Τῷ αὐ¬τῷ μη¬νί K¬ΣΤ΄ , ἡ Σύ¬να¬ξις τῆς Ὑ¬πε¬ρα¬γί¬ας Θε¬ο¬τό¬κου . Τῇ αὐ¬τῇ ἡ¬μέ¬ρᾳ μνή¬μη τοῦ ἐν Ἁ¬γί¬οις Πα¬τρός ἡμῶν Εὐ¬θυ¬μί¬ου Ἐ¬πι¬σκό¬που Σάρ¬δε¬ων τοῦ Ὁ¬μο¬λο¬γη¬τοῦ, ἤ μᾶλ¬λον εἰ¬πεῖν, τοῦ Ἱ¬ε¬ρο¬μάρ¬τυ¬ρος. * Μνή¬μη τοῦ Ἁ¬γί¬ου νέ¬ου Ἱ¬ε¬ρο¬μάρ¬τυ¬ρος Κων¬σταν¬τί¬ου τοῦ Ρώσ¬σου, ἀ¬θλή¬σαν¬τος ἐν Κων¬σταν¬τι¬νου¬πό¬λει κα¬τά τό 1743 ἔ¬τος.

 Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρός ἡμῶν Εὐ­θυ­μί­ου Ἐ­πι­σκό­που Σάρ­δε­ων τοῦ Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ, ἤ μᾶλ­λον εἰ­πεῖν, τοῦ Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος. *

Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ Κων­σταν­τί­νου καί τῆς Εἰ­ρή­νης τό ἔ­τος 780. Καί πρῶ­τα μέν ἔ­λαμ­ψε σάν ἀ­στέ­ρας στήν μο­να­χι­κή πο­λι­τεί­α. Ἀργότερα ὅμως, ὅ­ταν ἔ­γι­νε Ἀρ­χι­ε­ρέας, ἀ­νέ­τρε­ψε κα­τά κρά­τος,τούς αἱ­ρε­τι­κούς Εἰ­κο­νο­μά­χους στήν Δευ­τέ­ρα Σύ­νο­δο στήν Νι­καί­α, δη­λα­δή στήν Ἑ­βδό­μη. Γι’ αὐτό βλέ­πον­τας οἱ βα­σι­λεῖς ὅ­τι ἔ­τσι συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται, τόν ἔ­στει­λαν πρέ­σβυ σέ δι­ά­φο­ρες πρε­σβεῖ­ες. Ὅταν ὅμως ὁ Νι­κη­φό­ρος ὁ Σταυ­ρά­κιος ἀ­νέ­λα­βε τήν βα­σι­λεί­α τό ἔ­τος 802 καί περ­νοῦ­σε πα­ρά­νο­μα τήν ζω­ή του, γι’ αὐτό τόν ἐ­πέ­πλη­ξε ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός. Ἔ­τσι ἐ­ξω­ρί­σθη­κε στήν Πα­τα­λα­ρέ­α τῆς δύ­σε­ως μα­ζί μέ ἄλ­λους Ὀρ­θο­δό­ξους Ἐ­πι­σκό­πους. Ἀ­πό τό­τε δέ καί ἕ­ως τόν και­ρό τῆς ὁ­μο­λο­γί­ας του, σέ δι­ά­στη­μα δη­λα­δή εἰ­κο­σι­εν­νέ­α ἐτῶν, δέν μπό­ρε­σε ὁ τρι­σευ­λο­γη­μέ­νος νά λά­βη πλέ­ον τήν Μη­τρό­πο­λί του καί νά κα­θί­ση σ’ αὐ­τήν. Καί ἀ­φοῦ οἱ βα­σι­λεῖς ἐ­κεῖ­νοι, πού εἶ­χαν τήν ἐ­ξου­σί­α ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τήν μέ­ση καί ἔ­γι­νε βα­σι­λιάς ὁ Λέ­ων ὁ θη­ρι­ώ­νυ­μος, ὁ Ἀρ­μέ­νιος, δη­λα­δή τό ἔ­τος 813, τό­τε με­τα­φέ­ρε­ται ἀ­πό τήν ἐ­ξο­ρί­α ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός καί ­ρω­τᾶ­ται ἀ­πό αὐ­τόν, ἄν τυ­χόν προ­σκυ­νῆ τίς ἅγι­ες εἰ­κό­νες. Καί ἐ­πει­δή ὁ Ἅ­γιος με­τα­χει­ρί­σθη­κε τήν συ­νη­θι­σμέ­νη του παρ­ρη­σί­α καί ἀ­να­θε­μά­τι­σε τόν βα­σι­λιά μπρο­στά του, ἐ­ξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ ὁ τύ­ραν­νος θύ­μω­σε, καί ἐ­ξώ­ρι­σε τόν Ἅ­γιο στήν Ἄσ­σο, ἡ ὁ­ποί­α ὀ­νο­μά­ζε­ται καί Ἀ­πολ­λω­νί­α καί βρί­σκε­ται κον­τά στό Ἀ­δρα­μύτ­τι.

Ἀ­φοῦ φο­νεύ­θη­κε ἀ­πό μα­χαί­ρια ὁ κά­κι­στος Λέ­ων, πά­λι ὁ πα­νύ­μνη­τος αὐ­τός Εὐ­θύ­μιος, με­τα­φέ­ρε­ται ἀ­πό τήν ἐ­ξο­ρί­α ἀ­πό αὐ­τόν πού δι­α­δέ­χθη­κε τήν βα­σι­λεί­α, δη­λα­δή τόν Μι­χα­ήλ τόν Τραυ­λό τό ἔ­τος 820[1]. Καί ἀ­ναγ­κά­ζε­ται ἀ­πό αὐ­τόν νά μή προ­σκυ­νῆ τίς ἅγι­ες εἰ­κό­νες. Ὁ Ἅ­γιος ὅ­μως προ­ξε­νῶν­τας ἔκ­πλη­ξι στόν τύ­ραν­νο μέ τά λό­για του, ὅ­μοι­α μέ βρον­τή, ­φώ­να­ξε με­γα­λό­φω­να· «Ἐ­άν κά­ποι­ος δέν προ­σκυ­νῆ τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό ζω­γρα­φι­σμέ­νο σέ εἰ­κό­να, ἀ­νά­θε­μα λέ­ω σ’­ αὐ­τόν». Ἔ­τσι ἐ­ξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ δέρ­νε­ται ὁ μα­κά­ριος καί ἐ­ξο­ρί­ζε­ται πά­λι στόν Ἀ­κρί­τα. Ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι ἀ­κρω­τή­ρι, πού β­ρί­σκε­ται στήν Μαύ­ρη Θά­λασ­σα καί ὀ­νο­μά­ζε­ται κοι­νῶς Κά­βο Ἀ­κρί­τα. Ἐ­κεῖ κλεί­νε­ται μέ­σα σέ σκο­τει­νό­τα­τη φυ­λα­κή. Ἔ­πει­τα ἀ­φοῦ τόν τεν­τώ­νουν ἀ­πό τά τέσ­σε­ρα μέ­ρη τοῦ σώ­μα­τος, τόν κα­τα­ξε­σχί­ζουν γιά πολ­λή ὥ­ρα μέ ὠ­μά μα­στί­για. Ἔ­τσι ἀ­πό τό πλῆ­θος τῶν ἀ­νυ­πό­φο­ρων ἐ­κεί­νων πλη­γῶν, ­φού­σκω­σε ὁ Ἅ­γιος σάν ἀ­σκί, καί ἔ­ζη­σε με­τά ἀ­πό αὐ­τά μό­νο ὀ­κτώ ἡ­μέ­ρες. Καί ἔ­τσι, ἀ­φοῦ ὑ­πέ­μει­νε γεν­ναι­ό­τα­τα, πα­ρέ­δω­σε τήν ἁ­γί­α ψυ­χή του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ, λάμ­πον­τας στόν θά­να­τό του πα­ρα­δό­ξως πά­νω ἀ­πό τόν ἥ­λιο[2].

Ὁ Ὅ­σιος Πα­τήρ ἡμῶν Κων­σταν­τῖ­νος ὁ ἐξ Ἰ­ου­δαί­ων, ἐν εἰ­ρή­νῃ τε­λει­οῦ­ται.

Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος ἦ­ταν ἀ­πό τά Σύ­να­δα (ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν πό­λις ἔν­δο­ξη τῆς με­γά­λης Φρυ­γί­ας, τι­μη­μέ­νη μέ θρό­νο Μη­τρο­πο­λί­τη, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε εἴ­κο­σι Ἐ­πι­σκό­πους), κα­τα­γό­με­νος ἀ­πό τό γέ­νος τῶν Ἰ­ου­δαί­ων. Ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λύ νέ­ος, ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τήν μη­τέ­ρα του. Καί βλέ­πον­τας ἕ­ναν Χρι­στια­νό, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ὅ­ταν ­χα­σμου­ρή­θη­κε, σχη­μά­τι­σε στό στό­μα του τόν τύ­πο τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ, ἀ­πό τό­τε καί αὐ­τός ἔ­κα­μνε τό ἴ­διο, μι­μού­με­νος τόν Χρι­στια­νό. Καί ὄ­χι μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λά καί τά ἄλ­λα ἔρ­γα τῶν Χρι­στια­νῶν ἔ­κα­μνε καί αὐ­τός μέ πί­στι θερ­μή. Γι’ αὐ­τό λαμ­πρύ­νε­ται τό πρό­σω­πό του μέ θεί­α λάμ­ψι. Καί δι­δά­σκε­ται ἀ­πό τόν Θε­ό τά δόγ­μα­τα τῶν Χρι­στια­νῶν. Καί περ­νᾶ νη­στι­κός γιά δι­ά­στη­μα με­ρι­κῶν ἡ­με­ρῶν. Σέ αὐ­τόν τόν Ἅ­γιο ἐπιτέθηκε μί­α φο­ρά μί­α κό­ρη Ἑ­βραί­α μέ τρό­πο πορ­νι­κό. Ὁ δέ Ἅ­γιος, ἀ­φοῦ ἔ­κανε τό ση­μεῖ­ο τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ, τήν κα­τέ­στη­σε νε­κρή, καί πά­λι τήν ἀ­νέ­στη­σε. Αὐ­τός ὁ­δη­γού­με­νος ἀ­πό μί­α θεί­α νε­φέ­λη, ­πῆ­γε σέ ἕ­να Μο­να­στή­ρι, πού λε­γό­ταν Φου­βού­τιο. Μέ­σα στό ὁ­ποῖ­ο βρίσκονταν ἄν­δρες πο­λύ με­γά­λοι, με­τα­χει­ρι­ζό­με­νοι τήν ἀ­σκη­τι­κή ζω­ή, τῶν ὁ­ποί­ων ἡ ἀ­ρε­τή ἔ­λαμ­πε. Καί ἐ­πει­δή ­δι­η­γή­θη­κε τά σχε­τι­κά μέ αὐ­τόν στόν Ἡ­γού­με­νο τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, ­πρό­στα­ξε ἐ­κεῖ­νος νά φέ­ρουν Σταυ­ρό. Ἔ­πει­τα τόν προ­στά­ζει νά τόν προ­σκυ­νή­ση καί νά τόν ἀ­σπα­σθῆ. Ὅ­ταν δέ ὁ μα­κά­ριος αὐ­τός ἀ­σπα­ζό­ταν τό κά­τω μέ­ρος τοῦ Σταυ­ροῦ μέ φό­βο καί εὐ­λά­βεια, τό­τε, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἀ­κούμ­πη­σε ὅ­λος ὁ Σταυ­ρός ἐ­πά­νω στήν ὁ­σί­α κε­φα­λή του καί ­χά­ρα­ξε σ’­ αὐ­τήν τόν τύ­πο τοῦ Σταυ­ροῦ. Ὁ ὁ­ποῖ­ος καί ἔ­μει­νε ἀ­νέ­πα­φος στήν κε­φα­λή του ἕ­ως τόν θά­να­τό του.

Ἔ­πει­τα, ὅ­ταν ἔ­λα­βε τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα, ὠνο­μά­σθη­κε Κων­σταν­τῖ­νος. Τό­τε λοιπόν συ­νέ­βη τό ἑ­ξῆς θαυ­μά­σιο. Διότι στόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο, δη­λα­δή στήν πέ­τρα ἐ­κεί­νη, ἐ­πά­νω στήν ὁ­ποί­α ­στά­θη­κε, ὅ­ταν βγῆ­κε ἀ­πό τήν ἁ­γί­α κο­λυμ­βή­θρα, ­τυ­πώ­θη­καν πα­ρα­δό­ξως τά ἴ­χνη τῶν πο­δι­ῶν του. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά μπῆ­κε σέ τό­σους ἀ­γῶ­νες πνευ­μα­τι­κούς, ὥ­στε, προ­σπα­θοῦ­σε ὁ πα­νύ­μνη­τος νά ξε­πε­ρά­ση ὅ­λους τούς Μο­να­χούς τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ στήν σκλη­ρα­γω­γί­α καί τήν ἄ­σκησι. Ἀ­σκοῦ­σε δέ τήν τέ­χνη τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου, δη­λα­δή ἔ­ρα­βε δέρ­μα­τα καί ἔ­καμ­νε σκη­νές. Ὅ­ταν προ­σευ­χό­ταν, ­γέ­μι­ζε ἀ­πό εὐ­ω­δί­α ὁ τό­πος, στόν ὁ­ποῖ­ο στε­κό­ταν. Ὅ­ταν πή­γαι­νε στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἄ­νοι­γαν σ’ αὐ­τόν ἀ­πό μό­νες τους οἱ πόρ­τες τοῦ Να­οῦ. Ἀ­πό δέ τήν μεγάλη κα­θα­ρό­τη­τα, πού εἶ­χε, ἔ­βλε­πε νο­ε­ρά τούς κρυ­φούς λο­γι­σμούς τῶν ἀ­δελ­φῶν.

Ἔ­πει­τα ἀ­να­χω­ρῶν­τας, πῆ­γε στό βου­νό τοῦ Ὀ­λύμ­που. Καί ἀ­πό ἐ­κεῖ πῆ­γε στά Μύ­ρα τῆς Λυ­κί­ας. Καί ἀ­πό ἐ­κεῖ πη­γαί­νει στήν Κύ­προ καί ἀ­πό τήν Κύ­προ πη­γαί­νει στήν Ἀτ­τά­λεια, καί ἐ­κεῖ δι­α­περ­νᾶ μέ τά πό­δια του ἕ­ναν πο­τα­μό τό­σο βα­θύ καί με­γά­λο, ὥ­στε χρει­α­ζό­ταν νά τόν περ­νᾶ κα­νείς μέ κα­ΐ­κι. Καί ἀ­φοῦ περ­πά­τη­σε σέ ἄλ­λους πολ­λούς τό­πους, πά­λι ξα­να­γύ­ρι­σε στόν Ὄ­λυμ­πο. Καί ἐ­κεῖ ­πέ­ρα­σε σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες, ὄ­χι μό­νο νη­στι­κός, ἀλ­λά καί χω­μέ­νος ἕ­ως στήν ζώ­νη μέ­σα σέ ἕ­ναν λάκ­κο. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά χω­ρίς νά θέ­λη, δέ­χθη­κε τήν χει­ρο­το­νί­α τοῦ Πρε­σβυ­τέ­ρου. Ἔ­πει­τα πη­γαί­νει στήν Ἀ­τρώ­α[3], κρα­τῶν­τας πάν­το­τε τούς ἴ­διους ἀ­γῶ­νες τῆς ἀ­σκή­σε­ως. Πρω­τύ­τε­ρα δέ ἀ­πό ὀ­κτώ χρό­νια, προ­έ­βλε­ψε τήν κοί­μη­σί του. Καί ἔ­τσι, ἀ­φοῦ αὐ­τά συμ­πλη­ρώ­θη­καν, ἔ­φυ­γε πρός τόν Κύ­ριο, ἀ­φοῦ προ­έ­βλε­ψε σα­φέ­στα­τα ὅ­λα τά δι­κά του πράγ­μα­τα.

Ὁ Ὅ­σιος Πα­τήρ ἡμῶν Εὐ­ά­ρε­στος ἐν εἰ­ρή­νῃ τε­λει­οῦ­ται.

  Αὐ­τός ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ βα­σι­λιᾶ Λέ­ον­τος Ἀρ­με­νί­ου τοῦ εἰ­κο­νο­μά­χου, τό ἔ­τος 815. Κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν ἐ­παρ­χί­α τῶν Γα­λα­τῶν καί ἦ­ταν υἱ­ός γο­νέ­ων ὀ­νο­μα­στῶν. Καί ἀ­φοῦ ὁ προ­α­να­φερ­θείς Λέ­ων ­θα­να­τώ­θη­κε μέ ξί­φο­ς[4] τόν δι­α­δέ­χθη­κε στήν βα­σι­λεί­α ὁ Μι­χα­ήλ ὁ ἀ­πο­κα­λού­με­νος Τραυ­λός τό ἔ­τος 820. Καί ἐ­πει­δή καί αὐ­τός ἦ­ταν αἰ­σχρό­τα­τος καί ὅ­μοι­ος μέ τόν προ­κά­το­χό του Λέ­ον­τα, γι’ αὐ­τό καί ἔ­λα­βε τήν πρέ­που­σα ἐκ­δί­κη­σι. Ὅ­ταν ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός ἔ­φθα­σε στήν κα­τάλ­λη­λη ἡ­λι­κί­α, τό­τε ἐ­πι­δό­θη­κε στήν μά­θη­σι τῶν ἱ­ε­ρῶν γραμ­μά­των. Καί ἐ­πει­δή ἀ­πό τά γράμ­μα­τα δι­δα­σκό­ταν, ἐ­ξ ­αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ σέ ὅ­λους συμ­πε­ρι­φε­ρό­ταν μέ τόν κα­λύ­τε­ρο τρό­πο. Δη­λα­δή καί στούς γο­νεῖς του ἦ­ταν ὑ­πά­κου­ος καί στούς φί­λους καί τούς γεί­το­νες ἦ­ταν πο­λύ εὐ­χά­ρι­στος. Στούς ξέ­νους καί στούς ντό­πιους, κα­τα­δε­κτι­κός. Μέ συν­το­μί­α, κα­τε­δεί­κνυ­ε μέ τά ἔρ­γα ἀ­λη­θι­νή τήν ὀ­νο­μα­σί­α του, κα­θώς γι­νό­ταν εὐ­ά­ρε­στος σέ ὅ­λους.

Καί ἐ­πει­δή κεν­τή­θη­κε ὁ Ὅ­σιος ἀ­πό τόν ἔ­ρω­τα τῆς πο­λι­τεί­ας τῶν Μο­να­χῶν, Γι’ αὐ­τό ­πῆ­γε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι μα­ζί μέ τόν πα­τέ­ρα του. Καί φι­λο­ξε­νή­θη­καν ἀ­πό ἕ­ναν Κων­σταν­τι­νου­πο­λί­τη, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Βρυ­έν­νιος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν συγ­γε­νής του καί ὕ­στε­ρα τι­μή­θη­κε μέ τό ἀ­ξί­ω­μα τοῦ πα­τρι­κί­ου. Καί ἀ­φοῦ ­πέ­ρα­σαν λί­γες ἡ­μέ­ρες, πα­ρου­σι­ά­σθη­κε μί­α με­γά­λη ἀ­νάγ­κη, γιά τήν ὁ­ποί­α ­στάλ­θη­κε ὁ προαναφερθείς πα­τρί­κιος ἀ­πό τήν βα­σί­λισ­σα Θε­ο­δώ­ρα, τήν σύ­ζυ­γο τοῦ Θε­ό­φι­λου τοῦ εἰ­κο­νο­μά­χου, πρέ­σβυς καί ἀν­τι­πρό­σω­πος στούς Βουλ­γά­ρους. Πη­γαί­νον­τας ἐ­κεῖ, πῆ­ρε μα­ζί του καί αὐ­τόν τόν συγ­γε­νῆ του τόν Εὐ­ά­ρε­στο. Ὅ­ταν λοι­πόν ἔ­φθα­σαν καί οἱ δύ­ο στόν τό­πο, πού λε­γό­ταν Σκό­πε­λος, καί ἀ­να­παύ­θη­καν λί­γο ἀ­πό τούς κό­πους τῆς ὁ­δοι­πο­ρί­ας, τό­τε ὁ μα­κά­ριος Εὐ­ά­ρε­στος ἀ­πό κά­ποι­α θε­ϊ­κή Οἰ­κο­νο­μί­α συ­ναν­τᾶ ἕ­ναν Γέ­ρον­τα, ὁ ὁ­ποῖ­ος με­τα­χει­ρι­ζό­ταν τήν μο­να­χι­κή πο­λι­τεί­α. Ἔ­τσι ἀ­πο­λαμ­βά­νει τόν πρώ­ην ἐ­πι­θυ­μη­τό σκο­πό του. Καί λοι­πόν, ἀ­φοῦ ­ἔκοψε τά μαλ­λιά τῆς κε­φα­λῆς του, πρό­θυ­μα ὑ­πέ­κυ­ψε τόν τρά­χη­λό του κά­τω ἀ­πό τόν σω­τή­ριο ζυ­γό τοῦ Χρι­στοῦ· δη­λα­δή ἔ­γι­νε Μο­να­χός. Καί ἀ­φοῦ βρῆ­κε καί ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ Ὁ­σί­ου Ἐ­φραίμ τοῦ Σύ­ρου, τό ­δι­ά­βα­σε καί ἔ­νι­ω­σε κα­τά­νυ­ξι. Ὁ­πό­τε φρόν­τι­ζε νά ἐκ­πλη­ρώ­ση μέ τά ἔρ­γα του τίς δι­δα­σκα­λί­ες ἐ­κεί­νου τοῦ βι­βλί­ου.

Ὁ Γέ­ρων ἐ­πει­δή κα­τε­νό­η­σε τήν φλο­γε­ρή προ­θυ­μί­α, πού εἶ­χε ὁ νέ­ος στήν ἀ­ρε­τή, τόν συ­νώ­δευ­σε μέ εὐ­χές καί μέ συ­στα­τι­κά γράμ­μα­τα, καί ἔ­τσι τόν ἔ­στει­λε στό Μο­να­στή­ρι τοῦ Στου­δί­ου. Καί ἀ­φοῦ ἔ­γι­νε ἀ­πο­δε­κτός ὁ Ὅ­σιος ἀ­πό τούς ἐ­κεῖ Πα­τέ­ρες καί ἀ­δελ­φούς, μπῆ­κε σέ πνευ­μα­τι­κούς ἀ­γῶ­νες, δι­α­λέ­γον­τας ἕ­ναν ἀ­δελ­φό πού ὑ­πε­ρεῖ­χε ἀ­πό τούς ἄλ­λους ὡς πρός τήν ἀ­ρε­τή, τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε Γέ­ρον­τα καί συγ­κοι­νω­νό ὅ­λων τῶν ὑ­πο­θέ­σε­ων τῆς ζω­ῆς του. Τό­ση δέ νη­στεί­α καί ἐγ­κρά­τεια ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ὁ πα­νύ­μνη­τος, ὥ­στε ἔ­τρω­γε μί­α φο­ρά τήν ἑ­βδο­μά­δα λί­γο ψω­μί. Τό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πό κρι­θα­ρέ­νιο ἀ­λεύ­ρι καί ἀ­πό πί­του­ρα καί ἀ­πό ζου­μί τῶν λα­χα­νι­κῶν. Ἐ­νῶ τήν μέ­ση καί τόν λαι­μό του τά εἶ­χε δε­μέ­να μέ δύ­ο κρί­κους σι­δε­ρέ­νιους καί βα­ρύ­τα­τους, τούς ὁ­ποί­ους ἔ­σφιγ­γαν τόν ἕ­να μέ τόν ἄλ­λο δύ­ο ἄλ­λες ἁ­λυ­σί­δες πε­ρα­σμέ­νες μέ­σα ἀ­πό τούς ὤ­μους καί τό στῆ­θος του. Τί νά πο­λυ­λο­γοῦ­με; Εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το σέ ἐ­μᾶς νά ἀ­πα­ριθ­μή­σου­με ὅ­λους τούς ἀ­γῶ­νες, πού με­τα­χει­ρι­ζό­ταν ὁ τρι­σμα­κά­ριος αὐ­τός Εὐ­ά­ρε­στος. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ­πέ­ρα­σε τήν ζω­ή του μέ τέ­τοι­α θε­ά­ρε­στα κα­τορ­θώ­μα­τα καί ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε ἑ­βδο­μήν­τα ἐν­νέ­α χρό­νια, ἀ­πο­δή­μη­σε πρός τόν Κύ­ριο. Τό δέ τί­μιό του λεί­ψα­νο ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε στό Μο­να­στή­ρι τό ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νο τοῦ Κοκ­κο­ρο­βιοῦ.

* Μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου νέ­ου Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος Κων­σταν­τί­ου τοῦ Ρώσ­σου, ἀ­θλή­σαν­τος ἐν Κων­σταν­τι­νου­πό­λει κα­τά τό 1743 ἔ­τος.

  Αὐ­τός ὁ Τρι­σμα­κά­ριος Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Κων­στάν­τιος ἦ­ταν ἀ­πό τό εὐ­σε­βέ­στα­το καί ἐν­δο­ξό­τα­το Βα­σί­λει­ο τῶν Μο­σχό­βων, ἐ­φη­μέ­ριος τοῦ ἐ­πι­τρό­που τοῦ Βα­σι­λεί­ου τους στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, τοῦ λε­γο­μέ­νου κα­τά τήν κοι­νή συ­νή­θεια Ἐ­λι­τζή. Καί τόν και­ρό τῶν τό­τε πο­λέ­μων με­τα­ξύ Μο­σχό­βων καί Τούρ­κων, αὐ­τός ἔ­μει­νε στά μέ­ρη τῆς Τουρ­κί­ας καί, ἀ­φοῦ ἔ­φθα­σε στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος, στά­θη­κε στήν με­γί­στη Λαύ­ρα γιά λί­γο και­ρό καί ἀ­πό ἐ­κεῖ ἔ­φυ­γε στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα καί σέ ἄλ­λους σε­βά­σμιους τό­πους καί πά­λι ἐ­πέ­στρε­ψε στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος, καί ἔ­με­νε στήν ἴ­δια τήν Με­γί­στη Λαύ­ρα, προ­σμέ­νον­τας νά κά­νουν εἰ­ρή­νη τά Βα­σί­λεια. Καί τόν γνώ­ρι­σα καί ἐ­γώ[5], καί τόν συ­να­να­στρά­φη­κα, ἐ­πει­δή λει­τουρ­γοῦ­σε στήν Λαύ­ρα στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Νε­ο­φύ­του πρώ­ην Ἄρ­της, τοῦ ὁ­ποί­ου τό τέ­λος ὑ­πῆρ­ξε μα­κά­ριο, καί ὁ ὁ­ποῖ­ος τόν ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ, για­τί ἦ­ταν σο­φός καί ἐ­νά­ρε­τος ἄν­θρω­πος, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο κα­θώς εἶ­χα καί ἐ­γώ συ­να­να­στρο­φεῖ συ­νε­χῶς μι­λοῦ­σα μα­ζί του γιά τό Βα­σί­λει­ο τῶν Μο­σχό­βων καί ἰ­δι­αί­τε­ρα γιά ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά ζη­τή­μα­τα. Καί ὅ­ταν ἔ­γι­νε εἰ­ρή­νη, με­τα­ξύ τῶν Μο­σχό­βων καί τῶν Τούρ­κων, ἔ­φυ­γε πά­λι στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί ἀν­τά­μω­σε τόν ἀ­φέν­τη του. Ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦλ­θε ὡς  πρέ­σβυς τῶν Μο­σχό­βων καί πράτ­τον­τας μέ ἀ­γά­πη, τόν ἄ­φη­σε πά­λι ἐ­φη­μέ­ριο στόν νέ­ο Ἐ­λι­τζή. Δέν γνω­ρί­ζω ὅ­μως πῶς, ἦλ­θε σέ ἀν­τι­πα­ρά­θε­σι μέ τόν Ἐ­λι­τζή (δι­ό­τι δι­α­φο­ρε­τι­κά τά δι­η­γοῦν­ται, ὅ­τι δη­λα­δή ἔ­γρα­ψαν καί οἱ δύ­ο ἐ­ναν­τί­ον ὁ ἕ­νας τοῦ ἄλ­λου στήν Βα­σί­λισ­σα). Τέ­λος πάν­των ἤ ἀ­πό τόν φό­βο ἤ ἀ­πό τόν θυ­μό του (ἀλ­λοί­μο­νο) ὅ­ταν πα­ρου­σι­ά­σθη­κε μπρο­στά στόν Βα­σι­λιά, ἀρ­νή­θη­κε τήν ἀ­μό­λυν­τη πί­στι τῶν Χρι­στια­νῶν καί ἔ­λα­βε με­γά­λες τι­μές ἀ­πό αὐ­τόν· ἀλ­λά δέν πέ­ρα­σαν λί­γες ἡ­μέ­ρες, καί ἀ­φοῦ ἦλ­θε στά λο­γι­κά του καί συ­νῆλ­θε σάν ἀ­πό μέ­θη καί με­τα­νό­η­σε, ἔ­κλαι­γε ἀ­πό καρ­διᾶς μέ πι­κρά δά­κρυ­α γιά τό μέ­γα πα­ρά­πτω­μα πού ἔ­κα­νε, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ὁ μέ­γας Ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἦλ­θε σέ με­γά­λη κα­τά­νυ­ξι, πε­ρι­φρο­νεῖ τήν πα­ροῦ­σα ζω­ή καί πο­θεῖ ὅ­λως δι­ό­λου νά μαρ­τυ­ρή­ση καί, ἀ­φοῦ ἔρ­ρι­ξε τό σχῆ­μα τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν στήν γῆ καί τό κα­τα­πά­τη­σε, φό­ρε­σε ἕ­να ξε­σχι­σμέ­νο ρά­σο καί μέ ἕ­να μαῦ­ρο μαν­τή­λι ἔ­δε­σε τήν κε­φα­λή του καί πῆ­γε πά­λι ἐ­κεῖ ὅ­που ἀρ­νή­θη­κε τόν Χρι­στό καί τόν ὡ­μο­λό­γη­σε μέ παρ­ρη­σί­α ὡς Θε­ό ἀ­λη­θι­νό. Τήν θρη­σκεί­α τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν καί τόν προ­φή­τη τους τά ξευ­τέ­λι­σε ἔν­το­να. Οἱ δέ ἄρ­χον­τες, μό­λις τά ἄ­κου­σαν αὐ­τά καί ἐ­πει­δή ντρο­πι­ά­σθη­καν, ἀ­μέ­σως ἔ­κο­ψαν τήν Ἁ­γί­α του κε­φα­λή μπρο­στά στό Βα­σι­λι­κό πα­λά­τι καί ἔ­τσι ἔ­λα­βε χα­ρού­με­νος τόν στέ­φα­νο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου. Μέ τοῦ ὁ­ποί­ου τίς πρε­σβεῖ­ες ἄς ἀ­ξι­ω­θοῦ­με καί ἐ­μεῖς τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀ­γα­θῶν στήν ἀ­ει­θα­λῆ Μα­κα­ρι­ό­τη­τα. Ἀ­μήν.

[1]      Ὁ Με­λέ­τιος λέ­ει, ὅ­τι ὁ Θε­ό­φι­λος ὁ εἰ­κο­νο­μά­χος, ὁ υἱ­ός τοῦ Μι­χα­ήλ τοῦ Τραυ­λοῦ, δέρ­νον­τας τόν Ἅ­γιο αὐ­τόν Εὐ­θύ­μιο, τόν τε­λεί­ω­σε μέ μαρ­τυ­ρι­κό θά­να­το (σελ. 262, β΄  τόμ.­).

[2]      Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο τοῦ θεί­ου αὐ­τοῦ Εὐ­θυ­μί­ου, β­ρί­σκε­ται σῶ­ο στήν Ἀγ­χί­α­λο, τήν κοι­νῶς λε­γό­με­νη Χι­λή ἤ Ἀ­χι­λού, πού β­ρί­σκε­ται στήν Μαύ­ρη Θά­λασ­σα, καί ἐ­νερ­γεῖ πάμ­πολ­λα θαύ­μα­τα, σέ ὅ­σους προ­στρέ­χουν σ’­ αὐ­τό μέ πί­στι. Ἐ­κεῖ β­ρί­σκε­ται καί ὁ ἀναλυτικός βί­ος τοῦ Ἁ­γί­ου αὐ­τοῦ χει­ρό­γρα­φος. Καί ὅ­ποι­ος θέ­λει, ἄς τόν ζη­τή­ση ἀ­πό ἐ­κεῖ.

 [3]      Ἀ­τρώ­α ἴ­σως εἶ­ναι ἡ Ἀ­τρί­α πού β­ρί­σκε­ται στήν Ἰ­τα­λί­α, ἡ ὁ­ποί­α λέ­γε­ται κοι­νῶς καί Ἁ­δρί­α ἤ Ἄν­τρι, πό­λις πού β­ρί­σκε­ται ἐ­πά­νω σε λό­φο καί εἶ­ναι τι­μη­μέ­νη μέ θρό­νο Ἐ­πι­σκό­που, πα­τρίδα τοῦ βα­σι­λέ­ως Ἀ­δρια­νοῦ.

[4]      Αὐ­τός ὁ Λέ­ων ὁ Ἀρ­μέ­νιος ­θα­να­τώ­θη­κε τήν νύ­χτα τῶν Χρι­στου­γέν­νων. Δι­ό­τι ὅ­ταν αὐ­τός αὐ­τή τήν νύ­χτα ἔ­ψαλ­λε τόν εἱρ­μό τῆς ἑ­βδό­μης ὠ­δῆς, δη­λα­δή τό «Τῷ παν­τά­να­κτος ἐ­ξε­φαύ­λι­σαν πό­θῳ», ἦλ­θαν οἱ ἐ­χθροί του γιά νά τόν θα­να­τώ­σουν. Αὐ­τός δέ κα­τέ­φυ­γε μέ­σα στό Ἅ­γιο Βῆ­μα. Ἔ­τσι ἐ­κεῖ μέ­σα τόν φό­νευ­σαν, σύμ­φω­να μέ τόν Με­λέ­τιο καί τόν Δο­σί­θε­ο.

 [5] Αὐτός ἦταν ὁ Παπᾶ Ἰωνᾶς, ὁ ὁποῖος συνέγραψε καί αὐτό τό ὑπόμνημα.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης