Τῷ αὐτῷ μηνί Λ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καί αὐταδέλφων Ζηνοβίου καί Ζηνοβίας.
Αὐτοί ἔζησαν στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ, κατά τό ἔτος 290, τέκνα γονέων εὐσεβῶν. Ἀφοῦ συνελήφθη πρῶτα ὁ Ζηνόβιος, παρουσιάσθηκε στόν ἡγεμόνα. Ὅταν τόν ρωτοῦσε ὁ ἡγεμόνας, τότε καί ἡ ἀδελφή του Ζηνοβία παρέδωσε μόνη τόν ἑαυτό της στούς δήμιους. Τότε δάρθηκαν καί οἱ δύο καί τοποθετήθηκαν μέσα σέ καζάνι γεμᾶτο ἀπό πίσσα. Ἐπειδή ὅμως διαφυλάχθηκαν ἀβλαβεῖς μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ ἀπό τό βασανιστήριο αὐτό, γι’ αὐτό ἀποκεφαλίσθηκαν μέ ξίφος. Καί ἔτσι δέχθηκαν τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου. (Τόν ἐκτενῆ Βίο τους βλέπε στόν Νέο Παράδεισο[1]).
Tῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος MαρκιανοἘπισκόπου Συρακούσης, μαθητοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Πέτρου.
Αὐτός χειροτονήθηκε ἀπό τόν Ἀπόστολο Πέτρο καί στάλθηκε Ἐπίσκοπος στίς Συρακοῦσες τῆς Σικελίας. Ἀφοῦ κατέπληξε ὅλους ὅσοι ἦταν ἐκεῖ μέ τά θαύματα καί σημεῖα πού ἔκανε καί γκρέμισε μέ μόνη τήν προσευχή του τούς βωμούς τῶν εἰδώλων, ἔκανε ὅλους υἱούς φωτός μέ τήν θεογνωσία καί μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα. Τότε οἱ Ἰουδαῖοι ἀπό τόν φθόνο κινούμενοι, μή ὑποφέροντας τήν παρρησία τοῦ Ἁγίου, τόν θανάτωσαν μέ βίαιο θάνατο. Καί ἔτσι ἀποκόμισε ὁ μακάριος τόν τῆς ἀθλήσεως ἀμαράντινο στέφανο.
Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀλεξάνδρου, Κρονίωνος, Ἰουλιανοῦ, Μακαρίου καί ἑτέρων δεκατριῶν.
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι ἄθλησαν στά χρόνια Δεκίου τοῦ αὐτοκράτορα στήν Ἀλεξάνδρεια κατά τό ἔτος 250. Πρῶτος ὁ Ἀλέξανδρος ὡδηγήθηκε στό κριτήριο καί μή μπορῶντας νά σταθῆ ὄρθιος, ἐπειδή ὑπέφερε ἀπό ποδαλγία, γι’ αὐτό αὐτός μαζί μέ τόν Κρονίωνα, τόν δικό του ἄνθρωπο, διαπομπεύονται μέσα ἀπό τήν ἀγορά, ὄντας ἐπάνω σέ καμῆλες. Ἔπειτα δέρνονται, ἀφοῦ πρῶτα κρεμάσθηκαν. Καί τελευταῖα χύθηκε ἐπάνω τους ἀσβέστης πού ἦταν ἀναμμένος καί ἔβραζε. Καί ἔτσι οἱ μακάριοι μέ αὐτήν τήν τιμωρία παρέδωσαν τίς ψυχές τους στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὁ δέ Ἰουλιανός καί Μακάριος, ἀφοῦ δέχθηκαν πολλές τιμωρίες, στό τέλος ἀποκεφαλίσθηκαν. Οἱ ὑπόλοιποι δεκατρεῖς, ἄλλοι καταξεσχίσθηκαν μέ διάφορα βασανιστήρια, ἄλλοι πάλι κάηκαν καί ἄλλοι ἀποκεφαλίσθηκαν, χωρίς νά ἀρνηθοῦν τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Καί ἔτσι ὅλοι μαζί ἔλαβαν οἱ μακάριοι τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου.
Ἡ Ἁγία Μάρτυς Εὐτροπία ξίφει τελειοῦται.
Αὐτή ἡ Ἁγία συκοφαντήθηκε στόν ἡγεμόνα Ἀπελλιανό τῆς Ἀλεξάνδρειας, ὅτι ἦταν Χριστιανή. Καί ὅτι ἀσχολεῖτο μέ τίς φυλακές καί ἐπισκεπτόταν τούς ἀποκλεισμένους Ἁγίους γιά τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἀφοῦ ὡμολόγησε ἄφοβα τόν Χριστό, ἀρχικά, ἀφοῦ τήν κρέμασαν, τήν καταξέσχισαν καί ἔπειτα τήν ἔκαψαν μέ λαμπάδες ἀναμμένες. Νόμιζε ὅμως τήν φλόγα σάν νερό δροσερό καί βεβαίωνε ὅλους, ὅτι ἔβλεπε ἕναν φοβερό ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος τήν κατέψυχε καί δρόσιζε, τόν ὁποῖο ἄνθρωπο ἔβλεπαν καί οἱ στρατιῶτες. Μετά ἀπό αὐτά βασανίσθηκε δυνατώτερα καί ρίχθηκε στήν φυλακή. Ἀφοῦ παρουσιάσθηκε στόν ἡγεμόνα τήν ἐρχόμενη ἡμέρα, εἰρωνεύθηκε αὐτόν καί τά εἴδωλά του. Ἔτσι ἔκοψαν τήν γλῶσσα της καί μετά ἀπό αὐτά ἔκοψαν καί τήν ἁγία της κεφαλή. Καί ἔτσι ἡ μακάρια παρέδωσε τήν ψυχή της στά χέρια τοῦ Θεοῦ καί ἔλαβε ἀπό αὐτόν τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανο.
Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀστερίου, Κλαυδίου, Νέωνος καί τῆς ἀδελφῆς αὐτῶν Νεονίλλης.
Κατά τήν πρώτη ὑπατεία τοῦ Διοκλητιανοῦ, ὅταν ἡγεμόνευε ὁ Λυσίας στήν Κιλικία κατά τό ἔτος 288, τότε ἦταν οἱ Ἅγιοι αὐτοί αὐτάδελφοι Χριστιανοί, ὅλοι μαζί κατοικῶντας καί ἔχοντας ἀρκετά χρήματα. Εἶχαν μαζί τους καί τήν μητρυιά τους, ἐπειδή ἡ μητέρα τους εἶχε πεθάνει νωρίτερα καί ἀργότερα πέθανε καί ὁ πατέρας τους. Ἐπειδή ὅμως ἡ μητρυιά τους φρόντιζε ἄδικα νά κατακρατήση τήν περιουσία τῶν γονέων τους, γι’ αὐτό τούς πρόδωσε στόν ἡγεμόνα, κατηγορῶντας ὅτι εἶναι Χριστιανοί. Οἱ νέοι, ἀφοῦ παρουσιάσθηκαν στόν ἡγεμόνα, τοῦ εἶπαν· ‘‘Ἐμεῖς τώρα καταφρονοῦμε ὅλα τά πράγματά μας, ὦ ἡγεμόνα. Καί γιά τήν πίστι μας ὑπομένουμε κάθε κακό πού θά μᾶς συμβῆ. Ἡ δέ μητρυιά μας, ἡ ὁποία δέν συμπεριφέρθηκε, ὅπως ἔπρεπε, ἀφοῦ εἶναι στήν θέσι τῆς μητέρας μας, αὐτή, νά γνωρίζης, ὅτι δέν μᾶς πρόδωσε σ’ ἐσένα, διότι πιστεύει τήν θρησκεία τῶν δικῶν σας θεῶν, ὄχι, ἀλλά ἐπειδή φροντίζει ἄδικα νά πάρη ἀπό ἐμᾶς τήν κληρονομία τοῦ πατέρα μας καί τῆς μητέρας μας, ἐπειδή εἶναι μεγάλη’’. Ὅταν τά ἄκουσε αὐτά ὁ ἡγεμόνας, φάνηκε καί αὐτός, ὅτι συμφώνησε μέ τόν σκοπό τῆς μητρυιᾶς τους καί θέλησε νά θανατώση τούς Ἁγίους, γιά νά ἀποκτήση καί αὐτός μέρος ἀπό τήν γονική τους κληρονομία. Τότε διατάζει ἀμέσως νά ἁπλωθῆ ὁ Κλαύδιος ἀπό τά τέσσαρα μέρη καί νά καταξεσχισθοῦν οἱ πλάτες του μέ ραβδιά. Ἔπειτα τόν κρέμασαν ἀπό τά ἄκρα τῶν χεριῶν. Καί ἔκαψαν τά πόδια του μέ ἀναμμένα κάρβουνα. Καταχάραξαν τά πλευρά του μέ κέντρα χάλκινα. Ἔπειτα μέ τοῦβλα τόν κατατρίβουν καί μέ χόρτα τοῦ παπύρου τόν καῖνε. Ἀκούοντας ὁ Ἅγιος τόν ἡγεμόνα νά λέη: «Θυσίασε στούς θεούς, γιά νά γλυτώσης», ἀποκρίθηκε· «Σοῦ εἶπα μία φορά, ὅτι γιά τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί αὐτόν τόν θάνατο καταφρονῶ. Καί λοιπόν κάνε, ὅ,τι θέλεις, ὦ δικαστά». Τότε, ἀφοῦ τόν κατέβασαν ἀπό τό ξύλο, τόν φυλάκισαν.
Ἔπειτα παρουσιάσθηκε στό κριτήριο ὁ Ἀστέριος, πρός τόν ὁποῖο ὁ Λυσίας εἶπε. «Ποιό εἶναι τό ὄνομά σου»; Ἐπειδή ὅμως ὁ Ἅγιος δέν ἀπαντοῦσε γι’ αὐτό διέταξε ὁ ἡγεμόνας νά σπάσουν τά δόντια τοῦ Μάρτυρα. Καί ὅσο καιρό ἔσπαζαν τά δόντιά του, φώναζε ὁ διαλαλητής· ‘‘Θυσίασε στούς θεούς καί γλύτωσε τήν ζωή σου’’. Ὁ Μάρτυρας, μολονότι ἐτιμωρεῖτο καί ἄκουγε τήν φωνή τοῦ διαλαλητῆ, δέν ἔπαυε ὅμως νά ἀντιλέγη καί αὐτός· «Ὅ,τι θέλεις νά κάνης, ὦ ἡγεμόνα, κάνε το καί μήν ἀμελῆς. Διότι ἐγώ δέν θά ἀρνηθῶ τόν Χριστό καί Θεό μου». Τότε τόν κρέμασαν καί καταξέσχισαν τά πλευρά του. Κατέκαψαν τά πόδια του, ἀφοῦ στρώθηκαν ἀπό κάτω κάρβουνα ἀναμμένα. Ἔπειτα, ἀφοῦ τόν ἔδειραν μέ ραβδιά, τόν φυλάκισαν.
Μετά ἀπό αὐτά ἔρχεται στό κριτήριο καί ὁ Νέων. Καί ὅταν ρωτήθηκε καί αὐτός ποιό εἶναι τό ὄνομά του, ἀποκρίθηκε· «Ἄν θέλης νά μάθης τό ὄνομά μου, ὦ ἡγεμόνα, γνώριζε, ὅτι λέγομαι Νέων. Περισσότερο ὅμως ἀπό αὐτό μήν ἐλπίζης νά μάθης. Διότι εἶμαι ἀδελφός αὐτῶν πού τιμωρήθηκαν πρίν ἀπό ἐμένα, τοῦ Κλαυδίου καί τοῦ Ἀστερίου. Ἔτσι νά χωρισθῶ ἀπό αὐτούς δέν εἶναι δυνατό. Ἀλλά γιά τήν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ μου, νά, τώρα βρίσκομαι ἐνώπιόν σου. Λοιπόν μήν ἀργοπορῆς νά κάνης ἐκεῖνο πού θέλεις». Τότε τόν ξάπλωσαν κατά γῆς καί τόν ἔδερναν δυνατά, ἀφοῦ ἔστρωσαν κάτω ἀπό τά πόδια του καί κάρβουνα ἀναμμένα. Ἀφοῦ λοιπόν τόν ἔδειραν γιά πολλές ὧρες, τόν ἔρριξαν στήν φυλακή.
Κατά τήν ἑπόμενη ἡμέρα κάθισε ὁ Λυσίας στό κριτήριο. Καί φέρνοντας μπροστά του τόν Ἅγιο Κλαύδιο, τοῦ λέει. «Πές μας, ἄν ἄλλαξες καί σκέφθηκες καλλίτερο λογισμό». Ὁ Ἅγιος ἀποκρίθηκε· «Περισσότερο τολμηρός καί ἄφοβος στέκομαι μπροστά σου σήμερα, παρά ἐχθές, διότι ἔγινα μέ τά βασανιστήρια δυνατώτερος καί θαρραλεώτερος». Τότε ἀμέσως ἔδεσαν τά ἄκρα τῶν χεριῶν καί τῶν ποδιῶν του καί, ἀφοῦ τόν κρέμασαν, τοῦ ἔφεραν ὄργανα μηχανικά, τά ὁποῖα μπαίνουν μέσα στά ἄρθρα καί στίς κλειδώσεις τῶν μελῶν τοῦ σώματος. Παρόμοια ἔφεραν καί τανάλιες καί ἔτσι μέ αὐτά ἔβγαλαν ἀπό τήν θέσι τους τίς πατοῦσες τῶν ποδιῶν καί χεριῶν του. Καί, ἀφοῦ μετά ἀπό πολλές ὧρες κατεβάσθηκε μισαποθαμένος, ρίχθηκε στήν φυλακή. Ἔπειτα παρουσιάσθηκε στό κριτήριο ὁ Ἅγιος Ἀστέριος, πρός τόν ὁποῖο βλέποντας ὁ Λυσίας, ‘‘ἐσύ τί λές’’; τοῦ εἶπε· ‘‘Σκέφθηκες νά θυσιάσης στούς θεούς καί νά ἐλευθερωθῆς ἀπό τά βάσανα;’’ Ὁ Μάρτυρας ἀποκρίθηκε· ‘‘Ἐκεῖνος πού πιστεύει τόν ἀληθινόν Θεό καί ἔχει σ’ αὐτόν ὅλες του τίς ἐλπίδες, αὐτός δέν ὑπολογίζει θάνατο. Ἀλλά καταφρονεῖ καί ἄν ἀκόμη πάθη χιλιάδες βάσανα’’. Τότε ὁ Λυσίας εἶπε, ‘‘κρεμᾶστε τον καί καταξεσχίστε τά πλευρά του καί τά ἄκρα τῶν χεριῶν καί τῶν ποδιῶν του κατακόψτε καί μέ σουβλιά πυρακτωμένα κατακάψτε τούς μηρούς του’’. Ὅταν ἔγιναν αὐτά, ὁ Μάρτυρας αἰσθανόμενος δριμύτατους πόνους, ‘‘εἴθε’’, εἶπε, ‘‘νά ἰδῆ ὁ Θεός αὐτά πού κάνεις στούς δούλους σου, δυσσεβέστατε, καί νά σοῦ κάνη ἀντάξια τήν ἐκδίκησι’’. Τότε ὁ Λυσίας πρόσταξε τόν Ἅγιο Ἀστέριο νά τόν φυλακίσουν καί νά παρουσιασθῆ μπροστά του ὁ Νέωνας Ἐπειδή ὅμως καί αὐτός παρέμενε ἀμετάβλητος στήν πίστι, γι’ αὐτό τόν ἅπλωσαν πάλι κάτω στήν γῆ καί τόν καταξέσχισαν μέ τά βούνευρα. Καί ἀφοῦ ἔγινε ὅλο τό σῶμα του μία πληγή, φυλακίσθηκε.
Τότε διέταξε ὁ ἡγεμόνας νά φέρουν καί τήν ἀδελφή τῶν Ἁγίων, τήν Νεονίλλα. Καί ἐπειδή αὐτήν τήν βρῆκε σταθερώτερη ἀπό τήν πέτρα στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτό διέταξε νά τήν δείρουν στό πρόσωπο. Ἔπειτα τήν ἔδεσαν ἀπό τά πόδια καί τήν κρέμασαν. Στήν συνέχεια τήν ἔδειραν στά πόδια μέ λουριά. Μετά ἀπό αὐτά τήν κρέμασαν ἀπό τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς. Ὕστερα, γιά νά τήν ἐξευτελίσουν, ξύρισαν καί τήν κεφαλή της. Καί ἀφοῦ τήν ἅπλωσαν κάτω ἀπό τά τέσσερα μέρη, κατέξαιναν τίς σάρκες της μέ ὠμά λουριά. Ἔπειτα ἀφοῦ τήν ἅπλωσαν ἀνάσκελα, ἔβαλαν ἐπάνω στά στήθη καί σπλάγχνα της κάρβουνα ἀναμμένα. Καί ἔτσι ἡ μακάρια παρέδωσε τό πνεῦμα της στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Τό δέ τίμιο σῶμα της τό ἔβαλαν μέσα σέ ἕνα σάκκο καί τό καταβύθισαν στήν θάλασσα, ἐνῷ τούς Ἁγίους Μάρτυρες, Κλαύδιο, Ἀστέριο καί Νέωνα τούς ἀποκεφάλισαν ἔξω ἀπό τήν πόλι καί τά σώματά τους τά ἔρριξαν στά θηρία καί στά ὄρνεα γιά νά τά φᾶνε. Μέ τέτοιο μακάριο τέλος τελειώθηκαν αὐτοί οἱ Ἅγιοι καλλίνικοι τοῦ Χριστοῦ Μάρτυρες καί αὐτάδελφοι καί ἔλαβαν τούς στεφάνους τῆς ἀθλήσεως.
Μνήμη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἐκ τῶν Ἑβδομήκοντα, Τερτίου, Μάρκου, Ἰούστου τοῦ καί Ἰησοῦ καί Ἀρτεμᾶ.
Εἰς τόν Τέρτιον.
* Ὑπογραφεύς σύ τῶν λόγων τῶν τοῦ Παύλου,
Ἐγώ δέ σός Τέρτιε συγγραφεύς νέος.
Εἰς τόν Μᾶρκον.
* Ὑπηρέτην σε τῶν Ἀποστόλων ἔγνων,
Ἀλλ’ αὖθις οἶδα καί συνεργάτην Μᾶρκε.
Εἰς τόν Ἰησοῦν.
* Εὐρών Ἰησοῦν Ἰησοῦς σωτηρίαν,
Σωτήρ ἐδείχθη τοῖς ἄλλοις φερωνύμως[2].
Εἰς τόν Ἀρτεμᾶν.
* Δόξης μετέσχεν Ἀρτεμᾶς τῆς τῶν νόων,
Τόν νοῦν φυλάξας ἄρτιον τῷ Κυρίῳ.
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι εἶναι ἀπό τούς ἑβδομῆντα, φωτισμένοι μέ τήν πίστι πρός τόν Θεό. Καί ὁ μέν Τέρτιος ἔγινε Ἐπίσκοπος δεύτερος Ἰκονίου μετά τόν Σωσίπατρο[3] τήν ἔλλειψι τοῦ ὁποίου αὐτός ἀνεπλήρωσε καί τούς ἄπιστους πού ἀπέμειναν ἀπό τόν Σωσίπατρο, ὁ Ἅγιος αὐτός Τέρτιος ἀνακαίνισε μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα καί ἔγινε ὑπέροχος θαυματουργός. Ἔγραψε δέ καί τήν πρός Ρωμαίους τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἐπιστολή, ὅπως τό μαρτυρεῖ μόνος σ’ αὐτήν λέγων· «Ἀσπάζομαι ὑμᾶς, ἐγώ ὁ Τέρτιος ὁ γράψας τήν ἐπιστολήν, ἐν Κυρίῳ» (Ρωμ. 16,22). Ὁ Μᾶρκος εἶναι ὁ ἀνεψιός τοῦ Βαρνάβα ἀπό ἀδελφό, τόν ὁποῖο ἀναφέρει ὁ Παῦλος στίς ἐπιστολές του (B΄ Τιμοθ. 4,11· Φιλήμ. 23), καί μάλιστα στήν πρός Κολοσσαεῖς λέγοντας· «Ἀσπάζεται ὑμᾶς Μᾶρκος ὁ ἀνεψιός Βαρνάβα» (Κολασ. 4,10), αὐτός, λέω, ὁ Μᾶρκος ἔγινε Ἐπίσκοπος Ἀπολλωνιάδος. Καί μέ τό εὐαγγελικό κήρυγμα ἐξωλόθρευσε τῶν εἰδώλων τό σέβας. Ὁ Ἰοῦστος, ὁ ὁποῖος ὠνομαζόταν καί Ἰησοῦς, ἔγινε Ἐπίσκοπος Ἐλευθερουπόλεως[4]. Καί μέ τά λόγια καί θαύματα πού ἔκανε, εἵλκυσε στήν ἐπίγνωσι τῆς ἀληθείας ὅλους τούς ἐκεῖ εὑρισκόμενους ἀπίστους. Ὁ Ἀρτεμᾶς ἔγινε Ἐπίσκοπος στήν Λύστρα. Καί ὡς δόκιμος ὑπηρέτης Χριστοῦ, διέλυσε κάθε πλάνη καί μηχανή τῶν δαιμόνων. Ἔτσι καί οἱ τέσσερις αὐτοί Ἀπόστολοι, ἀφοῦ ἀγωνίσθηκαν γιά τήν εὐσέβεια καί ἔπεσαν σέ πειρασμούς μεγάλους, εἰρηνικά παρέδωσαν τίς ψυχές τους στά χέρια τοῦ Θεοῦ[5].
[1] Τόν ἑλληνικό τους Βίο συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Αἰγαί πόλις ἐστί». (Σῴζεται στήν Λαύρα, στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες).
[2] Μήπως αὐτός εἶναι πού ἀναφέρεται στίς Πράξεις, ὁ ὁποῖος ὠνομαζόταν καί Ἰωσήφ καί Βαρσαβᾶς; «Ἔστησαν γάρ, φησί, δύο, Ἰωσήφ τόν καλούμενον Βαρσαβᾶν, ὅς ἐπεκλήθη Ἰοῦστος» (Πράξ. 1,23). Αὐτός ὁ Ἰοῦστος εἶχε καί βιβλίο, ἀπό τό ὁποῖο φέρνει καί μαρτυρία ὁ Ἀρεοπαγίτης Διονύσιος στό περί θείας Εἰρήνης, κεφ. ια΄, λέγοντας· «Ἥν (θείαν εἰρήνην δηλαδή) ἱεράν ἀφθεγξίαν ὁ θεῖος Ἰοῦστος ἀποκαλεῖ».
[3] Ὁ Σωσίπατρος αὐτός ἑορτάζεται κατά τήν 10η τοῦ Νοεμβρίου, μαζί μέ τόν Ὀλυμπᾶ, Ροδίωνα, Ἔραστο καί Κούαρτο. Καί κατά τήν 29η τοῦ Ἀπριλίου, μέ τόν Ἰάσωνα ἑορτάζεται.
[4] Σημείωσε, ὅτι κατά τόν Δοσίθεο ἡ Ἐλευθερούπολις αὐτή λέγεται στά ἀραβικά Μπέητ Γκεμπρίν. Αὐτόν τόν Ἰοῦστο ὀνομάζει καί αὐτός Ἰωσήφ καί Ἰωσῆ, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀδελφός Ἰακώβου τοῦ μικροῦ, δηλαδή τοῦ ἀδελφοθέου, ἕνας ὄντας ἀπό τούς Ἑβδομήκοντα, καί τοποθετήθηκε στήν ἐκλογή μέ τόν Ματθία. Δηλώνει δέ τό Ἰωσῆς σωτηρία, παραγόμενο ἀπό τοῦ Ἰασκᾶ. (Βλέπε σελ. 9 τῆς Δωδεκαβίβλου.)
[5] Σημείωσε, ὅτι περιττά γράφεται ἐδῶ στά Mηναῖα ἡ μνήμη τοῦ Ἀποστόλου Ἀριστοβούλου, διότι αὐτή ἑορτάζεται κατά τήν 31η τοῦ παρόντος. Kαί ἰδιαιτέρως κατά τήν 15η Mαρτίου.


Login