Αὐτός ὁ Ὅσιος ἦταν σέ ἕνα Μοναστήρι, πού βρίσκεται στήν Ἀσία.Ὅταν δέ ἦταν νέος στήν ἡλικία, ζοῦσε τήν ἀσκητική ζωή. Εἶχε μάλισταὡς ἐπιστάτη καί γέροντα ἕναν μοναχό πολύ ἀμελῆ καί ἀκόλαστο (123) .Ὁπότε τόσα κακά καί βάσανα δοκίμαζε ἀπό αὐτόν ὁ ἀοίδιμος, τά ὁποῖα φαίνονται ἴσως στούς πολλούς ἀπίστευτα. Διότι, ἄλλοτε εἶχε τό μάτι του μελανό ἀπό τά κτυπήματα, ἄλλοτε πάλι τόν λαιμό του καί ἄλλοτε εἶχε πληγωμένη τήν κεφαλή του. Ἀφοῦ λοιπόν πέρασε ἐννέα χρόνια κάτωστήν ὑπακοή ἐκείνου τοῦ ἄσπλαγχνου γέροντα, ἀπῆλθε πρός τόν Κύριοκαί ἐνταφιάσθηκε στό κοιμητήρι τῶν Πατέρων. Τότε ὁ ἐπιστάτης τουκαί γέροντας πῆγε σέ ἕναν μεγάλο καί διακριτικό Πατέρα καί τοῦ λέει·«Ὁ ἀδελφός Ἀκάκιος ἀπέθανεν». Ὁ δέ διακριτικός ἐκεῖνος Πατέρας δέν πίστεψε σ’ αὐτόν τόν λόγο. Τότε τοῦ λέει πάλι ὁ γέροντας τοῦ Ὁσίου·«Ἔλα νά δῆς». Πῆγαν λοιπόν καί οἱ δύο στό κοιμητήρι. Τότε ὁ μεγάλος ἐκεῖνος Πατέρας ρώτησε τόν Ὅσιο Ἀκάκιο, σάν νά ἦταν ζωντανός· «Ἀδελφέ Ἀκάκιε, πέθανες»; Ὁ δέ εὐγνώμονας καί ἀληθινός ὑποτακτικός, ἔδειξε ἀκόμη καί μετά θάνατο τήν ὑπακοή. Καί ἀπαντῶντας εἶπε· «Καί πῶς εἶναι δυνατό, πάτερ Ὅσιε, νά πεθάνη ἄνθρωπος ἐργάτης τῆς ὑπακοῆς;».Τότε ὁ πρώην ἐπιστάτης καί γέροντάς του φοβισμένος ἀπό τό παράξενο αὐτό θαῦμα, ἔπεσε κατά πρόσωπο μέ τά δάκρυα. Τότε, ἀφοῦ ἔκανε κελλί κοντά στόν τάφο τοῦ Ὁσίου, ἐκεῖ πέρασε τήν ζωή του μέ σωφροσύνη, ἐξομολογούμενος στούς Πατέρες γιά τούς δαρμούς πού ἔκαμνε στόν Ἅγιο καί λέγοντας αὐτόν τόν λόγο· «Φόνον ἐποίησα».Ὁ θεῖος Ἀκάκιος λοιπόν μέ τέτοιον ἀγῶνα καί μαρτύριο τῆς ὑπακο-ῆς, ἀφοῦ τέλειωσε τήν μακάρια ζωή του, ἀξιώθηκε καί μακάριου τέλους.Τό δέ τίμιό του λείψανο διαφυλάχθηκε ἀπό τήν θεία δύναμι ἀνώτερο ἀπό κάθε φθορά καί φυσική διάλυσι. Καί παρέμεινε σῶο καί ὁλόκληρο γιά διάστημα πολλῶν ἐτῶν. Συνέβη ὅμως μία φορά νά βγοῦν οἱ μοναχοί τοῦ Μοναστηριοῦ ἐκείνου, γιά νά θερίσουν, ἐπειδή σ’ αὐτό τούς καλοῦ-σε ὁ καιρός τοῦ θέρους. Δύο μόνον ἀδελφοί ἔμειναν στό Μοναστήρι. Ὁ ἕνας γιά νά τό φυλάη καί ὁ ἄλλος, ἐπειδή ἦταν ἀσθενής. Συνέβη λοιπόν καί πέθανε ὁ ἀσθενής. Ὁ ἄλλος ἀδελφός ὅμως, μόνος ὄντας, δέν μποροῦσε νά σκάψη τάφο καί νά κάνη τά ἄλλα τά ἀπαραίτητα γιά τήν ταφή. Ὁπότε, ἀφοῦ ἄνοιξε τόν ἕτοιμο τάφο τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου, ἐκεῖ ἔβαλε τόν πεθαμένο ἀδελφό μαζί μέ τόν Ἅγιο.Κατά τήν ἑπόμενη λοιπόν ἡμέρα, πηγαίνοντας στόν τάφο, βρῆκε πεταμένο ἔξω ἀπό τόν τάφο τόν πεθαμένο ἀδελφό· καί πάλι τόν ἔβαλε μέσα στόν τάφο τοῦ Ἁγίου. Ἐπειδή ὅμως πάλι τόν βρῆκε ἔξω πεταμένο,παραπονιόταν στόν Ἅγιο δικαιολογούμενος καί λέγοντας· «Ἄκουσα, Ἅγιε Ἀκάκιε, ὅτι κανένας ἄλλος δέν προώδευσε στήν ὑπακοή, ὅπως ἐσύ. Ἀλλά τώρα, ὅπως βλέπω, ἔγινες παρήκοος καί ὑπερήφανος τόσο, ὥστεδέν δέχεσαι τόν ἀδελφό μέσα στόν τάφο σου, ἀλλά τόν ρίχνεις ἔξω. Λοιπόν ἤ ἄφησέ τον νά βρίσκεται μαζί σου σέ ἕναν τάφο, ἤ, ἄν πάλι τόν ρίξης ἔξω, πλέον δέν θά σέ ὑποφέρω, ἀλλά θά σέ βγάλω ἔξω ἀπό τόν τάφο». Ὁπότε ἔβαλε τόν ἀδελφό πάλι στόν τάφο τοῦ Ἁγίου καί ἀνεχώρησε. Τήν ἑπόμενη ἡμέρα πηγαίνοντας πάλι, τόν μέν πεθαμένο ἀδελφό τόνβρῆκε στόν τάφο, τόν δέ Ἅγιο Ἀκάκιο δέν βρῆκε. Ἔτσι μέχρι σήμερα φαίνεται ὁ τάφος ἄδειος, ἔχοντας τήν ἐπωνυμία τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου.(124)
122 Ἔτσι ὀνομάζεται αὐτός ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος, διότι ἀναφέρει γι’ αὐτόν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος συνέγραψε τό βιβλίο, πού λέγεται Κλίμακα στόν τέταρτο λόγοτης, πού ἀναφέρεται στήν ὑποταγή.
123 Ἔτσι ὀνομάζει τόν γέροντα τοῦ Ἀκακίου ὁ θεῖος Ἰωάννης στόν τέταρτο λόγοπερί ὑποταγῆς. Ὑπάρχει μάλιστα καί σχόλιο στήν λέξι αὐτή, πού ἀναφέρει τά ἑξῆς∙«Τήν ἀκολασία μερικοί τήν ἀναφέρουν μόνο στήν πορνεία καί λένε πόρνο τόν ἀκόλαστο. Αὐτός ὅμως ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος κάθε λογισμό, πού δέν ἀντιμετωπίζεται ἀπό τήν ἀρχή (δηλαδή τήν πρώτη τοῦ λογισμοῦ προσβολή) καί δέν τιμωρεῖ τίς παράλογες ὁρμές τῆς ψυχῆς, ἀλλά τίς ἀφήνει νά γίνουν ἔργο, τόν λογισμό αὐτό τόν χαρακτηρίζει ὡς ἀκόλαστο. Διότι καί ὁ γέροντας ἔκανε χρῆσι θυμοῦ καί παράλογης ὁρμῆς».
124 Σημείωσε, ὅτι ὁ σοφολογιώτατος διδάσκαλος κυρ Χριστοφόρος ὁ Προδρομίτης, κατόπιν παρακλήσεως κάποιου μοναχοῦ ὑποτακτικοῦ συνώνυμου τοῦ Ἁγίου, ἔγραψε Ἀκολουθία στόν Ἅγιο Ἀκάκιο μελωδικώτατη καί Βίο ἀναλυτικώτερο ἤ ἐγκώμιο.


Login