Μαξιμιανός οὐχ ὁ παμφάγος λύκος,
Ἀλλ’ ὁ τροφεύς τέθνηκε τῆς Ἐκκλησίας.
Αὐτός ἦταν στά χρόνια τοῦ Θεοδοσίου τοῦ μικροῦ, τό ἔτος 415, καταγόταν δέ ἀπό τήν παλαιά Ρώμη, υἱός γονέων πλουσίων καί εὐγενῶν. Ἐξ αἰτίας ὅμως κάποιας ἀνάγκης ἀναχώρησε ἀπό τήν Ρώμη καί πῆγε στήν Κωνσταντινούπολι. Ἐκεῖ λοιπόν, ἀφοῦ διέλαμψε μέ τήν ἐνάρετη κατάστασι καί ἀκρίβεια τῆς ζωῆς του καί, ἀφοῦ ἀναγνωρίσθηκε, ὅτι ἦταν εὐφυής καί πολυμαθής, γι’ αὐτό χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος ἀπό τόν πανύμνητο Σισίνιο, πού ἦταν τότε Πατριάρχης. Ἔφθασε ἀκόμη καί ἕως τόν Νεστόριο τόν αἱρετικό, πού ἔγινε Πατριάρχης μετά τόν Σισίνιο. Ὅταν ὁ Νεστόριος ἐξωρίσθηκε, ἀνέβηκε στόν θρόνο Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἁγιώτατος αὐτός Μαξιμιανός μέ τήν ψῆφο τοῦ βασιλιᾶ καί ὅλου τοῦ λαοῦ. Στόν καιρό δέ αὐτοῦ τοῦ Πατριάρχη εἶχε εἰρήνη ἡ Ἐκκλησία. Ἀφοῦ λοιπόν ποίμανε σωστά τό ποίμνιό του γιά δύο χρόνια καί πέντε μῆνες καί, ἀφοῦ διαφύλαξε τήν Ἐκκλησία ἀνενόχλητη ἀπό κάθε σκάνδαλο καί ταραχή, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ. Τελεῖται ἡ Σύναξί του στούς Ἁγίους Ἀποστόλους.


Login