Τῷ αὐτῷ μηνί Λ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καί αὐταδέλφων Ζηνοβίου καί Ζηνοβίας. Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀστερίου, Κλαυδίου, Νέωνος καί τῆς ἀδελφῆς αὐτῶν Νεονίλλης.

Τῷ αὐτῷ μηνί Λ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καί  αὐταδέλφων Ζηνοβίου καί Ζηνοβίας.

 Αὐ­τοί ἔ­ζη­σαν στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Δι­ο­κλη­τια­νοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 290, τέ­κνα γο­νέ­ων εὐ­σε­βῶν. Ἀ­φοῦ συ­νε­λή­φθη πρῶ­τα ὁ Ζη­νό­βιος, πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στόν ἡ­γε­μό­να. Ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σε ὁ ἡ­γε­μό­νας, τό­τε καί ἡ ἀ­δελ­φή του Ζη­νο­βί­α πα­ρέ­δω­σε μό­νη τόν ἑ­αυ­τό της στούς δή­μιους. Τό­τε ­δά­ρθη­καν καί οἱ δύ­ο καί το­πο­θε­τή­θη­καν μέ­σα σέ κα­ζά­νι γεμᾶτο ἀ­πό πίσ­σα. Ἐ­πει­δή ὅ­μως δι­α­φυ­λά­χθη­καν ἀ­βλα­βεῖς μέ τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό τό βα­σα­νι­στή­ριο αὐ­τό, γι’ αὐ­τό ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­καν μέ ξίφος. Καί ἔ­τσι δέ­χθη­καν τούς στε­φά­νους τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. (Τόν ἐ­κτε­νῆ Βί­ο τους βλέπε στόν Νέο Παράδεισο[1]).

Tῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος MαρκιανοἘπισκόπου Συρακούσης, μαθητοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Πέτρου.

 Αὐ­τός χει­ρο­το­νή­θη­κε ἀ­πό τόν Ἀ­πό­στο­λο Πέ­τρο καί ­στά­λθηκε Ἐ­πί­σκο­πος στίς Συ­ρα­κοῦ­σες τῆς Σι­κε­λί­ας. Ἀ­φοῦ κα­τέ­πλη­ξε ὅ­λους ὅσοι ἦ­ταν ἐ­κεῖ μέ τά θαύ­μα­τα καί ση­μεῖ­α πού ἔ­κα­νε καί γκρέ­μι­σε μέ μό­νη τήν προ­σευ­χή του τούς βω­μούς τῶν εἰ­δώ­λων, ἔ­κα­νε ὅ­λους υἱ­ούς φω­τός μέ τήν θε­ο­γνω­σί­α καί μέ τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα. Τό­τε οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι ἀ­πό τόν φθό­νο κι­νού­με­νοι, μή ὑ­πο­φέ­ρον­τας τήν παρ­ρη­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου, τόν θα­νά­τω­σαν μέ βί­αι­ο θά­να­το. Καί ἔ­τσι ἀ­πο­κό­μι­σε ὁ μα­κά­ριος τόν τῆς ἀ­θλή­σε­ως ἀ­μα­ράν­τι­νο στέ­φα­νο.

Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀλεξάνδρου, Κρονίωνος, Ἰουλιανοῦ, Μακαρίου καί ἑτέρων δεκατριῶν.

Αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι ἄ­θλη­σαν στά χρό­νια Δε­κί­ου τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια κα­τά τό ἔ­τος 250. Πρῶ­τος ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος ὡδηγή­θη­κε στό κρι­τή­ριο καί μή μπο­ρῶντας νά στα­θῆ ὄρ­θιος, ἐ­πει­δή ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό πο­δαλ­γί­α, γι’ αὐ­τό αὐ­τός μα­ζί μέ τόν Κρο­νί­ω­να, τόν δι­κό του ἄν­θρω­πο, δι­α­πομ­πεύ­ον­ται μέ­σα ἀπό τήν ἀ­γο­ρά, ὄν­τας ἐ­πά­νω σέ κα­μῆ­λες. Ἔ­πει­τα δέρ­νον­ται, ἀ­φοῦ πρῶ­τα κρε­μά­σθη­καν. Καί τε­λευ­ταῖ­α χύ­θη­κε ἐ­πά­νω τους ἀ­σβέ­στης πού ἦ­ταν ἀ­ναμ­μέ­νος καί ἔ­βρα­ζε. Καί ἔ­τσι οἱ μα­κά­ριοι μέ αὐ­τήν τήν τι­μω­ρί­α πα­ρέ­δω­σαν τίς ψυ­χές τους στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. Ὁ δέ Ἰ­ου­λια­νός καί Μα­κά­ριος, ἀ­φοῦ δέ­χθη­καν πολ­λές τι­μω­ρί­ες, στό τέ­λος ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­καν. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι δε­κα­τρεῖς, ἄλ­λοι κα­τα­ξε­σχί­σθη­καν μέ δι­ά­φο­ρα βα­σα­νι­στή­ρια, ἄλ­λοι πά­λι κά­η­καν καί ἄλ­λοι ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­καν, χω­ρίς νά ἀρ­νη­θοῦν τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Καί ἔ­τσι ὅ­λοι μα­ζί ἔ­λα­βαν οἱ μα­κά­ριοι τούς στε­φά­νους τοῦ μαρτυρίου.

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Εὐτροπία ξίφει τελειοῦται.

 Αὐ­τή ἡ Ἁ­γί­α συ­κο­φαν­τή­θη­κε στόν ἡ­γε­μό­να Ἀ­πελ­λια­νό τῆς Ἀ­λε­ξάν­δρειας, ὅ­τι ἦ­ταν Χρι­στια­νή. Καί ὅ­τι ἀ­σχο­λεῖ­το μέ τίς φυ­λα­κές καί ἐ­πι­σκεπτό­ταν τούς ἀ­πο­κλει­σμέ­νους Ἁ­γί­ους γιά τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Ἔ­τσι ἀ­φοῦ ὡμολό­γη­σε ἄ­φο­βα τόν Χρι­στό, ἀρ­χι­κά, ἀ­φοῦ τήν κρέ­μα­σαν, τήν ­κα­τα­ξέ­σχι­σαν καί ἔ­πει­τα τήν ἔ­κα­ψαν μέ λαμ­πά­δες ἀ­ναμ­μέ­νες. Νό­μι­ζε ὅ­μως τήν φλό­γα σάν νε­ρό δρο­σε­ρό καί βε­βαί­ω­νε ὅ­λους, ὅ­τι ἔ­βλε­πε ἕ­ναν φο­βε­ρό ἄν­θρω­πο, ὁ ὁ­ποῖ­ος τήν κα­τέ­ψυ­χε καί δρό­σι­ζε, τόν ὁ­ποῖ­ο ἄν­θρω­πο ἔ­βλε­παν καί οἱ στρα­τι­ῶ­τες. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά βα­σα­νί­σθη­κε δυ­να­τώ­τε­ρα καί ρί­χθη­κε στήν φυ­λα­κή. Ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στόν ἡ­γε­μό­να τήν ἐρ­χό­με­νη ἡ­μέ­ρα, εἰ­ρω­νεύ­θη­κε αὐ­τόν καί τά εἴ­δω­λά του. Ἔ­τσι ἔ­κο­ψαν τήν γλῶσ­σα της καί με­τά ἀ­πό αὐ­τά ἔ­κο­ψαν καί τήν ἁ­γί­α της κε­φα­λή. Καί ἔ­τσι ἡ μα­κά­ρια πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή της στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ καί ἔ­λα­βε ἀ­πό αὐ­τόν τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν στέ­φα­νο.

Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀστερίου, Κλαυδίου, Νέωνος  καί τῆς ἀδελφῆς αὐτῶν Νεονίλλης.

Κα­τά τήν πρώ­τη ὑ­πα­τεί­α τοῦ Δι­ο­κλη­τια­νοῦ, ὅ­ταν ἡ­γε­μό­νευ­ε ὁ Λυ­σί­ας στήν Κι­λι­κί­α κα­τά τό ἔ­τος 288, τό­τε ἦ­ταν οἱ Ἅ­γιοι αὐ­τοί αὐ­τά­δελ­φοι Χρι­στια­νοί, ὅ­λοι μα­ζί κα­τοι­κῶντας καί ἔχοντας ἀρ­κε­τά χρή­μα­τα. Εἶ­χαν μα­ζί τους καί τήν μη­τρυι­ά τους, ἐ­πει­δή ἡ μη­τέ­ρα τους εἶ­χε πε­θά­νει νω­ρί­τε­ρα καί ἀρ­γό­τε­ρα πέ­θα­νε καί ὁ πα­τέ­ρας τους. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἡ μη­τρυι­ά τους φρόν­τι­ζε ἄ­δι­κα νά κα­τα­κρα­τή­ση τήν ­πε­ρι­ου­σί­α τῶν γο­νέ­ων τους, γι’ αὐ­τό τούς πρό­δω­σε στόν ἡ­γε­μό­να, κα­τη­γο­ρῶντας ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στια­νοί. Οἱ νέ­οι, ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­καν στόν ἡ­γε­μό­να, τοῦ εἶ­παν· ‘‘Ἐ­μεῖς τώ­ρα κα­τα­φρο­νοῦ­με ὅ­λα τά πράγ­μα­τά μας, ὦ ἡ­γε­μό­να. Καί γιά τήν πί­στι μας ὑ­πο­μέ­νου­με κά­θε κα­κό πού θά μᾶς συμ­βῆ. Ἡ δέ μη­τρυι­ά μας, ἡ ὁ­ποί­α δέν συμ­πε­ρι­φέρ­θη­κε, ὅ­πως ἔ­πρε­πε, ἀ­φοῦ εἶ­ναι στήν θέ­σι τῆς μη­τέ­ρας μας, αὐ­τή, νά γνω­ρί­ζης, ὅ­τι δέν μᾶς πρό­δω­σε σ’ ἐ­σέ­να, δι­ό­τι πι­στεύ­ει τήν θρη­σκεί­α τῶν δι­κῶν σας θε­ῶν, ὄ­χι, ἀλ­λά ἐ­πει­δή φρον­τί­ζει ἄ­δι­κα νά πά­ρη ἀ­πό ἐ­μᾶς τήν κλη­ρο­νο­μί­α τοῦ πα­τέ­ρα μας καί τῆς μη­τέ­ρας μας, ἐ­πει­δή εἶ­ναι με­γά­λη’’. Ὅ­ταν τά ἄ­κουσε αὐ­τά ὁ ἡ­γε­μό­νας, φά­νη­κε καί αὐ­τός, ὅ­τι συμ­φώ­νη­σε μέ τόν σκο­πό τῆς μη­τρυι­ᾶς τους καί θέ­λη­σε νά θα­να­τώ­ση τούς Ἁ­γί­ους, γιά νά ἀ­πο­κτή­ση καί αὐ­τός μέ­ρος ἀ­πό τήν γο­νι­κή τους κλη­ρο­νο­μί­α. Τό­τε δι­α­τά­ζει ἀ­μέ­σως νά ἁ­πλω­θῆ ὁ Κλαύ­διος ἀ­πό τά τέσ­σα­ρα μέ­ρη καί νά κα­τα­ξε­σχι­σθοῦν οἱ πλά­τες του μέ ρα­βδιά. Ἔ­πει­τα τόν κρέ­μα­σαν ἀ­πό τά ἄ­κρα τῶν χε­ρι­ῶν. Καί ἔ­κα­ψαν τά πό­δια του μέ ἀ­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να. Κα­τα­χά­ρα­ξαν τά πλευ­ρά του μέ κέν­τρα χάλ­κι­να. Ἔ­πει­τα μέ τοῦ­βλα τόν κα­τα­τρί­βουν καί μέ χόρ­τα τοῦ πα­πύ­ρου τόν καῖ­νε. Ἀ­κού­ον­τας ὁ Ἅ­γιος τόν ἡ­γε­μό­να νά λέ­η: «Θυ­σί­α­σε στούς θε­ούς, γιά νά γλυ­τώ­σης», ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Σοῦ εἶ­πα μί­α φο­ρά, ὅ­τι γιά τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ καί αὐ­τόν τόν θά­να­το κα­τα­φρο­νῶ. Καί λοι­πόν κάνε, ὅ,τι θέ­λεις, ὦ δι­κα­στά». Τό­τε, ἀ­φοῦ τόν κα­τέ­βα­σαν ἀ­πό τό ξύ­λο, τόν φυ­λά­κι­σαν.

Ἔ­πει­τα πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στό κρι­τή­ριο ὁ Ἀ­στέ­ριος, πρός τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ Λυ­σί­ας εἶ­πε. «Ποι­ό εἶ­ναι τό ὄ­νο­μά σου»; Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ Ἅ­γιος δέν ἀ­πα­ν­τοῦσε γι’ αὐ­τό δι­έ­τα­ξε ὁ ἡ­γε­μό­νας νά σπά­σουν τά δόν­τια τοῦ Μάρ­τυ­ρα. Καί ὅ­σο και­ρό ἔ­σπα­ζαν τά δόν­τιά του, φώ­να­ζε ὁ δι­α­λα­λη­τής· ‘‘Θυ­σί­α­σε στούς θε­ούς καί γλύ­τω­σε τήν ζω­ή σου’’. Ὁ Μάρ­τυρας, μο­λο­νό­τι ἐ­τι­μω­ρεῖ­το καί ἄ­κου­γε τήν φω­νή τοῦ δι­α­λα­λη­τῆ, δέν ἔ­παυ­ε ὅ­μως νά ἀν­τι­λέ­γη καί αὐ­τός· «Ὅ,τι θέ­λεις νά κά­νης, ὦ ἡ­γε­μό­να, κά­νε το καί μήν ἀ­με­λῆς. Δι­ό­τι ἐ­γώ δέν θά ἀρ­νη­θῶ τόν Χρι­στό καί Θε­ό μου». Τό­τε τόν κρέ­μα­σαν καί κα­τα­ξέ­σχι­σαν τά πλευ­ρά του. Κα­τέ­κα­ψαν τά πό­δια του, ἀ­φοῦ στρώ­θη­καν ἀ­πό κά­τω κάρ­βου­να ἀ­ναμ­μέ­να. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ τόν ἔ­δει­ραν μέ ρα­βδιά, τόν φυ­λά­κι­σαν.

 Με­τά ἀπό αὐ­τά ἔρ­χε­ται στό κρι­τή­ριο καί ὁ Νέ­ων. Καί ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε καί αὐ­τός ποι­ό εἶ­ναι τό ὄ­νο­μά του, ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἄν θέ­λης νά μά­θης τό ὄ­νο­μά μου, ὦ ἡ­γε­μό­να, γνώ­ρι­ζε, ὅ­τι λέ­γο­μαι Νέ­ων. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως ἀ­πό αὐ­τό μήν ἐλ­πί­ζης νά μά­θης. Δι­ό­τι εἶ­μαι ἀ­δελ­φός αὐ­τῶν πού τι­μω­ρή­θη­καν πρίν ἀ­πό ἐ­μέ­να, τοῦ Κλαυ­δί­ου καί τοῦ Ἀ­στε­ρί­ου. Ἔ­τσι νά χω­ρι­σθῶ ἀ­πό αὐ­τούς δέν εἶ­ναι δυ­να­τό. Ἀλ­λά γιά τήν ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ Χρι­στοῦ μου, νά, τώ­ρα βρί­σκο­μαι ἐ­νώ­πιόν σου. Λοι­πόν μήν ἀρ­γο­πο­ρῆς νά κά­νης ἐ­κεῖ­νο πού θέ­λεις». Τό­τε τόν ξά­πλω­σαν κα­τά γῆς καί τόν ἔ­δερ­ναν δυ­να­τά, ἀ­φοῦ ἔ­στρω­σαν κά­τω ἀ­πό τά πό­δια του καί κάρ­βου­να ἀ­ναμ­μέ­να. Ἀ­φοῦ λοι­πόν τόν ἔ­δει­ραν γιά πολ­λές ὧ­ρες, τόν ἔρριξαν στήν φυ­λα­κή.

Κα­τά τήν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα κά­θι­σε ὁ Λυ­σί­ας στό κρι­τή­ριο. Καί φέρ­νον­τας μπροστά του τόν Ἅ­γιο Κλαύ­διο, τοῦ λέ­ει. «Πές μας, ἄν ἄλλαξες καί σκέ­φθη­κες καλ­λί­τε­ρο λο­γι­σμό». Ὁ Ἅ­γιος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Πε­ρισ­σό­τε­ρο τολ­μη­ρός καί ἄ­φο­βος στέ­κο­μαι μπροστά σου σή­με­ρα, πα­ρά ἐ­χθές, δι­ό­τι ἔ­γι­να μέ τά βα­σα­νι­στή­ρια δυ­να­τώ­τε­ρος καί θαρ­ρα­λε­ώ­τε­ρος». Τό­τε ἀ­μέ­σως ἔ­δε­σαν τά ἄ­κρα τῶν χε­ρι­ῶν καί τῶν πο­δι­ῶν του καί, ἀ­φοῦ τόν κρέ­μα­σαν, τοῦ ἔ­φε­ραν ὄρ­γα­να μη­χα­νι­κά, τά ὁ­ποῖ­α μπαί­νουν μέ­σα στά ἄρ­θρα καί στίς κλει­δώ­σεις τῶν με­λῶν τοῦ σώ­μα­τος. Πα­ρό­μοι­α ἔ­φε­ραν καί τα­νά­λι­ες καί ἔ­τσι μέ αὐ­τά ἔ­βγα­λαν ἀ­πό τήν θέσι τους τίς πα­τοῦ­σες τῶν πο­δι­ῶν καί χε­ρι­ῶν του. Καί, ἀ­φοῦ με­τά ἀ­πό πολ­λές ὧ­ρες κα­τε­βά­σθη­κε μι­σα­πο­θα­μέ­νος, ρί­χθη­κε στήν φυ­λα­κή. Ἔ­πει­τα πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στό κρι­τή­ριο ὁ Ἅ­γιος Ἀ­στέ­ριος, πρός τόν ὁ­ποῖ­ο βλέ­πον­τας ὁ Λυ­σί­ας, ‘‘ἐ­σύ τί λές’’; τοῦ εἶ­πε· ‘‘Σκέ­φθη­κες νά θυ­σιά­σης στούς θε­ούς καί νά ἐ­λευ­θε­ρω­θῆς ἀ­πό τά βά­σα­να;’’ Ὁ Μάρ­τυ­ρας ἀ­πο­κρί­θη­κε· ‘‘Ἐ­κεῖ­νος πού πι­στεύ­ει τόν ἀ­λη­θι­νόν Θε­ό καί ἔ­χει σ’ αὐ­τόν ὅ­λες του τίς ἐλ­πί­δες, αὐ­τός δέν ὑ­πο­λο­γί­ζει θά­να­το. Ἀλ­λά κα­τα­φρο­νεῖ  καί ἄν ἀ­κό­μη πά­θη χι­λιά­δες βά­σα­να’’. Τό­τε ὁ Λυ­σί­ας εἶ­πε, ‘‘κρε­μᾶ­στε τον καί κα­τα­ξε­σχί­στε τά πλευ­ρά του καί τά ἄ­κρα τῶν χε­ρι­ῶν καί τῶν πο­δι­ῶν του κα­τα­κόψ­τε καί μέ σου­βλιά πυ­ρα­κτω­μέ­να κα­τα­κάψ­τε τούς μη­ρούς του’’. Ὅ­ταν ἔ­γι­ναν αὐ­τά, ὁ Μάρ­τυ­ρας αἰ­σθα­νό­με­νος δρι­μύ­τα­τους πό­νους, ‘‘εἴ­θε’’, εἶ­πε, ‘‘νά ἰδῆ ὁ Θε­ός αὐ­τά πού κά­νεις στούς δού­λους σου, δυσ­σε­βέ­στα­τε, καί νά σοῦ κά­νη ἀν­τά­ξια τήν ἐκ­δί­κη­σι’’. Τό­τε ὁ Λυ­σί­ας πρό­στα­ξε τόν Ἅ­γιο Ἀ­στέ­ριο νά τόν φυ­λα­κί­σουν καί νά παρου­σια­σθῆ μπροστά του ὁ Νέ­ω­νας Ἐ­πει­δή ὅ­μως καί αὐ­τός πα­ρέ­με­νε ἀ­με­τά­βλη­τος στήν πί­στι, γι’ αὐ­τό τόν ἅ­πλω­σαν πά­λι κά­τω στήν γῆ καί τόν κα­τα­ξέ­σχι­σαν μέ τά βού­νευ­ρα. Καί ἀ­φοῦ ἔ­γι­νε ὅ­λο τό σῶ­μα του μί­α πλη­γή, φυ­λα­κί­σθη­κε.

Τό­τε δι­έ­τα­ξε ὁ ἡ­γε­μό­νας νά φέ­ρουν καί τήν ἀ­δελ­φή τῶν Ἁ­γί­ων, τήν  Νε­ο­νίλ­λα. Καί ἐ­πει­δή αὐ­τήν τήν βρῆ­κε στα­θε­ρώ­τε­ρη ἀ­πό τήν πέ­τρα στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, γι’ αὐ­τό δι­έ­τα­ξε νά τήν δεί­ρουν στό πρό­σω­πο. Ἔ­πει­τα τήν  ἔ­δε­σαν ἀ­πό τά πό­δια καί τήν κρέ­μα­σαν. Στήν συ­νέ­χεια τήν ἔ­δει­ραν στά πό­δια μέ λου­ριά. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά τήν κρέ­μα­σαν ἀ­πό τά μαλ­λιά τῆς κε­φα­λῆς. Ὕ­στε­ρα, γιά νά τήν ἐξευ­τελί­σουν, ξύ­ρι­σαν καί τήν κε­φα­λή της. Καί ἀ­φοῦ τήν ἅ­πλω­σαν κά­τω ἀ­πό τά τέσ­σε­ρα μέ­ρη, κα­τέ­ξαι­ναν τίς σάρ­κες της μέ ὠ­μά ­λου­ριά. Ἔ­πει­τα ἀ­φοῦ τήν ἅ­πλω­σαν ἀ­νά­σκε­λα, ἔ­βα­λαν ἐ­πά­νω στά στή­θη καί σπλάγ­χνα της κάρ­βου­να ἀ­ναμ­μέ­να. Καί ἔ­τσι ἡ μα­κά­ρια πα­ρέ­δω­σε τό πνεῦ­μα της στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. Τό δέ τί­μιο σῶ­μα της τό ἔ­βα­λαν μέ­σα σέ ἕ­να σάκ­κο καί τό κα­τα­βύ­θι­σαν στήν θά­λασ­σα, ἐ­νῷ τούς Ἁ­γί­ους Μάρ­τυ­ρες, Κλαύ­διο, Ἀ­στέ­ριο καί Νέ­ω­να τούς ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι καί τά σώ­μα­τά τους τά ἔρριξαν στά θη­ρί­α καί στά ὄρ­νε­α γιά νά τά φᾶ­νε. Μέ τέ­τοι­ο μα­κά­ριο τέ­λος τε­λει­ώ­θη­καν αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι καλ­λί­νι­κοι τοῦ Χρι­στοῦ Μάρ­τυ­ρες καί αὐ­τά­δελ­φοι καί ἔ­λα­βαν τούς στε­φά­νους τῆς ἀ­θλή­σε­ως.

Μνή­μη τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων ἐκ τῶν Ἑ­βδο­μή­κον­τα, Τερ­τί­ου, Μάρ­κου, Ἰ­ού­στου τοῦ καί Ἰ­η­σοῦ καί Ἀρ­τε­μᾶ.

 Εἰς τόν Τέρ­τιον.

 * Ὑ­πο­γρα­φεύς σύ τῶν λό­γων τῶν τοῦ Παύ­λου,

Ἐ­γώ δέ σός Τέρ­τι­ε συγ­γρα­φεύς νέ­ος.

 Εἰς τόν Μᾶρ­κον.

 * Ὑ­πη­ρέ­την σε τῶν Ἀ­πο­στό­λων ἔ­γνων,

Ἀλ­λ’ αὖ­θις οἶ­δα καί συ­νερ­γά­την Μᾶρ­κε.

  Εἰς τόν Ἰ­η­σοῦν.

 * Εὐ­ρών Ἰ­η­σοῦν Ἰ­η­σοῦς σω­τη­ρί­αν,

Σω­τήρ ἐ­δεί­χθη τοῖς ἄλ­λοις φερωνύμως[2].

 Εἰς τόν Ἀρτεμᾶν.

 * Δόξης μετέσχεν Ἀρτεμᾶς τῆς τῶν νόων,

Τόν νοῦν φυλάξας ἄρτιον τῷ Κυρίῳ.

 Αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι Ἀ­πό­στο­λοι εἶ­ναι ἀ­πό τούς ἑ­βδο­μῆν­τα, φω­τι­σμέ­νοι μέ τήν πί­στι πρός τόν Θε­ό. Καί ὁ μέν Τέρ­τιος ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος δεύ­τε­ρος Ἰ­κο­νί­ου με­τά τόν Σω­σί­πα­τρο[3] τήν ἔλ­λει­ψι τοῦ ὁ­ποί­ου αὐ­τός ἀ­νε­πλή­ρω­σε καί τούς ἄ­πι­στους πού ἀ­πέ­μει­ναν ἀ­πό τόν Σω­σί­πα­τρο, ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός Τέρ­τιος ἀ­νακαί­νι­σε μέ τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα καί ἔ­γι­νε ὑ­πέ­ρο­χος θαυ­μα­τουρ­γός. Ἔ­γρα­ψε δέ καί τήν πρός Ρω­μαί­ους τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου ἐ­πι­στο­λή, ὅ­πως τό μαρ­τυ­ρεῖ μό­νος σ’ αὐ­τήν λέ­γων· «Ἀ­σπά­ζο­μαι ὑ­μᾶς, ἐ­γώ ὁ Τέρ­τιος ὁ γρά­ψας τήν ἐ­πι­στο­λήν, ἐν Κυ­ρί­ῳ» (Ρωμ. 16,22). Ὁ Μᾶρ­κος εἶ­ναι ὁ ἀ­νε­ψιός τοῦ Βαρ­νά­βα ἀ­πό ἀ­δελ­φό, τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­φέ­ρει ὁ Παῦ­λος στίς ἐ­πι­στο­λές του (B΄ Τι­μοθ. 4,11· Φι­λήμ. 23), καί μά­λι­στα στήν πρός Κο­λοσ­σα­εῖς λέ­γον­τας· «Ἀ­σπά­ζε­ται ὑ­μᾶς Μᾶρ­κος ὁ ἀ­νε­ψιός Βαρ­νά­βα» (Κο­λασ. 4,10), αὐ­τός, λέ­ω, ὁ Μᾶρ­κος ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος Ἀ­πολ­λω­νιά­δος. Καί μέ τό εὐ­αγ­γε­λι­κό κήρ­υγμα ἐ­ξω­λό­θρευ­σε τῶν εἰ­δώ­λων τό σέ­βας. Ὁ Ἰ­οῦ­στος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὠ­νο­μα­ζό­ταν καί Ἰ­η­σοῦς, ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος Ἐ­λευ­θε­ρου­πό­λε­ως[4]. Καί μέ τά λό­για καί θαύ­μα­τα πού ἔ­κα­νε, εἵλ­κυ­σε στήν ἐ­πί­γνω­σι τῆς ἀ­λη­θεί­ας ὅ­λους τούς ἐ­κεῖ εὑ­ρι­σκό­με­νους ἀ­πί­στους. Ὁ Ἀρ­τε­μᾶς ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος στήν Λύ­στρα. Καί ὡς δό­κι­μος ὑ­πη­ρέ­της Χρι­στοῦ, δι­έ­λυ­σε κά­θε πλά­νη καί μη­χα­νή τῶν δαι­μό­νων. Ἔ­τσι καί οἱ τέσ­σε­ρις αὐ­τοί Ἀ­πό­στο­λοι, ἀ­φοῦ ἀ­γω­νί­σθη­καν γιά τήν εὐσέβεια καί ἔπεσαν σέ πειρασμούς μεγάλους, εἰρηνικά παρέδωσαν τίς ψυχές τους στά χέρια τοῦ Θεοῦ[5].



[1] Τόν ἑλληνικό τους Βίο συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Αἰγαί πόλις ἐστί». (Σῴζεται στήν Λαύρα, στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες).

 [2] Μήπως αὐτός εἶναι πού ἀναφέρεται στίς Πράξεις, ὁ ὁποῖος ὠνομαζόταν καί Ἰωσήφ καί Βαρσαβᾶς; «Ἔστησαν γάρ, φησί, δύο, Ἰωσήφ τόν καλούμενον Βαρσαβᾶν, ὅς ἐπεκλήθη Ἰοῦστος» (Πράξ. 1,23). Αὐτός ὁ Ἰοῦστος εἶχε καί βιβλίο, ἀπό τό ὁποῖο φέρνει καί μαρτυρία ὁ Ἀρεοπαγίτης Διονύσιος στό περί θείας Εἰρήνης, κεφ. ια΄, λέγοντας· «Ἥν (θείαν εἰρήνην δηλαδή) ἱεράν ἀφθεγξίαν ὁ θεῖος Ἰοῦστος ἀποκαλεῖ».

[3] Ὁ Σωσίπατρος αὐτός ἑορτάζεται κατά τήν 10η  τοῦ Νοεμβρίου, μαζί μέ τόν Ὀλυμπᾶ, Ροδίωνα, Ἔραστο καί Κούαρτο. Καί κατά τήν 29η τοῦ Ἀπριλίου, μέ τόν Ἰάσωνα ἑορτάζεται.

[4] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι κα­τά τόν Δο­σί­θε­ο ἡ Ἐ­λευ­θε­ρού­πο­λις αὐτή λέ­γε­ται στά ἀ­ρα­βι­κά Μπέ­ητ Γκεμ­πρίν. Αὐ­τόν τόν Ἰ­οῦ­στο ὀ­νο­μά­ζει καί αὐ­τός Ἰ­ω­σήφ καί Ἰ­ω­σῆ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἀ­δελ­φός Ἰ­α­κώ­βου τοῦ μι­κροῦ, δη­λα­δή τοῦ ἀ­δελ­φο­θέ­ου, ἕ­νας ὄν­τας ἀ­πό τούς Ἑ­βδο­μή­κον­τα, καί το­πο­θε­τή­θη­κε στήν ἐ­κλο­γή μέ τόν Ματ­θί­α. Δη­λώ­νει δέ τό Ἰ­ω­σῆς σω­τη­ρί­α, πα­ρα­γό­με­νο ἀ­πό τοῦ Ἰ­α­σκᾶ. (Βλέ­πε σελ. 9 τῆς Δω­δε­κα­βί­βλου.)

[5] Σημείωσε, ὅτι περιττά γράφεται ἐδῶ στά Mηναῖα ἡ μνήμη τοῦ Ἀποστόλου Ἀριστοβούλου, διότι αὐτή ἑορτάζεται κατά τήν 31η τοῦ παρόντος. Kαί ἰδιαιτέρως κατά τήν 15η Mαρτίου.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης