Τῷ αὐτῷ μηνί ΛA΄, μνήμη τῶν Ἁγίων ἕξ Ἀποστόλων ἐκ τῶν Ἑβδομήκοντα, Στάχυος, Ἀπελλοῦ, Ἀμπλίου, Οὐρβανοῦ, Ναρκίσσου καί Ἀριστοβούλου* Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Νικόλαος ὁ ἐν Χίῳ μαρτυρήσας κατά τό 1754 ἔτος, ξίφει τελειοῦται.

Τῷ αὐτῷ μηνί ΛA΄, μνήμη τῶν Ἁγίων ἕξ Ἀποστόλων ἐκ τῶν Ἑβδομήκοντα, Στάχυος, Ἀπελλοῦ, Ἀμπλίου, Οὐρβανοῦ,  Ναρκίσσου καί Ἀριστοβούλου[1].

Ἀπό αὐτούς τούς πέντε Ἀποστόλους, ὁ μέν Ἅγιος Στάχυς ἔγινε πρῶτος Ἐπίσκοπος Βυζαντίου, δηλαδή τῆς νῦν Κωνσταντινουπόλεως, ἀ­πό τόν πρω­τό­κλη­το Ἀν­δρέ­α. Αὐ­τός ἔ­κτι­σε Ἐκ­κλη­σί­α καί στήν Ἀρ­γυ­ρού­πο­λι, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν κον­τά στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, καί δί­δα­σκε τά πλή­θη τῶν Χρι­στια­νῶν, πού συγ­κεν­τρώ­νον­ταν σ’ αὐ­τήν. Ἀ­φοῦ λοι­πόν πέ­ρα­σε δέ­κα ἕ­ξι χρό­νια στό ἀ­πο­στο­λι­κό κή­ρυγ­μα, ἀ­νε­παύ­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ.  Ὁ Ἀ­πελ­λῆς ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος Ἡ­ρα­κλεί­ας καί ἀ­φοῦ ἔ­φε­ρε πολ­λούς στόν Χρι­στό, ἔ­λα­βε τέ­λος μα­κά­ριο[2]. Ὁ Ἀμ­πλί­ας καί Οὐρ­βα­νός Ἐ­πί­σκο­ποι καί αὐ­τοί ἔ­γι­ναν ἀ­πό τόν πρω­τό­κλη­το Ἀν­δρέ­α. Ὁ Ἀμ­πλί­ας τῆς Ὀ­δυσ­σου­πό­λε­ως καί ὁ Οὐρ­βα­νός τῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Ἐ­πει­δή ὅ­μως κή­ρυτ­ταν τόν Χρι­στό, γκρέ­μι­ζαν τά εἴ­δω­λα, γι’ αὐ­τό θα­να­τώ­θη­καν οἱ μα­κά­ριοι. Καί ἔ­τσι οἱ ἀ­οί­δι­μοι πα­ρέ­δω­σαν τίς ψυ­χές τους στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Νάρ­κισ­σος χει­ρο­το­νή­θη­κε Ἐ­πί­σκο­πος Ἀ­θη­νῶν. Καί, ἐ­πει­δή ­δί­δα­σκε τήν ἀ­λή­θεια τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, γι’ αὐ­τό δέ­χθη­κε δι­ά­φο­ρα βα­σα­νι­στή­ρια καί ἔ­τσι μαρ­τυ­ρι­κά τέ­λει­ω­σε τόν δρό­μο τῆς ἀ­πο­στο­λῆς του. Ὁ Ἀ­ρι­στό­βου­λος χει­ρο­το­νή­θη­κε καί αὐ­τός ποι­μέ­νας λο­γι­κοῦ ποι­μνί­ου καί κη­ρύτ­τον­τας τόν Χρι­στό  σέ ὅ­λους, ἔ­λα­βε μα­κά­ριο τέ­λος τῶν πό­νων του



[1] Τόν ἑλ­λη­νι­κό Βί­ο του συ­νέ­γρα­ψε ὁ Με­τα­φρα­στής, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ἄρ­τι μέν ἡ ­τῆς ἀ­σε­βεί­ας ἀ­χλύς». (Σῴ­ζε­ται στήν Λαύ­ρα, στήν τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες.

[2]  Σημείωσε, ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ Ἀπελλῆς αὐτός ἀπό τόν ἑορταζόμενο κατά τήν 10η τοῦ Σεπτεμβρίου, διότι ἐκεῖνος χρημάτισε Σμύρνης Ἐπίσκοπος, ὅπως μαρτυρεῖ τό ἐκεῖ Συναξάρι του, πού γράφεται μέ τόν Λουκᾶ καί K­λή­μεν­τα.

 

* Ὁ Ἅ­γιος Νε­ο­μάρ­τυς Νι­κό­λα­ος ὁ ἐν Χί­ῳ μαρ­τυ­ρή­σας κα­τά τό 1754 ἔ­τος, ξί­φει τελειοῦται.

Αὐ­τός ὁ νέ­ος Μάρ­τυς τοῦ Χρι­στοῦ Νι­κό­λα­ος ἦ­ταν ἀ­πό τήν πε­ρί­φη­μη νῆ­σο Χῖ­ο, ἀ­πό τό χω­ριό πού ὀ­νο­μά­ζε­ται Κα­ρυ­ές, Χρι­στια­νός ἀ­νέ­κα­θεν ἀ­πό γο­νεῖς καί προ­γό­νους. Καί ὁ μέν πα­τέ­ρας του ὠ­νο­μα­ζό­ταν Πέ­τρος, ἡ δέ μη­τέ­ρα του Στα­μα­τοῦ. Καί ὄ­χι μό­νο ἦ­ταν αὐ­τός Χρι­στια­νός, ὡς πρός τήν ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ γέ­νους, ἀλ­λά ἦ­ταν μά­λι­στα Χρι­στια­νός καί ὡς πρός τά χρι­στι­α­νι­κά ἤ­θη ἀ­πό τήν νε­α­ρή του ἡ­λι­κί­α. Εὐ­λα­βής φυ­σι­κά στά θεῖα, τα­πει­νός πρός ὅ­λους, σε­μνός στήν συ­να­να­στρο­φή του, ἐγ­κρα­τής στήν γλῶσ­σα τό­σο, ὥ­στε οὔ­τε βλα­σφη­μί­α, οὔ­τε καμ­μί­α ἄλ­λη κα­κο­λο­γί­α δέν ἀ­κου­γό­ταν πο­τέ ἀ­πό τό στό­μα του. Καί ἐ­πά­νω ἀ­πό ὅ­λα ἡ ἁ­πλό­τη­τα καί ἡ κα­λω­σύ­νη πού εἶ­χε, ἐ­πί πλέ­ον καί ἡ ὑ­πο­μο­νή ἀ­πό ὅ­λους θαυ­μα­ζό­ταν καί ἐ­παι­νεῖ­το. Καί σχε­δόν ἦ­ταν στο­λι­σμέ­νος ὁ Μα­κά­ριος ἀ­πό τήν νε­ό­τη­τά του μέ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τά κα­λά καί τίς χά­ρι­τες, πού δι­α­βά­ζου­με γιά τούς πα­λαι­ούς Ἁ­γί­ους, κα­θώς τούς προ­φα­νέ­ρω­ναν τί λο­γῆς ἄν­θρω­ποι ἐ­πρό­κει­το νά στα­θοῦν στό μέλ­λον. Ἐ­πει­δή καί ἡ ἁ­πλό­τη­τα ἐ­κεί­νη καί ἡ κα­λο­σύ­νη πού εἶ­χε, δέν ἦ­ταν ἀ­φέ­λεια καί ἀ­νο­η­σί­α, κα­θώς συμ­βαί­νει πολ­λές φο­ρές σέ πολ­λούς, ἀλ­λά ἦ­ταν ἀ­γα­θό­τη­τα ἀ­λη­θι­νή καί κα­λω­σύ­νη. Ἁ­πλό­τη­τα, δη­λα­δή, ἐ­νάν­τια στήν δο­λι­ό­τη­τα, καί κα­λω­σύ­νη ἐ­νάν­τια στήν πο­νη­ρί­α καί συ­νε­πῶς ἦ­ταν ἀ­ρε­τή θε­ά­ρε­στη. Τέ­τοι­ος ἦ­ταν, Χρι­στια­νοί, ὁ θεῖ­ος Νι­κό­λα­ος ἀ­κό­μα ἀ­πό τίς ἀρ­χές του, πα­ρό­λο πού ἀ­να­τρά­φη­κε ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος ὀρ­φα­νός χω­ρίς προ­στα­σί­α καί ἐκ­παί­δευ­σι ἀ­πό πα­τέ­ρα.

Τί συ­νέ­βη ὅ­μως με­τά ἀ­πό αὐ­τά; Ἀ­φοῦ πλέ­ον ἔ­φθα­σε στήν ἡ­λι­κί­α τῶν εἴ­κο­σι ἐτῶν, συμ­φώ­νη­σε μέ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο τοῦ ἴ­διου χω­ριοῦ, Φραγ­κού­λη στό ὄ­νο­μα, καί ἀ­φοῦ ἔ­φυ­γαν στήν Μα­γνη­σί­α, δού­λευ­αν ὡς χτί­στες. Ὁ Νι­κό­λα­ος ὅ­σο με­γά­λω­νε στήν ἡ­λι­κί­α, τό­σο πρό­κο­βε καί ὡς πρός τά προ­α­να­φερ­θέν­τα κα­λά. Ἀλ­λά γιά νά προ­σπε­ρά­σω τά ἄλλα, ἕ­να μό­νο θά ἀ­να­φέ­ρω, καί ἀ­πό αὐ­τό μπο­ρεῖ νά κα­τα­λά­βη ὁ κα­θέ­νας καί τά ἄλ­λα. Ἀ­κρί­δα ἔ­πε­σε καί πνί­γη­κε στό μέ­ρος πού ἔ­με­ναν· καί ἕ­νας ἀ­πό τήν συν­τρο­φιά τους, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Ἰ­ω­άν­νης, Χῖ­ος καί αὐ­τός, γνω­ρί­ζον­τας τήν δι­ά­θε­σί του, ἔ­λα­βε μί­α ἀ­πό αὐ­τές τίς πνιγ­μέ­νες ἀ­κρί­δες καί τίς ἔ­τρι­βε στό πρό­σω­πό του, γιά νά τόν δο­κι­μά­ση, ἐ­άν θυ­μώ­ση καί τοῦ πῆ κα­νέ­να σκλη­ρό ἤ ἀ­πρε­πῆ λό­γο· καί αὐ­τός τό­ση ὑ­πο­μο­νή ἔ­δει­ξε, ὥ­στε δέν ἄ­νοι­ξε τό στό­μα του νά πῆ τί­πο­τε. Ἀλ­λά ὁ τό­σο ἀ­γα­θός καί χα­ρι­τω­μέ­νος νέ­ος, ὁ Κύ­ριος γνω­ρί­ζει γιά ποι­ά κρί­μα­τα, ξύ­πνη­σε μί­α τῶν ἡ­με­ρῶν ἔ­ξω φρε­νῶν, χω­ρίς καμ­μί­α φαι­νο­με­νι­κή αἰ­τί­α, ἀλ­λά, καί πα­ρό­λο πού πα­ρα­φρό­νη­σε καί βγῆ­κε ἀ­πό τόν νοῦ του, πά­λι δέν ἔ­κα­νε ἔρ­γα ἀ­φρο­σύ­νης καί τρέλ­λας·  μό­νο φαι­νό­ταν σάν πα­ρα­λο­γι­σμέ­νος καί σα­στι­σμέ­νος. Βλέ­πον­τάς τον λοι­πόν οἱ Ἀ­γα­ρη­νοί ὡ­ραῖ­ο καί σέ τέ­τοι­α κα­τά­στα­σι, τόν πα­ρα­κι­νοῦ­σαν νά τουρ­κέ­ψη καί αὐ­τός, μή ἔ­χον­τας τά λο­γι­κά του, τούς ἀ­κο­λού­θη­σε καί χω­ρίς με­γά­λη βί­α. Ὁ­πό­τε, φέρ­νον­τάς τον αὐ­τοί μέ προ­θυ­μί­α με­γά­λη καί ζῆ­λο πο­λύ, τόν πα­ρου­σί­α­σαν στούς ἀρ­χη­γούς τους, λέ­γον­τας πρός αὐ­τούς, ὅ­τι αὐ­τός ὁ­ νέ­ος ζη­τεῖ νά τουρ­κέ­ψη. Καί ἐ­κεῖ πά­λι ἐρω­τώ­με­νος ἐ­άν θέ­λη νά τουρκέ­ψη, σι­ω­ποῦ­σε, σάν νά μήν αἰ­σθα­νό­ταν καί νά μήν ἄ­κου­γε τί τοῦ ἔ­λε­γαν καί ἑ­πο­μέ­νως ἐ­πει­δή ἀ­γα­νά­κτη­σαν ἐξ αἰ­τί­ας αὐ­τῆς τῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς, αὐ­τόν μέν ὡς τρελ­λό δέρ­νον­τάς τον τόν ἔ­δι­ω­ξαν ἀ­πό ἐ­κεῖ, ἐ­κεί­νους δέ πού τόν πρό­σφε­ραν, τούς ἐ­πέ­πλη­ξαν καί τούς ντρό­πια­σαν, διότι τούς ἔ­φε­ραν ἐ­κεῖ ἕ­ναν τέ­τοι­ο ἄν­θρω­πο.

Ὕ­στε­ρα δέ ἀ­πό αὐ­τό, ἐ­πει­δή φο­βή­θη­καν οἱ ἄλ­λοι του συμ­πα­τρι­ῶ­τες νά μήν πά­θη καμ­μί­α ψυ­χι­κή ζη­μιά, τόν ἔ­φε­ραν στήν Χῖ­ο, στήν ἀ­δελ­φή του, πού λε­γό­ταν Δε­σποι­νοῦ, δι­η­γού­με­νοι σ’ αὐ­τήν καί τά ὅ­σα συ­νέ­βη­σαν στήν Μα­γνη­σί­α. Αὐ­τή ὅ­μως, ὤ καί τί νά ­πῶ γιά τήν ἀ­φρο­σύ­νη της!, δέν τά ­φύ­λα­ξε μυ­στι­κά καί γι’ αὐ­τό με­τά ἀ­πό λί­γο ἔ­φθα­σε στούς ἀ­γά­δες τῆς Χί­ου ἡ κα­κή φή­μη, ὅ­τι, δη­λα­δή, τούρ­κε­ψε στήν Ἀ­να­το­λή. Καί τό­τε βέ­βαι­α κιν­δύ­νευ­σε νά πά­θη τό ναυά­γιο μέ­σα στό λι­μά­νι ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος Νι­κό­λα­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος πρό ὀ­λί­γου εἶ­χε γλυ­τώ­σει ἀ­πό τό πέ­λα­γος τῆς Μα­γνη­σια­κῆς ἀ­σέ­βειας. Τό­τε, λέ­ω, ἀ­φοῦ πλη­ρο­φο­ρή­θη­καν οἱ ἀ­γά­δες τά σχε­τι­κά μέ τόν Νι­κό­λα­ο καί παίρ­νον­τάς τον, ἄλ­λα­ξαν τήν μορ­φή καί τό ὄ­νο­μά του καί στό ἑ­ξῆς ἐμ­φα­νι­ζό­ταν μέ ροῦ­χα τουρ­κι­κά καί μέ τό ὄ­νο­μα Με­ϊ­μέ­της καί τί­πο­τε ἄλ­λο δέν τοῦ ἔ­λει­πε, ἐ­κτός ἀ­πό τήν πε­ρι­το­μή, τήν ὁ­ποί­α πο­τέ δέν ἔ­κα­νε. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἐστε­ρεῖτο τά ἀ­ναγ­καῖ­α πρός τό ζῆν, πῆ­γε κον­τά στούς χα­σά­πη­δες καί, βό­σκον­τας τά ζῷ­α, πού εἶ­χαν γιά σφα­γή, λάμ­βα­νε ἀ­πό αὐ­τούς τά πρός τό ζῆν.

Μί­α λοι­πόν τῶν ἡ­με­ρῶν συ­νέ­βη ἀ­πό θεί­α οἰ­κο­νο­μί­α νά τόν ἰδῆ στά βου­νά τῆς Ἁ­γί­ας Ὑ­πα­κο­ῆς κά­ποι­ος ἀρ­χι­μαν­δρί­της, Κύ­ριλ­λος στό ὄ­νο­μα, συ­νέ­βη, λέ­ω, νά τόν ἰδῆ καί νά ρω­τή­ση γι’ αὐ­τόν αὐ­τούς πού βρίσκον­ταν ἐ­κεῖ, τί ἄν­θρω­πος ἦ­ταν, καί, ἀ­φοῦ ἔ­μα­θε ἀ­πό αὐ­τούς τά πάν­τα, γνω­ρί­ζον­τας, ὅ­τι ἡ δή­λω­σι τῶν λό­γων τοῦ Κυ­ρί­ου φω­τί­ζει καί συ­νε­τίζει τά μι­κρά παι­διά, προ­σῆλ­θε σ’ αὐ­τόν καί, ἀ­φοῦ τόν ρώ­τη­σε καί γνώ­ρι­σε τήν πολ­λή του ἁ­πλό­τη­τα, τόν δο­κί­μα­ζε πλέ­ον μέ κα­τάλ­λη­λους τρό­πους, γιά νά κα­τα­λά­βη τήν γνώ­μη του ποῦ κλί­νει, ἔ­πει­τα καί κά­ποι­ες συμ­βου­λές τοῦ ἔ­δω­σε, τί νά κά­νη καί πῶς νά περ­νᾶ. Καί αὐ­τά φαί­νε­ται ὅ­τι ἦ­ταν ἡ ἀρ­χή καί ἡ ἀ­φορ­μή τῆς με­τα­βο­λῆς καί τῆς δι­ορ­θώ­σε­ώς του. Δι­ό­τι, ἀ­φοῦ ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ, ἦλθε σέ κά­ποι­ο τό­πο πού λε­γό­ταν ὑ­δρα­γω­γεῖ­ο καί κοι­μή­θη­κε ἐ­κεῖ μέ­σα σέ μί­α γκρε­μι­σμέ­νη Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἁ­γί­ας Ἄν­νης· ὡ­στό­σο, ἐ­νῷ ἔ­κλει­σε τά σω­μα­τι­κά μά­τια σέ ὕ­πνο, ἄ­νοι­ξε ὅ­μως τά ψυ­χι­κά μά­τια ὡς ἄλ­λος Ἰ­α­κώβ σέ ὀ­πτα­σί­α πα­ρά­δο­ξη, καί, νά, βλέ­πει μί­α ὡ­ραι­ό­τα­τη κό­ρη ντυ­μέ­νη μέ ξε­νι­κή στο­λή καί τοῦ λέ­ει· ‘‘Σή­κω, πή­γαι­νε στόν ἱ­ε­ρέ­α τοῦ Να­οῦ τοῦ Υἱ­οῦ μου νά σέ λού­ση, νά θε­ρα­πευ­θῆς, γιά νά σέ πά­ρω γαμ­πρό’’. Ἔ­πει­τα ἀ­φοῦ ξύ­πνη­σε, ἔ­τρε­ξε μέ χα­ρά με­γά­λη στό χω­ριό, δι­η­γού­με­νος λέ­ξι πρός λέ­ξι στήν ἀ­δελ­φή του τό ὅ­ρα­μα ἐ­κεῖ­νο. Αὐ­τά τά ἴ­δια ἀ­νάγ­γει­λαν καί στόν ἐ­φη­μέ­ριό τους, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Γεν­νά­διος, ζη­τῶντας τήν λύ­σι καί τήν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ ὀ­νεί­ρου· αὐ­τός ὅ­μως θε­ω­ρῶντας τό ὄ­νει­ρο ἁ­πλῶς ἤ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ἀ­φρο­σύ­νης του, τούς ἔ­δι­ω­ξε, λέ­γον­τας, ‘‘τοῦ τρελ­λοῦ τό ὄ­νει­ρο θά ἐ­ξε­τά­σου­με τί εἶ­ναι καί τί δέν εἶ­ναι’’; Ἐ­πει­δή δέ ὁ προ­α­να­φερ­θείς ἀρ­χι­μαν­δρί­της εἶ­χε τό­τε κα­λή ὑ­πό­λη­ψι, ἐ­πι­πλέ­ον ἦ­ταν καί προ­ε­στώς στόν Να­ό τοῦ Σω­τῆ­ρος Χρι­στοῦ, πού εἶ­ναι στό πα­λαι­ο­κά­στρο, γι’ αὐ­τό προ­σῆλ­θαν σ’ αὐ­τόν νά τοῦ ψάλ­λη ἁ­για­σμούς, νά τοῦ δι­α­βά­ση ἐ­ξορ­κι­σμούς, μή­πως τά­χα αὐ­τά ἐν­νο­οῦ­σε λού­σι­μο ἡ κό­ρη πού τοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε καί αὐ­τόν (τόν ἀρ­χι­μαν­δρί­τη, λέ­ω), ἔ­λε­γε ἱ­ε­ρέ­α τοῦ Να­οῦ τοῦ Υἱ­οῦ της, ὅ­πως καί ἡ ἔκ­βα­σις τῶν πραγ­μά­των τό ἔ­δει­ξε· δι­ό­τι ἀ­φοῦ προ­σκά­λε­σε τήν θεί­α βο­ή­θεια μέ τίς προ­σευ­χές τοῦ ἱ­ε­ροῦ ἐ­κεί­νου ἀρ­χι­μαν­δρί­του, ἔ­λα­βε τό πο­θού­με­νο, δη­λα­δή ἦλθε στά λο­γι­κά του καί θεραπεύθηκε καί ἔ­γι­νε, ὅ­πως ἦ­ταν προ­η­γου­μέ­νως σέ δι­ά­στη­μα δύ­ο ἡ­με­ρο­νυ­κτί­ων. Ὁ δέ ἀρ­χι­μαν­δρί­της, ἀ­φοῦ μέ τήν θεί­α χά­ρι τόν κα­τέ­στη­σε ὑ­γι­ῆ καί φρό­νι­μο, φρόν­τι­σε πλέ­ον καί γιά τήν ψυ­χι­κή του ὑ­γεί­α. Γι’ αὐ­τό τόν κα­τή­χη­σε κα­λά καί τόν δί­δα­ξε ἰ­καν­οποι­η­τι­κά καί ἔ­τσι, ἀ­φοῦ τόν ἔ­βα­λε σέ ὁ­δό με­τα­νοί­ας καί Χρι­στι­α­νι­κῆς ζω­ῆς, τόν ἄ­φη­σε νά φύ­γη ἐν εἰ­ρή­νῃ.

Τά ὑ­πό­λοι­πα ὅ­μως τῆς δι­η­γή­σε­ως, ἀ­δελ­φοί, εἶ­ναι θαυ­μα­στά καί πα­ρά­δο­ξα, καί ὡς τέ­τοι­α καί με­γα­λύ­τε­ρη ζη­τοῦ­ν τήν προ­σο­χή. Δι­ό­τι, ἀ­φοῦ ἦλθε στά λο­γι­κά του ὁ νέ­ος καί συ­νε­τί­σθη­κε, χω­ρίς νά τοῦ μεί­νη κα­νέ­να ἐ­λάτ­τω­μα, ἄρ­χι­σε, νά κά­νη μί­α θαυ­μά­σι­α με­τά­νοι­α, καί, ἀ­φοῦ ἀ­πέρ­ρι­ψε ἀ­μέ­σως κά­θε σω­μα­τι­κή φρον­τί­δα ὁ πα­νύ­μνη­τος, μέ νη­στεί­α καί προ­σευ­χή καί ἀ­γρυ­πνί­α, περ­νοῦ­σε ὅ­λο τόν και­ρό πρίν ἀ­πό τό Μαρ­τύ­ριο καί μέ γο­νυ­κλι­σί­ες σχε­δόν ὑ­πε­ρά­ριθ­μες. Πολ­λές φο­ρές δέ, καί πα­ρα­κι­νού­με­νος ἀ­πό τήν ἀ­δελ­φή του νά δώ­ση λί­γη ἄ­νε­σι στόν ἑ­αυ­τό του ἀ­πό τήν πολ­λή νη­στεί­α καί τα­λαι­πω­ρί­α, δέν θέ­λη­σε, ἀλ­λά συ­νέ­χι­ζε νά νη­στεύ­η συ­νεχῶς καί δύ­ο καί τρεῖς ἡ­μέ­ρες. Βλέ­πον­τας δέ τήν εἰ­κό­να τῆς Ἀ­πο­το­μῆς τοῦ Τι­μί­ου Προ­δρό­μου, τήν ἅρ­πα­ζε καί τήν κα­ταφι­λοῦ­σε ἀ­χόρ­τα­γα, (αὐ­τός πού ὑ­πῆρ­ξε εἰ­κο­νο­μά­χος τόν και­ρό τῆς ἀ­φρο­σύ­νης του) καί μέ θερ­μά δά­κρυ­α στά μά­τια καί καρ­διά συν­τριμ­μέ­νη καί τα­πει­νω­μέ­νη, ἤ, γιά νά ποῦ­με κα­λύ­τε­ρα, ἀ­ναμ­μέ­νη ἀ­πό τήν φλό­γα τῆς ἀ­γά­πης γιά τόν Χρι­στό, «Ἅ­γιε τοῦ Θε­οῦ», λέ­ει, «ὅ­πως ἐ­σύ γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κες, ἔ­τσι ἀ­ξί­ω­σε καί ἐ­μέ­να νά ἀ­πο­κε­φα­λι­σθῶ γιά τήν ἀ­γά­πη του». Ὤ ἔ­ρω­τας! Ὤ ἀ­γά­πη θερ­μό­τα­τη πρός τόν Χρι­στό! Πράγ­μα­τι με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πό αὐ­τή τήν ἀ­γά­πη κα­νείς δέν ἔ­χει. Γι’ αὐ­τό, πα­ρό­λο πού ἦ­ταν δυ­να­τόν νά πά­η σέ κα­νέ­να μέ­ρος καί ἐ­κεῖ καί τόν Χρι­στό νά λα­τρεύ­η καί τήν ζω­ή του νά φυ­λά­η, πα­ρό­λο τοῦ­το χω­ρίς νά φο­βᾶ­ται αὐ­τούς πού σκο­τώ­νουν τό σῶ­μα, τήν ψυ­χή ὡ­στό­σο δέν μπο­ροῦν νά τήν σκο­τώ­σουν, συμ­πε­ρι­φε­ρό­ταν ὡς Χρι­στια­νός, τό­σο πού καί στήν Ἐκ­κλη­σί­α μα­ζί μέ τούς ἄλ­λους πή­γαι­νε. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή πρό ὀ­λί­γου ἐμ­φα­νι­ζό­ταν καί ἀ­να­γνω­ρι­ζό­ταν ὡς Τοῦρ­κος, γι’ αὐ­τό φο­βού­με­νοι οἱ ἄλ­λοι Χρι­στια­νοί τόν κίν­δυ­νο νά τόν δέ­χων­ται στήν Ἐκ­κλη­σί­α, τήν τρί­τη φο­ρά πού πῆ­γε πά­λι, τόν ἔ­δι­ω­ξαν μέ φω­νές καί θό­ρυ­βο. Αὐ­τός δέ ὁ Μα­κά­ριος στά­θη­κε στό μέ­σο τοῦ να­οῦ μέ πρό­σω­πο σκυ­θρω­πό καί βρεγ­μέ­νο ἀ­πό δά­κρυ­α καί μέ θρη­νώ­δη φω­νή, «για­τί μέ δι­ώ­χνε­τε», τούς λέ­ει, «ἀ­δελ­φοί, ἀ­πό τόν να­ό τοῦ Θε­οῦ, πού εἶ­μαι καί ἐ­γώ Χρι­στια­νός, σάν καί ἐ­σᾶς; Ἐ­κτός τοῦ ὅ­τι εἶ­μαι Χρι­στια­νός καί Χρι­στια­νός πρό­κει­ται νά πε­θά­νω». Ἔ­πει­τα ἀ­φοῦ σφρά­γι­σε τόν ἑ­αυ­τό του τρεῖς φο­ρές μέ τό ση­μεῖ­ο τοῦ τι­μί­ου σταυ­ροῦ, βγῆ­κε ἔ­ξω μέ δά­κρυ­α καί ἀ­να­στε­ναγ­μούς καί πη­γαί­νον­τας στό σπί­τι του, δό­θη­κε ὅ­λος σέ θερ­μή δέ­η­σι πρός τόν Θε­ό, ἕ­ως ὅ­του καί οἱ ἄλ­λοι βγῆ­καν ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Καί τό­τε ἐ­πει­δή εἶ­χε ἀ­κου­σθῆ καί πρω­τύ­τε­ρα, ὅ­τι ὁ Νι­κό­λα­ος στρά­φη­κε πά­λι στήν προ­η­γού­με­νή του πί­στι καί ἄ­φη­σε τήν Τουρ­κι­κή, ἐ­πει­δή εἶ­χε ἀ­κου­σθῆ, λέ­ω, αὐ­τό, νά καί φθά­νουν σάν νά ἐ­πρό­κει­το γιά λη­στη, μέ μα­χαί­ρια καί ὅ­πλα οἱ ἀ­πε­σταλ­μέ­νοι ἀ­πό τό δι­κα­στή­ριο, γιά νά τόν φέ­ρουν σέ ἐ­ξέ­τα­σι τοῦ τολ­μή­μα­τος. Καί πρῶ­τα μέν τοῦ ἔ­δε­σαν πί­σω τά χέ­ρια του, ἔ­πει­τα συ­νέ­λα­βαν καί τόν ἐ­φη­μέ­ριο τοῦ χω­ριοῦ καί ἄλ­λους δύ­ο ἀ­πό τούς πρού­χον­τες καί ὅ­λους μα­ζί τούς ἔ­φε­ραν στό δι­κα­στή­ριο. Καί τούς μέν ἄλ­λους τρεῖς τούς φυ­λά­κι­σαν, μό­νο δέ τόν Νι­κό­λα­ο πα­ρου­σίασαν  σέ ἐ­ξέ­τα­σι. Καί αὐ­τός ἐ­ξε­τα­ζό­ταν καί τόν ρω­τοῦ­σαν, για­τί νά ἀλ­λά­ξη τό σχῆ­μα καί τό ὄ­νο­μά του καί νά γί­νη πά­λι Χρι­στια­νός; «Ἐ­πει­δή ἐ­γώ ἀ­πό Χρι­στια­νούς γεν­νή­θη­κα», τούς ἀ­πο­κρί­νε­ται, «καί Χρι­στια­νός ἀ­να­τρά­φη­κα καί εἶ­μαι Χρι­στια­νός καί τόν Χρι­στό μου πο­τέ δέν ἀρ­νή­θη­κα νά τουρ­κέ­ψω, οὔ­τε θά τόν ἀρ­νη­θῶ πο­τέ, ἀλ­λά Χρι­στια­νός πρό­κει­ται νά πε­θά­νω». Καί αὐ­τά μέν εἶ­πε ὁ νέ­ος. Ὁ δέ δι­κα­στής καί αὐ­τοί πού ἦ­ταν μα­ζί του τό­τε κα­τ' ἀρ­χάς δο­κί­μα­ζαν μέ πολ­λές κο­λα­κεῖ­ες καί δι­ά­φο­ρες ὑ­πο­σχέ­σεις νά τόν με­τα­πεί­σουν νά πα­ρα­μεί­νη στήν θρη­σκεί­α τους. Ὡ­στό­σο ἄλ­λο δέν κα­τόρ­θω­σαν μέ αὐ­τά, πα­ρά τοῦ­το μό­νο· ἄ­να­ψαν, δη­λα­δή, τόν ζῆ­λο τοῦ Μάρ­τυ­ρα καί οὔ­τε τούς δι­κα­στές σε­βά­σθη­κε, οὔ­τε τά ἄλ­λα πα­ρι­στά­με­να πλή­θη τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν φο­βή­θη­κε, οὔ­τε κά­τι ἄλ­λο συλ­λο­γί­σθη­κε, ἀλ­λά μέ φρό­νη­μα γεν­ναῖ­ο, μέ δυ­να­τή φω­νή καί μέ γλῶσ­σα ἐ­λεύ­θε­ρη, ἐ­πέ­πλη­ξε τήν θρη­σκεί­α τους, χλεύ­α­σε καί πε­ρι­έ­παι­ξε τήν ἀ­μά­θειά τους καί τήν πλά­νη τους. Καί κα­νέ­νας ἀ­πό αὐ­τούς δέν μπό­ρε­σε νά ἀν­τι­μι­λή­ση καί νά ἐναν­τι­ω­θῆ, σύμ­φω­να μέ τήν ὑ­πό­σχε­σι τοῦ Κυ­ρί­ου πού λέ­ει· «Ἐ­γώ θά σᾶς δώ­σω στό­μα καί σο­φί­α, στήν ὁ­ποί­α δέν θά μπο­ρέ­σουν νά ἀν­τι­λέ­ξουν, οὔ­τε νά ἀν­τι­στα­θοῦν ὅ­λοι αὐ­τοί πού ἀν­τι­τί­θεν­ται σέ ἐ­σᾶς».

