Τῷ αὐτῷ μηνὶ Ζ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων τριάκοντα τριῶν Μαρτύρων τῶν ἐν Μελιτινῇ, Ἱέρωνος καί τῶν λοιπῶν. * Ὁ Ὅσιος Πατὴρ ἡμῶν καί Θαυματουργός Λάζαρος, ὁ ἐν τῷ Γαλλησίῳ ὄρει ἀσκήσας, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Τῷ αὐτῷ μηνὶ Ζ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων τριάκοντα τριῶν Μαρτύρων τῶν ἐν Μελιτινῇ, Ἱέρωνος καί τῶν λοιπῶν.

Αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι ἄ­θλη­σαν στά χρό­νια τοῦ Δι­ο­κλη­τια­νοῦ καί Μα­ξι­μια­νοῦ τῶν αὐ­το­κρα­τό­ρων κα­τά τό ἔ­τος 290. Ἦ­ταν ὁ θεῖ­ος αὐ­τός Ἱ­έ­ρων ἀν­δρεῖ­ος στό σῶ­μα, εὐ­γε­νής στήν ψυ­χή καί γε­ωρ­γός στήν τέ­χνη. Βρί­σκον­τάς τον λοι­πόν νά ἐρ­γά­ζε­ται οἱ λα­τρευ­τές τῶν εἰ­δώ­λων καί θέ­λον­τας νά τόν συλ­λά­βουν κρυφά, δέν μπό­ρε­σαν. Ἀλ­λά πα­ρου­σι­ά­σθη­κε μό­νος του θε­λη­μα­τι­κά στούς εἰ­δω­λο­λά­τρες. Καί ἐ­πει­δή μέ θάρ­ρος ὡ­μο­λό­γη­σε, ὅ­τι εἶ­ναι εὐ­σε­βὴς καί Χρι­στια­νός, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν τοῦ ἔ­κο­ψαν τό δε­ξί του χέ­ρι ἀ­πό τόν ἀγ­κῶ­να. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι Ἅ­γιοι, καί αὐ­τοί μέ θάρ­ρος, ἀ­φοῦ ὡ­μο­λό­γη­σαν τήν πί­στι στόν Χρι­στό, ρί­χθη­καν κα­τά γῆς καί δάρ­θη­καν μέ νεῦ­ρα βο­δι­ῶν.

Τήν ἐρ­χό­με­νη ἡ­μέ­ρα πά­λι, ἀ­φοῦ ρα­βδί­σθη­καν γιά ἀρ­κε­τές ὧ­ρες, στό τέ­λος ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­καν ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι τῆς Με­λι­τι­νῆς καί ἔ­τσι ἔ­λα­βαν οἱ μα­κά­ριοι τούς στε­φά­νους τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. 

  * Ὁ Ὅσιος Πατὴρ ἡμῶν καί Θαυματουργός Λάζαρος, ὁ ἐν τῷ Γαλλησίῳ ὄρει ἀσκήσας, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

* Αὐ­τός ὁ τρι­σμα­κά­ρι­στος Πα­τήρ ἡμῶν Λά­ζα­ρος κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν γῆ τῆς Ἀ­σί­ας, ἀ­πό ἕ­να χω­ριό, τό ὁ­ποῖ­ο βρί­σκε­ται κον­τά στήν Μα­γνη­σί­α, κα­τά τό ἔ­τος 1030. Οἱ γο­νεῖς του ὠ­νο­μά­ζον­ταν Νι­κή­τας καί Εἰ­ρή­νη, εὐ­γε­νεῖς καί οἱ δύ­ο, θε­ο­σε­βεῖς καί ἐ­νά­ρε­τοι.Ὅ­ταν λοι­πόν ἐ­πρό­κει­το νά γεν­νη­θῇ, ἐ­πέ­τρε­ψε ὁ Θε­ός νά φα­νῆ ἀ­πό τόν Οὐ­ρα­νό ἕ­να φῶς θε­ϊ­κό, τό ὁ­ποῖ­ο πλημ­μύ­ρι­σε ὅ­λη τήν πα­τρι­κή του οἰ­κί­α. Ἀ­πό τήν ­λάμ­ψι τοῦ φω­τός αὐ­τοῦ φο­βή­θη­καν οἱ συγ­κεν­τρω­μέ­νες γυ­ναῖ­κες καί ἔ­φυ­γαν ἔ­ξω καί ἔ­μει­νε μό­νη ἡ μη­τέ­ρα. Καί ὅ­ταν τό βρέ­φος γεν­νή­θη­κε, ὢ τοῦ θαύ­μα­τος! στά­θη­κε ἀ­μέ­σως ὄρ­θιο καί προ­σευ­χή­θη­κε στραμ­μέ­νο πρός τήν ἀ­να­το­λή, ἔ­χον­τας τά χέ­ρια του μέ τά­ξι το­πο­θε­τη­μέ­να (σταυ­ρω­μέ­να) ἐ­πά­νω στό στῆ­θος. Μέ αὐ­τά προ­μή­νυ­ε ὁ Θε­ός τήν κα­θα­ρό­τη­τα τοῦ Ὁ­σί­ου καί τήν κα­τάλ­λη­λη δε­κτι­κό­τη­τα, πού εἶ­χε ἡ ψυ­χή του στίς θε­ϊ­κές ἐλ­λάμ­ψεις. Ὅ­ταν λοι­πόν ἔ­γι­νε πέν­τε ἐ­τῶν, πα­ρα­δό­θη­κε σέ ἕ­ναν παι­δα­γω­γό, γιά νά μά­θῃ τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα. Καί σέ λί­γο και­ρό φά­νη­κε ἀ­νώ­τε­ρο ἀ­πό ὅ­λα τά ἄλ­λα παι­διά. Γι’ αὐ­τό ἀ­πό ὅ­λους ἐγ­κω­μι­α­ζό­ταν ἡ εὐ­φυ­ΐ­α του, ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­μως ἡ πρα­ό­τη­τά του καί ἡ τα­πεί­νω­σις καί ἡ προ­θυ­μί­α καί ἡ φρον­τί­δα πού εἶ­χε γιά τίς ἀ­κο­λου­θί­ες καί τίς προ­σευ­χές τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Καί ἀ­κό­μη προ­ξε­νοῦ­σε θαυ­μα­σμό ἡ φι­λαν­θρω­πί­α του πρός τούς φτω­χούς καί ἡ συμ­πά­θεια καί ἡ ἱ­λα­ρό­τη­τα, πού εἶ­χε ὁ Ὅ­σιος ἀ­πό νε­α­ρή ἡ­λι­κί­α.

Τό­ση λοι­πόν πολ­λή ἐ­πι­μέ­λεια καί φρον­τί­δα ἔ­δει­χνε στήν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη ὁ τρι­σόλ­βιος, ὥ­στε σέ λί­γο και­ρό ξό­δε­ψε τά ἄ­σπρα τοῦ δι­δα­σκά­λου του, καί τά ἔ­δω­σε στά χέ­ρια τῶν φτω­χῶν. Γι’ αὐ­τό ­καί πολ­λές φο­ρές ἔ­φα­γε ξύ­λο ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον, ἀλ­λ’ αὐ­τός πά­λι δέν στα­μα­τοῦ­σε νά ἐ­λε­ῆ. Ὅ­ταν μό­λις καί με­τά βί­ας ἀν­τι­λή­φθη­κε ὁ δά­σκα­λός του τήν πα­ρά τήν ἡ­λι­κί­α σύ­νε­σι καί φρο­νι­μά­δα τοῦ παι­διοῦ, τοῦ συμ­πε­ρι­φε­ρό­ταν κα­τό­πιν, ὅ­πως ἁρ­μό­ζει σέ δά­σκα­λο.

 Ἀ­φοῦ δέ ὁ Ὅ­σιος ἔ­φθα­σε σέ με­γα­λύτερη ἡ­λι­κί­α καί σέ τε­λει­ότερη γνῶσι, ­πό­θη­σε νά ἀ­να­χω­ρή­ση ἀ­πό τήν πα­τρί­δα του καί νά πά­η στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, γιά νά προ­σκυ­νή­ση τόν Ἅ­γιο Τά­φο τοῦ Κυ­ρί­ου καί τούς ὑ­πό­λοι­πους ἱ­ε­ρούς τό­πους. Ὅ­μως ὅ­σες φο­ρές ἐ­πι­χεί­ρησε νά πά­η, ἐμ­πο­δι­ζό­ταν ἀ­πό τούς συγ­γε­νεῖς του. Καί γιά νά μήν φύ­γη κρυ­φά, τόν πῆγαν οἱ γο­νεῖς του σέ ἕ­να Μοναστήρι, πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ κον­τά, τό ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νο τῶν Ὀ­ρόβων, γιά νά ἀσχολῆται στά Ἱ­ε­ρά μα­θή­μα­τα καί νά προ­γυ­μνά­ζε­ται στήν ἀ­ρε­τή, καί περισ­σό­τε­ρο, γιά νά φυ­λά­γε­ται ἀ­πό τούς πολ­λούς νά μήν φύ­γη. Ἀλ­λά ὁ Μα­κά­ριος Λά­ζα­ρος φλε­γό­με­νος ἀ­πό τόν θεῖ­ο ἔ­ρω­τα δέν ἡ­σύ­χα­ζε, ἀλ­λά σκε­φτό­ταν πάν­το­τε τήν φυ­γή καί βρί­σκον­τας μί­α φο­ρά εὐ­και­ρί­α, ξε­γε­λᾶ καί γο­νεῖς καί συγ­γε­νεῖς καί Μο­να­χούς καί μέ ὅ­λη του τήν προ­θυ­μί­α ἔ­τρε­χε στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα.

Περ­νῶν­τας ἀ­πό τίς Χῶ­νες, ὅ­που ἔ­γι­νε τό θαῦ­μα τοῦ Ἀρ­χι­στρά­τη­γου Μι­χα­ήλ καί πη­γαί­v­ον­τας στόν ἐ­κεῖ Να­ό τοῦ Ἀρ­χαγ­γέ­λου, τόν πα­ρε­κά­λε­σε νά τόν βο­η­θᾶ στήν ὁ­δοιπο­ρί­α του καί ἔ­τσι ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ καί ­πῆ­γε στήν Ἀτ­τά­λεια. Καί εὑ­ρι­σκό­με­νος ἐ­κεῖ, τόν ἐ­πι­βου­λεύ­θη­κε ἕ­νας Μο­να­χός, ὁ  ὁ­ποῖ­ος ἐ­νῷ ἦ­ταν συ­νο­δοι­πό­ρος τοῦ Ὁ­σί­ου σέ ὅ­λον τόν δρό­μο, ­σκέ­φθη­κε νά τόν που­λή­ση στούς Σα­ρα­κη­νούς, πού ἔ­τυ­χαν ἐ­κεῖ, γιά νά πά­ρη χρήματα. Καί ἐ­κεῖ πού τόν πα­ζά­ρευ­ε σέ γλῶσ­σα Ἀρ­μέ­νι­κη ὁ Μο­να­χός (ἄν πρέ­πη νά τόν ὀ­νο­μά­ζη κα­νείς Μο­να­χό) β­ρέ­θη­κε, ἀ­πό θεί­α οἰ­κο­νο­μί­α, ἕ­νας Χρι­στια­νός πού γνώ­ριζε τήν γλῶσ­σα ἐ­κεί­νη καί ἀν­τι­λή­φθη­κε τήν σκευ­ω­ρί­α, καί δί­νον­τας τό μή­νυ­μα στόν  Ὅσιο, ἔ­φυ­γε ἀ­μέ­σως ἀ­πό ἐ­κεῖ καί ­πῆ­γε στό ὄ­ρος πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ κον­τά, στό ὁ­ποῖ­ο βρῆ­κε ἕ­ναν σε­μνο­πρε­πῆ Ἱ­ε­ρο­μό­να­χο ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο καί ὡς πρός τήν ἡ­λι­κί­α καί ὡς πρός τό φρόνη­μα καί ὅ­ταν τόν ­ρώ­τη­σε ποι­ός εἶ­ναι καί ἀ­πό ποῦ ἔρ­χε­ται, τοῦ φα­νέ­ρω­σε ὁ Ὅ­σιος τήν Πα­τρί­δα καί τούς γο­νεῖς καί τόν πό­θο πού εἶ­χε, γιά νά προ­σκυ­νή­ση τούς Ἁ­γί­ους Τό­πους καί τήν σκευ­ω­ρί­α τοῦ Μο­να­χοῦ, καί ὅ­λα τά ἄλ­λα πού τοῦ συ­νέ­βη­σαν στόν δρόμο. Ὁ δέ θεῖ­ος ἐ­κεῖ­νος ἄν­δρας ­ρω­τῶν­τας πά­λι τόν Ὅ­σιο, ἐ­άν ἔ­χη ἀ­κό­μα σκο­πό, νά πά­η στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα καί μα­θαί­νον­τας, ὅ­τι τό πο­θεῖ πο­λύ καί σκο­πεύει νά πά­η, τοῦ εἶ­πε, ὅ­τι δέν ἦ­ταν σω­στό νά πε­ρι­φέ­ρε­ται ἐ­κεῖ πού θέ­λει, ἐ­νῷ ἦ­ταν ἀ­κό­μη πο­λύ νέ­ος καί εὔ­κο­λος στό­χος γιά τόν δι­ά­βο­λο, ἐ­πει­δή εἶ­ναι πο­λύ κα­κό πρᾶγ­μα νά ἀ­κο­λου­θῆ κα­νείς τήν σκέ­ψι του. Διότι γί­νε­ται κυ­νή­γι γιά τόν ἐ­χθρό, πού ἔ­χει σέ κά­θε μέ­ρος ἁ­πλω­μέ­να τά δί­χτυ­α τῆς ἀ­πω­λεί­ας. Καί ἐ­άν θέ­λη νά ἀ­κού­ση τήν συμ­βου­λή του, γιά τήν ὠ­φέ­λεια τῆς ψυ­χῆς του, πρέ­πει νά μεί­νη στό Μοναστήρι, πού ἦ­ταν αὐ­τός Ἡ­γού­με­νος, καί ἐ­κεῖ νά γί­νη Μο­να­χός καί νά πε­ρά­ση και­ρόν πο­λύ, ἕ­ως ὅ­του νά φθά­ση σέ ἡ­λι­κί­α με­γά­λη καί τό­τε νά βγῆ ἀ­πό ἐ­κεῖ χω­ρίς κίν­δυ­νο. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἄ­κου­σε αὐ­τή τήν κα­λή συμ­βου­λή ὁ θεῖ­ος Λά­ζα­ρος, τήν ­δέ­χθη­κε μέ χαρά, καί ἔ­μει­νε στό Μοναστήρι ἐ­κεῖ­νο, καί ἀ­φοῦ ἔ­βγα­λε μα­ζί μέ τά κο­σμι­κά ἐν­δύ­μα­τα καί τόν πα­λαι­ό ἄν­θρω­πο, ­ν­τύ­θη­κε τόν Νέ­ο, δη­λα­δή τόν Χρι­στό, μα­ζί μέ τά Μο­να­χι­κά ἐν­δύμα­τα πού φό­ρε­σε. Ἀ­πό τό­τε πλέ­ον ἐ­πι­δό­θη­κε ὅ­λως δι­ό­λου στούς ἀ­σκη­τι­κούς ἀ­γῶνες.

