Τῷ αὐτῷ μηνὶ Ζ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων τριάκοντα τριῶν Μαρτύρων τῶν ἐν Μελιτινῇ, Ἱέρωνος καί τῶν λοιπῶν.
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι ἄθλησαν στά χρόνια τοῦ Διοκλητιανοῦ καί Μαξιμιανοῦ τῶν αὐτοκρατόρων κατά τό ἔτος 290. Ἦταν ὁ θεῖος αὐτός Ἱέρων ἀνδρεῖος στό σῶμα, εὐγενής στήν ψυχή καί γεωργός στήν τέχνη. Βρίσκοντάς τον λοιπόν νά ἐργάζεται οἱ λατρευτές τῶν εἰδώλων καί θέλοντας νά τόν συλλάβουν κρυφά, δέν μπόρεσαν. Ἀλλά παρουσιάσθηκε μόνος του θεληματικά στούς εἰδωλολάτρες. Καί ἐπειδή μέ θάρρος ὡμολόγησε, ὅτι εἶναι εὐσεβὴς καί Χριστιανός, γιά τόν λόγο αὐτόν τοῦ ἔκοψαν τό δεξί του χέρι ἀπό τόν ἀγκῶνα. Οἱ ὑπόλοιποι Ἅγιοι, καί αὐτοί μέ θάρρος, ἀφοῦ ὡμολόγησαν τήν πίστι στόν Χριστό, ρίχθηκαν κατά γῆς καί δάρθηκαν μέ νεῦρα βοδιῶν.
Τήν ἐρχόμενη ἡμέρα πάλι, ἀφοῦ ραβδίσθηκαν γιά ἀρκετές ὧρες, στό τέλος ἀποκεφαλίσθηκαν ἔξω ἀπό τήν πόλι τῆς Μελιτινῆς καί ἔτσι ἔλαβαν οἱ μακάριοι τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου.
* Ὁ Ὅσιος Πατὴρ ἡμῶν καί Θαυματουργός Λάζαρος, ὁ ἐν τῷ Γαλλησίῳ ὄρει ἀσκήσας, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
* Αὐτός ὁ τρισμακάριστος Πατήρ ἡμῶν Λάζαρος καταγόταν ἀπό τήν γῆ τῆς Ἀσίας, ἀπό ἕνα χωριό, τό ὁποῖο βρίσκεται κοντά στήν Μαγνησία, κατά τό ἔτος 1030. Οἱ γονεῖς του ὠνομάζονταν Νικήτας καί Εἰρήνη, εὐγενεῖς καί οἱ δύο, θεοσεβεῖς καί ἐνάρετοι.Ὅταν λοιπόν ἐπρόκειτο νά γεννηθῇ, ἐπέτρεψε ὁ Θεός νά φανῆ ἀπό τόν Οὐρανό ἕνα φῶς θεϊκό, τό ὁποῖο πλημμύρισε ὅλη τήν πατρική του οἰκία. Ἀπό τήν λάμψι τοῦ φωτός αὐτοῦ φοβήθηκαν οἱ συγκεντρωμένες γυναῖκες καί ἔφυγαν ἔξω καί ἔμεινε μόνη ἡ μητέρα. Καί ὅταν τό βρέφος γεννήθηκε, ὢ τοῦ θαύματος! στάθηκε ἀμέσως ὄρθιο καί προσευχήθηκε στραμμένο πρός τήν ἀνατολή, ἔχοντας τά χέρια του μέ τάξι τοποθετημένα (σταυρωμένα) ἐπάνω στό στῆθος. Μέ αὐτά προμήνυε ὁ Θεός τήν καθαρότητα τοῦ Ὁσίου καί τήν κατάλληλη δεκτικότητα, πού εἶχε ἡ ψυχή του στίς θεϊκές ἐλλάμψεις. Ὅταν λοιπόν ἔγινε πέντε ἐτῶν, παραδόθηκε σέ ἕναν παιδαγωγό, γιά νά μάθῃ τά ἱερά γράμματα. Καί σέ λίγο καιρό φάνηκε ἀνώτερο ἀπό ὅλα τά ἄλλα παιδιά. Γι’ αὐτό ἀπό ὅλους ἐγκωμιαζόταν ἡ εὐφυΐα του, ἰδιαίτερα ὅμως ἡ πραότητά του καί ἡ ταπείνωσις καί ἡ προθυμία καί ἡ φροντίδα πού εἶχε γιά τίς ἀκολουθίες καί τίς προσευχές τῆς Ἐκκλησίας. Καί ἀκόμη προξενοῦσε θαυμασμό ἡ φιλανθρωπία του πρός τούς φτωχούς καί ἡ συμπάθεια καί ἡ ἱλαρότητα, πού εἶχε ὁ Ὅσιος ἀπό νεαρή ἡλικία.
Τόση λοιπόν πολλή ἐπιμέλεια καί φροντίδα ἔδειχνε στήν ἐλεημοσύνη ὁ τρισόλβιος, ὥστε σέ λίγο καιρό ξόδεψε τά ἄσπρα τοῦ διδασκάλου του, καί τά ἔδωσε στά χέρια τῶν φτωχῶν. Γι’ αὐτό καί πολλές φορές ἔφαγε ξύλο ἀπό ἐκεῖνον, ἀλλ’ αὐτός πάλι δέν σταματοῦσε νά ἐλεῆ. Ὅταν μόλις καί μετά βίας ἀντιλήφθηκε ὁ δάσκαλός του τήν παρά τήν ἡλικία σύνεσι καί φρονιμάδα τοῦ παιδιοῦ, τοῦ συμπεριφερόταν κατόπιν, ὅπως ἁρμόζει σέ δάσκαλο.
Ἀφοῦ δέ ὁ Ὅσιος ἔφθασε σέ μεγαλύτερη ἡλικία καί σέ τελειότερη γνῶσι, πόθησε νά ἀναχωρήση ἀπό τήν πατρίδα του καί νά πάη στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά προσκυνήση τόν Ἅγιο Τάφο τοῦ Κυρίου καί τούς ὑπόλοιπους ἱερούς τόπους. Ὅμως ὅσες φορές ἐπιχείρησε νά πάη, ἐμποδιζόταν ἀπό τούς συγγενεῖς του. Καί γιά νά μήν φύγη κρυφά, τόν πῆγαν οἱ γονεῖς του σέ ἕνα Μοναστήρι, πού ἦταν ἐκεῖ κοντά, τό ἐπονομαζόμενο τῶν Ὀρόβων, γιά νά ἀσχολῆται στά Ἱερά μαθήματα καί νά προγυμνάζεται στήν ἀρετή, καί περισσότερο, γιά νά φυλάγεται ἀπό τούς πολλούς νά μήν φύγη. Ἀλλά ὁ Μακάριος Λάζαρος φλεγόμενος ἀπό τόν θεῖο ἔρωτα δέν ἡσύχαζε, ἀλλά σκεφτόταν πάντοτε τήν φυγή καί βρίσκοντας μία φορά εὐκαιρία, ξεγελᾶ καί γονεῖς καί συγγενεῖς καί Μοναχούς καί μέ ὅλη του τήν προθυμία ἔτρεχε στά Ἱεροσόλυμα.
Περνῶντας ἀπό τίς Χῶνες, ὅπου ἔγινε τό θαῦμα τοῦ Ἀρχιστράτηγου Μιχαήλ καί πηγαίvοντας στόν ἐκεῖ Ναό τοῦ Ἀρχαγγέλου, τόν παρεκάλεσε νά τόν βοηθᾶ στήν ὁδοιπορία του καί ἔτσι ἀναχώρησε ἀπό ἐκεῖ καί πῆγε στήν Ἀττάλεια. Καί εὑρισκόμενος ἐκεῖ, τόν ἐπιβουλεύθηκε ἕνας Μοναχός, ὁ ὁποῖος ἐνῷ ἦταν συνοδοιπόρος τοῦ Ὁσίου σέ ὅλον τόν δρόμο, σκέφθηκε νά τόν πουλήση στούς Σαρακηνούς, πού ἔτυχαν ἐκεῖ, γιά νά πάρη χρήματα. Καί ἐκεῖ πού τόν παζάρευε σέ γλῶσσα Ἀρμένικη ὁ Μοναχός (ἄν πρέπη νά τόν ὀνομάζη κανείς Μοναχό) βρέθηκε, ἀπό θεία οἰκονομία, ἕνας Χριστιανός πού γνώριζε τήν γλῶσσα ἐκείνη καί ἀντιλήφθηκε τήν σκευωρία, καί δίνοντας τό μήνυμα στόν Ὅσιο, ἔφυγε ἀμέσως ἀπό ἐκεῖ καί πῆγε στό ὄρος πού ἦταν ἐκεῖ κοντά, στό ὁποῖο βρῆκε ἕναν σεμνοπρεπῆ Ἱερομόναχο ἡλικιωμένο καί ὡς πρός τήν ἡλικία καί ὡς πρός τό φρόνημα καί ὅταν τόν ρώτησε ποιός εἶναι καί ἀπό ποῦ ἔρχεται, τοῦ φανέρωσε ὁ Ὅσιος τήν Πατρίδα καί τούς γονεῖς καί τόν πόθο πού εἶχε, γιά νά προσκυνήση τούς Ἁγίους Τόπους καί τήν σκευωρία τοῦ Μοναχοῦ, καί ὅλα τά ἄλλα πού τοῦ συνέβησαν στόν δρόμο. Ὁ δέ θεῖος ἐκεῖνος ἄνδρας ρωτῶντας πάλι τόν Ὅσιο, ἐάν ἔχη ἀκόμα σκοπό, νά πάη στά Ἱεροσόλυμα καί μαθαίνοντας, ὅτι τό ποθεῖ πολύ καί σκοπεύει νά πάη, τοῦ εἶπε, ὅτι δέν ἦταν σωστό νά περιφέρεται ἐκεῖ πού θέλει, ἐνῷ ἦταν ἀκόμη πολύ νέος καί εὔκολος στόχος γιά τόν διάβολο, ἐπειδή εἶναι πολύ κακό πρᾶγμα νά ἀκολουθῆ κανείς τήν σκέψι του. Διότι γίνεται κυνήγι γιά τόν ἐχθρό, πού ἔχει σέ κάθε μέρος ἁπλωμένα τά δίχτυα τῆς ἀπωλείας. Καί ἐάν θέλη νά ἀκούση τήν συμβουλή του, γιά τήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς του, πρέπει νά μείνη στό Μοναστήρι, πού ἦταν αὐτός Ἡγούμενος, καί ἐκεῖ νά γίνη Μοναχός καί νά περάση καιρόν πολύ, ἕως ὅτου νά φθάση σέ ἡλικία μεγάλη καί τότε νά βγῆ ἀπό ἐκεῖ χωρίς κίνδυνο. Ἀφοῦ λοιπόν ἄκουσε αὐτή τήν καλή συμβουλή ὁ θεῖος Λάζαρος, τήν δέχθηκε μέ χαρά, καί ἔμεινε στό Μοναστήρι ἐκεῖνο, καί ἀφοῦ ἔβγαλε μαζί μέ τά κοσμικά ἐνδύματα καί τόν παλαιό ἄνθρωπο, ντύθηκε τόν Νέο, δηλαδή τόν Χριστό, μαζί μέ τά Μοναχικά ἐνδύματα πού φόρεσε. Ἀπό τότε πλέον ἐπιδόθηκε ὅλως διόλου στούς ἀσκητικούς ἀγῶνες.
Σέ πόση δέ ἄσκησι καί σκληραγωγία ἔδωσε τόν ἑαυτό του ὁ καρτερόψυχος, εἶναι δύσκολο σέ γλῶσσα ἀνθρώπινη νά τό διηγηθῆ κανείς. Ὡστόσο ὅσο αὐτός φρόντιζε νά κρύβη τίς ἀρετές του ἀπό τούς ἀνθρώπους, τόσο περισσότερο γινόταν περιβόητος σέ ὅλους. Γιατί ἡ ἀρετή βάζει ἐκεῖνον πού τήν ἀσκεῖ μπροστά στά μάτια τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμη καί ἄν ἐκεῖνος φροντίζη νά κρύβεται. Γι’ αὐτό καί καθημερινά ἔτρεχαν στόν Ὅσιο πλήθη ἀνθρώπων, γιά νά τόν ἰδοῦν καί νά λάβουν τήν εὐχή του. Καί οὔτε ὁ μακρύς δρόμος, οὔτε τό δύσβατο τοῦ τόπου, οὔτε καμμία ἄλλη ἀντιξοότητα ἐμπόδιζε τήν προθυμία τους καί τούς στεροῦσε ἀπό τό νά δοῦνε τόν Ὅσιο. Μάλιστα γιά νά μήν ἐμποδίζωνται ἀπό τήν τραχύτητα τοῦ δρόμου μερικοί, συγκέντρωσαν φρύγανα καί ξύλα πολλά καί τά ἔκαψαν ἐπάνω σέ ἐκεῖνον τόν πετρώδη δρόμο. Ἔπειτα ἔχυσαν ξύδι σέ αὐτόν, γιά νά μαλακώσουν κάπως τίς σκληρές ἐκεῖνες πέτρες καί νά σπάζουν ἀπό τά σιδερένια ἐργαλεῖα καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἔκαναν εὔκολο τόν δρόμο, πού πήγαινε στόν Ὅσιο. Διότι ὁ ἔνθεος στά καλά πόθος παρακινεῖ τούς ἀνθρώπους νά ἐπιχειροῦν καί τά ἀδύνατα σχεδόν καί δύσκολα ἔργα.
Καί τό μέν πλῆθος τῶν ἀνθρώπων τέτοια ἀγάπη εἶχε στόν Ὅσιο. Ὁ δέ ἀρχιερέας τοῦ τόπου ἐκείνου ἀκούγοντας τήν φήμη τοῦ Ἁγίου, ἀγαποῦσε πολύ νά ἀνεβαίνη σ’ αὐτόν καί θεωροῦσε ὡς ἕνα ἀπό τά πολύ ἀναγκαῖα πράγματα, τό νά συνομιλῆ μέ τόν Ὅσιο. Καί ἐξ αἰτίας αὐτοῦ θέλησε ὁ Ἅγιος νά κτίση Ναό στό ὄνομα τῆς Θεοτόκου στόν τόπο ἐκεῖνο καί κελλιά, γιά νά κατοικοῦν καί νά ἀναπαύωνται οἱ ἀδελφοί ἐκεῖνοι πού πήγαιναν σ’ αὐτόν καί ἤθελαν νά γίνουν Μοναχοί. Διότι ἦταν πολλοί πού ἀρνήθηκαν τόν Κόσμο καί ἤθελαν νά ζοῦν μαζί μέ τόν Ὅσιο ὅλη τους τήν ζωή. Οἰκοδόμησε λοιπόν ἐκεῖ ὁ Ἅγιος τέλειο Μοναστήρι, καθώς προθυμοποιήθηκαν πολύ σέ αὐτό τό θεάρεστο ἔργο καί τά πλήθη τῶν ἀνθρώπων ἀπό τά κοντινά χωριά καί βοήθησαν μέ ὅλες τους τίς δυνάμεις. Διότι κάθε ἕνας ἀπό τούς ἐκεῖ Χριστιανούς τό εἶχε μεγάλη χαρά, νά φανῆ, ὅτι εἶναι προσταγμένος ἀπό τόν Ὅσιο καί ὅτι ἐκπληρώνει τήν προσταγή του.
Ἐπειδή ὅμως καί ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου διαδόθηκε σέ ὅλα τά μέρη καί ἔτρεχαν ὅλοι σ’ αὐτόν, γιά ὠφέλεια, πῆγε καί ἕνας ἄνθρωπος καί τοῦ εἶπε, ὅτι εἶχε σκοπό νά πάη στόν τόπο ἐκεῖνο, δείχνοντάς τον μέ τό δάχτυλό του, γιά νά τρυγήση ἄγρια μελίσσια, πού εἶχαν φωλιά ἐκεῖ στόν γκρεμό. Ὁ Ὅσιος, εἴτε γιατί ἐξ αἰτίας τῆς ἐπικινδυνότητας τοῦ τόπου σκέφθηκε τόν θάνατο τοῦ ἀνθρώπου (ἐπειδή ὁ τόπος ἐκεῖνος ἦταν πράγματι ἀπόκρημνος καί ἐπικίνδυνος), εἴτε γιατί προέβλεψε τό μέλλον ἀπό τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού κατοικοῦσε σ’ αὐτόν, τοῦ εἶπε· «Συμφέρον σου εἶναι παιδί μου, μήτε νά δῆς τόν τόπο ἐκεῖνον, καθώς θά κρέμεται ἐπάνω σου ἕνας πολύ μεγάλος κίνδυνος καί ἀφανισμός, ἐάν δέν ἀπομακρυνθῆς ἀπό αὐτόν καί ἄφησε αὐτόν τόν σκοπό, ἄν θέλης νά γλυτώσης ἀπό τόν κίνδυνο».
Ὁ ἄνθρωπος ὅμως ἐκεῖνος, παρακούοντας τήν συμβουλή τοῦ Ὁσίου, πῆγε μαζί μέ ἄλλους συντρόφους του σέ ἐκεῖνον τόν ἀπόκρημνο τόπο καί, ἀφοῦ δέθηκε μέ σχοινί, κρεμιέται ἀπό τούς συντρόφους του. Καί τόν κατεβάζουν κάτω. Ἀλλά σκεφθεῖτε τί μεγάλο κακό εἶναι τό vα μήν ὑπακούη κάποιος σέ ἐκείνους πού τόν συμβουλεύουν τά συμφέροντα. Γιατί ὁ ταλαίπωρος ἐκεῖνος ἀκόμη δέν εἶχε φθάσει στά μισά τοῦ ὕψους ἐκείνου καί κόπηκε τό σχοινί καί ἔπεσε κάτω πτῶμα ἐλεεινό καί ἄξιο δακρύων. Καί ξεψύχησε προτοῦ νά πέση κάτω, ἀπό τά πολλά χτυπήματα πού ἔλαβε ἀπό τίς προεξοχές τῶν πετρῶν, καί τρύγησε καρπό θανατηφόρο ἀπό αὐτή τήν ἀνόητη σκέψι. Ἀπό τότε λοιπόν οἱ ὑπόλοιποι πρόσεχαν τά λόγια τοῦ Ὁσίου, σάν νά ἦταν λόγια Προφήτου, καί δέν ἐναντιώνονταν μέ κανέναν τρόπο σέ αὐτόν.
Ἄλλοτε πάλι πῆγε ἄλλος στόν Ὅσιο καί ἐξωμολογήθηκε τίς ἁμαρτίες του. Ἔπειτα στό τέλος τοῦ λέει, ὅτι αὐτός πολύ σοφά καί ἔξυπνα βγάζει τά ἀναγκαῖα της ζωῆς του, χωρίς νά γνωρίζη καμμία τέχνη. Διότι σηκώνεται τήν νύχτα καί, πηγαίνοντας στά ξένα σπίτια, παίρνει ἀπό αὐτά ὅ,τι βρῆ, καί πηγαίνει σέ μέρος μυστικό καί τά κρύβει. Καί ὅταν οἱ νοικοκυραῖοι ἀναζητοῦν τά πράγματά τους, αὐτός τούς λέει, ὅτι οἱ Ἅγιοι τοῦ ἀποκαλύπτουν πολλά κρυμμένα πράγματα, καί ἐπί πλέον τοῦ φανερώνουν καί τόν τόπο ἐκεῖνο, στόν ὁποῖο ἔκρυψαν τά πράγματά τους οἱ κλέφτες πού τά πῆραν. Ἔτσι σηκώνοντας τόν τίμιο Σταυρό στούς ὤμους του, ἤ καμμία εἰκόνα Ἁγίου, τούς παίρνει, καί πηγαίνει στόν τόπο ἐκεῖνο, καί τούς λέει καί σκάβουν καί βρίσκει ὁ καθένας τά πράγματά του. Καί ἔτσι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι τόν τιμοῦν ὡς ἀγαπητό τοῦ Θεοῦ καί ὡς ἄξιο νά βλέπη θεῖες ἀποκαλύψεις καί γι’ αὐτό τόν περιποιοῦνται καί τοῦ δίνουν μερίδιο ἀπό τά χαμένα ἐκεῖνα πράγματα. Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ Ὅσιος, τοῦ εἶπε· «Παιδί μου, καί ἐπειδή γνωρίζεις τέτοια πονηρά τέχνη, λές, ὅτι μέ σοφία καί ἱκανότητα βγάζεις τά πρός τό ζῆν σου; Ἀλλοίμονο σέ ἐσένα γιά τό σκοτάδι τοῦ μυαλοῦ σου! Γιατί ἀπατᾶσαι καί γελιέσαι ἀπό τόν διάβολο καί θεωρεῖς σοφία τήν διδασκαλία του, τήν ὁποία ἔμαθες γιά τήν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς σου. Καί τό σκοτάδι λογαριάζεις γιά φῶς. Καί ἐάν δέν σταματήσης ἀπό αὐτή τήν κακία, θά γίνης ὑπόδικος στό οὐαί καί ἀλλοίμονο, πού λέει ὁ Προφήτης Ἡσαΐας, μέ τό νά λογαριάζης τό πικρό γιά γλυκό, καί μετά ἀπό λίγο καιρό θά ἔλθη σέ ἐσένα ἡ τιμωρία καί ἡ ὀργή ἀπό τόν Θεό». Καί μόλις ἄκουσε ἐκεῖνος αὐτά, ἔπεσε στά πόδια τοῦ Ὁσίου καί ζητοῦσε μέ δάκρυα συγχώρησι τῆς ἁμαρτίας του, ὑποσχόμενος, ὅτι στό ἑξῆς δέν θά πεισθῆ πλέον στήν ἀπάτη τοῦ διαβόλου, ἀλλά θά σταματήση ἀπό τήν κακία καί θά ἀσκῆ μέ ὅλη του τήν δύναμι τήν ἀρετή. Γι’ αὐτό καί, ἀφοῦ ἔλαβε τήν συγχώρησι ἀπό τόν Ὅσιο, ἐκπλήρωσε τήν ὑπόσχεσι πού ἔκανε μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί μέ τίς εὐχές τοῦ Ἁγίου. Καί ἀφοῦ ἔτυχε αὐτό πού ποθοῦσε, ἔγινε προσκυνητής τοῦ Ζωοποιοῦ Τάφου καί τῶν ἄλλων σεβασμίων τόπων.
Στήν συνέχεια πῆγε στήν Μονή τοῦ ἁγιασμένου Σάββα καί ἔγινε δεκτός ἐκεῖ ἀπό τούς ἐκεῖ Πατέρες. Ἐκεῖ, φορῶντας τό ἱερό σχῆμα τῶν Μοναχῶν, ἄοκνα ὑπηρέτησε στήν ἐπιμέλεια καί εὐπρέπεια τοῦ θείου Ναοῦ, ὅπου ἔλαβε τό διακόνημα τοῦ παρεκκλησιάρχου, καί ἔκαμε σέ αὐτό ἕξι ὁλόκληρα χρόνια, ἀγωνιζόμενος παρόμοια μέ τούς πρώτους καί ἐκλεκτούς Μοναχούς πού ἦταν ἐκεῖ, οἱ ὁποῖοι σάν νά ἦταν ἀσώματοι, συναγωνίζονταν νά φθάσουν τούς ἀσώματους Ἀγγέλους. Καί ὄχι μόνο παρόμοια μέ ἐκείνους ἀγωνιζόταν ὁ θεῖος Λάζαρος, ἀλλά καί τούς ξεπερνοῦσε σέ ὅλα καί τά κατορθώματά του ἦταν γιά ὅλους ἁπλῶς ἄξια θαυμασμοῦ. Γιά τόν λόγο αὐτόν καί, χωρίς νά τό θέλη, ἔλαβε τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης ἀπό τόν τότε Πατριάρχη τῶν Ἱεροσολύμων.
Ἐπειδή ὅμως ἐπιθυμοῦσε μεγαλύτερη ἡσυχία, γι’ αὐτό κατά τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἔβγαινε ἔξω ἀπό τό Μοναστήρι καί πήγαινε στό βαθύτερο βουνό, χωρίς νά ἔχη μαζί του τίποτε ἄλλο, παρά μόνο τό σῶμα. Ἐκεῖ λοιπόν ζῶντας ἔτρωγε ἀπό τά χορτάρια τῆς ἐρήμου καί ἔπινε ὡς γλυκύτατο ποτό τό ἁπλό νερό, καί οὔτε ἀπό αὐτό χόρταινε ὁ μακάριος. Ἀλλά τόσο μόνο ἔπινε, ὅσο νά ζῆ καί νά μήν ἐξαντλῆται ἀπό τίς ὁλονύκτιες ὀρθοστασίες καί ἀγρυπνίες.
Μία φορά μάλιστα βαδίζοντας μόνος στό βουνό, ἀκούει θεϊκή φωνή, ἡ ὁποία τόν φώναζε μέ τό ὄνομά του τρεῖς φορές λέγοντας· «Λάζαρε, Λάζαρε, Λάζαρε, πρέπει νά γυρίσης πάλι στήν πατρίδα σου». Ὅμως ἔμεινε ἀκόμη ἐκεῖ, γιά νά μάθη ἀκριβέστερα τήν ἀλήθεια. Ἀλλά ἡ φωνή ἐκείνη καθημερινά φώναζε. Γι’ αὐτό πῆγε σέ μερικούς Ὁσίους, πού κατοικοῦσαν ἐκεῖ κοντά, καί ἀπό τήν νεαρή τους ἡλικία ἔμεναν μέσα στίς ἐρήμους ἕως τά γηρατειά τους καί τούς φανέρωσε τήν φωνή πού ἄκουγε, γιά νά μάθη ἀπό αὐτούς τί πρέπει νά κάμη. Ὅταν λοιπόν πληροφορήθηκε ἀπό αὐτούς, ὅτι ἡ φωνή ἐκείνη ἦταν ἀπό τήν θεία πρόνοια, ἀνεχώρησε ἀπό ἐκεῖ καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα καί, παίρνοντας γιά συνοδία ἕναν ἐνάρετο Μοναχό, πού ὠνομαζόταν Παῦλος, πῆγε ἕως τήν Σεβάστεια. Ἐκεῖ, ἀφοῦ χωρίσθηκαν, ὁ μέν Παῦλος πῆγε στήν Τραπεζοῦντα, ὁ δέ Ὅσιος Λάζαρος ξεκίνησε γιά τήν Ρώμη, διότι πρό πολλοῦ ποθοῦσε νά πάη, γιά νά προσκυνήση τούς δύο κορυφαίους Ἀποστόλους. Ὅταν ὅμως ὁ Ἅγιος βάδιζε στόν δρόμο, δέν ὑπέφερε ὁ δόλιος Διάβολος τήν νίκη πού ἔπαθε ἀπό αὐτόν, ὁπότε τόν ἀπειλοῦσε μέ διάφορες φαντασίες. Ἐμφανιζόμενος, δηλαδή, μπροστά του σάν σκυλί, μαζί μέ τά ἄλλα σκυλιά τῶν χωριῶν, πού ἦταν ἐπάνω στόν δρόμο, ἐνωχλοῦσε τόν Ἅγιο καί ἔτσι τόν ἐμπόδιζε ἀπό τόν δρόμο του. Ἀλλ’ οὔτε τόν ἄφηνε νά σταθῆ, γιά νά βάλη λίγο ψωμί στό στόμα του.
Ἐπειδή ὅμως μέ τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἀνώτερος ἀπό τούς πειρασμούς τοῦ ἐχθροῦ ὁ Ὅσιος καί ἔφθασε στήν Ἔφεσσο, πῆγε στόν ἐκεῖ ἀρχιερέα καί, συνομιλῶντας μέ αὐτόν, τοῦ φανέρωσε τήν σκέψι πού εἶχε, γιά νά πάη στήν Ρώμη. Ὁ ἀρχιερέας θαυμάζοντας τήν πραότητα τοῦ Ὁσίου καί τήν ἁπλότητα καί τήν γλυκύτητα τῶν λόγων του καί τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἔλαμπε μέσα ἀπό αὐτόν, αἰχμαλωτίσθηκε ὅλος στήν ἀγάπη του καί τόν παρακαλοῦσε νά μείνη μαζί του καί νά ἀναβάλη τό ταξίδι του στήν Ρώμη. Ὁ Ὅσιος τήν μέν σκέψι πού εἶχε γιά τήν Ρώμη τήν ἀπέβαλε, ὅπως τόν συμβούλευσε ὁ Ἐφέσου. Ὅμως τό νά μείνη μαζί μέ τόν ἀρχιερέα καί νά καταφρονήση τήν ἡσυχία, δέν τό δέχθηκε καθόλου. Γι’ αὐτό, ἀναχωρῶντας ἀπό ἐκεῖ, πῆγε στήν Μονή τῶν Ὀρόβων, ἀπό τήν ὁποία ἔφυγε, ὅταν ἤθελε νά πάη στά Ἱεροσόλυμα. Καί ὄντας ἐκεῖ, στήν ἀρχή δέν φανέρωσε ποιός ἦταν. Ἔπειτα ὅμως, ἐπειδή τόν παρακαλοῦσαν οἱ Μοναχοί πού ἦταν ἐκεῖ, νά τούς πῆ ποιός εἶναι, γιατί δέν μποροῦσαν νά τόν γνωρίσουν, τούς εἶπε ὅτι εἶναι ὁ Λάζαρος ἐκεῖνος πού ἕναν καιρό φυλαγόταν ἀπό αὐτούς. Καί ἀμέσως διαδόθηκε ἡ εἴδησι σέ ὅλα τά περίχωρα, ὅτι γύρισε ὁ Λάζαρος πάλι στό Μοναστήρι καί ἔτρεχαν ὅλοι ἁπλῶς γιά νά τόν δοῦν, μάλιστα ἡ μητέρα του (διότι ὁ πατέρας του ἦταν πεθαμένος) ἦλθε ἀμέσως στό Μοναστήρι, γιά νά τόν δῆ.
Καί λοιπόν ἀφοῦ ἔμεινε ἐκεῖ λίγες ἡμέρες, τόσο μόνο γιά νά εὐχαριστήση τόν πόθο τῆς μητέρας του (διότι τήν ἔβλεπε, ὅτι λυπόταν πολύ γιά τόν χωρισμό του), ἔπειτα ἀναχώρησε, ζητῶντας νά βρῆ τόπο ἥσυχο. Καί ἀκούγοντας γιά τό ἀσκητήριο, πού ἦταν ἀπέναντι ἀπό τό Γαλλήσιο ὅρος, στό ὁποῖο ὑπῆρχε καί Ναός τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Μαρίνης, ὅτι ἦταν σύμφωνο πρός τήν γνώμη του, πῆγε ἐκεῖ. Καί βλέποντας τόν τόπο πολύ ἥσυχο, συμπεριέλαβε καί αὐτός τόν ἑαυτό του στούς δύο αὐτάδελφους, πού βρῆκε ἐκεῖ. Καί ὅταν ἔμαθε ὁ ἀρχιερέας Ἐφέσου, πώς πῆγε ἐκεῖ ὁ ἀγαπημένος του Λάζαρος, ἔλαβε μεγάλη χαρά, ἀγαπῶντας νά τόν ἔχη κοντά καί νά συναναστρέφεται μ’ αὐτόν. Καί ἀφοῦ πῆγε ἐκεῖ, τόν χαιρέτησε μέ χαρμόσυνη ψυχή καί παρέδωσε στήν ἐξουσία του τό ἀσκητήριο ἐκεῖνο καί τούς ἀδελφούς, ἀφοῦ πρῶτα τούς παρήγγειλε νά προσέχουν τόν Ὅσιο, ὅπως τά παιδιά τόν πατέρα τους, χωρίς νά φανοῦν ποτέ ἀντίθετοι στήν γνώμη του, οὔτε στό παραμικρό.
Ἐκεῖ ζῶντας ὁ Ὅσιος, ὑπέφερε πολλούς πειρασμούς καί ἐνοχλήσεις ἀπό τούς δαίμονες. Μία φορά λοιπόν τήν ὥρα, πού ὁ Ἅγιος προσευχόταν, κατά τό μεσονύκτιο, εἶδε ἕναν στῦλο πύρινο, ὁ ὁποῖος ἔφθανε ἀπό τήν γῆ μέχρι τόν οὐρανό. Εἶδε ἀκόμη καί πλῆθος Ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι ἔψαλλαν μέ λεπτή καί γλυκειά φωνή τά ἑξῆς λόγια · «Ἀναστήτω ὁ Θεός καί διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ». Στόν τόπο λοιπόν ἐκεῖνο, ὅπου στεκόταν ὁ πύρινος στῦλος, ἔκτισε ὁ Ἅγιος ἕνα Ναό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Τά δέ ἔξοδα τῆς οἰκοδομῆς τά ἔστελνε πλουσιοπάροχα ὁ φιλόχριστος βασιλιάς Κωνσταντῖνος ὁ Μονομάχος, ὁ ὁποῖος βασίλευσε κατά τό ἔτος 1045, διότι ὁ βασιλιάς αὐτός εἶχε μεγάλη πίστι καί εὐλάβεια στόν Ἅγιο, διότι καί μέ τόν μαθητή του τοῦ προεῖπε, ὅταν ἦταν ἐξόριστος στήν Μυτιλήνη, ὅτι πρόκειται νά γίνη βασιλιάς. Στά δεξιά λοιπόν μέρη τοῦ Ναοῦ αὐτοῦ, ὁ θεῖος Λάζαρος, ἀφοῦ κατεσκεύασε ἕναν στῦλο χωρίς στέγη, ἀνέβηκε ἐπάνω σ’ αὐτόν καί κατοίκησε, ὡς στέγη ἔχοντας τόν οὐρανό, τρεφόμενος μέ λάχανα ὠμά καί πίνοντας λίγο νερό. Καί αὐτά τά χρησιμοποιοῦσε μόνο τήν Κυριακή.
Ὅμως ὄχι μόνο μέ αὐτά ταλαιπωροῦσε τόν ἑαυτό του ὁ τρισμακάριστος, ἀλλά ἦταν ζωσμένος καί μέ σίδερα. Καί τόν μέν χειμῶνα πάγωνε ἀπό τό κρύο, ἐνῶ τό καλοκαίρι φλογιζόταν ἀπό τόν καύσωνα καί ἀπό κάθε μέρος ἐταλαιπωρεῖτο. Ἀλλ’ ὅμως εἶχε ὡς σκέπη καί φύλακά του τήν Πανάχραντο Θεοτόκο, πού βάστασε τόν Θεό. Διότι αὐτή στεκόταν ἐπάνω ἀπό τήν κεφαλή τοῦ Ὁσίου καί ἔδιωχνε ἀπό ἐπάνω του κάθε θλιβερό, ὅπως τήν εἶδαν μερικοί μέ τά ἴδια τους τά μάτια. Γι’ αὐτό οὔτε χιόνι, οὔτε ζέστη χτυποῦσε στήν κεφαλή τοῦ Ὁσίου. Ἔτσι ἔλαβε τήν χάρι ἀπό τόν Θεό νά ἐπιτελῆ καθημερινά ἐξαίσια θαύματα.
Ἡ δέ φήμη τῶν θαυμάτων του, ἔκαμνε πολλούς νά τρέχουν κοντά του ἀπό κάθε μέρος. Πολλοὶ ἀκόμη ἀπό αὐτούς, ἀπαρνούμενοι τόν κόσμο, γίνονταν Μοναχοί καί ζοῦσαν ὑπό τήν ἐξουσία του, σάν σέ δάσκαλο καί ποιμένα.
(Σ. σ. Γιά νά ἀποφύγουμε τήν ἐξιστόρησι τοῦ πλήθους τῶν θαυμά-των, θά ἀναφέρουμε μόνον δύο, γιά νά δοῦμε τήν μεγάλη χάρι πού εἶχε ὁ Ἅγιος). Κάποτε οἱ ἀδελφοί, πού εἶχαν τήν φροντίδα τῶν μουλαριῶν, ἔφερναν κρασί στό Μοναστήρι, καί ὅταν ἔφθασαν σέ ἕνα χάνι ἐξεφόρτωσαν τά ζῷα καί κάθισαν νά φᾶνε καί σάν ἦλθε ἡ ὥρα νά πιοῦν, σηκώνοντας ὁ ἕνας ἀπό αὐτούς τό ἀγγεῖο, γιά νά πιῆ, εἶπε· «Πάτερ εὐλόγησε», καί ὤ τοῦ θαύματος! ἄκουσε ἀμέσως τήν φωνή τοῦ Ὁσίου, πού τοῦ εἶπε· «Ὁ Θεός, παιδί μου, νά σέ εὐλογήση». Καί αὐτή τήν φωνή τήν ἄκουσε καί ὁ ἄλλος ἀδελφός, πού ἦταν μαζί του. Πηγαίνοντας δέ τήν ἄλλη ἡμέρα στό Μοναστήρι καί ξεφορτώνοντας τό κρασί, τούς εἶπε ὁ Ἅγιος νά πιοῦν λίγο κρασί, γιά νά ξεκουρασθοῦν, καί σηκώνοντας πάλι ὁ ἴδιος τό ἀγγεῖο νά πιῆ κρασί, εἶπε πάλι στόν Ὅσιο· «Πάτερ, εὐλόγησε». Ὁ δέ Ὅσιος τοῦ εἶπε· «Ἐσύ, παιδί μου, καί χθές ἔλαβες τήν εὐλογία, ὄχι ὅμως καί ὁ σύντροφός σου». Καί ἀμέσως κατάλαβαν ἐκεῖνοι, ὅτι τήν φωνή πού ἄκουσαν τήν χθεσινή ἡμέρα, τήν εἶπε πράγματι ὁ Ὅσιος. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἦταν ὅλα γνωστά στά ψυχικά μάτια τοῦ Ἁγίου καί δέν ὑπῆρχε γι’ αὐτόν κανένα ἀπόκρυφο. Διότι ἐκεῖνοι, πού ἔχουν τά μάτια τῆς ψυχῆς τους καθαρά ἀπό τά πάθη, βλέπουν ἀντίκρυ στόν νοητό Ἥλιο Χριστό καί ἀπό ἐκεῖνον δέχονται τήν λάμψι τῶν κρυμμένων πραγμάτων.
Καί μία φορά πού εἶχε τό Μοναστήρι μεγάλη ἔλλειψι ἀπό ψωμιά, εὐλογῶντας ὁ Ἅγιος τρία μικρά ψωμια, πού εἶχε μόνο, χόρτασε πλῆθος Μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ἦταν ἑπτακόσιοι καί ἀκόμη περισσότεροι. Ἔτσι ἦταν ὅλα δυνατά στήν καθαρή πίστι τοῦ Ὁσίου, καί τίποτα δέν ἦταν ἀδύνατο σ’ αὐτή.
Ἀφοῦ ἔφθασε στήν κορυφή τῆς ἀρετῆς, ἀξιώθηκε καί προφητικοῦ χαρίσματος καί προγνώρισε πότε θά πεθάνη. Ἐπειδή ὅμως οἱ μαθητές καί τά κατά Θεόν τέκνα του τόν παρακαλοῦσαν θερμότατα καί μέ δάκρυα ζητοῦσαν νά μή πεθάνη γρήγορα, ἀλλά νά παραμείνη ἀκόμη στήν παροῦσα ζωή γιά μεγαλύτερη ὠφέλεια καί πρόοδό τους, γιά τόν λόγο αὐτόν παρεκάλεσε ὁ Ἅγιος τήν Κυρία Θεοτόκο νά τοῦ χαρίση ἀκόμη δέκα πέντε ἔτη ζωῆς· καί λοιπόν ἐπέτυχε τῆς παρακλήσεως. Τότε εἶδε νά αὐξάνωνται οἱ μαθητές του καί νά γίνουν ἐννεακόσιοι καί περισσότεροι. Ἀφοῦ λοιπόν ἔγινε πλήρης ἡμερῶν ὁ Ὅσιος καί ἀφοῦ ἔζησε ἐβδομήντα δύο χρόνια, ὅταν τέλειωσαν τά δέκα πέντε χρόναι, πού τοῦ χαρίσθηκαν, τότε πρός τόν Κύριο εἰρηνικά ἐξεδήμησε. Καί ὁ Θεός, ὅπως δόξασε τήν γέννησί του, ἔτσι καί τόν θάνατό του θαυμάσια δόξασε. Διότι ἔκανε νά λάμψη ὁ στύλος τοῦ Ἁγίου καί τά ἐσωτερικά καί τά ἐξωτερικά μέρη του μέ θεϊκό καί οὐράνιο φῶς, ὥστε μέ τό φῶς ἐκεῖνο γνώρισαν τό τέλος του τόσο οἱ μαθητές του, ὅσο καί οἱ ἀσκητές ἐκεῖνοι πού ζοῦσαν στά ὄρη καἰ τά σπήλαια. Τότε ὅλος ὁ χορός τῶν Πατέρων μέ μεγάλη φροντίδα καί ταχύτητα ἔφθασαν στόν στῦλο καί ἔκλαιγαν τήν ὀρφάνια τους καί τήν στέρησι τέτοιου Πατέρα.
Ὅταν μάλιστα ἔμαθαν ὅτι πέθανε ὁ Πατέρας τους χωρίς νά κάνη ἔγγραφη διαθήκη, περισσότερο θρηνοῦσαν καί ἔκλαιγαν. Καί μέ δάκρυα καί θρήνους ἔλεγαν τά ἑξῆς πρός τόν Ἅγιο· «Ὁπωσδήποτε δέν θά κατεβῆ, Πάτερ, τό σῶμα σου ἀπό τόν στῦλο, οὔτε θά ἐνταφιασθῆ, ἄν δέν ἀφήσης σ’ ἐμᾶς τά τέκνα σου κάποια παρηγοριά καί διαθήκη γραμμένη ἀπό τά χέρια σου». Περισσότερο ὅμως ἀπό ὅλους λυπόταν ὁ μαθητης, πού ὑπηρετοῦσε τόν Ἅγιο, Γρηγόριος ὀνομαζόμενος. Καί λοιπόν δείχνει ὁ μέγας αὐτός θαῦμα ἀληθινά πάρα πολύ μεγάλο. Διότι τήν ὥρα, πού ὅλοι οἱ μαθητές καί τά τέκνα του ἔκλαιγαν τριγύρω καί ἔβγαζαν κραυγές ὀδυνηρές, αὐτός πού ἦταν νεκρός καί δίχως πνοή, ὢ τοῦ θαύματος! φαινόταν μέ πνοή καί ζωντανός. Δηλαδή, ἀφοῦ σηκώθηκε καί κάθισε, ἔβαλε τό χέρι του μέσα στόν κόλπο του καί βγάζει ἀπό ἐκεῖ ἕνα χαρτί καί τό παραδίνει στούς μαθητές του. Στήν συνέχεια ἔπεσε πάλι καί φαινόταν ζωρίς πνοή καί νεκρός, ὅπως προηγουμένως. Διαβάζοντας ὅμως οἱ μαθητές τά ὅσα ἦταν γραμμένα στό χαρτί μέ θαῦμα μαζί καί χαρά, δέν βρῆκαν στό τέλος τῆς διαθήκης τήν συνηθισμένη ὑπογραφή τοῦ Ἁγίου. Ὁπότε πάλι κλαίγοντας ἔλεγαν πρός τόν Πατέρα τους· «Ἄν, Πάτερ, δέν ὑπάρχη στήν διαθήκη καί ἡ ὑπογραφή ἀπό τό δικό σου χέρι, γνώριζε ὅτι καί ὅλοι ἐμεῖς ἐδῶ θά πεθάνουμε». Τότε ὁ Ἅγιος, ὤ τοῦ θαύματος! σηκώθηκε πάλι καί κάθισε. Κατόπιν πιάνοντας τό κονδύλι μέ τό χέρι, ἔγραψε τήν ὑπογραφή του καί ἔτσι ἔδωσε τήν διαθήκη ἐνυπόγραφη στούς μαθητές του. Ἔπειτα πάλι ἔπεσε καί κοιμήθηκε, ἀφοῦ γέμισε τίς ψυχές ὅλων ὅσων τόν ἔβλεπαν ἀπό πάρα πολύ μεγάλο θαυμασμό. Τότε λοιπόν οἱ μαθητές του, ἀφοῦ τίμησαν ἐπάξια ὡς ἄξιο τό ἱερό τοῦ Ὁσίου λείψανο μέ δοξολογίες, μέ μύρα καί μέ λαμπάδες φωτός, τό ἀποθησαύρισαν μέσα σέ ἕνα ξύλινο κιβώτιο πολύτιμο καί ἔτσι τό ἐνταφίασαν κοντά στόν στῦλο, τό ὁποῖο καί μετά τήν ταφή ἀναβλύζει διάφορα θαύματα πρός δόξαν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ


Login