Καί Θεοδώρῳ καί νεκρῷ Θεοδώρου,
Τό θαυματουργεῖν δῶρον ἐκ Θεοῦ μέγα.
Εἰκάδι δευτερίῃ Συκεώτην τύμβος ἔκρυψεν.
Αὐτός καταγόταν ἀπό τήν χώρα τῶν Γαλατῶν, ἀπό ἕνα χωριό πού ὠνομαζόταν Συκεό. Φαίνεται δέ, ὅτι δέν γεννήθηκε ὁ Ἅγιος αὐτός μέ τρόπο τίμιο καί ἐπαινετό, διότι ἦταν νόθος καί δόλιος. Ἐπειδή ἡ μητέρα του Μαρία, καθώς ἦταν ὡραία, προσείλκυσε στόν ἔρωτά της ἕναν βασιλικό ταχυδρόμο, πού ὠνομαζόταν Κοσμᾶς, ἀπό τόν ὁποῖο συνελήφθη αὐτός ὁ Ὅσιος. Ἡ ἀρετή ὅμως αὐτοῦ πού γεννήθηκε, σκέπασε, ὅ,τιδήποτε κατηγορητέο καί ἄτιμο συνέβη πρίν ἀπό τήν γέννησί του. Διότι, αὐτή πού τόν γέννησε, εἶδε στό ὄνειρό της τήν νύχτα ἐκείνη, κατά τήν ὁποία ἔσμιξε μέ τόν ἄνδρα, ὅτι κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό ἕνα ἀστέρι καί μπῆκε στήν κοιλιά της. Φανέρωνε δέ τό ὄνειρο τήν λαμπρότητα, πού ἐπρόκειτο νά λάβη ὕστερα τό παιδί. Καί αὐτή τήν λαμπρότητα ἔκανε ὁ Ἅγιος, ὄχι νά τήν θεωροῦν οἱ πολλοί μέ ἀμφίβολες σκέψεις, ἀλλά νά τήν πιστεύουν μέ βεβαιότητα καί ἀναμφίβολα. Ἐπειδή, ἀμέσως ἀπό τήν βρεφική ἡλικία ἀνέδειξε ὁ Ὅσιος τόν ἑαυτό του ἀγαπητό καί ἀξιολάτρευτο στόν Θεό καί στόν μεγαλομάρτυρα Γεώργιο μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε ὁ μέγας Γεώργιος φαινόταν, ὅτι πάντοτε βρίσκεται μαζί του, ὅτι τόν δίδασκε ὡς ἕνας παιδαγωγός∙ ὅτι τόν ἀνέβαζε σέ ἀνώτερες ἐπιθυμίες μεγαλύτερων ἀρετῶν καί ὅτι τόν ἀγαποῦσε μέ μία θεία ἀγάπη καί μέ ἕναν πνευματικό καί θαυμαστό ἔρωτα. Μέ τέτοιον λοιπόν τρόπο πρόκοβε ὁ Ἅγιος Θεόδωρος λίγο - λίγο καί πρῶτα μέν συμπεριλήφθηκε στό τάγμα τῶν Μοναχῶν καί ἔγινε Μοναχός καί Ἀρχιμανδρίτης. Στήν συνέχεια διαπέρασε τούς βαθμούς τῆς ἀρετῆς καί ἔδωσε ἀπόδειξι, ὅτι ἔλαβε τήν φιλία καί τήν οἰκείωσι τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ἀπόκτησε ἀπό τόν Θεό τήν ἐνέργεια τῶν θαυμάτων. Καί ἔτσι ἀνέβηκε στό μέγα ἀξίωμα τῆς Ἀρχιερωσύνης καί τοῦ ἐμπιστεύθηκαν τήν Ἐκκλησία τῆς Ἀναστασιουπόλεως. Ἐνῶ λοιπόν βρισκόταν ἐκεῖ, ὡδήγησε ὁ πανύμνητος πολλούς ἄπιστους στήν πίστι καί στήν θεογνωσία καί τούς δίδαξε ἐκεῖνα, πού πρέπει νά πράττουν, γιά νά ἀπολαύσουν τήν σωτηρία τους[1].
Αὐτός μέ τά θαύματα ὠφέλησε τούς Χριστιανούς, πού βρίσκονταν παντοῦ, καί μέσῳ τῶν μεγάλων σημείων, πού ἔκανε, (τά ὁποῖα δέν εἶναι εὔκολο νά τά γράψη κανείς) τούς ἐξέπληξε ὅλους μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε φάνηκε ποθητός καί θαυμαστός τόσο σέ βασιλεῖς, ὅσο καί σέ Ἀρχιερεῖς. Αὐτός στό τέλος, ἀφοῦ προφήτευσε σέ πολλούς τά μέλλοντα, τελείωσε τήν ζωή του ὑποδεχόμενος τούς Ἀγγέλους καί τούς Ἁγίους, πού ἦλθαν νά πάρουν τήν ψυχή του μέ ἕνα σεμνό καί χαρούμενο χαμόγελο, τό ὁποῖο φανέρωνε τήν ἐσωτερική ἀγαλλίασι τῆς καρδιᾶς του.
Λένε δέ, ὅτι λίγο πρίν πεθάνη, ἐμφανίσθηκε στό ὄνειρό του ὁ ἔνδοξος Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Γεώργιος καί τοῦ ἔδωσε ἕνα ραβδί, γιά νά ἀκουμπᾶ. Ἔπειτα τοῦ ἐμφανίσθηκε καί δεύτερη φορά καβαλάρης ἐπάνω σέ ἄλογο καί ἔσυρε μαζί του καί ἄλλο ἄλογο, ἐπάνω στό ὁποῖο πρόσταξε τόν Ὅσιο νά καβαλικεύση. Καί φανέρωναν μέ αἰνιγματικό τρόπο τό ραβδί καί τό ἄλογο τόν δρόμο, πού ἐπρόκειτο νά κάνη ὁ Ὅσιος στά Οὐράνια. Τελεῖται δέ ἡ Σύναξί του στόν Ναό τοῦ Ἁγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, πού βρίσκεται στόν τόπο, πού ὀνομάζεται Δεύτερο.
[1] Σχετικά μέ αὐτόν τόν Ἅγιο Θεόδωρο λέει καί ὁ Μελέτιος, ὅτι ἐνῷ ἦταν Ἀρχιμανδρίτης, διωρίσθηκε στόν θρόνο τῆς Ἀναστασιουπόλεως στήν Γαλατία χωρίς τήν θέλησί του, καί ὅτι μέ τήν ἁγιότητα καί τήν διδασκαλία του φώτισε πολλούς καί πέθανε στά χρόνια τοῦ βασιλέως Ἡρακλείου (τόμ. β , σελ. 140).


Login