Σέ πό­ση δέ ἄ­σκη­σι καί σκλη­ρα­γω­γί­α ἔ­δω­σε τόν ἑ­αυ­τό του ὁ καρ­τε­ρό­ψυ­χος, εἶ­ναι δύσκο­λο σέ γλῶσ­σα ἀν­θρώ­πι­νη νά τό δι­η­γη­θῆ κα­νείς. Ὡστό­σο ὅ­σο αὐ­τός ­φρόν­τι­ζε νά κρύβη τίς ἀ­ρε­τές του ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γι­νό­ταν πε­ρι­βό­η­τος σέ ὅ­λους. Για­τί ἡ ἀ­ρε­τή βά­ζει ἐ­κεῖ­νον πού τήν ἀ­σκεῖ μπρο­στά στά μά­τια τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀ­κό­μη καί ἄν ἐ­κεῖ­νος φρον­τί­ζη νά κρύ­βε­ται. Γι­’­ αὐ­τό καί κα­θη­με­ρι­νά ἔ­τρε­χαν στόν Ὅ­σιο πλή­θη ἀνθρώ­πων, γιά νά τόν ἰ­δοῦν καί νά λά­βουν τήν εὐ­χή του. Καί οὔ­τε ὁ μα­κρύς δρό­μος, οὔ­τε τό δύ­σβα­το τοῦ τό­που, οὔ­τε καμ­μί­α ἄλ­λη ἀν­τι­ξο­ό­τη­τα ἐμ­πό­δι­ζε τήν προ­θυ­μί­α τους καί τούς στε­ροῦ­σε ἀ­πό τό νά δοῦ­νε τόν Ὅ­σιο. Μά­λι­στα γιά νά μήν ἐμ­πο­δί­ζων­ται ἀ­πό τήν τραχύ­τη­τα τοῦ δρό­μου με­ρι­κοί, συγκέντρωσαν φρύ­γα­να καί ξύ­λα πολ­λά καί τά ἔ­κα­ψαν ἐ­πά­νω σέ ἐ­κεῖ­νον τόν πε­τρώ­δη δρό­μο. Ἔ­πει­τα ἔ­χυ­σαν ξύ­δι σέ αὐ­τόν, γιά νά μα­λα­κώ­σουν κά­πως τίς σκλη­ρές ἐ­κεῖ­νες πέ­τρες καί νά σπά­ζουν ἀ­πό τά σι­δε­ρέ­νια ἐρ­γα­λεῖ­α καί μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο ἔ­κα­ναν εὔ­κο­λο τόν δρό­μο, πού ­πή­γαι­νε στόν Ὅ­σιο. Διότι ὁ ἔν­θε­ος στά κα­λά πό­θος πα­ρα­κι­νεῖ τούς ἀν­θρώ­πους νά ἐ­πι­χει­ροῦν καί τά ἀ­δύ­να­τα σχε­δόν καί δύ­σκο­λα ἔρ­γα.

Καί τό μέν πλῆ­θος τῶν ἀν­θρώ­πων τέ­τοι­α ἀ­γά­πη εἶ­χε στόν Ὅ­σιο. Ὁ δέ ἀρ­χι­ε­ρέας τοῦ τό­που ἐ­κεί­νου ἀ­κού­γον­τας τήν φή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου, ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ νά ἀ­νε­βαί­νη σ’­ αὐ­τόν καί θε­ω­ροῦ­σε ὡς ἕ­να ἀ­πό τά πο­λύ ἀ­ναγ­καῖ­α πράγ­μα­τα, τό νά συ­νο­μι­λῆ μέ τόν Ὅ­σιο. Καί ἐ­ξ αἰ­τί­ας αὐτοῦ θέ­λη­σε ὁ Ἅ­γιος νά κτί­ση Να­ό στό ὄ­νο­μα τῆς Θε­ο­τό­κου στόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο καί κελ­λιά, γιά νά κα­τοι­κοῦν καί νά ἀ­να­παύ­ων­ται οἱ ἀ­δελ­φοί ἐ­κεῖ­νοι πού ­πήγαι­ναν σ’­ αὐ­τόν καί ἤ­θε­λαν νά γί­νουν Μο­να­χοί. Διότι ἦ­ταν πολ­λοί πού ἀρ­νή­θη­καν τόν Κό­σμο καί ἤ­θε­λαν νά ζοῦν μα­ζί μέ τόν Ὅ­σιο ὅ­λη τους τήν ζω­ή. Οἰ­κο­δό­μη­σε λοι­πόν ἐ­κεῖ ὁ Ἅ­γιος τέ­λει­ο Μοναστήρι, κα­θώς ­προ­θυ­μο­ποι­ή­θη­καν πο­λύ σέ αὐ­τό τό θε­ά­ρε­στο ἔρ­γο καί τά πλή­θη τῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­πό τά κον­τι­νά χω­ριά καί ­βο­ή­θη­σαν μέ ὅ­λες τους τίς δυνά­μεις. Δι­ό­τι κά­θε ἕ­νας ἀ­πό τούς ἐ­κεῖ Χρι­στια­νούς τό εἶ­χε με­γά­λη χα­ρά, νά φα­νῆ, ὅ­τι εἶναι προ­σταγ­μέ­νος ἀ­πό τόν Ὅ­σιο καί ὅ­τι ἐκ­πλη­ρώ­νει τήν προ­στα­γή του.

Ἐ­πει­δή ὅμως καί ἡ φή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου δι­α­δό­θη­κε σέ ὅ­λα τά μέ­ρη καί ἔ­τρε­χαν ὅ­λοι σ’ ­αὐ­τόν, γιά ὠφέλεια, ­πῆ­γε καί ἕ­νας ἄν­θρω­πος καί τοῦ εἶ­πε, ὅ­τι εἶ­χε σκο­πό νά πά­η στόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο, δεί­χνον­τάς τον μέ τό δά­χτυ­λό του, γιά νά τρυ­γή­ση ἄ­γρια με­λίσ­σια, πού εἶ­χαν φω­λιά ἐ­κεῖ στόν γκρε­μό. Ὁ Ὅ­σιος, εἴ­τε για­τί ἐ­ξ αἰ­τί­ας τῆς ἐ­πι­κιν­δυ­νό­τη­τας τοῦ τό­που ­σκέ­φθη­κε τόν θά­να­το τοῦ ἀν­θρώ­που (ἐ­πει­δή ὁ τό­πος ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν πράγ­μα­τι ἀ­πόκρη­μνος καί ἐ­πι­κίν­δυ­νος), εἴ­τε για­τί προ­έ­βλε­ψε τό μέλ­λον ἀ­πό τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, πού ­κα­τοι­κοῦ­σε σ’­ αὐ­τόν, τοῦ εἶ­πε· «Συμ­φέ­ρον σου εἶ­ναι παι­δί μου, μή­τε νά δῆς τόν τό­πο ἐ­κεῖ­νον, κα­θώς θά κρέ­με­ται ἐ­πά­νω σου ἕ­νας πο­λύ με­γά­λος κίν­δυνος καί ἀ­φα­νι­σμός, ἐ­άν δέν ἀ­πο­μα­κρυν­θῆς ἀ­πό αὐ­τόν καί ἄ­φη­σε αὐ­τόν τόν σκο­πό, ἄν θέ­λης νά γλυ­τώ­σης ἀ­πό τόν κίν­δυ­νο».

Ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος, πα­ρα­κού­ον­τας τήν συμ­βου­λή τοῦ Ὁ­σί­ου, ­πῆ­γε μα­ζί μέ ἄλ­λους συν­τρό­φους του σέ ἐ­κεῖ­νον τόν ἀ­πό­κρη­μνο τό­πο καί, ἀ­φοῦ δέ­θη­κε μέ σχοι­νί, κρε­μι­έ­ται ἀ­πό τούς συν­τρό­φους του. Καί τόν κα­τε­βάζουν κά­τω. Ἀλ­λά σκε­φθεῖ­τε τί με­γά­λο κα­κό εἶ­ναι τό v­α μήν ὑ­πα­κού­η κά­ποι­ος σέ ἐ­κείνους πού τόν συμ­βου­λεύ­ουν τά συμ­φέ­ρον­τα. Για­τί ὁ τα­λαί­πω­ρος ἐ­κεῖ­νος ἀ­κό­μη δέν εἶ­χε φθά­σει στά μι­σά τοῦ ὕ­ψους ἐ­κεί­νου καί ­κό­πη­κε τό σχοι­νί καί ἔ­πε­σε κά­τω πτῶ­μα ἐ­λεει­νό καί ἄ­ξιο δα­κρύ­ων. Καί ξε­ψύ­χη­σε προ­τοῦ νά πέ­ση κά­τω, ἀ­πό τά πολ­λά χτυ­πή­μα­τα πού ἔ­λα­βε ἀ­πό τίς προ­ε­ξο­χές τῶν πε­τρῶν, καί τρύ­γη­σε καρ­πό θα­να­τη­φό­ρο ἀ­πό αὐ­τή τήν ἀ­νό­η­τη σκέ­ψι. Ἀ­πό τό­τε λοι­πόν οἱ ὑ­πό­λοι­ποι πρό­σε­χαν τά λό­για τοῦ Ὁ­σί­ου, σάν νά ἦ­ταν λό­για Προ­φή­του, καί δέν ἐ­ναν­τι­ώ­νον­ταν μέ κα­νέ­ναν τρό­πο σέ αὐ­τόν.

Ἄλ­λο­τε πά­λι πῆ­γε ἄλ­λος στόν Ὅ­σιο καί ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε τίς ἁ­μαρ­τί­ες του. Ἔ­πει­τα στό τέ­λος τοῦ λέ­ει, ὅ­τι αὐ­τός πο­λύ σο­φά καί ἔξυπνα βγά­ζει τά ἀ­ναγ­καῖ­α της ζω­ῆς του, χω­ρίς νά γνω­ρί­ζη καμ­μί­α τέ­χνη. Διότι ση­κώ­νε­ται τήν νύ­χτα καί, πη­γαί­νον­τας στά ξέ­να σπί­τια, παίρ­νει ἀ­πό αὐ­τά ὅ,τι βρῆ, καί πη­γαί­νει σέ μέ­ρος μυ­στι­κό καί τά κρύ­βει. Καί ὅ­ταν οἱ νοι­κο­κυ­ραῖοι ἀ­να­ζη­τοῦν τά πράγ­μα­τά τους, αὐ­τός τούς λέ­ει, ὅ­τι οἱ Ἅ­γιοι τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτουν πολ­λά κρυμ­μέ­να πράγ­μα­τα, καί ἐ­πί ­πλέ­ον τοῦ φα­νε­ρώ­νουν καί τόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο, στόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­κρυ­ψαν τά πράγ­μα­τά τους οἱ κλέ­φτες πού τά ­πῆ­ραν. Ἔ­τσι ση­κώ­νοντας τόν τί­μιο Σταυ­ρό στούς ὤ­μους του, ἤ καμ­μί­α εἰ­κό­να Ἁ­γί­ου, τούς παίρ­νει, καί πηγαί­νει στόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο, καί τούς λέ­ει καί σκά­βουν καί βρί­σκει ὁ κα­θέ­νας τά πράγ­μα­τά του. Καί ἔ­τσι οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­κεῖ­νοι τόν τι­μοῦν ὡς ἀ­γα­πη­τό τοῦ Θε­οῦ καί ὡς ἄ­ξιο νά βλέ­πη θεῖ­ες ἀ­πο­κα­λύ­ψεις καί γι­’­ αὐ­τό τόν πε­ρι­ποι­οῦν­ται καί τοῦ δί­νουν μερίδιο ἀ­πό τά χα­μέ­να ἐ­κεῖ­να πράγ­μα­τα. Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ Ὅ­σιος, τοῦ εἶ­πε· «Παι­δί μου, καί ἐ­πειδή γνω­ρί­ζεις τέ­τοι­α πο­νη­ρά τέ­χνη, λέ­ς, ὅ­τι μέ σο­φί­α καί ἱ­κα­νό­τη­τα βγά­ζεις τά πρός τό ζῆν σου; Ἀλ­λοί­μο­νο σέ ἐ­σέ­να γιά τό σκο­τά­δι τοῦ μυα­λοῦ σου! Για­τί ἀ­πα­τᾶ­σαι καί γε­λι­έ­σαι ἀ­πό τόν δι­ά­βο­λο καί θε­ω­ρεῖς σο­φί­α τήν δι­δα­σκα­λί­α του, τήν ὁ­ποί­α ἔ­μα­θες γιά τήν ἀ­πώλεια τῆς ψυ­χῆς σου. Καί τό σκο­τά­δι λο­γα­ριά­ζεις γιά φῶς. Καί ἐ­άν δέν στα­μα­τή­σης ἀ­πό αὐ­τή τήν κα­κί­α, θά γί­νης ὑ­πό­δι­κος στό οὐ­αί καί ἀλ­λοί­μο­νο, πού λέ­ει ὁ Προ­φή­της Ἡσα­ΐ­ας, μέ τό  νά λο­γα­ριά­ζης τό πι­κρό γιά γλυ­κό, καί με­τά ἀ­πό λί­γο και­ρό θά ἔλ­θη σέ ἐσέ­να ἡ τι­μω­ρί­α καί ἡ ὀρ­γή ἀ­πό τόν Θε­ό». Καί μό­λις ἄ­κου­σε ἐ­κεῖ­νος αὐ­τά, ἔ­πε­σε στά πόδια  τοῦ Ὁ­σί­ου καί ­ζη­τοῦ­σε μέ δά­κρυ­α συγ­χώ­ρη­σι τῆς ἁ­μαρ­τί­ας του, ὑ­πο­σχό­με­νος, ὅ­τι στό ἑ­ξῆς δέν θά πει­σθῆ πλέ­ον στήν ἀ­πά­τη τοῦ δι­α­βό­λου, ἀλ­λά θά στα­μα­τή­ση ἀ­πό τήν κακί­α καί θά ἀ­σκῆ μέ ὅ­λη του τήν δύ­να­μι τήν ἀ­ρε­τή. Γι­’ ­αὐ­τό καί, ἀ­φοῦ ἔ­λα­βε τήν συγ­χώρησι ἀ­πό τόν Ὅ­σιο, ἐκ­πλή­ρω­σε τήν ὑ­πό­σχε­σι πού ἔ­κα­νε μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ καί μέ τίς εὐ­χές τοῦ Ἁ­γί­ου. Καί ἀ­φοῦ ἔ­τυ­χε αὐ­τό πού πο­θοῦ­σε, ἔ­γι­νε προ­σκυ­νη­τής τοῦ Ζω­ο­ποι­οῦ Τά­φου καί τῶν ἄλ­λων σε­βα­σμί­ων τό­πων.

Στήν συ­νέ­χεια πῆ­γε στήν Μο­νή τοῦ ἁ­γι­α­σμέ­νου Σάβ­βα καί ἔ­γι­νε δε­κτός ἐ­κεῖ ἀ­πό τούς ἐ­κεῖ Πα­τέ­ρες. Ἐ­κεῖ, φο­ρῶν­τας τό ἱ­ε­ρό σχῆ­μα τῶν Μο­να­χῶν, ἄ­ο­κνα ὑ­πη­ρέ­τη­σε στήν ἐ­πι­μέ­λεια καί εὐ­πρέ­πεια τοῦ θεί­ου Να­οῦ, ὅ­που ἔ­λα­βε τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ πα­ρεκ­κλη­σιά­ρχου, καί ἔ­κα­με σέ αὐ­τό ἕ­ξι ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια, ἀ­γω­νι­ζό­με­νος πα­ρό­μοι­α μέ τούς πρώ­τους καί ἐ­κλε­κτούς Μο­να­χούς πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ, οἱ ὁ­ποῖ­οι σάν νά ἦ­ταν ἀ­σώ­μα­τοι, συ­να­γω­νί­ζον­ταν νά φθά­σουν τούς ἀ­σώ­μα­τους Ἀγ­γέ­λους. Καί ὄ­χι μό­νο πα­ρό­μοι­α μέ ἐ­κεί­νους ἀ­γω­νι­ζό­ταν ὁ θεῖ­ος Λά­ζα­ρος, ἀλ­λά καί τούς ξε­περ­νοῦ­σε σέ ὅ­λα καί τά κα­τορ­θώ­μα­τά του ἦ­ταν γιά ὅ­λους ἁ­πλῶς ἄ­ξια θαυ­μα­σμοῦ. Γιά τόν λό­γο αὐ­τόν καί, χω­ρίς νά τό θέ­λη, ἔ­λα­βε τό χά­ρι­σμα τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης ἀ­πό τόν τό­τε Πα­τριά­ρχη τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε με­γα­λύ­τε­ρη ἡ­συ­χί­α, γι­’­ αὐ­τό ­κα­τά τήν πε­ρί­ο­δο τῆς Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς ἔ­βγαι­νε ἔ­ξω ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι καί πή­γαι­νε στό βα­θύ­τε­ρο βου­νό, χω­ρίς νά ἔ­χη μα­ζί του τί­πο­τε ἄλ­λο, πα­ρά μό­νο τό σῶ­μα. Ἐ­κεῖ λοι­πόν ζῶν­τας ἔ­τρω­γε ἀ­πό τά χορ­τά­ρια τῆς ἐ­ρή­μου καί ἔ­πι­νε ὡς γλυ­κύ­τα­το πο­τό τό ἁ­πλό νε­ρό, καί οὔ­τε ἀ­πό αὐ­τό χόρ­ταινε ὁ μα­κά­ριος. Ἀλ­λά τό­σο μό­νο ἔ­πι­νε, ὅ­σο νά ζῆ καί νά μήν ἐ­ξαν­τλῆ­ται ἀ­πό τίς ὁ­λο­νύκτιες ὀρθοστασίες καί ἀ­γρυ­πνί­ες.

Μί­α φο­ρά μά­λι­στα βα­δί­ζον­τας μό­νος στό βου­νό, ἀ­κού­ει θε­ϊ­κή φω­νή, ἡ ὁ­ποί­α τόν φώ­να­ζε μέ τό ὄ­νο­μά του τρεῖς φο­ρές λέ­γον­τας· «Λά­ζα­ρε, Λά­ζα­ρε, Λά­ζα­ρε, πρέ­πει νά γυ­ρί­σης πά­λι στήν πα­τρί­δα σου». Ὅ­μως ἔ­μει­νε ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ, γιά νά μά­θη ἀ­κρι­βέ­στε­ρα τήν ἀ­λήθει­α. Ἀλ­λά ἡ φω­νή ἐ­κεί­νη κα­θη­με­ρι­νά ­φώ­να­ζε. Γι­’­ αὐ­τό ­πῆ­γε σέ με­ρι­κούς Ὁ­σί­ους, πού ­κα­τοι­κοῦ­σαν ἐ­κεῖ κον­τά, καί ἀ­πό τήν νε­α­ρή τους ἡ­λι­κί­α ἔ­με­ναν μέ­σα στίς ἐ­ρή­μους ἕ­ως τά γη­ρα­τειά τους καί τούς φα­νέ­ρω­σε τήν φω­νή πού ἄ­κου­γε, γιά νά μά­θη ἀ­πό αὐ­τούς τί πρέ­πει νά κά­μη. Ὅ­ταν λοιπόν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ἀ­πό αὐ­τούς, ὅ­τι ἡ φω­νή ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἀ­πό τήν  θεί­α πρό­νοι­α, ἀ­νε­χώ­ρη­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ καί πῆ­γε στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα καί, παίρ­νον­τας γιά συ­νοδί­α ἕ­ναν ἐ­νά­ρε­το Μο­να­χό, πού ὠνο­μα­ζό­ταν Παῦ­λος, πῆ­γε ἕ­ως τήν Σε­βά­στεια. Ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ χω­ρί­σθη­καν, ὁ μέν Παῦ­λος πῆ­γε στήν Τρα­πε­ζοῦν­τα, ὁ δέ Ὅ­σιος Λά­ζα­ρος ξε­κί­νη­σε γιά τήν Ρώ­μη, δι­ό­τι πρό πολ­λοῦ πο­θοῦ­σε νά πά­η, γιά νά προ­σκυ­νή­ση τούς δύ­ο κο­ρυφαί­ους Ἀ­πο­στό­λους. Ὅ­ταν ὅ­μως ὁ Ἅ­γιος βά­δι­ζε στόν δρό­μο, δέν ὑ­πέ­φε­ρε ὁ δό­λιος Δι­ά­βο­λος τήν νί­κη πού ἔ­πα­θε ἀ­πό αὐ­τόν, ὁ­πό­τε τόν ἀ­πει­λοῦ­σε μέ δι­ά­φο­ρες φαν­τα­σί­ες. Ἐμ­φα­νι­ζό­με­νος, δη­λα­δή, μπρο­στά του σάν σκυ­λί, μα­ζί μέ τά ἄλ­λα σκυ­λιά τῶν χω­ρι­ῶν, πού ἦ­ταν ἐ­πά­νω στόν δρό­μο, ἐ­νω­χλοῦ­σε τόν Ἅ­γιο καί ἔ­τσι τόν ἐμ­πό­δι­ζε ἀ­πό τόν δρό­μο του. Ἀλ­λ’ οὔ­τε τόν ἄ­φη­νε νά στα­θῆ, γιά νά βά­λη λί­γο ψω­μί στό στό­μα του.

Ἐ­πει­δή ὅμως μέ τήν πρό­νοι­α τοῦ Θε­οῦ ἔ­γι­νε ἀ­νώ­τε­ρος ἀ­πό τούς πει­ρα­σμούς τοῦ ἐ­χθροῦ ὁ Ὅ­σιος καί ἔ­φθα­σε στήν Ἔ­φεσ­σο, ­πῆ­γε στόν ἐ­κεῖ ἀρ­χι­ε­ρέ­α καί, συ­νο­μι­λῶν­τας μέ αὐτόν, τοῦ φα­νέ­ρω­σε τήν σκέ­ψι πού εἶ­χε, γιά νά πά­η στήν Ρώ­μη. Ὁ ἀρ­χι­ε­ρέας θαυ­μάζον­τας τήν πρα­ό­τη­τα τοῦ Ὁ­σί­ου καί τήν ἁ­πλό­τη­τα καί τήν γλυ­κύ­τη­τα τῶν λό­γων του καί τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, πού ἔ­λαμ­πε μέ­σα ἀ­πό αὐ­τόν, αἰχ­μα­λω­τί­σθη­κε ὅ­λος στήν ἀ­γά­πη του καί τόν ­πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά μεί­νη μα­ζί του καί νά ἀ­να­βά­λη τό τα­ξί­δι του στήν Ρώ­μη. Ὁ Ὅ­σιος τήν μέν σκέ­ψι πού εἶ­χε γιά τήν Ρώ­μη τήν ἀ­πέ­βα­λε, ὅ­πως τόν συμ­βού­λευ­σε ὁ Ἐ­φέ­σου. Ὅ­μως τό νά μεί­νη μα­ζί μέ τόν ἀρ­χι­ε­ρέ­α καί νά κα­τα­φρο­νή­ση τήν ἡ­συ­χί­α, δέν τό δέ­χθη­κε κα­θό­λου. Γι­’­ αὐ­τό, ἀ­να­χω­ρῶν­τας ἀ­πό ἐ­κεῖ, πῆ­γε στήν Μο­νή τῶν Ὀ­ρό­βων, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α ἔ­φυ­γε, ὅ­ταν ἤ­θε­λε νά πά­η στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Καί ὄν­τας ἐ­κεῖ, στήν ἀρ­χή δέν φα­νέ­ρω­σε ποι­ός ἦ­ταν. Ἔ­πει­τα ὅ­μως, ἐ­πει­δή τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν οἱ Μο­να­χοί πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ, νά τούς ­πῆ ποι­ός εἶ­ναι, για­τί δέν μπο­ροῦ­σαν νά τόν γνω­ρί­σουν, τούς εἶ­πε ὅ­τι εἶ­ναι ὁ Λά­ζα­ρος ἐ­κεῖ­νος πού ἕ­ναν και­ρό φυ­λα­γό­ταν ἀ­πό αὐ­τούς. Καί ἀ­μέ­σως δι­α­δό­θη­κε ἡ εἴ­δη­σι σέ ὅ­λα τά πε­ρί­χω­ρα, ὅ­τι γύ­ρι­σε ὁ Λά­ζα­ρος πά­λι στό Μο­να­στή­ρι καί ἔ­τρε­χαν ὅ­λοι ἁ­πλῶς γιά νά τόν δοῦν, μά­λι­στα ἡ μη­τέ­ρα του (διότι ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν πε­θα­μέ­νος) ἦλ­θε ἀ­μέ­σως στό Μο­να­στή­ρι, γιά νά τόν δῆ.

Καί λοι­πόν ἀ­φοῦ ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ λί­γες ἡ­μέ­ρες, τό­σο μό­νο γιά νά εὐ­χα­ρι­στή­ση τόν πό­θο τῆς μη­τέρας του (δι­ό­τι τήν ἔ­βλε­πε, ὅ­τι λυ­πό­ταν πο­λύ γιά τόν χω­ρι­σμό του), ἔ­πει­τα ἀ­να­χώ­ρη­σε, ζη­τῶν­τας νά βρῆ τό­πο ἥ­συ­χο. Καί ἀ­κού­γον­τας γιά τό ἀ­σκη­τή­ριο, πού ἦ­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τό Γαλ­λή­σιο ὅ­ρος, στό ὁ­ποῖ­ο ὑ­πῆρ­χε καί Να­ός τῆς Ἁ­γί­ας Μάρ­τυ­ρος Μα­ρί­νης, ὅ­τι ἦ­ταν σύμ­φω­νο πρός τήν γνώ­μη του, πῆ­γε ἐ­κεῖ. Καί βλέ­πον­τας τόν τό­πο πο­λύ ἥ­συ­χο, συμ­πε­ρι­έ­λα­βε καί αὐ­τός τόν ἑ­αυ­τό του στούς δύ­ο αὐ­τά­δελ­φους, πού βρῆ­κε ἐ­κεῖ. Καί ὅ­ταν ἔ­μα­θε ὁ ἀρ­χι­ε­ρέ­ας Ἐ­φέ­σου, πώς πῆ­γε ἐ­κεῖ ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος του Λά­ζα­ρος, ἔ­λα­βε με­γά­λη χα­ρά, ἀ­γα­πῶν­τας νά τόν ἔ­χη κον­τά καί νά συ­να­να­στρέ­φε­ται μ’­ αὐ­τόν. Καί ἀ­φοῦ πῆ­γε ἐ­κεῖ, τόν χαι­ρέ­τη­σε μέ χαρ­μό­συ­νη ψυ­χή καί πα­ρέ­δω­σε στήν ἐ­ξου­σί­α του τό ἀ­σκη­τή­ριο ἐ­κεῖ­νο καί τούς ἀ­δελ­φούς, ἀ­φοῦ πρῶ­τα τούς πα­ρήγ­γει­λε νά προ­σέ­χουν τόν Ὅ­σιο, ὅ­πως τά παι­διά τόν πα­τέ­ρα τους, χω­ρίς νά φα­νοῦν πο­τέ ἀν­τί­θε­τοι στήν γνώ­μη του, οὔ­τε στό πα­ρα­μι­κρό.

Ἐκεῖ ζῶν­τας ὁ Ὅ­σιος, ὑ­πέ­φε­ρε πολ­λούς πει­ρα­σμούς καί ἐ­νο­χλή­σεις ἀ­πό τούς δαί­μο­νες. Μί­α φο­ρά λοι­πόν τήν ὥ­ρα, πού ὁ Ἅ­γιος προ­σευ­χό­ταν, κα­τά τό με­σο­νύ­κτιο, εἶ­δε ἕ­ναν στῦ­λο πύ­ρι­νο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­φθα­νε ἀ­πό τήν γῆ μέ­χρι τόν οὐ­ρα­νό. Εἶ­δε ἀ­κό­μη καί πλῆ­θος Ἀγ­γέ­λων, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­ψαλ­λαν μέ λε­πτή καί γλυ­κειά φω­νή τά ἑ­ξῆς λό­για · «Ἀ­να­στή­τω ὁ Θε­ός καί δι­α­σκορ­πι­σθή­τω­σαν οἱ ἐ­χθροὶ αὐ­τοῦ». Στόν τό­πο λοι­πόν ἐ­κεῖ­νο, ὅ­που στε­κό­ταν ὁ πύ­ρι­νος στῦ­λος, ἔ­κτι­σε ὁ Ἅ­γιος ἕ­να Να­ό τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως τοῦ Κυ­ρί­ου. Τά δέ ἔ­ξο­δα τῆς οἰ­κο­δο­μῆς τά ἔ­στελ­νε πλου­σι­ο­πά­ρο­χα ὁ φι­λό­χρι­στος βα­σι­λιάς Κων­σταν­τῖ­νος ὁ Μο­νο­μά­χος, ὁ ὁ­ποῖ­ος βα­σί­λευ­σε κα­τά τό ἔ­τος 1045, δι­ό­τι ὁ βα­σι­λιάς αὐ­τός εἶ­χε με­γά­λη πί­στι καί εὐ­λά­βεια στόν Ἅ­γιο, δι­ό­τι καί μέ τόν μα­θη­τή του τοῦ προ­εῖ­πε, ὅ­ταν ἦ­ταν ἐ­ξό­ρι­στος στήν Μυ­τιλήνη, ὅ­τι πρό­κει­ται νά γί­νη βα­σι­λιάς. Στά δε­ξιά λοι­πόν μέ­ρη τοῦ Να­οῦ αὐ­τοῦ, ὁ θεῖ­ος Λά­ζα­ρος, ἀ­φοῦ κα­τε­σκεύ­α­σε ἕ­ναν στῦ­λο χω­ρίς στέ­γη, ἀ­νέ­βη­κε ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τόν καί κα­τοί­κη­σε, ὡς στέ­γη ἔ­χον­τας τόν οὐ­ρα­νό, τρε­φό­με­νος μέ λά­χα­να ὠ­μά καί πί­νον­τας λί­γο νε­ρό. Καί αὐ­τά τά χρη­σι­μοποι­οῦ­σε μό­νο τήν Κυ­ρια­κή.

Ὅ­μως ὄ­χι μό­νο μέ αὐ­τά τα­λαι­πω­ροῦ­σε τόν ἑ­αυ­τό του ὁ τρι­σμα­κά­ρι­στος, ἀλ­λά ἦ­ταν ζω­σμέ­νος καί μέ σί­δε­ρα. Καί τόν μέν χει­μῶ­να πά­γω­νε ἀ­πό τό κρύ­ο, ἐ­νῶ τό κα­λο­καί­ρι φλο­γι­ζό­ταν ἀ­πό τόν καύ­σω­να καί ἀ­πό κά­θε μέ­ρος ἐ­τα­λαι­πω­ρεῖ­το. Ἀλ­λ’ ὅ­μως εἶ­χε ὡς σκέ­πη καί φύ­λα­κά του τήν Πα­νά­χραν­το Θε­ο­τό­κο, πού βάστασε τόν Θεό. Δι­ό­τι αὐ­τή στε­κό­ταν ἐ­πά­νω ἀ­πό τήν κε­φα­λή τοῦ Ὁ­σί­ου καί ἔ­δι­ω­χνε ἀ­πό ἐ­πά­νω του κά­θε θλι­βε­ρό, ὅ­πως τήν εἶ­δαν με­ρι­κοί μέ τά ἴ­δια τους τά μά­τια. Γι’ αὐ­τό οὔ­τε χι­ό­νι, οὔ­τε ζέ­στη χτυ­ποῦ­σε στήν κε­φα­λή τοῦ Ὁ­σί­ου. Ἔ­τσι ἔ­λα­βε τήν χά­ρι ἀ­πό τόν Θε­ό νά ἐ­πι­τε­λῆ κα­θη­με­ρι­νά ἐ­ξαί­σια θαύ­μα­τα.

Ἡ δέ φή­μη τῶν θαυ­μά­των του, ἔ­κα­μνε πολ­λούς νά τρέ­χουν κον­τά του ἀ­πό κά­θε μέ­ρος. Πολ­λοὶ ἀ­κό­μη ἀ­πό αὐ­τούς, ἀ­παρ­νού­με­νοι τόν κό­σμο, γί­νον­ταν Μο­να­χοί καί ζοῦ­σαν ὑ­πό τήν ἐ­ξου­σί­α του, σάν σέ δά­σκα­λο καί ποι­μέ­να.

(Σ. σ. Γιά νά ἀποφύγουμε τήν ἐξιστόρησι τοῦ πλήθους τῶν θαυμά-των, θά ἀναφέρουμε μόνον δύο, γιά νά δοῦμε τήν μεγάλη χάρι πού εἶχε ὁ Ἅγιος). Κάποτε οἱ ἀ­δελ­φοί, πού εἶ­χαν τήν φρον­τί­δα τῶν  μου­λα­ρι­ῶν, ἔ­φερ­ναν κρα­σί στό  Μο­να­στή­ρι, καί ὅ­ταν ἔ­φθα­σαν σέ ἕ­να χά­νι ἐ­ξε­φόρ­τω­σαν τά ζῷ­α καί ­κά­θι­σαν νά φᾶ­νε καί σάν ἦλ­θε ἡ ὥ­ρα νά πιοῦν, ση­κώ­νον­τας ὁ ἕ­νας ἀ­πό αὐ­τούς τό ἀγ­γεῖ­ο, γιά νά πι­ῆ, εἶπε· «Πά­τερ εὐ­λό­γη­σε», καί ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἄ­κου­σε ἀ­μέ­σως τήν φω­νή τοῦ Ὁ­σί­ου, πού τοῦ εἶ­πε· «Ὁ Θε­ός, παι­δί μου, νά σέ εὐ­λο­γή­ση». Καί αὐ­τή τήν φω­νή τήν ἄ­κου­σε καί ὁ ἄλ­λος ἀδελ­φός, πού ἦ­ταν μα­ζί του. Πη­γαί­νον­τας δέ τήν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα στό Μο­να­στήρι καί ξε­φορτώ­νον­τας τό κρα­σί, τούς εἶ­πε ὁ Ἅ­γιος νά πιοῦν λί­γο κρα­σί, γιά νά ξε­κου­ρα­σθοῦν, καί σηκώ­νον­τας πά­λι ὁ ἴ­διος τό ἀγ­γεῖ­ο νά πι­ῆ κρα­σί, εἶ­πε πά­λι στόν Ὅ­σιο· «Πά­τερ, εὐ­λό­γη­σε». Ὁ δέ Ὅ­σιος τοῦ εἶ­πε· «Ἐ­σύ, παι­δί μου, καί  χθές ἔ­λα­βες τήν εὐ­λο­γί­α, ὄ­χι ὅ­μως καί ὁ σύν­τροφός σου». Καί ἀ­μέ­σως ­κα­τά­λα­βαν ἐ­κεῖ­νοι, ὅ­τι τήν φω­νή πού ἄ­κου­σαν τήν χθε­σι­νή ἡ­μέρα, τήν εἶ­πε πράγ­μα­τι ὁ Ὅ­σιος. Κα­τ’ αὐ­τόν τόν τρό­πο ἦ­ταν ὅ­λα γνω­στά στά ψυ­χι­κά μάτια τοῦ Ἁ­γί­ου καί δέν ὑ­πῆρ­χε γι­’ αὐ­τόν κα­νέ­να ἀ­πό­κρυ­φο. Διότι ἐ­κεῖ­νοι, πού ἔ­χουν τά μά­τια τῆς ψυ­χῆς τους κα­θα­ρά ἀ­πό τά πά­θη, βλέ­πουν ἀν­τί­κρυ στόν νο­η­τό Ἥ­λιο Χρι­στό καί ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον δέ­χον­ται τήν λάμ­ψι τῶν κρυμ­μέ­νων πραγ­μά­των. 

Καί μί­α φο­ρά πού εἶ­χε τό Μο­να­στή­ρι με­γά­λη ἔλ­λει­ψι ἀ­πό ψω­μιά, εὐ­λο­γῶν­τας ὁ Ἅγιος τρί­α μι­κρά ψω­μια, πού εἶ­χε μό­νο, ­χόρ­τα­σε πλῆ­θος Μο­να­χῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἦ­ταν ἑ­πτακό­σιοι καί ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ροι. Ἔ­τσι ἦ­ταν ὅ­λα δυ­να­τά στήν κα­θα­ρή πί­στι τοῦ Ὁ­σί­ου, καί τί­πο­τα δέν ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το σ’­ αὐ­τή.

Ἀ­φοῦ ἔ­φθα­σε στήν κο­ρυ­φή τῆς ἀ­ρε­τῆς, ἀ­ξι­ώ­θη­κε καί προ­φη­τι­κοῦ χα­ρί­σμα­τος καί προ­γνώ­ρι­σε πό­τε θά πε­θά­νη. Ἐ­πει­δή ὅ­μως οἱ μα­θη­τές καί τά κα­τά Θε­όν τέ­κνα του τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν θερ­μό­τα­τα καί μέ δά­κρυ­α ζη­τοῦ­σαν νά μή πε­θά­νη γρή­γο­ρα, ἀλ­λά νά πα­ρα­μεί­νη ἀ­κό­μη στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή γιά με­γα­λύ­τε­ρη ὠ­φέ­λεια καί πρό­ο­δό τους, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν πα­ρε­κά­λε­σε ὁ Ἅ­γιος τήν Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κο νά τοῦ χα­ρί­ση ἀ­κό­μη δέ­κα πέν­τε ἔτη ζω­ῆς· καί λοι­πόν ἐ­πέ­τυ­χε τῆς πα­ρα­κλή­σε­ως. Τό­τε εἶ­δε νά αὐ­ξά­νων­ται οἱ μα­θη­τές του καί νά γί­νουν ἐν­νε­α­κό­σιοι καί πε­ρισ­σό­τε­ροι. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἔ­γι­νε πλή­ρης ἡ­με­ρῶν ὁ Ὅ­σιος καί ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε ἐ­βδο­μήν­τα δύ­ο χρό­νια, ὅ­ταν τέ­λει­ω­σαν τά δέ­κα πέν­τε χρό­ναι, πού τοῦ χα­ρί­σθη­καν, τό­τε πρός τόν Κύ­ριο εἰ­ρη­νι­κά ἐ­ξε­δή­μη­σε. Καί ὁ Θε­ός, ὅ­πως δό­ξα­σε τήν γέν­νη­σί του, ἔ­τσι καί τόν θά­να­τό του θαυ­μά­σια δό­ξα­σε. Δι­ό­τι ἔ­κα­νε νά λάμ­ψη ὁ στύ­λος τοῦ Ἁ­γί­ου καί τά ἐ­σω­τε­ρι­κά καί τά ἐξ­ωτε­ρι­κά μέ­ρη του μέ θε­ϊ­κό καί οὐ­ρά­νιο φῶς, ὥ­στε μέ τό φῶς ἐ­κεῖ­νο γνώ­ρι­σαν τό τέ­λος του τό­σο οἱ μα­θη­τές του, ὅ­σο καί οἱ ἀ­σκη­τές ἐ­κεῖ­νοι πού ζοῦ­σαν στά ὄ­ρη καἰ τά σπή­λαι­α. Τό­τε ὅ­λος ὁ χο­ρός τῶν Πα­τέ­ρων μέ με­γά­λη φρον­τί­δα καί τα­χύ­τη­τα ἔ­φθα­σαν στόν στῦ­λο καί ἔ­κλαι­γαν τήν ὀρ­φά­νια τους καί τήν στέ­ρη­σι τέ­τοι­ου Πα­τέ­ρα.

Ὅ­ταν μά­λι­στα ἔ­μα­θαν ὅ­τι πέ­θα­νε ὁ Πα­τέ­ρας τους χω­ρίς νά κά­νη ἔγ­γρα­φη δι­α­θή­κη, πε­ρισ­σό­τε­ρο θρη­νοῦ­σαν καί ἔ­κλαι­γαν. Καί μέ δά­κρυ­α καί θρή­νους ἔ­λε­γαν τά ἑ­ξῆς πρός τόν Ἅ­γιο· «Ὁ­πωσ­δή­πο­τε δέν θά κα­τε­βῆ, Πά­τερ, τό σῶ­μα σου ἀ­πό τόν στῦ­λο, οὔ­τε θά ἐν­τα­φια­σθῆ, ἄν δέν ἀφή­σης σ’ ἐ­μᾶς τά τέ­κνα σου κά­ποι­α πα­ρη­γο­ριά καί δι­α­θή­κη γραμ­μέ­νη ἀ­πό τά χέ­ρια σου». Πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως ἀ­πό ὅ­λους λυ­πόταν ὁ μα­θη­της, πού ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε τόν Ἅ­γιο, Γρη­γό­ριος ὀ­νο­μα­ζό­με­νος. Καί λοι­πόν δεί­χνει ὁ μέ­γας αὐ­τός θαῦ­μα ἀ­λη­θινά πά­ρα πο­λύ με­γά­λο. Δι­ό­τι τήν ὥ­ρα, πού ὅ­λοι οἱ μα­θη­τές καί τά τέ­κνα του ἔ­κλαι­γαν τρι­γύ­ρω καί ἔ­βγα­ζαν κραυ­γές ὀ­δυ­νη­ρές, αὐ­τός πού ἦ­ταν νε­κρός καί δί­χως πνο­ή, ὢ τοῦ θαύ­μα­τος! φαι­νό­ταν μέ πνο­ή καί ζων­τα­νός. Δη­λα­δή, ἀ­φοῦ ση­κώ­θη­κε καί κά­θι­σε, ἔ­βα­λε τό χέ­ρι του μέ­σα στόν κόλ­πο του καί βγά­ζει ἀ­πό ἐ­κεῖ ἕ­να χαρ­τί καί τό πα­ρα­δί­νει στούς μα­θη­τές του. Στήν συ­νέ­χεια ἔ­πε­σε πά­λι καί φαι­νό­ταν ζω­ρίς πνο­ή καί νε­κρός, ὅ­πως προ­η­γου­μέ­νως. Δι­α­βά­ζον­τας ὅ­μως οἱ μα­θη­τές τά ὅ­σα ἦ­ταν γραμ­μέ­να στό χαρ­τί μέ θαῦ­μα μα­ζί καί χα­ρά, δέν βρῆ­καν στό τέ­λος τῆς δι­α­θή­κης τήν συ­νη­θι­σμέ­νη ὑ­πο­γρα­φή τοῦ Ἁ­γί­ου. Ὁ­πό­τε πά­λι κλαί­γον­τας ἔ­λε­γαν πρός τόν Πα­τέ­ρα τους· «Ἄν, Πά­τερ, δέν ὑ­πάρ­χη στήν δι­α­θή­κη καί ἡ ὑ­πο­γρα­φή ἀ­πό τό δι­κό σου χέ­ρι, γνώ­ρι­ζε ὅ­τι καί ὅ­λοι ἐ­μεῖς ἐ­δῶ θά πε­θά­νου­με». Τό­τε ὁ Ἅ­γιος, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ση­κώ­θη­κε πά­λι καί κά­θι­σε. Κα­τό­πιν πι­ά­νον­τας τό κον­δύ­λι μέ τό χέ­ρι, ἔ­γρα­ψε τήν ὑ­πο­γρα­φή του καί ἔ­τσι ἔ­δω­σε τήν δι­α­θή­κη ἐ­νυ­πό­γρα­φη στούς μα­θη­τές του. Ἔ­πει­τα πά­λι ἔ­πε­σε καί κοι­μή­θη­κε, ἀ­φοῦ γέ­μι­σε τίς ψυ­χές ὅ­λων ὅ­σων τόν ἔ­βλε­παν ἀ­πό πά­ρα πο­λύ με­γά­λο θαυ­μα­σμό. Τό­τε λοι­πόν οἱ μα­θη­τές του, ἀ­φοῦ τί­μη­σαν ἐ­πά­ξια ὡς ἄ­ξιο τό ἱ­ε­ρό τοῦ Ὁ­σί­ου λεί­ψα­νο μέ δο­ξο­λο­γί­ες, μέ μύ­ρα καί μέ λαμ­πά­δες φω­τός, τό ἀ­πο­θη­σαύ­ρι­σαν μέ­σα σέ ἕ­να ξύ­λι­νο κι­βώ­τιο πο­λύ­τι­μο καί ἔ­τσι τό ἐν­τα­φί­α­σαν κον­τά στόν στῦ­λο, τό ὁ­ποῖ­ο καί με­τά τήν τα­φή ἀ­να­βλύ­ζει δι­ά­φο­ρα θαύ­μα­τα πρός δό­ξαν τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ καί Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης