Τῷ αὐτῷ μηνί IA΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Φιλίππου, ἑνός των ἑπτά Διακόνων.
Ὧν περ διηκόνησας ἐν γῇ πραγμάτων,
Ἐν οὐρανοῖς, Φίλιππε, μισθόν λαμβάνεις.
+ Λειτουργός λάβε μισθόν ἐν ἑνδεκάτῃ γε Φίλιππος.
Αὐτός ἦταν ἀπό τήν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καί εἶχε τέσσερες θυγατέρες πού προφήτευαν (ἀπό τίς ὁποῖες ἦταν ἡ Ἑρμιόνη καί ἡ Εὐτυχίς, βλέπε στήν 4η τοῦ Σεπτεμβρίου κατά τήν ὁποία ἑορτάζονται), ὅπως ἀναφέρει γι’ αὐτόν ὁ θεῖος Λουκᾶς σέ διάφορα μέρη τῶν Πράξεων, ὅπου τόν ὀνομάζει καί Εὐαγγελιστή, λέγοντας· «Τήν ἐπόμενη ἡμέρα, ἀφοῦ ἦλθαν καί αὐτοί πού ἦταν μαζί μέ τόν Παῦλο, ἤλθαμε στήν Καισάρεια. Καί ἀφοῦ εἰσήλθαμε στόν οἶκο Φιλίππου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ (πού ἦταν ἕνας ἀπό τούς ἑπτά) μείναμε κοντά του. Αὐτός εἶχε τέσσερες θυγατέρες παρθένες, πού εἶχαν τό χάρισμα τῆς προφητείας» (Πράξ. 21, 8). Μαρτυρεῖ ἀκόμη ὁ ἴδιος ὅτι καί ὁ Ἀπόστολος αὐτός ὡρίσθηκε Διάκονος ἀπό τούς Ἀποστόλους στίς ἀνάγκες καί τράπεζες τῶν πτωχῶν καί χηρῶν, μαζί μέ τόν Στέφανο καί τούς ἄλλους πέντε (Πράξ. 6). Αὐτός γέμισε τήν Σαμάρεια ἀπό τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου καί βάπτισε τόν Σίμωνα τόν Μάγο, ὑποκρινόμενος ἐκεῖνος, ὅτι δέχθηκε τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ ἁρπάχθηκε πάλι ἀπό Ἄγγελο Κυρίου, συνάντησε στόν δρόμο τόν Εὐνοῦχο τῆς βασιλίσσης Κανδάκης καί ἀφοῦ τόν κατήχησε, τόν βάπτισε[1].
Στήν συνέχεια μεταφέρθηκε πάλι ἀπό τόν Ἄγγελο στήν Ἄζωτο καί τήν φώτισε μέ τήν διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου. Μετά ἀπό αὐτά πῆγε στήν Τράλλη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί μέ τήν διδασκαλία του ἔπεισε ὅλους ὅσοι ἦταν ἐκεῖ νά πιστέψουν στόν Χριστό. Καί ἀφοῦ ἔκτισε Ἐκκλησία στήν πόλι αὐτή, πρός τόν Κύριο ἐξεδήμησε.
Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν καί Ὁμολογητής Θεοφάνης ὁ Γραπτός, ὁ Ἐπίσκοπος Νικαίας, ὁ ποιητής μέν πολλῶν Κανόνων, ἀδελφός δέ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Γραπτοῦ, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Ὁ γραπτός ἐν γῇ τήν θέαν Θεοφάνης,
Καί κλῆσίν ἐστιν ἐκθανών γραπτός πόλῳ.
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι ἦταν υἱοί γονέων εὐσεβῶν, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσαν στήν Παλαιστίνη καί ἦταν ἰδιαίτερα φιλόξενοι, κατά τό ἔτος 808. Ἀπό τήν φιλομαθῆ ὅμως καί σπουδαία γνώμη τῶν γονέων τους ἔμαθαν καί τά παιδιά τους αὐτά ὅλη τήν σοφία, τόσο τήν ἐσωτερική καί ἱερή, ὅσο καί τήν ἐξωτερική τῶν εἰδωλολατρῶν. Ἔπειτα ἔγιναν Μοναχοί. Καί ἐπειδή ζοῦσαν ὁσιακή καί ἐνάρετη ζωή, γι’ αὐτό χειροτονήθηκαν Ἱερεῖς. Καί ὅταν ὁ δυσσεβής Θεόφιλος ὁ εἰκονομάχος λύσσαξε ἐναντίον τῶν ἁγίων εἰκόνων καί δέν ἄφηνε κανένα νά τίς προσκυνῆ, κατά τό ἔτος 829, τότε ἀποστάλησαν οἱ δύο αὐτοί πάνσοφοι ἀδελφοί πρός αὐτόν, ἀπό τόν τότε Πατριάρχη τῆς ἁγίας πόλεως Ἰερουσαλήμ. Καί ἀφοῦ παρουσιάσθηκαν μπροστά του, τόν ἔλεγξαν καί τόν ἀπεκάλεσαν μισόχριστο καί θεομάχο. Τότε μέ διαταγή του φυλακίζονται καί οἱ δύο καί ἐκεῖ παραμένουν γιά πολύν καιρό. Στήν συνέχεια ἀποφυλακίζονται καί δέρνονται σέ ὅλο τό σῶμα. Μετά ἀπό αὐτά γράφθηκαν ἐπάνω στό πρόσωπό τους μέ σίδηρο πυρακτωμένο στίχοι ἰαμβικοί, οἱ ὁποῖοι φανέρωναν τήν αἰτία, γιά τήν ὁποία τούς καταδίκασε ὁ βασιλιάς[2]. Καί ὁ μέν Ἅγιος Θεόδωρος, πάλι φυλακίζεται καί μετά τήν φυλακή ἐξορίζεται καί στήν ἐξορία τελειώνει τόν δρόμο τῆς ζωῆς του. Ὁ Ἅγιος αὐτός Θεοφάνης ἐξορίζεται στήν Θεσσαλονίκη[3] καί μετά τόν θάνατο τοῦ Θεόφιλου ἀνακαλεῖται ἀπό τήν ἐξορία ἀπό τήν βασίλισσα Θεοδώρα (ἡ ὁποία στερέωσε τήν Ὀρθοδοξία) καί ἀπό τόν υἱό της Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος μέ εὐσέβεια βασίλευσε κατά τό ἔτος 842 καί ἀφοῦ ἀνακλήθηκε, χειροτονεῖται Μητροπολίτης τῆς Νικαίας ἀπό τόν ἅγιο Πατριάρχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως Μεθόδιο, ὁ ὁποῖος κατήργησε τήν χριστομάχο αἵρεσι τῶν εἰκονομάχων. Μέ ἀγάπη καί φόβο Θεοῦ λοιπόν ἀφοῦ ποίμανε τό ποίμνιό του ὁ μακάριος, ἔφυγε ἀπό τήν παροῦσα ζωή.
[1] Σημείωσε, ὅτι αὐτός ὁ Εὐνοῦχος σύμφωνα μέ ἄλλους πῆγε στήν Εὐδαίμονα Ἀραβία, κηρύττοντας τό Εὐαγγέλιο, σύμφωνα μέ ἄλλους στήν Ταπροβάνη καί σύμφωνα μέ ἄλλους στήν Μερόη τῆς Αἰγύπτου, διότι σέ αὐτές τίς χῶρες κατά τήν γνώμη τους βασίλευε ἡ Κανδάκη. Ὁ θεῖος Εἰρηναῖος ὅμως, βιβλ. γ΄, καί ὁ Εὐσέβιος, βιβλ. β΄ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, κεφαλ. α΄, καί ὁ Ἱερώνυμος στόν Ἡσαΐα, κεφ. να΄, καί ἐπιστολή ργ΄, αὐτοί, λέω, ἰσχυρίζονται, ὅτι ὁ Εὐνοῦχος αὐτός ἦταν ὁ πρῶτος Ἀπόστολος τῶν Αἰθιόπων. Καί αὐτή ἡ γνώμη ἐπικρατεῖ καί στούς Ἀβυσσηνούς μέχρι σήμερα. (Βλέπε στήν νεοτύπωτη Ἑκατονταετηρίδα.)
[2] Τούς ἰαμβικούς αὐτούς στίχους βλέπε κατά τήν 27η τοῦ Δεκεμβρίου, ὅταν ξεχωριστά ἑορτάζεται ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Γραπτός, ὁ ἀδελφός αὐτοῦ τοῦ Θεοφάνους. Βλέπε καί στήν 18η τοῦ Δεκεμβρίου, ὅταν ἀναφέρωνται οἱ δύο αὐτοί, ὁ Θεόδωρος καί ὁ Θεοφάνης, μαζί μέ τόν Μιχαήλ τόν Σύγγελο. Βλέπε καί κατά τήν 14η τοῦ Ἰουνίου στό Συναξάρι τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου Κωνσταντῖνουπόλεως.
[3] Σημείωσε, ὅτι αὐτός ὁ Ἅγιος Θεοφάνης, σύμφωνα μέ μερικούς, μελωποίησε τά τροπάρια τῶν Αἴνων τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. ἀπό τά ὁποῖα τό πρῶτο ἀπευθύνεται πρός αὐτόν τόν μέγα Δημήτριο, δηλαδή τό «Δεῦρο Μάρτυς Χριστοῦ πρός ἡμᾶς, σοῦ δεομένους συμπαθοῦς ἐπισκέψεως καί ρῦσαι κεκακωμένους τυραννικαῖς ἀπειλαῖς, καί δεινῇ μανίᾳ τῆς αἱρέσεως», τῶν εἰκονομάχων δηλ., καθώς ὁ ἴδιος Θεοφάνης μελωποίησε καί τόν κανόνα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Βλέπε καί στήν 11η τοῦ Νοεμβρίου στό Συναξάρι τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Δέν ἀναφέρεται ὅμως σωστά στόν δεύτερο τόμο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας τοῦ Μελετίου, ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ Θεοφάνης ὁ Γραπτός καί ἄλλος ὁ Θεοφάνης Νικαίας. Διότι ὁ ἕνας καί ὁ ἴδιος εἶναι.


Login