Μνή­μη τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρός ἡμῶν Δο­νά­του, Ἐ­πι­σκό­που Εὐ­ροί­ας.

 + Τίς μή Δο­νά­τον δο­ξά­σει ἐν τοῖς λό­γοις,

Ὅν περ τά ἔρ­γα παν­τα­χοῦ ἐ­δό­ξα­σαν;

 

Αὐ­τός ὁ Πα­τέ­ρας μας ἀ­νά­με­σα στούς Ἁ­γί­ους Δο­νᾶ­τος ἦ­ταν Ἐ­πί­σκο­πος στήν πό­λι, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Εὔ­ροι­α, ἡ ὁ­ποί­α β­ρί­σκε­ται στήν πα­λαι­ά Ἤ­πει­ρο, τῆς ὁ­ποί­ας Μη­τρό­πο­λις εἶ­ναι τά Ἰ­ω­άν­νι­να, στά χρό­νι­α τοῦ Θε­ο­δο­σί­ου τοῦ Με­γά­λου, τό ἔ­τος 385. Ἔ­χει δέ χω­ρι­ό ἡ πό­λις τῆς Εὐ­ροί­ας, πού ὀ­νο­μά­ζε­ται Σω­ρεί­α[1], στό ὁ­ποῖ­ο χω­ρι­ό β­ρι­σκό­ταν μί­α βρύ­σις νε­ροῦ καί, ὅ­σοι ἤ­θε­λαν νά πι­οῦν ἀ­πό αὐ­τήν, πέ­θαι­ναν μέ πι­κρό θά­να­το. Ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε αὐ­τό ὁ ἁ­γι­ώ­τα­τος αὐ­τός Δο­νᾶ­τος, ­πῆ­γε στήν βρύ­σι μα­ζί μέ τούς Ἱ­ε­ρεῖς καί τούς κλη­ρι­κούς του καί, ἀ­μέ­σως μό­λις ἔ­φθα­σε ἐ­κεῖ, ἔ­γι­νε μί­α βρον­τή καί με­τά τήν βρον­τή βγῆ­κε ἀ­πό τήν πη­γή ἕ­νας θα­να­τη­φό­ρος δρά­κος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­φοῦ πλη­σί­α­σε κον­τά στόν Ἅ­γι­ο, προ­σπα­θοῦ­σε νά πε­ρι­πλέ­ξη μέ τήν οὐ­ρά του τά πό­δι­α τοῦ ὄνου, ἐ­πά­νω στόν ὁ­ποῖ­ο κα­βα­λί­κευ­ε ὁ μα­κά­ρι­ος.

Τό­τε ὁ Ἅ­γι­ος, μό­λις γύ­ρι­σε καί εἶ­δε τόν δρά­κον­τα, ­πῆ­ρε τό σχοι­νί, μέ τό ὁ­ποῖ­ο χτυ­ποῦ­σε τόν ὄνο καί τό ἔ­βα­λε ἐ­πά­νω στήν ρά­χη τοῦ δρά­κον­τα καί μέ αὐ­τό μό­νο ἔ­κα­νε τόν δρά­κον­τα νά πλη­γω­θῆ θα­να­τη­φό­ρα. Ἔτ­σι ἐ­κεῖ­νος ἀ­μέ­σως ἔ­πε­σε νε­κρός.

Ὤ τῆς με­γα­λει­ό­τη­τος καί τῆς ἀ­νεί­πω­της φι­λαν­θρω­πί­ας τοῦ Θε­οῦ!, δι­ό­τι στούς Ἁ­γί­ους πού τόν εὐ­χα­ρι­στοῦν, συ­νερ­γεῖ νά κά­μνουν τέ­τοι­α ἔρ­γα θαυ­μα­στά καί πα­ρά­δο­ξα!

Τό­τε λοι­πόν, ἀ­φοῦ συγ­κέν­τρω­σαν ξύ­λα οἱ Χρι­στι­α­νοί θε­α­τές τοῦ θαύ­μα­τος αὐ­τοῦ, ἄ­να­ψαν φω­τιά καί κα­τέ­κα­ψαν τό θη­ρί­ο. Κα­νέ­νας ὅ­μως δέν τολ­μοῦ­σε ἀ­πό τόν φό­βο νά πι­ῆ ἀ­πό τήν βρύ­ση ἐ­κεί­νη νε­ρό. Γι’ αὐ­τό ὁ Ἅ­γι­ος, ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε προ­σευ­χή, εὐ­λό­γη­σε τήν πη­γή καί, πρῶ­τος αὐ­τός πί­νον­τας ἀ­πό τό νε­ρό, εἶ­πε καί στούς ἄλ­λους καί ἤ­πι­αν χω­ρίς φό­βο. Καί ἀ­φοῦ ἤ­πι­αν καί χόρ­τα­σαν, γύ­ρι­σαν ἀ­βλα­βεῖς στά ἴ­δι­α.

Μό­λις τά ἔ­μα­θε αὐ­τά ὁ βα­σι­λιάς Θε­ο­δό­σι­ος ὁ Μέ­γας, κά­λε­σε ὅ­λους τούς Ἐ­πι­σκό­πους, πού β­ρίσκονταν σ’ ἐ­κεῖ­να τά μέ­ρη καί, ἀ­φοῦ συγ­κεν­τρώ­θη­καν, τούς ρω­τοῦ­σε, ποι­ός ἀ­πό αὐ­τούς εἶ­ναι ὁ Ἐ­πί­σκο­πος Δο­νᾶ­τος, αὐ­τός πού μέ τό σχοι­νί θα­νά­τω­σε τόν δρά­κον­τα, ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ τήν προ­σευ­χή του ἔβ­γα­λε νε­ρό ἀ­πό τήν γῆ καί κα­τέ­βα­σε βρο­χή ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό. Οἱ δέ Ἐ­πί­σκο­ποι ἔ­δει­ξαν τόν Ἅ­γι­ο λέ­γον­τας· “Aὐ­τός εἶ­ναι, βα­σι­λιά”.

Τό­τε ὁ βα­σι­λιάς τόν χαι­ρέ­τι­σε καί τόν ­πῆ­γε στήν βα­σί­λισ­σα. Καί, ἀ­φοῦ ἔ­πε­σαν κά­τω καί οἱ δύ­ο, ἔπια­σαν τά πό­δι­α του, πα­ρα­κα­λῶν­τας τον καί λέ­γον­τας·  «Δοῦ­λε τοῦ Θε­οῦ, πα­ρα­κι­νή­σου καί λυπήσου μας, ἐ­πει­δή ἔ­χου­με μί­α θυ­γα­τέ­ρα μο­νο­γε­νῆ, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­νο­χλεῖ­ται ἀ­πό δαι­μό­νι­ο, γι­ά τό ὁ­ποῖ­ο εἴ­μα­στε πε­ρί­λυ­ποι καί συν­τε­τριμ­μέ­νοι στήν ψυ­χή. Ἄν τυ­χόν λοι­πόν τήν γι­α­τρεύ­σης, πά­ρε τό μι­σό τῆς προίκας της». Ὁ Ἅ­γι­ος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἄς φα­νε­ρω­θῆ ἡ κό­ρη, γι­ά νά τήν ἰ­δῶ»· καί αὐ­τοί ὡ­δή­γη­σαν τόν Ἅ­γι­ο σ’ αὐ­τήν. Ἔτ­σι, ἀ­φοῦ ἐ­πέ­πλη­ξε ὁ μα­κά­ρι­ος τόν δαί­μο­να, τόν ἔ­δι­ω­ξε ἀ­μέ­σως ἀ­πό τήν κό­ρη. Τό­τε ὁ βα­σι­λιάς ἑ­τοί­μα­ζε, γι­ά νά δώ­ση σ’ αὐ­τόν ἐ­κεῖ­να, πού τοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­κε. Ὁ Ἅ­γιος ὅ­μως δέν τά δέ­χθη­κε αὐ­τά, ἀλ­λά βλέ­πον­τας τήν ἀ­γα­θή τους γνώ­μη, ζή­τη­σε νά τοῦ δο­θῆ ἕ­νας τό­πος κον­τά στήν ἐ­παρ­χί­α του, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν κα­τάλ­λη­λος, γι­ά νά χτι­σθῆ σ’ αὐ­τόν Ἐκ­κλη­σί­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πο­κα­λεῖτο Ὀμ­φά­λι­ος. Ἔτ­σι ὁ βα­σι­λιάς χά­ρι­σε τόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο στόν Ἅ­γι­ο μέ ἔγ­γρα­φο πρό­σταγ­μα.

Αὐ­τός ὁ Ἅ­γι­ος Δο­νᾶ­τος ἀ­νέ­στη­σε καί νε­κρό, τόν ὁ­ποῖ­ο ἐμ­πό­δι­ζε ἕ­νας δα­νει­στής νά ἐν­τα­φι­α­σθῆ, ἄν τυ­χόν δέν πλή­ρω­νε τά δα­νει­κά χρήματα, πού τοῦ χρω­στοῦ­σε. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ὁ νε­κρός συ­νωμί­λη­σε μέ τόν δα­νει­στή γι­ά τό ζη­τού­με­νο χρέ­ος καί, ἀ­φοῦ ἔ­σκι­σαν τήν ὁ­μο­λο­γία τοῦ χρέ­ους, τό­τε πά­λι τόν ­πρό­στα­ξε ὁ Ἅ­γι­ος νά κοι­μη­θῆ, ἕ­ως ὅ­του νά γί­νη ἡ κοι­νή ἀ­νά­στα­σις ὅ­λων τῶν νε­κρῶν. Ὅ­ταν δέ ὁ Ἅ­γι­ος βρι­σκό­ταν ἀ­κό­μη στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, ἔ­γι­νε ἀ­νομ­βρί­α καί ὁ οὐ­ρα­νός φαι­νό­ταν κα­θα­ρός καί ἀ­νέ­φε­λος. Γι’ αὐ­τό πα­ρα­κά­λε­σε ὁ βα­σι­λιάς τόν Ἅ­γι­ο λέ­γον­τας· «Τί­μι­ε πά­τερ, ἡ Πό­λις ὅ­λη μέ ἐ­νο­χλεῖ ἔν­το­να, φω­νά­ζον­τας δυ­να­τά καί βε­βαι­ώ­νον­τας, ὅ­τι ἔ­λα­βες χά­ρι καί δύ­να­μι ἀ­πό τόν Θε­ό νά κα­τε­βά­ζης βρο­χή ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό. Ἐκ­πλή­ρω­σε λοι­πόν, σέ πα­ρα­κα­λῶ, καί αὐ­τό τό αἴ­τη­μά μου».

Τό­τε ὁ Ἅ­γι­ος, ἀ­φοῦ βγῆ­κε ἔ­ξω ἀ­πό τήν Πό­λι, προ­σευ­χή­θη­κε καί τό­ση πολ­λή βρο­χή ἔ­γι­νε μέ­σα καί ἔ­ξω ἀ­πό τήν Πό­λι καί στά τρι­γύ­ρω χω­ρι­ά, ὥ­στε ἡ βρο­χή ἐ­κεί­νη σχε­δόν δέν δι­έ­φε­ρε ἀ­πό τήν βρο­χή τοῦ κα­τα­κλυ­σμοῦ. Καί συλ­λο­γι­ζό­ταν ὁ βα­σι­λιάς, πώς ὁ Ἅ­γι­ος, ἀ­φοῦ β­ρι­σκό­ταν ἔ­ξω, ἑ­πό­με­νο ἦ­ταν νά βρα­χῆ ἀ­πό τήν πολ­λή βρο­χή καί κυ­ρί­ως διότι εἶ­χε ἕ­να καί μό­νο ροῦ­χο. Με­τά ἀ­πό λί­γο ὅ­μως, ὅ­ταν ἦλ­θε μέ­σα στήν Πό­λι καί στά βα­σί­λει­α, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, βρέ­θη­κε ὁ θαυ­μά­σι­ος χω­ρίς νά ἔ­χη ἐ­πά­νω του οὔ­τε τήν πα­ρα­μι­κρή στα­γό­να νε­ροῦ. Γι’ αὐ­τό καί ἦ­ταν ἀν­τι­κεί­με­νο θαυ­μα­σμοῦ ἀ­πό ὅ­λους γι’ αὐ­τά τά θαύ­μα­τα. Ὁ δέ βα­σι­λιάς χαι­ρό­ταν καί εὐ­φραι­νό­ταν μέ τά λό­γι­α τοῦ Ἁ­γί­ου.  Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ τοῦ ἔ­δω­σε ἀρ­κε­τό χρυ­σά­φι γι­ά νά οἰ­κο­δο­μή­ση Ἐκ­κλη­σί­α καί κά­ποι­α ἄλ­λα κει­μή­λι­α, κα­τάλ­λη­λα γι­ά τόν καλ­λω­πι­σμό τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού θά ἔκ­τι­ζε, τόν ἀ­πέ­στει­λε στά ἴ­δι­α. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ­πῆ­γε στήν ἐ­παρ­χί­α του καί ἔκ­τι­σε τόν Να­ό, ἑ­τοί­μα­σε καί τόν τά­φο του καί ἔτ­σι, ἀ­φοῦ ἔ­φθα­σε σέ βα­θι­ά γη­ρα­τει­ά, ­κοι­μή­θη­κε ὁ πα­νύ­μνη­τος καί ἔ­φυ­γε πρός τόν Κύ­ρι­ο.



[1] Με­ρι­κοί λέ­νε, ὅ­τι ἡ Σω­ρεί­α εἶ­ναι, αὐ­τό πού τώ­ρα ὀ­νο­μά­ζε­ται Σού­λι, πού ἔ­γι­νε πο­λυ­θρύ­λη­το ἀ­πό τούς ἀν­δρει­ω­μέ­νους πο­λέ­μους καί τίς νί­κες, πού ἔ­κα­ναν σέ δι­α­φό­ρους και­ρούς οἱ κά­τοι­κοί του, ἄν καί ὕ­στε­ρα σκο­τώ­θη­καν ἐ­λε­ει­νά. Λέ­νε ἀκόμη, ὅ­τι ἐ­κεῖ β­ρί­σκε­ται κρυμ­μέ­νο καί τό λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου αὐ­τοῦ Δο­νά­του.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης