁ βασιλιάς ψήφισε τόν Ὅσιο ἀρχιερέα τῶν Ρώσσων, στήν θέσι ἐκείνου, πού πέθανε καί τοῦ τό μήνυσε μέ τόν Δρουγγάρι· ἀλλά δέν θέλησε ὁ Ἅγιος νά γίνη ποιμένας τῶν Ρώσσων. Ἔπειτα ἔμεινε χηρεύουσα ἀπό ἀρχιερέα καί ἡ νῆσος τῆς Κύπρου καί πάλι ὁ βασιλιάς δοκίμασε μέ τό μέσο τοῦ Ἀρουγγαρίου, ἄν θέλη ὁ Ὅσιος νά τόν κάνη ἀρχιερέα τῆς Κύπρου, ἀλλά ἐκεῖνος πάλι δέν θέλησε, διότι γνώριζε ἐκεῖνος, τί ἔπρεπε νά κάνη καί πότε ἔπρεπε νά γίνα ἀρχιερέας, μέ τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ μαθητές του βέβαια, τόν βίαζαν νά γίνη, καί μάλιστα ὁ Ἀντώνιος, καί τοῦ ἔλεγαν τά ἑξῆς· «Νομίζουμε, Πάτερ, πώς δέν θέλεις νά εὐεργετήσης οὔτε τόν ἑαυτό σου, οὔτε ἐμᾶς πού ἐλπίζουμε σ’ ἐσένα μετά τόν Θεό, οὔτε τό Μοναστήρι σου. Διότι, πῶς θά σοῦ ὑπακούση ὁ βασιλιάς νά τελειώση τήν αἴτησί σου γιά τό Μοναστήρι, τόν καιρό, πού ἐσύ παρήκουσες τήν αἴτησί του δύο φορές; διότι ἄν δεχόσουν νά γίνης τῆς Κύπρου ἀρχιερέας, βέβαια καί μεῖς θά σέ εἴχαμε βοηθό στήν ζωή μας καί τό Μοναστήρι μας θά μεγάλωνε καί θά δοξαζόταν». Ὁ Ὅσιος, ὅταν ἄκουσε αὐτά, εἶπε στόν Ἀντώνιο· «Γιατί μέ βάζεις, τέκνο, νά σοῦ φανερώσω ἐκεῖνα, πού μόνο ὁ Θεός σκέχθηκε γιά ἐμένα τόν ταπεινό; τά ὁποῖα οὔτε ὁ βασιλιάς ξέρει, οὔτε ἐσύ μπορεῖς νά μάθης;». Καί ὁ Ἀντώνιος τοῦ εἶπε· «Ποιό εἶναι αὐτό, τίμιε Πάτερ;». Καί ὁ Ὅσιος ἀποκρίθηκε· «Ὁ ἐπουράνιος βασιλιάς μέ ἔχει γιά Πατριάρχη καί πῶς ὁ ἐπίγειος βασιλιάς δύναται νά μέ κάνη Ἐπίσκοπο;». Καί ὁ Ἀντώνιος τόν ρώτησε· «Καί σέ ποιόν θρόνο, Πάτερ Ἅγιε, θά σέ κάνη Πατριάρχη ὁ Θεός;». Καί ὁ Ὅσιος τοῦ εἶπε· «Τό ὅτι θά γίνω Πατριάρχης, τό πληροφορήθηκα ἀκριβῶς ἀπό τόν Κύριο· σέ ποιόν θρόνο ὅμως θά πατριαρχεύσω, δέν μοῦ ἀποκαλύφθηκε».
Λοιπόν σύμφωνα μέ τήν πρόρρησι αὐτή, στόν ὡρισμένο καιρό ἀπό τόν Θεό, ἔγινε Πατριάρχης Ἱεροσολύμων ὁ θεῖος Λεόντιος, ὁ ὁποῖος, κινούμενος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού τόν ὡδηγοῦσε, ὥρισε ὡς οἰκονόμο τῆς Μονῆς τῆς Πάτμου τόν Ἀντώνιο καί τοῦ προεῖπε, ὅτι θά γίνη καί ἡγούμενος, ὕστερα ἀπό ἐκεῖνον πού ὥρισε ὡς ἡγούμενο ὁ Ἅγιος, πρᾶγμα πού καί ἔγινε. Διότι ὁ μέγας αὐτός ὅταν ἔγινε Πατριάρχης Ἱεροσολύμων, μπαίνοντας σέ ἕνα καράβι πήγαινε στά Ἱεροσόλυμα καί περνώντας ἀπό τήν Πάτμο, ἀνέβηκε στό Μοναστήρι καί σφραγίζοντας μέ τό τίμιο χέρι του τόν ἡγούμενο, πού ὥρισε, μετά δύο ἡμέρες ἀνεχώρησε· καί τότε θυμήθηκαν οἱ ἀδελφοί τήν πρόρρησι τοῦ Ὁσίου, πού εἶπε, ὅταν τόν βίαζαν νά πάη στήν βασιλεύουσα, ὅτι δηλαδή περαστικός θά δῶ τήν Πάτμο….
Ὅταν ἦλθε ἡ ἄνοιξις πῆγε ὁ Ὅσιος στήν Κύπρο, στό Μοναστήρι τῆς Ἱερουσαλήμ, πού ἦταν ὠρισμένο νά κονεύη ὁ κατά καιρόν Πατριάρχης τῶν Ἱεροσολύμων γιά μικρή ἀνάπαυσι καί βρίσκοντάς το ἔρημο κατακρατούμενο ἀπό δύο Μοναχούς ἀμόναχους, πού συγκατοικοῦσαν μέ γυναῖκες καί ἄλλο τίποτε δέν φρόντιζαν, παρά νά συμφθείρωνται μέ αὐτές, λυπήθηκε πολύ καί τούς συμβούλευε νά ἀπέχουν ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά μετανοήσουν, γιά νά μήν τούς ἔλθη ξαφνικά ὁ θάνατος καί κολασθοῦν, ἀλλ' ἐκεῖνοι ἐπέμεναν στήν κακία τους, προφασιζόμενοι, ὅτι ἡ συνήθειά τους νίκησε καί νόμο καί κανόνες. Καί ὁ Ἅγιος ἀναστενάζοντας ἐκ βάθους καρδίας εἶπε· «Ἐγώ, τέκνα μου, ἔκανα τά χρέος μου καί σᾶς συμβούλευσα τό καλό σας· ἀλλ' ἐπειδή καί ἐσεῖς καταφρονεῖτε καί ἐμένα καί τά λόγια μου, ὁ Θεός πλέον θά σᾶς κρίνη». καί ὤ τῆς δυστυχίας τους!, μετά μία ἡμέρα τούς πρόφθάασε ἡ θεία δίκη καί πέθαναν ξαφνικά καί οἱ δύο, χωρίς νά ἀσθενήσουν καθόλου. Διότι ἔτσι ξέρει ἡ θεία δίκη νά παιδεύη ἐκείνους, πού ἁμαρτάνουν καί δέν μετανοοῦν. ….
Τόν Ἡγούμενο τῆς Πάτμου Ἀντώνιο τόν ἐλευθέρωσε ὁ Ἅγιος καί ἀπό ἕνα πάθος πού τοῦ συνέβη στήν γλῶσσα, διότι φύτρωσε σ’ αὐτήν ἕνα κομμάτι κρέας σάν ρεβύθι, ἀπό τό ὁποῖο ἐμποδιζόμενος δέν μποροῦσε οὔτε νά μιλήση καθαρά, οὔτε νά φάη εὔκολα. Καί ρωτῶντας γι’ αὐτό τούς ἰατρούς, ἄκουσε ἀπό αὐτούς, ὅτι ἄν δέν κοπῆ τό κρέας ἐκεῖνο, δέν μπορεῖ νά θεραπευθῆ. Ἀκούγοντας λοιπόν αὐτά ὁ ΙΙατριάρχης, εἶπε στόν Ἀντώνιο· «Ἔλα νά μοῦ κανοναρχήσης, γιά νά ψάλλω στόν Θεό μου, καί τότε νά ἰδῶ τό πάθος σου». Καί παίρνοντας ὁ Ἀντώνιος τό βιβλίο, κανονάρχισε μέ πόνο τῆς γλώσσας του καί μέ τραυλότητα τῆς φωνῆς του καί ἔψαλλε ὁ Ὅσιος. Ὅταν τελείωσε ἡ ἀκολουθία, εἶπε ὁ Ἅγιος πρός αὐτόν χαμογελῶντας καί μέ χαρούμενο πρόσωπο· «Δεῖξε μου τώρα τά πάθος τῆς γλώσσας σου». Καί ἀνοίγοντας ὁ Ἀντώνιος τό στόμα του καί βιαζόμενος νά δείξη τό πάθος του, ὤ τοῦ θαύματος! οὔτε ἴχνος βρέθηκε τοῦ πάθους ἐκείνου, ἀλλά χάθηκε μέ τήν ψαλμῳδία τοῦ Ἁγίου σάν μέ κόψιμο καί χειρουργία….
Τό ὅτι ὁ μέγας Λεόντιος ἔλαβε ἐξουσία ἀπό τόν Θεό νά ἐπιτιμᾶ καί τούς Ἀγγέλους, θά τό δείξη τό ἑξῆς, πού θά λεχθῆ, διότι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δέν διαψεύσθηκε πού ἔγραψε πρός τούς Κορινθίους· «Οὐκ οἴδατε ὅτι καί Ἀγγέλους κρινοῦμεν;»:
Ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Κύριλλος ἔπεσε σέ ἔσχατη ἀσθένεια, ἔγινε κατάκοιτος, σέ σημεῖο πού δέν τοῦ ἔμεινε οὔτε ἴχνος ζωῆς καί συγκενρώθηκαν κοντά του πολλοί ἀρχιερεῖς καί ἄρχοντες, γιά νά τόν ἐπισκεφθοῦν καί νά τόν ἀποχαιρετήσουν. Πῆγε καί ὁ τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Θεοδόσιος, ἄνθρωπος γεμᾶτος ἀπό ἀρετές καί ἀναπνέοντας τό ἀγαθό περισσότερο ἀπό τόν ἀέρα. Πῆγε καί ὁ μέγας Λεόντιος καί στεκόμενοι τριγύρω στό κρεββάτι του, δέν μποροῦσαν νά τόν βοηθήσουν στήν ἀσθένεια, οὔτε νά μιλήσουν καθόλου μαζί του, διότι ἦταν ἀναίσθητος, «πνέων τά λοίσθια». Τί σκέφθηκαν λοιπόν νά κάνουν γιά νά τόν βοηθήσουν οἱ δύο Πατριάρχες; τί ἄλλο; παρά νά κάνουν πιό γρήγορο τόν θάνατό του καί νά μή τόν ἀφήσουν νά ὑποφέρη ἀπό τήν ἀργοπορία τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς του ἀπό τό σῶμα του. Ὁπότε παρακινοῦσαν ὁ ἕνας τόν ἄλλον νά ἐπιτιμήση τόν Ἄγγελο νά πάρη τήν ψυχή του τά γρηγορότερο. Ὁ μέν θεῖος Λεόντιος ἔλεγε στόν Κωνσταντινουπόλεως, ὅτι ἐκεῖνος πρέπει νά κάνη τήν ἐπιτίμησι, ἐφόσον εἶναι, σύμφωνα μέ τούς κανόνες, μεγαλύτερος ἀπό τόν Ἱεροσολύμων. Ὁ Κωνσταντινουπόλεως πάλι ἔλεγε, ὅτι ἡ μεγαλειότητα ξέρει νά παραχωρῆ τά πρωτεῖα στήν ἀρετή, γιά τό μέγα ἀξίωμα τῆς ἀρετῆς. Τέλος πάντων, γιά νά μήν περνᾶ ὁ καιρός καί πάσχη ὁ ψυχομαχῶν, ὑπακούει ὁ μέγας Λεόντιος, καί σηκώνοντας στόν ἀέρα τό τίμιο χέρι του καί κάνοντας σ’ αὐτόν τά σημεῖο τοῦ ζωοποιοῦ Σταυροῦ, εἶπε πρός τόν Ἄγγελο· «Μέ τό φοβερό ὄνομα τῆς ὁμοουσίου καί ζωαρχικῆς Τριάδος, σέ ἐπιτιμῶ, Ἄγγελε τοῦ Κυρίου καί ὁμόδουλε μέ μᾶς τούς ταπεινούς, μήν ἀναβάλης πλέον τόν καιρό γιά νά χωρίσης τήν ψυχή τοῦ ἀδελφοῦ μας ἀπό τό σῶμα του, μήν ἀνέβης νά παρουσιασθῆς στόν Δεσπότη Θεό, μή κάνης κανένα ἄλλο πρόσταγμα τοῦ Κυρίου, μέχρι νά τελειώσης αὐτό». Καί ὁ θεῖος Ἄγγελος ὑπακούοντας καί εὐλαβούμενος τήν ἐπιτίμησι αὐτήν, σάν πού ἔγινε ἀπό μεγάλον ἄνδρα καί κατά τήν ἀξία καί κατά τήν ἀρετή, ἀμέσως χώρισε ἀπό τό σῶμα τήν ψυχή τοῦ Ἀντιοχείας καί τήν πῆγε στόν τόπο ὅπου ὡρίσθηκε....
Καί ἄλλα πολλά θαυμάσια ἔκανε ὁ μέγας Λεόντιος, τά ὁποῖα παραλείπουμε, γιά νά μή φανοῦμε ἐνοχλητικοί σέ ὅσους ἀκοῦνε καί ἐρχόμαστε στό τέλος τοῦ Ὁσίου, γιά νά δώσουμε τέλος καί στόν λόγο μας.
Ὅταν τελείωσαν τά δεκατριάμιση χρόνια, πού χάρισε ὁ Θεός στόν Ἅγιο, ἀσθένησε καί ἦταν στό κρεββάτι, καί ξέροντας, ὅτι ἦλθε ὁ καιρός νά πεθάνη, ἀποχαιρετοῦσε ὅλους γρήγορα, σάν νά φρόντιζε νά πάη τό γρηγορώτερο πρός τόν Κύριο, τόν ὁποῖον πόθησε. Ἐκεῖνοι ὅμως, πού τόν περικύκλωσαν, θρηνοῦσαν γιά τόν χωρισμό του, διότι δέν ἐπρόκειτο νά τόν δοῦν ἄλλη φορά. Λοιπόν στίς δεκατέσσερις τοῦ Μαΐου Μηνός, παρέδωσε τήν μακάρια ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά παραγγείλη τίποτε γιά τό σῶμα του. Διότι καί στό τέλος τῆς ζωῆς του φύλαγε τήν ἀκρίβεια τῆς πολιτείας του. Ἐκεῖνοι ὅμως πού ἦταν μαζί του, ἔβαλαν σέ μία ξύλινη θήκη τό ἱερό του λείψανο καί τό ἀπόθεσαν στόν Ναό τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, ἕως ὅτου τό ἀναφέρουν στόν Βασιλιά.
Ὅταν λοιπόν ἐψάλλοντο σ’ αὐτόν τά ἐπιτάφια ᾄσματα ἀπό ὅλο σχεδόν τό τάγμα τῶν ἱερωμένων τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἔβαλαν οἱ μαθητές του, καί μάλιστα ὁ Εὐλόγιος, ἕναν ζωγράφο κατάλληλο νά ἱστορήση σέ σανίδα τόν σωματικό χαρακτῆρα τοῦ Ἁγίου. Ὁ ζωγράφος στεκόμενος ἀπέναντι ἀπό τό κρεββάτι, πού ἦταν τό ἱερό του λείψανο, ἄρχισε νά κοιτάζη μέ περιέργεια τό θεῖο του πρόσωπο, γιά νά τό ἱστορήση· καί πηγαίνοντας δεξιά καί ἀριστερά καί κοντά καί μακριά γιά νά δῆ καλά τόν χαρακτῆρα του, μάταια κοπίαζε καί δέν μποροῦσε νά τό ἱστορήση, διότι δέν ἤθελεν ὁ Ἅγιος νά ἱστορηθῆ οὔτε μετά τόν θάνατο ἡ εἰκόνα του. Γι’ αὐτό καί τό θεῖο του πρόσωπο δέν φαινόταν στόν ζωγράφο μιᾶς μορφῆς· ἀλλ' ὤ τοῦ θαύματος!, πότε μέν ἄλλο, ποτέ δέ ἄλλο καί διαφορετικό φαινόταν, καί ποτέ τό ἴδιο, διότι φύλαγε τήν ἴδια ἀκρίβεια τῆς ταπεινώσεως ὁ Ὅσιος καί μετά τόν θάνατο, γιά νά μᾶς διδάξη τί καί πώς πρέπει νά ἀγωνιζώμαστε, γιά νά γλυτώσουμε ἀπό τίς παγίδες τοῦ φθονεροῦ διαβόλου.
Ἐκεῖνα ὅμως πού ἔγιναν μετά τήν ταφή τοῦ Ὁσίου, εἶναι ὄντως θαύματα θαυμάτων.
Κάτω ἀπό τήν θήκη, πού ἦταν τό λείψανο τοῦ Ὁσίου, ἔβαλαν πολλά τριμμένα κεραμίδια ἐκεῖνοι, πού τό ἐνταφίασαν, ὥστε ἄν τύχη νά βγῆ ἀπό τήν θήκη κάποια ὕλη μέ δυσοσμία, νά τήν περιλάβουν τά κεραμίδια. Καί ἀφοῦ πέρασαν τέσσερις ἡμέρες, πῆγαν κοντά στήν θήκη καί ὠσφράνθηκαν μία εὐωδία ἄρρητη, πού ἔβγαινε ἀπό τό Ἅγιο λείψανο. Καί τό θαυμαστότερο καί φρικωδέστατο ἦταν, πού εἶδαν ὅτι ἔτρεξε ἀπό τό Ἅγιο λείψανο αἷμα φρέσκο, σάν νά ἦταν ἀπό σάρκα τώρα κομμένη μέ μάχαιρα, τό ὁποῖο ἦταν ἐπάνω στίς μαρμάρινες πλάκες, πού ἦταν στρωμμένες κάτω στό ἔδαφος καί φαινόταν λαμπρό καί ἑξαστράπτον ἐπάνω στήν λευκότητα τῶν μαρμάρων σέ τέσσερα μέρη. Καί τό θαυμασιώτερο ἦταν, πού ἡ ξύλινη θήκη τοῦ Ἁγίου Λειψάνου ἦταν βαλμένη μέσα σέ ἄλλη θήκη ξύλινη καί τό αἷμα πλημμύρισε τόσο πολύ, ὥστε πέρασε καί τίς δύο θῆκες καί ἔτρεξε στό ἔδαφος· καί μέ αὐτό τό θαυμάσιο συμπεραίνεται, ὅτι ὁ Ἅγιος ἦταν σάν ζωντανός στούς νεκρούς, συναριθμημένος μέ τούς Μάρτυρες γιά τό θεληματικό Μαρτύριο, πού ὑπέμεινε, ὅταν ἐδέρνετο μέ τό λουρί ἐκεῖνο, πού ἦταν γεμᾶτο καρφιά.
Ὁ Βασιλιάς Ἀνδρόνικος, ἀκούγοντας τά ἐξαίσια θαύματα τοῦ Ἁγίου, κατασκεύασε λάρνακα μεγαλοπρεπῆ καί σ’ αὐτήν κατέθεσε ἔντιμα τό πάνσεπτό του Λείψανο καί ἔτσι προσετέθη ὁ δίκαιος στούς δικαίους, ὁ Ὅσιος στούς Ὅσιους, ὁ θεληματικός Μάρτυρας στούς Μάρτυρες καί στούς ἀρχιερεῖς ὁ μέγας ἀρχιερέας καί τώρα βρίσκεται ὅπου εἶναι ὁ Θεός καί ἀπολαμβάνει ἄξιες τίς ἀμοιβές τῶν πόνων του, γιά δόξα Πατρός, Υἱοῦ καί Ἁγίου Πνεύματος τῆς μιᾶς θεότητος καί Βασιλείας, στήν ὁποία πρέπει πασάκάθε δόξα τιμή καί προσκύνησις, νῦν καί ἀεί καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
(Ὁ παρών Βίος τοῦ Ἁγίου ἀποτελεῖ σύμπτηξι τοῦ ὑπάρχοντος Βίου στό «Νέον Ἐκλόγιον», σελ. 253-270)


Login