Τῷ αὐτῷ μηνί Λ΄ , μνήμη τῆς Ἁγίας Ὁσιομάρτυρος Ἀνυσίας τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ. Τῇ 30ῇ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Ὁσιομάρτυρος Γεδεών τοῦ Καρακαληνοῦ († 1818).

Τῷ αὐ­τῷ μη­νί Λ΄ , μνή­μη τῆς Ἁ­γί­ας Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρος Ἀ­νυ­σί­αςτῆς ἐν Θεσ­σα­λο­νί­κῃ.

Αὐ­τή ἡ Ἁ­γί­α ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ αὐτοκράτορα Μα­ξι­μια­νοῦ, τό ἔ­τος 298. Κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν πό­λι τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, καί ἦ­ταν θυ­γα­τέ­ρα εὐ­σε­βῶν γο­νέ­ων καί πο­λύ πλου­σί­ων. Ὅταν πέθαναν αὐτοί, ἔ­ζη­σε ἡ Ἁ­γί­α μό­νη της ἡ­συ­χά­ζον­τας καί εὐ­χα­ρι­στῶν­τας τόν Θε­ό μέ­σα ἀ­πό τήν πρᾶ­ξι καί τήν ἐξά­σκη­σι τῶν θεί­ων ἐν­το­λῶν. Αὐ­τή τήν Ἁ­γί­α μί­α φο­ρά, ὅ­ταν πή­γαι­νε στήν Ἐκ­κλη­σί­α, κα­τά τήν συ­νή­θειά της, τήν συ­νάν­τη­σε ἕ­νας στρα­τι­ώ­της εἰ­δω­λο­λά­τρης καί Ἕλ­ληνας. Καί ἀ­φοῦ τήν συνέλαβε, τήν ἔσερνε  στούς βω­μούς τῶν εἰ­δώ­λων καί τήν πα­ρα­κι­νοῦ­σε νά προ­σφέ­ρη θυ­σί­α στούς δαί­μο­νες. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἡ Ἁ­γί­α ὡ­μο­λό­γη­σε Θε­ό τόν Χρι­στό, καί ἔ­φτυ­σε στό πρό­σω­πο τοῦ μια­ροῦ ἐ­κεί­νου στρα­τι­ώ­του, ἐ­ξ ­αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ θύ­μω­σε ὁ ἄ­θλιος καί δι­α­πέ­ρα­σε τήν πλευ­ρά τῆς Ἁ­γί­ας μέ τό σπα­θί του. Καί ἔ­τσι ἔ­λα­βε ἡ μα­κά­ρι­α τόν ἀ­μά­ραν­το στέ­φα­νο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου[1].

 Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τῆς Ὁ­σί­ας Θε­ο­δώ­ρας τῆς ἀ­πό Και­σα­ρεί­ας.

 Αὐ­τή ἡ Ὁ­σί­α Θε­ο­δώ­ρα ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ Λέ­ον­τος τοῦ Ἰ­σαύ­ρου, τοῦ πα­τρός τοῦ Κων­σταν­τί­νου τοῦ Κο­πρω­νύ­μου, τό ἔ­τος 716. Κα­τα­γό­ταν ἀ­πό γέ­νος λαμ­πρό καί ἔν­δο­ξο. Ὁ πατέρας της λεγόταν Θεόφιλος, πα­τρί­κιος στό ἀ­ξί­ω­μα, ἡ δέ μη­τέ­ρα της Θε­ο­δώ­ρα. Ἡ μη­τέ­ρα της, ἐ­πει­δή ἦ­ταν στεῖρα γιά πολ­λά χρό­νια καί ἐ­ξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ λυ­πό­ταν πο­λύ, πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Θε­ό καί τήν Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κο νά τῆς χα­ρί­ση παι­δί. Ἔ­τσι ἐ­πά­κου­σε ὁ Θε­ός τήν προ­σευ­χή της, καί ἔ­δω­κε σ’­ αὐ­τήν τήν χά­ρι πού ζη­τοῦ­σε, μέ­σῳ τῆς Ἁ­γί­ας Ἄν­νας τῆς μη­τέρας τῆς Θε­ο­τό­κου. Καί λοι­πόν γέν­νη­σε τήν Ὁ­σί­α αὐ­τή Θε­ο­δώ­ρα. Ἡ ὁ­ποί­α, ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στήν κα­τάλ­λη­λη ἡ­λι­κί­α, προ­σφέρ­θη­κε στόν Να­ό τῆς Ἁ­γί­ας Ἄν­νας καί ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε στό Μο­να­στή­ρι της, τό λε­γό­με­νο Ρι­γί­διο, σάν ἕ­να θε­ϊ­κό ἀ­φι­έ­ρω­μα. Ὅ­που θε­ο­σε­βῶς καί φρό­νι­μα κα­θο­δη­γεῖτο ἀ­πό τήν Ἡ­γου­μέ­νη καί δι­δα­σκό­ταν τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα.

Τόν και­ρό ὅ­μως πού ἡ Ὁ­σί­α κα­λῶς πο­λι­τευ­ό­ταν, δέν ἄν­τε­χε ὁ πο­νη­ρός Δι­ά­βο­λος νά βλέ­πη τόν ἑ­αυ­τό του νά κα­τα­πα­τῆται ἀ­πό μί­α τρυ­φε­ρή νε­α­νί­δα. Ἀλ­λά ξε­σή­κω­σε τόν θε­ο­μά­χο Λέ­ον­τα τόν Ἴ­σαυ­ρο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­ζη­τοῦ­σε νά βρῆ γυ­ναῖ­κα γιά τόν υἱ­ό του τόν Χρι­στό­φο­ρο, τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ἀ­να­κη­ρύ­ξει Καί­σα­ρα. Γι’ αὐ­τό, ἀ­φοῦ ἀ­πέ­σπα­σε τήν νε­α­ρή αὐ­τή προ­βα­τί­να τοῦ Κυ­ρί­ου ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι της, μέ βί­α καί τυ­ραν­νί­α, τήν ἀ­νάγ­κα­σε νά πά­η στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι. Ὅ­ταν λοιπόν αὐ­τή ­πῆ­γε ἐ­κεῖ, ἑ­τοι­μά­σθη­καν ὅ­λα τά ἀ­πα­ραί­τη­τα γιά τόν γά­μο καί ὁ θά­λα­μος στο­λί­σθη­κε. Καί ὁ μέν σκο­πός τοῦ βα­σι­λέ­ως ἦ­ταν αὐ­τός. Ὁ Θε­ός ὅ­μως, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­λιά ­φο­βέ­ρι­σε τόν Φα­ρα­ώ βα­σι­λιά τῆς Αἰ­γύ­πτου, ὅ­ταν ζη­τοῦ­σε νά πά­ρη τήν Σά­ρα. Καί ὁ ὁ­ποῖ­ος ὕ­στε­ρα μέ­σῳ τῆς παρ­θέ­νου Ρι­ψι­μί­ας ­νί­κη­σε τόν Τη­ρι­δά­τη. Αὐ­τός καί τήν Ὁ­σί­α αὐ­τή Θε­ο­δώ­ρα τήν δι­α­φύ­λα­ξε τό­τε ἀ­μό­λυν­τη καί κα­θα­ρή ἀ­πό τήν κοι­νω­νί­α καί συ­νεύ­ρε­σι τοῦ αἰ­σθη­τοῦ νυμ­φί­ου.

     Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό, κα­τά τόν ὁ­ποῖ­ο ἑ­τοι­μα­ζό­ταν ὁ γά­μος, ξαφνικά καί ἀ­νέλ­πι­στα ἦλ­θαν οἱ Σκύ­θες μέ στρα­τεύ­μα­τα στήν Εὐ­ρώ­πη. Γι’ αὐ­τό ­στάλ­θη­κε γρή­γο­ρα ὁ υἱ­ός τοῦ βα­σι­λιᾶ καί ἐλ­πι­ζό­με­νος νυμ­φί­ος, γιά νά πο­λε­μή­ση τούς βαρ­βά­ρους. Καί ἀ­μέ­σως κα­τά τήν πρώ­τη σύγ­κρου­σι τοῦ πο­λέ­μου χτυ­πι­έ­ται ἀ­πό τούς Σκύ­θες καί θα­να­τώ­νε­ται. Τό­τε λοι­πόν ἀ­φοῦ πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ἡ ἄ­φθαρ­τη νε­α­ρή προ­βα­τί­να Θε­ο­δώ­ρα τήν Πρό­νοι­α τοῦ Θε­οῦ πρός αὐ­τήν, παίρ­νει χρυ­σά­φι καί ἀ­σή­μι καί μαρ­γα­ρι­τά­ρια καί ροῦ­χα πο­λύ­τι­μα καί φεύ­γει κρυ­φά ἀ­πό τό πα­λά­τι. Καί μπαίνοντας σέ κα­ΐ­κι, ξα­να­γύ­ρι­σε στό δι­κό της Μο­να­στή­ρι, χα­ρού­με­νη καί εὐ­χα­ρι­στῶν­τας τόν Θε­ό τῶν ὅλων. Ὅ­ταν ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε ἡ φυ­γή τῆς Ὁ­σί­ας, ­πῆ­γε ὁ δεύ­τε­ρος υἱ­ός τοῦ Λέ­ον­τος στό Μο­να­στή­ρι νά τήν ἀ­να­ζη­τή­ση. Ἐ­πει­δή ὅ­μως τήν βρῆ­κε Μοναχή καί ντυ­μέ­νη μέ πα­λιά καί ξε­σχι­σμέ­να ροῦ­χα, τήν ἄ­φη­σε (μέ τήν βο­ή­θεια βέ­βαι­α τῆς Θεί­ας Πρό­νοι­ας), καί δέν τήν ἐ­νό­χλη­σε. Ἔ­τσι ἀ­πό τό­τε ἀ­φοῦ ἡ Ἁ­γί­α ἦ­ταν τε­λεί­ως ἐ­λεύ­θε­ρη, τό­σο πο­λύ κα­τε­πό­νη­σε τό σῶ­μα της, ὥ­στε ἀ­πό ἔ­ξω φαίνον­ταν οἱ σύν­δε­σμοι τῶν κοκ­κά­λων της. Ἐ­πει­δή ἡ τρο­φή της ὅ­λη ἦ­ταν μί­α οὐγ­γιά ψω­μί, δη­λα­δή ὀ­κτώ δρά­μια. Καί αὐ­τό ἀ­κό­μη τό ἔ­τρω­γε μί­α φο­ρά κά­θε δύ­ο ἤ τρεῖς ἡ­μέ­ρες, καί ὄ­χι τί­πο­τε ἄλ­λο. Τό ροῦ­χο της ἦ­ταν ἕ­να καί μό­νο, καί αὐ­τό τρί­χι­νο, δη­λα­δή ὑ­φα­σμέ­νο ἀ­πό γί­δι­νες τρί­χες. Τό κρε­βά­τι της ἦ­ταν, ἀ­πό πά­νω μέν σκε­πα­σμέ­νο μέ ἕ­να τρί­χι­νο ὕ­φα­σμα. Κά­τω δέ ἀ­πό αὐ­τό ἦ­ταν στρω­μέ­νες πέ­τρες. Καί ἔ­τσι ἐ­πά­νω σ’­ αὐ­τό κοι­μό­ταν ἕ­ναν πο­λύ σύν­το­μο μα­ζί καί πι­κρό­τα­το ὕ­πνο. Πολ­λές φο­ρές ὅμως ἔ­με­νε ἄ­γρυ­πνη καί ὅ­λη τήν νύ­χτα. Δέν ἀρ­κέ­σθη­κε βέ­βαι­α σ’­ αὐ­τές τίς τα­λαι­πω­ρί­ες ἡ μα­κα­ρί­α. Ἀλ­λά ἐ­πί ­πλέ­ον εἶ­χε καί σί­δε­ρα φο­ρε­μέ­να, μέ τῶν ὁ­ποί­ων τό βά­ρος κα­τα­πλή­γω­σε τά μέ­λη της καί τά κα­τέ­φα­γε τό­σο, ὥ­στε ἔ­βγαι­νε ἀ­πό αὐ­τά δυ­σω­δί­α. Μέ τέ­τοι­ους λοι­πόν ἀ­γῶ­νες ἀ­γω­νι­ζό­με­νη γιά πολ­λά χρό­νια ἔ­λαμ­ψε σέ κά­θε εἶ­δος ἀ­ρε­τῆς. Καί ἔ­τσι ἔ­φυ­γε πρός τήν ἀ­θά­να­τη καί μα­κά­ρι­α ζω­ή ἡ πα­νύ­μνη­τη.

  Μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Φι­λε­ταί­ρου.

Ὅ­ταν μί­α φο­ρά ἦλ­θε ὁ αὐτοκράτορας Δι­ο­κλη­τια­νός στήν Νι­κο­μή­δεια, δη­λα­δή τό ση­με­ρι­νό λε­γό­με­νο στά τουρ­κι­κά Σμί­τι, τό ἔ­τος 286,  τοῦ φα­νέ­ρω­σαν με­ρι­κοί Ἕλ­λη­νες ἕ­ναν Χρι­στια­νό, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Φι­λέ­ται­ρος. Ὁ βα­σι­λιάς ἀ­μέ­σως ἔ­στει­λε ἀνθρώπους καί τόν πα­ρουσίασε μπρο­στά στό βα­σι­λι­κό του δι­κα­στή­ριο. Καί βλέ­πον­τάς τον, ἐ­ξε­πλά­γη ἀ­πό τήν ὄ­ψι του καί μό­νο. Δι­ό­τι ὁ Ἅ­γιος ἦ­ταν με­γα­λό­σω­μος καί ὡ­ραῖ­ος. Οἱ τρί­χες τῆς κε­φα­λῆς καί τῶν γε­νι­ῶν του ἦ­ταν λαμ­πε­ρές καί γυ­α­λι­στε­ρές σχε­δόν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τό χρυ­σά­φι. Γι’ αὐ­τό ἀ­πό τόν θαυ­μα­σμό του, τόν ὠ­νό­μα­σε θε­ό ὁ Δι­ο­κλη­τια­νός καί ὄ­χι ἄν­θρω­πο. Καί τοῦ εἶ­πε· «Λέ­γε μας, ἀ­πό ποῦ εἶ­σαι; Καί πῶς εἶ­ναι τό ὄ­νο­μά σου; Καί ποι­ό εἶ­ναι τό ἐ­πάγ­γελ­μά σου»; Ὁ Ἅ­γιος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Αὐ­τῆς τῆς πό­λε­ως τῆς Νι­κο­μή­δειας εἶ­μαι γέν­νη­μα καί θρέμ­μα. Εἶ­μαι υἱ­ός ἐ­πάρ­χου. Εἶ­μαι καί Χρι­στια­νός ὡς πρός τήν πί­στι. Τό ὄ­νο­μά μου εἶ­ναι Φι­λέ­ται­ρος».

Τό­τε ὁ βα­σι­λιάς, ἀ­φοῦ ἀ­πο­κά­λε­σε τόν Ἅ­γιο μέ τό ὄ­νο­μά του, τόν κο­λά­κευ­ε, ζη­τῶν­τας νά τόν χω­ρί­ση ἀ­πό τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Ἄρ­χι­σε καί νά λέ­γη λό­για βλά­σφη­μα ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ Ἅ­γιος μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά, ἀ­μέ­σως ­σή­κω­σε τά μά­τια του στόν Οὐ­ρα­νό, καί, «ἄς κλεί­ση», εἶ­πε, «ἄς κλεί­ση τό στό­μα ἐ­κεῖ­νο, πού λέ­ει βλά­σφη­μα λό­για ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Χρι­στοῦ μου». Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἀ­μέ­σως μέ τόν λό­γο του, ἔ­γι­νε μί­α τό­σο φο­βε­ρή βρον­τή καί ἕ­νας σει­σμός, ὥ­στε τρόμαξε ὁ βα­σι­λιάς μέ ὅλους τούς συ­νο­δούς του. Γι’ αὐ­τό μέ προ­στα­γή τοῦ τυ­ράν­νου ἀ­νά­βε­ται δυ­να­τά μί­α κά­μι­νος καί μέ­σα σ’­ αὐ­τήν ρί­χνε­ται ὁ ἀ­θλη­τής τοῦ Χρι­στοῦ. Καί ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­κε ἐ­κεῖ, δι­ε­σκόρ­πι­σε τήν φω­τιά τῆς κα­μί­νου καί τήν ἔ­σβη­σε τε­λεί­ως. Ἔ­τσι βγῆ­κε ἀ­πό τήν κά­μι­νο ἀ­βλα­βής. Βλέ­πον­τας αὐ­τό τό θαῦ­μα ὁ βα­σι­λιάς, σε­βά­σθη­κε τόν Ἅ­γιο καί γιά τήν ὀ­μορ­φιά του καί γιά τό λαμ­πρό γέ­νος του. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅμως γιά τά πα­ρα­πά­νω θαύ­μα­τα. Ἔ­τσι τόν ἄ­φη­σε ἐ­λεύ­θε­ρο νά ζῆ, ὅ­που θέ­λει καί ἐ­πι­θυ­μεῖ.

Ὅ­ταν ὅ­μως μα­ζί μέ τόν Δι­ο­κλη­τια­νό ­βα­σί­λευ­σε ὁ γαμ­πρός του ὁ Μα­ξι­μια­νός τό ἔ­τος 288, κα­τη­γο­ρή­θη­κε ὁ Ἅ­γιος σ’­ αὐ­τόν. Καί ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­κε μπρο­στά του, ὡ­μο­λό­γη­σε τόν Χρι­στό Θε­ό ἀ­λη­θι­νό καί ποι­η­τή τοῦ παν­τός. Γι’ αὐ­τό πρῶ­τα ­δάρ­θη­κε μέ ξύ­λα τό­σο πο­λύ, ὥ­στε οἱ στρα­τι­ῶ­τες πού τόν ἔ­δερ­ναν ἔ­χα­σαν τήν δύ­να­μί τους καί ἔ­πε­σαν κα­τά γῆς σάν μι­σο­πε­θα­μέ­νοι. Ὁ Μάρ­τυρας τῆς ἀ­λήθει­ας ἀν­τλῶν­τας δύ­να­μι ἀ­πό τόν Χρι­στό, τό­σο ἀν­δρεῖ­ος στε­κό­ταν, ὥ­στε φαι­νό­ταν, σάν νά πά­σχη σέ ξέ­νο σῶ­μα καί ὄ­χι στό δι­κό του. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ τόν ­κρέ­μα­σαν, κα­τα­ξε­σχί­ζε­ται τό­σο πο­λύ, ὥ­στε οἱ δή­μιοι πού τόν κα­τα­ξέ­σχι­ζαν κου­ρά­σθη­καν καί ἔ­πε­σαν κα­τά γῆς. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά πα­ρα­δό­θη­κε στά θη­ρί­α, γιά νά τόν φᾶ­νε. Τά θη­ρί­α ὅ­μως, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! κυ­λι­όν­ταν στά πό­δια του σάν ἥ­με­ρα πρό­βα­τα. Ἔ­πει­τα με­τα­φέ­ρε­ται στόν να­ό γιά νά προ­σκυ­νή­ση τά εἴ­δω­λα. Αὐ­τός ὅ­μως μέ τήν προ­σευ­χή του τά συ­νέ­τρι­ψε. Τέ­λος ἀ­πο­φά­σι­σε ὁ βα­σι­λιάς νά κό­ψουν τήν κε­φα­λή του. Καί ἀ­μέ­σως ­ξε­ρά­θη­κε τό χέ­ρι τοῦ δη­μί­ου, πού ἐ­πρό­κει­το νά τόν ἀ­πο­κε­φα­λί­ση. Καί ὅ­ταν ­πῆ­ρε ἄλ­λος δή­μιος τό σπα­θί καί τό ­σή­κω­σε, γιά νά χτυ­πή­ση, τά ἴ­δια ἔ­πα­θε καί ἐ­κεῖ­νος.

Γι­’­ αὐ­τό ὁ Ἅ­γιος ρί­χθη­κε στήν φυ­λα­κή. Καί πά­λι ἀ­πό ἐ­κεῖ με­τα­φέρ­θη­κε γιά ἐ­ξέ­τα­σι. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ Ἅ­γιος ἔ­δει­ξε φα­νε­ρά, ὅ­τι μέ τήν δο­κι­μα­σί­α τῶν βα­σα­νι­στη­ρί­ων πο­τέ δέν θά ἀρ­νι­ό­ταν τόν Χρι­στό, ἐ­ξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ ­δέ­θη­κε μέ σί­δε­ρα, καί ἐ­ξω­ρί­σθη­κε στήν Προι­κό­νη­σο, δη­λα­δή στόν ση­με­ρι­νό λε­γό­με­νο Μαρ­μα­ρᾶ. Καί ἐ­νῶ πε­ρι­φε­ρό­ταν μέ τά δε­σμά, ἔ­κα­μνε στόν δρό­μο πολ­λά θαύ­μα­τα. Ἔ­δι­ω­χνε δαί­μο­νες, κα­θά­ρι­ζε λε­προύς, θεράπευε κά­θε ἀ­σθέ­νεια, γ­κρέ­μι­ζε τά εἴ­δω­λα μό­νο μέ τόν λό­γο καί τά με­τέ­βα­λε σέ χῶ­μα καί νε­ρό. Καί πη­γαί­νον­τας στήν Νί­και­α σι­δε­ρο­δέ­σμιος, ἀ­μέ­σως μό­λις ἄγ­γι­ξε μό­νο σέ ἕ­ναν πε­ρι­βό­η­το να­ό τῶν εἰ­δώ­λων, ἔ­πε­σαν ὅ­λα τά εἴ­δω­λα κα­τά γῆς καί συν­τρί­φθη­καν. Ἔ­τσι ἐ­ξ αἰ­τί­ας αὐ­τῶν τῶν με­γά­λων θαυ­μά­των πολ­λοί ­πί­στεψαν στόν Χρι­στό. Μα­ζί μέ τούς ὁ­ποί­ους ἦ­ταν καί ὁ κό­μης τῆς πό­λε­ως καί οἱ ἕ­ξι στρα­τι­ῶ­τες του.

Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­φθα­σε ὁ Ἅ­γιος στά μέ­ρη τῆς Σι­γρια­νῆς, ἡ ὁ­ποί­α βρί­σκε­ται στήν Μη­δί­α, πολ­λά θαύ­μα­τα ἔ­κα­νε καί ἐ­κεῖ. Καί ὅ­σοι βρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ, πλη­ρο­φό­ρη­σαν τόν Ἅ­γιο, ὅ­τι ἐ­δῶ κον­τά μας βρί­σκε­ται ἕ­νας ἄν­θρω­πος Χρι­στια­νός, πού ὀ­νο­μά­ζε­ται Εὐ­βί­ο­τος, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ὑ­πέ­φε­ρε μέν δι­ά­φο­ρα βα­σα­νι­στή­ρια καί τι­μω­ρί­ες ἀ­πό τόν ἄρ­χον­τα γιά τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, δι­α­φυ­λά­χθη­κε ὅ­μως ἀ­βλα­βής καί ἀ­νί­κη­τος σάν δι­α­μάν­τι, καί ἔ­κα­νε ἐ­ξαι­ρε­τι­κά θαύ­μα­τα. Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ Ἅ­γιος Φι­λε­ταῖ­ρος, θέ­λη­σε νά ­δῆ τόν Εὐ­βί­ο­το. Γι’ αὐ­τό Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου πῆ­γε στόν Εὐ­βί­ο­το καί τοῦ λέ­ει· «Βγές λί­γο ἔ­ξω ἀ­πό τό κελ­λί σου καί πή­γαι­νε στόν τά­δε τό­πο γιά νά συ­ναν­τή­σης τόν Ἅ­γιο Φι­λέ­ται­ρο, τόν συμ­μάρ­τυ­ρά σου». Ὁ Εὐ­βί­ο­τος βγῆ­κε ἀ­πό τό κελ­λί του καί κα­τέ­βαι­νε ἀ­πό τό βου­νό τῆς Σι­γρια­νῆς. Ὁ Ἅ­γιος Φι­λε­ταῖρος ὁ­δη­γού­με­νος ἀ­πό ἕ­ναν ντό­πιο στόν δρό­μο, πού ­πή­γαι­νε στό κε­λλί τοῦ Ἁ­γί­ου Εὐ­βι­ό­του, ἀ­νέ­βαι­νε στό ἴ­διο βου­νό τῆς Σι­γρια­νῆς μα­ζί μέ τόν κό­μη­τα πού εἶ­χε πι­στεύ­σει καί τούς ἕ­ξι στρα­τι­ῶ­τες του. Ἀ­φοῦ ἀ­νέ­βη­καν λί­γο, βλέ­πουν τόν μα­κά­ριο Εὐ­βί­ο­το, πού κα­τέ­βαι­νε πρός αὐ­τούς. Ἔ­τσι, ἀ­φοῦ χαι­ρέ­τη­σαν ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο καί γέ­μι­σαν ἀ­πό χα­ρά πολ­λή, ἀ­νέ­βη­καν ὅ­λοι μα­ζί στό κε­λλί τοῦ Ἁ­γί­ου Εὐ­βι­ό­του. Καί ἀ­φοῦ ἔ­μει­ναν ἐ­κεῖ γιά ἑ­πτά ἡ­μέ­ρες, κοι­μή­θη­κε ὁ μα­κά­ριος Φι­λε­ταῖ­ρος τόν γλυ­κό ὕ­πνο πού πο­θοῦ­σε, καί ἔ­φυ­γε πρός τόν πο­θού­με­νο Χρι­στό, πα­ρα­δί­νον­τας τήν ψυ­χή του στά χέ­ρια του. Ὁ­πό­τε τόν ἐν­τα­φί­α­σε ὁ Ἅ­γιος Εὐ­βί­ο­τος στό κε­λλί του. Ὁ­μοί­ως καί ὁ κό­μης καί οἱ ἕ­ξι στρα­τι­ῶ­τες μα­ζί μέ αὐ­τόν, ­κοι­μή­θη­καν καί αὐ­τοί με­τά ἀ­πό ἕν­τε­κα ἡ­μέ­ρες, ἀ­φοῦ πῆ­γαν ἐ­κεῖ, καί ἐν­τα­φι­ά­σθη­καν καί αὐ­τοί κον­τά στόν τά­φο τοῦ Ἁ­γί­ου Φι­λε­ταί­ρου. Τά σχε­τι­κά μέ τόν Ἅ­γιο Εὐ­βί­ο­το ­γρά­φη­καν πιό πά­νω στίς δέ­κα­ ὀ­κτώ τοῦ πα­ρόν­τος μη­νός.

Τῇ 30 τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τοῦ ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου
Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρος Γε­δε­ών τοῦ Κα­ρα­καλ­λη­νοῦ († 1818).

Μαρ­τύ­ρη­σε στόν Τύρ­να­βο τῆς Θεσ­σα­λί­ας στίς 30 Δε­κεμ­βρί­ου 1818.

 Ὁ Ἅ­γιος κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τό χω­ριό Κά­πουρ­να κον­τά στήν Μα­κρυ­νί­τσα τοῦ Πη­λί­ου. Προ­ερ­χό­ταν ἀ­πό εὐ­σε­βεῖς γο­νεῖς καί ἦ­ταν τό πρῶ­το παι­δί ἀ­πό τά ὀ­κτώ παι­διά τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Τό κο­σμι­κό του ὄ­νο­μα ἦ­ταν Νι­κό­λα­ος. Ὁ πα­τέ­ρας του, λό­γῳ τῆς με­γά­λης φο­ρο­λο­γί­ας, ἀ­ναγ­κά­σθη­κε νά με­τα­κο­μί­ση οἰ­κο­γε­νεια­κῶς σέ ἕ­να ἄλ­λο χω­ριό, ὅ­που θά μπο­ροῦ­σε νά ἐ­ξοι­κο­νο­μῆ κα­λύ­τε­ρα τά ἀ­ναγ­καῖ­α. Ὁ ἅ­γιος ἦ­ταν τό­τε δώ­δε­κα ἐ­τῶν.

Ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­χε κά­ποι­ο ἐ­ξά­δελ­φο παν­το­πώ­λη στό Βε­λε­στῖ­νο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ζή­τη­σε τόν μι­κρό Νι­κό­λα­ο, νά τόν βο­η­θά­η στό μα­γα­ζί. Πράγ­μα­τι τό παι­δί ἐρ­γα­ζό­ταν μέ πολ­λή προ­θυ­μί­α. Κά­ποι­ος Τοῦρ­κος ὀ­νό­μα­τι Ἀ­λῆς, ὁ ὁ­ποῖ­ος σύ­χνα­ζε στό μπα­κά­λι­κο, εἶ­δε, ὅ­τι ὁ μι­κρός Νι­κό­λα­ος ἦ­ταν ἔ­ξυ­πνος, ἐρ­γα­τι­κός καί ὑ­πά­κου­ος καί τόν ζή­τη­σε ἀ­πό τόν θεῖ­ο του γιά ἕ­να χρό­νο νά ὑ­πη­ρε­τῆ στό χα­ρέ­μι του, κα­θώς ἦ­ταν ἀ­κό­μη μι­κρός στήν ἡ­λι­κί­α. Ὁ θεῖ­ος ἀρ­νή­θη­κε λέ­γον­τάς του νά τόν ζη­τή­ση ἀ­πό τήν μη­τέ­ρα του. Με­τά ἀ­πό μί­α ἑ­βδο­μά­δα ἐ­πέ­στρε­ψε θυ­μω­μέ­νος ὁ Τοῦρ­κος, ἅρ­πα­ξε μέ τήν βί­α τόν μι­κρό Νι­κό­λα­ο καί τόν πῆ­ρε σπί­τι του, νά ὑ­πη­ρε­τῆ στό χα­ρέ­μι. Με­τά ἀ­πό τόν ἕ­να χρό­νο πῆ­γε ὁ πα­τέ­ρας καί ζη­τοῦ­σε τόν Νι­κό­λα­ο ἀ­πό τόν Ἀ­λῆ. Ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἀ­πάν­τη­σε· «Ἐ­γώ ἔ­χω τό παι­δί μου στόν πό­λε­μο, μό­λις ἐ­πι­στρέ­ψει ὁ υἱ­ός μου νά ἔρ­θης νά πά­ρης τόν υἱ­ό σου». Σέ λί­γες ἡ­μέ­ρες ἐ­πέ­στρε­ψε ὁ υἱ­ός τοῦ Τούρ­κου ἀ­πό τόν πό­λε­μο, εἶ­δε τόν μι­κρό καί λέ­ει στόν πα­τέ­ρα του: «Ποῦ τό βρῆ­κες αὐ­τό τό Ρω­μι­ό­που­λο, πού ὑ­πη­ρε­τεῖ στό χα­ρέ­μι;  Εἶ­ναι ἀ­συμ­βί­βα­στο Ρω­μιός νά ὑ­πη­ρε­τῆ στό χα­ρέ­μι. Ἐ­γώ θά ἤ­θε­λα νά τοῦ κά­νου­με πε­ρι­το­μή, νά γί­νω ἀ­νά­δο­χός του καί νά τόν ἔ­χου­με νά ὑ­πη­ρε­τῆ στό χα­ρέ­μι, γιά πάν­τα». Καί ἄρ­χι­σε ἀ­μέ­σως ὁ ἀ­σε­βής νά κα­λο­πιά­νη τόν Νι­κό­λα­ο. Τε­λι­κά, μέ τά λό­για ἀλ­λά καί λό­γῳ τοῦ νε­α­ροῦ τῆς ἡ­λι­κί­ας του, τόν κα­τά­φε­ρε νά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό καί νά τόν ἐ­ξισ­λα­μί­ση.

Με­τά ἀ­πό δύ­ο μῆ­νες ὅ­μως τό παι­δί συ­ναι­σθάν­θη­κε τήν πτῶ­σι του, με­τα­νό­η­σε καί ἔ­κλαι­γε πι­κρά. Μί­α νύ­χτα κα­τά­φε­ρε νά φύ­γη κρυ­φά καί νά πά­η σπί­τι του. Δι­η­γή­θη­κε στόν πα­τέ­ρα του τό πά­θη­μά του λέ­γον­τας· «Ἥ­μαρ­τον, ἥ­μαρ­τον ἀλ­λά ἀ­πό ἐ­δῶ καί πέ­ρα δέν θέ­λω οὔ­τε νά εἶ­μαι Τοῦρ­κος οὔ­τε νά ὀ­νο­μά­ζω­μαι». Ὁ δύ­στυ­χος πα­τέ­ρας του ἀ­πάν­τη­σε μέ δά­κρυ­α: «Ἐ­γώ, Νί­κο μου, εἶ­μαι φτω­χός ἄν­θρω­πος, δέν ἔ­χω χρή­μα­τα νά σέ κρύ­ψω κά­που. Αὔ­ριο νύ­χτα θά σέ πά­ω μέ τό ἄ­λο­γο στό Κε­ρα­μί­δι καί ἐ­γώ θά γυ­ρί­σω μέ ἕ­να φορ­τί­ο ψά­ρια ἀ­πό τήν λί­μνη Κάρ­λα, γιά νά μή μέ ὑ­πο­ψια­στοῦν οἱ Τοῦρ­κοι. Ἐ­σύ νά προ­σπα­θή­σης νά πᾶς στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος. Τώ­ρα ἐ­γώ ἐ­πι­στρέ­φον­τας, ποι­ός ξέ­ρει πῶς θά βρῶ τήν μη­τέ­ρα σου καί τά ἀ­δέλ­φια σου, δι­ό­τι ἔ­μα­θα, ὅ­τι οἱ Τοῦρ­κοι μα­ζεύ­ουν ξύ­λα, γιά νά μᾶς κά­ψουν. Ἄς ἀ­πο­θά­νου­με καί ἐ­μεῖς γιά τόν Χρι­στό».

Ἐ­κεῖ στό Κε­ρα­μί­δι δέ­χθη­κε νά φι­λο­ξε­νή­ση τόν ἅ­γιο μί­α συγ­γε­νής τους μο­να­χή, ἡ ὁ­ποί­α τόν ἔ­δω­σε σέ κά­ποι­ους κτί­στες ὡς βο­η­θό. Με­τά ἀ­πό λί­γες ἡ­μέ­ρες τό σι­νά­φι τῶν κτι­στῶν, πού ἐρ­γα­ζό­ταν, ἔ­φυ­γε μέ πλοῖ­ο γιά τήν Κρή­τη καί πῆ­γε μα­ζί τους. Οἱ κτί­στες ὅ­μως δυ­στυ­χῶς κα­κο­με­τα­χει­ρί­ζον­ταν τόν Νι­κό­λα­ο δέρ­νον­τάς τον ἀ­πάν­θρω­πα πολ­λές φο­ρές. Ἔ­τσι ἔ­φυ­γε καί τρι­γυρ­νοῦ­σε σέ ἕ­να δά­σος. Κά­ποι­α ἡ­μέ­ρα βρέ­θη­κε σέ ἕ­να ξω­κλή­σι, ὅ­που γι­νό­ταν λει­τουρ­γί­α.

Τόν εἶ­δε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ξέ­νο καί σέ κα­κή κα­τά­στα­σι, τόν πλη­σί­α­σε καί ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἐ­ξι­στό­ρη­σε τήν ζω­ή του. «Μήν κλαῖς, παι­δί μου», τοῦ λέ­ει τό­τε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας. «Ἐ­γώ εἶ­χα ἕ­να μο­νά­κρι­βο υἱ­ό, ὁ ὁ­ποῖ­ος πέ­θα­νε πρίν λί­γες ἡ­μέ­ρες. Ἄν θέ­λης, νά σέ υἱ­ο­θε­τή­σω». Μέ πολ­λή χα­ρά δέ­χθη­κε τήν πρό­τα­σι τοῦ ἱ­ε­ρέ­α ὁ Νι­κό­λα­ος καί πῆ­γε μα­ζί του στό σπί­τι του, ὅ­που τόν δέ­χθη­κε σάν παι­δί της καί ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα. Ἔ­τσι ζοῦ­σε εὐ­τυ­χι­σμέ­νος στό σπί­τι τοῦ ἱ­ε­ρέ­α, μα­θαί­νον­τας τήν τέ­χνη τοῦ ὑ­φαν­τῆ, δι­ό­τι αὐ­τή τήν τέ­χνη ἐρ­γα­ζό­ταν καί ὁ ἱ­ε­ρέ­ας. Με­τά ἀ­πό τρί­α χρό­νια δυ­στυ­χῶς ἀ­πε­βί­ω­σε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας καί ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα, ἐ­πει­δή δέν μπο­ροῦ­σε νά ἐ­ξοι­κο­νο­μή­ση τά πρός τό ζῆν, εἶ­χε καί δύ­ο κό­ρες, ἔ­δω­σε τήν εὐ­χή της στόν Νι­κό­λα­ο νά φύ­γη, νά ἀ­να­ζη­τή­ση τήν τύ­χη του. Ὁ ἅ­γιος ἔ­βα­λε κλαί­γον­τας με­τά­νοι­α στήν ψυ­χο­μά­να του καί ἀ­να­χώ­ρη­σε Πε­ρι­πλα­νώ­με­νος στήν Κρή­τη μέ κά­ποι­ο ἄλ­λο συ­νο­μή­λι­κό του ἀ­πο­φά­σι­σαν νά πᾶ­νε γιά προ­σκύ­νη­μα στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἀ­φοῦ ἔ­φθα­σαν μέ τό κα­ρά­βι στήν Δάφ­νη, χω­ρί­σθη­καν καί ὁ Νι­κό­λα­ος ἄρ­χι­σε νά πε­ρι­έρ­χε­ται τίς μο­νές καί τίς σκῆ­τες τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους. Τε­λι­κά κα­τέ­λη­ξε στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Κα­ρα­κάλ­λου, ὅ­που, ἀ­φοῦ ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε τήν πτῶ­σι του, ἐ­πα­νεν­τά­χθηκε στήν Ἐκ­κλη­σί­α μέ τό Ἅ­γιο Μύ­ρο καί κοι­νώ­νη­σε τῶν θεί­ων Μυ­στη­ρί­ων. Ἔ­μει­νε στήν Μο­νή, ὅ­που ἔ­γι­νε μο­να­χός μέ τό ὄ­νο­μα Γε­δε­ών. Ζοῦ­σε μέ πολ­λή ὑ­πα­κο­ή, τα­πεί­νω­σι, ἐγ­κρά­τεια καί ὑ­πέρ­με­τρους ἀ­σκη­τι­κούς ἀ­γῶ­νες, πού μό­νο ὁ καρ­δι­ο­γνώ­στης Θε­ός γνω­ρί­ζει, κλαί­ον­τας συ­νε­χῶς γιά τήν πτῶ­σι του.

Με­τά ἀ­πό τρι­αν­τα­πέν­τε χρό­νια ἄ­σκη­σι ἄ­να­ψε στήν καρ­διά του ὁ πό­θος τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου καί μέ τίς εὐ­χές τῶν πα­τέ­ρων ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ἦλ­θε στό Βε­λε­στί­νο, ὅ­που εἶ­χε ἐ­ξω­μό­σει καί προ­σποιεῖτο τόν σα­λό.

Τήν Με­γά­λη Πέμ­πτη πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στόν Ἀ­λῆ, πού τόν εἶ­χε ἐ­ξισ­λα­μί­σει καί ὡ­μο­λό­γη­σε τόν Χρι­στό. Ὁ Τοῦρ­κος ἀ­μέ­σως ζή­τη­σε νά τόν συλ­λά­βουν καί νά τόν ὁ­δη­γή­σουν στόν δι­κα­στή. Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή ὁ ἅ­γιος, φο­ρῶν­τας στό κε­φά­λι στε­φά­νι ἀ­πό λου­λού­δια καί κρα­τῶν­τας δύ­ο κόκ­κι­να αὐ­γά, πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στόν κρι­τή καί τοῦ εἶ­πε: «Χρι­στός Ἀ­νέ­στη!». Ἐ­κεῖ στό δι­κα­στή­ριο ἔ­κα­νε καί ἄλ­λες πα­λα­βές πρά­ξεις, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά δι­α­τά­ξη ὁ δι­κα­στής νά τόν δεί­ρουν ἀ­νε­λέ­η­τα καί νά τόν δι­ώ­ξουν ὡς τρελ­λό. Ἐ­κεῖ­νος τούς προ­κα­λοῦ­σε ἐ­πί­τη­δες, γιά νά τόν θα­να­τώ­σουν, ἀλ­λά δέν ἦ­ταν ἀ­κό­μη θέ­λη­μα Θε­οῦ. Ἔ­ζη­σε και­ρό προ­σποι­ού­με­νος τόν σα­λό τήν ἡ­μέ­ρα, ἐ­νῷ τίς νύ­χτες ἀ­πο­συ­ρό­ταν σέ ἕ­να σπή­λαι­ο, ὅ­που ἔ­κα­νε τούς ἀ­σκη­τι­κούς ἀ­γῶ­νες του.

Ἔ­φυ­γε καί ἀ­πο­σύρ­θη­κε γιά κά­ποι­ο δι­ά­στη­μα σέ ἕ­να σπή­λαι­ο, γιά νά ἀ­φι­ε­ρω­θῆ ἀ­πε­ρί­σπα­στος στήν προ­σευ­χή· κα­τό­πιν ἐ­πέ­στρε­ψε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί ἐγ­κα­τα­βί­ω­σε ἐ­πί ἕ­να χρό­νο στήν Μο­νή τῆς με­τα­νοί­ας του. Μία νύ­χτα, κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς Ἀκο­λου­θί­ας, ἄ­κου­σε μία φω­νή, πού ἐρ­χό­ταν ἀ­πό τήν εἰ­κό­να τοῦ Παν­το­κρά­το­ρα στόν τροῦλ­λο καί ἔ­λε­γε: «Πᾶς οὖν ὅ­στις ὁ­μο­λο­γή­σει ἐν ἐ­μοί ἔμ­προ­σθεν τῶν ἀν­θρώ­πων, ὁ­μο­λο­γή­σω κἀ­γώ ἐν αὐ­τῷ ἔμ­προ­σθεν τοῦ πα­τρός μου τοῦ ἐν οὐ­ρα­νοῖς· ὅ­στις δ’ ἄν ἀρ­νή­ση­ταί με ἔμ­προ­σθεν τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀρ­νή­σο­μαι αὐ­τόν κἀ­γώ ἔμ­προ­σθεν τοῦ πα­τρός μου τοῦ ἐν οὐ­ρα­νοῖς». (Ματθ. 10,32-33). Με­τά τό θεῖ­ο αὐ­τό ση­μεῖ­ο ξα­να­έ­φυ­γε καί πῆ­γε στό Βε­λε­στῖ­νο, ὅ­που μέ θάρ­ρος ὡ­μο­λό­γη­σε τήν με­τα­στρο­φή του. Τόν πα­ρέ­δω­σαν στόν πα­σᾶ τοῦ Τυρ­νά­βου, ἐ­νώ­πιον τοῦ ὁ­ποί­ου ἄ­φο­βα δι­η­γή­θη­κε τήν ἱ­στο­ρί­α του, ὡ­μο­λό­γη­σε τόν Χρι­στό καί χλεύ­α­σε τούς Ἀ­γα­ρη­νούς.

Μπρο­στά στόν πα­σᾶ ὡ­μο­λό­γη­σε τήν ἄρ­νη­σί του, τήν με­τά­νοι­ά του, τήν ἐ­πι­στρο­φή στόν Χρι­στό καί τόν πό­θο του γιά ὁ­μο­λο­γί­α καί μαρ­τύ­ριο ἐ­κεῖ, ὅ­που ἀρ­νή­θη­κε. Ὁ πα­σᾶς τόν ἔ­κλει­σε στήν φυ­λα­κή.

Τήν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα, ἀ­φοῦ κά­λε­σε καί τούς ἄλ­λους Τούρ­κους ἀ­ξι­ω­μα­τού­χους, δι­έ­τα­ξε νά φέ­ρουν μπρο­στά του τόν ἅ­γιο. Πά­λι μπρο­στά τους ὁ ἅ­γιος μέ πο­λύ θάρ­ρος ὡ­μο­λό­γη­σε τόν Χρι­στό. Ἐ­κεῖ­νοι προσπάθησαν μέ κο­λα­κεῖ­ες νά τόν με­τα­στρέ­ψουν καί πά­λι στό ἰσ­λάμ, ἀλ­λά ὁ ἅ­γιος ἀρ­νή­θη­κε μέ πε­ρι­φρό­νη­σι. Τόν κα­τα­δί­κα­σαν σέ θά­να­το.

Ἀρ­χι­κά τόν δι­α­πόμ­πευ­σαν στόν Τύρ­να­βο. Τόν ἔ­φε­ραν κα­τό­πιν μπρο­στά στόν πα­σᾶ, πού δι­έ­τα­ξε νά τόν ἀ­κρω­τη­ριά­σουν κό­βον­τάς του τά χέ­ρια καί τά πό­δια μέ τσε­κού­ρι. Ὁ ἅ­γιος ἅ­πλω­νε μό­νος του ἄ­φο­βα τά μέ­λη του ἐ­πά­νω στό κού­τσου­ρο γιά νά κο­ποῦν, χω­ρίς νά δεί­χνη ἤ νά ἀλ­λά­ξη ἡ ὄ­ψι τοῦ προ­σώ­που του, λές καί ἔ­πα­σχε κά­ποι­ος ἄλ­λος. Τόν ἄ­φη­σαν αἱ­μό­φυρ­το ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα καί τό βρά­δυ δι­έ­τα­ξε ὁ πα­σᾶς νά τόν ση­κώ­σουν καί νά τόν ρί­ξουν στόν χῶ­ρο, ὅ­που περ­νοῦ­σαν τά λύ­μα­τα τοῦ σπι­τιοῦ του. Ἦ­ταν ἀ­κό­μα ζων­τα­νός. Στόν βρω­με­ρό ἐ­κεῖ­νο χῶ­ρο ὁ ἅ­γιος πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του.

Οἱ Χρι­στια­νοί κα­τά­φε­ραν νά πά­ρουν τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο καί νά τό ἐν­τα­φιά­σουν στόν Να­ό τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων. Ἀ­πό τά τί­μια καί εὐ­ώ­δη λεί­ψα­νά του με­ρι­κά φυ­λά­γον­ται ἀ­πό τό 1837 στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Κα­ρα­κάλ­λου, ὅ­που καί ἰ­δι­αί­τε­ρα τι­μᾶ­ται. Εὐ­θύς ἀ­μέ­σως ἄρ­χι­σαν νά γί­νων­ται θαύ­μα­τα καί κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς νε­κρώ­σι­μης Ἀ­κο­λου­θί­ας, ἀλ­λά καί με­τά τήν τα­φή του, σέ ὅ­σους προ­σκυ­νοῦ­σαν μέ εὐ­λά­βεια τόν τά­φο του, κα­θώς καί με­τά τήν ἀ­να­κο­μι­δή τῶν λει­ψά­νων του καί μέ­χρι σή­με­ρα.



[1] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι στήν Ἁ­γί­α αὐ­τή Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρα Ἀ­νυ­σί­α ἐγ­κώ­μιο ἔ­πλε­ξε ὁ Πα­τριά­ρχης Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Φι­λό­θε­ος, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Οὐ­δέν ἀ­ρε­τῆς τι­μι­ώ­τε­ρον, οὐ­δέν τι λυ­σι­τε­λέ­στε­ρον». (Σώ­ζε­ται στό Κοι­νό­βιο τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου).

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης