Τῷ αὐτῷ μηνί ΛA΄, μνήμη τῶν Ἁγίων ἕξ Ἀποστόλων ἐκ τῶν Ἑβδομήκοντα, Στάχυος, Ἀπελλοῦ, Ἀμπλίου, Οὐρβανοῦ, Ναρκίσσου καί Ἀριστοβούλου[1].
Ἀπό αὐτούς τούς πέντε Ἀποστόλους, ὁ μέν Ἅγιος Στάχυς ἔγινε πρῶτος Ἐπίσκοπος Βυζαντίου, δηλαδή τῆς νῦν Κωνσταντινουπόλεως, ἀπό τόν πρωτόκλητο Ἀνδρέα. Αὐτός ἔκτισε Ἐκκλησία καί στήν Ἀργυρούπολι, ἡ ὁποία ἦταν κοντά στήν Κωνσταντινούπολι, καί δίδασκε τά πλήθη τῶν Χριστιανῶν, πού συγκεντρώνονταν σ’ αὐτήν. Ἀφοῦ λοιπόν πέρασε δέκα ἕξι χρόνια στό ἀποστολικό κήρυγμα, ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ. Ὁ Ἀπελλῆς ἔγινε Ἐπίσκοπος Ἡρακλείας καί ἀφοῦ ἔφερε πολλούς στόν Χριστό, ἔλαβε τέλος μακάριο[2]. Ὁ Ἀμπλίας καί Οὐρβανός Ἐπίσκοποι καί αὐτοί ἔγιναν ἀπό τόν πρωτόκλητο Ἀνδρέα. Ὁ Ἀμπλίας τῆς Ὀδυσσουπόλεως καί ὁ Οὐρβανός τῆς Μακεδονίας. Ἐπειδή ὅμως κήρυτταν τόν Χριστό, γκρέμιζαν τά εἴδωλα, γι’ αὐτό θανατώθηκαν οἱ μακάριοι. Καί ἔτσι οἱ ἀοίδιμοι παρέδωσαν τίς ψυχές τους στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Νάρκισσος χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν. Καί, ἐπειδή δίδασκε τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, γι’ αὐτό δέχθηκε διάφορα βασανιστήρια καί ἔτσι μαρτυρικά τέλειωσε τόν δρόμο τῆς ἀποστολῆς του. Ὁ Ἀριστόβουλος χειροτονήθηκε καί αὐτός ποιμένας λογικοῦ ποιμνίου καί κηρύττοντας τόν Χριστό σέ ὅλους, ἔλαβε μακάριο τέλος τῶν πόνων του
[1] Τόν ἑλληνικό Βίο του συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἄρτι μέν ἡ τῆς ἀσεβείας ἀχλύς». (Σῴζεται στήν Λαύρα, στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες.
[2] Σημείωσε, ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ Ἀπελλῆς αὐτός ἀπό τόν ἑορταζόμενο κατά τήν 10η τοῦ Σεπτεμβρίου, διότι ἐκεῖνος χρημάτισε Σμύρνης Ἐπίσκοπος, ὅπως μαρτυρεῖ τό ἐκεῖ Συναξάρι του, πού γράφεται μέ τόν Λουκᾶ καί Kλήμεντα.
* Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Νικόλαος ὁ ἐν Χίῳ μαρτυρήσας κατά τό 1754 ἔτος, ξίφει τελειοῦται.
Αὐτός ὁ νέος Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Νικόλαος ἦταν ἀπό τήν περίφημη νῆσο Χῖο, ἀπό τό χωριό πού ὀνομάζεται Καρυές, Χριστιανός ἀνέκαθεν ἀπό γονεῖς καί προγόνους. Καί ὁ μέν πατέρας του ὠνομαζόταν Πέτρος, ἡ δέ μητέρα του Σταματοῦ. Καί ὄχι μόνο ἦταν αὐτός Χριστιανός, ὡς πρός τήν ἀκολουθία τοῦ γένους, ἀλλά ἦταν μάλιστα Χριστιανός καί ὡς πρός τά χριστιανικά ἤθη ἀπό τήν νεαρή του ἡλικία. Εὐλαβής φυσικά στά θεῖα, ταπεινός πρός ὅλους, σεμνός στήν συναναστροφή του, ἐγκρατής στήν γλῶσσα τόσο, ὥστε οὔτε βλασφημία, οὔτε καμμία ἄλλη κακολογία δέν ἀκουγόταν ποτέ ἀπό τό στόμα του. Καί ἐπάνω ἀπό ὅλα ἡ ἁπλότητα καί ἡ καλωσύνη πού εἶχε, ἐπί πλέον καί ἡ ὑπομονή ἀπό ὅλους θαυμαζόταν καί ἐπαινεῖτο. Καί σχεδόν ἦταν στολισμένος ὁ Μακάριος ἀπό τήν νεότητά του μέ ὅλα ἐκεῖνα τά καλά καί τίς χάριτες, πού διαβάζουμε γιά τούς παλαιούς Ἁγίους, καθώς τούς προφανέρωναν τί λογῆς ἄνθρωποι ἐπρόκειτο νά σταθοῦν στό μέλλον. Ἐπειδή καί ἡ ἁπλότητα ἐκείνη καί ἡ καλοσύνη πού εἶχε, δέν ἦταν ἀφέλεια καί ἀνοησία, καθώς συμβαίνει πολλές φορές σέ πολλούς, ἀλλά ἦταν ἀγαθότητα ἀληθινή καί καλωσύνη. Ἁπλότητα, δηλαδή, ἐνάντια στήν δολιότητα, καί καλωσύνη ἐνάντια στήν πονηρία καί συνεπῶς ἦταν ἀρετή θεάρεστη. Τέτοιος ἦταν, Χριστιανοί, ὁ θεῖος Νικόλαος ἀκόμα ἀπό τίς ἀρχές του, παρόλο πού ἀνατράφηκε ὁ εὐλογημένος ὀρφανός χωρίς προστασία καί ἐκπαίδευσι ἀπό πατέρα.
Τί συνέβη ὅμως μετά ἀπό αὐτά; Ἀφοῦ πλέον ἔφθασε στήν ἡλικία τῶν εἴκοσι ἐτῶν, συμφώνησε μέ ἕναν ἄνθρωπο τοῦ ἴδιου χωριοῦ, Φραγκούλη στό ὄνομα, καί ἀφοῦ ἔφυγαν στήν Μαγνησία, δούλευαν ὡς χτίστες. Ὁ Νικόλαος ὅσο μεγάλωνε στήν ἡλικία, τόσο πρόκοβε καί ὡς πρός τά προαναφερθέντα καλά. Ἀλλά γιά νά προσπεράσω τά ἄλλα, ἕνα μόνο θά ἀναφέρω, καί ἀπό αὐτό μπορεῖ νά καταλάβη ὁ καθένας καί τά ἄλλα. Ἀκρίδα ἔπεσε καί πνίγηκε στό μέρος πού ἔμεναν· καί ἕνας ἀπό τήν συντροφιά τους, πού ὠνομαζόταν Ἰωάννης, Χῖος καί αὐτός, γνωρίζοντας τήν διάθεσί του, ἔλαβε μία ἀπό αὐτές τίς πνιγμένες ἀκρίδες καί τίς ἔτριβε στό πρόσωπό του, γιά νά τόν δοκιμάση, ἐάν θυμώση καί τοῦ πῆ κανένα σκληρό ἤ ἀπρεπῆ λόγο· καί αὐτός τόση ὑπομονή ἔδειξε, ὥστε δέν ἄνοιξε τό στόμα του νά πῆ τίποτε. Ἀλλά ὁ τόσο ἀγαθός καί χαριτωμένος νέος, ὁ Κύριος γνωρίζει γιά ποιά κρίματα, ξύπνησε μία τῶν ἡμερῶν ἔξω φρενῶν, χωρίς καμμία φαινομενική αἰτία, ἀλλά, καί παρόλο πού παραφρόνησε καί βγῆκε ἀπό τόν νοῦ του, πάλι δέν ἔκανε ἔργα ἀφροσύνης καί τρέλλας· μόνο φαινόταν σάν παραλογισμένος καί σαστισμένος. Βλέποντάς τον λοιπόν οἱ Ἀγαρηνοί ὡραῖο καί σέ τέτοια κατάστασι, τόν παρακινοῦσαν νά τουρκέψη καί αὐτός, μή ἔχοντας τά λογικά του, τούς ἀκολούθησε καί χωρίς μεγάλη βία. Ὁπότε, φέρνοντάς τον αὐτοί μέ προθυμία μεγάλη καί ζῆλο πολύ, τόν παρουσίασαν στούς ἀρχηγούς τους, λέγοντας πρός αὐτούς, ὅτι αὐτός ὁ νέος ζητεῖ νά τουρκέψη. Καί ἐκεῖ πάλι ἐρωτώμενος ἐάν θέλη νά τουρκέψη, σιωποῦσε, σάν νά μήν αἰσθανόταν καί νά μήν ἄκουγε τί τοῦ ἔλεγαν καί ἑπομένως ἐπειδή ἀγανάκτησαν ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς συμπεριφορᾶς, αὐτόν μέν ὡς τρελλό δέρνοντάς τον τόν ἔδιωξαν ἀπό ἐκεῖ, ἐκείνους δέ πού τόν πρόσφεραν, τούς ἐπέπληξαν καί τούς ντρόπιασαν, διότι τούς ἔφεραν ἐκεῖ ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο.
Ὕστερα δέ ἀπό αὐτό, ἐπειδή φοβήθηκαν οἱ ἄλλοι του συμπατριῶτες νά μήν πάθη καμμία ψυχική ζημιά, τόν ἔφεραν στήν Χῖο, στήν ἀδελφή του, πού λεγόταν Δεσποινοῦ, διηγούμενοι σ’ αὐτήν καί τά ὅσα συνέβησαν στήν Μαγνησία. Αὐτή ὅμως, ὤ καί τί νά πῶ γιά τήν ἀφροσύνη της!, δέν τά φύλαξε μυστικά καί γι’ αὐτό μετά ἀπό λίγο ἔφθασε στούς ἀγάδες τῆς Χίου ἡ κακή φήμη, ὅτι, δηλαδή, τούρκεψε στήν Ἀνατολή. Καί τότε βέβαια κινδύνευσε νά πάθη τό ναυάγιο μέσα στό λιμάνι ὁ εὐλογημένος Νικόλαος, ὁ ὁποῖος πρό ὀλίγου εἶχε γλυτώσει ἀπό τό πέλαγος τῆς Μαγνησιακῆς ἀσέβειας. Τότε, λέω, ἀφοῦ πληροφορήθηκαν οἱ ἀγάδες τά σχετικά μέ τόν Νικόλαο καί παίρνοντάς τον, ἄλλαξαν τήν μορφή καί τό ὄνομά του καί στό ἑξῆς ἐμφανιζόταν μέ ροῦχα τουρκικά καί μέ τό ὄνομα Μεϊμέτης καί τίποτε ἄλλο δέν τοῦ ἔλειπε, ἐκτός ἀπό τήν περιτομή, τήν ὁποία ποτέ δέν ἔκανε. Ἐπειδή ὅμως ἐστερεῖτο τά ἀναγκαῖα πρός τό ζῆν, πῆγε κοντά στούς χασάπηδες καί, βόσκοντας τά ζῷα, πού εἶχαν γιά σφαγή, λάμβανε ἀπό αὐτούς τά πρός τό ζῆν.
Μία λοιπόν τῶν ἡμερῶν συνέβη ἀπό θεία οἰκονομία νά τόν ἰδῆ στά βουνά τῆς Ἁγίας Ὑπακοῆς κάποιος ἀρχιμανδρίτης, Κύριλλος στό ὄνομα, συνέβη, λέω, νά τόν ἰδῆ καί νά ρωτήση γι’ αὐτόν αὐτούς πού βρίσκονταν ἐκεῖ, τί ἄνθρωπος ἦταν, καί, ἀφοῦ ἔμαθε ἀπό αὐτούς τά πάντα, γνωρίζοντας, ὅτι ἡ δήλωσι τῶν λόγων τοῦ Κυρίου φωτίζει καί συνετίζει τά μικρά παιδιά, προσῆλθε σ’ αὐτόν καί, ἀφοῦ τόν ρώτησε καί γνώρισε τήν πολλή του ἁπλότητα, τόν δοκίμαζε πλέον μέ κατάλληλους τρόπους, γιά νά καταλάβη τήν γνώμη του ποῦ κλίνει, ἔπειτα καί κάποιες συμβουλές τοῦ ἔδωσε, τί νά κάνη καί πῶς νά περνᾶ. Καί αὐτά φαίνεται ὅτι ἦταν ἡ ἀρχή καί ἡ ἀφορμή τῆς μεταβολῆς καί τῆς διορθώσεώς του. Διότι, ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπό ἐκεῖ, ἦλθε σέ κάποιο τόπο πού λεγόταν ὑδραγωγεῖο καί κοιμήθηκε ἐκεῖ μέσα σέ μία γκρεμισμένη Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Ἄννης· ὡστόσο, ἐνῷ ἔκλεισε τά σωματικά μάτια σέ ὕπνο, ἄνοιξε ὅμως τά ψυχικά μάτια ὡς ἄλλος Ἰακώβ σέ ὀπτασία παράδοξη, καί, νά, βλέπει μία ὡραιότατη κόρη ντυμένη μέ ξενική στολή καί τοῦ λέει· ‘‘Σήκω, πήγαινε στόν ἱερέα τοῦ Ναοῦ τοῦ Υἱοῦ μου νά σέ λούση, νά θεραπευθῆς, γιά νά σέ πάρω γαμπρό’’. Ἔπειτα ἀφοῦ ξύπνησε, ἔτρεξε μέ χαρά μεγάλη στό χωριό, διηγούμενος λέξι πρός λέξι στήν ἀδελφή του τό ὅραμα ἐκεῖνο. Αὐτά τά ἴδια ἀνάγγειλαν καί στόν ἐφημέριό τους, πού ὠνομαζόταν Γεννάδιος, ζητῶντας τήν λύσι καί τήν ἑρμηνεία τοῦ ὀνείρου· αὐτός ὅμως θεωρῶντας τό ὄνειρο ἁπλῶς ἤ ἀποτέλεσμα τῆς ἀφροσύνης του, τούς ἔδιωξε, λέγοντας, ‘‘τοῦ τρελλοῦ τό ὄνειρο θά ἐξετάσουμε τί εἶναι καί τί δέν εἶναι’’; Ἐπειδή δέ ὁ προαναφερθείς ἀρχιμανδρίτης εἶχε τότε καλή ὑπόληψι, ἐπιπλέον ἦταν καί προεστώς στόν Ναό τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, πού εἶναι στό παλαιοκάστρο, γι’ αὐτό προσῆλθαν σ’ αὐτόν νά τοῦ ψάλλη ἁγιασμούς, νά τοῦ διαβάση ἐξορκισμούς, μήπως τάχα αὐτά ἐννοοῦσε λούσιμο ἡ κόρη πού τοῦ ἐμφανίσθηκε καί αὐτόν (τόν ἀρχιμανδρίτη, λέω), ἔλεγε ἱερέα τοῦ Ναοῦ τοῦ Υἱοῦ της, ὅπως καί ἡ ἔκβασις τῶν πραγμάτων τό ἔδειξε· διότι ἀφοῦ προσκάλεσε τήν θεία βοήθεια μέ τίς προσευχές τοῦ ἱεροῦ ἐκείνου ἀρχιμανδρίτου, ἔλαβε τό ποθούμενο, δηλαδή ἦλθε στά λογικά του καί θεραπεύθηκε καί ἔγινε, ὅπως ἦταν προηγουμένως σέ διάστημα δύο ἡμερονυκτίων. Ὁ δέ ἀρχιμανδρίτης, ἀφοῦ μέ τήν θεία χάρι τόν κατέστησε ὑγιῆ καί φρόνιμο, φρόντισε πλέον καί γιά τήν ψυχική του ὑγεία. Γι’ αὐτό τόν κατήχησε καλά καί τόν δίδαξε ἰκανοποιητικά καί ἔτσι, ἀφοῦ τόν ἔβαλε σέ ὁδό μετανοίας καί Χριστιανικῆς ζωῆς, τόν ἄφησε νά φύγη ἐν εἰρήνῃ.
Τά ὑπόλοιπα ὅμως τῆς διηγήσεως, ἀδελφοί, εἶναι θαυμαστά καί παράδοξα, καί ὡς τέτοια καί μεγαλύτερη ζητοῦν τήν προσοχή. Διότι, ἀφοῦ ἦλθε στά λογικά του ὁ νέος καί συνετίσθηκε, χωρίς νά τοῦ μείνη κανένα ἐλάττωμα, ἄρχισε, νά κάνη μία θαυμάσια μετάνοια, καί, ἀφοῦ ἀπέρριψε ἀμέσως κάθε σωματική φροντίδα ὁ πανύμνητος, μέ νηστεία καί προσευχή καί ἀγρυπνία, περνοῦσε ὅλο τόν καιρό πρίν ἀπό τό Μαρτύριο καί μέ γονυκλισίες σχεδόν ὑπεράριθμες. Πολλές φορές δέ, καί παρακινούμενος ἀπό τήν ἀδελφή του νά δώση λίγη ἄνεσι στόν ἑαυτό του ἀπό τήν πολλή νηστεία καί ταλαιπωρία, δέν θέλησε, ἀλλά συνέχιζε νά νηστεύη συνεχῶς καί δύο καί τρεῖς ἡμέρες. Βλέποντας δέ τήν εἰκόνα τῆς Ἀποτομῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τήν ἅρπαζε καί τήν καταφιλοῦσε ἀχόρταγα, (αὐτός πού ὑπῆρξε εἰκονομάχος τόν καιρό τῆς ἀφροσύνης του) καί μέ θερμά δάκρυα στά μάτια καί καρδιά συντριμμένη καί ταπεινωμένη, ἤ, γιά νά ποῦμε καλύτερα, ἀναμμένη ἀπό τήν φλόγα τῆς ἀγάπης γιά τόν Χριστό, «Ἅγιε τοῦ Θεοῦ», λέει, «ὅπως ἐσύ γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἀποκεφαλίσθηκες, ἔτσι ἀξίωσε καί ἐμένα νά ἀποκεφαλισθῶ γιά τήν ἀγάπη του». Ὤ ἔρωτας! Ὤ ἀγάπη θερμότατη πρός τόν Χριστό! Πράγματι μεγαλύτερη ἀπό αὐτή τήν ἀγάπη κανείς δέν ἔχει. Γι’ αὐτό, παρόλο πού ἦταν δυνατόν νά πάη σέ κανένα μέρος καί ἐκεῖ καί τόν Χριστό νά λατρεύη καί τήν ζωή του νά φυλάη, παρόλο τοῦτο χωρίς νά φοβᾶται αὐτούς πού σκοτώνουν τό σῶμα, τήν ψυχή ὡστόσο δέν μποροῦν νά τήν σκοτώσουν, συμπεριφερόταν ὡς Χριστιανός, τόσο πού καί στήν Ἐκκλησία μαζί μέ τούς ἄλλους πήγαινε. Ἀλλά ἐπειδή πρό ὀλίγου ἐμφανιζόταν καί ἀναγνωριζόταν ὡς Τοῦρκος, γι’ αὐτό φοβούμενοι οἱ ἄλλοι Χριστιανοί τόν κίνδυνο νά τόν δέχωνται στήν Ἐκκλησία, τήν τρίτη φορά πού πῆγε πάλι, τόν ἔδιωξαν μέ φωνές καί θόρυβο. Αὐτός δέ ὁ Μακάριος στάθηκε στό μέσο τοῦ ναοῦ μέ πρόσωπο σκυθρωπό καί βρεγμένο ἀπό δάκρυα καί μέ θρηνώδη φωνή, «γιατί μέ διώχνετε», τούς λέει, «ἀδελφοί, ἀπό τόν ναό τοῦ Θεοῦ, πού εἶμαι καί ἐγώ Χριστιανός, σάν καί ἐσᾶς; Ἐκτός τοῦ ὅτι εἶμαι Χριστιανός καί Χριστιανός πρόκειται νά πεθάνω». Ἔπειτα ἀφοῦ σφράγισε τόν ἑαυτό του τρεῖς φορές μέ τό σημεῖο τοῦ τιμίου σταυροῦ, βγῆκε ἔξω μέ δάκρυα καί ἀναστεναγμούς καί πηγαίνοντας στό σπίτι του, δόθηκε ὅλος σέ θερμή δέησι πρός τόν Θεό, ἕως ὅτου καί οἱ ἄλλοι βγῆκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία. Καί τότε ἐπειδή εἶχε ἀκουσθῆ καί πρωτύτερα, ὅτι ὁ Νικόλαος στράφηκε πάλι στήν προηγούμενή του πίστι καί ἄφησε τήν Τουρκική, ἐπειδή εἶχε ἀκουσθῆ, λέω, αὐτό, νά καί φθάνουν σάν νά ἐπρόκειτο γιά ληστη, μέ μαχαίρια καί ὅπλα οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπό τό δικαστήριο, γιά νά τόν φέρουν σέ ἐξέτασι τοῦ τολμήματος. Καί πρῶτα μέν τοῦ ἔδεσαν πίσω τά χέρια του, ἔπειτα συνέλαβαν καί τόν ἐφημέριο τοῦ χωριοῦ καί ἄλλους δύο ἀπό τούς προύχοντες καί ὅλους μαζί τούς ἔφεραν στό δικαστήριο. Καί τούς μέν ἄλλους τρεῖς τούς φυλάκισαν, μόνο δέ τόν Νικόλαο παρουσίασαν σέ ἐξέτασι. Καί αὐτός ἐξεταζόταν καί τόν ρωτοῦσαν, γιατί νά ἀλλάξη τό σχῆμα καί τό ὄνομά του καί νά γίνη πάλι Χριστιανός; «Ἐπειδή ἐγώ ἀπό Χριστιανούς γεννήθηκα», τούς ἀποκρίνεται, «καί Χριστιανός ἀνατράφηκα καί εἶμαι Χριστιανός καί τόν Χριστό μου ποτέ δέν ἀρνήθηκα νά τουρκέψω, οὔτε θά τόν ἀρνηθῶ ποτέ, ἀλλά Χριστιανός πρόκειται νά πεθάνω». Καί αὐτά μέν εἶπε ὁ νέος. Ὁ δέ δικαστής καί αὐτοί πού ἦταν μαζί του τότε κατ' ἀρχάς δοκίμαζαν μέ πολλές κολακεῖες καί διάφορες ὑποσχέσεις νά τόν μεταπείσουν νά παραμείνη στήν θρησκεία τους. Ὡστόσο ἄλλο δέν κατόρθωσαν μέ αὐτά, παρά τοῦτο μόνο· ἄναψαν, δηλαδή, τόν ζῆλο τοῦ Μάρτυρα καί οὔτε τούς δικαστές σεβάσθηκε, οὔτε τά ἄλλα παριστάμενα πλήθη τῶν Ἀγαρηνῶν φοβήθηκε, οὔτε κάτι ἄλλο συλλογίσθηκε, ἀλλά μέ φρόνημα γενναῖο, μέ δυνατή φωνή καί μέ γλῶσσα ἐλεύθερη, ἐπέπληξε τήν θρησκεία τους, χλεύασε καί περιέπαιξε τήν ἀμάθειά τους καί τήν πλάνη τους. Καί κανένας ἀπό αὐτούς δέν μπόρεσε νά ἀντιμιλήση καί νά ἐναντιωθῆ, σύμφωνα μέ τήν ὑπόσχεσι τοῦ Κυρίου πού λέει· «Ἐγώ θά σᾶς δώσω στόμα καί σοφία, στήν ὁποία δέν θά μπορέσουν νά ἀντιλέξουν, οὔτε νά ἀντισταθοῦν ὅλοι αὐτοί πού ἀντιτίθενται σέ ἐσᾶς».
Ἐπειδή λοιπόν ἀπό τήν θεία ἐλευθεροστομία καί τήν πνευματοκίνητη γλῶσσα τοῦ Μάρτυρα, νικήθηκαν καί ντροπιάσθηκαν, μετέβαλαν τήν ἡμερότητα σέ θηριώδη ἀγριότητα, τίς κολακεῖες καί τίς ὑποσχέσεις σέ ἀπειλές καί φοβέρες. Ὁπότε χωρίς νά χάσουν καιρό, τόν ἔστρωσαν στό ξύλο καί μέ ἄκρα σκληρότητα περισσότερες ἀπό πεντακόσιες ξυλιές τοῦ ἔδωσαν στά πόδια. Καί μετά τό βασανιστήριο αὐτό τόν ἔρριξαν ἔτσι πληγωμένο μέσα στήν φυλακή καί ὄχι αὐτό μόνο, ἀλλά καί μέ ὑπερβολή ἀπανθρωπίας ἔσφιγξαν τά καταπληγωμένα πόδια του μέσα στό βασανιστήριο ξύλο, τό κοινῶς λεγόμενο τουμπρούκι, ἐνῷ οἱ προαναφερθέντες τρεῖς συντοπίτες του ἦταν καί αὐτοί φυλακισμένοι, ἀλλά χωρίς βασανιστήρια. Ἀλλά, ὅμως, ἐπειδή δέν μποροῦσαν νά ὑποφέρουν οὔτε καί αὐτή τήν λίγη στενότητα χώρου τῆς φυλακῆς, τόλμησε νά πῆ πρός αὐτόν ὁ ἱερέας μάλιστα, ὁ διδάσκαλος τῆς εὐσεβείας, ἀλλοίμονο! τόλμησε λέω νά τοῦ πῆ λόγο ὄντως σατανικό καί διαβολικό· «Ἕως πότε», λέει, «θά μᾶς βασανίζης; Τούρκεψε νά γλυτώσης καί ἐσύ καί ἐμεῖς καί γιά ἕναν ἄνθρωπο ἡ Χριστιανοσύνη δέν λιγοστεύει». Μόλις ἄκουσε αὐτόν τόν λόγο ὁ θεῖος Νικόλαος, τόσο πολύ ταράχθηκε, τόσο ἄναψε ὁ ἔνθεος ζῆλος του, ὥστε δέν τόν σεβάσθηκε πλέον ὡς ἱερέα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά σάν ἕναν ἐχθρό, ἕναν δόλιο, ἕναν προδότη τῆς εὐσέβειας, τόν ἔφτυσε τρεῖς φορές στό πρόσωπο λέγοντας· ‘‘Ἐσύ ὁ ἱερέας τοῦ Θεοῦ, μέ παρακινεῖς νά προδώσω τήν πίστι μου, ἀντί νά μέ διδάσκης νά τήν διαφυλάξω ἕως θανάτου’’; Μετά δέ ἀπό μερικές ἡμέρες, λογαριάζοντας οἱ Τοῦρκοι, ὅτι θά δειλιάση ἀπό τίς προηγούμενες τιμωρίες καί ἔτσι θά ἀρνηθῆ τόν Χριστό, τόν ἔβγαλαν σέ δεύτερη ἐξέτασι. Καί πάλι ὑποσχέσεις μεγάλες, πάλι κολακεῖες πολλές. «Λυπήσου», τοῦ ἔλεγαν, «τήν νεότητά σου παιδί μου, τήν ὀμορφιά σου, τήν ζωή σου, μή θελήσης νά ζημιωθῆς καί νά χάσης αὐτά τά καλά, ἀλλά κάνε ὑπακοή σέ ἐμᾶς, γιά νά σέ τιμήσουμε καί νά σέ δοξάσουμε πολύ· καί λέγοντας αὐτά τοῦ ἔδειχναν ἕνα κιβώτιο πού περιεῖχε πολλά φλουριά καί ἄλλα ἀργύρια καί μία φορεσιά λαμπρή καί πολυέξοδη· καί ὅλα αὐτά τοῦ ἔλεγαν, ἄς γίνουν δικά σου καί ἐπιπλέον θά σέ κάνουμε υἱό μας, μόνο ὑπάκουσε. Καί ἄν ἐπιμένης στό πεῖσμα, πρόκειται νά σέ θανατώσουμε ἀπαραιτήτως μέ σκληρότατο θάνατο».
Καί αὐτά μέν ἔλεγαν οἱ τύραννοι· ὁ Μάρτυρας ὅμως ἀποκρίθηκε: «Οὔτε τίς κολακεῖες σας δέχομαι, οὔτε τίς ὑποσχέσεις βάζω καθόλου στόν νοῦ μου. Ἀλλά οὔτε τίς τιμωρίες καί τόν ἀπειλούμενο θάνατο φοβοῦμαι. Χριστιανός εἶμαι καί ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ κανένα πρᾶγμα δέν θά μπορέση νά μέ χωρίση. Ἐκτός ἐάν μέ ὑπακούσετε ἐσεῖς πρωτύτερα, (τούς λέει μέ τήν συνήθη του ἁπλότητα), σέ ἕνα ζήτημα πού ἔχω νά σᾶς ζητήσω, τότε θά ὑπακούσω καί ἐγώ σέ ἐσᾶς ὕστερα». Αὐτοί δέ μή γνωρίζοντας τί ἦταν τό ζήτημά του, ὑποσχέθηκαν μέ χαρά. Τί δέ ἦταν ἐκεῖνο τό ζήτημα; «Δεχθεῖτε πρῶτα ἐσεῖς», τούς λέει, «νά σᾶς βαπτίσω, νά σᾶς κάνω Χριστιανούς καί ἔπειτα κάνετέ με καί ἐσεῖς ὅ,τι θέλετε». Τόσο πολύ δέ τούς τάραξαν αὐτά τά λόγια τοῦ Μάρτυρα, τόσο τούς ἄναψαν τόν θυμό, ὥστε τούς ἔκαναν νά ἐπινοήσουν καί νά ἀποφασίσουν, ἀκόμα καί νά μεταχειρισθοῦν σ’ αὐτόν τά πλέον τρομερά καί ἀσυνήθιστα βασανιστήρια. Πρόσταξαν, λέω, καί ἔχυσαν νερά κάτω στό ἔδαφος τῆς φυλακῆς, ἔπειτα ἔχοντας διαπερασμένα σέ ἕνα σανίδι πολλά καί μυτερά καρφιά καί τά ἔβαλαν ἐπάνω στά νερά ἐκεῖνα καί ὕστερα ξάπλωσαν τόν Μάρτυρα ἐπάνω σ’ αὐτά τά καρφιά, τά διαπερασμένα στό σανίδι. Ἐπάνω δέ στό στῆθος καί στήν κοιλιά του τοποθέτησαν μία βαρύτατη πλάκα καί στόν λαιμό του πέρασαν ἁλυσίδα καί τήν ἴδια ὥρα τοῦ εἶχαν τά πόδια στό τουμπρούκι. Αὐτά μέν πρόσταξαν οἱ τύραννοι, οἱ δέ ὑπηρέτες ἐκπλήρωσαν αὐτά πού τούς προστάχθηκαν τό γρηγορώτερο, ὁ δέ Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ τά ὑπέμενε χαρούμενος καί δοξάζοντας τόν Θεό. Ὁ Χριστός, ὅμως, πού εἶναι ἡ σταθερότητα τῶν Μαρτύρων καί ἡ δύναμις, δέν ἄφησε τόν δοῦλο του ἀβοήθητο καί ἀπαρηγόρητο σέ τόσο μεγάλη ἀνάγκη, ἀλλά τά μεσάνυχτα, νά, καί γίνεται ἕνας σεισμός φοβερός μέσα στήν φυλακή καί μέ τόν σεισμό κύλισε ἡ πλάκα καί ἔπεσε ἀπό τό στῆθος καί τήν κοιλιά τοῦ Ἁγίου, καί, ὤ τοῦ θαύματος!, οὔτε ἡ πλάκα τοῦ συνέτριψε τά κόκκαλα τοῦ στήθους, οὔτε τά καρφιά τοῦ τρύπησαν τήν πλάτη, ἀλλά ἔμεινε ἐντελῶς ἀβλαβής μέ τήν θεία δύναμι, ἡ δέ φυλακή γέμισε ἀπό ἀνείπωτη εὐωδία τήν ὥρα ἐκείνη. Τότε καί ὁ προαναφερθείς ὀλιγόπιστος ἱερέας, βλέποντας τό παράδοξο θαῦμα, μετανόησε καί ζητοῦσε θερμῶς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιά ἐκεῖνα πού βλασφήμησε, καί πέφτοντας στά πόδια τοῦ Ἁγίου ζητοῦσε συγχώρησι, ἐπειδή τοῦ εἶπε νά τουρκέψη. Καί ὄχι μόνον αὐτός, ἀλλά καί ὅλοι αὐτοί πού βρέθηκαν στήν φυλακή, ἐξεπλάγησαν καί φώναζαν· «Πράγματι Ἅγιος ἄνθρωπος εἶναι, ἀληθινός Μάρτυρας εἶναι, ὅπως καί ἐκεῖνοι οἱ παλαιοί, καί γι’ αὐτό ὁ Θεός στάθηκε θαυμαστός σ’ αὐτόν». Καί ἦταν μεγάλη χαρά γιά ὅλους ἐκείνους πού ἄκουγαν αὐτά τά θαυμάσια. Καί μόνο οἱ Τοῦρκοι ντροπιάζονταν καί ὡς ἄλλος Φαραώ σκλήρυναν ἀπό τό ἄκουσμα τῶν θαυμάτων. Γι’ αὐτό τούς μέν ἄλλους τρεῖς συντοπίτες του ὡς Μάρτυρες καί κήρυκες ντροπιασμένους τούς ἀπέλυσαν μέ ἄσπρα, σύμφωνα μέ τήν συνήθειά τους. Ὁμοίως ἀπέλυσαν μέ μεγάλη δόσι ἄσπρων καί τόν προαναφερθέντα ἀρχιμανδρίτη, ὁ ὁποῖος συμβούλευσε καί διώρθωσε τόν Μάρτυρα, καθώς εἴπαμε, τόν ὁποῖο ὄχι μόνο εἶχαν φυλακισμένο, ἀλλά καί φοβέριζαν μάλιστα νά κόψουν τήν γλῶσσα του· τούς μέν ἄλλους, λέω, τούς ἀπέλυσαν, τόν δέ Μάρτυρα βγάζοντάς τον ἀπό τήν κοινή φυλακή, γιά νά μή τόν βλέπουν οἱ ἄλλοι Χριστιανοί, πού ἔμειναν φυλακισμένοι, ἀφοῦ τοῦ ἔδεσαν τά χέρια καί τά πόδια, τόν ἔρριξαν μέσα στόν σταῦλο τῶν ἀλόγων, ἐγκαταλειμμένο ἀπό κάθε ἀνθρώπινη βοήθεια, γιά νά λάβη θάνατο βίαιο καί ἄτιμο ἀπό τά καταπατήματα τῶν ἀλόγων ὁ τρισμακάριστος.
Καί οἱ μέν πονηρές ἀποφάσεις τῶν Ὀθωμανῶν ἦταν τέτοιες· ὁ δέ Θεός πού φύλαξε ἀβλαβῆ τόν προφήτη Δανιήλ μέσα στόν λάκκο ἀπό τήν ὁρμή καί τήν ἀγριότητα τῶν λεόντων, αὐτός βέβαια φύλαξε καί τόν Νικόλαο ἀπό τήν ὁρμή καί τά πατήματα τῶν ἀλόγων καί δέν ἄφησε νά πάθη κανένα κακό. Ἀφοῦ δέ πέρασαν τρεῖς ἡμέρες, βλέποντας ἕνας ἀπό τούς Ἀγαρηνούς μέ τό ἐπίθετο Σουρούλης, ὅτι ἀκόμα ζῆ, τοῦ ἔδινε ψωμί νά φάη καί αὐτός ἀποκρίθηκε ὅτι ἦταν χορτασμένος ἀπό τά φαγητά, πού τοῦ ἔφερε ἡ ἀδελφή του, (καί παρόλο πού ἦταν ἡ ἀδελφή του μακριά κρυμμένη ἀπό τόν φόβο τῶν Ἀγαρηνῶν) καί ἔμεινε πάλι νά νηστεύη, ὅπως καί ὅλο τόν καιρό τοῦ Μαρτυρίου του ὁ θειότατος μέ νηστεία μεγάλη τόν πέρασε.
Τέλος πάντων, ἐπειδή ἐξ αἰτίας τῶν ἀναφερομένων βασανιστηρίων, οὔτε ἡ γνώμη του μεταβλήθηκε νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό, οὔτε πέθανε, ἐπειδή ἀγανάκτησαν περισσότερο, ζήτησαν φετουφά (σ.σ. ἐπίσημη γνωμοδότησις πού δίνεται ἀπό τόν μουφτή ἤ τόν ἰμάμη) ἀπό τόν μουφτή, γιά νά τόν φονεύσουν τάχα νομίμως τόν δίκαιο οἱ ἀδικώτατοι καί παρανομώτατοι. Ὡστόσο δέν ἔδωκε φετουφά, κρίνοντάς το ἀντίθετο στήν νομοθεσία τους, καθώς δέν εἶχε κάνει περιτομή, ἦταν δηλαδή ἀσουνέτευτος. (Διότι ἔγινε γνωστό σέ ὅλους, ὅτι ἦταν ἀσουνέτευτος). Αὐτοί ὅμως ἄδικα καί ἐνάντια στούς νόμους τους ἀποφάσισαν τήν καταδίκη του σέ θάνατο, ἀφοῦ μέ διάφορους τρόπους τόν βασάνισαν, ὅπως ἕως ἐδῶ ὁ λόγος φανέρωσε, σέ διάστημα τριάντα ἡμερῶν. Τότε λοιπόν βγάζοντάς τον ἀπό τήν φυλακή, τόν ἔφεραν στό βουνάκι, (σέ μία πεδιάδα, δηλαδή, τῆς πόλεως) στά ἐξωτερικά τείχη τῆς Σούδας τοῦ κάστρου, λίγο παρακάτω ἀπό τό ζύγι τοῦ νεροῦ, καί καθώς ἐπέστρεφαν ἀπό τό τζαμί ὅλοι οἱ ἀγάδες καβαλαραῖοι στάθηκαν τριγύρω καί τόν ρώτησαν τρεῖς φορές, ἐάν ἦλθε στόν νοῦ του νά τουρκέψη, καί αὐτός ὁ εὐλογημένος ταλαιπωρημένος ἀπό τήν τόσων ἡμερῶν νηστεία, ἀτονισμένος ἀπό τόσα πολλά βασανιστήρια, καί τό περισσότερο, γιά νά δείξη ὅτι δέν τούς λογαριάζει καθόλου, δέν ἀποκρίθηκε μέ λόγια τό, ὄχι, ἀλλά μόνο μέ τό κούνημα τῆς κεφαλῆς.
Τελευταῖα τόν γονάτισαν τρεῖς φορές, καί τήν μέν πρώτη τοῦ ἔδωσε ὁ δήμιος μία λογχευτή, δηλαδή μία μπηχτή μαχαιριά στήν πλάτη, ἔπειτα τόν σήκωσε ἐπάνω καί πάλι τόν ρώτησαν, τήν δεύτερη φορά τοῦ ἔκοψε τόν λαιμό λίγο καί πάλι τόν σήκωσε καί τόν ρώτησαν πάλι, ἐάν θέλη νά τουρκέψη νά γλυτώση τήν ζωή του, λέγοντάς του, ὅτι καί οἱ πληγές του γιατρεύονται· τήν τρίτη φορά λέγοντάς του νά γονατίση, ἔτρεξε μέ μεγάλη δύναμι καί ὁρμή ἀπό τήν πολλή λαχτάρα καί ἐπιθυμία, πού εἶχε νά τελειώση τόν δρόμο τοῦ Μαρτυρίου· ἔτρεξε, λέω, καί πέφτοντας στά γόνατα, ἐκφώνησε τό γλυκύτατο ὄνομα τῆς Κυρίας Θεοτόκου, λέγοντας τρεῖς φορές, «Παναγία, βοήθησέ με»· καί τότε πλέον ὁ δήμιος τόν χτύπησε μέ ὅλη του τήν δύναμι, ἀλλά πάλι δέν ἀποκόπηκε ἡ πάντιμη κεφαλή του, οὔτε μέ μία, οὔτε μέ δύο, ἕως ὅτου μέ ὑπερβολή ἀπανθρωπίας καί σκληρότητας τόν ἔπιασε ἀπό τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς καί τόν ἔσφαξε σάν πρόβατο. Καί ἔτσι ὁ ἔνδοξος Νικόλαος ἀγωνίσθηκε τόν ἀγῶνα τόν καλό, σύμφωνα μέ τόν θεῖο Ἀπόστολο, τήν πίστι πρός Χριστό τόν Θεό τήρησε, τόν σωτήριο δρόμο τοῦ μαρτυρίου ἐκπλήρωσε καί τόν στέφανο τῆς ἀφθαρσίας ἔλαβε ἀπό τόν Θεό, κατά τό εἰκοστό τρίτο ἔτος τῆς ἡλικίας του, στά χίλια ἑπτακόσια πενῆντα τέσσερα, κατά τήν τριακοστή πρώτη τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός, στίς ἕξι ἡ ὥρα, κατά τήν ὁποία καί ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός σταυρώθηκε.
Καί τότε, θαυμαστός ὁ Θεός μέσῳ τῶν ἁγίων του, σκοτάδι πυκνότατο ἔπεσε σέ ὅλη τήν Χῖο, τόσο πού τά πλήθη πού παρέμειναν νά ἰδοῦν τό τέλος, Τοῦρκοι, Χριστιανοί, Φράγκοι, Ἑβραῖοι, δέν διέκριναν ὁ ἕνας τόν ἄλλο ἀπό τό σκοτάδι, οὔτε τόν δρόμο πού κάθε ἕνας ἀπό αὐτούς ἐπρόκειτο νά περπατήση δέν εὕρισκε, σάν νά ἦταν μία σκοτεινότατη νύχτα τοῦ χειμῶνα. Οἱ δέ χωρικοί βλέποντας ἔξαφνα τέτοιο παράδοξο σημάδι καί μή γνωρίζοντας τήν αἰτία, ἔλεγαν· «Αὐτό βέβαια δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ὀργή θεϊκή ἐναντίον μας». Καί παρέμεινε ξακουστό αὐτό τό σκοτάδι ἕως καί σήμερα. Μόνο τό πρόσωπο τοῦ Μάρτυρα νεκρό, μέγα θαῦμα! ἔλαμπε σάν ἄστρο λαμπρότατο μέσα στό σκοτάδι ἐκεῖνο. Ἀλλά καί θεῖο φῶς ἐπεσκίαζε τό Μαρτυρικό λείψανο τρεῖς νύχτες συνεχῶς πού τό φύλαγαν στόν τόπο τῆς καταδίκης. Οἱ δέ πλανημένοι Ἀγαρηνοί, βλέποντας τό οὐράνιο ἐκεῖνο φῶς καί μή ὑποφέροντας τήν ντροπή, ἔλεγαν, ὅτι φωτιά κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό νά κατακάψη τό σῶμα του. Ὁπότε, λαμβάνοντας ἀφορμή ἀπό αὐτό, ἔκαψαν καί μαύρισαν τό πρόσωπό του μέ δαδιά, γιά νά μή φαίνεται, πρός ἐπίπληξι καί κατηγορία τους, ἡ ὀμορφιά καί ἡ λαμπρότητα, πού εἶχε ἀπό τήν θεία χάρι. Καί ὄχι μόνο μέ τό οὐράνιο φῶς δόξασε ὁ Χριστός τόν Μάρτυρά του, ἀλλά καί μέ εὐωδία θαυμαστή καί ἀνείπωτη, ἡ ὁποία γέμιζε τόν ἀέρα ὅσο ἔμενε ἐκεῖ τό Ἅγιο λείψανο. Κάποιοι δέ ἀπό τούς φύλακες ἔκοψαν δάχτυλα καί ἄλλα εὐκολόκοπα μέλη καί τά ἔδωκαν σέ μερικούς γνώριμούς τους Χριστιανούς, γιά νά πάρουν χρήματα· ἄλλοι πάλι Χριστιανοί πῆραν χῶμα βρεγμένο ἀπό τά Μαρτυρικά αἵματα. Τέλος πάντων μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες ἔρριξαν τό Ἅγιο λείψανο στήν θάλασσα, γιά νά μή τό πάρουν οἱ Χριστιανοί, ποῦ ὅμως μεταφέρθηκε καί κατάντησε, δέν γνωρίζει κανείς. Ἔτσι δόξασε τόν Θεό, ἀδελφοί, ὁ θεῖος Νικόλαος μέ τούς ὑπερφυσικούς ἀγῶνες τοῦ Μαρτυρίου του καί ὁ Θεός τόν ἀντιδόξασε μέ τά παράδοξα θαύματα τῆς θείας του παντοδυναμίας.
Κατά τήν ἐποχή ἐκείνη τοῦ θαυμαστοῦ αὐτοῦ Μάρτυρα, μία γυναίκα σεμνή καί κόσμια, Σμαράγδα τό ὄνομά της, κινδύνευε μέ θάνατο, ἀπό ἕνα φοβερώτατο καί ἀθεράπευτο πάθος. Τό δέ πάθος αὐτό τῆς συνέβη ἀπό τήν ἑξῆς περίστασι· Αὐτή εἶχε υἱό πού ζοῦσε στήν ξενιτειά, ὁ ὁποῖος ἐπάνω στό ἄνθος τῆς ἡλικίας του πέθανε· μόλις λοιπόν ἔμαθε αὐτή τήν τόσο λυπηρή εἴδησι τοῦ υἱοῦ της, τόσο πολύ λυπήθηκε, ὥστε ἔπαθε ἕνα ἀσυνήθιστο πάθος· ἔπαυσε, δηλαδή, στό ἑξῆς ἡ κατά μῆνα φυσική ροή τοῦ αἵματός της καί τό αἷμα ἐκεῖνο, πού ἐμποδίσθηκε ἀπό τούς φυσικούς πόρους, ἐπέστρεφε καί ἔβγαινε ἀπό τό στόμα της καί τόσο πολύ, πού γέμιζε λεκάνη, ὅπως ἡ ἴδια ἔλεγε. Φωνάζει λοιπόν τούς γιατρούς, δοκιμάζουν ἐκεῖνοι μέ ὅλη τήν δύναμι τῆς τέχνης τους νά τήν θεραπεύσουν, ἀλλά δέν μποροῦν· προσπέφτει στήν χάρι τῶν θαυματουργῶν καί ἰαματικῶν Ἀναργύρων, προσκαλεῖ τά ἱερά τους λείψανα, τῆς ψάλλουν ἁγιασμό μέ αὐτά, ἀλλά ὄχι μόνο θεραπεία δέν βρίσκει, ἀλλά οὔτε κἄν τήν παραμικρή παρηγοριά· προσκαλεῖ ἔπειτα καί τήν χαριτόβρυτη κάρα τῆς ὁσίας Ματρώνης, ἀλλά ὁ Θεός πού δοξάζει αὐτούς πού τόν ἀντιδοξάζουν, θέλοντας νά δοξάση τόν νέο του Μάρτυρα Νικόλαο (ὅπως ἔδειξαν τά πράγματα ἀργότερα) δέν εὐδόκησε νά τήν θεραπεύση οὔτε ἡ Ἁγία Ματρώνα, ἐνῷ τό πάθος μεγάλωνε καί μέ ἀναμφίβολο θάνατο φοβέριζε τήν ἄθλια γυναῖκα. Ἐπειδή λοιπόν ἀπελπίσθηκε αὐτή ἀπό κάθε εἴδους βοήθεια καί ἐπειδή ἐκεῖνες τίς ἡμέρες τελείωσε τόν ἀγῶνα τοῦ Μαρτυρίου ὁ θεῖος Νικόλαος καί σέ κάθε μέρος τά διηγήματα τῶν μαρτυρίων του καί τῶν θαυμάτων του λέγονταν καί ἀκούγονταν, γι’ αὐτό μέ πολλή εὐλάβεια καί μεγάλη πίστι ζητεῖ ἀπό τόν Μάρτυρα τήν ὑγεία της καί μιμούμενη τήν αἱμορροοῦσα τοῦ Εὐαγγελίου, ἔλεγε στόν ἄνδρα της Ἀλεξανδρῆ (αὐτό ἦταν τό ὄνομά του) ‘κάνε ὅ,τι μπορέσεις, γιά νά λάβουμε τίποτα ἀπό τό μαρτυρικό λείψανο τοῦ Νικολάου καί ἐλπίζω, ὅτι θά μοῦ γίνη γιατρός θαυμάσιος’. Καί, ὤ τοῦ θαύματος, ἀδελφοί, ἔτσι ἔγινε. Διότι, ἀφοῦ αὐτός φρόντισε καί βρῆκε κάτι λίγο ἀπό τό λείψανο τοῦ Ἁγίου καί τό προσκύνησε καί τό ἀσπάσθηκε ἡ ἀσθενής, βρῆκε τήν ὑγεία της δοξάζοντας τόν Θεό καί τόν Ἅγιο.
Ὅλα αὐτά καί ἐμεῖς συγγράψαμε μέ ὅλη τήν ἀκρίβεια τῆς ἀλήθειας, ἀπό τά σημειώματα πού τότε ἀμέσως πολλοί αὐτόπτες καί αὐτήκοοι μάρτυρες ἔκαναν καί ἀπό τήν μαρτυρία πολλῶν ἀξιόπιστων ἀνθρώπων, πού καί αὐτοί αὐτόπτες καί αὐτήκοοι μάρτυρες ἔγιναν τῶν πραγμάτων καί μέχρι τίς ἡμέρες μας ζοῦνε καί τά κηρύττουν. Τά σημειώσαμε, λέω, πρός δόξα Θεοῦ καί πρός τιμή τοῦ θείου Μάρτυρα, μέ τοῦ ὁποίου τίς Ἁγίες πρεσβεῖες ὁ Θεός εἴθε νά μᾶς ἐλεήση καί νά μᾶς σώση ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος. Ἀμήν.


Login