Τῷ αὐτῷ μηνί Λ΄ , μνήμη τῆς Ἁγίας Ὁσιομάρτυρος Ἀνυσίαςτῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ.
Αὐτή ἡ Ἁγία ἔζησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ, τό ἔτος 298. Καταγόταν ἀπό τήν πόλι τῆς Θεσσαλονίκης, καί ἦταν θυγατέρα εὐσεβῶν γονέων καί πολύ πλουσίων. Ὅταν πέθαναν αὐτοί, ἔζησε ἡ Ἁγία μόνη της ἡσυχάζοντας καί εὐχαριστῶντας τόν Θεό μέσα ἀπό τήν πρᾶξι καί τήν ἐξάσκησι τῶν θείων ἐντολῶν. Αὐτή τήν Ἁγία μία φορά, ὅταν πήγαινε στήν Ἐκκλησία, κατά τήν συνήθειά της, τήν συνάντησε ἕνας στρατιώτης εἰδωλολάτρης καί Ἕλληνας. Καί ἀφοῦ τήν συνέλαβε, τήν ἔσερνε στούς βωμούς τῶν εἰδώλων καί τήν παρακινοῦσε νά προσφέρη θυσία στούς δαίμονες. Ἐπειδή ὅμως ἡ Ἁγία ὡμολόγησε Θεό τόν Χριστό, καί ἔφτυσε στό πρόσωπο τοῦ μιαροῦ ἐκείνου στρατιώτου, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ θύμωσε ὁ ἄθλιος καί διαπέρασε τήν πλευρά τῆς Ἁγίας μέ τό σπαθί του. Καί ἔτσι ἔλαβε ἡ μακάρια τόν ἀμάραντο στέφανο τοῦ μαρτυρίου[1].
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ὁσίας Θεοδώρας τῆς ἀπό Καισαρείας.
Αὐτή ἡ Ὁσία Θεοδώρα ἔζησε στά χρόνια τοῦ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου, τοῦ πατρός τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Κοπρωνύμου, τό ἔτος 716. Καταγόταν ἀπό γένος λαμπρό καί ἔνδοξο. Ὁ πατέρας της λεγόταν Θεόφιλος, πατρίκιος στό ἀξίωμα, ἡ δέ μητέρα της Θεοδώρα. Ἡ μητέρα της, ἐπειδή ἦταν στεῖρα γιά πολλά χρόνια καί ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λυπόταν πολύ, παρακαλοῦσε τόν Θεό καί τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο νά τῆς χαρίση παιδί. Ἔτσι ἐπάκουσε ὁ Θεός τήν προσευχή της, καί ἔδωκε σ’ αὐτήν τήν χάρι πού ζητοῦσε, μέσῳ τῆς Ἁγίας Ἄννας τῆς μητέρας τῆς Θεοτόκου. Καί λοιπόν γέννησε τήν Ὁσία αὐτή Θεοδώρα. Ἡ ὁποία, ὅταν ἔφθασε στήν κατάλληλη ἡλικία, προσφέρθηκε στόν Ναό τῆς Ἁγίας Ἄννας καί ἀφιερώθηκε στό Μοναστήρι της, τό λεγόμενο Ριγίδιο, σάν ἕνα θεϊκό ἀφιέρωμα. Ὅπου θεοσεβῶς καί φρόνιμα καθοδηγεῖτο ἀπό τήν Ἡγουμένη καί διδασκόταν τά ἱερά γράμματα.
Τόν καιρό ὅμως πού ἡ Ὁσία καλῶς πολιτευόταν, δέν ἄντεχε ὁ πονηρός Διάβολος νά βλέπη τόν ἑαυτό του νά καταπατῆται ἀπό μία τρυφερή νεανίδα. Ἀλλά ξεσήκωσε τόν θεομάχο Λέοντα τόν Ἴσαυρο, ὁ ὁποῖος ἀναζητοῦσε νά βρῆ γυναῖκα γιά τόν υἱό του τόν Χριστόφορο, τόν ὁποῖο εἶχε ἀνακηρύξει Καίσαρα. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ ἀπέσπασε τήν νεαρή αὐτή προβατίνα τοῦ Κυρίου ἀπό τό Μοναστήρι της, μέ βία καί τυραννία, τήν ἀνάγκασε νά πάη στήν Κωνσταντινούπολι. Ὅταν λοιπόν αὐτή πῆγε ἐκεῖ, ἑτοιμάσθηκαν ὅλα τά ἀπαραίτητα γιά τόν γάμο καί ὁ θάλαμος στολίσθηκε. Καί ὁ μέν σκοπός τοῦ βασιλέως ἦταν αὐτός. Ὁ Θεός ὅμως, ὁ ὁποῖος παλιά φοβέρισε τόν Φαραώ βασιλιά τῆς Αἰγύπτου, ὅταν ζητοῦσε νά πάρη τήν Σάρα. Καί ὁ ὁποῖος ὕστερα μέσῳ τῆς παρθένου Ριψιμίας νίκησε τόν Τηριδάτη. Αὐτός καί τήν Ὁσία αὐτή Θεοδώρα τήν διαφύλαξε τότε ἀμόλυντη καί καθαρή ἀπό τήν κοινωνία καί συνεύρεσι τοῦ αἰσθητοῦ νυμφίου.
Διότι ἐκεῖνο τόν καιρό, κατά τόν ὁποῖο ἑτοιμαζόταν ὁ γάμος, ξαφνικά καί ἀνέλπιστα ἦλθαν οἱ Σκύθες μέ στρατεύματα στήν Εὐρώπη. Γι’ αὐτό στάλθηκε γρήγορα ὁ υἱός τοῦ βασιλιᾶ καί ἐλπιζόμενος νυμφίος, γιά νά πολεμήση τούς βαρβάρους. Καί ἀμέσως κατά τήν πρώτη σύγκρουσι τοῦ πολέμου χτυπιέται ἀπό τούς Σκύθες καί θανατώνεται. Τότε λοιπόν ἀφοῦ πληροφορήθηκε ἡ ἄφθαρτη νεαρή προβατίνα Θεοδώρα τήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ πρός αὐτήν, παίρνει χρυσάφι καί ἀσήμι καί μαργαριτάρια καί ροῦχα πολύτιμα καί φεύγει κρυφά ἀπό τό παλάτι. Καί μπαίνοντας σέ καΐκι, ξαναγύρισε στό δικό της Μοναστήρι, χαρούμενη καί εὐχαριστῶντας τόν Θεό τῶν ὅλων. Ὅταν ἀποκαλύφθηκε ἡ φυγή τῆς Ὁσίας, πῆγε ὁ δεύτερος υἱός τοῦ Λέοντος στό Μοναστήρι νά τήν ἀναζητήση. Ἐπειδή ὅμως τήν βρῆκε Μοναχή καί ντυμένη μέ παλιά καί ξεσχισμένα ροῦχα, τήν ἄφησε (μέ τήν βοήθεια βέβαια τῆς Θείας Πρόνοιας), καί δέν τήν ἐνόχλησε. Ἔτσι ἀπό τότε ἀφοῦ ἡ Ἁγία ἦταν τελείως ἐλεύθερη, τόσο πολύ κατεπόνησε τό σῶμα της, ὥστε ἀπό ἔξω φαίνονταν οἱ σύνδεσμοι τῶν κοκκάλων της. Ἐπειδή ἡ τροφή της ὅλη ἦταν μία οὐγγιά ψωμί, δηλαδή ὀκτώ δράμια. Καί αὐτό ἀκόμη τό ἔτρωγε μία φορά κάθε δύο ἤ τρεῖς ἡμέρες, καί ὄχι τίποτε ἄλλο. Τό ροῦχο της ἦταν ἕνα καί μόνο, καί αὐτό τρίχινο, δηλαδή ὑφασμένο ἀπό γίδινες τρίχες. Τό κρεβάτι της ἦταν, ἀπό πάνω μέν σκεπασμένο μέ ἕνα τρίχινο ὕφασμα. Κάτω δέ ἀπό αὐτό ἦταν στρωμένες πέτρες. Καί ἔτσι ἐπάνω σ’ αὐτό κοιμόταν ἕναν πολύ σύντομο μαζί καί πικρότατο ὕπνο. Πολλές φορές ὅμως ἔμενε ἄγρυπνη καί ὅλη τήν νύχτα. Δέν ἀρκέσθηκε βέβαια σ’ αὐτές τίς ταλαιπωρίες ἡ μακαρία. Ἀλλά ἐπί πλέον εἶχε καί σίδερα φορεμένα, μέ τῶν ὁποίων τό βάρος καταπλήγωσε τά μέλη της καί τά κατέφαγε τόσο, ὥστε ἔβγαινε ἀπό αὐτά δυσωδία. Μέ τέτοιους λοιπόν ἀγῶνες ἀγωνιζόμενη γιά πολλά χρόνια ἔλαμψε σέ κάθε εἶδος ἀρετῆς. Καί ἔτσι ἔφυγε πρός τήν ἀθάνατη καί μακάρια ζωή ἡ πανύμνητη.
Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Φιλεταίρου.
Ὅταν μία φορά ἦλθε ὁ αὐτοκράτορας Διοκλητιανός στήν Νικομήδεια, δηλαδή τό σημερινό λεγόμενο στά τουρκικά Σμίτι, τό ἔτος 286, τοῦ φανέρωσαν μερικοί Ἕλληνες ἕναν Χριστιανό, πού ὠνομαζόταν Φιλέταιρος. Ὁ βασιλιάς ἀμέσως ἔστειλε ἀνθρώπους καί τόν παρουσίασε μπροστά στό βασιλικό του δικαστήριο. Καί βλέποντάς τον, ἐξεπλάγη ἀπό τήν ὄψι του καί μόνο. Διότι ὁ Ἅγιος ἦταν μεγαλόσωμος καί ὡραῖος. Οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς καί τῶν γενιῶν του ἦταν λαμπερές καί γυαλιστερές σχεδόν περισσότερο ἀπό τό χρυσάφι. Γι’ αὐτό ἀπό τόν θαυμασμό του, τόν ὠνόμασε θεό ὁ Διοκλητιανός καί ὄχι ἄνθρωπο. Καί τοῦ εἶπε· «Λέγε μας, ἀπό ποῦ εἶσαι; Καί πῶς εἶναι τό ὄνομά σου; Καί ποιό εἶναι τό ἐπάγγελμά σου»; Ὁ Ἅγιος ἀποκρίθηκε· «Αὐτῆς τῆς πόλεως τῆς Νικομήδειας εἶμαι γέννημα καί θρέμμα. Εἶμαι υἱός ἐπάρχου. Εἶμαι καί Χριστιανός ὡς πρός τήν πίστι. Τό ὄνομά μου εἶναι Φιλέταιρος».
Τότε ὁ βασιλιάς, ἀφοῦ ἀποκάλεσε τόν Ἅγιο μέ τό ὄνομά του, τόν κολάκευε, ζητῶντας νά τόν χωρίση ἀπό τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Ἄρχισε καί νά λέγη λόγια βλάσφημα ἐναντίον τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἅγιος μόλις τά ἄκουσε αὐτά, ἀμέσως σήκωσε τά μάτια του στόν Οὐρανό, καί, «ἄς κλείση», εἶπε, «ἄς κλείση τό στόμα ἐκεῖνο, πού λέει βλάσφημα λόγια ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ μου». Καί, ὤ τοῦ θαύματος! ἀμέσως μέ τόν λόγο του, ἔγινε μία τόσο φοβερή βροντή καί ἕνας σεισμός, ὥστε τρόμαξε ὁ βασιλιάς μέ ὅλους τούς συνοδούς του. Γι’ αὐτό μέ προσταγή τοῦ τυράννου ἀνάβεται δυνατά μία κάμινος καί μέσα σ’ αὐτήν ρίχνεται ὁ ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ. Καί ἀφοῦ προσευχήθηκε ἐκεῖ, διεσκόρπισε τήν φωτιά τῆς καμίνου καί τήν ἔσβησε τελείως. Ἔτσι βγῆκε ἀπό τήν κάμινο ἀβλαβής. Βλέποντας αὐτό τό θαῦμα ὁ βασιλιάς, σεβάσθηκε τόν Ἅγιο καί γιά τήν ὀμορφιά του καί γιά τό λαμπρό γένος του. Περισσότερο ὅμως γιά τά παραπάνω θαύματα. Ἔτσι τόν ἄφησε ἐλεύθερο νά ζῆ, ὅπου θέλει καί ἐπιθυμεῖ.
Ὅταν ὅμως μαζί μέ τόν Διοκλητιανό βασίλευσε ὁ γαμπρός του ὁ Μαξιμιανός τό ἔτος 288, κατηγορήθηκε ὁ Ἅγιος σ’ αὐτόν. Καί ἀφοῦ παρουσιάσθηκε μπροστά του, ὡμολόγησε τόν Χριστό Θεό ἀληθινό καί ποιητή τοῦ παντός. Γι’ αὐτό πρῶτα δάρθηκε μέ ξύλα τόσο πολύ, ὥστε οἱ στρατιῶτες πού τόν ἔδερναν ἔχασαν τήν δύναμί τους καί ἔπεσαν κατά γῆς σάν μισοπεθαμένοι. Ὁ Μάρτυρας τῆς ἀλήθειας ἀντλῶντας δύναμι ἀπό τόν Χριστό, τόσο ἀνδρεῖος στεκόταν, ὥστε φαινόταν, σάν νά πάσχη σέ ξένο σῶμα καί ὄχι στό δικό του. Ἔπειτα, ἀφοῦ τόν κρέμασαν, καταξεσχίζεται τόσο πολύ, ὥστε οἱ δήμιοι πού τόν καταξέσχιζαν κουράσθηκαν καί ἔπεσαν κατά γῆς. Μετά ἀπό αὐτά παραδόθηκε στά θηρία, γιά νά τόν φᾶνε. Τά θηρία ὅμως, ὤ τοῦ θαύματος! κυλιόνταν στά πόδια του σάν ἥμερα πρόβατα. Ἔπειτα μεταφέρεται στόν ναό γιά νά προσκυνήση τά εἴδωλα. Αὐτός ὅμως μέ τήν προσευχή του τά συνέτριψε. Τέλος ἀποφάσισε ὁ βασιλιάς νά κόψουν τήν κεφαλή του. Καί ἀμέσως ξεράθηκε τό χέρι τοῦ δημίου, πού ἐπρόκειτο νά τόν ἀποκεφαλίση. Καί ὅταν πῆρε ἄλλος δήμιος τό σπαθί καί τό σήκωσε, γιά νά χτυπήση, τά ἴδια ἔπαθε καί ἐκεῖνος.
Γι’ αὐτό ὁ Ἅγιος ρίχθηκε στήν φυλακή. Καί πάλι ἀπό ἐκεῖ μεταφέρθηκε γιά ἐξέτασι. Ἐπειδή ὅμως ὁ Ἅγιος ἔδειξε φανερά, ὅτι μέ τήν δοκιμασία τῶν βασανιστηρίων ποτέ δέν θά ἀρνιόταν τόν Χριστό, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ δέθηκε μέ σίδερα, καί ἐξωρίσθηκε στήν Προικόνησο, δηλαδή στόν σημερινό λεγόμενο Μαρμαρᾶ. Καί ἐνῶ περιφερόταν μέ τά δεσμά, ἔκαμνε στόν δρόμο πολλά θαύματα. Ἔδιωχνε δαίμονες, καθάριζε λεπρούς, θεράπευε κάθε ἀσθένεια, γκρέμιζε τά εἴδωλα μόνο μέ τόν λόγο καί τά μετέβαλε σέ χῶμα καί νερό. Καί πηγαίνοντας στήν Νίκαια σιδεροδέσμιος, ἀμέσως μόλις ἄγγιξε μόνο σέ ἕναν περιβόητο ναό τῶν εἰδώλων, ἔπεσαν ὅλα τά εἴδωλα κατά γῆς καί συντρίφθηκαν. Ἔτσι ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν μεγάλων θαυμάτων πολλοί πίστεψαν στόν Χριστό. Μαζί μέ τούς ὁποίους ἦταν καί ὁ κόμης τῆς πόλεως καί οἱ ἕξι στρατιῶτες του.
Ὅταν ὅμως ἔφθασε ὁ Ἅγιος στά μέρη τῆς Σιγριανῆς, ἡ ὁποία βρίσκεται στήν Μηδία, πολλά θαύματα ἔκανε καί ἐκεῖ. Καί ὅσοι βρίσκονταν ἐκεῖ, πληροφόρησαν τόν Ἅγιο, ὅτι ἐδῶ κοντά μας βρίσκεται ἕνας ἄνθρωπος Χριστιανός, πού ὀνομάζεται Εὐβίοτος, ὁ ὁποῖος, ὑπέφερε μέν διάφορα βασανιστήρια καί τιμωρίες ἀπό τόν ἄρχοντα γιά τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, διαφυλάχθηκε ὅμως ἀβλαβής καί ἀνίκητος σάν διαμάντι, καί ἔκανε ἐξαιρετικά θαύματα. Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ Ἅγιος Φιλεταῖρος, θέλησε νά δῆ τόν Εὐβίοτο. Γι’ αὐτό Ἄγγελος Κυρίου πῆγε στόν Εὐβίοτο καί τοῦ λέει· «Βγές λίγο ἔξω ἀπό τό κελλί σου καί πήγαινε στόν τάδε τόπο γιά νά συναντήσης τόν Ἅγιο Φιλέταιρο, τόν συμμάρτυρά σου». Ὁ Εὐβίοτος βγῆκε ἀπό τό κελλί του καί κατέβαινε ἀπό τό βουνό τῆς Σιγριανῆς. Ὁ Ἅγιος Φιλεταῖρος ὁδηγούμενος ἀπό ἕναν ντόπιο στόν δρόμο, πού πήγαινε στό κελλί τοῦ Ἁγίου Εὐβιότου, ἀνέβαινε στό ἴδιο βουνό τῆς Σιγριανῆς μαζί μέ τόν κόμητα πού εἶχε πιστεύσει καί τούς ἕξι στρατιῶτες του. Ἀφοῦ ἀνέβηκαν λίγο, βλέπουν τόν μακάριο Εὐβίοτο, πού κατέβαινε πρός αὐτούς. Ἔτσι, ἀφοῦ χαιρέτησαν ὁ ἕνας τόν ἄλλο καί γέμισαν ἀπό χαρά πολλή, ἀνέβηκαν ὅλοι μαζί στό κελλί τοῦ Ἁγίου Εὐβιότου. Καί ἀφοῦ ἔμειναν ἐκεῖ γιά ἑπτά ἡμέρες, κοιμήθηκε ὁ μακάριος Φιλεταῖρος τόν γλυκό ὕπνο πού ποθοῦσε, καί ἔφυγε πρός τόν ποθούμενο Χριστό, παραδίνοντας τήν ψυχή του στά χέρια του. Ὁπότε τόν ἐνταφίασε ὁ Ἅγιος Εὐβίοτος στό κελλί του. Ὁμοίως καί ὁ κόμης καί οἱ ἕξι στρατιῶτες μαζί μέ αὐτόν, κοιμήθηκαν καί αὐτοί μετά ἀπό ἕντεκα ἡμέρες, ἀφοῦ πῆγαν ἐκεῖ, καί ἐνταφιάσθηκαν καί αὐτοί κοντά στόν τάφο τοῦ Ἁγίου Φιλεταίρου. Τά σχετικά μέ τόν Ἅγιο Εὐβίοτο γράφηκαν πιό πάνω στίς δέκα ὀκτώ τοῦ παρόντος μηνός.
Τῇ 30ῇ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ ἁγίου ἐνδόξου
Ὁσιομάρτυρος Γεδεών τοῦ Καρακαλληνοῦ († 1818).
Μαρτύρησε στόν Τύρναβο τῆς Θεσσαλίας στίς 30 Δεκεμβρίου 1818.
Ὁ Ἅγιος καταγόταν ἀπό τό χωριό Κάπουρνα κοντά στήν Μακρυνίτσα τοῦ Πηλίου. Προερχόταν ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς καί ἦταν τό πρῶτο παιδί ἀπό τά ὀκτώ παιδιά τῆς οἰκογένειας. Τό κοσμικό του ὄνομα ἦταν Νικόλαος. Ὁ πατέρας του, λόγῳ τῆς μεγάλης φορολογίας, ἀναγκάσθηκε νά μετακομίση οἰκογενειακῶς σέ ἕνα ἄλλο χωριό, ὅπου θά μποροῦσε νά ἐξοικονομῆ καλύτερα τά ἀναγκαῖα. Ὁ ἅγιος ἦταν τότε δώδεκα ἐτῶν.
Ἡ μητέρα του εἶχε κάποιο ἐξάδελφο παντοπώλη στό Βελεστῖνο, ὁ ὁποῖος ζήτησε τόν μικρό Νικόλαο, νά τόν βοηθάη στό μαγαζί. Πράγματι τό παιδί ἐργαζόταν μέ πολλή προθυμία. Κάποιος Τοῦρκος ὀνόματι Ἀλῆς, ὁ ὁποῖος σύχναζε στό μπακάλικο, εἶδε, ὅτι ὁ μικρός Νικόλαος ἦταν ἔξυπνος, ἐργατικός καί ὑπάκουος καί τόν ζήτησε ἀπό τόν θεῖο του γιά ἕνα χρόνο νά ὑπηρετῆ στό χαρέμι του, καθώς ἦταν ἀκόμη μικρός στήν ἡλικία. Ὁ θεῖος ἀρνήθηκε λέγοντάς του νά τόν ζητήση ἀπό τήν μητέρα του. Μετά ἀπό μία ἑβδομάδα ἐπέστρεψε θυμωμένος ὁ Τοῦρκος, ἅρπαξε μέ τήν βία τόν μικρό Νικόλαο καί τόν πῆρε σπίτι του, νά ὑπηρετῆ στό χαρέμι. Μετά ἀπό τόν ἕνα χρόνο πῆγε ὁ πατέρας καί ζητοῦσε τόν Νικόλαο ἀπό τόν Ἀλῆ. Ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε· «Ἐγώ ἔχω τό παιδί μου στόν πόλεμο, μόλις ἐπιστρέψει ὁ υἱός μου νά ἔρθης νά πάρης τόν υἱό σου». Σέ λίγες ἡμέρες ἐπέστρεψε ὁ υἱός τοῦ Τούρκου ἀπό τόν πόλεμο, εἶδε τόν μικρό καί λέει στόν πατέρα του: «Ποῦ τό βρῆκες αὐτό τό Ρωμιόπουλο, πού ὑπηρετεῖ στό χαρέμι; Εἶναι ἀσυμβίβαστο Ρωμιός νά ὑπηρετῆ στό χαρέμι. Ἐγώ θά ἤθελα νά τοῦ κάνουμε περιτομή, νά γίνω ἀνάδοχός του καί νά τόν ἔχουμε νά ὑπηρετῆ στό χαρέμι, γιά πάντα». Καί ἄρχισε ἀμέσως ὁ ἀσεβής νά καλοπιάνη τόν Νικόλαο. Τελικά, μέ τά λόγια ἀλλά καί λόγῳ τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας του, τόν κατάφερε νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό καί νά τόν ἐξισλαμίση.
Μετά ἀπό δύο μῆνες ὅμως τό παιδί συναισθάνθηκε τήν πτῶσι του, μετανόησε καί ἔκλαιγε πικρά. Μία νύχτα κατάφερε νά φύγη κρυφά καί νά πάη σπίτι του. Διηγήθηκε στόν πατέρα του τό πάθημά του λέγοντας· «Ἥμαρτον, ἥμαρτον ἀλλά ἀπό ἐδῶ καί πέρα δέν θέλω οὔτε νά εἶμαι Τοῦρκος οὔτε νά ὀνομάζωμαι». Ὁ δύστυχος πατέρας του ἀπάντησε μέ δάκρυα: «Ἐγώ, Νίκο μου, εἶμαι φτωχός ἄνθρωπος, δέν ἔχω χρήματα νά σέ κρύψω κάπου. Αὔριο νύχτα θά σέ πάω μέ τό ἄλογο στό Κεραμίδι καί ἐγώ θά γυρίσω μέ ἕνα φορτίο ψάρια ἀπό τήν λίμνη Κάρλα, γιά νά μή μέ ὑποψιαστοῦν οἱ Τοῦρκοι. Ἐσύ νά προσπαθήσης νά πᾶς στό Ἅγιο Ὄρος. Τώρα ἐγώ ἐπιστρέφοντας, ποιός ξέρει πῶς θά βρῶ τήν μητέρα σου καί τά ἀδέλφια σου, διότι ἔμαθα, ὅτι οἱ Τοῦρκοι μαζεύουν ξύλα, γιά νά μᾶς κάψουν. Ἄς ἀποθάνουμε καί ἐμεῖς γιά τόν Χριστό».
Ἐκεῖ στό Κεραμίδι δέχθηκε νά φιλοξενήση τόν ἅγιο μία συγγενής τους μοναχή, ἡ ὁποία τόν ἔδωσε σέ κάποιους κτίστες ὡς βοηθό. Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες τό σινάφι τῶν κτιστῶν, πού ἐργαζόταν, ἔφυγε μέ πλοῖο γιά τήν Κρήτη καί πῆγε μαζί τους. Οἱ κτίστες ὅμως δυστυχῶς κακομεταχειρίζονταν τόν Νικόλαο δέρνοντάς τον ἀπάνθρωπα πολλές φορές. Ἔτσι ἔφυγε καί τριγυρνοῦσε σέ ἕνα δάσος. Κάποια ἡμέρα βρέθηκε σέ ἕνα ξωκλήσι, ὅπου γινόταν λειτουργία.
Τόν εἶδε ὁ ἱερέας ξένο καί σέ κακή κατάστασι, τόν πλησίασε καί ἐκεῖνος τοῦ ἐξιστόρησε τήν ζωή του. «Μήν κλαῖς, παιδί μου», τοῦ λέει τότε ὁ ἱερέας. «Ἐγώ εἶχα ἕνα μονάκριβο υἱό, ὁ ὁποῖος πέθανε πρίν λίγες ἡμέρες. Ἄν θέλης, νά σέ υἱοθετήσω». Μέ πολλή χαρά δέχθηκε τήν πρότασι τοῦ ἱερέα ὁ Νικόλαος καί πῆγε μαζί του στό σπίτι του, ὅπου τόν δέχθηκε σάν παιδί της καί ἡ πρεσβυτέρα. Ἔτσι ζοῦσε εὐτυχισμένος στό σπίτι τοῦ ἱερέα, μαθαίνοντας τήν τέχνη τοῦ ὑφαντῆ, διότι αὐτή τήν τέχνη ἐργαζόταν καί ὁ ἱερέας. Μετά ἀπό τρία χρόνια δυστυχῶς ἀπεβίωσε ὁ ἱερέας καί ἡ πρεσβυτέρα, ἐπειδή δέν μποροῦσε νά ἐξοικονομήση τά πρός τό ζῆν, εἶχε καί δύο κόρες, ἔδωσε τήν εὐχή της στόν Νικόλαο νά φύγη, νά ἀναζητήση τήν τύχη του. Ὁ ἅγιος ἔβαλε κλαίγοντας μετάνοια στήν ψυχομάνα του καί ἀναχώρησε Περιπλανώμενος στήν Κρήτη μέ κάποιο ἄλλο συνομήλικό του ἀποφάσισαν νά πᾶνε γιά προσκύνημα στό Ἅγιον Ὄρος. Ἀφοῦ ἔφθασαν μέ τό καράβι στήν Δάφνη, χωρίσθηκαν καί ὁ Νικόλαος ἄρχισε νά περιέρχεται τίς μονές καί τίς σκῆτες τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Τελικά κατέληξε στήν Ἱερά Μονή Καρακάλλου, ὅπου, ἀφοῦ ἐξωμολογήθηκε τήν πτῶσι του, ἐπανεντάχθηκε στήν Ἐκκλησία μέ τό Ἅγιο Μύρο καί κοινώνησε τῶν θείων Μυστηρίων. Ἔμεινε στήν Μονή, ὅπου ἔγινε μοναχός μέ τό ὄνομα Γεδεών. Ζοῦσε μέ πολλή ὑπακοή, ταπείνωσι, ἐγκράτεια καί ὑπέρμετρους ἀσκητικούς ἀγῶνες, πού μόνο ὁ καρδιογνώστης Θεός γνωρίζει, κλαίοντας συνεχῶς γιά τήν πτῶσι του.
Μετά ἀπό τριανταπέντε χρόνια ἄσκησι ἄναψε στήν καρδιά του ὁ πόθος τοῦ μαρτυρίου καί μέ τίς εὐχές τῶν πατέρων ἔφυγε ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, ἦλθε στό Βελεστίνο, ὅπου εἶχε ἐξωμόσει καί προσποιεῖτο τόν σαλό.
Τήν Μεγάλη Πέμπτη παρουσιάσθηκε στόν Ἀλῆ, πού τόν εἶχε ἐξισλαμίσει καί ὡμολόγησε τόν Χριστό. Ὁ Τοῦρκος ἀμέσως ζήτησε νά τόν συλλάβουν καί νά τόν ὁδηγήσουν στόν δικαστή. Μεγάλη Παρασκευή ὁ ἅγιος, φορῶντας στό κεφάλι στεφάνι ἀπό λουλούδια καί κρατῶντας δύο κόκκινα αὐγά, παρουσιάσθηκε στόν κριτή καί τοῦ εἶπε: «Χριστός Ἀνέστη!». Ἐκεῖ στό δικαστήριο ἔκανε καί ἄλλες παλαβές πράξεις, μέ ἀποτέλεσμα νά διατάξη ὁ δικαστής νά τόν δείρουν ἀνελέητα καί νά τόν διώξουν ὡς τρελλό. Ἐκεῖνος τούς προκαλοῦσε ἐπίτηδες, γιά νά τόν θανατώσουν, ἀλλά δέν ἦταν ἀκόμη θέλημα Θεοῦ. Ἔζησε καιρό προσποιούμενος τόν σαλό τήν ἡμέρα, ἐνῷ τίς νύχτες ἀποσυρόταν σέ ἕνα σπήλαιο, ὅπου ἔκανε τούς ἀσκητικούς ἀγῶνες του.
Ἔφυγε καί ἀποσύρθηκε γιά κάποιο διάστημα σέ ἕνα σπήλαιο, γιά νά ἀφιερωθῆ ἀπερίσπαστος στήν προσευχή· κατόπιν ἐπέστρεψε στό Ἅγιον Ὄρος καί ἐγκαταβίωσε ἐπί ἕνα χρόνο στήν Μονή τῆς μετανοίας του. Μία νύχτα, κατά τήν διάρκεια τῆς Ἀκολουθίας, ἄκουσε μία φωνή, πού ἐρχόταν ἀπό τήν εἰκόνα τοῦ Παντοκράτορα στόν τροῦλλο καί ἔλεγε: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ’ ἄν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτόν κἀγώ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». (Ματθ. 10,32-33). Μετά τό θεῖο αὐτό σημεῖο ξαναέφυγε καί πῆγε στό Βελεστῖνο, ὅπου μέ θάρρος ὡμολόγησε τήν μεταστροφή του. Τόν παρέδωσαν στόν πασᾶ τοῦ Τυρνάβου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἄφοβα διηγήθηκε τήν ἱστορία του, ὡμολόγησε τόν Χριστό καί χλεύασε τούς Ἀγαρηνούς.
Μπροστά στόν πασᾶ ὡμολόγησε τήν ἄρνησί του, τήν μετάνοιά του, τήν ἐπιστροφή στόν Χριστό καί τόν πόθο του γιά ὁμολογία καί μαρτύριο ἐκεῖ, ὅπου ἀρνήθηκε. Ὁ πασᾶς τόν ἔκλεισε στήν φυλακή.
Τήν ἄλλη ἡμέρα, ἀφοῦ κάλεσε καί τούς ἄλλους Τούρκους ἀξιωματούχους, διέταξε νά φέρουν μπροστά του τόν ἅγιο. Πάλι μπροστά τους ὁ ἅγιος μέ πολύ θάρρος ὡμολόγησε τόν Χριστό. Ἐκεῖνοι προσπάθησαν μέ κολακεῖες νά τόν μεταστρέψουν καί πάλι στό ἰσλάμ, ἀλλά ὁ ἅγιος ἀρνήθηκε μέ περιφρόνησι. Τόν καταδίκασαν σέ θάνατο.
Ἀρχικά τόν διαπόμπευσαν στόν Τύρναβο. Τόν ἔφεραν κατόπιν μπροστά στόν πασᾶ, πού διέταξε νά τόν ἀκρωτηριάσουν κόβοντάς του τά χέρια καί τά πόδια μέ τσεκούρι. Ὁ ἅγιος ἅπλωνε μόνος του ἄφοβα τά μέλη του ἐπάνω στό κούτσουρο γιά νά κοποῦν, χωρίς νά δείχνη ἤ νά ἀλλάξη ἡ ὄψι τοῦ προσώπου του, λές καί ἔπασχε κάποιος ἄλλος. Τόν ἄφησαν αἱμόφυρτο ὅλη τήν ἡμέρα καί τό βράδυ διέταξε ὁ πασᾶς νά τόν σηκώσουν καί νά τόν ρίξουν στόν χῶρο, ὅπου περνοῦσαν τά λύματα τοῦ σπιτιοῦ του. Ἦταν ἀκόμα ζωντανός. Στόν βρωμερό ἐκεῖνο χῶρο ὁ ἅγιος παρέδωσε τήν ψυχή του.
Οἱ Χριστιανοί κατάφεραν νά πάρουν τό ἅγιο λείψανο καί νά τό ἐνταφιάσουν στόν Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Ἀπό τά τίμια καί εὐώδη λείψανά του μερικά φυλάγονται ἀπό τό 1837 στήν Ἱερά Μονή Καρακάλλου, ὅπου καί ἰδιαίτερα τιμᾶται. Εὐθύς ἀμέσως ἄρχισαν νά γίνωνται θαύματα καί κατά τήν διάρκεια τῆς νεκρώσιμης Ἀκολουθίας, ἀλλά καί μετά τήν ταφή του, σέ ὅσους προσκυνοῦσαν μέ εὐλάβεια τόν τάφο του, καθώς καί μετά τήν ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του καί μέχρι σήμερα.
[1] Σημείωσε, ὅτι στήν Ἁγία αὐτή Ὁσιομάρτυρα Ἀνυσία ἐγκώμιο ἔπλεξε ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φιλόθεος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Οὐδέν ἀρετῆς τιμιώτερον, οὐδέν τι λυσιτελέστερον». (Σώζεται στό Κοινόβιο τοῦ Διονυσίου).


Login