Τῷ αὐτῷ μηνί KB΄, μνήμη τῶν ἐν τοῖς Εὐγενίου εὑρεθέντων Ἁγίων Μαρτύρων καί Ἀποστόλων ἐπί τῆς βασιλείας Ἀρκαδίου.

Τῷ αὐ­τῷ μη­νί KB΄, μνή­μη τῶν ἐν τοῖς Εὐ­γε­νί­ου εὑ­ρε­θέν­των  Ἁ­γί­ων Μαρ­τύ­ρων καί Ἀ­πο­στό­λων ἐ­πί τῆς βα­σι­λεί­ας Ἀρ­κα­δί­ου.

 Ὅ­ταν ὁ ἁ­γι­ώ­τα­τος Πα­τριά­ρχης Θω­μᾶς ἦ­ταν στόν θρό­νο τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, κα­τά τό ἔ­τος 395[211], τό­τε βρέ­θη­καν τά τί­μια λεί­ψα­να με­ρι­κῶν Ἁ­γί­ων Μαρ­τύ­ρων, κρυμ­μέ­να κά­τω στήν γῆ, τά ὁ­ποῖ­α ἀ­μέ­σως με­τα­φέρ­θη­καν ἀ­πό αὐ­τόν μέ εὐ­λά­βεια καί σε­βα­σμό, μέ με­γά­λη συμ­με­το­χή τοῦ λα­οῦ.

Τό­τε καί δι­ά­φο­ρες ἀ­σθέ­νει­ες ἀ­κό­μη θε­ρα­πεύ­θη­καν. Ὅ­ταν ὅ­μως πέ­ρα­σαν πολ­λά χρό­νια, ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε ἀ­πό τόν Θε­ό σέ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο κλη­ρι­κό καί καλ­λι­γρά­φο, ὅ­τι στόν ἴ­διο τό­πο ἐ­κεῖ­νο, πού λέ­γε­ται Εὐ­γε­νί­ου, βρί­σκον­ται κρυμ­μέ­να καί τά ἅ­για λεί­ψα­να Ἀν­δρο­νί­κου καί Ἰ­ου­νί­ας, τούς ὁ­ποί­ους ἀ­να­φέ­ρει ὁ θεῖ­ος Ἀ­πό­στο­λος στήν πρός Ρω­μαί­ους ἐ­πι­στο­λή λέ­γον­τας· «Ἀ­σπά­σα­σθε Ἀν­δρό­νι­κον καί Ἰ­ου­νί­αν τούς συγ­γε­νεῖς μου καί συ­ναιχ­μα­λώ­τους μου, οἵ­τι­νές εἰ­σιν ἐ­πί­ση­μοι ἐν τοῖς Ἀ­πο­στό­λοις, οἵ καί πρό ἐ­μοῦ γε­γό­να­σιν ἐν Χρι­στῷ» (Ρωμ. 16,7)­[212].

Μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡ­μῶν καί Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ Ἀ­θα­να­σί­ο ἐν τῷ Παυ­λο­πε­τρί­ου.  

Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος γεν­νή­θη­κε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι ἀ­πό εὐ­λα­βεῖς γο­νεῖς καί πο­λύ πλού­σιους. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἀ­πό τήν μι­κρή του ἡ­λι­κί­α ἦ­ταν εὐ­λα­βής, γι’ αὐ­τό θέ­λη­σε νά ντυ­θῆ τό μο­να­χι­κό σχῆ­μα. Ἔ­τσι πῆ­γε στά μέ­ρη τοῦ κόλ­που τῆς Νι­κο­μή­δει­ας καί ἐ­κεῖ ἔ­γι­νε Μο­να­χός σέ ἕ­να Μο­να­στή­ρι. Τό­σο ἀ­νυ­ψώ­θη­κε ὅ­μως ὁ ἀ­οί­δι­μος μέ τίς ἀ­ρε­τές καί τό­σο δι­α­δό­θη­κε ἡ φή­μη του, ὥ­στε ἔ­γι­νε γνω­στός καί στούς βα­σι­λεῖς. Κα­τά δέ τά χρό­νι­α τοῦ Λέ­ον­τος τοῦ εἰ­κο­νο­μά­χου[3], ἀ­φοῦ συ­κο­φαν­τή­θη­κε, ὅ­τι σέ­βε­ται τίς ἄ­χραν­τες εἰ­κό­νες, δέ­χθη­κε δι­ά­φο­ρα βά­σα­να καί δο­κί­μα­σε πι­κρό­τα­τες ἐ­ξο­ρί­ες καί θλί­ψεις.Ἔ­τσι πα­ρα­μέ­νον­τας στα­θε­ρός καί δι­α­τη­ρῶν­τας μέ­χρι τέ­λος τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, ἀ­νε­χώ­ρη­σε μέ χα­ρά πρός τόν Κύ­ριο.

 Μνή­μη τῶν Ὁ­σί­ων Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν Θα­λασ­σί­ου καί Λι­μναί­ου.

 Λι­μήν Λι­μναῖ­ον καί Θα­λάσ­σιον φέ­ρει,

Ὥ­σπερ θά­λασ­σαν ἐκ­φυ­γόν­τας τόν βί­ον.

 Ἀ­πό τούς δύ­ο αὐ­τούς Ὁ­σί­ους ὁ Θα­λάσ­σιος ἔ­κτι­σε ἕ­να ἀ­σκη­τή­ριο ἐ­πά­νω σέ ἕ­να μι­κρό βου­νό ἑ­νός χω­ριοῦ τῆς Κύ­ρου, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Τιλ­λί­μας καί ὑ­πε­ρέ­βα­λε ὅ­λους τούς τό­τε Ὁ­σί­ους στήν ἁ­πλό­τη­τα τοῦ ἤ­θους καί στό τα­πει­νό φρό­νη­μα. Ὁ Λι­μναῖ­ος, καί αὐ­τός ὑ­πε­ρα­γα­πῶν­τας τήν ἀ­σκη­τι­κή ζω­ή, πῆ­γε στόν ἀ­νω­τέ­ρω μέ­γα Θα­λάσ­σιο, ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λύ νέ­ος στήν ἡ­λι­κί­α. Καί, ἀ­φοῦ δι­δά­χθη­κε ἀ­πό αὐ­τόν τά μα­θή­μα­τα τῆς ἀ­σκη­τι­κῆς πο­λι­τεί­ας, πῆ­γε ὕ­στε­ρα πρός τόν ἀ­οί­δι­μο Ὅ­σιο Μά­ρω­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἑ­ορ­τά­ζε­ται κα­τά τήν 14η τοῦ Φε­βρου­α­ρί­ου. Αὐ­τοῦ λοι­πόν τοῦ Μά­ρω­νος μι­μού­με­νος τήν ζω­ή ὁ θεῖ­ος Λι­μναῖ­ος, θέ­λη­σε νά πε­ρά­ση τήν ζω­ή του χω­ρίς στέ­γη καί σκέ­πη. Ἔ­τσι, ἀ­φοῦ ἀ­νέ­βη­κε ἐ­πά­νω σέ μί­α κο­ρυ­φή ἑ­νός βου­νοῦ, πού βρί­σκε­ται ἐ­πά­νω σέ ἕ­να χω­ριό, πού λέ­γε­ται Τάρ­γα­λα, ἐ­κεῖ ζοῦ­σε ἀ­σκη­τι­κά, χω­ρίς νά κτί­ση κα­λύ­βη, ἀλ­λά μό­νο πε­ρί­φρα­ζε τόν ἑ­αυ­τό του μέ ἕ­να πε­ρι­τεί­χι­σμα ἀ­πό ξη­ρό­λι­θους, πού εἶ­χε ὡς στέ­γη τόν οὐ­ρα­νό.

Ἀ­πό τούς ἀ­γῶ­νες λοι­πόν αὐ­τούς ὁ μα­κά­ριος δέ­χθη­κε χά­ρι ἀ­πό τόν Θε­ό νά δι­ώ­χνη δαι­μό­νια καί νά θε­ρα­πεύ­η ἀ­σθέ­νει­ες. Βα­δί­ζον­τας μί­α φο­ρά, δαγ­κώ­θη­κε ἀ­πό ἕ­να φί­δι, ἀλ­λ’ ὅ­μως μέ μό­νη τήν προ­σευ­χή του πα­ρέ­μει­νε ἀ­βλα­βής καί λυ­τρώ­θη­κε ἀ­πό τόν θά­να­το[4]. Ἄλ­λη φο­ρά πά­λι, ὅ­ταν ἔ­πα­θε ἕ­να κοι­λια­κό νό­ση­μα, πο­λύ ὀ­δυ­νη­ρό καί δυ­σκο­λο­ϊ­ά­τρευ­το, δη­λα­δή στόν λε­γό­με­νο κο­λι­κό, ἔ­λα­βε τήν ὑ­γεί­α του μέ τήν ἐ­πί­κλη­σι τοῦ θεί­ου ὀ­νό­μα­τος.

Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος συγ­κέν­τρω­σε ὅ­λους τούς τυ­φλούς, πού ἀ­ναγ­κά­ζον­ταν νά ζη­τοῦν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, καί, ἀ­φοῦ ἔ­κτι­σε τό­σα κελ­λιά, ὅ­σοι ὅ­σοι ἦ­ταν καί οἱ τυ­φλοί, τούς ἔ­βα­λε νά κά­θων­ται μέ­σα στά κελ­λιά καί αὐ­τός τούς ἔ­δι­νε τήν ἀ­ναγ­καί­α τρο­φή, τήν ὁ­ποί­α οἰ­κο­νο­μοῦ­σε ἀ­πό τούς Χρι­στια­νούς, πού ἔρ­χον­ταν σ’ αὐ­τόν γιά εὐ­λο­γί­α. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἔ­ζη­σε ἀ­σκε­πής στό δι­ά­στη­μα τῶν τρι­αν­τα­ο­κτώ ἐ­τῶν, ὁ ἀ­οί­δι­μος, μέ εἰ­ρή­νη πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ.

 Μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡ­μῶν Βα­ρα­δά­του.

 Αὐ­τός κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν πό­λι τῆς Ἀν­τι­ό­χειας καί ἐ­πει­δή ἀ­γά­πη­σε τήν ἐ­ρη­μι­κή καί φι­λό­σο­φη ζω­ή, πρῶ­τα ἔ­κλει­σε τόν ἑ­αυ­τό του μέ­σα σέ ἕ­να μι­κρό κελ­λά­κι. Ἀρ­γό­τε­ρα πῆ­γε σέ μί­α κο­ρυ­φή ὑ­ψη­λό­τε­ρη καί κα­τε­σκεύ­α­σε ἀ­πό ξύ­λα ἕ­να σεν­τοῦ­κι τό­σο μι­κρό, πού δέν χω­ροῦ­σε οὔ­τε αὐ­τό τό σῶ­μα του καί ἔ­τσι ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν ὁ ἀ­οί­δι­μος νά σκύ­βη πάν­το­τε. Ἐ­πει­δή τό σεν­τοῦ­κι δέν εἶ­χε ὕ­ψος ἀ­νά­λο­γο μέ τό μέ­γε­θος τοῦ σώ­μα­τός του, οὔ­τε ἦ­ταν κα­λά δε­μέ­νο μέ σα­νί­δια, ἀλ­λά ἦ­ταν καί χα­μη­λό καί πα­ρό­μοι­ο μέ τά ἀ­νοι­κτά κάγ­κε­λα, ὁ­πό­τε οὔ­τε ἀ­πό τήν βλά­βη τῆς βρο­χῆς ἔ­με­νε ἐ­λεύ­θε­ρος, οὔ­τε ἀ­πό τήν φλό­γα τοῦ ἡ­λί­ου, ἀλ­λά καί ἀ­πό τά δύ­ο ἐξ ἴ­σου ἐ­βλά­πτε­το.  

Ἀ­φοῦ λοι­πόν πέ­ρα­σε τέ­τοι­α τα­λαί­πω­ρη ζω­ή γιά πολ­λά χρό­νια, βγῆ­κε ἀ­πό τό σεν­τοῦ­κι, ὑ­πα­κού­ον­τας στίς συμ­βου­λές τοῦ τό­τε μα­κα­ρι­ω­τά­του Πα­τριά­ρχου Ἀν­τι­ο­χεί­ας κυ­ρί­ου Θε­ο­δό­του. Μο­λο­νό­τι ὅ­μως βγῆ­κε ἀ­πό ἐ­κεῖ, ὅ­μως πά­λι στε­κό­ταν ἀ­δι­ά­κο­πα ἔ­χον­τας τά χέ­ρια του ἁ­πλω­μέ­να στόν οὐ­ρα­νό, καί δο­ξο­λο­γῶν­τας τόν τῶν ὅ­λων Θε­ό, ἔ­χον­τας δέ σκε­πα­σμέ­νο ὅ­λο τό σῶ­μα του μέ χι­τῶ­να δερ­μά­τι­νο, μό­νο στήν μύ­τη καί στό στό­μα ἄ­φη­σε μι­κρή τρῦ­πα, γιά νά ἀ­να­πνέ­η ἀ­πό ἐ­κεῖ αὐ­τόν τόν κοι­νό ἀ­έ­ρα.

Ὅ­λες αὐ­τές τίς κα­κου­χί­ες τίς ὑ­πέ­με­νε ὁ ἀ­οί­δι­μος, μο­λο­νό­τι δέν εἶ­χε σῶ­μα ὑ­γι­ει­νό, ἀλ­λά ἀ­σθε­νι­κό καί ἄρ­ρω­στο. Δι­ό­τι ἀ­πό τόν θεῖ­ο ἔ­ρω­τα καί ἀ­πό μί­α θερ­μή προ­θυ­μί­α πυρ­πο­λού­με­νος, βί­α­ζε τό σῶ­μα του νά κο­πιά­ζη σέ ἐ­κεῖ­να, πού δέν μπο­ροῦ­σε νά κο­πιά­ζη.  Καί μο­λο­νό­τι βρι­σκό­ταν σέ αὐ­τό τό ὕ­ψος τῆς ἀ­ρε­τῆς, εἶ­χε ὅ­μως φρό­νη­μα τα­πει­νό. Δι­ό­τι γνώ­ρι­ζε ὡς φρό­νι­μος πό­ση βλά­βη προ­ξε­νεῖ στόν ἄν­θρω­πο τό ὑ­πε­ρή­φα­νο φρό­νη­μα. Μέ τέ­τοι­ο τρό­πο λοι­πόν ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε τήν ζω­ή του ὁ τρι­σμα­κά­ρι­στος, μέ εἰ­ρή­νη πρός τόν Κύριον ἐξεδήμησε[5].

[211] Ἐ­πί τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Ἀρ­κα­δί­ου, ἔ­τσι χρο­νο­λο­γεῖ τήν εὕ­ρε­σι τῶν λει­ψά­νων αὐ­τῶν ἐ­κεῖ­νος, πού πρό­σθε­σε τίς χρο­νο­λο­γί­ες στό Ὡ­ρο­λό­γιο. Ὁ δέ Με­λέ­τιος ἐ­κτεί­νει τούς χρό­νους. Δι­ό­τι ἀ­να­φέ­ρον­τας τόν Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Θω­μᾶ τόν πρῶ­το, λέ­ει, ὅ­τι ἦ­ταν Πα­τριά­ρχης κα­τά τό ἔ­τος 607, ἀ­να­φέ­ρον­τας δέ καί τόν δεύ­τε­ρο Θω­μᾶ τόν Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, λέ­ει, ὅ­τι ἦ­ταν κα­τά τό ἔ­τος 656.

[212] Ὁ Ἀνδρόνικος καί Ἰουνία ἑορτάζονται στίς 17 τοῦ Μαΐου. Ὁ δέ Ἀνδρόνικος ἑορτάζεται καί  στήν 30ή  τοῦ Ἰουλίου μαζί μέ ἄλλους Ἀποστόλους.

[3] Ἴ­σως Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Λέ­ων ὁ Ἀρ­μέ­νιος ὁ ὁ­ποῖ­ος βα­σί­λευ­σε κα­τά τό ἔ­τος 813.

[4] Αὐ­τῶν τῶν δύ­ο Ὁ­σί­ων τούς Βί­ους συ­νέ­γρα­ψε ὁ Κύ­ρου Θε­ο­δώ­ρη­τος, στόν ἀ­ριθ­μό 22 τῆς Φι­λό­θεης Ἱ­στο­ρί­ας, ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους ἔ­γι­νε καί τό Συ­να­ξά­ρι αὐ­τό. Προ­σθέ­τει ἀ­κό­μη ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος, ὅ­τι τό φί­δι ἐ­κεῖ­νο, πού δάγ­κω­σε τόν Ὅ­σιο αὐ­τόν, ἦ­ταν ὀ­χιά, ἡ ὁ­ποί­α τόν δάγ­κω­σε στό πό­δι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό δέ­κα φο­ρές. Καί, μο­λο­νό­τι ὁ Ὅ­σιος δο­κί­μα­ζε πι­κρούς πό­νους ἀ­πό τά δαγ­κώ­μα­τα τῆς ὀ­χιᾶς, δέν θέ­λη­σε νά χρη­σι­μο­ποι­ή­ση τέ­χνη ἰ­α­τρι­κή, ἀλ­λά μέ μό­νη τήν σφρα­γῖ­δα τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ καί μέ τήν προ­σευ­χή καί μέ τήν ἐ­πί­κλη­σι τοῦ θεί­ου ὀ­νό­μα­τος θε­ρα­πεύ­θη­κε. Προ­σθέ­τει ἀ­κό­μη καί τά ἑ­ξῆς· «Ὅ­τι ὁ Θε­ός τῶν ὅ­λων ἐ­πέ­τρε­ψε στό θη­ρί­ο ἐ­κεῖ­νο νά λυ­πή­ση τό ἱ­ε­ρό σῶ­μα, γιά νά δεί­ξη γυ­μνή σέ ὅ­λους ὅ­λη τήν καρ­τε­ρί­α τῆς θε­ϊ­κῆς ἐ­κεί­νης ψυ­χῆς».

 [5]    Καί αὐ­τοῦ του Ὁ­σί­ου τόν Βί­ο συ­νέ­γρα­ψε ὁ Κύ­ρου Θε­ο­δώ­ρη­τος στόν ἀ­ριθ­μό 27 τῆς Φιλόθεης Ἱστορίας, ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­γι­νε καί τό Συ­να­ξά­ρι αὐ­τό. Προ­σθέ­τει ἀ­κό­μη ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος καί τά ἑ­ξῆς· ὅ­τι ὁ Ὅ­σιος Αὐ­τός στο­λι­σμέ­νος μέ σύ­νε­σι, ἄ­ρι­στα ἔ­κα­μνε καί τίς ἐ­ρω­τή­σεις καί τίς ἀ­παν­τή­σεις, καί γνώ­ρι­ζε με­ρι­κές φο­ρές τούς Ἀ­ρι­στο­τε­λι­κούς λα­βύ­ριν­θους καλ­λί­τε­ρα καί δυ­να­τώ­τε­ρα ἀ­πό ἐ­κεί­νους πού τούς εἶ­χαν με­λε­τή­σει.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης