Τῷ αὐτῷ μηνί IH΄ , μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Σεβαστιανοῦ καί τῶν σύν αὐτῷ. Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Μιχαήλ ὁ Σύγγελος καί Ὁμολογητής ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Οὐκ εἰ τελευτᾶς Μιχαήλ τοῦτο ξένον,
Ἀλλ’ εἰ θανών ζῇς, ὥσπερ οὖν ζῇς ἀξίως.
Αὐτός ἦταν ἀπό τήν ἁγία πόλι τῆς Ἱερουσαλήμ, υἱός εὐσεβῶν γονέων. Καί, ἀφοῦ ἐκπαιδεύθηκε καί ἔμαθε στό ἔπακρο, τόσο τήν ἐξωτερική σοφία τῶν Ἑλλήνων, ὅσο καί τήν ἐσωτερική καί δική μας, ἔγινε Μοναχός. Ἀλλά καί ἡ μητέρα του μαζί μέ τίς θυγατέρες της ἔγινε Μοναχή σέ ἕνα γυναικεῖο Μοναστήρι, ἀφοῦ πέθανε ὁ πατέρας του. Καί ἐπειδή πολιτευόταν καλῶς καί θεοφιλῶς ὁ θεῖος αὐτός Μιχαήλ, βάζοντας τόν ἑαυτό του κάτω ἀπό κάθε σκληραγωγία, γι’ αὐτό καί χειροτονεῖται Πρεσβύτερος. Ἔπειτα, ἀφοῦ βρῆκε ἕνα ἥσυχο σπήλαιο, μπαίνει σέ αὐτό, ὅταν ὁ Ἅγιος Θεόδωρος καί ὁ Θεοφάνης οἱ Ὁμολογητές καί οἱ Γραπτοί ἔγιναν Ἱερεῖς καί λειτουργοί τοῦ Κυρίου, καί πῆγαν σ’ αὐτόν τόν Ὅσιο[1], ὁ Μιχαήλ διορίζεται Σύγγελος ἀπό τόν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων. Γι’ αὐτό καί μία φορά στάλθηκαν στήν Ρώμη ἀπό τόν Πατριάρχη τῶν Ἱεροσολύμων γιά μία ἀναγκαία ὑπόθεσι. Καί ἐπί πλέον στάλθηκαν στήν Κωνσταντινούπολι, γιά νά δείξουν στό πέρασμά τους κάποιες ἀναφορές, τόσο στόν τότε βασιλιά Λέοντα τόν Ἀρμένιο καί εἰκονομάχο, πού βασίλευσε τό ἔτος 813, ὅσο καί στόν τότε Πατριάρχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως τόν Θεόδοτο.
Αὐτοί λοιπόν οἱ τρεῖς Ὅσιοι, ὁ Μιχαήλ καί ὁ Θεόδωρος καί ὁ Θεοφάνης, ὑπακούοντας στόν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων, πού τούς ἀπέστειλε, ἐπέδωσαν τίς ἀναφορές καί ἐξέθεσαν καί οἱ ἴδιοι ἀπό μόνοι τους στούς ἀντιλέγοντες πολλά δογματικά θέματα. Γι’ αὐτό ὁ μέν Θεόδωρος καί ὁ Θεοφάνης, ἐξορίζονται ἀπό τόν τύραννο Ἀρμένιο[2]. Ὁ δέ μακάριος Μιχαήλ μαζί μέ τόν ἀδελφό του Ἰώβ κλείσθηκαν στό πραιτώριο·, δηλαδή στήν φυλακή, ἡ ὁποία ὠνομαζόταν τῶν πραιτωρίων. Ἔπειτα, ἀφοῦ τοῦ ἔβαλε ἁλυσίδες βαριές στόν λαιμό ὁ βασιλέας Μιχαήλ ὁ Τραυλός τό ἔτος 820, ἐξορίζεται μαζί μέ τόν μαθητή του σέ ἕνα Μοναστήρι τῆς Πλουσιάδος. Γι’ αὐτό ἀπό τήν πολλή ταλαιπωρία πλημμύρισαν τά μάτια του καί τό σῶμα του καμπούριασε. Παρ’ ὅλα αὐτά αὐτός ὁ πανύμνητος στεκόταν σάν ἀδάμαντας γενναῖος καί ἀκίνητος.
Ὅταν ἀνέλαβαν τήν βασιλεία ἡ Θεοδώρα καί ὁ Μιχαήλ ὁ υἱός της, τό ἔτος 842, καί κάθε ἕνας τιμοῦσε καί προσκυνοῦσε μέ παρρησία τίς ἅγιες εἰκόνες, τότε καί αὐτοί πού βρίσκονταν στίς ἐξορίες ἀνακλήθηκαν, καί ἀξιώνονταν μεγάλης τιμῆς. Ἐκεῖνο λοιπόν τόν καιρό καί ὁ θεῖος αὐτός καί ὁμολογητής Μιχαήλ παρακινήθηκε ἀπό τήν βασίλισσα Θεοδώρα νά λάβη τό ἀξίωμα τῆς πατριαρχείας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἐπειδή ὅμως αὐτός δέν πείσθηκε, γι’ αὐτό ἔγινε Πατριάρχης μέν στήν θέσι του ὁ θεῖος Μεθόδιος. Ὁ δέ Μιχαήλ πάλι διορίζεται Σύγγελος καί παίρνει τό ἐκεῖ πολύ μεγάλο Μοναστήρι στήν δική του ἐξουσία καί ἀνάπαυσι. Ὁπότε, ἀφοῦ ἔζησε εὐσεβῶς καί θεαρέστως τόν ὑπόλοιπο καιρό τῆς ζωῆς του καί ἔφθασε ἕως τήν ἡλικία τῶν ὀγδόντα πέντε ἐτῶν, ἔφυγε εἰρηνικά πρός τόν Κύριο, γιά νά λάβη ἀπό αὐτόν τόν στέφανο τῆς ὁμολογίας.
[1] Ὁ δέ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων λέει, ὅτι οἱ Γραπτοί αὐτοί ἦταν, υἱοί μέν τοῦ Ἰωνᾶ Σαββαΐτου, μαθητές δέ τοῦ Μιχαήλ αὐτοῦ τοῦ Συγγέλου (σελ. 694 τῆς Δωδεκάβιβλου). Σημείωσε, ὅτι ὁ Μιχαήλ αὐτός ἔχει ἐγκώμιο γλαφυρό στόν Ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, καί στόν ὁμώνυμό του Μιχαήλ τόν Ἀρχάγγελο.
[2] Ὁ μέν Ἅγιος Θεόδωρος ἑορτάζεται ἰδιαιτέρως στίς 27 τοῦ παρόντος Δεκεμβρίου. Ὁ δέ Ἅγιος Θεοφάνης, στίς 11 τοῦ Ὀκτωβρίου.


Login