Τῇ 11ῃ τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Ἀρ­γυ­ροῦ ἤ Ἀρ­γύ­ρη († 1806).

Τῇ 11 τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος
 Ἀρ­γυ­ροῦ ἤ Ἀρ­γύ­ρη († 1806).

Αὐ­τός ὁ νέ­ος ἀ­θλη­τής τοῦ Χρι­στοῦ κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Ἐ­πα­νω­μή τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καί ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος βο­η­θός, ὁ κα­λύ­τε­ρος, ἑ­νός ρά­φτη. Ἦ­ταν ἕ­νας δι­πλᾶ χα­ρι­τω­μέ­νος νέ­ος δε­κα­ο­κτώ ἐ­τῶν, ὡς πρός τήν ἡ­λι­κί­α ἀλ­λά καί τήν ψυ­χή. Ἡ ἀ­φορ­μή γιά τήν ὁ­μο­λο­γί­α καί τό μαρ­τύ­ριο τοῦ δό­θη­κε ἀ­πό τό ἑ­ξῆς πε­ρι­στα­τι­κό:

Ἕ­νας χρι­στια­νός ἀ­πό τόν Σω­χό βρι­σκό­ταν στήν φυ­λα­κή γιά κά­ποι­ο πα­ρά­πτω­μά του καί ὁ πασᾶς τόν φο­βέ­ρι­ζε, ὅ­τι θά τόν κρε­μά­ση, ἐ­πει­δή δέν μπο­ροῦ­σε νά πλη­ρώ­ση. Ἐ­κεῖ­νος δει­λί­α­σε καί εἶ­πε, ὅτι τουρ­κεύ­ει. Τόν ἔ­βγα­λαν ἀ­πό τήν φυ­λα­κή καί τόν πῆ­γαν σέ ἕ­ναν κα­φε­νέ στό Τα­χτά­κα­λα γιά τήν πε­ρι­το­μή. Τό ἔ­μα­θε λοι­πόν ὁ ἅ­γιος νε­ο­μάρ­τυς Ἀρ­γυ­ρός καί κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ὥρ­μη­σε μέ­σα στόν κα­φε­νέ καί μπρο­στά στό πλῆ­θος τῶν Τούρ­κων προ­σπα­θοῦ­σε, νά ἀ­πο­τρέ­ψη ἐ­κεῖ­νον τόν χρι­στια­νό ἀ­πό τήν ἐ­ξω­μο­σί­α. Μό­λις ἄ­κου­σαν τά λό­για του οἱ γε­νί­τσα­ροι, τόν ἅρ­πα­ξαν καί τόν γρον­θο­κο­ποῦ­σαν καί θά τόν σκό­τω­ναν, ἄν δέν σκέ­φτον­ταν, πώς θά μπο­ροῦ­σαν νά τόν κά­νουν καί αὐ­τόν ἐ­ξω­μό­τη. Στα­μά­τη­σαν τούς δαρ­μούς, λέ­γον­τάς του· «Ἤ τουρ­κεύ­εις ἤ τού­τη τήν ὥ­ρα σέ θα­να­τώ­νου­με». Ὁ Ἅ­γιος τούς ἀ­πο­κρί­θη­κε: «Εἶ­μαι χρι­στια­νός, τήν πί­στι μου δέν τήν ἀρ­νοῦ­μαι, ὅ,τι καί ἄν μοῦ κά­νε­τε καί τό ἔ­χω δό­ξα καί τι­μή μου νά ἀ­πο­θά­νω γιά τήν πί­στι μου καί τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ μου». Σέρ­νον­τάς τον, τόν πῆ­γαν στόν κρι­τή, ὅ­που ἐ­ξέ­θε­σαν τό τόλ­μη­μά του, τόν ἔ­δει­ραν ἀ­λύ­πη­τα καί τόν πί­ε­ζαν νά ἐ­ξισ­λα­μι­σθῆ. Βλέ­πον­τας τό ἀ­με­τά­θε­το τῆς γνώ­μης του ζη­τοῦ­σαν ἀ­πό τόν δι­κα­στή τόν θά­να­τό του. Ὁ δι­κα­στής ὅ­μως δέν ἔ­δι­νε ἀ­πό­φα­σι κα­τα­δι­κα­στι­κή μέ τό σκε­πτι­κό, ὅ­τι κα­θέ­νας ὀ­φεί­λει νά εἶ­ναι πι­στός στήν θρη­σκεί­α του, ὑ­πέρ­μα­χος καί ζη­λω­τής. Τό­τε οἱ Γε­νί­τσα­ροι σάν θη­ρί­α ἀ­νή­με­ρα ὥρ­μη­σαν στόν δι­κα­στή λέ­γον­τάς του:  «Πῶς δι­και­ώ­νεις τόν ἐ­χθρό τῆς πί­στε­ώς μας;  Εἶ­ναι κα­λό νά ἐ­παι­νῆ τήν πί­στι του καί νά βρί­ζει μπρο­στά μας τήν δι­κή μας πί­στι;  Δέν τόν κρί­νεις ἄ­ξιο θα­νά­του;».

Ὁ δι­κα­στής μπρο­στά σέ αὐ­τή τήν κα­τά­στα­σι ἐ­ξέ­δω­σε κα­τα­δι­κα­στι­κή ἀ­πό­φα­σι. Τόν ἀ­παγ­χό­νι­σαν στό Καμ­πά­νι (κα­πά­νι=κεν­τρι­κή ἀ­γο­ρά) τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης σέ ἡ­λι­κί­α 18 ἐ­τῶν τήν 11η Μαΐου 1806, ἡ­μέ­ρα Πα­ρα­σκευ­ή.

Πα­ρό­μοι­ο μέ τό μαρ­τύ­ριο τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀρ­γυ­ροῦ ἦ­ταν καί τό τοῦ Ἁ­γί­ου Χρι­στο­δού­λου τό 1777 στήν ἴ­δια πό­λι. Διό­τι καί ἐ­κεῖ­νος γιά τόν ἴ­διο λό­γο μαρ­τύ­ρη­σε. Πολ­λοί πα­ρα­τή­ρη­σαν ὅτι τό νε­κρό του σῶ­μα φαι­νό­ταν σάν ζων­τα­νό, σάν νά κοι­μᾶ­ται εἰ­ρη­νι­κά. Τό ἄλ­λο πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι, ὅτι δέν τό ἄ­φη­σαν τρεῖς ἡ­μέ­ρες κρε­μα­σμέ­νο, ὅ­πως ἦ­ταν ἡ συ­νή­θεια, ἀλ­λά τήν ἑ­πό­με­νη τόν ἔ­δω­σαν γιά τα­φή, χω­ρίς κα­νέ­νας νά ξέ­ρη τόν λό­γο.

Πη­γές: Νέ­ος Συ­να­ξα­ρι­στής…, Μά­ι­ος, σελ. 126.

Συ­να­ξα­ρι­στής Νε­ο­μαρ­τύ­ρων, σελ. 520-523.

http://www.gonia.gr

vatopaidi.wordpress.com

www.eortologio.gr



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης