Τῷ αὐτῷ μηνί ΙΓ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἑρμύλου καί Στρατονίκου. Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης, ὁ ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω ἀσκήσας, κατά τό 1320 ἔτος, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Τῷ αὐτῷ μηνί ΙΓ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἑρμύλου καί Στρατονίκου. Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης, ὁ ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω ἀσκήσας, κατά τό 1320 ἔτος, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

 Αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι ἔ­ζη­σαν κα­τά τούς χρό­νους Λι­κι­νί­ου τοῦ βα­σι­λέ­ως, κα­τά τό ἔ­τος 314. Καί ὁ μέν Ἅ­γιος Ἕρ­μυ­λος ἦ­ταν Δι­ά­κο­νος κα­τά τό ἀ­ξί­ω­μα, ἐ­νῷ ὁ Στρα­τό­νι­κος ἦ­ταν φί­λος τοῦ Ἁ­γί­ου Ἑρ­μύ­λου. Ὅ­ταν λοι­πόν πα­ρου­σι­ά­σθη­κε ὁ Ἅ­γιος Ἕρ­μυ­λος ἐ­νώ­πιον τοῦ βα­σι­λέ­ως καί ὡ­μο­λό­γη­σε τό ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, πρῶ­τα δέρ­νε­ται μέ κά­ποι­ες σφαῖ­ρες χαλ­κω­μα­τέ­νιες, κα­τό­πιν κα­τα­ξε­σχί­ζε­ται ὅ­λο τό σῶ­μα μέ μα­στί­για ἀγ­κα­θω­τά. Καί μέ­σα ἀ­πό τά βά­σα­να αὐ­τά  προ­σκα­λεῖ  τόν  φί­λο του Στρα­τό­νι­κο, γιά νά πα­ρου­σια­σθῆ καί αὐ­τός καί νά ὁ­μο­λο­γή­ση τόν Χρι­στό. Βλέ­πον­τας λοι­πόν ὁ Στρα­τό­νι­κος τόν Ἅ­γιο Ἕρ­μυ­λο, πώς δερ­νό­ταν τό­σο ἄ­σπλαγ­χνα καί ὅ­τι ἡ κοι­λί­α καί τό στῆ­θος του ἄ­νοι­ξαν ἀ­πό τό πο­λύ δαρ­μό καί ἀ­πό τά ἀγ­κα­θω­τά μα­στί­για, συμ­πό­νε­σε. Ἀ­μέ­σως λοι­πόν πα­ρου­σί­α­σε τόν ἑ­αυ­τό του καί ὡ­μο­λό­γη­σε ὅ­τι καί αὐ­τός ἔ­χει τήν ἴ­δια πί­στι τοῦ Ἐρ­μύ­λου. Ἀ­φοῦ ρω­τή­θη­κε λοι­πόν ἀ­πό τόν βα­σι­λιά, ὡ­μο­λό­γη­σε ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στια­νός. Γι’ αὐ­τό δέρ­νε­ται καί ρί­χνε­ται στόν πο­τα­μό Ἴ­στρο, δη­λα­δή στόν Δού­να­βι, μα­ζί μέ τόν Ἅ­γιο Ἑρ­μύ­λο καί ἐ­κεῖ ἔ­λα­βαν καί οἱ δύ­ο τό μα­κά­ριο τέ­λος τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου.

Τε­λεῖ­ται δέ ἡ Σύ­να­ξί τους καί στήν μι­κρή Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Ἀρ­χαγ­γέ­λου Μι­χα­ήλ, πού βρί­σκε­ται στήν Ὀ­ξεί­α (νη­σί τῆς Προ­πον­τί­δος) καί στήν Φυρ­μού­πο­λι καί στόν τό­πο, πού ὀ­νο­μά­ζε­ται στοῦ Σπου­δαί­ου, κον­τά στό ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­ο. (Τόν ἐ­κτε­νέ­στε­ρο Βί­ο τους βλέ­πε στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο. Τόν Βί­ο τους στήν ἑλ­λη­νι­κή συ­νέ­γρα­ψε ὁ Με­τα­φρα­στής, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Βα­σι­λεύ­ον­τος Λι­κι­νί­ου τοῦ δυσ­σε­βοῦς». Σῴ­ζε­ται στήν Λαύ­ρα, στή Μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλλες).

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἰακώβου τοῦ ἀπό Νισίβεως.

 Τόν Ἰάκωβον θνητόν ὄντα τῇ φύσει,

Θνητοῖς ὁμοίως μή θανεῖν οὐκ ἦν πρέπον.

 

Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος Ἰ­ά­κω­βος ἔ­ζη­σε κα­τά τούς χρό­νους τοῦ Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου, κα­τά τό ἔ­τος 318, γέν­νη­μα καί θρέμ­μα ὄν­τας τῆς με­γα­λο­πό­λε­ως Νι­σί­βε­ως, ἡ ὁ­ποί­α προ­η­γου­μέ­νως λεγόταν Ἀν­τι­ό­χεια τῆς Μυ­γδο­νί­ας, ἐ­νῷ τώ­ρα ὀ­νο­μά­ζε­ται Νι­σβίν καί βρί­σκε­ται στήν Με­σο­πο­τα­μί­α. Αὐ­τός λοι­πόν, ἀ­φοῦ ἀ­γά­πη­σε τήν ἐ­ρη­μι­κή καί ἥ­συ­χη ζω­ή, ἀ­νέ­βη­κε στίς ἐ­κεῖ ὑ­ψη­λό­τα­τες κο­ρυ­φές τῶν βου­νῶν καί ὑ­πέ­με­νε ὁ ἀ­οί­δι­μος μέ ἀν­δρεί­α τίς με­τα­βο­λές τῆς φύ­σε­ως· δη­λα­δή κα­τα­και­γό­ταν ἀ­πό τήν ζέ­στη τοῦ θέ­ρους καί τα­λαι­πω­ρεῖτο ἀ­πό τό κρύ­ο τοῦ χει­μῶ­να. Ὡς φα­γη­τό δέ εἶ­χε τά ἄ­γρια χόρ­τα καί ὡς πο­τό νε­ρό μέ­τριο καί ἔν­δυ­μα τα­πει­νό. Καί γιά νά μι­λή­σω γε­νι­κά αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος, τό μέν σῶ­μα του κα­τα­ξή­ρα­νε μέ τήν σκλη­ρό­τα­τη ἄ­σκη­σι, ἐ­νῷ τήν ψυ­χή του τήν ἔ­τρε­φε πάν­το­τε καί ζω­ο­γο­νοῦ­σε μέ τήν πνευ­μα­τι­κή τρο­φή, δη­λα­δή μέ τήν θεί­α προ­σευ­χή καί μέ τήν τῶν Ἁ­γί­ων Γρα­φῶν ἀ­νά­γνω­σι.

Ἀ­πό αὐ­τές λοι­πόν τίς θε­ϊ­κές ἀ­ρε­τές ἀ­πέ­κτη­σε ὁ μα­κά­ριος τήν πρός Θε­ό ἀ­γά­πη καί παρ­ρη­σί­α καί ἔ­λα­βε δύ­να­μι ἀ­πό τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος νά θαυ­μα­τουρ­γῆ καί νά προ­βλέ­πη τά μέλ­λον­τα. Ἔ­τσι μί­α φο­ρά περ­νῶν­τας ἀ­πό ἕ­να μέ­ρος καί βλέ­πον­τας σέ μί­α βρύ­σι με­ρι­κές νέ­ες γυ­ναῖ­κες, πού ἔ­κα­μναν ἀ­δι­άν­τρο­πα σχή­μα­τα, ἀ­μέ­σως τήν βρύ­σι τήν κα­τα­ρά­σθη­κε καί στέ­ρε­ψε καί ἀ­φοῦ κα­τα­ρά­σθη­κε καί τίς γυ­ναῖ­κες, τίς ἔ­κα­νε νά ἀ­σπρί­σουν τά μαλ­λιά τῆς κε­φα­λῆς τους. Καί ἡ μέν βρύ­σι ἔ­βγα­λε πά­λι νε­ρό, με­τά ἀ­πό πα­ρα­κλή­σεις τῶν ἐ­κεῖ Χρι­στια­νῶν, τά μαλ­λιά ὅ­μως τῶν γυ­ναι­κῶν ἐ­κεί­νων δέν τά μαύ­ρι­σε[1]. Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος, βλέ­πον­τας ἕ­ναν δι­κα­στή Πέρ­ση νά κά­νη κρί­σι καί ἀ­πό­φα­σι ἄ­δι­κη, κα­τα­ρά­σθη­κε τήν πέ­τρα, πού βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ κον­τά του, καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἡ πέ­τρα σχί­σθη­κε σέ μύ­ρια κομ­μά­τια[2].

Μί­α φο­ρά ὁ Ὅ­σιος θέ­λη­σε νά πά­η σέ ἕ­να χω­ριό καί, νά, ἔρ­χον­ται με­ρι­κοί πτω­χοί, οἱ ὁ­ποῖ­οι θέ­λη­σαν νά ζη­τή­σουν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη ἀ­πό τόν Ἅ­γιο. Ἕ­νας ὅ­μως ἀ­πό αὐ­τούς προ­σποι­ή­θη­κε, ὅ­τι ἦ­ταν νε­κρός, ἐ­νῷ οἱ ἄλ­λοι ἐμ­παι­κτι­κά πα­ρα­κα­λοῦ­σαν τόν Ὅ­σιο νά δώ­ση τά ἔ­ξο­δα γιά τήν τα­φή τοῦ νε­κροῦ. Τό­τε ὁ Ὅ­σιος πα­ρα­κά­λε­σε μέν νά συγ­χω­ρη­θοῦν οἱ ἁ­μαρ­τί­ες αὐ­τοῦ πού ὑ­πο­κρί­θη­κε τόν νε­κρό, ὅ­μως ἔ­κα­νε τήν ψυ­χή του νά χω­ρι­σθῆ ἀ­πό τό σῶ­μα καί νά πε­θά­νη πραγ­μα­τι­κά· ἀλ­λά πά­λι ὕ­στε­ρα τόν ἀ­νέ­στη­σε με­τά ἀ­πό πα­ρα­κλή­σεις τῶν ἄλ­λων συν­τρό­φων του. Αὐ­τός ὁ θεῖ­ος Ἰ­ά­κω­βος ἐξ αἰ­τί­ας τῶν πολ­λῶν ἀ­ρε­τῶν του ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος τῆς δι­κῆς του πα­τρί­δας Νι­σί­βε­ως καί ἦ­ταν πα­ρών στήν Πρώ­τη Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο, πού συγ­κρο­τή­θη­κε στήν Νί­και­α, ὅ­που τόν δυσ­σε­βέ­στα­το Ἄ­ρει­ο πα­ρέ­δω­σε στό ἀ­νά­θε­μα. Καί τόν και­ρό, πού ἐ­κεῖ­νος προ­σπα­θοῦ­σε νά ἔλ­θη πά­λι στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί νά συλ­λει­τουρ­γή­ση μέ δό­λο, ὁ θεῖ­ος αὐ­τός Ἰ­ά­κω­βος μα­ζί μέ τούς λοι­πούς Πα­τέ­ρες τόν θα­νά­τω­σε μέ τήν προ­σευ­χή του, κα­θό­σον μέ­σα στό ἀ­ναγ­καῖ­ο δι­α­λύ­θη­καν ὅ­λα τά σπλάγ­χνα ἐ­κεί­νου.

Ἀλ­λά καί ὅ­ταν ὁ βα­σι­λιάς τῶν Περ­σῶν Σα­βώ­ριος πῆ­γε νά πε­ρι­τει­χί­ση μέ στρα­τεύ­μα­τα τήν Νί­σι­βι καί ἔ­κα­νε πολ­λά σχέ­δια, γιά νά πά­ρη τήν πό­λι, τό­τε ὁ θεῖ­ος αὐ­τός Ἰ­ά­κω­βος ἐμ­φα­νι­σθείς ὡς μο­να­χός, ἔ­κα­νε τούς Πέρ­σες νά φύ­γουν· δι­ό­τι πα­ρε­κά­λε­σε τόν Θε­ό καί ἔ­στει­λε ἐ­ναν­τί­ον τῶν Περ­σῶν ἕ­να σύ­ννε­φο ἀ­πό σκνῖ­πες καί κου­νού­πια, τά ὁ­ποῖ­α ὥρ­μη­σαν ἐ­ναν­τί­ον τῶν ἀ­λό­γων καί τῶν ἐ­λε­φάν­των τῶν Περ­σῶν, καί, δαγ­κώ­νον­τάς τα, τά ἔ­κα­ναν νά σπά­σουν τά δε­σμά καί νά φύ­γουν. Τό­τε ὁ βα­σι­λιάς βλέ­πον­τας τό πα­ρά­δο­ξο αὐ­τό καί μή ξέ­ρον­τας τί νά κά­νη, ἐ­πέ­στρε­ψε ἄ­πρα­κτος στήν Περ­σί­α. Μέ τέ­τοι­α πα­ρό­μοι­α πο­λύ με­γά­λα θαύ­μα­τα, ἀ­φοῦ δι­έ­λαμ­ψε ὁ θεῖ­ος Ἰ­ά­κω­βος καί ἀ­φοῦ ἔ­γι­νε πλή­ρης ἡ­με­ρῶν, μα­κα­ρί­ως ἀ­να­παύ­θη­κε ἐν Κυ­ρί­ῳ.

Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης, ὁ ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω ἀσκήσας, κατά τό 1320 ἔτος, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Παρῆλθε πάντας ἀρεταῖς ὁ Μάξιμος,

Κἄν τοῖς χρόνοις ἤσκησε νῦν τοῖς ἐσχάτοις.

 

Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος Πα­τέ­ρας μας Μά­ξι­μος ἦ­ταν ἀ­πό τήν Λάμ­ψα­κο ἀ­πό γο­νεῖς εὐ­γε­νεῖς, εὐ­σε­βεῖς καί ἐ­νά­ρε­τους, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ἐ­πει­δή ἦ­ταν ἄ­τε­κνοι, πα­ρα­κα­λοῦ­σαν τόν Θε­ό νά τούς δώ­ση παι­δί. Καί ἐ­πει­δή ὁ Θε­ός εἰ­σά­κου­σε τήν δέ­η­σί τους, τούς ἔ­δω­σε αὐ­τόν τόν Μα­κά­ριο Μά­ξι­μο, τόν ὁ­ποῖ­ο ὠ­νό­μα­σαν Μα­νου­ήλ στό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα. Καί ἀ­φοῦ τόν ἔ­λα­βαν ὡς δῶ­ρο θε­ό­σταλ­το, τόν ἀ­νά­θρε­ψαν μέ με­γά­λη ἀ­γά­πη καί φρον­τί­δα καί τοῦ μά­θαι­ναν τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα. Καί ὅ­ταν ἔ­φθα­σε σέ κα­τάλ­λη­λη ἡ­λι­κί­α τό παι­δί, τό ἔ­φε­ραν στόν Να­ό τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου καί τό ἀ­φι­έ­ρω­σαν στόν Θε­ό. Καί ἐ­νό­σῳ πα­ρέ­με­νε ὁ Μα­νου­ήλ στόν Να­ό τῆς Πα­να­γί­ας, ἔ­ψαλ­λε μέ θεῖ­ο ἔ­ρω­τα, πα­ρα­κα­λῶντας τήν Πα­να­γί­α κα­θη­με­ρι­νά μέ πολ­λή κα­τά­νυ­ξι γιά τήν σω­τη­ρί­α του. Καί πραγ­μα­τι­κά σάν ἄλ­λος Σα­μου­ήλ φαι­νό­ταν νά προ­κό­βη στήν ἡ­λι­κί­α καί στήν χά­ρι. Ἐπει­δή ἀ­πό τήν ἀρ­χή εἶ­χε ἀν­τί­λη­ψι ἑ­νός ἐ­νή­λι­κα, πή­γαι­νε συ­χνά σέ κά­ποι­ους Ὁ­σί­ους γέ­ρον­τες, πού ἡ­σύ­χα­ζαν ἐ­κεῖ κον­τά, γιά νά ἀ­κού­η τίς ψυ­χω­φε­λεῖς συμ­βου­λές τους. Καί συ­να­να­στρε­φό­με­νος μέ αὐ­τούς, ὡ­δη­γεῖ­το σέ θε­ά­ρε­στη πο­λι­τεί­α. Γι’ αὐ­τό καί ὁ θεῖ­ος πό­θος ἄ­να­ψε στήν καρ­διά του καί τόν ­πί­ε­ζε νά φύ­γη ἀ­πό τόν Κό­σμο καί νά ντυ­θῆ καί τό Ἅ­γιο σχῆ­μα τῶν Μο­να­χῶν. Ὡ­στό­σο οἱ γο­νεῖς του σάν νά λη­σμό­νη­σαν, ὅ­τι τόν ἀ­φι­έ­ρω­σαν στόν Θε­ό, ἑ­τοι­μά­ζον­ταν, γιά νά τόν παν­τρέ­ψουν.

Ἀλ­λά ὁ κα­λός Μα­νου­ήλ, στά δε­κα­ε­πτά χρό­νια τῆς ἡ­λι­κί­ας του, ἄ­φη­σε καί γο­νεῖς καί κό­σμο καί ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε στό Ὄ­ρος, πού ὠνο­μα­ζό­ταν Γά­νου, φό­ρε­σε τό μο­να­χι­κό σχῆ­μα, με­τω­νο­μά­σθη­κε Μά­ξι­μος καί ὑ­πο­τά­χθη­κε σέ ἕ­ναν δό­κι­μο Γέ­ρον­τα, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Μᾶρ­κος. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή καί αὐ­τός ἦ­ταν καί ἀ­πό πρίν ἀ­κό­μη δι­δαγ­μέ­νος τήν μο­να­χι­κή πο­λι­τεί­α καί φαι­νό­ταν στούς γέ­ρον­τες ἐ­κεί­νους προ­κομ­μέ­νος σέ ὅ­λα, ἦ­ταν ἀ­γα­πη­τός ἀ­πό ὅ­λους, κα­τη­γο­ρεῖ­το ὅ­μως ἀ­πό τόν γέ­ρον­τά του γιά τήν ὑ­περ­βο­λι­κή σκλη­ρα­γω­γί­α πού ἔ­κα­μνε. Ἀλ­λά δέν πέ­ρα­σε πο­λύς και­ρός, καί ἔ­φυ­γε στίς αἰ­ώνιες μο­νές ὁ γέ­ρον­τάς του, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­έ­λαμ­ψε ὡς πρός τήν ἀ­ρε­τή σέ ὅ­λη τήν Μα­κε­δο­νί­α. Ὁ δέ θεῖ­ος Μά­ξι­μος, ἀ­φοῦ ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ, πέ­ρα­σε στήν Μα­κε­δο­νί­α, ἀ­να­ζη­τῶντας νά βρῆ ἕ­ναν τέ­τοι­ο γέ­ρον­τα ἐ­νά­ρε­το σάν τόν πρῶ­το. Καί ὁ Θε­ός τοῦ ἐκ­πλή­ρω­σε τόν πό­θο του. Δι­ό­τι πη­γαί­νον­τας στό Πα­πή­κει­ο ὄ­ρος, βρῆ­κε Ἅ­γιους ἄν­δρες, ὅ­μοι­ους μέ τούς πα­λαιούς. Καί συ­να­να­στρε­φό­με­νος μέ αὐ­τούς πο­λύν και­ρό, ­δέ­χθη­κε στόν ἑ­αυ­τό του ὅ­λες τίς ὑ­πε­ράν­θρω­πες ἀ­ρε­τές τους. Ἔ­πει­τα πῆ­γε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί, ἀ­φοῦ εἶ­δε τούς ὡ­ραι­ό­τα­τους ἐ­κεί­νους να­ούς, τρέ­χει στόν να­ό τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Δε­σποί­νης Θε­ο­τό­κου, πού ὀ­νο­μά­ζε­ται Ὁ­δη­γή­τρια, γιά νά δῆ τά πο­λύ με­γά­λα θαύ­μα­τα πού ἔ­γι­ναν ἐ­κεῖ. Τά ὁ­ποῖ­α ἀ­φοῦ εἶ­δε καί προ­σκύ­νη­σε, ὑ­πε­ρε­θαύ­μα­σε καί συλ­λο­γι­ζό­ταν πό­σο με­γά­λη δό­ξα ἔ­χει ἡ Θε­ο­τό­κος στούς οὐ­ρα­νούς καί κα­θώς ἔ­μει­νε ὅ­λος ἔκ­θαμ­βος, δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ε μέ­σα στόν να­ό. Καί ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἐκ­στα­τι­κῆς του ὄ­ψεως φαι­νό­ταν σ’ ὅ­λους σάν ἀ­νό­η­τος. Γι’ αὐ­τό καί ὅ­λοι τόν ­θαύ­μα­ζαν καί τόν θε­ω­ροῦ­σαν τρελ­λό γιά τόν Χρι­στό.

Καί ὅ­ταν ἔ­μα­θε γι’ αὐ­τόν ὁ βα­σι­λιάς ὁ μέ­γας Ἀν­δρό­νι­κος ὁ Πα­λαι­ο­λό­γος, τόν προ­σκά­λε­σε στό βα­σί­λει­ο καί ἄρ­χι­σε νά συ­νο­μι­λῆ μέ αὐ­τόν ἀ­νά­με­σα σέ πολ­λούς. Ὁ δέ θεῖ­ος Μά­ξι­μος μι­λοῦ­σε στόν βα­σι­λιά, λέ­γον­τας νο­ή­μα­τα ἀ­πό τούς λό­γους τοῦ Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Θε­ο­λό­γου καί ἀ­πό τίς θεῖ­ες Γρα­φές, καί τόν θαύ­μα­ζαν οἱ ρή­το­ρες, ἐ­πει­δή γνώ­ρι­ζε τά τοῦ Θε­ο­λό­γου καί κά­θε ἄλ­λη Γρα­φή. Στόν τό­τε Πα­τριά­ρχη τόν Ἅ­γιο Ἀ­θα­νά­σιο πή­γαι­νε συ­χνά καί ἄ­κου­γε μέ χα­ρά τούς γλυ­κύ­τα­τους λό­γους του, ἀ­πο­κα­λῶντας τον νέ­ο Χρυ­σό­στο­μο. Καί ὁ Πα­τριά­ρχης, ἐ­πει­δή γνώ­ρι­ζε τήν ἀ­ρε­τή του, προ­σπά­θη­σε πο­λύ, γιά νά τόν βά­λη στό κοι­νό­βιο, ἀλ­λά δέν θέ­λη­σε ὁ Ὅ­σιος νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψη τόν να­ό τῆς Θε­ο­τό­κου στίς Βλα­χέρ­νες.

 Καί ἀ­φοῦ δι­έ­μει­νε ἐ­κεῖ ἀρ­κε­τό και­ρό, ­πῆ­γε στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, γιά νά προ­σκυ­νή­ση τόν μέ­γα Δη­μή­τριο τόν Μυ­ρο­βλή­τη. Καί ἀ­φοῦ ἐκ­πλή­ρω­σε τόν πό­θο του, πῆ­γε στό Ἅ­γιο Ὄρος καί κα­θώς πε­ρι­φε­ρό­ταν καί προ­σκυ­νοῦ­σε τά ἄλ­λα ἱ­ε­ρά Μο­να­στή­ρια, πῆ­γε καί στήν Λαύ­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου, καί ἀ­φοῦ δι­ά­βα­σε τόν βί­ο καί τούς ἀ­γῶ­νες τοῦ Ἁ­γί­ου, ὁ­μοί­ως καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πέ­τρου τοῦ Ἀ­θω­νί­του καί θαύ­μα­σε τοῦ μέν Πέ­τρου τήν ἡ­συ­χί­α, τοῦ δέ Ἀ­θα­να­σί­ου τήν κοι­νο­βια­κή ζω­ή καί συλ­λο­γι­ζό­με­νος τήν προ­θυ­μί­α καί τήν ἐ­πι­μέ­λεια πού εἶ­χαν καί οἱ δύ­ο, πό­θη­σε νά στα­θῆ στόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο καί νά μι­μη­θῆ καί τῶν δύ­ο τίς πο­λι­τεῖ­ες. Ρώ­τη­σε τούς ἐ­κεῖ ἐ­να­σκου­μέ­νους Ἁ­γί­ους Πα­τέ­ρες, ποι­ά πο­λι­τεί­α νά με­τα­χει­ρι­σθῆ πρῶ­τα. Καί αὐ­τοί τόν συμ­βού­λευ­σαν πρῶ­τα νά ὑ­πο­τα­χθῆ σέ γέ­ρον­τα καί νά ἐκ­παι­δευ­θῆ μέ τά κα­τορ­θώ­μα­τα τῆς μα­κά­ρι­ας ὑ­πα­κο­ῆς καί ὕ­στε­ρα, ἀ­φοῦ βά­λη κα­λό θε­μέ­λιο πά­νω στήν πέ­τρα τοῦ Χρι­στοῦ, τήν θεί­α τα­πεί­νω­σι, νά πά­η καί μό­νος του στήν ἡ­συ­χί­α νά ἀ­γω­νί­ζε­ται.

 Ἀ­φοῦ τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ Ὅ­σιος, ὑ­πο­τά­χθη­κε στόν ἡ­γού­με­νο καί συγ­κα­τοί­κη­σε ἐ­κεῖ μέ τούς ὑ­πό­λοι­πους ἀ­δελ­φούς. Καί πρῶ­τα μέν δο­κι­μά­σθη­κε στά κα­τώ­τε­ρα δι­α­κο­νή­μα­τα, ἔ­πει­τα δι­ο­ρί­σθη­κε νά ψάλ­λη στόν χο­ρό τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας πρός  δό­ξα Θε­οῦ. Δι­ό­τι,  ὅ­ταν ἦ­ταν νέ­ος, ἔ­μα­θε τήν μου­σι­κή. Καί κα­θώς ἔ­ψαλ­λε συ­νε­τά καί μέ συ­ναί­σθη­σι τῶν λε­γο­μέ­νων, ὕ­ψω­νε τόν νοῦ του στόν ὑ­μνού­με­νο Θε­ό καί ἔ­χυ­νε πολ­λά δά­κρυ­α κα­τα­νύ­ξε­ως ὁ Μα­κά­ριος. Γι’ αὐ­τό δέν ἐμ­πο­δι­ζό­ταν πο­τέ ἀ­πό τήν νο­ε­ρά προ­σευ­χή, δη­λα­δή τό « Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, Υἱ­έ τοῦ Θε­οῦ, ἐ­λέ­η­σόν με», τήν ὁ­ποί­α εἶ­χε ἀ­τε­λεί­ω­τη μέ­σα στήν καρ­διά του μα­ζί μέ τόν νοῦ. Καί ἐ­νῷ ἦ­ταν στήν ὑ­πο­τα­γή τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ καί ἔ­κα­μνε μέ προ­θυ­μί­α ὅ­λα αὐ­τά πού τόν πρό­στα­ζαν, πο­λι­τευ­ό­ταν πά­λι μέ τήν ἴ­δια σκλη­ρα­γω­γί­α πού περ­νοῦ­σε πρω­τύ­τε­ρα, ὅ­ταν ἦ­ταν στόν να­ό στίς Βλα­χέρ­νες.

Ἀλ­λά ὅ­πως τό Σί­ναι­ο ὄ­ρος κά­λε­σε τόν Μω­υ­σῆ καί ὁ Κάρ­μη­λος τόν Ἠ­λί­α καί τόν βα­πτι­στή Ἰ­ω­άν­νη ἡ ἔ­ρη­μος, μέ τόν ἴ­διο τρό­πο καί τόν Ὅ­σιο Μά­ξι­μο τόν ἀ­να­κα­λεῖ ὁ Ἄ­θω­νας, τό ἄν­θος τῶν Ὀ­ρέ­ων, γιά νά ἀν­θή­ση ὁ δί­και­ος σ’ αὐ­τό καί νά καρ­πο­φο­ρή­ση τούς καρ­πούς τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Δι­ό­τι τήν Κυ­ρια­κή των Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων, πού εἶ­ναι με­τά τήν θεί­α Ἀ­νά­λη­ψι, ἐμ­φα­νί­ζε­ται σ’ αὐ­τόν ἡ Θε­ο­τό­κος νά ἔ­χη στήν ἀγ­κα­λιά της τόν Κύ­ριο καί τοῦ λέ­ει· «Ἀ­κο­λού­θη­σέ με πι­στό­τα­τε Μά­ξι­με, καί ἀ­νέ­βα ἐ­πά­νω στόν Ἄ­θω­να γιά νά λά­βης τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ὅ­πως ἐ­πι­θυ­μεῖς». Καί ἀ­φοῦ εἶ­δε δύ­ο καί τρεῖς φο­ρές αὐ­τή τήν θεί­α ὀ­πτα­σί­α, ἄ­φη­σε τήν με­γά­λη Λαύ­ρα καί με­τά ἀ­πό ἑ­πτά ἡ­μέ­ρες ἀ­νέ­βη­κε στήν κο­ρυ­φή τοῦ Ὄ­ρους τό Σάβ­βα­το τῆς Πεν­τη­κο­στῆς καί πέ­ρα­σε ὅ­λη τήν νύ­χτα ἄ­γρυ­πνος μα­ζί μέ ἄλ­λους με­ρι­κούς Μο­να­χούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι με­τά τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α ἀ­να­χώ­ρη­σαν. Ὁ δέ θεῖ­ος Μά­ξι­μος ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ μό­νος τρί­α με­ρό­νυ­χτα, προ­σευ­χό­με­νος ἀ­δι­α­λεί­πτως στόν Θε­ό καί στήν Θε­ο­τό­κο, μέ­σῳ νο­ε­ρᾶς προ­σευ­χῆς. Ἀλ­λά ποι­ός μπο­ρεῖ νά δι­η­γη­θῆ τούς πει­ρα­σμούς, πού με­τα­χει­ρί­σθη­κε ὁ ἐ­χθρός, γιά νά δι­ώ­ξη ἀ­πό ἐ­κεῖ τόν Ἅ­γιο; Ὁ δέ θεῖ­ος Μά­ξι­μος, κα­θώς εἶ­χε στόν ἑ­αυ­τό του τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, δέν φο­βό­ταν κα­θό­λου. Ἀλ­λά ἀ­σχο­λεῖτο μό­νο μέ τήν νο­ε­ρά προ­σευ­χή καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Θε­ό καί τήν Θε­ο­τό­κο, τήν ἀ­νά­δο­χό του καί προ­στά­τη.

Καί λοι­πόν ἐμ­φα­νί­ζε­ται σ’ αὐ­τόν ἡ Θε­ο­τό­κος μέ δό­ξα πολ­λή σάν βα­σί­λισ­σα, πε­ρι­κυ­κλω­μέ­νη ἀ­πό πολ­λούς ἄρ­χον­τες, νέ­ους στήν ἡ­λι­κί­α, νά κρα­τᾶ πά­λι στά χέ­ρια της τόν Υἱ­ό της. Καί ἀ­φοῦ τήν ἀ­να­γνώ­ρι­σε ὁ Ἅ­γιος, ἀ­πό τό ἄ­στε­κο ἐ­κεῖ­νο καί θεῖ­ο φῶς, πού ἔ­λαμ­πε καί φώ­τι­ζε τρι­γύ­ρω ὅ­λα τά μέ­ρη ἐ­κεῖ­να καί ἀ­φοῦ πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε, ὅ­τι δέν ἦ­ταν πλά­νη δαι­μο­νι­κή, ἀλ­λά θεί­α ὀ­πτα­σί­α τῆς Θε­ο­τό­κου, τήν δο­ξο­λό­γη­σε μέ χα­ρά ἀ­νεί­πω­τη, λέ­γον­τας τό «Χαῖ­ρε κε­χα­ρι­τω­μέ­νη ὁ Κύ­ριος μα­ζί σοῦ», καί ἄλ­λα τέ­τοι­α. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ ἔ­πε­σε στά γό­να­τα, προ­σκύ­νη­σε τόν Κύ­ριο μα­ζί μέ τήν Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κο καί δέ­χθη­κε ἀ­πό τόν Κύ­ριο τήν εὐ­λο­γί­α καί ἄ­κου­σε ἀ­πό τήν Πα­να­γί­α τά ἑ­ξῆς· «Λά­βε τήν χά­ρι ἐ­ναν­τί­ον τῶν δαι­μό­νων ἐ­σύ ὁ σε­βά­σμιος ἀ­θλο­φό­ρος καί κα­τοί­κη­σε στούς πρό­πο­δες τῆς κο­ρυ­φῆς τοῦ Ἄ­θω­να. Δι­ό­τι αὐ­τό εἶ­ναι θέ­λη­μα τοῦ Υἱ­οῦ μου, γιά νά ἀ­νέ­βης σέ ὕ­ψος ἀ­ρε­τῆς, καί νά γί­νης δι­δά­σκα­λος καί ὁ­δη­γός σέ πολ­λούς καί νά τούς σώ­σης». Καί με­τά ἀ­πό αὐ­τά τοῦ δό­θη­κε καί ἄρ­τος οὐ­ρά­νιος, πού ἦ­ταν τό­σες ἡ­μέ­ρες νη­στι­κός. Καί ἀ­μέ­σως, μό­λις πῆ­ρε τόν ἄρ­το καί τόν ἔ­βα­λε στό στό­μα του, τόν πε­ρι­κύ­κλω­σε ἀ­πό ψη­λά θεῖ­ο φῶς καί ἄ­κου­σε ὕ­μνο Ἀγ­γε­λι­κό καί ἔ­τσι ἡ Θε­ο­τό­κος ἀ­νέ­βη­κε στά οὐ­ρά­νια. Καί τό­ση λάμ­ψι καί εὐ­ω­δί­α ἔ­μει­νε στήν κο­ρυ­φή τοῦ Ὄ­ρους, ὥ­στε ἔ­νι­ω­σε ἔκ­στα­σι ὁ Ἅ­γιος καί δέν ἤ­θε­λε νά κα­τέ­βη ἀ­πό ἐ­κεῖ καί νά στε­ρη­θῆ τήν εὐ­ω­δί­α ἐ­κεί­νη καί τήν λάμ­ψι.

Ὅ­μως με­τά ἀ­πό τρεῖς ἡ­μέ­ρες κα­τέ­βη­κε μέ τήν προ­στα­γή τῆς Θε­ο­τό­κου, καί πῆ­γε στόν Να­ό της πού ὠνομαζόταν Πα­να­γί­α. Καί ἀ­φοῦ δι­έ­μει­νε ἐ­κεῖ ἀρ­κε­τές ἡ­μέ­ρες, ἀ­νέ­βη­κε πά­λι στήν κο­ρυ­φή καί ἀ­σπα­ζό­ταν τόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο, στόν ὁ­ποῖ­ο στε­κό­ταν ἡ Θε­ο­τό­κος μέ δό­ξα καί ζη­τοῦ­σε πά­λι μέ δά­κρυ­α τήν θεί­α της ἐμ­φά­νι­σι.

Ὡ­στό­σο μό­νο φῶς εἶ­δε καί εὐ­ω­δί­α αἰ­σθάν­θη­κε ἀ­χόρ­τα­στη καί γέ­μι­σε ὅ­λος ἀ­πό χα­ρά καί εὐ­φρο­σύ­νη ἀ­νεί­πω­τη. Καί αὐ­τό συ­νέ­βη δύ­ο καί τρεῖς φο­ρές, πού ἀ­νέ­βη­κε στήν κο­ρυ­φή. Ὅ­μως τήν Θε­ο­τό­κο δέν τήν εἶ­δε ξα­νά.

 Ἀ­πό τό­τε καί στό ἑ­ξῆς κα­τέ­βη­κε στό Καρ­μή­λιο, στόν Προ­φή­τη Ἠ­λί­α. Καί ἐ­κεῖ ἀ­φοῦ βρῆ­κε ἕ­ναν Μο­να­χό γέ­ρον­τα, τοῦ φα­νέ­ρω­σε ἐ­κεῖ­να πού εἶ­δε καί ἄ­κου­σε στήν κο­ρυ­φή τοῦ Ὄ­ρους. Ὁ δέ γέ­ρον­τας, ἀ­φοῦ τά ἄ­κου­σε αὐ­τά, νό­μι­σε, ὅ­τι ξε­γε­λά­σθη­κε ὁ θεῖ­ος Μά­ξι­μος, καί ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τά εἶ­δε μέ φαν­τα­σί­α δαι­μο­νι­κή. Καί ἀ­πό τό­τε τόν ἔ­λε­γαν ὅ­λοι πλέ­ον πλα­νε­μέ­νο. Ἀλ­λά ὁ στα­θε­ρός αὐ­τός φω­στήρας δέ­χθη­κε μέ με­γά­λη του χα­ρά, νά τόν ἀ­πο­κα­λοῦν πλα­νεμέ­νο καί ὄ­χι Ἅ­γιο. Καί ὑ­πο­κρι­νό­ταν πάν­το­τε, πώς εἶ­ναι πλα­νε­μέ­νος γιά νά ἐ­ξα­φα­νί­ση μέ αὐ­τό τήν ὑ­πε­ρή­φα­νη φι­λα­ρέ­σκεια. Καί γι’ αὐ­τό δέν κα­τοί­κη­σε σέ ἕ­ναν τό­πο, ὅ­πως οἱ ἄλ­λοι. Ἀλ­λά με­τα­κό­μι­ζε ἀ­πό τό­πο σέ τό­πο καί ὅ­που πή­γαι­νε, ἔ­φτια­χνε μιά μι­κρή κα­λύ­βα ἀ­πό χόρ­τα, ὅ­σο γιά νά χω­ρᾶ μό­νο τό πο­λύ­πα­θο σῶ­μα του καί με­τά ἀ­πό λί­γο τήν ἔ­και­γε καί πή­γαι­νε σέ ἄλ­λο μέ­ρος καί ἔ­φτια­χνε ἄλ­λη. Καί τό­σο ὑ­πε­ράν­θρω­πη ἦ­ταν ἡ ἀ­πο­στρο­φή του πρός τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά, ὥ­στε δέν ἀ­πέ­κτη­σε πο­τέ οὔ­τε σκα­λι­στή­ρι, οὔ­τε τορ­βά, οὔ­τε κα­νέ­να ἄλ­λο ἀ­πό τά ἀ­ναγ­καῖ­α στήν ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἀλ­λά σάν ἄυ­λος σχε­δόν περ­νοῦ­σε τήν ζω­ή του σέ ἔ­ρη­μους καί ἄ­βα­τους τό­πους. Καί μό­νο μικρή καλύβα ἔφτιαχνε καί μετά ἀπό λίγο τήν ἔκαιγε καί ἔφευγε ἀπό ἐ­κεῖ. Γι’ αὐ­τό καί ἀ­πο­κα­λεῖ­το πλα­νε­μέ­νος μα­ζί καί καυ­σο­κα­λύ­βης, για­τί δέν ἐ­γνώ­ρι­ζαν οἱ ἄλ­λοι τήν θεί­α χά­ρι πού τόν σκέ­πα­ζε. Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος σάν ἄ­σαρ­κος κα­τοι­κοῦ­σε σ’ ἐ­κεί­νη τήν ἔ­ρη­μο. Καί πραγ­μα­τι­κά αὐ­τός ὁ ἀ­εί­μνη­στος Μά­ξι­μος σταύ­ρω­σε τήν σάρ­κα μα­ζί μέ τά πά­θη καί τίς ἐ­πι­θυ­μί­ες.

Ποι­ός νά μή θαυ­μά­ση αὐ­τή τήν ἀγ­γε­λι­κή του δι­α­γω­γή ἀ­κού­γον­τας τά ὑ­πε­ράν­θρω­πα καί ὑ­περ­φυ­σι­κά του ἀ­γω­νί­σμα­τα; Γι’ αὐ­τό καί ἔ­γι­νε κα­τοι­κί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί ἕ­νας ἄλ­λος Πέ­τρος Ἀ­θω­νί­της καί ἕ­νας ἄλ­λος μέ­γας Ἀ­θα­νά­σιος ἐμ­φα­νί­σθη­κε, τῶν ὁ­ποί­ων τίς πο­λι­τεῖ­ες ἀ­γω­νι­ζό­ταν μέ ὅ­λες του τίς δυ­νά­μεις νά μι­μη­θῆ. Γι’ αὐ­τό καί ὁ νοῦς του, ὅ­πως καί ἐ­κεί­νων, ξέ­φευ­γε σέ θε­ω­ρί­ες καί ἔ­βλε­πε ἀ­πο­κα­λύ­ψεις Μυ­στη­ρί­ων. Καί ὅ­λα αὐ­τά ἔ­γι­ναν ἀν­τι­λη­πτά, ὅ­ταν αὐ­τός ἔ­γι­νε γνω­στός καί συ­να­να­στρά­φη­κε μέ ἄλ­λους Ἅ­γιους γέ­ρον­τες καί ἀ­σκη­τές με­γά­λους, οἱ ὁ­ποῖ­οι θαύ­μα­ζαν καί πρω­τύ­τε­ρα τόν θεῖ­ο Μά­ξι­μο, εἶ­χαν ὅ­μως καί τήν ἐ­πι­φύ­λα­ξι, ὅ­τι εἶ­ναι πλα­νε­μέ­νος, ἀλ­λά ὅ­ταν συ­να­να­στρά­φη­καν μέ αὐ­τόν, ἀν­τι­λή­φθη­καν τήν θεί­α χά­ρι πού ­κα­τοι­κοῦ­σε μέ­σα του­ καί δέν τόν ἔ­λε­γαν πλέ­ον πλα­νε­μέ­νο, ἀλ­λά τί­μιο Μά­ξι­μο καί φω­στῆ­ρα ὑ­πέρ­λαμ­προ.

Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ἦλ­θε στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος καί ὁ Ὅ­σιος Γρη­γό­ριος ὁ Σι­να­ΐ­της καί, ἀ­φοῦ κά­θη­σε στήν σκή­τη τοῦ Μα­γου­λᾶ, ἔ­γι­νε σ’ ὅ­λους τούς Πα­τέ­ρες τοῦ Ὄ­ρους πο­θη­τός καί ἰ­δι­αί­τε­ρα στούς ἡ­συ­χα­στές. Δι­ό­τι ἦ­ταν θαυ­μα­στός δι­δά­σκα­λος τῆς ἡ­συ­χί­ας καί τῆς νο­ε­ρᾶς προ­σευ­χῆς καί γνώ­ρι­ζε πο­λύ κα­λά τίς μη­χα­νορ­ρα­φί­ες καί τά τε­χνά­σμα­τα τῶν δαι­μό­νων. Καί γι’ αὐ­τό ἔ­τρε­χαν σ’ αὐ­τόν οἱ ἡ­συ­χα­στές καί δι­δά­σκον­ταν τά Μυ­στή­ρια τῆς νο­ε­ρᾶς προ­σευ­χῆς καί ποι­ά εἶ­ναι τά γνή­σια ση­μεῖα τῆς χά­ρι­τος καί ποι­ά τῆς ἀ­πά­της τοῦ ἐ­χθροῦ. Καί με­ρι­κοί ἀ­πό αὐ­τούς τοῦ εἶ­παν καί γιά τόν Ὅ­σιο Μά­ξι­μο. Καί κα­θώς τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ θεῖ­ος Γρη­γό­ριος, θαύ­μα­ζε καί ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νά τόν δῆ. Γι’ αὐ­τό καί ἀ­πέ­στει­λε κά­ποι­ους ἀ­πό τούς μα­θη­τές του, νά προ­σκα­λέ­σουν τόν ἱ­ε­ρό Μά­ξι­μο. Καί ἀ­φοῦ ­πῆ­γαν οἱ ἀ­πε­σταλ­μέ­νοι στήν κα­λύ­βα του, δέν τόν βρῆ­καν καί τρι­γύ­ρι­ζαν δύ­ο ἡ­μέ­ρες ἀ­να­ζη­τῶντας τον καί, ἀφοῦ τα­λαι­πω­ρή­θη­καν ἀ­πό τόν χει­μῶ­να, κα­τέ­φυ­γαν στό κε­λλί τοῦ Ἁ­γί­ου Μά­μαν­τος, γιά νά ξε­κου­ρα­σθοῦν λί­γο. Καί ἐ­κεῖ νά καί φθά­νει καί ὁ ζη­τού­με­νος θεῖ­ος Μά­ξι­μος καί χαι­ρε­τᾶ ὅ­λους τούς ἐ­κεῖ πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους μέ τό ὄ­νο­μά τους καί προ­λέ­γει καί τήν ἀ­πό­φα­σι τοῦ Ὁ­σί­ου Γρη­γο­ρί­ου, νά ἀ­να­χω­ρή­ση ἀ­πό τό Ἅ­γιο Ὄ­ρος καί νά πά­η στά Πα­ρό­ρια καί κά­ποι­α ἄλ­λα μέρη. Τό­τε οἱ ἀ­πε­σταλ­μέ­νοι ἀ­δελ­φοί τοῦ φα­νέ­ρω­σαν τό μή­νυ­μα τοῦ γέ­ρον­τά τους. Καί αὐ­τός ξε­κί­νη­σε ἀ­μέ­σως καί πή­γαι­νε μα­ζί μέ αὐ­τούς στόν Γρη­γό­ριο. Καί ὅ­ταν ἔ­φθα­σαν στό κελ­λί τοῦ Γρη­γο­ρί­ου, τούς λέ­ει ὁ θεῖ­ος Μά­ξι­μος «Ὁ γέ­ρον­τας, ἀ­να­παύ­ε­ται τώ­ρα, δι­ό­τι κου­ρά­στη­κε πο­λύ στήν προ­σευ­χή. Γι’ αὐ­τό ἡ­συ­χά­στε καί ἐ­σεῖς λί­γο καί ἐ­γώ ἐ­πί­σης θέ­λω νά ἀ­να­παυ­θῶ, ἕ­ως νά δῶ τόν γέ­ρον­τα». Τόν προ­σκά­λε­σε κα­τό­πιν ὁ θεῖ­ος Γρη­γό­ριος καί ἀ­μέ­σως πῆ­γε καί, ἀ­φοῦ ἀ­σπά­σθη­καν ἀ­να­με­τα­ξύ τους, ἔ­βγα­λε ἔ­ξω ὁ Γρη­γό­ριος τούς ἄλ­λους, καί μό­νο τόν θε­ο­φό­ρο Μά­ξι­μο κρά­τη­σε, θέ­λον­τας νά μά­θη ἀ­πό αὐ­τόν τόν ἴ­διο ἐ­κεῖ­να, πού ἄ­κου­σε σχε­τι­κά μέ αὐ­τόν.

Καί λοι­πόν ἀ­φοῦ τόν ρώ­τη­σε ὁ θεῖ­ος Γρη­γό­ριος τόν Μά­ξι­μο, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε· «Συγ­χώ­ρε­σέ με, Πά­τερ. Ἐ­γώ εἶ­μαι πλα­νε­μέ­νος ἄν­θρω­πος». Καί ὁ γέ­ρον­τας τοῦ λέ­ει· «Ἄ­φη­σέ τα αὐ­τά τώ­ρα καί πές μου, γιά ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, τήν ἀ­ρε­τή σου γιά νά μέ δι­α­φω­τί­σης. Ἄν μή τι ἄλ­λο, του­λά­χι­στον νά ἐν­θαρ­ρυν­θοῦ­με ἐ­ποι­κο­δο­μη­τι­κά στήν ἀ­ρε­τή καί νά ὠ­φε­λη­θοῦ­με ἀ­να­με­τα­ξύ μας. Καί πές μου, γιά τό ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, τήν ἀ­ρε­τή σου».

Καί τό­τε ὁ θεῖ­ος Μά­ξι­μος τοῦ φα­νέ­ρω­σε ὅ­σα ἔ­κα­νε ἀ­πό τά νιά­τα του. Δη­λα­δή, τόν ἔν­θε­ο ζῆ­λο πού εἶ­χε, τήν φο­βε­ρή ἐ­κεί­νη ὀ­πτα­σί­α τῆς Θε­ο­τό­κου, τό φῶς πού τόν πε­ρι­κύ­κλω­σε τό­τε καί ἄλ­λο­τε τόν πε­ρι­κυ­κλώ­νει, τούς πει­ρα­σμούς τῶν δαι­μό­νων. Ὁ δέ θεῖ­ος Γρη­γό­ριος, ἀ­φοῦ τόν δι­έ­κο­ψε ἀ­πό τόν λό­γο του, εἶ­πε· «Λέ­γε μου, σέ πα­ρα­κα­λῶ, τη­ρεῖς τήν νο­ε­ρά προ­σευ­χή, τι­μι­ώ­τα­τε Πά­τερ;­». Καί ἐ­κεῖ­νος χα­μο­γέ­λα­σε λί­γο καί τοῦ λέ­ει· «Δέν θέ­λω νά σοῦ κρύ­ψω Πά­τερ μου, τό θαῦ­μα τῆς Θε­ο­τό­κου πού ἔ­γι­νε σ’ ἐ­μέ­να. Ἐ­γώ ἀ­πό τά νιά­τα μου εἶ­χα πολ­λή πί­στι στήν Κυ­ρί­α μου Θε­ο­τό­κο, καί τήν πα­ρα­κα­λοῦ­σα μέ δά­κρυ­α νά μοῦ δώ­ση αὐ­τή τήν χά­ρι τῆς νο­ε­ρᾶς προ­σευ­χῆς. Καί μί­α τῶν ἡ­με­ρῶν, πη­γαί­νον­τας στόν να­ό της, ὅ­πως εἶ­χα συ­νή­θεια, τήν πα­ρα­κα­λοῦ­σα πά­λι μέ ἀ­μέ­τρη­τη θέρ­μη τῆς καρ­διᾶς μου. Καί ἐ­κεῖ πού ἀ­σπα­ζό­μουν μέ πό­θο τήν Ἁ­γί­α εἰ­κό­να της, ἀ­μέ­σως ἔ­νι­ω­σα στό στῆ­θος μου καί στήν καρ­διά μου μιά θέρ­μη καί μιά φλό­γα, πού ἦλ­θε ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α εἰ­κό­να, ἡ ὁ­ποί­α δέν μέ ἔ­και­γε, ἀλ­λά μέ δρό­σι­ζε καί μέ γλύ­και­νε καί προ­ξε­νοῦ­σε στήν ψυ­χή μου με­γά­λη κα­τά­νυ­ξι. Ἀ­πό τό­τε πλέ­ον, Πά­τερ, ἄρ­χι­σε ἡ καρ­διά μου νά λέ­η ἀ­πό μέ­σα τήν προ­σευ­χή καί ὁ νοῦς μου νά γλυ­καί­νε­ται στήν μνή­μη τοῦ Ἰ­η­σοῦ μου καί τῆς Θε­ο­τό­κου μου καί νά εἶ­ναι πάν­το­τε μα­ζί μέ τήν μνή­μη τους καί πλέ­ον ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα δέν ἔ­λει­ψε ἡ προ­σευ­χή ἀ­πό τήν καρ­διά μου. Συγ­χώ­ρε­σέ με».

Καί ὁ θεῖ­ος Γρη­γό­ριος τοῦ λέ­ει· «Πές μου, Ἅ­γι­ε, σοῦ συ­νέ­βη κα­μί­α φο­ρά, τήν ὥ­ρα πού ἔ­λε­γες τήν εὐ­χή τό, Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, καί τά ἑ­ξῆς, θε­ϊ­κή με­τα­βο­λή ἤ ἔκ­στα­σι ἤ κα­νέ­νας ἄλ­λος καρ­πός τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος;­». Καί ὁ ἱ­ε­ρός Μά­ξι­μος τοῦ εἶ­πε· «Πά­τερ, γι’ αὐ­τό πή­γαι­να σέ ἔ­ρη­μο τό­πο καί πο­θοῦ­σα τήν ἡ­συ­χί­α πάν­το­τε, γιά νά ἀ­πο­λαύ­σω ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τόν καρ­πό τῆς προ­σευ­χῆς. Ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι μί­α ἀ­γά­πη ὑ­περ­βο­λι­κή πρός τόν Θε­ό καί μιά ἁρ­πα­γή τοῦ νοῦ πρός τόν Κύ­ριο».

 Καί ὁ Ἅ­γιος Γρη­γό­ριος τοῦ λέ­ει· «Σέ πα­ρα­κα­λῶ, Πά­τερ, νά μοῦ πῆς, τά ἔ­χεις αὐ­τά, πού εἶ­πες;­». Τό­τε ὁ θεῖ­ος Μά­ξι­μος χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι καί τοῦ λέ­ει, «δῶ­σε μου νά φά­ω, καί μήν ἐ­λέγ­χης τήν πλά­νη μου». Καί ὁ Ἅ­γιος Γρη­γό­ριος τοῦ εἶ­πε· «Μα­κά­ρι καί ἐ­γώ νά εἶ­χα τήν πλά­νη τήν δι­κή σου, Ἅ­γι­ε. Ὅ­μως σέ πα­ρα­κα­λῶ νά μοῦ πῆς, ὅ­ταν ξε­φεύ­γη ὁ νοῦς σου σέ θε­ω­ρί­α, τί βλέ­πει μέ τά νο­ε­ρά μά­τια; Καί ἄν τυ­χόν μπο­ρῆ τό­τε ὁ νοῦς μα­ζί μέ τήν καρ­διά νά ἐ­ξα­κο­λου­θή­ση τήν προ­σευ­χή;­».

Καί ὁ θεῖ­ος Μά­ξι­μος τοῦ ἀ­πάν­τη­σε· «Ὄ­χι, δέν μπο­ρεῖ. Για­τι, ὅ­ταν ἔλ­θη ἡ χά­ρις τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος στόν ἄν­θρω­πο μέ­σῳ τῆς προ­σευ­χῆς, τό­τε στα­μα­τᾶ πλέ­ον ἡ προ­σευ­χή. Ἐ­πει­δή ὁ νοῦς κυ­ρι­εύ­ε­ται ὁ­λό­κλη­ρος ἀ­πό τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί δέν μπο­ρεῖ πλέ­ον νά ἐ­νερ­γή­ση τίς δυ­νά­μεις του, ἀλ­λά μέ­νει ἀρ­γός καί ὑ­πο­τάσ­σε­ται στό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, καί ὅ­που θέ­λει τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα τόν πη­γαί­νει, ἤ σέ ἀ­έ­ρα ἄυ­λο θεί­ου φω­τός ἤ σέ ἄλ­λη θε­ω­ρί­α ἀ­νεκ­δι­ή­γη­τη. Ἤ καί πολ­λές φο­ρές σέ ὁ­μι­λί­α θε­ϊ­κή καί ἐν συν­το­μί­ᾳ, ὅ­πως θέ­λει τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο, ἔ­τσι πα­ρη­γο­ρεῖ τούς δού­λους του. Ὅ­πως πρέ­πει στόν κα­θέ­να, ἔ­τσι τοῦ δί­δει καί τήν χά­ρι του. Καί αὐ­τά πού λέ­ω, μπο­ρεῖ κα­νείς νά τά δῆ φα­νε­ρά στούς Προ­φῆ­τες καί Ἀ­πο­στό­λους, πού ἀ­ξι­ώ­θη­καν νά ­δοῦν τό­σες θε­ω­ρί­ες, μο­λο­νό­τι οἱ ἄν­θρω­ποι τούς θε­ω­ροῦ­σαν πλα­νε­μέ­νους καί με­θυ­σμέ­νους. Καί ὁ προ­φή­της Ἡ­σα­ΐ­ας εἶ­δε τόν Κύ­ριο ἐ­πά­νω σέ θρό­νο ψη­λό. Καί ὁ πρω­το­μάρ­τυς Στέ­φα­νος εἶ­δε τούς οὐ­ρα­νούς ἀ­νοιγ­μέ­νους καί τόν Ἰ­η­σοῦ στά δε­ξιά του Πα­τρός, καί τά λοι­πά. Μέ τόν ἴ­διο τρό­πο καί τώ­ρα οἱ δοῦ­λοι τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­ξι­ώ­νον­ται νά βλέ­πουν δι­ά­φο­ρες θε­ω­ρί­ες, τίς ὁ­ποῖ­ες με­ρι­κοί δέν τίς πι­στεύ­ουν, οὔ­τε τίς δέ­χον­ται μέ κα­νέ­ναν τρό­πο πώς εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νές, ἀλ­λά τίς θε­ω­ροῦν ἀ­πά­τη, καί ἐ­κεί­νους πού τίς βλέ­πουν τούς θε­ω­ροῦν πλα­νε­μέ­νους. Καί θαυ­μά­ζω πο­λύ μέ αὐ­τό καί ἀ­πο­ρῶ, γιά ποι­όν λό­γο οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­κεῖ­νοι πο­ρώ­θη­καν καί σάν τυ­φλοί στήν ψυ­χή, δέν πι­στεύ­ουν ἐ­κεῖ­νο πού ὑ­πο­σχέ­θη­κε ὁ εἰ­λι­κρι­νής Θε­ός μέ τό στό­μα τοῦ προ­φή­του Ἰ­ω­ήλ, πώς πρό­κει­ται νά τό δώ­ση στούς πι­στούς; Ἐ­κεῖ πού λέ­ει× «Δι­ό­τι θά ἐν­στα­λά­ξω ἀ­πό τήν χά­ρι τοῦ Πνεύ­μα­τός μου σέ κά­θε πι­στό, καί στούς δού­λους μου, καί στίς δοῦ­λες μου». Τήν ὁ­ποί­α χά­ρι τήν ἔ­δω­σε ὁ Κύ­ριός μας καί τήν δί­νει καί τώ­ρα καί θά τήν δί­νη καί ἕ­ως τήν συν­τέ­λεια, σύμ­φω­να μέ τήν ὑ­πό­σχε­σί του, σέ ὅ­λους τούς πι­στούς δού­λους του. Λοι­πόν ὅ­ταν ἡ χά­ρις αὐ­τή τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἔλ­θη σέ κάποιον, δέν τοῦ δεί­χνει τά συ­νη­θι­σμέ­να, οὔ­τε τά αἰ­σθη­τά τοῦ Κό­σμου τού­του. Ἀλ­λά τοῦ δεί­χνει ἐ­κεῖ­να πού δέν τά εἶ­δε πο­τέ του, οὔ­τε τά φαν­τά­σθη­κε. Καί τό­τε ὁ νοῦς τοῦ ἀν­θρώ­που ἐ­κεί­νου δι­δά­σκε­ται ἀ­πό τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα Μυ­στή­ρια ὑ­ψη­λά καί ἀ­πό­κρυ­φα, τά ὁ­ποῖ­α, σύμ­φω­να μέ τόν θεῖ­ο Παῦ­λο, δέν μπο­ρεῖ νά τά δῆ μά­τι σω­μα­τι­κό τοῦ ἀν­θρώ­που, οὔ­τε νοῦς ἀν­θρώ­που μπο­ρεῖ νά τά συλ­λο­γι­σθῆ ἀ­πό μό­νος του πο­τέ. Καί γιά νά κα­τα­λά­βης πώς τά βλέ­πει ὁ νοῦς μας, σκέ­ψου αὐ­τά πού ἔ­χω νά σοῦ πῶ. Τό κε­ρί, ὅ­ταν εἶ­ναι μα­κριά ἀ­πό τήν φω­τιά, εἶ­ναι κε­ρί στέ­ρε­ο καί πι­ά­νε­ται. Ἀλ­λά ὅ­ταν τό βά­λης στήν φω­τιά λι­ώ­νει καί ἐ­κεῖ μέ­σα στήν φλό­γα καί­γε­ται καί ἀ­νά­βει καί γί­νε­ται ὅ­λο φῶς καί ἔ­τσι τε­λει­ώ­νει μέ­σα στήν φω­τιά ὅ­λο καί δέν ὑ­πάρ­χει τρό­πος νά μήν λι­ώ­ση στήν φω­τιά καί νά μήν γί­νη σάν νε­ρό. Ἔ­τσι καί ὁ νοῦς τοῦ ἀν­θρώ­που, ὅ­ταν εἶ­ναι μο­νά­χος, χω­ρίς νά συ­ναν­τη­θῆ μέ τόν Θε­ό, κα­τα­νο­εῖ ὅ­σα εἶ­ναι τῆς δυ­νά­με­ώς του. Ἀλ­λά ὅ­ταν πλη­σιά­ση στήν φλό­γα τῆς Θε­ό­τη­τας καί στό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο, τό­τε πλέ­ον κυ­ρι­εύ­ε­ται ὅ­λος δι­ό­λου ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο τό θε­ϊ­κό φῶς καί γί­νε­ται ὅ­λος φῶς καί ἐ­κεῖ μέ­σα στήν φλό­γα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἀ­νά­βει καί λι­ώ­νει ἀ­πό τά θε­ϊ­κά νο­ή­μα­τα καί δέν ὑ­πάρ­χει τρό­πος ἐ­κεῖ μέ­σα στήν φλό­γα τῆς Θε­ό­τη­τας νά κα­τα­νο­ῆ τά δι­κά του καί ἐ­κεῖ­να πού θέ­λει». Τό­τε τοῦ λέ­ει ὁ θεῖ­ος Γρη­γό­ριος· «Εἶ­ναι καί ἄλ­λα, Καυ­σο­κα­λύ­βη μου, πα­ρό­μοι­α, πού εἶ­ναι τῆς πλά­νης».

Καί ὁ μέ­γας ἐ­κεῖ­νος Μά­ξι­μος τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε πώς εἶ­ναι ἄλ­λα τά ση­μά­δια τῆς πλά­νης καί ἄλ­λα τῆς χά­ρι­τος. Για­τί τό πο­νη­ρό πνεῦ­μα τῆς πλά­νης, ὅ­ταν πλη­σιά­ση στόν ἄν­θρω­πο, συγ­χί­ζει τόν νοῦ καί τόν ἀ­γρι­εύ­ει. Κά­νει τήν καρ­διά σκλη­ρή καί τήν θο­λώ­νει. Προ­ξε­νεῖ δει­λί­α καί φό­βο καί ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Τοῦ ἀ­γρι­εύ­ει τά μά­τια. Τα­ρά­ζει τό μυα­λό. Τοῦ ἀ­να­τρι­χιά­ζει ὅ­λο τό κορ­μί. Τοῦ δεί­χνει μέ τήν φαν­τα­σί­α στά μά­τια φῶς ὄ­χι λαμ­πρό καί κα­θα­ρό, ἀλ­λά κόκ­κι­νο. Καί τοῦ κά­νει τόν νοῦ ἐκ­στα­τι­κό καί δαι­μο­νι­ώ­δη καί τόν πα­ρα­κι­νεῖ νά λέ­η μέ τό στό­μα του ἄ­πρε­πα λό­για καί βλά­σφη­μα. Καί ἐ­κεῖ­νος πού βλέ­πει τό πνεῦ­μα αὐ­τό τῆς πλά­νης ὀρ­γί­ζε­ται τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, καί εἶ­ναι γε­μᾶ­τος ἀ­πό θυ­μό καί τήν τα­πεί­νω­σι κα­θό­λου δέν τήν γνω­ρί­ζει, μή­τε τό ἀ­λη­θι­νό πέν­θος καί τά δά­κρυ­α. Ἀλ­λά πάν­το­τε καυ­χι­έ­ται μέ τά κα­τορ­θώ­μα­τά του καί δο­ξά­ζε­ται καί χω­ρίς συ­στο­λή καί φό­βο Θε­οῦ βρί­σκε­ται μέ τά πά­θη. Καί τέ­λος πάν­των, βγαί­νει ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά ἀ­πό τά λο­γι­κά του καί κα­τα­λή­γει σέ τε­λι­κή ἀ­πώ­λεια. Ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α πλά­νη μα­κά­ρι νά μᾶς γλυ­τώ­ση ὁ Κύ­ριος μέ­σῳ τῶν εὐ­χῶν σου. Ἀλ­λά τά ση­μά­δια τῆς χά­ρι­τος εἶ­ναι τά ἑ­ξῆς: Ὅ­ταν πά­η στόν ἄν­θρω­πο ἡ χά­ρις τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, τοῦ συμ­μα­ζεύ­ει τόν νοῦ καί τόν κά­νει νά εἶ­ναι προ­σε­κτι­κός καί τα­πει­νός. Τοῦ φέρ­νει τήν μνή­μη τοῦ θα­νά­του καί τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν του καί τῆς μελ­λού­σης Κρί­σε­ως καί  τῆς αἰ­ω­νί­ου κο­λά­σε­ως καί τοῦ κά­νει τήν ψυ­χή νά νι­ώ­θη εὔ­κο­λα κα­τά­νυ­ξι, νά κλαί­η καί νά πεν­θῆ. Κά­νει καί τά μά­τια του ἥ­με­ρα καί γε­μᾶ­τα ἀ­πό δά­κρυ­α. Καί ὅ­σο πλη­σιά­ζει στόν ἄν­θρω­πο, τό­σο τόν ἡ­με­ρεύ­ει στήν ψυ­χή καί τήν πα­ρη­γο­ρεῖ μέ­σῳ τῶν Ἁγίων Παθῶν τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ καί τῆς ἀ­πεί­ρου φι­λαν­θρω­πί­ας του. Καί προ­ξε­νεῖ στόν νοῦ ὑ­ψη­λές καί ἀ­λη­θι­νές θε­ω­ρί­ες. Πρῶ­τον, γιά τήν ἀ­κα­τα­νό­η­τη δύ­να­μι τοῦ Θε­οῦ, πῶς μέ ἕ­ναν λό­γο δη­μι­ούρ­γη­σε τά πάν­τα ἀ­πό τήν ἀ­νυ­παρ­ξί­α στήν ὕ­παρ­ξι. Δεύ­τε­ρον, γιά τήν ἀ­πέ­ραν­τή του δύ­να­μι πού συγ­κρα­τεῖ καί κυ­βερ­νᾶ τά πάν­τα καί ἔ­χει τήν φρον­τί­δα ὅ­λων. Τρί­τον, γιά τό ἀ­κα­τα­νό­η­το τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος καί γιά τό ἀ­νε­ξι­χνί­α­στο πέ­λα­γος τῆς θεί­ας Οὐ­σί­ας καί τά λοι­πά. Καί τό­τε, μό­λις ἁρ­πα­χθῆ ὁ νοῦς τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο τό θεῖ­ο φῶς καί φω­τι­σθῆ φω­τι­σμό θε­ϊ­κῆς γνώ­σε­ως, γί­νε­ται ἡ καρ­διά του γα­λή­νια καί πρα­ό­τα­τη καί ἀ­να­βλύ­ζει τούς καρ­πούς τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, τήν χα­ρά, τήν εἰ­ρή­νη, τήν ἀ­νε­κτι­κό­τη­τα, τήν κα­λο­σύ­νη, τήν συμ­πά­θεια, τήν ἀ­γά­πη, τήν τα­πεί­νω­σι καί τά λοι­πά. Καί ἀ­πο­λαμ­βά­νει ἡ ψυ­χή του μί­α ἀ­γαλ­λί­α­σι ἀ­νεκ­δι­ή­γη­τη».

 Ἀ­κού­γον­τάς τα αὐ­τά ὁ Ἅ­γιος Γρη­γό­ριος, ἔ­μει­νε ἐκ­στα­τι­κός καί θαύ­μα­ζε μέ ἐ­κεῖ­να πού ἔ­λε­γε ὁ θεῖ­ος Μά­ξι­μος καί πλέ­ον­ δέν τόν ὠ­νό­μα­ζε ἄν­θρω­πο, ἀλ­λά Ἄγ­γε­λο ἐ­πί­γει­ο. Γι’ αὐ­τό καί πο­λύ τόν πα­ρα­κά­λε­σε, λέ­γον­τας· «Στα­μά­τα, σέ πα­ρα­κα­λῶ, νά κα­τα­καῖς πλέ­ον τό κε­λλί σου καί συμ­μά­ζε­ψε τόν ἑ­αυ­τό σου σέ ἕ­ναν τό­πο καί κά­θη­σε, ὅ­πως λέ­ει ὁ σο­φός Ἰ­σα­άκ, γιά νά κά­νης πε­ρισ­σό­τε­ρο καρ­πό καί γιά νά ὠ­φε­λή­σης καί ἄλ­λους πολ­λούς, σάν ἐμ­πει­ρό­τα­τος στήν ἀ­ρε­τή. Δι­ό­τι νά πού σέ προ­φθα­σαν πλέ­ον καί τά γη­ρα­τειά καί ὁ θά­να­τος ἔρ­χε­ται πολ­λές φο­ρές πρό­ω­ρα. Γι’ αὐ­τό με­τά­δω­σε τό τα­λέν­το, δη­λα­δή τό χά­ρι­σμα πού ἔ­λα­βες καί τόν θεῖ­ο σπό­ρο τῆς δι­δα­σκα­λί­ας σου στόν λα­ό τοῦ Θε­οῦ, μέ τό νά κα­θί­σης σέ ἕ­ναν τό­πο, πρίν νά σέ προ­φθά­ση τό τέ­λος, γιά νά λά­βης στούς οὐ­ρα­νούς καί μι­σθό πε­ρισ­σό­τε­ρο γιά τήν ὠ­φέ­λεια τῶν ἄλ­λων. Καί στα­μά­τα πλέ­ον νά ὑ­πο­κρί­νε­σαι ὅ­τι εἶ­σαι τρελ­λός, δι­ό­τι γί­νε­ται σκάν­δα­λο σ’ ἐ­κεί­νους, οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν γνω­ρί­ζουν τά κα­τορ­θώ­μα­τά σου. Λοι­πόν ἄ­κου­σε τήν συμ­βου­λή μου». Καί ὅ­ταν ἔ­μα­θαν αὐ­τές τίς συμ­βου­λές τοῦ θεί­ου Γρη­γο­ρί­ου καί οἱ ἄλ­λοι με­γά­λοι γέ­ρον­τες, συμ­φω­νῶντας τόν συμ­βού­λευ­σαν καί αὐ­τοί καί τόν ἔ­πει­σαν νά κα­θί­ση σ’ ἕ­ναν τό­πο. Καί λοι­πόν ὁ θεῖ­ος Μά­ξι­μος, ἀ­φοῦ βρῆ­κε ἕ­να σπή­λαι­ο, τό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν κον­τά στόν κύρ Ἠ­σα­ΐ­α ἕ­ως τρί­α μί­λια, ἔ­κα­νε σ’ αὐ­τό μί­α πε­ρί­φρα­ξι, σάν νά ἔκανε κελ­λί καί κά­θη­σε μέ­σα σ’ αὐ­τό. Καί στό ἑ­ξῆς δέν τό ἔ­κα­ψε πλέ­ον τη­ρῶντας πά­λι τήν ὑ­πε­ράν­θρω­πη ἄ­σκη­σι σάν ἄ­σαρ­κος.

 Ἀ­φοῦ κά­θη­σε λοι­πόν στό κελ­λί του, ἀ­γω­νι­ζό­ταν τήν ὑ­πε­ράν­θρω­πη ἐ­κεί­νη ἄ­σκη­σι. Ἀλ­λά οἱ δαί­μο­νες συγ­κεν­τρώ­νον­ταν καί ­πά­σχι­ζαν νά τόν δι­ώ­ξουν ἀ­πό τόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο. Ἀλ­λά μά­ται­α παι­δεύ­ον­ταν οἱ κα­τα­ρα­μέ­νοι, δι­ό­τι δι­ώ­χνον­ταν ἀ­πό τήν νο­ε­ρά προ­σευ­χή τοῦ Ὁ­σί­ου. Ἀ­κό­μη καί δύ­να­μις θε­ϊ­κή ἀ­κα­τα­μά­χη­τη τόν σκέ­πα­ζε καί τόν φύ­λα­γε ἀ­πό τό­τε καί στό ἑ­ξῆς, ἡ ὁ­ποί­α φα­νε­ρω­νό­ταν σάν ἕ­να εἶ­δος φω­τιᾶς σ’ αὐ­τούς, πού ἀ­ξι­ώ­νον­ταν νά τήν ἰ­δοῦν καί ἡ ὁ­ποί­α κα­τέ­και­γε τούς ἐ­χθρούς του. Γι’ αὐ­τό καί μέ τόν λό­γο του μό­νο γι­ά­τρευ­ε πολ­λούς καί τά δαι­μό­νια ἔ­δι­ω­χνε ἀ­πό τούς δαι­μο­νι­σμέ­νους καί τούς ἔ­στελ­νε γα­λη­νε­μέ­νους στούς τό­πους τους, πα­ραγ­γέ­λον­τάς τους νά ἀ­πέ­χουν ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α. Νά νη­στεύ­ουν ἀ­πό τό κρέ­ας καί νά δί­νουν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη ὅ,τι μπο­ροῦν καί νά κα­θα­ρί­ζουν τόν ἑ­αυ­τό τους ἀ­πό κά­θε ἁ­μαρ­τί­α μέ­σῳ τῆς με­τα­νοί­ας.

Κά­ποι­ον Μο­να­χό, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Μερ­κού­ριος, πα­ρα­κί­νη­σε μί­α φο­ρά νά δι­ώ­ξη τό δαι­μό­νιο ἀ­πό ἕ­ναν δαι­μο­νι­σμέ­νο. Καί ἐ­κεῖ μπρο­στά στόν Ὅ­σιο ἐ­πέ­πλη­ξε τό πο­νη­ρό πνεῦ­μα ὁ Μερ­κού­ριος μέ τό ὄ­νο­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ καί πα­ρα­δό­ξως θε­ρά­πευ­σε τόν δαι­μο­νι­σμέ­νο.

Καί ἕ­ναν ὑ­πη­ρέ­τη ἑ­νός γέ­ρον­τα, πού τυ­ραν­νι­ό­ταν ἀ­πό δαι­μό­νιο, ὅ­ταν τόν συ­νάν­τη­σε στόν δρό­μο ὁ Ὅ­σιος τόν πρό­στα­ξε νά τη­ρῆ τέ­λεια ὑ­πα­κο­ή στόν γέ­ρον­τά του καί θά γι­α­τρευ­θῆ στό ὄ­νο­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος ! ἀ­μέ­σως μέ τόν λό­γο αὐ­τό γι­α­τρεύ­θη­κε.

Μί­α τῶν ἡ­με­ρῶν πῆ­γαν στόν Ὅ­σιο κά­ποι­οι Μο­να­χοί ἀ­πό τήν Λαύ­ρα καί μα­ζί μέ αὐ­τούς πῆ­γε καί ἕ­νας κο­σμι­κός, καί μό­λις τόν εἶ­δε ὁ Ὅ­σιος, τόν ἔ­δι­ω­ξε ἀ­πό μα­κριά λέ­γον­τας, ὅ­τι εἶ­ναι ὀ­πα­δός τοῦ Ἀ­κίν­δυ­νου καί ἄ­πι­στος, πα­ρ’ ὅ­λο πού δέν τό ἤ­ξε­ρε κα­νέ­νας ἄλ­λος.

 Ἄλ­λοι πά­λι Μο­να­χοί ­πῆ­γαν στόν Ὅ­σιο καί μό­λις τούς εἶ­δε, φώ­να­ξε μέ δυ­να­τή φω­νή «Δι­ῶξ­τε πί­σω τόν Μασ­σα­λια­νό, ( λέ­γον­τάς τον μέ τό ὄ­νο­μά του ) καί τό­τε ἐ­λᾶ­τε σ’ ἐ­μέ­να».

Ἕνα­ κα­ΐ­κι ἦλ­θε στό λι­μά­νι τῆς Λαύ­ρας καί οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ κα­ϊ­κιοῦ πῆ­γαν στόν Ὅ­σιο, ἔ­χον­τας μα­ζί τους καί ἕ­ναν δαι­μο­νι­σμέ­νο, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε τό δαι­μό­νιο τῆς ἀ­χορ­τα­σί­ας. Ἀ­φοῦ τόν ἔ­ρρι­ξαν στά πό­δια τοῦ Ὁ­σί­ου, τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν μα­ζί μέ αὐ­τόν νά τόν ἐ­λευ­θε­ρώ­ση ἀ­πό αὐ­τό. Καί ἀ­φοῦ πῆ­ρε ὁ Ἅ­γιος ἕ­να πα­ξι­μά­δι, τό ἔ­δω­σε στόν πά­σχον­τα καί τοῦ εἶ­πε×  «Στό ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, τό­σο νά τρῶς καί νά χορ­ταί­νης καί νά γα­λη­νεύ­ης». Καί ἀ­πό τό­τε πλέ­ον ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε ἐ­κεῖ­νος ἀ­πό τό δαι­μό­νιο τῆς ἀ­χορ­τα­σί­ας. Γι’ αὐ­τό καί ἀ­φοῦ ἀ­παρ­νή­θη­κε τόν Κό­σμο­ ἔ­γι­νε Μο­να­χός καί κά­θι­σε κον­τά στόν Ἅ­γιο.

Τό­σο φω­τι­σμέ­νος ἦ­ταν ὁ Μα­κά­ριος ἀ­πό τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ὥ­στε καί αὐ­τά πού ἦ­ταν μα­κριά τα προ­έ­βλε­πε σάν νά ἦ­ταν πα­ρόν­τα. Γι’ αὐ­τό καί τόν ἐρ­χο­μό τῶν βα­σι­λέ­ων προ­έ­βλε­ψε λέ­γον­τας× «Οἱ βα­σι­λεῖς τῶν Ρω­μαί­ων πρό­κει­ται νά ἔλ­θουν σ’ ἐ­μέ­να, γιά νά ἀ­κού­σουν προ­φη­τεῖ­ες καί ὄ­χι γιά νά ὠ­φε­λη­θοῦν». Καί ἀ­φοῦ ­πέ­ρα­σε λί­γος και­ρός, ἦλ­θαν σ’ αὐ­τόν ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Καν­τα­κου­ζη­νός καί ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Πα­λαι­ο­λό­γος. Καί ὁ Ὅ­σιος προ­φή­τευ­σε σ’ αὐ­τούς ὅ­λα ἐ­κεῖ­να, πού ἐ­πρό­κει­το νά τούς συμ­βοῦν, λέ­γον­τάς τους νά ὑ­πο­μεί­νουν ὅ­λα τά στε­νό­χω­ρα πού ἐ­πρό­κει­το νά ἔλ­θουν. Ἔ­πει­τα στρά­φη­κε στήν δι­δα­σκα­λί­α καί τούς δί­δα­ξε πολ­λά ψυ­χω­φε­λῆ καί κα­τάλ­λη­λα γιά βα­σι­λεῖς. Τά πα­ρα­λεί­που­με χά­ριν συν­το­μί­ας. Καί ὅ­ταν ἀ­να­χω­ροῦ­σαν ἀ­πό ἐ­κεῖ οἱ βα­σι­λεῖς, ξε­προ­βο­δῶντας τους ὁ Ἅ­γιος, εἶ­πε πρός τόν Καν­τα­κου­ζη­νό. «Νά ὁ ἡ­γού­με­νος σέ Μο­να­στή­ρι!». Ἐ­νῷ πρός τόν Ἰ­ω­άν­νη εἶ­πε· «Συγ­κρα­τή­σου ἀ­συγ­κρά­τη­τε καί μήν ξε­γε­λι­έ­σαι. Δι­ό­τι ἡ βα­σι­λεί­α σου θά εἶ­ναι μα­κρά καί δυ­σμε­νής, καί θά σοῦ φέ­ρη πολ­λές τα­ρα­χές». Με­τά ἀ­πό αὐ­τά τούς εἶ­πε· «Χαί­ρε­τε καί νά πᾶ­τε στό κα­λό».

Καί ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε λί­γος και­ρός ἔ­στει­λε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι στόν Καν­τα­κου­ζη­νό, ἕ­να πα­ξι­μά­δι, ἕ­να κρεμ­μύ­δι καί ἕ­να σκόρ­δο. Καί μέ αὐ­τά τοῦ προ­μή­νυ­ε, ὅ­τι πρό­κει­ται νά γί­νη Μο­να­χός καί νά τρώ­η τέ­τοι­α τρο­φή. Ὅ­πως καί ἔ­γι­νε, δι­ό­τι ὕ­στε­ρα ἀ­πό λί­γο και­ρό, ἐ­πει­δή πι­έ­σθη­κε ἀ­πό τόν Ἰ­ω­άν­νη, ἔ­γι­νε χω­ρίς νά τό θέ­λη Μο­να­χός καί τό­τε, ὅ­ταν ἔ­φα­γε τό πα­ξι­μά­δι, θυ­μή­θη­κε τήν προ­φη­τεί­α τοῦ Ὁ­σί­ου καί τόν θαύ­μα­ζε. Ὁ­μοί­ως καί ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Πα­λαι­ο­λό­γος, ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νος τίς προ­φη­τεῖ­ες τοῦ Ὁ­σί­ου, ὅ­ταν γι­νόν­ταν τά πράγ­μα­τα, ὅ­πως τά προ­φή­τε­υσε, τόν θαύ­μα­ζε.

 Καί ὁ Πα­τριά­ρχης Κάλ­λι­στος, ἐ­νῷ πή­γαι­νε μέ τόν κλῆ­ρο του στήν Σερ­βί­α γιά τήν ἕ­νω­σι καί τήν εἰ­ρή­νη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας περ­νῶντας ἀ­πό τό Ἅ­γιο Ὄ­ρος πῆ­γε στήν κα­λύ­βα τοῦ Ἁ­γί­ου Μα­ξί­μου, γιά νά τόν δῆ. Ὁ Ὅ­σιος βγῆ­κε γιά νά τόν προ­ϋ­παν­τή­ση καί ἔ­λα­βε τήν εὐ­λο­γί­α του. Καί με­τά τόν ἀ­σπα­σμό εἶ­πε πρός τούς πα­ρόν­τες ἀ­στει­ευ­ό­με­νος, «αὐ­τός ὁ γέ­ρον­τας ἔ­χα­σε τήν γριά του», καί κά­ποι­α ἄλ­λα. Καί ξε­προ­βο­δῶντας τον ἔ­ψαλ­λε τό « Μα­κά­ριοι οἱ ἄ­μω­μοι κτλ. » προ­μη­νύ­ον­τάς τους μέ αὐ­τό τόν θά­να­το καί τήν τα­φή τους. Τό ὁ­ποῖ­ο καί ἔ­γι­νε. Καί ἔ­τσι ἐκ­πλη­ρώ­θη­κε ἡ Προ­φη­τεί­α τοῦ Ὁ­σί­ου, πού εἶ­πε γιά τούς Βα­σι­λεῖς καί τόν Πα­τριά­ρχη.

Καί αὐ­τό ἀ­κό­μη τό ἐ­ξαι­ρε­τι­κό λε­γό­ταν ἀ­πό πολ­λούς γιά τόν Ὅ­σιο, ὅ­τι δε­χό­ταν ἄρ­το ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό. Δι­ό­τι σέ πε­ρί­ο­δο χει­μῶ­να πῆ­γε σ’ αὐ­τόν ἐ­πί­σκε­ψι ὁ νο­σο­κό­μος τῆς Λαύ­ρας, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Γρη­γό­ριος, μα­ζί μέ ἄλ­λον ἀ­δελ­φό καί ἀ­πό τό πο­λύ χι­ό­νι, πού ἔ­πε­σε, ἦ­ταν σκε­πα­σμέ­νος ὁ τό­πος καί πα­τή­μα­τα ἀν­θρώ­που δέν φαί­νον­ταν που­θε­νά. Γι’ αὐ­τό, ἀ­φοῦ ἔκαναν ἐ­κεῖ­νοι και­νούρ­γιο κό­πο, πῆ­γαν στήν κα­λύ­βα τοῦ Ὁ­σί­ου. Καί μό­λις μπῆ­καν στήν κα­λύ­βα του, βλέ­πουν ἕ­να ψω­μί ζε­στό καί κα­θα­ρό­τα­το καί ἔ­βγα­ζε τό­ση πολ­λή καί θαυ­μά­σια εὐ­ω­δί­α, πού γέ­μι­ζε τήν κα­λύ­βα του. Καί αὐ­τοί, ἀ­φοῦ πε­ρι­ερ­γά­σθη­καν, ἐ­άν ὑ­πάρ­χη στήν κα­λύ­βα του ση­μά­δι φω­τιᾶς καί δέν βρῆ­καν τί­πο­τε, ἔ­μει­ναν ἐκ­στα­τι­κοί θαυ­μά­ζον­τας τόν οὐ­ρά­νιο ἄρ­το. Καί λοι­πόν ἀ­φοῦ ἔ­πε­σαν στά πό­δια τοῦ Ἁ­γί­ου, ζη­τοῦ­σαν νά τούς δώ­ση μέ­ρος ἀ­πό τόν ἄρ­το ἐ­κεῖ­νο καί, ἐ­πει­δή τούς σπλα­χνί­σθη­κε ἔ­κο­ψε τόν μι­σό ἄρ­το καί τούς ἔ­δω­σε, λέ­γον­τάς τους· «Λά­βε­τε, φά­γε­τε καί προ­σέ­χε­τε νά μήν τό πῆ­τε σέ κα­νέ­ναν, ἕ­ως πού ζῶ». Καί ἄλ­λοι ἀ­δελ­φοί μᾶς εἶ­παν, ὅ­τι καί νε­ρό τῆς θά­λασ­σας ἔ­κα­νε γλυ­κό καί ἤ­πι­ε αὐ­τός καί ἔ­δω­σε καί σ’ ἐ­κεί­νους καί ἤ­πιαν.

Ἄλ­λο­τε πά­λι σέ πε­ρί­ο­δο τρύ­γου πῆ­γαν στόν Ὅ­σιο δύ­ο Μο­να­χοί καί με­τά τήν συ­νο­μι­λί­α τους πῆ­ρε ἕ­να πα­ξι­μά­δι καί τούς ἔ­δωσ­ε λέ­γον­τας· «Πη­γαί­νε­τε τό γρη­γο­ρό­τε­ρο στό Μο­να­στήρι τοῦ Δω­ρο­θέ­ου, γιά νά μήν κιν­δυ­νεύ­σε­τε στόν δρό­μο ἀ­πό τόν χει­μῶ­να». Καί αὐ­τοί ἀ­πο­ροῦ­σαν, πῶς εἶ­πε, ὅ­τι θά γί­νη χει­μῶ­νας, τήν ὥ­ρα πού εἶ­χε ἀ­έ­ρα καί συν­νε­φιά δέν φαι­νό­ταν κα­θό­λου. Ἀλ­λά προ­τοῦ νά πᾶ­νε στό Μο­να­στή­ρι τοῦ Δω­ρο­θέ­ου, ἔ­γι­νε φο­βε­ρή με­τα­βο­λή στόν οὐ­ρα­νό. Καί βλέ­πον­τάς το οἱ δύ­ο ἐ­κεῖ­νοι Μο­να­χοί, φώ­να­ξαν τό, «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον». Καί ­κή­ρυτ­ταν σέ ὅ­λους τήν προ­φη­τεί­α τοῦ Ὁ­σί­ου.

Ἦλ­θε μί­α φο­ρά στόν Ὅ­σιο ἕ­νας γραμ­μα­τέ­ας λό­γιος ἀ­πό τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί, μό­λις τόν εἶ­δε, κα­τά­λα­βε τούς πο­νη­ρούς λο­γι­σμούς πού εἶ­χε καί ἄρ­χι­σε νά τόν κα­τη­γο­ρῆ λέ­γον­τας· «Ποῦ εἶ­δες ἐ­σύ τούς ἀ­γῶ­νες καί τά πα­λαί­σμα­τα τῶν Ἁ­γί­ων καί τήν χά­ρι πού τούς δί­νει ὁ Θε­ός; Καί τούς βλα­σφη­μεῖς λέ­γον­τας, ὅ­τι οἱ Ἅ­γιοι λί­γο ἀ­γω­νί­σθη­καν, ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νοι πού γρά­φουν τούς βί­ους τους τούς κά­νουν χά­ρι καί προ­σθέ­τουν ψευ­δῶς πολ­λά; Καί τήν χά­ρι τῶν θαυ­μά­των πού ἔ­λα­βαν τήν θε­ω­ρεῖς ὅ­τι εἶ­ναι ψεύ­τι­κη; Στα­μά­τα νά κά­νης τέ­τοι­ους σα­τα­νι­κούς λο­γι­σμούς, γιά νά μήν ἐ­ξορ­γί­σης τόν Θε­ό. Για­τί οἱ Ἅ­γιοι, ἐ­πει­δή ἀ­φι­έ­ρω­σαν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά τόν ἑ­αυ­τό τους στόν Θε­ό, ὅ­λα τους τά νο­ή­μα­τα καί τά ἔρ­γα τά ἔ­κα­μναν γιά τόν Θε­ό καί γιά τήν δι­κή του εὐ­χα­ρί­στη­σι καί ἦ­ταν ὅ­λα θε­ά­ρε­στα. Καί ποι­ός, πές μου, μπο­ρεῖ νά πε­ρι­γρά­ψη ὅ­λο τόν βί­ο κά­θε Ἁ­γί­ου, ὅ­πως ἦ­ταν; Ἤ ποι­ός τόν ξέ­ρει λε­πτο­με­ρῶς; Μό­νο κά­τι λί­γα γρά­φουν ἀ­πό τά πολ­λά, ὅ­σα ἀρ­κοῦν ὡς μαρ­τυ­ρί­α τῶν Ἁ­γί­ων. Καί συλ­λο­γί­σου καί αὐτό, ὅ­τι καί ἡ χά­ρις τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, πού δό­θη­κε στούς Ἁ­γί­ους, δέν εἶ­ναι τό­ση μό­νο, ὅ­ση φαί­νε­ται, ἀλ­λά εἶ­ναι πλού­σια καί ἀ­κα­τα­νό­η­τη, ὥ­στε ὑ­περ­βαί­νει κά­θε νοῦ καί διάνοια. Μόνο, ἄν θέλης νά εἶσαι ἀληθινά σοφός ἄφησε τήν φλυ­α­ρί­α τῶν Ἑλ­λή­νων καί σχό­λα­σε, ὅ­πως λέ­ει ὁ Δα­βίδ, δη­λα­δή ἡ­σύ­χα­σε, γιά νά γνω­ρί­σης τόν Θε­ό καί μέ­σῳ τῆς γνώ­σε­ως καί τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ἡ­συ­χί­ας νά συν­δε­θῆς στε­νά μέ τόν Θε­ό, ὅ­σο μπο­ρέ­σεις, καί τό­τε θά γνω­ρί­σης τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί τά θεῖ­α καί ἀ­κα­τα­νό­η­τα θαύ­μα­τα τοῦ Θε­οῦ. Καί ἔ­τσι θά θαυ­μά­σης καί θά κα­τη­γο­ρή­σης τόν ἑ­αυ­τό σου, ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας σέ πό­σο σκο­τά­δι ἤ­σουν πρω­τύ­τε­ρα. Ἔ­λα λοι­πόν στό φῶς τῆς ἡ­συ­χί­ας καί τῆς προ­σευ­χῆς καί θά φύ­γη ἀ­πό μέ­σα σου τό σκο­τά­δι πρῶ­τα καί τό­τε θά δῆς τήν χά­ρι καί τήν δύ­να­μι τῶν Ἁ­γί­ων καί θά πο­θή­σης νά τήν ἀ­πο­λαύ­σης κι ἐ­σύ».

Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ γραμ­μα­τέ­ας, φο­βή­θη­κε καί τρό­μα­ξε, δι­ό­τι φα­νέ­ρω­σε τούς ἀ­πό­κρυ­φούς του λο­γι­σμούς καί δι­ώρ­θω­σε τό βλά­σφη­μο ἐ­κεῖ­νο νό­η­μα, πού εἶ­χε καί στό ἑ­ξῆς δι­ώρ­θω­νε καί ἄλ­λους μέ τήν σο­φή δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Ἁ­γί­ου.

Καί ἐ­γώ ὁ ἴ­διος (λέ­γει ὁ συγ­γρα­φέας), μάρ­τυς μου ὁ Θε­ός, δέν θά ἀ­πο­κρύ­ψω ἐ­κεῖ­νο, πού εἶ­δα στόν Ὅ­σιο. Διότι γνω­ρί­σθη­κα καί  ἐ­γώ μέ αὐ­τόν καί εἶ­χα τήν συ­να­να­στρο­φή του καί μί­α ἡ­μέ­ρα ξε­κί­νη­σα ἀ­πό τήν μο­νή τοῦ Βα­το­πε­δί­ου μα­ζί μέ ἕ­ναν ἄλ­λο καί πῆ­γα στήν κα­λύ­βα του καί κα­θώς δέν τόν βρῆ­κα ἐ­κεῖ, λυ­πό­μουν καί κοί­τα­ζα τρι­γύ­ρω, γιά νά δῶ τόν πο­θού­με­νο. Καί ἀ­φοῦ ἀ­νέ­βη­κα λί­γο πί­σω ἀ­πό τήν κα­λύ­βα του καί κοί­τα­ζα στόν δρό­μο τοῦ κυρ Ἡ­σα­ΐ­α, νά καί τόν βλέ­πω στήν γούρ­να τοῦ Ἀ­γε­λα­ρί­ου, μα­κριά ἕ­ως δύ­ο μί­λια, καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, βλέ­πω τόν Ἅ­γιο πού ὑ­ψώ­θη­κε ἀ­πό τήν γῆ ἐ­πά­νω στόν ἀ­έ­ρα ψη­λά καί σάν φτε­ρω­τός ἀ­ε­τός πε­τοῦ­σε ἐ­πά­νω ἀ­πό τό δά­σος καί ἀ­πό τίς με­γά­λες πέ­τρες καί ἐρ­χό­ταν ἐ­κεῖ πού ἤ­μουν ἐ­γώ. Καί μό­λις εἶ­δα πώς πε­τοῦ­σε μέ τέ­τοι­ον τρό­πο, τρό­μα­ξα καί ἐ­φώ­να­ξα τό, «μέ­γας εἶ­σαι Κύ­ρι­ε», καί ἀ­πό τόν φό­βο μου τρα­βή­χθη­κα λι­γά­κι πρός τά πί­σω καί σέ μιά στιγ­μή ἔ­φθα­σε καί ὁ Ἅ­γιος ἐ­κεῖ πού στε­κό­μουν, ψάλ­λον­τας. Καί τί ἔ­ψαλ­λε; Δέν κα­τά­λα­βα ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ θαυ­μα­σμοῦ. Ἔ­πε­σα ὅ­μως στά πό­δια του καί τόν δέ­χθη­κα. Καί ἐ­κεῖ­νος μέ ρω­τοῦ­σε συ­χνά× «Πό­ση ὥ­ρα ἔ­χεις στόν τό­πο αὐ­τό;».

Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ μέ ἔπια­σε ἀ­πό τό χέ­ρι, μέ ἔ­βα­λε στήν κα­λύ­βα του. Καί ἀ­φοῦ μέ δί­δα­ξε πολ­λά καί μέ συμ­βού­λε­ψε, μοῦ εἶ­πε· «Πρό­σε­χε νά μήν πῆς σέ κα­νέ­ναν ἐ­κεῖ­νο, πού εἶ­δες, ὅσο εἶ­μαι στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή. Καί μά­θε, ὅ­τι πρό­κει­ται νά γί­νης ἡ­γού­με­νος καί μη­τρο­πο­λί­της Ἀ­χρι­δῶν καί πρό­κει­ται νά πά­θης πολ­λά. Ὡ­στό­σο ἐ­σύ νά ὑ­πο­μέ­νης, μι­μού­με­νος τόν Χρι­στό, πού κρε­μά­σθη­κε ἐ­πά­νω στό ξύ­λο, δι­ό­τι αὐ­τός θά σοῦ στα­θῆ βο­η­θός στούς πει­ρα­σμούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι θά γί­νουν τό Μαρ­τύ­ριο τῆς ἀ­θλή­σε­ώς σου». Καί ὅ­λα αὐ­τά ἐκ­πλη­ρώ­θη­καν σ’ ἐ­μέ­να σύμ­φω­να μέ τήν Προ­φη­τεί­α τοῦ Ἁ­γί­ου.

Ἀλ­λά καί αὐ­τό πού εἶ­δα ἐ­γώ ὁ ἴ­διος, δέν θέ­λω νά τό ἀ­πο­σι­ω­πή­σω. Ἕ­νας Μο­να­χός Λαυ­ρι­ώ­της, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Ἰ­ά­κω­βος, ἦλ­θε καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Ἅ­γιο, γιά νά τοῦ κά­νη γράμ­μα τῆς ζη­τια­νιᾶς γιά τήν σκλα­βιά τοῦ ἀ­δελ­φοῦ του. Καί ἀ­φοῦ πε­ρί­με­νε λί­γο ὁ Ὅ­σιος, τοῦ λέ­ει μέ αὐ­στη­ρό­τη­τα· «Πή­γαι­νε νά βγά­λης τά ἑ­ξῆν­τα σου ὑ­περ­πυ­ρά, δη­λα­δή τά φλου­ριά, ἀ­πό τόν τοῖ­χο τοῦ πύρ­γου, πού τά ἔ­χεις κρυμ­μέ­να, καί δώ­στα στήν ἐ­ξα­γο­ρά τοῦ ἀ­δελ­φοῦ σου καί μήν εἶ­σαι πλε­ο­νέ­κτης καί ψεύ­της, γιά νά μήν σκλα­βω­θῆς πά­λι». Καί μό­λις τό ἄ­κου­σε αὐ­τό ὁ Ἰ­ά­κω­βος, ὁ­μο­λό­γη­σε τήν ἀ­λή­θεια καί ἀ­φοῦ ζή­τη­σε ἀ­πό τόν Ὅ­σιο συγ­χώ­ρη­σι γιά τό θρά­σος του, τήν ἔ­λα­βε.

Ἄλ­λη φο­ρά ἕ­νας Κο­σμι­κός πῆ­γε στόν Ὅ­σιο καί ἔ­λε­γε μέ κλά­μα­τα· «Βο­ή­θη­σέ με Ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ, δι­ό­τι ἕ­νας ἱ­ε­ρέας μέ ἀ­φό­ρι­σε καί πέ­θα­νε καί τώ­ρα δέν ξέ­ρω τί νά κά­νω ὁ ἄ­θλιος». Τό­τε ὁ Ἅ­γιος, ἐ­πει­δή τόν σπλα­χνί­σθη­κε, τοῦ εἶ­πε· «Πή­γαι­νε στόν μη­τρο­πο­λί­τη Βε­ροί­ας, στόν ὁ­ποῖ­ο, ὡς ἀρ­χι­ε­ρέ­ας πού ἦ­ταν, ὑ­πα­γό­ταν καί ὁ ἱ­ε­ρέ­ας πού πέ­θα­νε, γιά νά σέ συγ­χω­ρή­ση σύμ­φω­να μέ τούς νό­μους». Τό ὁ­ποῖ­ο καί ἔ­γι­νε καί ἔ­λα­βε ἀ­πό αὐ­τόν τήν συγ­χώ­ρη­σι.

Ἀ­φοῦ λοι­πόν πέ­ρα­σε δε­κα­τέσ­σε­ρα χρό­νια ὁ Ὅ­σιος Μά­ξι­μος στό προ­α­να­φερ­θέν σπή­λαι­ο, ὅ­που εἶ­χε τήν κα­λύ­βα του, κον­τά στήν Πα­να­γί­α, βγῆ­κε ἀ­πό ἐ­κεῖ καί ἦλ­θε τό­σο κον­τά στήν ἱ­ε­ρή Λαύ­ρα, ὅ­σο γιά νά ἀ­κού­γων­ται τά πνευ­μα­τι­κά της ὄρ­γα­να, δη­λα­δή οἱ καμ­πά­νες. Καί ἐ­κεῖ ἔ­κα­νε μί­α μι­κρή κα­λύ­βα καί κά­θι­σε ἕ­ως τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του.

Ὑ­πάρ­χουν καί ἄλ­λες πολ­λές δι­η­γή­σεις σχε­τι­κές μέ τόν θεῖ­ο Μά­ξι­μο, ὅ­μως εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νά τά γρά­ψου­με ὅ­λα ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ πλή­θους τους. Ἀλ­λά καί αὐ­τά τά λί­γα, εἶ­ναι ἀρ­κε­τά, γιά νά γνω­ρί­σουν οἱ Χρι­στια­νοί, πώς ὄ­χι μό­νο τόν πα­λιό και­ρό δό­ξα­ζε ὁ Θε­ός τούς Ἁ­γί­ους του. Ἀλ­λά καί τώ­ρα καί κά­θε και­ρό ὅ­λους ἐ­κεί­νους πού τόν δο­ξά­ζουν μέ τά κα­λά ἔρ­γα, τούς δο­ξά­ζει μέ ση­μεῖ­α καί θαύ­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι σάν ἕ­νας ἀρ­ρα­βώ­νας τῆς ἀ­είμνη­στης δό­ξας. Ἐρ­χό­μα­στε μα­ζί μέ τό πα­νί­ε­ρο τέ­λος τοῦ Ἁ­γί­ου, νά τε­λει­ώ­σου­με καί τήν δι­ή­γη­σι σχε­τι­κά μέ αὐ­τόν.

Κά­ποι­ος Μο­να­χός ,πού ὠνο­μα­ζό­ταν Νι­κό­δη­μος, ­πῆ­γε στόν Ὅ­σιο, χά­ριν ὠ­φε­λεί­ας. Ὁ δέ Ἅ­γιος του εἶ­πε· «Ἀ­δελ­φέ, Νι­κό­δη­με, γρή­γο­ρα πρό­κει­ται νά πε­θά­νω». Καί στήν συ­νέ­χεια τοῦ φα­νέ­ρω­σε καί τήν ἡ­μέ­ρα τῆς κοι­μή­σε­ώς του καί ἐκεί­νους, πού ἐ­πρό­κει­το νά πα­ρα­βρε­θοῦν στόν ἐν­τα­φια­σμό του, τούς προ­εῖ­πε μέ τό ὄ­νο­μά τους. Καί ὅ­ταν ἔ­φθα­σε ἡ ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη, πού προ­εῖ­πε, κοι­μή­θη­κε ὁ Ὅ­σιος Μά­ξι­μος, ἐ­νῷ ἦ­ταν ἐ­νε­νῆν­τα πέν­τε χρο­νῶν, στίς δε­κα­τρεῖς τοῦ Ἰ­α­νου­α­ρί­ου μη­νός καί τά­φη­κε στό μνη­μεῖ­ο πού ἔ­σκα­ψε ὁ ἴ­διος κον­τά στήν κα­λύ­βα του. Καί ὁ ἐν­τα­φια­σμός του ἔ­γι­νε ἀ­πό ἐ­κεί­νους μό­νο πού προ­εῖ­πε. Καί ἔ­δω­σε ἐν­το­λή στούς ἐν­τα­φια­στές του, νά μήν με­τα­θέ­σουν σέ ἄλ­λο τό­πο τό λεί­ψα­νό του, ἀλ­λά νά τό ἀ­φή­σουν σῶ­ο καί κρυμ­μέ­νο μέ­σα στόν τά­φο, γιά νά μήν δο­ξά­ζε­ται ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους.

Ἀ­φοῦ ἔ­μα­θαν τήν κοί­μη­σι τοῦ Ὁ­σί­ου ὅ­λοι οἱ Πα­τέ­ρες τοῦ Ὄ­ρους λυ­πή­θη­καν ἔν­το­να καί ἔ­κλαι­γαν τήν ὀρ­φά­νια τους, δι­ό­τι στε­ρή­θη­καν ἕ­ναν τέ­τοι­ο θε­ό­σο­φο δι­δά­σκα­λο τῆς μο­να­χι­κῆς πο­λι­τεί­ας. Ἀ­πό τό­τε ἐ­κτε­λοῦν κά­θε χρό­νο τήν μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου μέ τι­μές καί εὐ­λά­βεια, ὅ­πως ἁρ­μό­ζει στούς Ἁ­γί­ους. Καί ἔ­τσι στήν γῆ δο­ξά­ζουν τόν Ὅ­σιο Μά­ξι­μο οἱ ἄν­θρω­ποι, ἐ­πά­νω δέ στούς οὐ­ρα­νούς, ἀ­φοῦ ἀ­πο­δέ­χθη­κε ἡ Ἁ­γί­α Τριάς τήν κα­θα­ρό­τα­τη καί Ἁ­γί­α του ψυ­χή, τήν κα­τέ­τα­ξε σέ σκη­νές Ἁ­γί­ων καί τήν δό­ξα­σε μέ τό ἀ­νέκ­φρα­στο καί ἀ­κα­τα­νό­η­το φῶς τῆς θε­ό­τη­τας.

Ἀλ­λά γιά νά φα­νῆ, ὅ­τι ἡ χά­ρις τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος μέ­νει ἀ­χώ­ρι­στη ἀ­πό τό θεῖ­ο τοῦ Λεί­ψα­νο, δέν ἔ­λει­ψαν νά γί­νουν καί τά ἀ­κό­λου­θα θαύ­μα­τα. Κά­ποι­ος Μο­να­χός πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Δι­ο­νύ­σιος καί ἀ­πο­κα­λοῦν­ταν καί Κον­το­στέ­φα­νος, κα­θώς ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό ἔν­το­νους πό­νους τῆς κε­φα­λῆς, προ­σέ­τρε­ξε στόν τά­φο τοῦ Ὁ­σί­ου καί πα­ρα­κα­λῶντας τον μέ πί­στι καί δά­κρυ­α νά τοῦ δώ­ση τήν ὑ­γεί­α του, ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε λί­γο καί ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! βρέ­θη­κε ὑ­γι­ής. Καί δό­ξα­ζε τόν Ἅ­γιο. Καί ὅ­ταν πῆ­ρε στά χέ­ρια του καί λί­γο χῶ­μα ἀ­πό τόν τά­φο τοῦ Ἁ­γί­ου, σάν μύ­ρο ἀ­να­δεί­χθη­κε θαυ­μά­σιο καί γέ­μι­σε ἀ­πό εὐ­ω­δί­α ἀ­νεί­πω­τη τίς αἰ­σθή­σεις του.

Ἀ­κό­μη καί ἐ­γώ ὁ ἴ­διος (λέ­ει ὁ συγ­γρα­φέας) πού εἶ­δα καί πρω­τύ­τε­ρα τόν Ἅ­γιο νά πε­τᾶ στόν ἀ­έ­ρα, ὅ­ταν ἀρ­ρώ­στη­σα πο­λύ καί κιν­δύ­νευσα νά πε­θά­νω, ἐ­πι­κα­λέ­σθη­κα μέ δά­κρυ­α τόν Ἅ­γιο καί ἀ­φοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε σέ ὄ­νει­ρο μέ ἔκανε ὑγιῆ καί συ­νῆλ­θα, δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό μα­ζί καί τόν Ἅ­γιο, δι­ό­τι, ἐ­νῷ ἤ­μουν νε­κρός, ἀ­να­στή­θη­κα.

Καί ἕνας ἐνάρετος Ἱερομόναχος, πού ὠνομαζόταν Νήφων, μαζί μέ ἕναν ἄλλο ἀσκητή, πῆγαν στόν τάφο τοῦ Ἁγίου καί, ἀφοῦ ἔσκαψαν, πῆραν λίγο μέρος ἀπό τό Ἅγιο Λείψανο καί τόση εὐωδία βγῆκε, ὥστε δέν μπο­ροῦ­σαν νά ὑ­πο­φέ­ρουν. Γι’ αὐ­τό καί ἀ­φοῦ σφούγ­γι­σαν μέ σφουγ­γά­ρι βρεγ­μέ­νο μέ νε­ρό ἐ­κεῖ­νο τό μέ­ρος πού πῆ­ραν, ἄ­λει­ψαν μέ πί­στι καί εὐ­λά­βεια τίς αἰ­σθή­σεις τους.

Ἔ­πει­τα τό ἔ­βα­λαν πά­λι στόν τό­πο του, γιά νά τη­ρή­σουν τήν ἐν­το­λή τοῦ Ὁ­σί­ου, πού πρό­στα­ξε νά μεί­νη σῶ­ο καί ἀ­κέ­ραι­ο τό Ἅ­γιό του Λεί­ψα­νο καί ἀ­φοῦ πῆ­ραν χῶ­μα μό­νο, ἔ­κλει­σαν πά­λι τόν τά­φο, ὅ­πως καί πρω­τύ­τε­ρα καί δό­ξα­σαν τόν Θε­ό, αὐ­τόν πού ἔ­τσι δο­ξά­ζει τούς Ἁ­γί­ους του. Στόν ὁ­ποῖ­ο ἁρ­μό­ζει κά­θε δό­ξα, τι­μή καί προ­σκύ­νη­σις μα­ζί μέ τόν Ἄ­ναρ­χό του Πα­τέ­ρα καί τό πα­νά­γιο καί ζω­ο­ποι­ό του Πνεῦ­μα τώ­ρα καί πάν­τα καί στούς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.



[1] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι τόν Βί­ο αὐ­τοῦ τοῦ Ὁ­σί­ου τόν γρά­φει ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος μέ τόν ἀ­ριθ­μό ἕ­να τῆς Φι­λο­θέ­ου Ἱ­στο­ρί­ας, ἀ­πό ὅ­που δα­νεί­σθη­κε καί τό Συ­να­ξά­ρι αὐ­τό. Προ­σθέ­τει δέ ἐ­κεῖ ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος, ὅ­τι ὁ Ὅ­σιος ζή­τη­σε τίς γυ­ναῖ­κες ἐ­κεῖ­νες, γιά νά τίς ἰ­α­τρεύ­ση καί νά κά­νη πά­λι τά μαλ­λιά τους μαῦ­ρα· ἐ­πει­δή ὅ­μως ἐ­κεῖ­νες δέν ἦλ­θαν νά ζη­τή­σουν τήν θε­ρα­πεί­α, γι’ αὐ­τό δέν τίς θε­ρά­πευ­σε, ἀλ­λά ἄ­φη­σε τά μαλ­λιά τους χρή­μα­τα, γιά νά συ­νε­τι­σθοῦν καί νά δι­ορ­θω­θοῦν. Δι­ό­τι αὐ­τές πλέ­νον­τας μέ τά πό­δια, εἶ­χαν τά ροῦ­χα τους ἀ­να­σκουμ­πω­μέ­να ἐ­πά­νω καί τήν κε­φα­λή τους ἀ­κά­λυ­πτη καί χω­ρίς ντρο­πή ἔ­βλε­παν τόν Ἅ­γιο.

[2] Προ­σθέτ­τει δέ ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος, ὅ­τι ὁ κρι­της, βλέ­πον­τας τό πα­ρά­δο­ξο θαῦ­μα, ἀ­να­θε­ώ­ρη­σε πά­λι τήν ἀ­πό­φα­σι καί ἀν­τί τῆς προ­η­γού­με­νης, πού ἦ­ταν ἄ­δι­κη, ἐ­ξέ­δω­σε κα­τό­πιν δί­και­η ἀ­πό­φα­σι. Φαί­νε­ται δέ ὅ­τι σω­στά κα­τα­ρά­σθη­κε ὁ Ὅ­σιος τήν ἄ­ψυ­χη καί ἀ­ναί­σθη­τη πέ­τρα, ὥ­στε μέ τό πά­θη­μα τοῦ ἀ­ναί­σθη­του κτί­σμα­τος, νά συ­νε­τί­ση καί δι­ορ­θώ­ση τόν λο­γι­κό ἄν­θρω­πο.

 

 

[3] Ἡ Μονή αὐτή βρίσκεται κοντά στήν Τρίγλια, δηλαδή στά Μουδανιά.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης