Ἤγγειλεν Υἱόν Ἄγγελος τῇ Παρθένῳ,
Πατρός μεγίστης Ἄγγελον βουλῆς μέγαν.
Γήθεο τῇ Μαρίῃ ἔφατ’ Ἄγγελος εἰκάδι πέμπτῃ.
Ὁ φιλάνθρωπος καί ἐλεήμων Θεός, ὁ ὁποῖος πάντοτε φροντίζει γιά τό γένος τῶν ἀνθρώπων ὡς Πατέρας φιλόστοργος, θεωρῶντας τό πλάσμα τῶν χεριῶν του, πού κατετυραννεῖτο ἀπό τόν Διάβολο καί κατασυρόταν στά πάθη τῆς ἀτιμίας καί στήν εἰδωλολατρεία ὑποδουλωνόταν, θέλησε νά ἀποστείλη τόν Υἱό του τόν μονογενῆ, τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, γιά νά τό λυτρώση ἀπό τά χέρια τοῦ Διαβόλου. Ἐπειδή, ὅμως, θέλησε νά μή γνωρίζη τό μυστήριο αὐτό ὄχι μόνον ὁ Σατανᾶς, ἀλλ’ οὔτε αὐτές οἱ Οὐράνιες Δυνάμεις[1], γι’ αὐτό ἐμπιστεύθηκε τό μυστήριο αὐτό σ’ ἕναν Ἀρχάγγελο, δηλαδή στόν ἐνδοξότατο Γαβριήλ. Προοικονόμησε δέ νά γεννηθῆ καί ἡ Ἁγία Παρθένος Μαρία καί νά φυλαχθῆ καθαρή, ὡς ἄξια τοῦ μεγάλου αὐτοῦ μυστηρίου καί παγκόσμιου καλοῦ. Ἔτσι, ὅταν ἦλθε ὁ Ἄγγελος στήν πόλι Ναζαρέτ, τῆς εἶπε× «Χαῖρε κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ». Ἡ δέ Παρθένος ὕστερα ἀπό ἄλλα λόγια, εἶπε τελευταῖα πρός τόν Ἄγγελο× «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου». Καί ἀμέσως μέ τόν λόγο αὐτόν συνέλαβε ὑπερφυσικά στήν ἄχ-ραντη κοιλία της τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, τήν ἐνυπόστατη σοφία καί δύναμι αὐτοῦ, μέ τήν ἐπισκίασι αὐτοῦ τοῦ ἴδιου Λόγου τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν ἐπέλευσι τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ἀπό τότε λοιπόν τελέσθηκαν οἰκονομικά ὅλα τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ Λόγου γιά τήν δική μας σωτηρία καί ἀπολύτρωσι[2]. (Βλέπε στόν Θησαυρό τοῦ πεζογράφου Δαμασκηνοῦ καί στόν Μηνιάτη καί στήν Σάλπιγγα καί στήν Σαγήνη καί στόν Κωφό καί στήν Κατήχησι τοῦ Στουδίτη).
[1] Ὁ θεοφόρος Μάξιμος στήν μβ΄ ἐρώτησι λέει ἐπί λέξει τά ἐξῆς× «Ἐπειδή μερικοί ἀποροῦν, γιά τό πῶς λέγεται, ὅτι διέφυγε τίς Ἐπουράνιες Δυνάμεις ἡ τοῦ Κυρίου Ἐνανθρώπησις, ὅταν γνωρίζουμε, ὅτι καί οἱ προφητεῖες, πού ἔγιναν πρίν ἀπό τήν ἔλευσι τοῦ Κυρίου, ἔγιναν μέ Ἀγγέλους, καί τήν σύλληψι τῆς Παρθένου ὁ Γαβριήλ εὐαγγελίζεται καί τούς ποιμένες Ἄγγελοι μυσταγωγοῦν; Ἀπάντησις. Τό ὅτι γνώριζαν οἱ Ἄγγελοι τήν ἐνανθρώπησι τοῦ Κυρίου, πού ἐπρόκειτο νά γίνη γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, δέν πρέπει κανείς νά ἀμφιβάλλη. Ἐκεῖνο ὅμως ἀγνοοῦσαν αὐτοί, τήν ἀκατάληπτη τοῦ Κυρίου σύλληψι καί τόν τρόπο. Πῶς ὅλος ὄντας στόν Πατέρα καί ὅλος σέ ὅλα καί «τά πάντα πληρῶν», ὅλος ἦταν στήν κοιλία τῆς Παρθένου».
[2] Σημειώνουμε ἐδῶ, ὅτι, ἐάν τύχη ἡ ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κατά τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, σέ οἶνο μόνο καί ἔλαιο γίνεται κατάλυσις, ὄχι ὅμως σέ ψάρι «διά τό αἰδέσιμον τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου», ὅπως ὁρίζουν ὅλα τά Τυπικά συμφώνως καί ἄν ἀκόμη καί ὁ θεῖος Νικηφόρος στόν πέμπτο Κανόνα λέη, ὅτι, ἄν τύχη ὁ Εὐαγγελισμός τήν Μεγάλη Πέμπτη ἤ τήν Μεγάλη Παρασκευή, δέν ἁμαρτάνουμε ἄν καταλύσουμε κρασί καί ψάρια. Πράγματι μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ θεῖος Νικηφόρος. Ἐπειδή ὅμως ὅλα τά Τυπικά ἔτσι ὁρίζουν, καί Ἅγιοι καί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐκεῖνοι, πού ἔγραψαν τά Τυπικά, καί ἀρχαιότεροι ἀκόμη καί ἀπό τόν θεῖο Νικηφόρο, ὅπως εἶναι ὁ Σάββας, ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ Χαρίτων, ὁ Εὐθύμιος, ὁ Κυριακός καί ἄλλοι ὅμοιοι, γι’ αὐτό προτιμοῦμε τήν κοινή τῶν Πατέρων συμφωνία. Καί μάλιστα ἐπειδή ὑποπτευόμαστε, μήπως εἶναι κάποιου κοιλιόδουλου προσθήκη τά ψάρια. Ἐπειδή δύσκολα πιστεύουμε, ὅτι ἕνας τέτοιος Ἅγιος θά πῆ ἐναντία στήν ἐκκλησιαστική Διάταξι. Βλέπε ὅμως ὅτι ὁ Ἅγιος δέν λέει ὑποχρεωτικά στόν ἀνωτέρω Κανόνα, ὅτι νά ἐσθίεται ψάρι, ἀλλ’ ὑποθετικά× ὅτι δηλαδή ἐάν φάη κανείς ψάρι στήν ἑορτή αὐτή, πού θά τύχη τήν Μεγάλη Πέμπτη καί Μεγάλη Παρασκευή, δέν ἁμαρτάνει. Καί δέν εἶπε καλά κάνει, ἀλλ’ ὅτι δέν ἁμαρτάνει. Πολύ διαφέρει ὅμως τό πρῶτο ἀπό τό δεύτερο. Ἐγώ εἶχα ὑποσημείωσι στόν ἀνωτέρω πέμπτο Κανόνα τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου, πού περιέχεται στό δικό μας Πηδάλιο μέ τούς ὑπόλοιπους τριάντα ἑπτά Κανόνες τοῦ ἴδιου Ἁγίου. Ἀλλ’ ἐκεῖνος πού νόθευσε τό ἱερό Πηδάλιο καί ἔκανε σ’ αὐτό πολλές παράλογες προσθῆκες καί ἀφαιρέσεις, αὐτός κακῶς ἀφαίρεσε καί τήν ὑποσημείωσι ἐκείνη, γιά νά ἐπιτρέψη νά καταλύουν οἱ Χριστιανοί ψάρια στήν ἑορτή αὐτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἄν τύχη κατά τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα. Βλέπε ἀκόμη καί στό τριακοστό ὄγδοο κεφάλαιο τοῦ Καθολικοῦ καί τυπωμένου Τυπικοῦ, ὅπου αὐτολεξεί ἀναφέρονται τά ἑξῆς× «Ἄς εἶναι γνωστό, ὅτι ἡ ἑορτή τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἐάν τύχη τήν Μεγάλη Ἐβδομάδα, σέ ὅποια μέρα καί ἄν εἶναι, γίνεται παράκλησις στούς ἀδελφούς μέ τήν μετάληψι οἴνου καί ἐλαίου, ὄχι ὅμως καί ἰχθύος».
Καί τό ἑξῆς προσημειώνουμε, ὅτι ἡ ἑορτή αὐτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ποτέ δέν μετατίθεται σέ ἄλλη ἡμέρα. Ἀλλά σέ ὅποια ἡμέρα τύχη, σ’ ἐκείνην καί ἑορτάζεται., ὅπως ἐκ συμφώνου ὁρίζουν ὅλα ἀνεξαιρέτως τά Τυπικά. Καί ὁ ἀνωτέρω Κανόνας τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου καί οἱ λόγοι τῶν παλαιῶν καί νεωτέρων Διδασκάλων, πού ἔχουν γίνει στήν ἑορτή αὐτή, καί μάλιστα τοῦ Βρυεννίου Ἰωσήφ, αὐτό βεβαιώνουν. Ἐπειδή ἡ ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ εἶναι ἀρχή καί κεφαλή ὅλων τῶν Δεσποτικῶν ἑορτῶν καί ἐάν αὐτή μετατεθῆ, εἶναι ἀνάγκη νά συμμετατεθοῦν καί οἱ ἄλλες Δεσποτικές ἑορτές, καί ἡ τῶν Χριστουγέννων δηλαδή, καί ἡ τῶν Θεοφανείων καί ἡ τῆς Ὑπαπαντῆς καί στήν συνέχεια ὅλες οἱ ἄλλες. Καί ἔτσι θά γίνη μία μεγάλη σύγχυσις σέ ὅλο τόν κύκλο τῶν ἑορτῶν. Ὁπότε ὅσοι τήν μεταθέτουν «κακῶς» πράττουν. Εὐαγγελίσθηκε δέ ἡ Θεοτόκος ἡμέρα Δευτέρα ἤ κατ’ ἄλλους Κυριακή.



Login