Τῷ αὐτῷ μηνί ΙΓ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἑρμύλου καί Στρατονίκου. Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης, ὁ ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω ἀσκήσας, κατά τό 1320 ἔτος, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι ἔζησαν κατά τούς χρόνους Λικινίου τοῦ βασιλέως, κατά τό ἔτος 314. Καί ὁ μέν Ἅγιος Ἕρμυλος ἦταν Διάκονος κατά τό ἀξίωμα, ἐνῷ ὁ Στρατόνικος ἦταν φίλος τοῦ Ἁγίου Ἑρμύλου. Ὅταν λοιπόν παρουσιάσθηκε ὁ Ἅγιος Ἕρμυλος ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καί ὡμολόγησε τό ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρῶτα δέρνεται μέ κάποιες σφαῖρες χαλκωματένιες, κατόπιν καταξεσχίζεται ὅλο τό σῶμα μέ μαστίγια ἀγκαθωτά. Καί μέσα ἀπό τά βάσανα αὐτά προσκαλεῖ τόν φίλο του Στρατόνικο, γιά νά παρουσιασθῆ καί αὐτός καί νά ὁμολογήση τόν Χριστό. Βλέποντας λοιπόν ὁ Στρατόνικος τόν Ἅγιο Ἕρμυλο, πώς δερνόταν τόσο ἄσπλαγχνα καί ὅτι ἡ κοιλία καί τό στῆθος του ἄνοιξαν ἀπό τό πολύ δαρμό καί ἀπό τά ἀγκαθωτά μαστίγια, συμπόνεσε. Ἀμέσως λοιπόν παρουσίασε τόν ἑαυτό του καί ὡμολόγησε ὅτι καί αὐτός ἔχει τήν ἴδια πίστι τοῦ Ἐρμύλου. Ἀφοῦ ρωτήθηκε λοιπόν ἀπό τόν βασιλιά, ὡμολόγησε ὅτι εἶναι Χριστιανός. Γι’ αὐτό δέρνεται καί ρίχνεται στόν ποταμό Ἴστρο, δηλαδή στόν Δούναβι, μαζί μέ τόν Ἅγιο Ἑρμύλο καί ἐκεῖ ἔλαβαν καί οἱ δύο τό μακάριο τέλος τοῦ μαρτυρίου.
Τελεῖται δέ ἡ Σύναξί τους καί στήν μικρή Ἐκκλησία τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, πού βρίσκεται στήν Ὀξεία (νησί τῆς Προποντίδος) καί στήν Φυρμούπολι καί στόν τόπο, πού ὀνομάζεται στοῦ Σπουδαίου, κοντά στό ὀρφανοτροφεῖο. (Τόν ἐκτενέστερο Βίο τους βλέπε στόν Νέο Παράδεισο. Τόν Βίο τους στήν ἑλληνική συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Βασιλεύοντος Λικινίου τοῦ δυσσεβοῦς». Σῴζεται στήν Λαύρα, στή Μονή τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες).
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἰακώβου τοῦ ἀπό Νισίβεως.
Τόν Ἰάκωβον θνητόν ὄντα τῇ φύσει,
Θνητοῖς ὁμοίως μή θανεῖν οὐκ ἦν πρέπον.
Αὐτός ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, κατά τό ἔτος 318, γέννημα καί θρέμμα ὄντας τῆς μεγαλοπόλεως Νισίβεως, ἡ ὁποία προηγουμένως λεγόταν Ἀντιόχεια τῆς Μυγδονίας, ἐνῷ τώρα ὀνομάζεται Νισβίν καί βρίσκεται στήν Μεσοποταμία. Αὐτός λοιπόν, ἀφοῦ ἀγάπησε τήν ἐρημική καί ἥσυχη ζωή, ἀνέβηκε στίς ἐκεῖ ὑψηλότατες κορυφές τῶν βουνῶν καί ὑπέμενε ὁ ἀοίδιμος μέ ἀνδρεία τίς μεταβολές τῆς φύσεως· δηλαδή κατακαιγόταν ἀπό τήν ζέστη τοῦ θέρους καί ταλαιπωρεῖτο ἀπό τό κρύο τοῦ χειμῶνα. Ὡς φαγητό δέ εἶχε τά ἄγρια χόρτα καί ὡς ποτό νερό μέτριο καί ἔνδυμα ταπεινό. Καί γιά νά μιλήσω γενικά αὐτός ὁ Ὅσιος, τό μέν σῶμα του καταξήρανε μέ τήν σκληρότατη ἄσκησι, ἐνῷ τήν ψυχή του τήν ἔτρεφε πάντοτε καί ζωογονοῦσε μέ τήν πνευματική τροφή, δηλαδή μέ τήν θεία προσευχή καί μέ τήν τῶν Ἁγίων Γραφῶν ἀνάγνωσι.
Ἀπό αὐτές λοιπόν τίς θεϊκές ἀρετές ἀπέκτησε ὁ μακάριος τήν πρός Θεό ἀγάπη καί παρρησία καί ἔλαβε δύναμι ἀπό τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά θαυματουργῆ καί νά προβλέπη τά μέλλοντα. Ἔτσι μία φορά περνῶντας ἀπό ἕνα μέρος καί βλέποντας σέ μία βρύσι μερικές νέες γυναῖκες, πού ἔκαμναν ἀδιάντροπα σχήματα, ἀμέσως τήν βρύσι τήν καταράσθηκε καί στέρεψε καί ἀφοῦ καταράσθηκε καί τίς γυναῖκες, τίς ἔκανε νά ἀσπρίσουν τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς τους. Καί ἡ μέν βρύσι ἔβγαλε πάλι νερό, μετά ἀπό παρακλήσεις τῶν ἐκεῖ Χριστιανῶν, τά μαλλιά ὅμως τῶν γυναικῶν ἐκείνων δέν τά μαύρισε[1]. Αὐτός ὁ Ὅσιος, βλέποντας ἕναν δικαστή Πέρση νά κάνη κρίσι καί ἀπόφασι ἄδικη, καταράσθηκε τήν πέτρα, πού βρισκόταν ἐκεῖ κοντά του, καί, ὤ τοῦ θαύματος!, ἡ πέτρα σχίσθηκε σέ μύρια κομμάτια[2].
Μία φορά ὁ Ὅσιος θέλησε νά πάη σέ ἕνα χωριό καί, νά, ἔρχονται μερικοί πτωχοί, οἱ ὁποῖοι θέλησαν νά ζητήσουν ἐλεημοσύνη ἀπό τόν Ἅγιο. Ἕνας ὅμως ἀπό αὐτούς προσποιήθηκε, ὅτι ἦταν νεκρός, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἐμπαικτικά παρακαλοῦσαν τόν Ὅσιο νά δώση τά ἔξοδα γιά τήν ταφή τοῦ νεκροῦ. Τότε ὁ Ὅσιος παρακάλεσε μέν νά συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες αὐτοῦ πού ὑποκρίθηκε τόν νεκρό, ὅμως ἔκανε τήν ψυχή του νά χωρισθῆ ἀπό τό σῶμα καί νά πεθάνη πραγματικά· ἀλλά πάλι ὕστερα τόν ἀνέστησε μετά ἀπό παρακλήσεις τῶν ἄλλων συντρόφων του. Αὐτός ὁ θεῖος Ἰάκωβος ἐξ αἰτίας τῶν πολλῶν ἀρετῶν του ἔγινε Ἐπίσκοπος τῆς δικῆς του πατρίδας Νισίβεως καί ἦταν παρών στήν Πρώτη Οἰκουμενική Σύνοδο, πού συγκροτήθηκε στήν Νίκαια, ὅπου τόν δυσσεβέστατο Ἄρειο παρέδωσε στό ἀνάθεμα. Καί τόν καιρό, πού ἐκεῖνος προσπαθοῦσε νά ἔλθη πάλι στήν Ἐκκλησία καί νά συλλειτουργήση μέ δόλο, ὁ θεῖος αὐτός Ἰάκωβος μαζί μέ τούς λοιπούς Πατέρες τόν θανάτωσε μέ τήν προσευχή του, καθόσον μέσα στό ἀναγκαῖο διαλύθηκαν ὅλα τά σπλάγχνα ἐκείνου.
Ἀλλά καί ὅταν ὁ βασιλιάς τῶν Περσῶν Σαβώριος πῆγε νά περιτειχίση μέ στρατεύματα τήν Νίσιβι καί ἔκανε πολλά σχέδια, γιά νά πάρη τήν πόλι, τότε ὁ θεῖος αὐτός Ἰάκωβος ἐμφανισθείς ὡς μοναχός, ἔκανε τούς Πέρσες νά φύγουν· διότι παρεκάλεσε τόν Θεό καί ἔστειλε ἐναντίον τῶν Περσῶν ἕνα σύννεφο ἀπό σκνῖπες καί κουνούπια, τά ὁποῖα ὥρμησαν ἐναντίον τῶν ἀλόγων καί τῶν ἐλεφάντων τῶν Περσῶν, καί, δαγκώνοντάς τα, τά ἔκαναν νά σπάσουν τά δεσμά καί νά φύγουν. Τότε ὁ βασιλιάς βλέποντας τό παράδοξο αὐτό καί μή ξέροντας τί νά κάνη, ἐπέστρεψε ἄπρακτος στήν Περσία. Μέ τέτοια παρόμοια πολύ μεγάλα θαύματα, ἀφοῦ διέλαμψε ὁ θεῖος Ἰάκωβος καί ἀφοῦ ἔγινε πλήρης ἡμερῶν, μακαρίως ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίῳ.
Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης, ὁ ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω ἀσκήσας, κατά τό 1320 ἔτος, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Παρῆλθε πάντας ἀρεταῖς ὁ Μάξιμος,
Κἄν τοῖς χρόνοις ἤσκησε νῦν τοῖς ἐσχάτοις.
Αὐτός ὁ Ὅσιος Πατέρας μας Μάξιμος ἦταν ἀπό τήν Λάμψακο ἀπό γονεῖς εὐγενεῖς, εὐσεβεῖς καί ἐνάρετους, οἱ ὁποῖοι, ἐπειδή ἦταν ἄτεκνοι, παρακαλοῦσαν τόν Θεό νά τούς δώση παιδί. Καί ἐπειδή ὁ Θεός εἰσάκουσε τήν δέησί τους, τούς ἔδωσε αὐτόν τόν Μακάριο Μάξιμο, τόν ὁποῖο ὠνόμασαν Μανουήλ στό Ἅγιο Βάπτισμα. Καί ἀφοῦ τόν ἔλαβαν ὡς δῶρο θεόσταλτο, τόν ἀνάθρεψαν μέ μεγάλη ἀγάπη καί φροντίδα καί τοῦ μάθαιναν τά ἱερά γράμματα. Καί ὅταν ἔφθασε σέ κατάλληλη ἡλικία τό παιδί, τό ἔφεραν στόν Ναό τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τό ἀφιέρωσαν στόν Θεό. Καί ἐνόσῳ παρέμενε ὁ Μανουήλ στόν Ναό τῆς Παναγίας, ἔψαλλε μέ θεῖο ἔρωτα, παρακαλῶντας τήν Παναγία καθημερινά μέ πολλή κατάνυξι γιά τήν σωτηρία του. Καί πραγματικά σάν ἄλλος Σαμουήλ φαινόταν νά προκόβη στήν ἡλικία καί στήν χάρι. Ἐπειδή ἀπό τήν ἀρχή εἶχε ἀντίληψι ἑνός ἐνήλικα, πήγαινε συχνά σέ κάποιους Ὁσίους γέροντες, πού ἡσύχαζαν ἐκεῖ κοντά, γιά νά ἀκούη τίς ψυχωφελεῖς συμβουλές τους. Καί συναναστρεφόμενος μέ αὐτούς, ὡδηγεῖτο σέ θεάρεστη πολιτεία. Γι’ αὐτό καί ὁ θεῖος πόθος ἄναψε στήν καρδιά του καί τόν πίεζε νά φύγη ἀπό τόν Κόσμο καί νά ντυθῆ καί τό Ἅγιο σχῆμα τῶν Μοναχῶν. Ὡστόσο οἱ γονεῖς του σάν νά λησμόνησαν, ὅτι τόν ἀφιέρωσαν στόν Θεό, ἑτοιμάζονταν, γιά νά τόν παντρέψουν.
Ἀλλά ὁ καλός Μανουήλ, στά δεκαεπτά χρόνια τῆς ἡλικίας του, ἄφησε καί γονεῖς καί κόσμο καί ἀφοῦ πέρασε στό Ὄρος, πού ὠνομαζόταν Γάνου, φόρεσε τό μοναχικό σχῆμα, μετωνομάσθηκε Μάξιμος καί ὑποτάχθηκε σέ ἕναν δόκιμο Γέροντα, πού ὠνομαζόταν Μᾶρκος. Ἀλλά ἐπειδή καί αὐτός ἦταν καί ἀπό πρίν ἀκόμη διδαγμένος τήν μοναχική πολιτεία καί φαινόταν στούς γέροντες ἐκείνους προκομμένος σέ ὅλα, ἦταν ἀγαπητός ἀπό ὅλους, κατηγορεῖτο ὅμως ἀπό τόν γέροντά του γιά τήν ὑπερβολική σκληραγωγία πού ἔκαμνε. Ἀλλά δέν πέρασε πολύς καιρός, καί ἔφυγε στίς αἰώνιες μονές ὁ γέροντάς του, ὁ ὁποῖος διέλαμψε ὡς πρός τήν ἀρετή σέ ὅλη τήν Μακεδονία. Ὁ δέ θεῖος Μάξιμος, ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπό ἐκεῖ, πέρασε στήν Μακεδονία, ἀναζητῶντας νά βρῆ ἕναν τέτοιο γέροντα ἐνάρετο σάν τόν πρῶτο. Καί ὁ Θεός τοῦ ἐκπλήρωσε τόν πόθο του. Διότι πηγαίνοντας στό Παπήκειο ὄρος, βρῆκε Ἅγιους ἄνδρες, ὅμοιους μέ τούς παλαιούς. Καί συναναστρεφόμενος μέ αὐτούς πολύν καιρό, δέχθηκε στόν ἑαυτό του ὅλες τίς ὑπεράνθρωπες ἀρετές τους. Ἔπειτα πῆγε στήν Κωνσταντινούπολι καί, ἀφοῦ εἶδε τούς ὡραιότατους ἐκείνους ναούς, τρέχει στόν ναό τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης Θεοτόκου, πού ὀνομάζεται Ὁδηγήτρια, γιά νά δῆ τά πολύ μεγάλα θαύματα πού ἔγιναν ἐκεῖ. Τά ὁποῖα ἀφοῦ εἶδε καί προσκύνησε, ὑπερεθαύμασε καί συλλογιζόταν πόσο μεγάλη δόξα ἔχει ἡ Θεοτόκος στούς οὐρανούς καί καθώς ἔμεινε ὅλος ἔκθαμβος, διανυκτέρευε μέσα στόν ναό. Καί ἐξ αἰτίας τῆς ἐκστατικῆς του ὄψεως φαινόταν σ’ ὅλους σάν ἀνόητος. Γι’ αὐτό καί ὅλοι τόν θαύμαζαν καί τόν θεωροῦσαν τρελλό γιά τόν Χριστό.
Καί ὅταν ἔμαθε γι’ αὐτόν ὁ βασιλιάς ὁ μέγας Ἀνδρόνικος ὁ Παλαιολόγος, τόν προσκάλεσε στό βασίλειο καί ἄρχισε νά συνομιλῆ μέ αὐτόν ἀνάμεσα σέ πολλούς. Ὁ δέ θεῖος Μάξιμος μιλοῦσε στόν βασιλιά, λέγοντας νοήματα ἀπό τούς λόγους τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί ἀπό τίς θεῖες Γραφές, καί τόν θαύμαζαν οἱ ρήτορες, ἐπειδή γνώριζε τά τοῦ Θεολόγου καί κάθε ἄλλη Γραφή. Στόν τότε Πατριάρχη τόν Ἅγιο Ἀθανάσιο πήγαινε συχνά καί ἄκουγε μέ χαρά τούς γλυκύτατους λόγους του, ἀποκαλῶντας τον νέο Χρυσόστομο. Καί ὁ Πατριάρχης, ἐπειδή γνώριζε τήν ἀρετή του, προσπάθησε πολύ, γιά νά τόν βάλη στό κοινόβιο, ἀλλά δέν θέλησε ὁ Ὅσιος νά ἐγκαταλείψη τόν ναό τῆς Θεοτόκου στίς Βλαχέρνες.
Καί ἀφοῦ διέμεινε ἐκεῖ ἀρκετό καιρό, πῆγε στήν Θεσσαλονίκη, γιά νά προσκυνήση τόν μέγα Δημήτριο τόν Μυροβλήτη. Καί ἀφοῦ ἐκπλήρωσε τόν πόθο του, πῆγε στό Ἅγιο Ὄρος καί καθώς περιφερόταν καί προσκυνοῦσε τά ἄλλα ἱερά Μοναστήρια, πῆγε καί στήν Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, καί ἀφοῦ διάβασε τόν βίο καί τούς ἀγῶνες τοῦ Ἁγίου, ὁμοίως καί τοῦ Ἁγίου Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου καί θαύμασε τοῦ μέν Πέτρου τήν ἡσυχία, τοῦ δέ Ἀθανασίου τήν κοινοβιακή ζωή καί συλλογιζόμενος τήν προθυμία καί τήν ἐπιμέλεια πού εἶχαν καί οἱ δύο, πόθησε νά σταθῆ στόν τόπο ἐκεῖνο καί νά μιμηθῆ καί τῶν δύο τίς πολιτεῖες. Ρώτησε τούς ἐκεῖ ἐνασκουμένους Ἁγίους Πατέρες, ποιά πολιτεία νά μεταχειρισθῆ πρῶτα. Καί αὐτοί τόν συμβούλευσαν πρῶτα νά ὑποταχθῆ σέ γέροντα καί νά ἐκπαιδευθῆ μέ τά κατορθώματα τῆς μακάριας ὑπακοῆς καί ὕστερα, ἀφοῦ βάλη καλό θεμέλιο πάνω στήν πέτρα τοῦ Χριστοῦ, τήν θεία ταπείνωσι, νά πάη καί μόνος του στήν ἡσυχία νά ἀγωνίζεται.
Ἀφοῦ τά ἄκουσε αὐτά ὁ Ὅσιος, ὑποτάχθηκε στόν ἡγούμενο καί συγκατοίκησε ἐκεῖ μέ τούς ὑπόλοιπους ἀδελφούς. Καί πρῶτα μέν δοκιμάσθηκε στά κατώτερα διακονήματα, ἔπειτα διορίσθηκε νά ψάλλη στόν χορό τῆς Ἐκκλησίας πρός δόξα Θεοῦ. Διότι, ὅταν ἦταν νέος, ἔμαθε τήν μουσική. Καί καθώς ἔψαλλε συνετά καί μέ συναίσθησι τῶν λεγομένων, ὕψωνε τόν νοῦ του στόν ὑμνούμενο Θεό καί ἔχυνε πολλά δάκρυα κατανύξεως ὁ Μακάριος. Γι’ αὐτό δέν ἐμποδιζόταν ποτέ ἀπό τήν νοερά προσευχή, δηλαδή τό « Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», τήν ὁποία εἶχε ἀτελείωτη μέσα στήν καρδιά του μαζί μέ τόν νοῦ. Καί ἐνῷ ἦταν στήν ὑποταγή τοῦ Μοναστηριοῦ καί ἔκαμνε μέ προθυμία ὅλα αὐτά πού τόν πρόσταζαν, πολιτευόταν πάλι μέ τήν ἴδια σκληραγωγία πού περνοῦσε πρωτύτερα, ὅταν ἦταν στόν ναό στίς Βλαχέρνες.
Ἀλλά ὅπως τό Σίναιο ὄρος κάλεσε τόν Μωυσῆ καί ὁ Κάρμηλος τόν Ἠλία καί τόν βαπτιστή Ἰωάννη ἡ ἔρημος, μέ τόν ἴδιο τρόπο καί τόν Ὅσιο Μάξιμο τόν ἀνακαλεῖ ὁ Ἄθωνας, τό ἄνθος τῶν Ὀρέων, γιά νά ἀνθήση ὁ δίκαιος σ’ αὐτό καί νά καρποφορήση τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διότι τήν Κυριακή των Ἁγίων Πατέρων, πού εἶναι μετά τήν θεία Ἀνάληψι, ἐμφανίζεται σ’ αὐτόν ἡ Θεοτόκος νά ἔχη στήν ἀγκαλιά της τόν Κύριο καί τοῦ λέει· «Ἀκολούθησέ με πιστότατε Μάξιμε, καί ἀνέβα ἐπάνω στόν Ἄθωνα γιά νά λάβης τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως ἐπιθυμεῖς». Καί ἀφοῦ εἶδε δύο καί τρεῖς φορές αὐτή τήν θεία ὀπτασία, ἄφησε τήν μεγάλη Λαύρα καί μετά ἀπό ἑπτά ἡμέρες ἀνέβηκε στήν κορυφή τοῦ Ὄρους τό Σάββατο τῆς Πεντηκοστῆς καί πέρασε ὅλη τήν νύχτα ἄγρυπνος μαζί μέ ἄλλους μερικούς Μοναχούς, οἱ ὁποῖοι μετά τήν θεία Λειτουργία ἀναχώρησαν. Ὁ δέ θεῖος Μάξιμος ἔμεινε ἐκεῖ μόνος τρία μερόνυχτα, προσευχόμενος ἀδιαλείπτως στόν Θεό καί στήν Θεοτόκο, μέσῳ νοερᾶς προσευχῆς. Ἀλλά ποιός μπορεῖ νά διηγηθῆ τούς πειρασμούς, πού μεταχειρίσθηκε ὁ ἐχθρός, γιά νά διώξη ἀπό ἐκεῖ τόν Ἅγιο; Ὁ δέ θεῖος Μάξιμος, καθώς εἶχε στόν ἑαυτό του τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν φοβόταν καθόλου. Ἀλλά ἀσχολεῖτο μόνο μέ τήν νοερά προσευχή καί παρακαλοῦσε τόν Θεό καί τήν Θεοτόκο, τήν ἀνάδοχό του καί προστάτη.
Καί λοιπόν ἐμφανίζεται σ’ αὐτόν ἡ Θεοτόκος μέ δόξα πολλή σάν βασίλισσα, περικυκλωμένη ἀπό πολλούς ἄρχοντες, νέους στήν ἡλικία, νά κρατᾶ πάλι στά χέρια της τόν Υἱό της. Καί ἀφοῦ τήν ἀναγνώρισε ὁ Ἅγιος, ἀπό τό ἄστεκο ἐκεῖνο καί θεῖο φῶς, πού ἔλαμπε καί φώτιζε τριγύρω ὅλα τά μέρη ἐκεῖνα καί ἀφοῦ πληροφορήθηκε, ὅτι δέν ἦταν πλάνη δαιμονική, ἀλλά θεία ὀπτασία τῆς Θεοτόκου, τήν δοξολόγησε μέ χαρά ἀνείπωτη, λέγοντας τό «Χαῖρε κεχαριτωμένη ὁ Κύριος μαζί σοῦ», καί ἄλλα τέτοια. Ἔπειτα, ἀφοῦ ἔπεσε στά γόνατα, προσκύνησε τόν Κύριο μαζί μέ τήν Κυρία Θεοτόκο καί δέχθηκε ἀπό τόν Κύριο τήν εὐλογία καί ἄκουσε ἀπό τήν Παναγία τά ἑξῆς· «Λάβε τήν χάρι ἐναντίον τῶν δαιμόνων ἐσύ ὁ σεβάσμιος ἀθλοφόρος καί κατοίκησε στούς πρόποδες τῆς κορυφῆς τοῦ Ἄθωνα. Διότι αὐτό εἶναι θέλημα τοῦ Υἱοῦ μου, γιά νά ἀνέβης σέ ὕψος ἀρετῆς, καί νά γίνης διδάσκαλος καί ὁδηγός σέ πολλούς καί νά τούς σώσης». Καί μετά ἀπό αὐτά τοῦ δόθηκε καί ἄρτος οὐράνιος, πού ἦταν τόσες ἡμέρες νηστικός. Καί ἀμέσως, μόλις πῆρε τόν ἄρτο καί τόν ἔβαλε στό στόμα του, τόν περικύκλωσε ἀπό ψηλά θεῖο φῶς καί ἄκουσε ὕμνο Ἀγγελικό καί ἔτσι ἡ Θεοτόκος ἀνέβηκε στά οὐράνια. Καί τόση λάμψι καί εὐωδία ἔμεινε στήν κορυφή τοῦ Ὄρους, ὥστε ἔνιωσε ἔκστασι ὁ Ἅγιος καί δέν ἤθελε νά κατέβη ἀπό ἐκεῖ καί νά στερηθῆ τήν εὐωδία ἐκείνη καί τήν λάμψι.
Ὅμως μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες κατέβηκε μέ τήν προσταγή τῆς Θεοτόκου, καί πῆγε στόν Ναό της πού ὠνομαζόταν Παναγία. Καί ἀφοῦ διέμεινε ἐκεῖ ἀρκετές ἡμέρες, ἀνέβηκε πάλι στήν κορυφή καί ἀσπαζόταν τόν τόπο ἐκεῖνο, στόν ὁποῖο στεκόταν ἡ Θεοτόκος μέ δόξα καί ζητοῦσε πάλι μέ δάκρυα τήν θεία της ἐμφάνισι.
Ὡστόσο μόνο φῶς εἶδε καί εὐωδία αἰσθάνθηκε ἀχόρταστη καί γέμισε ὅλος ἀπό χαρά καί εὐφροσύνη ἀνείπωτη. Καί αὐτό συνέβη δύο καί τρεῖς φορές, πού ἀνέβηκε στήν κορυφή. Ὅμως τήν Θεοτόκο δέν τήν εἶδε ξανά.
Ἀπό τότε καί στό ἑξῆς κατέβηκε στό Καρμήλιο, στόν Προφήτη Ἠλία. Καί ἐκεῖ ἀφοῦ βρῆκε ἕναν Μοναχό γέροντα, τοῦ φανέρωσε ἐκεῖνα πού εἶδε καί ἄκουσε στήν κορυφή τοῦ Ὄρους. Ὁ δέ γέροντας, ἀφοῦ τά ἄκουσε αὐτά, νόμισε, ὅτι ξεγελάσθηκε ὁ θεῖος Μάξιμος, καί ὅλα ἐκεῖνα τά εἶδε μέ φαντασία δαιμονική. Καί ἀπό τότε τόν ἔλεγαν ὅλοι πλέον πλανεμένο. Ἀλλά ὁ σταθερός αὐτός φωστήρας δέχθηκε μέ μεγάλη του χαρά, νά τόν ἀποκαλοῦν πλανεμένο καί ὄχι Ἅγιο. Καί ὑποκρινόταν πάντοτε, πώς εἶναι πλανεμένος γιά νά ἐξαφανίση μέ αὐτό τήν ὑπερήφανη φιλαρέσκεια. Καί γι’ αὐτό δέν κατοίκησε σέ ἕναν τόπο, ὅπως οἱ ἄλλοι. Ἀλλά μετακόμιζε ἀπό τόπο σέ τόπο καί ὅπου πήγαινε, ἔφτιαχνε μιά μικρή καλύβα ἀπό χόρτα, ὅσο γιά νά χωρᾶ μόνο τό πολύπαθο σῶμα του καί μετά ἀπό λίγο τήν ἔκαιγε καί πήγαινε σέ ἄλλο μέρος καί ἔφτιαχνε ἄλλη. Καί τόσο ὑπεράνθρωπη ἦταν ἡ ἀποστροφή του πρός τά ὑλικά ἀγαθά, ὥστε δέν ἀπέκτησε ποτέ οὔτε σκαλιστήρι, οὔτε τορβά, οὔτε κανένα ἄλλο ἀπό τά ἀναγκαῖα στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά σάν ἄυλος σχεδόν περνοῦσε τήν ζωή του σέ ἔρημους καί ἄβατους τόπους. Καί μόνο μικρή καλύβα ἔφτιαχνε καί μετά ἀπό λίγο τήν ἔκαιγε καί ἔφευγε ἀπό ἐκεῖ. Γι’ αὐτό καί ἀποκαλεῖτο πλανεμένος μαζί καί καυσοκαλύβης, γιατί δέν ἐγνώριζαν οἱ ἄλλοι τήν θεία χάρι πού τόν σκέπαζε. Αὐτός ὁ Ἅγιος σάν ἄσαρκος κατοικοῦσε σ’ ἐκείνη τήν ἔρημο. Καί πραγματικά αὐτός ὁ ἀείμνηστος Μάξιμος σταύρωσε τήν σάρκα μαζί μέ τά πάθη καί τίς ἐπιθυμίες.
Ποιός νά μή θαυμάση αὐτή τήν ἀγγελική του διαγωγή ἀκούγοντας τά ὑπεράνθρωπα καί ὑπερφυσικά του ἀγωνίσματα; Γι’ αὐτό καί ἔγινε κατοικία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἕνας ἄλλος Πέτρος Ἀθωνίτης καί ἕνας ἄλλος μέγας Ἀθανάσιος ἐμφανίσθηκε, τῶν ὁποίων τίς πολιτεῖες ἀγωνιζόταν μέ ὅλες του τίς δυνάμεις νά μιμηθῆ. Γι’ αὐτό καί ὁ νοῦς του, ὅπως καί ἐκείνων, ξέφευγε σέ θεωρίες καί ἔβλεπε ἀποκαλύψεις Μυστηρίων. Καί ὅλα αὐτά ἔγιναν ἀντιληπτά, ὅταν αὐτός ἔγινε γνωστός καί συναναστράφηκε μέ ἄλλους Ἅγιους γέροντες καί ἀσκητές μεγάλους, οἱ ὁποῖοι θαύμαζαν καί πρωτύτερα τόν θεῖο Μάξιμο, εἶχαν ὅμως καί τήν ἐπιφύλαξι, ὅτι εἶναι πλανεμένος, ἀλλά ὅταν συναναστράφηκαν μέ αὐτόν, ἀντιλήφθηκαν τήν θεία χάρι πού κατοικοῦσε μέσα του καί δέν τόν ἔλεγαν πλέον πλανεμένο, ἀλλά τίμιο Μάξιμο καί φωστῆρα ὑπέρλαμπρο.
Ἐκεῖνο τόν καιρό ἦλθε στό Ἅγιο Ὄρος καί ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης καί, ἀφοῦ κάθησε στήν σκήτη τοῦ Μαγουλᾶ, ἔγινε σ’ ὅλους τούς Πατέρες τοῦ Ὄρους ποθητός καί ἰδιαίτερα στούς ἡσυχαστές. Διότι ἦταν θαυμαστός διδάσκαλος τῆς ἡσυχίας καί τῆς νοερᾶς προσευχῆς καί γνώριζε πολύ καλά τίς μηχανορραφίες καί τά τεχνάσματα τῶν δαιμόνων. Καί γι’ αὐτό ἔτρεχαν σ’ αὐτόν οἱ ἡσυχαστές καί διδάσκονταν τά Μυστήρια τῆς νοερᾶς προσευχῆς καί ποιά εἶναι τά γνήσια σημεῖα τῆς χάριτος καί ποιά τῆς ἀπάτης τοῦ ἐχθροῦ. Καί μερικοί ἀπό αὐτούς τοῦ εἶπαν καί γιά τόν Ὅσιο Μάξιμο. Καί καθώς τά ἄκουσε αὐτά ὁ θεῖος Γρηγόριος, θαύμαζε καί ἐπιθυμοῦσε νά τόν δῆ. Γι’ αὐτό καί ἀπέστειλε κάποιους ἀπό τούς μαθητές του, νά προσκαλέσουν τόν ἱερό Μάξιμο. Καί ἀφοῦ πῆγαν οἱ ἀπεσταλμένοι στήν καλύβα του, δέν τόν βρῆκαν καί τριγύριζαν δύο ἡμέρες ἀναζητῶντας τον καί, ἀφοῦ ταλαιπωρήθηκαν ἀπό τόν χειμῶνα, κατέφυγαν στό κελλί τοῦ Ἁγίου Μάμαντος, γιά νά ξεκουρασθοῦν λίγο. Καί ἐκεῖ νά καί φθάνει καί ὁ ζητούμενος θεῖος Μάξιμος καί χαιρετᾶ ὅλους τούς ἐκεῖ παρευρισκόμενους μέ τό ὄνομά τους καί προλέγει καί τήν ἀπόφασι τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου, νά ἀναχωρήση ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος καί νά πάη στά Παρόρια καί κάποια ἄλλα μέρη. Τότε οἱ ἀπεσταλμένοι ἀδελφοί τοῦ φανέρωσαν τό μήνυμα τοῦ γέροντά τους. Καί αὐτός ξεκίνησε ἀμέσως καί πήγαινε μαζί μέ αὐτούς στόν Γρηγόριο. Καί ὅταν ἔφθασαν στό κελλί τοῦ Γρηγορίου, τούς λέει ὁ θεῖος Μάξιμος «Ὁ γέροντας, ἀναπαύεται τώρα, διότι κουράστηκε πολύ στήν προσευχή. Γι’ αὐτό ἡσυχάστε καί ἐσεῖς λίγο καί ἐγώ ἐπίσης θέλω νά ἀναπαυθῶ, ἕως νά δῶ τόν γέροντα». Τόν προσκάλεσε κατόπιν ὁ θεῖος Γρηγόριος καί ἀμέσως πῆγε καί, ἀφοῦ ἀσπάσθηκαν ἀναμεταξύ τους, ἔβγαλε ἔξω ὁ Γρηγόριος τούς ἄλλους, καί μόνο τόν θεοφόρο Μάξιμο κράτησε, θέλοντας νά μάθη ἀπό αὐτόν τόν ἴδιο ἐκεῖνα, πού ἄκουσε σχετικά μέ αὐτόν.
Καί λοιπόν ἀφοῦ τόν ρώτησε ὁ θεῖος Γρηγόριος τόν Μάξιμο, τοῦ ἀπάντησε· «Συγχώρεσέ με, Πάτερ. Ἐγώ εἶμαι πλανεμένος ἄνθρωπος». Καί ὁ γέροντας τοῦ λέει· «Ἄφησέ τα αὐτά τώρα καί πές μου, γιά ὄνομα τοῦ Κυρίου, τήν ἀρετή σου γιά νά μέ διαφωτίσης. Ἄν μή τι ἄλλο, τουλάχιστον νά ἐνθαρρυνθοῦμε ἐποικοδομητικά στήν ἀρετή καί νά ὠφεληθοῦμε ἀναμεταξύ μας. Καί πές μου, γιά τό ὄνομα τοῦ Κυρίου, τήν ἀρετή σου».
Καί τότε ὁ θεῖος Μάξιμος τοῦ φανέρωσε ὅσα ἔκανε ἀπό τά νιάτα του. Δηλαδή, τόν ἔνθεο ζῆλο πού εἶχε, τήν φοβερή ἐκείνη ὀπτασία τῆς Θεοτόκου, τό φῶς πού τόν περικύκλωσε τότε καί ἄλλοτε τόν περικυκλώνει, τούς πειρασμούς τῶν δαιμόνων. Ὁ δέ θεῖος Γρηγόριος, ἀφοῦ τόν διέκοψε ἀπό τόν λόγο του, εἶπε· «Λέγε μου, σέ παρακαλῶ, τηρεῖς τήν νοερά προσευχή, τιμιώτατε Πάτερ;». Καί ἐκεῖνος χαμογέλασε λίγο καί τοῦ λέει· «Δέν θέλω νά σοῦ κρύψω Πάτερ μου, τό θαῦμα τῆς Θεοτόκου πού ἔγινε σ’ ἐμένα. Ἐγώ ἀπό τά νιάτα μου εἶχα πολλή πίστι στήν Κυρία μου Θεοτόκο, καί τήν παρακαλοῦσα μέ δάκρυα νά μοῦ δώση αὐτή τήν χάρι τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Καί μία τῶν ἡμερῶν, πηγαίνοντας στόν ναό της, ὅπως εἶχα συνήθεια, τήν παρακαλοῦσα πάλι μέ ἀμέτρητη θέρμη τῆς καρδιᾶς μου. Καί ἐκεῖ πού ἀσπαζόμουν μέ πόθο τήν Ἁγία εἰκόνα της, ἀμέσως ἔνιωσα στό στῆθος μου καί στήν καρδιά μου μιά θέρμη καί μιά φλόγα, πού ἦλθε ἀπό τήν Ἁγία εἰκόνα, ἡ ὁποία δέν μέ ἔκαιγε, ἀλλά μέ δρόσιζε καί μέ γλύκαινε καί προξενοῦσε στήν ψυχή μου μεγάλη κατάνυξι. Ἀπό τότε πλέον, Πάτερ, ἄρχισε ἡ καρδιά μου νά λέη ἀπό μέσα τήν προσευχή καί ὁ νοῦς μου νά γλυκαίνεται στήν μνήμη τοῦ Ἰησοῦ μου καί τῆς Θεοτόκου μου καί νά εἶναι πάντοτε μαζί μέ τήν μνήμη τους καί πλέον ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα δέν ἔλειψε ἡ προσευχή ἀπό τήν καρδιά μου. Συγχώρεσέ με».
Καί ὁ θεῖος Γρηγόριος τοῦ λέει· «Πές μου, Ἅγιε, σοῦ συνέβη καμία φορά, τήν ὥρα πού ἔλεγες τήν εὐχή τό, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, καί τά ἑξῆς, θεϊκή μεταβολή ἤ ἔκστασι ἤ κανένας ἄλλος καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;». Καί ὁ ἱερός Μάξιμος τοῦ εἶπε· «Πάτερ, γι’ αὐτό πήγαινα σέ ἔρημο τόπο καί ποθοῦσα τήν ἡσυχία πάντοτε, γιά νά ἀπολαύσω ἀκόμη περισσότερο τόν καρπό τῆς προσευχῆς. Ὁ ὁποῖος εἶναι μία ἀγάπη ὑπερβολική πρός τόν Θεό καί μιά ἁρπαγή τοῦ νοῦ πρός τόν Κύριο».
Καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος τοῦ λέει· «Σέ παρακαλῶ, Πάτερ, νά μοῦ πῆς, τά ἔχεις αὐτά, πού εἶπες;». Τότε ὁ θεῖος Μάξιμος χαμογέλασε πάλι καί τοῦ λέει, «δῶσε μου νά φάω, καί μήν ἐλέγχης τήν πλάνη μου». Καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος τοῦ εἶπε· «Μακάρι καί ἐγώ νά εἶχα τήν πλάνη τήν δική σου, Ἅγιε. Ὅμως σέ παρακαλῶ νά μοῦ πῆς, ὅταν ξεφεύγη ὁ νοῦς σου σέ θεωρία, τί βλέπει μέ τά νοερά μάτια; Καί ἄν τυχόν μπορῆ τότε ὁ νοῦς μαζί μέ τήν καρδιά νά ἐξακολουθήση τήν προσευχή;».
Καί ὁ θεῖος Μάξιμος τοῦ ἀπάντησε· «Ὄχι, δέν μπορεῖ. Γιατι, ὅταν ἔλθη ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στόν ἄνθρωπο μέσῳ τῆς προσευχῆς, τότε σταματᾶ πλέον ἡ προσευχή. Ἐπειδή ὁ νοῦς κυριεύεται ὁλόκληρος ἀπό τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί δέν μπορεῖ πλέον νά ἐνεργήση τίς δυνάμεις του, ἀλλά μένει ἀργός καί ὑποτάσσεται στό Ἅγιο Πνεῦμα, καί ὅπου θέλει τό Ἅγιο Πνεῦμα τόν πηγαίνει, ἤ σέ ἀέρα ἄυλο θείου φωτός ἤ σέ ἄλλη θεωρία ἀνεκδιήγητη. Ἤ καί πολλές φορές σέ ὁμιλία θεϊκή καί ἐν συντομίᾳ, ὅπως θέλει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ἔτσι παρηγορεῖ τούς δούλους του. Ὅπως πρέπει στόν καθένα, ἔτσι τοῦ δίδει καί τήν χάρι του. Καί αὐτά πού λέω, μπορεῖ κανείς νά τά δῆ φανερά στούς Προφῆτες καί Ἀποστόλους, πού ἀξιώθηκαν νά δοῦν τόσες θεωρίες, μολονότι οἱ ἄνθρωποι τούς θεωροῦσαν πλανεμένους καί μεθυσμένους. Καί ὁ προφήτης Ἡσαΐας εἶδε τόν Κύριο ἐπάνω σέ θρόνο ψηλό. Καί ὁ πρωτομάρτυς Στέφανος εἶδε τούς οὐρανούς ἀνοιγμένους καί τόν Ἰησοῦ στά δεξιά του Πατρός, καί τά λοιπά. Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί τώρα οἱ δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ ἀξιώνονται νά βλέπουν διάφορες θεωρίες, τίς ὁποῖες μερικοί δέν τίς πιστεύουν, οὔτε τίς δέχονται μέ κανέναν τρόπο πώς εἶναι ἀληθινές, ἀλλά τίς θεωροῦν ἀπάτη, καί ἐκείνους πού τίς βλέπουν τούς θεωροῦν πλανεμένους. Καί θαυμάζω πολύ μέ αὐτό καί ἀπορῶ, γιά ποιόν λόγο οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι πορώθηκαν καί σάν τυφλοί στήν ψυχή, δέν πιστεύουν ἐκεῖνο πού ὑποσχέθηκε ὁ εἰλικρινής Θεός μέ τό στόμα τοῦ προφήτου Ἰωήλ, πώς πρόκειται νά τό δώση στούς πιστούς; Ἐκεῖ πού λέει× «Διότι θά ἐνσταλάξω ἀπό τήν χάρι τοῦ Πνεύματός μου σέ κάθε πιστό, καί στούς δούλους μου, καί στίς δοῦλες μου». Τήν ὁποία χάρι τήν ἔδωσε ὁ Κύριός μας καί τήν δίνει καί τώρα καί θά τήν δίνη καί ἕως τήν συντέλεια, σύμφωνα μέ τήν ὑπόσχεσί του, σέ ὅλους τούς πιστούς δούλους του. Λοιπόν ὅταν ἡ χάρις αὐτή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔλθη σέ κάποιον, δέν τοῦ δείχνει τά συνηθισμένα, οὔτε τά αἰσθητά τοῦ Κόσμου τούτου. Ἀλλά τοῦ δείχνει ἐκεῖνα πού δέν τά εἶδε ποτέ του, οὔτε τά φαντάσθηκε. Καί τότε ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου διδάσκεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα Μυστήρια ὑψηλά καί ἀπόκρυφα, τά ὁποῖα, σύμφωνα μέ τόν θεῖο Παῦλο, δέν μπορεῖ νά τά δῆ μάτι σωματικό τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε νοῦς ἀνθρώπου μπορεῖ νά τά συλλογισθῆ ἀπό μόνος του ποτέ. Καί γιά νά καταλάβης πώς τά βλέπει ὁ νοῦς μας, σκέψου αὐτά πού ἔχω νά σοῦ πῶ. Τό κερί, ὅταν εἶναι μακριά ἀπό τήν φωτιά, εἶναι κερί στέρεο καί πιάνεται. Ἀλλά ὅταν τό βάλης στήν φωτιά λιώνει καί ἐκεῖ μέσα στήν φλόγα καίγεται καί ἀνάβει καί γίνεται ὅλο φῶς καί ἔτσι τελειώνει μέσα στήν φωτιά ὅλο καί δέν ὑπάρχει τρόπος νά μήν λιώση στήν φωτιά καί νά μήν γίνη σάν νερό. Ἔτσι καί ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν εἶναι μονάχος, χωρίς νά συναντηθῆ μέ τόν Θεό, κατανοεῖ ὅσα εἶναι τῆς δυνάμεώς του. Ἀλλά ὅταν πλησιάση στήν φλόγα τῆς Θεότητας καί στό Πνεῦμα τό Ἅγιο, τότε πλέον κυριεύεται ὅλος διόλου ἀπό ἐκεῖνο τό θεϊκό φῶς καί γίνεται ὅλος φῶς καί ἐκεῖ μέσα στήν φλόγα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνάβει καί λιώνει ἀπό τά θεϊκά νοήματα καί δέν ὑπάρχει τρόπος ἐκεῖ μέσα στήν φλόγα τῆς Θεότητας νά κατανοῆ τά δικά του καί ἐκεῖνα πού θέλει». Τότε τοῦ λέει ὁ θεῖος Γρηγόριος· «Εἶναι καί ἄλλα, Καυσοκαλύβη μου, παρόμοια, πού εἶναι τῆς πλάνης».
Καί ὁ μέγας ἐκεῖνος Μάξιμος τοῦ ἀποκρίθηκε πώς εἶναι ἄλλα τά σημάδια τῆς πλάνης καί ἄλλα τῆς χάριτος. Γιατί τό πονηρό πνεῦμα τῆς πλάνης, ὅταν πλησιάση στόν ἄνθρωπο, συγχίζει τόν νοῦ καί τόν ἀγριεύει. Κάνει τήν καρδιά σκληρή καί τήν θολώνει. Προξενεῖ δειλία καί φόβο καί ὑπερηφάνεια. Τοῦ ἀγριεύει τά μάτια. Ταράζει τό μυαλό. Τοῦ ἀνατριχιάζει ὅλο τό κορμί. Τοῦ δείχνει μέ τήν φαντασία στά μάτια φῶς ὄχι λαμπρό καί καθαρό, ἀλλά κόκκινο. Καί τοῦ κάνει τόν νοῦ ἐκστατικό καί δαιμονιώδη καί τόν παρακινεῖ νά λέη μέ τό στόμα του ἄπρεπα λόγια καί βλάσφημα. Καί ἐκεῖνος πού βλέπει τό πνεῦμα αὐτό τῆς πλάνης ὀργίζεται τίς περισσότερες φορές, καί εἶναι γεμᾶτος ἀπό θυμό καί τήν ταπείνωσι καθόλου δέν τήν γνωρίζει, μήτε τό ἀληθινό πένθος καί τά δάκρυα. Ἀλλά πάντοτε καυχιέται μέ τά κατορθώματά του καί δοξάζεται καί χωρίς συστολή καί φόβο Θεοῦ βρίσκεται μέ τά πάθη. Καί τέλος πάντων, βγαίνει ὁλοκληρωτικά ἀπό τά λογικά του καί καταλήγει σέ τελική ἀπώλεια. Ἀπό τήν ὁποία πλάνη μακάρι νά μᾶς γλυτώση ὁ Κύριος μέσῳ τῶν εὐχῶν σου. Ἀλλά τά σημάδια τῆς χάριτος εἶναι τά ἑξῆς: Ὅταν πάη στόν ἄνθρωπο ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ συμμαζεύει τόν νοῦ καί τόν κάνει νά εἶναι προσεκτικός καί ταπεινός. Τοῦ φέρνει τήν μνήμη τοῦ θανάτου καί τῶν ἁμαρτιῶν του καί τῆς μελλούσης Κρίσεως καί τῆς αἰωνίου κολάσεως καί τοῦ κάνει τήν ψυχή νά νιώθη εὔκολα κατάνυξι, νά κλαίη καί νά πενθῆ. Κάνει καί τά μάτια του ἥμερα καί γεμᾶτα ἀπό δάκρυα. Καί ὅσο πλησιάζει στόν ἄνθρωπο, τόσο τόν ἡμερεύει στήν ψυχή καί τήν παρηγορεῖ μέσῳ τῶν Ἁγίων Παθῶν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς ἀπείρου φιλανθρωπίας του. Καί προξενεῖ στόν νοῦ ὑψηλές καί ἀληθινές θεωρίες. Πρῶτον, γιά τήν ἀκατανόητη δύναμι τοῦ Θεοῦ, πῶς μέ ἕναν λόγο δημιούργησε τά πάντα ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξι. Δεύτερον, γιά τήν ἀπέραντή του δύναμι πού συγκρατεῖ καί κυβερνᾶ τά πάντα καί ἔχει τήν φροντίδα ὅλων. Τρίτον, γιά τό ἀκατανόητο τῆς Ἁγίας Τριάδος καί γιά τό ἀνεξιχνίαστο πέλαγος τῆς θείας Οὐσίας καί τά λοιπά. Καί τότε, μόλις ἁρπαχθῆ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀπό ἐκεῖνο τό θεῖο φῶς καί φωτισθῆ φωτισμό θεϊκῆς γνώσεως, γίνεται ἡ καρδιά του γαλήνια καί πραότατη καί ἀναβλύζει τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν χαρά, τήν εἰρήνη, τήν ἀνεκτικότητα, τήν καλοσύνη, τήν συμπάθεια, τήν ἀγάπη, τήν ταπείνωσι καί τά λοιπά. Καί ἀπολαμβάνει ἡ ψυχή του μία ἀγαλλίασι ἀνεκδιήγητη».
Ἀκούγοντάς τα αὐτά ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ἔμεινε ἐκστατικός καί θαύμαζε μέ ἐκεῖνα πού ἔλεγε ὁ θεῖος Μάξιμος καί πλέον δέν τόν ὠνόμαζε ἄνθρωπο, ἀλλά Ἄγγελο ἐπίγειο. Γι’ αὐτό καί πολύ τόν παρακάλεσε, λέγοντας· «Σταμάτα, σέ παρακαλῶ, νά κατακαῖς πλέον τό κελλί σου καί συμμάζεψε τόν ἑαυτό σου σέ ἕναν τόπο καί κάθησε, ὅπως λέει ὁ σοφός Ἰσαάκ, γιά νά κάνης περισσότερο καρπό καί γιά νά ὠφελήσης καί ἄλλους πολλούς, σάν ἐμπειρότατος στήν ἀρετή. Διότι νά πού σέ προφθασαν πλέον καί τά γηρατειά καί ὁ θάνατος ἔρχεται πολλές φορές πρόωρα. Γι’ αὐτό μετάδωσε τό ταλέντο, δηλαδή τό χάρισμα πού ἔλαβες καί τόν θεῖο σπόρο τῆς διδασκαλίας σου στόν λαό τοῦ Θεοῦ, μέ τό νά καθίσης σέ ἕναν τόπο, πρίν νά σέ προφθάση τό τέλος, γιά νά λάβης στούς οὐρανούς καί μισθό περισσότερο γιά τήν ὠφέλεια τῶν ἄλλων. Καί σταμάτα πλέον νά ὑποκρίνεσαι ὅτι εἶσαι τρελλός, διότι γίνεται σκάνδαλο σ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δέν γνωρίζουν τά κατορθώματά σου. Λοιπόν ἄκουσε τήν συμβουλή μου». Καί ὅταν ἔμαθαν αὐτές τίς συμβουλές τοῦ θείου Γρηγορίου καί οἱ ἄλλοι μεγάλοι γέροντες, συμφωνῶντας τόν συμβούλευσαν καί αὐτοί καί τόν ἔπεισαν νά καθίση σ’ ἕναν τόπο. Καί λοιπόν ὁ θεῖος Μάξιμος, ἀφοῦ βρῆκε ἕνα σπήλαιο, τό ὁποῖο ἦταν κοντά στόν κύρ Ἠσαΐα ἕως τρία μίλια, ἔκανε σ’ αὐτό μία περίφραξι, σάν νά ἔκανε κελλί καί κάθησε μέσα σ’ αὐτό. Καί στό ἑξῆς δέν τό ἔκαψε πλέον τηρῶντας πάλι τήν ὑπεράνθρωπη ἄσκησι σάν ἄσαρκος.
Ἀφοῦ κάθησε λοιπόν στό κελλί του, ἀγωνιζόταν τήν ὑπεράνθρωπη ἐκείνη ἄσκησι. Ἀλλά οἱ δαίμονες συγκεντρώνονταν καί πάσχιζαν νά τόν διώξουν ἀπό τόν τόπο ἐκεῖνο. Ἀλλά μάταια παιδεύονταν οἱ καταραμένοι, διότι διώχνονταν ἀπό τήν νοερά προσευχή τοῦ Ὁσίου. Ἀκόμη καί δύναμις θεϊκή ἀκαταμάχητη τόν σκέπαζε καί τόν φύλαγε ἀπό τότε καί στό ἑξῆς, ἡ ὁποία φανερωνόταν σάν ἕνα εἶδος φωτιᾶς σ’ αὐτούς, πού ἀξιώνονταν νά τήν ἰδοῦν καί ἡ ὁποία κατέκαιγε τούς ἐχθρούς του. Γι’ αὐτό καί μέ τόν λόγο του μόνο γιάτρευε πολλούς καί τά δαιμόνια ἔδιωχνε ἀπό τούς δαιμονισμένους καί τούς ἔστελνε γαληνεμένους στούς τόπους τους, παραγγέλοντάς τους νά ἀπέχουν ἀπό τήν ἁμαρτία. Νά νηστεύουν ἀπό τό κρέας καί νά δίνουν ἐλεημοσύνη ὅ,τι μποροῦν καί νά καθαρίζουν τόν ἑαυτό τους ἀπό κάθε ἁμαρτία μέσῳ τῆς μετανοίας.
Κάποιον Μοναχό, πού ὠνομαζόταν Μερκούριος, παρακίνησε μία φορά νά διώξη τό δαιμόνιο ἀπό ἕναν δαιμονισμένο. Καί ἐκεῖ μπροστά στόν Ὅσιο ἐπέπληξε τό πονηρό πνεῦμα ὁ Μερκούριος μέ τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί παραδόξως θεράπευσε τόν δαιμονισμένο.
Καί ἕναν ὑπηρέτη ἑνός γέροντα, πού τυραννιόταν ἀπό δαιμόνιο, ὅταν τόν συνάντησε στόν δρόμο ὁ Ὅσιος τόν πρόσταξε νά τηρῆ τέλεια ὑπακοή στόν γέροντά του καί θά γιατρευθῆ στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί, ὤ τοῦ θαύματος ! ἀμέσως μέ τόν λόγο αὐτό γιατρεύθηκε.
Μία τῶν ἡμερῶν πῆγαν στόν Ὅσιο κάποιοι Μοναχοί ἀπό τήν Λαύρα καί μαζί μέ αὐτούς πῆγε καί ἕνας κοσμικός, καί μόλις τόν εἶδε ὁ Ὅσιος, τόν ἔδιωξε ἀπό μακριά λέγοντας, ὅτι εἶναι ὀπαδός τοῦ Ἀκίνδυνου καί ἄπιστος, παρ’ ὅλο πού δέν τό ἤξερε κανένας ἄλλος.
Ἄλλοι πάλι Μοναχοί πῆγαν στόν Ὅσιο καί μόλις τούς εἶδε, φώναξε μέ δυνατή φωνή «Διῶξτε πίσω τόν Μασσαλιανό, ( λέγοντάς τον μέ τό ὄνομά του ) καί τότε ἐλᾶτε σ’ ἐμένα».
Ἕνα καΐκι ἦλθε στό λιμάνι τῆς Λαύρας καί οἱ ἄνθρωποι τοῦ καϊκιοῦ πῆγαν στόν Ὅσιο, ἔχοντας μαζί τους καί ἕναν δαιμονισμένο, ὁ ὁποῖος εἶχε τό δαιμόνιο τῆς ἀχορτασίας. Ἀφοῦ τόν ἔρριξαν στά πόδια τοῦ Ὁσίου, τόν παρακαλοῦσαν μαζί μέ αὐτόν νά τόν ἐλευθερώση ἀπό αὐτό. Καί ἀφοῦ πῆρε ὁ Ἅγιος ἕνα παξιμάδι, τό ἔδωσε στόν πάσχοντα καί τοῦ εἶπε× «Στό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τόσο νά τρῶς καί νά χορταίνης καί νά γαληνεύης». Καί ἀπό τότε πλέον ἐλευθερώθηκε ἐκεῖνος ἀπό τό δαιμόνιο τῆς ἀχορτασίας. Γι’ αὐτό καί ἀφοῦ ἀπαρνήθηκε τόν Κόσμο ἔγινε Μοναχός καί κάθισε κοντά στόν Ἅγιο.
Τόσο φωτισμένος ἦταν ὁ Μακάριος ἀπό τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε καί αὐτά πού ἦταν μακριά τα προέβλεπε σάν νά ἦταν παρόντα. Γι’ αὐτό καί τόν ἐρχομό τῶν βασιλέων προέβλεψε λέγοντας× «Οἱ βασιλεῖς τῶν Ρωμαίων πρόκειται νά ἔλθουν σ’ ἐμένα, γιά νά ἀκούσουν προφητεῖες καί ὄχι γιά νά ὠφεληθοῦν». Καί ἀφοῦ πέρασε λίγος καιρός, ἦλθαν σ’ αὐτόν ὁ Ἰωάννης ὁ Καντακουζηνός καί ὁ Ἰωάννης ὁ Παλαιολόγος. Καί ὁ Ὅσιος προφήτευσε σ’ αὐτούς ὅλα ἐκεῖνα, πού ἐπρόκειτο νά τούς συμβοῦν, λέγοντάς τους νά ὑπομείνουν ὅλα τά στενόχωρα πού ἐπρόκειτο νά ἔλθουν. Ἔπειτα στράφηκε στήν διδασκαλία καί τούς δίδαξε πολλά ψυχωφελῆ καί κατάλληλα γιά βασιλεῖς. Τά παραλείπουμε χάριν συντομίας. Καί ὅταν ἀναχωροῦσαν ἀπό ἐκεῖ οἱ βασιλεῖς, ξεπροβοδῶντας τους ὁ Ἅγιος, εἶπε πρός τόν Καντακουζηνό. «Νά ὁ ἡγούμενος σέ Μοναστήρι!». Ἐνῷ πρός τόν Ἰωάννη εἶπε· «Συγκρατήσου ἀσυγκράτητε καί μήν ξεγελιέσαι. Διότι ἡ βασιλεία σου θά εἶναι μακρά καί δυσμενής, καί θά σοῦ φέρη πολλές ταραχές». Μετά ἀπό αὐτά τούς εἶπε· «Χαίρετε καί νά πᾶτε στό καλό».
Καί ἀφοῦ πέρασε λίγος καιρός ἔστειλε στήν Κωνσταντινούπολι στόν Καντακουζηνό, ἕνα παξιμάδι, ἕνα κρεμμύδι καί ἕνα σκόρδο. Καί μέ αὐτά τοῦ προμήνυε, ὅτι πρόκειται νά γίνη Μοναχός καί νά τρώη τέτοια τροφή. Ὅπως καί ἔγινε, διότι ὕστερα ἀπό λίγο καιρό, ἐπειδή πιέσθηκε ἀπό τόν Ἰωάννη, ἔγινε χωρίς νά τό θέλη Μοναχός καί τότε, ὅταν ἔφαγε τό παξιμάδι, θυμήθηκε τήν προφητεία τοῦ Ὁσίου καί τόν θαύμαζε. Ὁμοίως καί ὁ Ἰωάννης ὁ Παλαιολόγος, ἀναλογιζόμενος τίς προφητεῖες τοῦ Ὁσίου, ὅταν γινόνταν τά πράγματα, ὅπως τά προφήτευσε, τόν θαύμαζε.
Καί ὁ Πατριάρχης Κάλλιστος, ἐνῷ πήγαινε μέ τόν κλῆρο του στήν Σερβία γιά τήν ἕνωσι καί τήν εἰρήνη τῆς Ἐκκλησίας περνῶντας ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος πῆγε στήν καλύβα τοῦ Ἁγίου Μαξίμου, γιά νά τόν δῆ. Ὁ Ὅσιος βγῆκε γιά νά τόν προϋπαντήση καί ἔλαβε τήν εὐλογία του. Καί μετά τόν ἀσπασμό εἶπε πρός τούς παρόντες ἀστειευόμενος, «αὐτός ὁ γέροντας ἔχασε τήν γριά του», καί κάποια ἄλλα. Καί ξεπροβοδῶντας τον ἔψαλλε τό « Μακάριοι οἱ ἄμωμοι κτλ. » προμηνύοντάς τους μέ αὐτό τόν θάνατο καί τήν ταφή τους. Τό ὁποῖο καί ἔγινε. Καί ἔτσι ἐκπληρώθηκε ἡ Προφητεία τοῦ Ὁσίου, πού εἶπε γιά τούς Βασιλεῖς καί τόν Πατριάρχη.
Καί αὐτό ἀκόμη τό ἐξαιρετικό λεγόταν ἀπό πολλούς γιά τόν Ὅσιο, ὅτι δεχόταν ἄρτο ἀπό τόν οὐρανό. Διότι σέ περίοδο χειμῶνα πῆγε σ’ αὐτόν ἐπίσκεψι ὁ νοσοκόμος τῆς Λαύρας, πού ὠνομαζόταν Γρηγόριος, μαζί μέ ἄλλον ἀδελφό καί ἀπό τό πολύ χιόνι, πού ἔπεσε, ἦταν σκεπασμένος ὁ τόπος καί πατήματα ἀνθρώπου δέν φαίνονταν πουθενά. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ ἔκαναν ἐκεῖνοι καινούργιο κόπο, πῆγαν στήν καλύβα τοῦ Ὁσίου. Καί μόλις μπῆκαν στήν καλύβα του, βλέπουν ἕνα ψωμί ζεστό καί καθαρότατο καί ἔβγαζε τόση πολλή καί θαυμάσια εὐωδία, πού γέμιζε τήν καλύβα του. Καί αὐτοί, ἀφοῦ περιεργάσθηκαν, ἐάν ὑπάρχη στήν καλύβα του σημάδι φωτιᾶς καί δέν βρῆκαν τίποτε, ἔμειναν ἐκστατικοί θαυμάζοντας τόν οὐράνιο ἄρτο. Καί λοιπόν ἀφοῦ ἔπεσαν στά πόδια τοῦ Ἁγίου, ζητοῦσαν νά τούς δώση μέρος ἀπό τόν ἄρτο ἐκεῖνο καί, ἐπειδή τούς σπλαχνίσθηκε ἔκοψε τόν μισό ἄρτο καί τούς ἔδωσε, λέγοντάς τους· «Λάβετε, φάγετε καί προσέχετε νά μήν τό πῆτε σέ κανέναν, ἕως πού ζῶ». Καί ἄλλοι ἀδελφοί μᾶς εἶπαν, ὅτι καί νερό τῆς θάλασσας ἔκανε γλυκό καί ἤπιε αὐτός καί ἔδωσε καί σ’ ἐκείνους καί ἤπιαν.
Ἄλλοτε πάλι σέ περίοδο τρύγου πῆγαν στόν Ὅσιο δύο Μοναχοί καί μετά τήν συνομιλία τους πῆρε ἕνα παξιμάδι καί τούς ἔδωσε λέγοντας· «Πηγαίνετε τό γρηγορότερο στό Μοναστήρι τοῦ Δωροθέου, γιά νά μήν κινδυνεύσετε στόν δρόμο ἀπό τόν χειμῶνα». Καί αὐτοί ἀποροῦσαν, πῶς εἶπε, ὅτι θά γίνη χειμῶνας, τήν ὥρα πού εἶχε ἀέρα καί συννεφιά δέν φαινόταν καθόλου. Ἀλλά προτοῦ νά πᾶνε στό Μοναστήρι τοῦ Δωροθέου, ἔγινε φοβερή μεταβολή στόν οὐρανό. Καί βλέποντάς το οἱ δύο ἐκεῖνοι Μοναχοί, φώναξαν τό, «Κύριε ἐλέησον». Καί κήρυτταν σέ ὅλους τήν προφητεία τοῦ Ὁσίου.
Ἦλθε μία φορά στόν Ὅσιο ἕνας γραμματέας λόγιος ἀπό τήν Κωνσταντινούπολι καί, μόλις τόν εἶδε, κατάλαβε τούς πονηρούς λογισμούς πού εἶχε καί ἄρχισε νά τόν κατηγορῆ λέγοντας· «Ποῦ εἶδες ἐσύ τούς ἀγῶνες καί τά παλαίσματα τῶν Ἁγίων καί τήν χάρι πού τούς δίνει ὁ Θεός; Καί τούς βλασφημεῖς λέγοντας, ὅτι οἱ Ἅγιοι λίγο ἀγωνίσθηκαν, ἀλλά ἐκεῖνοι πού γράφουν τούς βίους τους τούς κάνουν χάρι καί προσθέτουν ψευδῶς πολλά; Καί τήν χάρι τῶν θαυμάτων πού ἔλαβαν τήν θεωρεῖς ὅτι εἶναι ψεύτικη; Σταμάτα νά κάνης τέτοιους σατανικούς λογισμούς, γιά νά μήν ἐξοργίσης τόν Θεό. Γιατί οἱ Ἅγιοι, ἐπειδή ἀφιέρωσαν ὁλοκληρωτικά τόν ἑαυτό τους στόν Θεό, ὅλα τους τά νοήματα καί τά ἔργα τά ἔκαμναν γιά τόν Θεό καί γιά τήν δική του εὐχαρίστησι καί ἦταν ὅλα θεάρεστα. Καί ποιός, πές μου, μπορεῖ νά περιγράψη ὅλο τόν βίο κάθε Ἁγίου, ὅπως ἦταν; Ἤ ποιός τόν ξέρει λεπτομερῶς; Μόνο κάτι λίγα γράφουν ἀπό τά πολλά, ὅσα ἀρκοῦν ὡς μαρτυρία τῶν Ἁγίων. Καί συλλογίσου καί αὐτό, ὅτι καί ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού δόθηκε στούς Ἁγίους, δέν εἶναι τόση μόνο, ὅση φαίνεται, ἀλλά εἶναι πλούσια καί ἀκατανόητη, ὥστε ὑπερβαίνει κάθε νοῦ καί διάνοια. Μόνο, ἄν θέλης νά εἶσαι ἀληθινά σοφός ἄφησε τήν φλυαρία τῶν Ἑλλήνων καί σχόλασε, ὅπως λέει ὁ Δαβίδ, δηλαδή ἡσύχασε, γιά νά γνωρίσης τόν Θεό καί μέσῳ τῆς γνώσεως καί τῆς πνευματικῆς ἡσυχίας νά συνδεθῆς στενά μέ τόν Θεό, ὅσο μπορέσεις, καί τότε θά γνωρίσης τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τά θεῖα καί ἀκατανόητα θαύματα τοῦ Θεοῦ. Καί ἔτσι θά θαυμάσης καί θά κατηγορήσης τόν ἑαυτό σου, ἀναγνωρίζοντας σέ πόσο σκοτάδι ἤσουν πρωτύτερα. Ἔλα λοιπόν στό φῶς τῆς ἡσυχίας καί τῆς προσευχῆς καί θά φύγη ἀπό μέσα σου τό σκοτάδι πρῶτα καί τότε θά δῆς τήν χάρι καί τήν δύναμι τῶν Ἁγίων καί θά ποθήσης νά τήν ἀπολαύσης κι ἐσύ».
Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ γραμματέας, φοβήθηκε καί τρόμαξε, διότι φανέρωσε τούς ἀπόκρυφούς του λογισμούς καί διώρθωσε τό βλάσφημο ἐκεῖνο νόημα, πού εἶχε καί στό ἑξῆς διώρθωνε καί ἄλλους μέ τήν σοφή διδασκαλία τοῦ Ἁγίου.
Καί ἐγώ ὁ ἴδιος (λέγει ὁ συγγραφέας), μάρτυς μου ὁ Θεός, δέν θά ἀποκρύψω ἐκεῖνο, πού εἶδα στόν Ὅσιο. Διότι γνωρίσθηκα καί ἐγώ μέ αὐτόν καί εἶχα τήν συναναστροφή του καί μία ἡμέρα ξεκίνησα ἀπό τήν μονή τοῦ Βατοπεδίου μαζί μέ ἕναν ἄλλο καί πῆγα στήν καλύβα του καί καθώς δέν τόν βρῆκα ἐκεῖ, λυπόμουν καί κοίταζα τριγύρω, γιά νά δῶ τόν ποθούμενο. Καί ἀφοῦ ἀνέβηκα λίγο πίσω ἀπό τήν καλύβα του καί κοίταζα στόν δρόμο τοῦ κυρ Ἡσαΐα, νά καί τόν βλέπω στήν γούρνα τοῦ Ἀγελαρίου, μακριά ἕως δύο μίλια, καί, ὤ τοῦ θαύματος!, βλέπω τόν Ἅγιο πού ὑψώθηκε ἀπό τήν γῆ ἐπάνω στόν ἀέρα ψηλά καί σάν φτερωτός ἀετός πετοῦσε ἐπάνω ἀπό τό δάσος καί ἀπό τίς μεγάλες πέτρες καί ἐρχόταν ἐκεῖ πού ἤμουν ἐγώ. Καί μόλις εἶδα πώς πετοῦσε μέ τέτοιον τρόπο, τρόμαξα καί ἐφώναξα τό, «μέγας εἶσαι Κύριε», καί ἀπό τόν φόβο μου τραβήχθηκα λιγάκι πρός τά πίσω καί σέ μιά στιγμή ἔφθασε καί ὁ Ἅγιος ἐκεῖ πού στεκόμουν, ψάλλοντας. Καί τί ἔψαλλε; Δέν κατάλαβα ἐξ αἰτίας τοῦ θαυμασμοῦ. Ἔπεσα ὅμως στά πόδια του καί τόν δέχθηκα. Καί ἐκεῖνος μέ ρωτοῦσε συχνά× «Πόση ὥρα ἔχεις στόν τόπο αὐτό;».
Ἔπειτα, ἀφοῦ μέ ἔπιασε ἀπό τό χέρι, μέ ἔβαλε στήν καλύβα του. Καί ἀφοῦ μέ δίδαξε πολλά καί μέ συμβούλεψε, μοῦ εἶπε· «Πρόσεχε νά μήν πῆς σέ κανέναν ἐκεῖνο, πού εἶδες, ὅσο εἶμαι στήν παροῦσα ζωή. Καί μάθε, ὅτι πρόκειται νά γίνης ἡγούμενος καί μητροπολίτης Ἀχριδῶν καί πρόκειται νά πάθης πολλά. Ὡστόσο ἐσύ νά ὑπομένης, μιμούμενος τόν Χριστό, πού κρεμάσθηκε ἐπάνω στό ξύλο, διότι αὐτός θά σοῦ σταθῆ βοηθός στούς πειρασμούς, οἱ ὁποῖοι θά γίνουν τό Μαρτύριο τῆς ἀθλήσεώς σου». Καί ὅλα αὐτά ἐκπληρώθηκαν σ’ ἐμένα σύμφωνα μέ τήν Προφητεία τοῦ Ἁγίου.
Ἀλλά καί αὐτό πού εἶδα ἐγώ ὁ ἴδιος, δέν θέλω νά τό ἀποσιωπήσω. Ἕνας Μοναχός Λαυριώτης, πού ὠνομαζόταν Ἰάκωβος, ἦλθε καί παρακαλοῦσε τόν Ἅγιο, γιά νά τοῦ κάνη γράμμα τῆς ζητιανιᾶς γιά τήν σκλαβιά τοῦ ἀδελφοῦ του. Καί ἀφοῦ περίμενε λίγο ὁ Ὅσιος, τοῦ λέει μέ αὐστηρότητα· «Πήγαινε νά βγάλης τά ἑξῆντα σου ὑπερπυρά, δηλαδή τά φλουριά, ἀπό τόν τοῖχο τοῦ πύργου, πού τά ἔχεις κρυμμένα, καί δώστα στήν ἐξαγορά τοῦ ἀδελφοῦ σου καί μήν εἶσαι πλεονέκτης καί ψεύτης, γιά νά μήν σκλαβωθῆς πάλι». Καί μόλις τό ἄκουσε αὐτό ὁ Ἰάκωβος, ὁμολόγησε τήν ἀλήθεια καί ἀφοῦ ζήτησε ἀπό τόν Ὅσιο συγχώρησι γιά τό θράσος του, τήν ἔλαβε.
Ἄλλη φορά ἕνας Κοσμικός πῆγε στόν Ὅσιο καί ἔλεγε μέ κλάματα· «Βοήθησέ με Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, διότι ἕνας ἱερέας μέ ἀφόρισε καί πέθανε καί τώρα δέν ξέρω τί νά κάνω ὁ ἄθλιος». Τότε ὁ Ἅγιος, ἐπειδή τόν σπλαχνίσθηκε, τοῦ εἶπε· «Πήγαινε στόν μητροπολίτη Βεροίας, στόν ὁποῖο, ὡς ἀρχιερέας πού ἦταν, ὑπαγόταν καί ὁ ἱερέας πού πέθανε, γιά νά σέ συγχωρήση σύμφωνα μέ τούς νόμους». Τό ὁποῖο καί ἔγινε καί ἔλαβε ἀπό αὐτόν τήν συγχώρησι.
Ἀφοῦ λοιπόν πέρασε δεκατέσσερα χρόνια ὁ Ὅσιος Μάξιμος στό προαναφερθέν σπήλαιο, ὅπου εἶχε τήν καλύβα του, κοντά στήν Παναγία, βγῆκε ἀπό ἐκεῖ καί ἦλθε τόσο κοντά στήν ἱερή Λαύρα, ὅσο γιά νά ἀκούγωνται τά πνευματικά της ὄργανα, δηλαδή οἱ καμπάνες. Καί ἐκεῖ ἔκανε μία μικρή καλύβα καί κάθισε ἕως τό τέλος τῆς ζωῆς του.
Ὑπάρχουν καί ἄλλες πολλές διηγήσεις σχετικές μέ τόν θεῖο Μάξιμο, ὅμως εἶναι ἀδύνατο νά τά γράψουμε ὅλα ἐξ αἰτίας τοῦ πλήθους τους. Ἀλλά καί αὐτά τά λίγα, εἶναι ἀρκετά, γιά νά γνωρίσουν οἱ Χριστιανοί, πώς ὄχι μόνο τόν παλιό καιρό δόξαζε ὁ Θεός τούς Ἁγίους του. Ἀλλά καί τώρα καί κάθε καιρό ὅλους ἐκείνους πού τόν δοξάζουν μέ τά καλά ἔργα, τούς δοξάζει μέ σημεῖα καί θαύματα, τά ὁποῖα εἶναι σάν ἕνας ἀρραβώνας τῆς ἀείμνηστης δόξας. Ἐρχόμαστε μαζί μέ τό πανίερο τέλος τοῦ Ἁγίου, νά τελειώσουμε καί τήν διήγησι σχετικά μέ αὐτόν.
Κάποιος Μοναχός ,πού ὠνομαζόταν Νικόδημος, πῆγε στόν Ὅσιο, χάριν ὠφελείας. Ὁ δέ Ἅγιος του εἶπε· «Ἀδελφέ, Νικόδημε, γρήγορα πρόκειται νά πεθάνω». Καί στήν συνέχεια τοῦ φανέρωσε καί τήν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του καί ἐκείνους, πού ἐπρόκειτο νά παραβρεθοῦν στόν ἐνταφιασμό του, τούς προεῖπε μέ τό ὄνομά τους. Καί ὅταν ἔφθασε ἡ ἡμέρα ἐκείνη, πού προεῖπε, κοιμήθηκε ὁ Ὅσιος Μάξιμος, ἐνῷ ἦταν ἐνενῆντα πέντε χρονῶν, στίς δεκατρεῖς τοῦ Ἰανουαρίου μηνός καί τάφηκε στό μνημεῖο πού ἔσκαψε ὁ ἴδιος κοντά στήν καλύβα του. Καί ὁ ἐνταφιασμός του ἔγινε ἀπό ἐκείνους μόνο πού προεῖπε. Καί ἔδωσε ἐντολή στούς ἐνταφιαστές του, νά μήν μεταθέσουν σέ ἄλλο τόπο τό λείψανό του, ἀλλά νά τό ἀφήσουν σῶο καί κρυμμένο μέσα στόν τάφο, γιά νά μήν δοξάζεται ἀπό τούς ἀνθρώπους.
Ἀφοῦ ἔμαθαν τήν κοίμησι τοῦ Ὁσίου ὅλοι οἱ Πατέρες τοῦ Ὄρους λυπήθηκαν ἔντονα καί ἔκλαιγαν τήν ὀρφάνια τους, διότι στερήθηκαν ἕναν τέτοιο θεόσοφο διδάσκαλο τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἀπό τότε ἐκτελοῦν κάθε χρόνο τήν μνήμη τοῦ Ἁγίου μέ τιμές καί εὐλάβεια, ὅπως ἁρμόζει στούς Ἁγίους. Καί ἔτσι στήν γῆ δοξάζουν τόν Ὅσιο Μάξιμο οἱ ἄνθρωποι, ἐπάνω δέ στούς οὐρανούς, ἀφοῦ ἀποδέχθηκε ἡ Ἁγία Τριάς τήν καθαρότατη καί Ἁγία του ψυχή, τήν κατέταξε σέ σκηνές Ἁγίων καί τήν δόξασε μέ τό ἀνέκφραστο καί ἀκατανόητο φῶς τῆς θεότητας.
Ἀλλά γιά νά φανῆ, ὅτι ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μένει ἀχώριστη ἀπό τό θεῖο τοῦ Λείψανο, δέν ἔλειψαν νά γίνουν καί τά ἀκόλουθα θαύματα. Κάποιος Μοναχός πού ὠνομαζόταν Διονύσιος καί ἀποκαλοῦνταν καί Κοντοστέφανος, καθώς ὑπέφερε ἀπό ἔντονους πόνους τῆς κεφαλῆς, προσέτρεξε στόν τάφο τοῦ Ὁσίου καί παρακαλῶντας τον μέ πίστι καί δάκρυα νά τοῦ δώση τήν ὑγεία του, ἀποκοιμήθηκε λίγο καί ὅταν ξύπνησε, ὤ τοῦ θαύματος! βρέθηκε ὑγιής. Καί δόξαζε τόν Ἅγιο. Καί ὅταν πῆρε στά χέρια του καί λίγο χῶμα ἀπό τόν τάφο τοῦ Ἁγίου, σάν μύρο ἀναδείχθηκε θαυμάσιο καί γέμισε ἀπό εὐωδία ἀνείπωτη τίς αἰσθήσεις του.
Ἀκόμη καί ἐγώ ὁ ἴδιος (λέει ὁ συγγραφέας) πού εἶδα καί πρωτύτερα τόν Ἅγιο νά πετᾶ στόν ἀέρα, ὅταν ἀρρώστησα πολύ καί κινδύνευσα νά πεθάνω, ἐπικαλέσθηκα μέ δάκρυα τόν Ἅγιο καί ἀφοῦ ἐμφανίσθηκε σέ ὄνειρο μέ ἔκανε ὑγιῆ καί συνῆλθα, δοξάζοντας τόν Θεό μαζί καί τόν Ἅγιο, διότι, ἐνῷ ἤμουν νεκρός, ἀναστήθηκα.
Καί ἕνας ἐνάρετος Ἱερομόναχος, πού ὠνομαζόταν Νήφων, μαζί μέ ἕναν ἄλλο ἀσκητή, πῆγαν στόν τάφο τοῦ Ἁγίου καί, ἀφοῦ ἔσκαψαν, πῆραν λίγο μέρος ἀπό τό Ἅγιο Λείψανο καί τόση εὐωδία βγῆκε, ὥστε δέν μποροῦσαν νά ὑποφέρουν. Γι’ αὐτό καί ἀφοῦ σφούγγισαν μέ σφουγγάρι βρεγμένο μέ νερό ἐκεῖνο τό μέρος πού πῆραν, ἄλειψαν μέ πίστι καί εὐλάβεια τίς αἰσθήσεις τους.
Ἔπειτα τό ἔβαλαν πάλι στόν τόπο του, γιά νά τηρήσουν τήν ἐντολή τοῦ Ὁσίου, πού πρόσταξε νά μείνη σῶο καί ἀκέραιο τό Ἅγιό του Λείψανο καί ἀφοῦ πῆραν χῶμα μόνο, ἔκλεισαν πάλι τόν τάφο, ὅπως καί πρωτύτερα καί δόξασαν τόν Θεό, αὐτόν πού ἔτσι δοξάζει τούς Ἁγίους του. Στόν ὁποῖο ἁρμόζει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνησις μαζί μέ τόν Ἄναρχό του Πατέρα καί τό πανάγιο καί ζωοποιό του Πνεῦμα τώρα καί πάντα καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
[1] Σημείωσε, ὅτι τόν Βίο αὐτοῦ τοῦ Ὁσίου τόν γράφει ὁ Θεοδώρητος μέ τόν ἀριθμό ἕνα τῆς Φιλοθέου Ἱστορίας, ἀπό ὅπου δανείσθηκε καί τό Συναξάρι αὐτό. Προσθέτει δέ ἐκεῖ ὁ Θεοδώρητος, ὅτι ὁ Ὅσιος ζήτησε τίς γυναῖκες ἐκεῖνες, γιά νά τίς ἰατρεύση καί νά κάνη πάλι τά μαλλιά τους μαῦρα· ἐπειδή ὅμως ἐκεῖνες δέν ἦλθαν νά ζητήσουν τήν θεραπεία, γι’ αὐτό δέν τίς θεράπευσε, ἀλλά ἄφησε τά μαλλιά τους χρήματα, γιά νά συνετισθοῦν καί νά διορθωθοῦν. Διότι αὐτές πλένοντας μέ τά πόδια, εἶχαν τά ροῦχα τους ἀνασκουμπωμένα ἐπάνω καί τήν κεφαλή τους ἀκάλυπτη καί χωρίς ντροπή ἔβλεπαν τόν Ἅγιο.
[2] Προσθέττει δέ ὁ Θεοδώρητος, ὅτι ὁ κριτης, βλέποντας τό παράδοξο θαῦμα, ἀναθεώρησε πάλι τήν ἀπόφασι καί ἀντί τῆς προηγούμενης, πού ἦταν ἄδικη, ἐξέδωσε κατόπιν δίκαιη ἀπόφασι. Φαίνεται δέ ὅτι σωστά καταράσθηκε ὁ Ὅσιος τήν ἄψυχη καί ἀναίσθητη πέτρα, ὥστε μέ τό πάθημα τοῦ ἀναίσθητου κτίσματος, νά συνετίση καί διορθώση τόν λογικό ἄνθρωπο.
[3] Ἡ Μονή αὐτή βρίσκεται κοντά στήν Τρίγλια, δηλαδή στά Μουδανιά.


Login