Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Εὐθυμίου Ἐπισκόπου Σάρδεων τοῦ Ὁμολογητοῦ, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν, τοῦ Ἱερομάρτυρος. *
Αὐτός ὁ Ἅγιος ἔζησε στά χρόνια τοῦ Κωνσταντίνου καί τῆς Εἰρήνης τό ἔτος 780. Καί πρῶτα μέν ἔλαμψε σάν ἀστέρας στήν μοναχική πολιτεία. Ἀργότερα ὅμως, ὅταν ἔγινε Ἀρχιερέας, ἀνέτρεψε κατά κράτος,τούς αἱρετικούς Εἰκονομάχους στήν Δευτέρα Σύνοδο στήν Νικαία, δηλαδή στήν Ἑβδόμη. Γι’ αὐτό βλέποντας οἱ βασιλεῖς ὅτι ἔτσι συμπεριφέρεται, τόν ἔστειλαν πρέσβυ σέ διάφορες πρεσβεῖες. Ὅταν ὅμως ὁ Νικηφόρος ὁ Σταυράκιος ἀνέλαβε τήν βασιλεία τό ἔτος 802 καί περνοῦσε παράνομα τήν ζωή του, γι’ αὐτό τόν ἐπέπληξε ὁ Ἅγιος αὐτός. Ἔτσι ἐξωρίσθηκε στήν Παταλαρέα τῆς δύσεως μαζί μέ ἄλλους Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους. Ἀπό τότε δέ καί ἕως τόν καιρό τῆς ὁμολογίας του, σέ διάστημα δηλαδή εἰκοσιεννέα ἐτῶν, δέν μπόρεσε ὁ τρισευλογημένος νά λάβη πλέον τήν Μητρόπολί του καί νά καθίση σ’ αὐτήν. Καί ἀφοῦ οἱ βασιλεῖς ἐκεῖνοι, πού εἶχαν τήν ἐξουσία ἔφυγαν ἀπό τήν μέση καί ἔγινε βασιλιάς ὁ Λέων ὁ θηριώνυμος, ὁ Ἀρμένιος, δηλαδή τό ἔτος 813, τότε μεταφέρεται ἀπό τήν ἐξορία ὁ Ἅγιος αὐτός καί ρωτᾶται ἀπό αὐτόν, ἄν τυχόν προσκυνῆ τίς ἅγιες εἰκόνες. Καί ἐπειδή ὁ Ἅγιος μεταχειρίσθηκε τήν συνηθισμένη του παρρησία καί ἀναθεμάτισε τόν βασιλιά μπροστά του, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ὁ τύραννος θύμωσε, καί ἐξώρισε τόν Ἅγιο στήν Ἄσσο, ἡ ὁποία ὀνομάζεται καί Ἀπολλωνία καί βρίσκεται κοντά στό Ἀδραμύττι.
Ἀφοῦ φονεύθηκε ἀπό μαχαίρια ὁ κάκιστος Λέων, πάλι ὁ πανύμνητος αὐτός Εὐθύμιος, μεταφέρεται ἀπό τήν ἐξορία ἀπό αὐτόν πού διαδέχθηκε τήν βασιλεία, δηλαδή τόν Μιχαήλ τόν Τραυλό τό ἔτος 820[1]. Καί ἀναγκάζεται ἀπό αὐτόν νά μή προσκυνῆ τίς ἅγιες εἰκόνες. Ὁ Ἅγιος ὅμως προξενῶντας ἔκπληξι στόν τύραννο μέ τά λόγια του, ὅμοια μέ βροντή, φώναξε μεγαλόφωνα· «Ἐάν κάποιος δέν προσκυνῆ τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό ζωγραφισμένο σέ εἰκόνα, ἀνάθεμα λέω σ’ αὐτόν». Ἔτσι ἐξ αἰτίας αὐτοῦ δέρνεται ὁ μακάριος καί ἐξορίζεται πάλι στόν Ἀκρίτα. Ὁ ὁποῖος εἶναι ἀκρωτήρι, πού βρίσκεται στήν Μαύρη Θάλασσα καί ὀνομάζεται κοινῶς Κάβο Ἀκρίτα. Ἐκεῖ κλείνεται μέσα σέ σκοτεινότατη φυλακή. Ἔπειτα ἀφοῦ τόν τεντώνουν ἀπό τά τέσσερα μέρη τοῦ σώματος, τόν καταξεσχίζουν γιά πολλή ὥρα μέ ὠμά μαστίγια. Ἔτσι ἀπό τό πλῆθος τῶν ἀνυπόφορων ἐκείνων πληγῶν, φούσκωσε ὁ Ἅγιος σάν ἀσκί, καί ἔζησε μετά ἀπό αὐτά μόνο ὀκτώ ἡμέρες. Καί ἔτσι, ἀφοῦ ὑπέμεινε γενναιότατα, παρέδωσε τήν ἁγία ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ, λάμποντας στόν θάνατό του παραδόξως πάνω ἀπό τόν ἥλιο[2].
Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Κωνσταντῖνος ὁ ἐξ Ἰουδαίων, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Αὐτός ὁ Ἅγιος ἦταν ἀπό τά Σύναδα (ἡ ὁποία ἦταν πόλις ἔνδοξη τῆς μεγάλης Φρυγίας, τιμημένη μέ θρόνο Μητροπολίτη, ἡ ὁποία εἶχε εἴκοσι Ἐπισκόπους), καταγόμενος ἀπό τό γένος τῶν Ἰουδαίων. Ὅταν ἦταν πολύ νέος, ἀκολουθοῦσε τήν μητέρα του. Καί βλέποντας ἕναν Χριστιανό, ὁ ὁποῖος, ὅταν χασμουρήθηκε, σχημάτισε στό στόμα του τόν τύπο τοῦ τιμίου Σταυροῦ, ἀπό τότε καί αὐτός ἔκαμνε τό ἴδιο, μιμούμενος τόν Χριστιανό. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά καί τά ἄλλα ἔργα τῶν Χριστιανῶν ἔκαμνε καί αὐτός μέ πίστι θερμή. Γι’ αὐτό λαμπρύνεται τό πρόσωπό του μέ θεία λάμψι. Καί διδάσκεται ἀπό τόν Θεό τά δόγματα τῶν Χριστιανῶν. Καί περνᾶ νηστικός γιά διάστημα μερικῶν ἡμερῶν. Σέ αὐτόν τόν Ἅγιο ἐπιτέθηκε μία φορά μία κόρη Ἑβραία μέ τρόπο πορνικό. Ὁ δέ Ἅγιος, ἀφοῦ ἔκανε τό σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ, τήν κατέστησε νεκρή, καί πάλι τήν ἀνέστησε. Αὐτός ὁδηγούμενος ἀπό μία θεία νεφέλη, πῆγε σέ ἕνα Μοναστήρι, πού λεγόταν Φουβούτιο. Μέσα στό ὁποῖο βρίσκονταν ἄνδρες πολύ μεγάλοι, μεταχειριζόμενοι τήν ἀσκητική ζωή, τῶν ὁποίων ἡ ἀρετή ἔλαμπε. Καί ἐπειδή διηγήθηκε τά σχετικά μέ αὐτόν στόν Ἡγούμενο τοῦ Μοναστηριοῦ, πρόσταξε ἐκεῖνος νά φέρουν Σταυρό. Ἔπειτα τόν προστάζει νά τόν προσκυνήση καί νά τόν ἀσπασθῆ. Ὅταν δέ ὁ μακάριος αὐτός ἀσπαζόταν τό κάτω μέρος τοῦ Σταυροῦ μέ φόβο καί εὐλάβεια, τότε, ὤ τοῦ θαύματος! ἀκούμπησε ὅλος ὁ Σταυρός ἐπάνω στήν ὁσία κεφαλή του καί χάραξε σ’ αὐτήν τόν τύπο τοῦ Σταυροῦ. Ὁ ὁποῖος καί ἔμεινε ἀνέπαφος στήν κεφαλή του ἕως τόν θάνατό του.
Ἔπειτα, ὅταν ἔλαβε τό Ἅγιο Βάπτισμα, ὠνομάσθηκε Κωνσταντῖνος. Τότε λοιπόν συνέβη τό ἑξῆς θαυμάσιο. Διότι στόν τόπο ἐκεῖνο, δηλαδή στήν πέτρα ἐκείνη, ἐπάνω στήν ὁποία στάθηκε, ὅταν βγῆκε ἀπό τήν ἁγία κολυμβήθρα, τυπώθηκαν παραδόξως τά ἴχνη τῶν ποδιῶν του. Μετά ἀπό αὐτά μπῆκε σέ τόσους ἀγῶνες πνευματικούς, ὥστε, προσπαθοῦσε ὁ πανύμνητος νά ξεπεράση ὅλους τούς Μοναχούς τοῦ Μοναστηριοῦ στήν σκληραγωγία καί τήν ἄσκησι. Ἀσκοῦσε δέ τήν τέχνη τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, δηλαδή ἔραβε δέρματα καί ἔκαμνε σκηνές. Ὅταν προσευχόταν, γέμιζε ἀπό εὐωδία ὁ τόπος, στόν ὁποῖο στεκόταν. Ὅταν πήγαινε στήν Ἐκκλησία, ἄνοιγαν σ’ αὐτόν ἀπό μόνες τους οἱ πόρτες τοῦ Ναοῦ. Ἀπό δέ τήν μεγάλη καθαρότητα, πού εἶχε, ἔβλεπε νοερά τούς κρυφούς λογισμούς τῶν ἀδελφῶν.
Ἔπειτα ἀναχωρῶντας, πῆγε στό βουνό τοῦ Ὀλύμπου. Καί ἀπό ἐκεῖ πῆγε στά Μύρα τῆς Λυκίας. Καί ἀπό ἐκεῖ πηγαίνει στήν Κύπρο καί ἀπό τήν Κύπρο πηγαίνει στήν Ἀττάλεια, καί ἐκεῖ διαπερνᾶ μέ τά πόδια του ἕναν ποταμό τόσο βαθύ καί μεγάλο, ὥστε χρειαζόταν νά τόν περνᾶ κανείς μέ καΐκι. Καί ἀφοῦ περπάτησε σέ ἄλλους πολλούς τόπους, πάλι ξαναγύρισε στόν Ὄλυμπο. Καί ἐκεῖ πέρασε σαράντα ἡμέρες, ὄχι μόνο νηστικός, ἀλλά καί χωμένος ἕως στήν ζώνη μέσα σέ ἕναν λάκκο. Μετά ἀπό αὐτά χωρίς νά θέλη, δέχθηκε τήν χειροτονία τοῦ Πρεσβυτέρου. Ἔπειτα πηγαίνει στήν Ἀτρώα[3], κρατῶντας πάντοτε τούς ἴδιους ἀγῶνες τῆς ἀσκήσεως. Πρωτύτερα δέ ἀπό ὀκτώ χρόνια, προέβλεψε τήν κοίμησί του. Καί ἔτσι, ἀφοῦ αὐτά συμπληρώθηκαν, ἔφυγε πρός τόν Κύριο, ἀφοῦ προέβλεψε σαφέστατα ὅλα τά δικά του πράγματα.
Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Εὐάρεστος ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Αὐτός ἔζησε στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Λέοντος Ἀρμενίου τοῦ εἰκονομάχου, τό ἔτος 815. Καταγόταν ἀπό τήν ἐπαρχία τῶν Γαλατῶν καί ἦταν υἱός γονέων ὀνομαστῶν. Καί ἀφοῦ ὁ προαναφερθείς Λέων θανατώθηκε μέ ξίφος[4] τόν διαδέχθηκε στήν βασιλεία ὁ Μιχαήλ ὁ ἀποκαλούμενος Τραυλός τό ἔτος 820. Καί ἐπειδή καί αὐτός ἦταν αἰσχρότατος καί ὅμοιος μέ τόν προκάτοχό του Λέοντα, γι’ αὐτό καί ἔλαβε τήν πρέπουσα ἐκδίκησι. Ὅταν ὁ Ἅγιος αὐτός ἔφθασε στήν κατάλληλη ἡλικία, τότε ἐπιδόθηκε στήν μάθησι τῶν ἱερῶν γραμμάτων. Καί ἐπειδή ἀπό τά γράμματα διδασκόταν, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ σέ ὅλους συμπεριφερόταν μέ τόν καλύτερο τρόπο. Δηλαδή καί στούς γονεῖς του ἦταν ὑπάκουος καί στούς φίλους καί τούς γείτονες ἦταν πολύ εὐχάριστος. Στούς ξένους καί στούς ντόπιους, καταδεκτικός. Μέ συντομία, κατεδείκνυε μέ τά ἔργα ἀληθινή τήν ὀνομασία του, καθώς γινόταν εὐάρεστος σέ ὅλους.
Καί ἐπειδή κεντήθηκε ὁ Ὅσιος ἀπό τόν ἔρωτα τῆς πολιτείας τῶν Μοναχῶν, Γι’ αὐτό πῆγε στήν Κωνσταντινούπολι μαζί μέ τόν πατέρα του. Καί φιλοξενήθηκαν ἀπό ἕναν Κωνσταντινουπολίτη, πού ὠνομαζόταν Βρυέννιος, ὁ ὁποῖος ἦταν συγγενής του καί ὕστερα τιμήθηκε μέ τό ἀξίωμα τοῦ πατρικίου. Καί ἀφοῦ πέρασαν λίγες ἡμέρες, παρουσιάσθηκε μία μεγάλη ἀνάγκη, γιά τήν ὁποία στάλθηκε ὁ προαναφερθείς πατρίκιος ἀπό τήν βασίλισσα Θεοδώρα, τήν σύζυγο τοῦ Θεόφιλου τοῦ εἰκονομάχου, πρέσβυς καί ἀντιπρόσωπος στούς Βουλγάρους. Πηγαίνοντας ἐκεῖ, πῆρε μαζί του καί αὐτόν τόν συγγενῆ του τόν Εὐάρεστο. Ὅταν λοιπόν ἔφθασαν καί οἱ δύο στόν τόπο, πού λεγόταν Σκόπελος, καί ἀναπαύθηκαν λίγο ἀπό τούς κόπους τῆς ὁδοιπορίας, τότε ὁ μακάριος Εὐάρεστος ἀπό κάποια θεϊκή Οἰκονομία συναντᾶ ἕναν Γέροντα, ὁ ὁποῖος μεταχειριζόταν τήν μοναχική πολιτεία. Ἔτσι ἀπολαμβάνει τόν πρώην ἐπιθυμητό σκοπό του. Καί λοιπόν, ἀφοῦ ἔκοψε τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς του, πρόθυμα ὑπέκυψε τόν τράχηλό του κάτω ἀπό τόν σωτήριο ζυγό τοῦ Χριστοῦ· δηλαδή ἔγινε Μοναχός. Καί ἀφοῦ βρῆκε καί ἕνα βιβλίο τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου, τό διάβασε καί ἔνιωσε κατάνυξι. Ὁπότε φρόντιζε νά ἐκπληρώση μέ τά ἔργα του τίς διδασκαλίες ἐκείνου τοῦ βιβλίου.
Ὁ Γέρων ἐπειδή κατενόησε τήν φλογερή προθυμία, πού εἶχε ὁ νέος στήν ἀρετή, τόν συνώδευσε μέ εὐχές καί μέ συστατικά γράμματα, καί ἔτσι τόν ἔστειλε στό Μοναστήρι τοῦ Στουδίου. Καί ἀφοῦ ἔγινε ἀποδεκτός ὁ Ὅσιος ἀπό τούς ἐκεῖ Πατέρες καί ἀδελφούς, μπῆκε σέ πνευματικούς ἀγῶνες, διαλέγοντας ἕναν ἀδελφό πού ὑπερεῖχε ἀπό τούς ἄλλους ὡς πρός τήν ἀρετή, τόν ὁποῖο εἶχε Γέροντα καί συγκοινωνό ὅλων τῶν ὑποθέσεων τῆς ζωῆς του. Τόση δέ νηστεία καί ἐγκράτεια ἀκολουθοῦσε ὁ πανύμνητος, ὥστε ἔτρωγε μία φορά τήν ἑβδομάδα λίγο ψωμί. Τό ὁποῖο ἦταν φτιαγμένο ἀπό κριθαρένιο ἀλεύρι καί ἀπό πίτουρα καί ἀπό ζουμί τῶν λαχανικῶν. Ἐνῶ τήν μέση καί τόν λαιμό του τά εἶχε δεμένα μέ δύο κρίκους σιδερένιους καί βαρύτατους, τούς ὁποίους ἔσφιγγαν τόν ἕνα μέ τόν ἄλλο δύο ἄλλες ἁλυσίδες περασμένες μέσα ἀπό τούς ὤμους καί τό στῆθος του. Τί νά πολυλογοῦμε; Εἶναι ἀδύνατο σέ ἐμᾶς νά ἀπαριθμήσουμε ὅλους τούς ἀγῶνες, πού μεταχειριζόταν ὁ τρισμακάριος αὐτός Εὐάρεστος. Ἀφοῦ λοιπόν πέρασε τήν ζωή του μέ τέτοια θεάρεστα κατορθώματα καί ἀφοῦ ἔζησε ἑβδομήντα ἐννέα χρόνια, ἀποδήμησε πρός τόν Κύριο. Τό δέ τίμιό του λείψανο ἐνταφιάσθηκε στό Μοναστήρι τό ἐπονομαζόμενο τοῦ Κοκκοροβιοῦ.
* Μνήμη τοῦ Ἁγίου νέου Ἱερομάρτυρος Κωνσταντίου τοῦ Ρώσσου, ἀθλήσαντος ἐν Κωνσταντινουπόλει κατά τό 1743 ἔτος.
Αὐτός ὁ Τρισμακάριος Ἱερομόναχος Κωνστάντιος ἦταν ἀπό τό εὐσεβέστατο καί ἐνδοξότατο Βασίλειο τῶν Μοσχόβων, ἐφημέριος τοῦ ἐπιτρόπου τοῦ Βασιλείου τους στήν Κωνσταντινούπολι, τοῦ λεγομένου κατά τήν κοινή συνήθεια Ἐλιτζή. Καί τόν καιρό τῶν τότε πολέμων μεταξύ Μοσχόβων καί Τούρκων, αὐτός ἔμεινε στά μέρη τῆς Τουρκίας καί, ἀφοῦ ἔφθασε στό Ἅγιο Ὄρος, στάθηκε στήν μεγίστη Λαύρα γιά λίγο καιρό καί ἀπό ἐκεῖ ἔφυγε στά Ἱεροσόλυμα καί σέ ἄλλους σεβάσμιους τόπους καί πάλι ἐπέστρεψε στό Ἅγιο Ὄρος, καί ἔμενε στήν ἴδια τήν Μεγίστη Λαύρα, προσμένοντας νά κάνουν εἰρήνη τά Βασίλεια. Καί τόν γνώρισα καί ἐγώ[5], καί τόν συναναστράφηκα, ἐπειδή λειτουργοῦσε στήν Λαύρα στήν Ἐκκλησία τοῦ Νεοφύτου πρώην Ἄρτης, τοῦ ὁποίου τό τέλος ὑπῆρξε μακάριο, καί ὁ ὁποῖος τόν ἀγαποῦσε πολύ, γιατί ἦταν σοφός καί ἐνάρετος ἄνθρωπος, μέ τόν ὁποῖο καθώς εἶχα καί ἐγώ συναναστροφεῖ συνεχῶς μιλοῦσα μαζί του γιά τό Βασίλειο τῶν Μοσχόβων καί ἰδιαίτερα γιά ἐκκλησιαστικά ζητήματα. Καί ὅταν ἔγινε εἰρήνη, μεταξύ τῶν Μοσχόβων καί τῶν Τούρκων, ἔφυγε πάλι στήν Κωνσταντινούπολι καί ἀντάμωσε τόν ἀφέντη του. Ὁ ὁποῖος ἦλθε ὡς πρέσβυς τῶν Μοσχόβων καί πράττοντας μέ ἀγάπη, τόν ἄφησε πάλι ἐφημέριο στόν νέο Ἐλιτζή. Δέν γνωρίζω ὅμως πῶς, ἦλθε σέ ἀντιπαράθεσι μέ τόν Ἐλιτζή (διότι διαφορετικά τά διηγοῦνται, ὅτι δηλαδή ἔγραψαν καί οἱ δύο ἐναντίον ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου στήν Βασίλισσα). Τέλος πάντων ἤ ἀπό τόν φόβο ἤ ἀπό τόν θυμό του (ἀλλοίμονο) ὅταν παρουσιάσθηκε μπροστά στόν Βασιλιά, ἀρνήθηκε τήν ἀμόλυντη πίστι τῶν Χριστιανῶν καί ἔλαβε μεγάλες τιμές ἀπό αὐτόν· ἀλλά δέν πέρασαν λίγες ἡμέρες, καί ἀφοῦ ἦλθε στά λογικά του καί συνῆλθε σάν ἀπό μέθη καί μετανόησε, ἔκλαιγε ἀπό καρδιᾶς μέ πικρά δάκρυα γιά τό μέγα παράπτωμα πού ἔκανε, ὅπως ἀκριβῶς ὁ μέγας Ἀπόστολος Πέτρος. Ἀφοῦ λοιπόν ἦλθε σέ μεγάλη κατάνυξι, περιφρονεῖ τήν παροῦσα ζωή καί ποθεῖ ὅλως διόλου νά μαρτυρήση καί, ἀφοῦ ἔρριξε τό σχῆμα τῶν Ἀγαρηνῶν στήν γῆ καί τό καταπάτησε, φόρεσε ἕνα ξεσχισμένο ράσο καί μέ ἕνα μαῦρο μαντήλι ἔδεσε τήν κεφαλή του καί πῆγε πάλι ἐκεῖ ὅπου ἀρνήθηκε τόν Χριστό καί τόν ὡμολόγησε μέ παρρησία ὡς Θεό ἀληθινό. Τήν θρησκεία τῶν Ἀγαρηνῶν καί τόν προφήτη τους τά ξευτέλισε ἔντονα. Οἱ δέ ἄρχοντες, μόλις τά ἄκουσαν αὐτά καί ἐπειδή ντροπιάσθηκαν, ἀμέσως ἔκοψαν τήν Ἁγία του κεφαλή μπροστά στό Βασιλικό παλάτι καί ἔτσι ἔλαβε χαρούμενος τόν στέφανο τοῦ Μαρτυρίου. Μέ τοῦ ὁποίου τίς πρεσβεῖες ἄς ἀξιωθοῦμε καί ἐμεῖς τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν στήν ἀειθαλῆ Μακαριότητα. Ἀμήν.
[1] Ὁ Μελέτιος λέει, ὅτι ὁ Θεόφιλος ὁ εἰκονομάχος, ὁ υἱός τοῦ Μιχαήλ τοῦ Τραυλοῦ, δέρνοντας τόν Ἅγιο αὐτόν Εὐθύμιο, τόν τελείωσε μέ μαρτυρικό θάνατο (σελ. 262, β΄ τόμ.).
[2] Σημείωσε, ὅτι τό ἅγιο λείψανο τοῦ θείου αὐτοῦ Εὐθυμίου, βρίσκεται σῶο στήν Ἀγχίαλο, τήν κοινῶς λεγόμενη Χιλή ἤ Ἀχιλού, πού βρίσκεται στήν Μαύρη Θάλασσα, καί ἐνεργεῖ πάμπολλα θαύματα, σέ ὅσους προστρέχουν σ’ αὐτό μέ πίστι. Ἐκεῖ βρίσκεται καί ὁ ἀναλυτικός βίος τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ χειρόγραφος. Καί ὅποιος θέλει, ἄς τόν ζητήση ἀπό ἐκεῖ.
[3] Ἀτρώα ἴσως εἶναι ἡ Ἀτρία πού βρίσκεται στήν Ἰταλία, ἡ ὁποία λέγεται κοινῶς καί Ἁδρία ἤ Ἄντρι, πόλις πού βρίσκεται ἐπάνω σε λόφο καί εἶναι τιμημένη μέ θρόνο Ἐπισκόπου, πατρίδα τοῦ βασιλέως Ἀδριανοῦ.
[4] Αὐτός ὁ Λέων ὁ Ἀρμένιος θανατώθηκε τήν νύχτα τῶν Χριστουγέννων. Διότι ὅταν αὐτός αὐτή τήν νύχτα ἔψαλλε τόν εἱρμό τῆς ἑβδόμης ὠδῆς, δηλαδή τό «Τῷ παντάνακτος ἐξεφαύλισαν πόθῳ», ἦλθαν οἱ ἐχθροί του γιά νά τόν θανατώσουν. Αὐτός δέ κατέφυγε μέσα στό Ἅγιο Βῆμα. Ἔτσι ἐκεῖ μέσα τόν φόνευσαν, σύμφωνα μέ τόν Μελέτιο καί τόν Δοσίθεο.
[5] Αὐτός ἦταν ὁ Παπᾶ Ἰωνᾶς, ὁ ὁποῖος συνέγραψε καί αὐτό τό ὑπόμνημα.


Login