Ἄγξας λογισμοῖς ὡς χαλινοῖς πᾶν πάθος,
Ζωῆς χαλινούς Βενέδικτος ἐκπτύει.
+ Οὔλυμπον Βενέδικτος ἔβη δεκάτῃ γε τετάρτῃ.
+ Αὐτός ὁ Ὅσιος Βενέδικτος (τό ὁποῖο ὄνομα εἶναι λατινικό καί ἑρμηνεύεται ἑλληνικά, εὐλογημένος) ἦταν ἀπό τήν Νουρσία, πόλι πού βρίσκεται στήν Ἰταλία, υἱός γονέων εὐσεβῶν καί πλουσίων. Ἀφοῦ ἐγκατέλειψε λοιπόν τήν πατρίδα του καί τούς γονεῖς του, ὅταν ἦταν σέ πολύ μικρή ἡλικία, πῆγε σέ ἕναν ἔρημο τόπο μαζί μέ τόν ἀνάτροφό του. Ἐκεῖ λοιπόν ἀφοῦ συμφιλίωσε τόν ἑαυτό του μέ τόν Θεό μέ τήν ἀρετή καί τήν ἄσκησι, πλουτίσθηκε ἀπό αὐτόν μέ δύναμι θαυμάτων καί ἰαμάτων. Καί τά μέν ἄλλα θαυμάσια, πού ἔκανε, τά διηγεῖται ἀναλυτικά ὁ Βίος καί ἡ ἱστορία του[1]. Διότι νεκρούς ἀνέσταινε καί τά μέλλοντα προέλεγε καί συζητοῦσε γιά τά πράγματα πού ἦταν μακριά, σάν νά ἦταν παρόντα. Ἐκεῖνο ὅμως μόνο πρέπει νά ποῦμε ἐδῶ ὡς ἀπαραίτητο ὅτι, ὅταν ὁ Ὅσιος αὐτός ἐπρόκειτο νά μεταβῆ πρός τόν Κύριο, πρόλαβε καί εἰδο-ποίησε τόσο τούς μαθητές, πού βρίσκονταν ἐκεῖ κοντά του, ὅσο καί ἐκείνους πού ἔμεναν μακριά, ὅτι θά τελειώση τήν ζωή του καί ὅτι θά γίνη ἕνα σημεῖο, μέ τό ὁποῖο θά γνωρίσουν ὅλοι, ὅτι χωρίζεται ἀπό τό σῶμα.
Ἕξι ἡμέρες λοιπόν πρίν ἀπό τήν ὁσιακή κοίμησί του, πρόσταξε νά ἀνοιχθῆ ὁ τάφος του καί νά εἶναι ἕτοιμος, καί ἀμέσως τόν ἔπιασε ἕνας ὑψηλός πυρετός, ἀπό τόν ὁποῖο καταξηράθηκε τό σῶμα του σέ ἕξι μέρες. Κατά δέ τήν ἕκτη ἡμέρα πρόσταξε τούς μαθητές του νά τόν σηκώσουν καί νά τόν πᾶνε στήν μικρή Ἐκκλησία, πού εἶχαν. Πηγαίνοντας ὅμως ἐκεῖ, κοινώνησε τά ἄχραντα Μυστήρια, στεκόμενος ἀνάμεσα στούς μαθητές του. Ἀπό αὐτούς λοιπόν βασταζόμενος καί στηριζόμενος, σήκωσε τά χέρια του στόν Οὐρανό καί ἔτσι ἐπάνω βλέποντας καί προσευχόμενος, παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἐκείνη ὅμως τήν ὥρα φάνηκε ἕνα τέτοιο ὅραμα σέ δύο ἀδελφούς, στόν ἕνα, πού ἡσύχαζε στό κελλί του, καί στόν ἄλλον, πού κατοικοῦσε μακρύτερα. Δηλαδή εἶδαν αὐτοί οἱ δύο, καί νά, φαινόταν μία ὁδός θαυμάσια ἀπό τό κελλί τοῦ Ὁσίου Βενεδίκτου, μέχρι τόν οὐρανό πρός τήν ἀνατολή, στρωμένη ὅλη ἀπό λαμπρά καί πολύτιμα καί μεταξωτά ἱμάτια. Στήν ὁδό ἐκείνη στέκονταν μερικοί ἄνδρες θαυμαστοί στήν μορφή καί ὑπέροχοι, κρατῶντας λαμπάδες στά χέρια τους, οἱ ὁποῖοι, σύμφωνα μέ τήν τάξι πού εἶχαν, κρατῶντας τόν Ὅσιο, ἀνέβαιναν στόν Οὐρανό.
Ἕνας ἄλλος πάλι ἀσπροφόρος καί φωτοφόρος, πού στεκόταν κοντά στόν Ὅσιο, ρωτοῦσε τούς Ὁσίους ἐκείνους, πού ἔβλεπαν τήν ὀπτασία αὐτή, ἄν γνωρίζουν τίνος εἶναι ἡ θαυμαστή ἐκείνη πορεία, τήν ὁποία βλέπουν καί θαυμάζουν. Οἱ Ὅσιοι εἶπαν, ὅτι δέν ξέρουν. Τότε ἐκεῖνος, πού ἐμφανίσθηκε, τούς εἶπε× «Αὐτή εἶναι ἡ ὁδός, διά μέσου τῆς ὁποίας ὁ ἀγαπητός τοῦ Θεοῦ Βενέδικτος ἀνεβαίνει στόν Οὐρανό». Ὅταν λοιπόν συνῆλθαν οἱ Ὅσιοι, κατάλαβαν, ὅτι ἀπῆλθε ὁ Ἅγιος, ὅπως τόν εἶδαν νά τελειώνη. Ἡ δέ ὀπτασία αὐτή φανέρωνε τήν λαμπρότητα καί δορυφορία, πού ἀξιώθηκε ὁ Ἅγιος, ὅταν ἐπρόκειτο νά ἐκδημήση πρός τόν Κύριο[2].
[1] Τόν ἀναλυτικό του Βίο βλέπε στό δεύτερο βιβλίο ἀπό τά τέσσερα τοῦ Διαλόγου, τά ὁποῖα μεταφράσθηκαν σέ ἁπλῆ γλῶσσα ἀπό τόν ἀοίδιμο Καισάριο Δαπόντε τόν Σκοπελίτη.
[2] Γι’ αὐτόν τόν Ἅγιο Βενέδικτο γράφει ὁ Μελέτιος στόν β΄ τόμο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, ὅτι αὐτός, κατά τό ἔτος 529, ἀνέβηκε στό Κάσσιο ὄρος τῆς Καμπανίας, πού βρίσκεται στήν Ἰταλία, καί ἐκεῖ, ἀφοῦ ἔκτισε Κοινόβιο, ἵδρυσε τάγμα Μοναχῶν, τό ὁποῖο ὀνομάζεται τῶν Βενεδικτίνων. Πρῶτος δέ αὐτός ἀνέδειξε στήν Δύσι τήν μοναχική ζωή. Ὁπότε ἐπάξια ἀπό τόν Τριθέμιο, στό ἔργο του περί Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων, καί ἀπό ἄλλους, ὀνομάζεται καθηγητής καί πρῶτος τῶν Μοναχῶν στήν Δύσι. Ἐξέδωσε ἀκόμη καί κανόνα ἤ τυπικό διαιρεμένο σέ ογ΄ κεφάλαια, τό ὁποῖο τυπικό ἐπιγράφει ὁ Ρουδόλφος, «Περί ἀρχῆς τοῦ Μοναχικοῦ βίου». Τό τάγμα αὐτό τῶν Βενεδικτίνων παρέμεινε γιά διάστημα τετρακοσίων ἐτῶν στά ἴδια ἤθη καί σέ ἕνα τυπικό. Ἔτσι εἶχε καί τιμή. Ἀργότερα ὅμως διαμοιράσθηκε σέ πολλά τάγματα, τά ὁποῖα ὅλα, ἄν καί διαφέρουν ὡς πρός τήν ἐνδυμασία, θεωροῦνται ὅτι προέρχονται ἀπό τόν Ἅγιο Βενέδικτο. Τελείωσε αὐτός ὁ Ἅγιος κατά τό ἔτος 542 ἤ 543 ὄντας ἑξῆντα δύο ἐτῶν.



Login