Ἐ­πει­δή λοι­πόν ἀ­πό τήν θεί­α ἐ­λευ­θε­ρο­στο­μί­α καί τήν πνευ­μα­το­κί­νη­τη γλῶσ­σα τοῦ Μάρ­τυ­ρα, νι­κή­θη­καν καί ντρο­πι­ά­σθη­καν, με­τέ­βα­λαν τήν ἡ­με­ρό­τη­τα σέ θη­ρι­ώ­δη ἀ­γρι­ό­τη­τα, τίς κο­λα­κεῖ­ες καί τίς ὑ­πο­σχέ­σεις σέ ἀ­πει­λές καί φο­βέ­ρες. Ὁ­πό­τε χω­ρίς νά χά­σουν και­ρό, τόν ἔ­στρω­σαν στό ξύ­λο καί μέ ἄ­κρα σκλη­ρό­τη­τα πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πό πεν­τακό­σι­ες ξυ­λι­ές τοῦ ἔ­δω­σαν στά πό­δια. Καί με­τά τό βα­σα­νι­στή­ριο αὐ­τό τόν ἔρριξαν ἔ­τσι πλη­γω­μέ­νο μέ­σα στήν φυ­λα­κή καί ὄ­χι αὐ­τό μό­νο, ἀλ­λά καί μέ ὑ­περ­βο­λή ἀ­παν­θρω­πί­ας ἔ­σφιγ­ξαν τά κα­τα­πλη­γω­μέ­να πό­δια του μέ­σα στό βα­σα­νι­στή­ριο ξύ­λο, τό κοι­νῶς λε­γό­με­νο τουμ­πρού­κι, ἐ­νῷ οἱ προ­α­να­φερ­θέν­τες τρεῖς συν­το­πί­τες του ἦ­ταν καί αὐ­τοί φυ­λα­κι­σμέ­νοι, ἀλ­λά χω­ρίς βα­σα­νι­στή­ρια. Ἀλ­λά, ὅ­μως, ἐ­πει­δή δέν μπο­ροῦ­σαν νά ὑ­πο­φέ­ρουν οὔ­τε καί αὐ­τή τήν λί­γη στε­νό­τη­τα χώ­ρου τῆς φυ­λα­κῆς, τόλ­μη­σε νά πῆ πρός αὐ­τόν ὁ ἱ­ε­ρέας μά­λι­στα, ὁ δι­δά­σκα­λος τῆς εὐ­σε­βεί­ας, ἀλ­λοί­μο­νο! τόλ­μη­σε λέ­ω νά τοῦ πῆ λό­γο ὄν­τως σα­τα­νι­κό καί δι­α­βο­λι­κό· «Ἕ­ως πό­τε», λέ­ει, «θά μᾶς βα­σα­νί­ζης; Τούρ­κε­ψε νά γλυ­τώ­σης καί ἐ­σύ καί ἐ­μεῖς καί γιά ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ἡ Χρι­στι­α­νο­σύ­νη δέν λι­γο­στεύ­ει». Μό­λις ἄ­κου­σε αὐ­τόν τόν λό­γο ὁ θεῖ­ος Νι­κό­λα­ος, τό­σο πο­λύ τα­ρά­χθη­κε, τό­σο ἄ­να­ψε ὁ ἔν­θε­ος ζῆ­λος του, ὥ­στε δέν τόν σε­βά­σθη­κε πλέ­ον ὡς ἱ­ε­ρέ­α τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά σάν ἕ­ναν ἐ­χθρό, ἕ­ναν δό­λιο, ἕ­ναν προ­δό­τη τῆς εὐ­σέ­βει­ας, τόν ἔ­φτυ­σε τρεῖς φο­ρές στό πρό­σω­πο λέ­γον­τας· ‘‘Ἐ­σύ ὁ ἱ­ε­ρέας τοῦ Θε­οῦ, μέ πα­ρα­κι­νεῖς νά προ­δώ­σω τήν πί­στι μου, ἀν­τί νά μέ δι­δά­σκης νά τήν δι­α­φυ­λά­ξω ἕ­ως θα­νά­του’’; Με­τά δέ ἀ­πό με­ρι­κές ἡ­μέ­ρες, λο­γα­ρι­ά­ζον­τας οἱ Τοῦρ­κοι, ὅ­τι θά δει­λιά­ση ἀ­πό τίς προ­η­γού­με­νες τι­μω­ρί­ες καί ἔ­τσι θά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό, τόν ἔ­βγα­λαν σέ δεύτε­ρη ἐ­ξέ­τα­σι. Καί πά­λι ὑ­πο­σχέ­σεις με­γά­λες, πά­λι κο­λα­κεῖ­ες πολ­λές. «Λυ­πή­σου», τοῦ ἔ­λε­γαν, «τήν νε­ό­τη­τά σου  παι­δί μου, τήν ὀ­μορ­φιά σου, τήν ζω­ή σου, μή θε­λή­σης νά ζη­μι­ω­θῆς καί νά χά­σης αὐ­τά τά κα­λά, ἀλ­λά κά­νε ὑ­πα­κο­ή σέ ἐ­μᾶς, γιά νά σέ τι­μή­σου­με καί νά σέ δο­ξά­σου­με πο­λύ· καί λέ­γον­τας αὐ­τά τοῦ ἔ­δει­χναν ἕ­να κι­βώ­τιο πού πε­ρι­εῖ­χε πολ­λά φλου­ριά καί ἄλ­λα ἀρ­γύ­ρια καί μί­α φο­ρε­σιά λαμ­πρή καί πο­λυ­έ­ξο­δη· καί ὅ­λα αὐ­τά τοῦ ἔ­λε­γαν, ἄς γί­νουν δι­κά σου καί ἐ­πι­πλέ­ον θά σέ κά­νου­με υἱό  μας, μό­νο ὑ­πά­κου­σε. Καί ἄν ἐ­πι­μέ­νης στό πεῖ­σμα, πρό­κει­ται νά σέ θα­να­τώ­σου­με ἀ­πα­ραι­τή­τως μέ σκλη­ρό­τα­το θά­να­το».

Καί αὐ­τά μέν ἔ­λε­γαν οἱ τύ­ραν­νοι· ὁ Μάρ­τυ­ρας ὅ­μως ἀ­πο­κρί­θη­κε: «Οὔ­τε τίς κο­λα­κεῖ­ες σας δέ­χο­μαι, οὔ­τε τίς ὑ­πο­σχέ­σεις βά­ζω καθόλου στόν νοῦ μου. Ἀλ­λά οὔ­τε τίς τι­μω­ρί­ες καί τόν ἀ­πει­λού­με­νο θά­να­το φο­βοῦ­μαι. Χρι­στια­νός εἶ­μαι καί ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ κα­νέ­να πρᾶγ­μα δέν θά μπο­ρέ­ση νά μέ χω­ρί­ση. Ἐ­κτός ἐ­άν μέ ὑ­πα­κού­σε­τε ἐ­σεῖς πρω­τύ­τε­ρα, (τούς λέ­ει μέ τήν συ­νή­θη του ἁ­πλό­τη­τα), σέ ἕ­να ζή­τη­μα πού ἔ­χω νά σᾶς ζη­τή­σω, τό­τε θά ὑ­πα­κού­σω καί ἐ­γώ σέ ἐ­σᾶς ὕ­στε­ρα». Αὐ­τοί δέ μή γνω­ρί­ζον­τας τί ἦ­ταν τό ζή­τη­μά του, ὑ­πο­σχέ­θη­καν μέ χα­ρά. Τί δέ ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νο τό ζή­τη­μα; «Δε­χθεῖ­τε πρῶ­τα ἐ­σεῖς», τούς λέ­ει, «νά σᾶς βα­πτί­σω, νά σᾶς κά­νω Χρι­στια­νούς καί ἔ­πει­τα κά­νε­τέ με καί ἐ­σεῖς ὅ,τι θέ­λε­τε». Τό­σο πο­λύ δέ τούς τά­ρα­ξαν αὐ­τά τά λό­για τοῦ Μάρ­τυ­ρα, τό­σο τούς ἄ­να­ψαν τόν θυ­μό, ὥ­στε τούς ἔ­κα­ναν νά ἐ­πι­νο­ή­σουν καί νά ἀ­πο­φα­σί­σουν, ἀ­κό­μα καί νά με­τα­χει­ρι­σθοῦν σ’ αὐ­τόν τά πλέ­ον τρο­με­ρά καί ἀ­συ­νή­θι­στα βα­σα­νι­στή­ρια. Πρό­στα­ξαν, λέ­ω, καί ἔ­χυ­σαν νε­ρά κά­τω στό ἔ­δα­φος τῆς φυ­λα­κῆς, ἔ­πει­τα ἔ­χον­τας δι­α­πε­ρα­σμέ­να σέ ἕ­να σα­νί­δι πολ­λά καί μυ­τε­ρά καρ­φιά καί τά ἔ­βα­λαν ἐ­πά­νω στά νε­ρά ἐ­κεῖ­να καί ὕ­στε­ρα ­ξά­πλω­σαν τόν Μάρ­τυ­ρα ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τά τά καρ­φιά, τά δι­α­πε­ρα­σμέ­να στό σα­νί­δι. Ἐ­πά­νω δέ στό στῆ­θος καί στήν κοι­λιά του το­πο­θέ­τη­σαν μί­α βα­ρύ­τα­τη πλά­κα καί στόν λαι­μό του πέ­ρα­σαν ἁ­λυ­σί­δα καί τήν ἴ­δια ὥ­ρα τοῦ εἶ­χαν τά πό­δια στό τουμ­πρού­κι. Αὐ­τά μέν πρό­στα­ξαν οἱ τύ­ραν­νοι, οἱ δέ ὑ­πη­ρέ­τες ἐκ­πλή­ρω­σαν αὐ­τά πού τούς προ­στά­χθη­καν τό γρη­γο­ρώ­τε­ρο, ὁ δέ Μάρ­τυρας τοῦ Χρι­στοῦ τά ὑ­πέ­με­νε χα­ρού­με­νος καί δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό. Ὁ Χρι­στός, ὅ­μως, πού εἶ­ναι ἡ στα­θε­ρό­τη­τα τῶν Μαρ­τύ­ρων καί ἡ δύ­να­μις, δέν ἄ­φη­σε τόν δοῦ­λο του ἀ­βο­ή­θη­το καί ἀ­πα­ρη­γό­ρη­το σέ τό­σο με­γά­λη ἀ­νάγ­κη, ἀλ­λά τά με­σά­νυ­χτα, νά, καί γί­νε­ται ἕ­νας σει­σμός φο­βε­ρός μέ­σα στήν φυ­λα­κή καί μέ τόν σει­σμό κύ­λι­σε ἡ πλά­κα καί ἔ­πε­σε ἀ­πό τό στῆ­θος καί τήν κοι­λιά τοῦ Ἁ­γί­ου, καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, οὔ­τε ἡ πλά­κα τοῦ συ­νέ­τρι­ψε τά κόκ­κα­λα τοῦ στή­θους, οὔ­τε τά καρ­φιά τοῦ τρύ­πη­σαν τήν πλά­τη, ἀλ­λά ἔ­μει­νε ἐν­τε­λῶς ἀ­βλα­βής μέ τήν θεί­α δύ­να­μι, ἡ δέ φυ­λα­κή γέ­μι­σε ἀ­πό ἀ­νεί­πω­τη εὐ­ω­δί­α τήν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη. Τό­τε καί ὁ προ­α­να­φερ­θείς ὀ­λι­γό­πι­στος ἱ­ε­ρέας, βλέ­πον­τας τό πα­ρά­δο­ξο θαῦ­μα, με­τα­νό­η­σε καί ζη­τοῦ­σε θερ­μῶς τό ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ γιά ἐ­κεῖ­να πού βλα­σφή­μη­σε, καί πέ­φτον­τας στά πό­δια τοῦ Ἁ­γί­ου ζη­τοῦ­σε συγ­χώ­ρη­σι, ἐ­πει­δή τοῦ εἶ­πε νά τουρ­κέ­ψη. Καί ὄ­χι μό­νον αὐ­τός, ἀλ­λά καί ὅ­λοι αὐ­τοί πού βρέ­θη­καν στήν φυ­λα­κή, ἐ­ξε­πλά­γη­σαν καί φώ­να­ζαν· «Πράγ­μα­τι Ἅ­γιος ἄν­θρω­πος εἶ­ναι, ἀ­λη­θι­νός Μάρ­τυρας εἶ­ναι, ὅ­πως καί ἐ­κεῖ­νοι οἱ πα­λαι­οί, καί γι’ αὐ­τό ὁ Θε­ός στά­θη­κε θαυ­μα­στός σ’ αὐ­τόν». Καί ἦ­ταν με­γά­λη χα­ρά γιά ὅ­λους ἐ­κεί­νους πού ἄ­κου­γαν αὐ­τά τά θαυ­μά­σια. Καί μό­νο οἱ Τοῦρ­κοι ντρο­πι­ά­ζον­ταν καί ὡς ἄλ­λος Φα­ρα­ώ σκλή­ρυ­ναν ἀ­πό τό ἄ­κου­σμα τῶν θαυ­μά­των. Γι’ αὐ­τό τούς μέν ἄλ­λους τρεῖς συν­το­πίτες του ὡς Μάρ­τυ­ρες καί κή­ρυ­κες ντρο­πι­α­σμέ­νους τούς ἀ­πέ­λυ­σαν μέ ἄ­σπρα, σύμ­φω­να μέ τήν συ­νή­θειά τους. Ὁ­μοί­ως ἀ­πέ­λυ­σαν μέ με­γά­λη δό­σι ἄ­σπρων καί τόν προ­α­να­φερ­θέν­τα ἀρ­χι­μαν­δρί­τη, ὁ ὁ­ποῖ­ος συμ­βού­λευ­σε καί δι­ώρ­θω­σε τόν Μάρ­τυ­ρα, κα­θώς εἴ­πα­με, τόν ὁ­ποῖ­ο ὄ­χι μό­νο εἶ­χαν φυ­λα­κι­σμέ­νο, ἀλ­λά καί φο­βέ­ρι­ζαν μά­λι­στα νά κό­ψουν τήν γλῶσ­σα του· τούς μέν ἄλ­λους, λέ­ω, τούς ἀ­πέ­λυ­σαν, τόν δέ Μάρ­τυ­ρα βγά­ζον­τάς τον ἀ­πό τήν κοι­νή φυ­λα­κή, γιά νά μή τόν βλέ­πουν οἱ ἄλ­λοι Χρι­στια­νοί, πού ἔ­μει­ναν φυ­λα­κι­σμέ­νοι, ἀ­φοῦ τοῦ ἔ­δε­σαν τά χέ­ρια καί τά πό­δια, τόν ἔρριξαν μέ­σα στόν σταῦ­λο τῶν ἀ­λό­γων, ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο ἀ­πό κά­θε ἀν­θρώ­πι­νη βο­ή­θεια, γιά νά λά­βη θά­να­το βί­αι­ο καί ἄ­τι­μο ἀ­πό τά κα­τα­πα­τή­μα­τα τῶν ἀ­λό­γων ὁ τρι­σμα­κά­ρι­στος.

Καί οἱ μέν πο­νη­ρές ἀ­πο­φά­σεις τῶν Ὀ­θω­μα­νῶν ἦ­ταν τέ­τοι­ες· ὁ δέ Θε­ός πού φύ­λα­ξε ἀ­βλα­βῆ τόν προ­φή­τη Δα­νι­ήλ μέ­σα στόν λάκ­κο ἀ­πό τήν ὁρ­μή καί τήν ἀ­γρι­ό­τη­τα τῶν λε­όν­των, αὐ­τός βέ­βαι­α φύ­λα­ξε καί τόν Νι­κό­λα­ο ἀ­πό τήν ὁρ­μή καί τά πα­τή­μα­τα τῶν ἀ­λό­γων καί δέν ἄ­φη­σε νά πά­θη κα­νέ­να κα­κό. Ἀ­φοῦ δέ πέ­ρα­σαν τρεῖς ἡ­μέ­ρες, βλέ­πον­τας ἕ­νας ἀ­πό τούς Ἀ­γα­ρη­νούς μέ τό ἐ­πί­θε­το Σου­ρού­λης, ὅ­τι ἀ­κό­μα ζῆ, τοῦ ἔ­δι­νε ψω­μί νά φά­η καί αὐ­τός ἀ­πο­κρί­θη­κε ὅ­τι ἦ­ταν χορ­τα­σμέ­νος ἀ­πό τά φα­γη­τά, πού τοῦ ἔ­φε­ρε ἡ ἀ­δελ­φή του, (καί πα­ρό­λο πού ἦ­ταν ἡ ἀ­δελ­φή του μα­κριά κρυμ­μέ­νη ἀ­πό τόν φό­βο τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν) καί ἔ­μει­νε πά­λι νά νη­στεύ­η, ὅ­πως καί ὅ­λο τόν και­ρό τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου του ὁ θει­ό­τα­τος μέ νη­στεί­α με­γά­λη τόν πέ­ρα­σε.

Τέ­λος πάν­των, ἐ­πει­δή ἐξ αἰ­τί­ας τῶν ἀ­να­φε­ρο­μέ­νων βα­σα­νι­στη­ρί­ων, οὔ­τε ἡ γνώ­μη του με­τα­βλή­θη­κε νά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό, οὔ­τε πέ­θα­νε, ἐ­πει­δή ἀ­γα­νά­κτη­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο, ζή­τη­σαν φε­του­φά (σ.σ. ἐ­πί­ση­μη γνω­μο­δό­τη­σις πού δί­νε­ται ἀ­πό τόν μου­φτή ἤ τόν ἰμά­μη) ἀ­πό τόν μου­φτή, γιά νά τόν φο­νεύ­σουν τά­χα νο­μί­μως τόν δί­και­ο οἱ ἀ­δι­κώ­τα­τοι καί πα­ρα­νο­μώ­τα­τοι. Ὡ­στό­σο δέν ἔ­δω­κε φε­του­φά, κρί­νον­τάς το ἀν­τί­θε­το στήν νο­μο­θε­σί­α τους, κα­θώς δέν εἶ­χε κά­νει πε­ρι­το­μή, ἦ­ταν δη­λα­δή ἀ­σου­νέ­τευ­τος. (Δι­ό­τι ἔ­γι­νε γνω­στό σέ ὅ­λους, ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­σου­νέ­τευ­τος). Αὐ­τοί ὅ­μως ἄ­δι­κα καί ἐ­νάν­τια στούς νό­μους τους ἀ­πο­φά­σι­σαν τήν κα­τα­δί­κη του σέ θά­να­το, ἀ­φοῦ μέ δι­ά­φο­ρους τρό­πους τόν βα­σά­νι­σαν, ὅ­πως ἕ­ως ἐ­δῶ ὁ λό­γος φα­νέ­ρω­σε, σέ δι­ά­στη­μα τριά­ντα ἡ­με­ρῶν. Τό­τε λοι­πόν βγά­ζον­τάς τον ἀ­πό τήν φυ­λα­κή, τόν ἔ­φε­ραν στό βου­νά­κι, (σέ μί­α πε­διά­δα, δη­λα­δή, τῆς πό­λε­ως) στά ἐ­ξω­τε­ρι­κά τεί­χη τῆς Σού­δας τοῦ κά­στρου, λί­γο πα­ρα­κά­τω ἀ­πό τό ζύ­γι τοῦ νε­ροῦ, καί κα­θώς ἐ­πέ­στρε­φαν ἀ­πό τό τζα­μί ὅ­λοι οἱ ἀ­γά­δες κα­βα­λα­ραῖοι στά­θη­καν τρι­γύ­ρω καί τόν ρώ­τη­σαν τρεῖς φο­ρές, ἐ­άν ἦλθε στόν νοῦ του νά τουρ­κέ­ψη, καί αὐ­τός ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος τα­λαι­πω­ρη­μέ­νος ἀ­πό τήν τό­σων ἡ­με­ρῶν νη­στεί­α, ἀ­το­νι­σμέ­νος ἀ­πό τό­σα πολ­λά βα­σα­νι­στή­ρια, καί τό πε­ρισ­σό­τε­ρο, γιά νά δεί­ξη ὅ­τι δέν τούς λο­γα­ριά­ζει κα­θό­λου, δέν ἀ­πο­κρί­θη­κε μέ λό­για τό, ὄ­χι, ἀλ­λά μό­νο μέ τό κού­νη­μα τῆς κε­φα­λῆς.

Τε­λευ­ταῖ­α τόν γο­νά­τι­σαν τρεῖς φο­ρές, καί τήν μέν πρώ­τη τοῦ ἔ­δω­σε ὁ δή­μιος μί­α λογ­χευ­τή, δη­λα­δή μί­α μπη­χτή μα­χαι­ριά στήν πλά­τη, ἔ­πει­τα τόν σή­κω­σε ἐ­πά­νω καί πά­λι τόν ρώ­τη­σαν, τήν δεύ­τε­ρη φο­ρά τοῦ ἔ­κο­ψε τόν λαι­μό λί­γο καί πά­λι τόν σή­κω­σε καί τόν ρώ­τη­σαν πά­λι, ἐ­άν θέ­λη νά τουρ­κέ­ψη νά γλυ­τώ­ση τήν ζω­ή του, λέ­γον­τάς του, ὅ­τι καί οἱ πλη­γές του γι­α­τρεύ­ον­ται· τήν τρί­τη φο­ρά λέ­γον­τάς του νά γο­να­τί­ση, ἔ­τρε­ξε μέ με­γά­λη δύ­να­μι καί ὁρ­μή ἀ­πό τήν πολ­λή λα­χτά­ρα καί ἐ­πι­θυ­μί­α, πού εἶ­χε νά τε­λει­ώ­ση τόν δρό­μο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου· ἔ­τρε­ξε, λέ­ω, καί πέ­φτον­τας στά γό­να­τα, ἐ­κφώ­νη­σε τό γλυ­κύ­τα­το ὄ­νο­μα τῆς Κυ­ρί­ας Θε­ο­τό­κου, λέ­γον­τας τρεῖς φο­ρές, «Πα­να­γί­α, βο­ή­θη­σέ με»· καί τό­τε πλέ­ον ὁ δή­μιος τόν χτύ­πη­σε μέ ὅ­λη του τήν δύ­να­μι, ἀλ­λά πά­λι δέν ἀ­πο­κό­πη­κε ἡ πάν­τι­μη κε­φα­λή του, οὔ­τε μέ μί­α, οὔ­τε μέ δύ­ο, ἕ­ως ὅ­του μέ ὑ­περ­βο­λή ἀ­παν­θρω­πί­ας καί σκλη­ρό­τη­τας τόν ἔπια­σε ἀ­πό τίς τρί­χες τῆς κε­φα­λῆς καί τόν ἔ­σφα­ξε σάν πρό­βα­το. Καί ἔ­τσι ὁ ἔν­δο­ξος Νι­κό­λα­ος ἀ­γω­νί­σθη­κε τόν ἀ­γῶ­να τόν κα­λό, σύμ­φω­να μέ τόν θεῖ­ο Ἀ­πό­στο­λο, τήν πί­στι πρός Χρι­στό τόν Θε­ό τή­ρη­σε, τόν σω­τή­ριο δρό­μο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου ἐκ­πλή­ρω­σε καί τόν στέ­φα­νο τῆς ἀ­φθαρ­σί­ας ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Θε­ό, κα­τά τό εἰ­κο­στό τρί­το ἔ­τος τῆς ἡ­λι­κί­ας του, στά χί­λια ἑ­πτα­κό­σια πε­νῆν­τα τέσ­σε­ρα, κα­τά τήν τρι­α­κο­στή πρώ­τη τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου μη­νός, στίς ἕ­ξι ἡ ὥ­ρα, κα­τά τήν ὁ­ποί­α καί ὁ Κύ­ριός μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός σταυ­ρώ­θη­κε.

Καί τό­τε, θαυ­μα­στός ὁ Θε­ός μέ­σῳ τῶν ἁ­γί­ων του, σκο­τά­δι πυ­κνό­τα­το ἔ­πε­σε σέ ὅ­λη τήν Χῖ­ο, τό­σο πού τά πλή­θη πού πα­ρέ­μει­ναν νά ἰδοῦν τό τέ­λος, Τοῦρ­κοι, Χρι­στια­νοί, Φράγ­κοι, Ἑ­βραῖ­οι, δέν δι­έ­κρι­ναν ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο ἀ­πό τό σκο­τά­δι, οὔ­τε τόν δρό­μο πού κά­θε ἕ­νας ἀ­πό αὐ­τούς ἐ­πρό­κει­το νά περ­πα­τή­ση δέν εὕ­ρι­σκε, σάν νά ἦ­ταν μί­α σκο­τει­νό­τα­τη νύ­χτα τοῦ χει­μῶ­να. Οἱ δέ χω­ρι­κοί βλέ­πον­τας ἔ­ξαφ­να τέ­τοι­ο πα­ρά­δο­ξο ση­μά­δι καί μή γνω­ρί­ζον­τας τήν αἰ­τί­α, ἔ­λε­γαν· «Αὐτό βέ­βαι­α δέν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρά ὀρ­γή θε­ϊ­κή ἐ­ναν­τί­ον μας». Καί πα­ρέ­μει­νε ξα­κου­στό αὐ­τό τό σκο­τά­δι ἕ­ως καί σή­με­ρα. Μό­νο τό πρό­σω­πο τοῦ Μάρ­τυ­ρα νε­κρό, μέ­γα θαῦ­μα! ἔ­λαμ­πε σάν ἄ­στρο λαμ­πρό­τα­το μέ­σα στό σκο­τά­δι ἐ­κεῖ­νο. Ἀλ­λά καί θεῖ­ο φῶς ἐ­πε­σκί­α­ζε τό Μαρ­τυ­ρι­κό λεί­ψα­νο τρεῖς νύ­χτες συ­νε­χῶς πού τό φύ­λα­γαν στόν τό­πο τῆς κα­τα­δί­κης. Οἱ δέ ­πλα­νη­μέ­νοι Ἀ­γα­ρη­νοί, βλέ­πον­τας τό οὐ­ρά­νιο ἐ­κεῖ­νο φῶς καί μή ὑ­πο­φέ­ρον­τας τήν ντρο­πή, ἔ­λε­γαν, ὅ­τι φω­τιά κα­τέ­βη­κε ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό νά κα­τα­κά­ψη τό σῶ­μα του. Ὁ­πό­τε, λαμ­βά­νον­τας ἀ­φορ­μή ἀ­πό αὐ­τό, ἔ­κα­ψαν καί μαύ­ρι­σαν τό πρό­σω­πό του μέ δα­διά, γιά νά μή φαί­νε­ται, πρός ἐ­πί­πλη­ξι καί κα­τη­γο­ρί­α τους, ἡ ὀ­μορ­φιά καί ἡ λαμ­πρό­τη­τα, πού εἶ­χε ἀ­πό τήν θεί­α χά­ρι. Καί ὄ­χι μό­νο μέ τό οὐ­ρά­νιο φῶς δό­ξα­σε ὁ Χρι­στός τόν Μάρ­τυ­ρά του, ἀλ­λά καί μέ εὐ­ω­δί­α θαυ­μα­στή καί ἀ­νεί­πω­τη, ἡ ὁ­ποί­α γέ­μι­ζε τόν ἀ­έ­ρα ὅ­σο ἔ­με­νε ἐ­κεῖ τό Ἅ­γιο λεί­ψα­νο. Κά­ποι­οι δέ ἀ­πό τούς φύ­λα­κες ἔ­κο­ψαν δά­χτυ­λα καί ἄλ­λα εὐ­κο­λό­κο­πα μέ­λη καί τά ἔ­δω­καν σέ με­ρι­κούς γνώ­ρι­μούς τους Χρι­στια­νούς, γιά νά πά­ρουν χρή­μα­τα· ἄλ­λοι πά­λι Χρι­στια­νοί πῆ­ραν χῶ­μα βρεγ­μέ­νο ἀ­πό τά Μαρ­τυ­ρι­κά αἵ­μα­τα. Τέ­λος πάν­των με­τά ἀ­πό τρεῖς ἡ­μέ­ρες ἔρριξαν τό Ἅ­γιο λεί­ψα­νο στήν θά­λασ­σα, γιά νά μή τό πά­ρουν οἱ Χρι­στια­νοί, ποῦ ὅμως με­τα­φέρ­θη­κε καί κα­τάν­τη­σε, δέν γνω­ρί­ζει κα­νείς. Ἔ­τσι δό­ξα­σε τόν Θε­ό, ἀ­δελ­φοί, ὁ θεῖ­ος Νι­κό­λα­ος μέ τούς ὑ­περ­φυ­σι­κούς ἀ­γῶ­νες τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου του καί ὁ Θε­ός τόν ἀν­τι­δό­ξα­σε μέ τά πα­ρά­δο­ξα θαύ­μα­τα τῆς θεί­ας του παν­το­δυ­να­μί­ας.

Κα­τά τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη τοῦ θαυ­μα­στοῦ αὐ­τοῦ Μάρ­τυ­ρα, μί­α γυ­ναί­κα σε­μνή καί κό­σμι­α, Σμα­ρά­γδα τό ὄ­νο­μά της, κιν­δύ­νευ­ε μέ θά­να­το, ἀ­πό ἕ­να φο­βε­ρώ­τα­το καί ἀ­θε­ρά­πευ­το πά­θος. Τό δέ πά­θος αὐ­τό τῆς συ­νέ­βη ἀ­πό τήν ἑξῆς πε­ρί­στα­σι· Αὐ­τή εἶ­χε υἱ­ό πού ζοῦ­σε στήν ξε­νι­τειά, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πά­νω στό ἄν­θος τῆς ἡ­λι­κί­ας του πέ­θα­νε· μό­λις λοι­πόν ἔ­μα­θε αὐ­τή τήν τό­σο λυ­πη­ρή εἴ­δη­σι τοῦ υἱ­οῦ της, τό­σο πο­λύ λυ­πή­θη­κε, ὥ­στε ἔ­πα­θε ἕ­να ἀ­συ­νή­θι­στο πά­θος· ἔ­παυ­σε, δη­λα­δή, στό ἑ­ξῆς ἡ κα­τά μῆ­να φυ­σι­κή ρο­ή τοῦ αἵ­μα­τός της καί τό αἷ­μα ἐ­κεῖ­νο, πού ἐμ­πο­δί­σθη­κε ἀ­πό τούς φυ­σι­κούς πό­ρους, ἐ­πέ­στρε­φε καί ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τό στό­μα της καί τό­σο πο­λύ, πού γέ­μι­ζε λε­κά­νη, ὅ­πως ἡ ἴ­δια ἔ­λε­γε. Φω­νά­ζει λοι­πόν τούς για­τρούς, δο­κι­μά­ζουν ἐ­κεῖ­νοι μέ ὅ­λη τήν δύ­να­μι τῆς τέ­χνης τους νά τήν θε­ρα­πεύ­σουν, ἀλ­λά δέν μπο­ροῦν· προ­σπέ­φτει στήν χά­ρι τῶν θαυ­μα­τουρ­γῶν καί ἰ­α­μα­τι­κῶν Ἀ­ναρ­γύ­ρων, προ­σκα­λεῖ τά ἱ­ε­ρά τους λεί­ψα­να, τῆς ψάλ­λουν ἁ­για­σμό μέ αὐ­τά, ἀλ­λά ὄ­χι μό­νο θε­ρα­πεί­α δέν βρί­σκει, ἀλ­λά οὔ­τε κἄν τήν πα­ρα­μι­κρή πα­ρη­γο­ριά· προ­σκα­λεῖ ἔ­πει­τα καί τήν χα­ρι­τό­βρυ­τη κά­ρα τῆς ὁ­σί­ας Μα­τρώ­νης, ἀλ­λά ὁ Θε­ός πού δο­ξά­ζει αὐ­τούς πού τόν ἀν­τι­δο­ξά­ζουν, θέ­λον­τας νά δο­ξά­ση τόν νέ­ο του Μάρ­τυ­ρα Νι­κό­λα­ο (ὅ­πως ἔ­δει­ξαν τά πράγ­μα­τα ἀρ­γό­τε­ρα) δέν εὐ­δό­κη­σε νά τήν θε­ρα­πεύ­ση οὔ­τε ἡ Ἁ­γί­α Μα­τρώ­να, ἐ­νῷ τό πά­θος με­γά­λω­νε καί μέ ἀ­ναμ­φί­βο­λο θά­να­το φο­βέ­ρι­ζε τήν ἄ­θλια γυ­ναῖ­κα. Ἐ­πει­δή λοι­πόν ἀ­πελ­πί­σθη­κε αὐ­τή ἀ­πό κά­θε εἴδους βο­ή­θεια καί ἐ­πει­δή ἐ­κεῖ­νες τίς ἡ­μέ­ρες τε­λεί­ω­σε τόν ἀ­γῶ­να τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου ὁ θεῖ­ος Νι­κό­λα­ος καί σέ κά­θε μέ­ρος τά δι­η­γή­μα­τα τῶν μαρ­τυ­ρί­ων του καί τῶν θαυ­μά­των του λέ­γον­ταν καί ἀ­κού­γον­ταν, γι’ αὐ­τό μέ πολ­λή εὐ­λά­βεια καί με­γά­λη πί­στι ζη­τεῖ ἀ­πό τόν Μάρ­τυ­ρα τήν ὑ­γεί­α της καί μι­μού­με­νη τήν αἱ­μορ­ρο­οῦ­σα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, ἔ­λε­γε στόν ἄν­δρα της Ἀ­λε­ξαν­δρῆ (αὐ­τό ἦ­ταν τό ὄ­νο­μά του) ‘κά­νε ὅ,τι μπο­ρέ­σεις, γιά νά λά­βου­με τί­πο­τα ἀ­πό τό μαρ­τυ­ρι­κό λεί­ψα­νο τοῦ Νι­κο­λά­ου καί ἐλ­πί­ζω, ὅ­τι θά μοῦ γί­νη για­τρός θαυ­μά­σιος’. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος, ἀ­δελ­φοί, ἔ­τσι ἔ­γι­νε. Δι­ό­τι, ἀ­φοῦ αὐ­τός φρόν­τι­σε καί βρῆ­κε κά­τι λί­γο ἀ­πό τό λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου καί τό προ­σκύ­νη­σε καί τό ἀ­σπά­σθη­κε ἡ ἀ­σθε­νής, βρῆ­κε τήν ὑ­γεί­α της δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό καί τόν Ἅ­γιο.

 Ὅ­λα αὐ­τά καί ἐ­μεῖς συ­γ­γρά­ψα­με μέ ὅ­λη τήν ἀ­κρί­βεια τῆς ἀ­λή­θειας, ἀ­πό τά ση­μει­ώ­μα­τα πού τό­τε ἀ­μέ­σως πολ­λοί αὐ­τό­πτες καί αὐ­τή­κο­οι μάρ­τυ­ρες ἔ­κα­ναν καί ἀ­πό τήν μαρ­τυ­ρί­α πολ­λῶν ἀ­ξι­ό­πι­στων ἀν­θρώ­πων, πού καί αὐ­τοί αὐ­τό­πτες καί αὐ­τή­κο­οι μάρ­τυ­ρες ἔ­γι­ναν τῶν πραγ­μά­των καί μέ­χρι τίς ἡ­μέ­ρες μας ζοῦ­νε καί τά κη­ρύτ­τουν. Τά ση­μει­ώ­σα­με, λέ­ω, πρός δό­ξα Θε­οῦ καί πρός τι­μή τοῦ θεί­ου Μάρ­τυ­ρα, μέ τοῦ ὁ­ποί­ου τίς Ἁ­γί­ες πρε­σβεῖ­ες ὁ Θε­ός εἴ­θε νά μᾶς ἐ­λε­ή­ση καί νά μᾶς σώ­ση ὡς ἀ­γα­θός καί φι­λάν­θρω­πος. Ἀ­μήν.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης