+ Αὐτοί οἱ Ἅγιοι ἦταν στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Δεκίου, κατά τό ἔτος 252, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ μοίρασαν στούς πτωχούς ὅλα τους τά ὑπάρχοντα, μπῆκαν μέσα σέ ἕνα σπήλαιο καί κρύφθηκαν. Ἀφοῦ παρακάλεσαν τόν Θεό νά λυθοῦν ἀπό τόν δεσμό τοῦ σώματος καί νά μή παραδοθοῦν στόν βασιλιά Δέκιο, παρέδωσαν τίς ψυχές τους στόν Θεό.
Ὅταν ὁ βασιλιάς Δέκιος ἐπέστρεψε στήν Ἔφεσο, τούς ἀναζήτησε, γιά νά ἔλθουν νά θυσιάσουν στά εἴδωλα, καί ὅταν ἔμαθε, ὅτι πέθαναν μέσα στό σπήλαιο, πρόσταξε νά φράξουν τήν πόρτα τοῦ σπηλαίου. Ἀπό τότε λοιπόν πέρασαν τριακόσια ἑβδομηνταδύο χρόνια, ἕως στούς τριανταοκτώ χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ μικροῦ Θεοδοσίου, δηλαδή κατά τό ἔτος 446[1].
Τότε λοιπόν ἐμφανίσθηκε μία αἵρεσις, ἡ ὁποία ἔλεγε, ὅτι δέν ὑπάρχει ἀνάστασις νεκρῶν. Ὁ βασιλιάς Θεοδόσιος βλέποντας ταραγμένη τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή πλανήθηκαν ἀπό τήν αἵρεσι αὐτή πολλοί Ἐπίσκοποι, δέν ἤξερε τί νά κάνη. Ὁπότε, ἀφοῦ ντύθηκε μάλλινο φόρεμα, δηλαδή ὑφασμένο ἀπό γίδινο μαλλί, ἔστρωσε τόν ἑαυτό του στήν γῆ καί θρηνοῦσε, παρακαλῶντας τόν Θεό νά τοῦ φανερώση τήν λύσι τῆς αἱρέσεως αὐτῆς. Δέν παράβλεψε λοιπόν ὁ Κύριος τά δάκρυά του, ἀλλά τόν ἐπάκουσε μέ τόν ἑξῆς τρόπο· Ὁ νοικοκύρης τοῦ βουνοῦ ἐκείνου, στό ὁποῖο ἦταν τό σπήλαιο τῶν Ἁγίων ἑπτά Παίδων, θέλησε τόν καιρό ἐκεῖνο νά κάνη μάνδρα τοῦ ποιμνίου του. Τόν καιρό λοιπόν πού κυλοῦσε πέτρες ἀπό τό σπήλαιο γιά τήν οἰκοδομή τῆς μάνδρας, ἄνοιξε ἡ πόρτα τοῦ σπηλαίου καί, μέ προσταγή τοῦ Θεοῦ, ἀναστήθηκαν οἱ πεθαμένοι ἑπτά Παῖδες πού βρίσκονταν στό σπήλαιο καί συνωμιλοῦσαν ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλον, σάν νά εἶχαν κοιμηθῆ τήν προηγούμενη ἡμέρα, χωρίς καθόλου νά ἀλλοιωθοῦν, ὥστε οὔτε αὐτά τά ἐνδύματά τους δέν φθάρθηκαν καθόλου ἀπό τήν φυσική νοτίδα καί ὑγρασία τοῦ σπηλαίου. Καί ὅταν ἀναστήθηκαν, ἐνθυμοῦντο, ὅτι ὁ βασιλιάς Δέκιος ζητεῖ νά τούς βασανίση, ὁπότε καί συνωμιλοῦσαν γι’ αὐτό. Ὁ Μαξιμιλιανός ἔλεγε στούς ἄλλους· «Ἐάν, ἀδελφοί, συλληφθοῦμε ἀπό τόν Δέκιο, ἄς παραμείνουμε ἀνδρεῖοι καί ἄς μή προδώσουμε τήν εὐγένεια τῆς πίστεώς μας. Σύ ὅμως, ἀδελφέ Ἰάμβλιχε, πήγαινε νά ἀγοράσης ψωμιά, νά ἀγοράσης ὅμως περισσότερα, ἐπειδή χθές τό βράδυ ἀγόρασες λίγα ψωμιά καί γι’ αὐτό κοιμηθήκαμε πεινασμένοι. Μάθε ἀκόμη καί τί σκέπτεται ὁ Δέκιος γιά μᾶς».
Πηγαίνοντας λοιπόν ὁ Ἰάμβλιχος στήν πόλι τῆς Ἐφέσου, εἶδε τό σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ στήν πόρτα καί θαύμασε. Βλέποντας ἀκόμη αὐτό καί σέ ἄλλα σημεῖα καί παρατηρῶντας τά κτίρια τῶν οἰκιῶν ἀλλαγμένα, καί τούς ἀνθρώπους διαφορετικούς, νόμιζε, ὅτι βλέπει ὅραμα ἤ πώς ἦλθε σέ ἔκστασι. Πηγαίνοντας ὅμως στούς ἀρτοποιούς, πῆρε ψωμιά καί, ἀφοῦ τούς ἔδωσε τά χρήματα, φρόντιζε νά ἐπιστρέψη στό σπήλαιο. Ἔβλεπε ὅμως τούς ἀρτοποιούς, πού ἔδειχναν τά χρήματα ἕνας στόν ἄλλο καί ἔβλεπαν σ’ αὐτόν, λέγοντάς του, ὅτι βρῆκε θησαυρό, διότι τό νόμισμα πού ἔδωσε, μαρτυροῦσε φανερά, ὅτι βρῆκε θησαυρό, ἐπειδή εἶχε ἐπάνω τυπωμένη τήν εἰκόνα τοῦ Δεκίου, ὁ ὁποῖος βασίλευσε πρίν ἀπό πολλά χρόνια. Ὁ Ἰάμβλιχος, ὅταν ἄκουσε αὐτό, τρόμαξε καί ἀπό τόν φόβο δέν μποροῦσε νά μιλήση, νομίζοντας, ὅτι ἀναγνωρίσθηκε ἀπό αὐτούς καί παραδόθηκε διά μέσου αὐτῶν στόν βασιλιά Δέκιο. Ὁπότε τούς παρακαλοῦσε λέγοντας· «Σᾶς παρακαλῶ, κύριοί μου, ἔχετε καί τά χρήματά μου, πάρτε καί τά ψωμιά σας, καί ἀφῆστε με νά ἀναχωρήσω». Οἱ ἀρτοποιοί ὅμως τοῦ ἔλεγαν· «Δεῖξε μας τόν θησαυρό, πού βρῆκες, καί κάνε καί ἐμᾶς κοινωνούς τοῦ εὑρήματος, διαφορετικά θά σέ θανατώσουμε». Καί βλέποντας τόν Ἅγιο νά στέκεται συλλογισμένος, ἔβαλαν ἁλυσίδα στόν λαιμό του καί τόν ἔσυραν στήν ἀγορά. Πηγαίνοντάς τον λοιπόν στόν ἀνθύπατο τῆς Ἐφέσου, τόν παρουσίασαν στό δικαστήριο γιά ἐξέτασι. Βλέποντάς τον λοιπόν ὁ ἀνθύπατος, εἶπε· «Διηγήσου, νεαρέ μου, πῶς βρῆκες τόν θησαυρό καί πόσος εἶναι καί ποῦ». Ὁ Ἰάμβλιχος ἀποκρίθηκε ὅτι, «ποτέ δέν βρῆκε εὕρημα, ἀλλά τό νόμισμα πού ἔδωσε, τό ἔχει ἀπό τούς γονεῖς του. Ὅμως τί εἶναι, ἔλεγε, αὐτό πού μοῦ συμβαίνει, δέν γνωρίζω».
Ὁ ἀνθύπατος πάλι τόν ρώτησε· «Ἀπό ποιά πόλι εἶσαι;». Ὁ Ἅγιος ἀποκρίθηκε· «Ἀπό αὐτήν εἶμαι, ἐάν αὐτή εἶναι ἡ Ἔφεσος». Καί ὁ ἀνθύπατος· «Ποιοί εἶναι οἱ γονεῖς σου; ἄς ἔλθουν σ’ ἐμᾶς, καί ὅταν φανερωθῆ ἡ ἀλήθεια, τότε θά σέ πιστέψουμε». Ὁ Ἰάμβλιχος ἀποκρίθηκε· «Ὁ τάδε εἶναι πατέρας μου, ὁ τάδε εἶναι πάππος μου καί ὁ τάδε συγγενής μου». Καί ὁ ἀνθύπατος πρός αὐτόν· «Ξένα καί ἀνύπαρκτα εἶναι τά ὀνόματα, πού εἶπες καί ἐκτός τῶν λεγομένων μέ τήν σημερινή συνήθεια. Ὁπότε μέ αὐτά δέν μπορεῖς νά πιστευθῆς». Ὁ Ἰάμβλιχος εἶπε· «Ἐάν ἐσύ δέν πιστεύης ἐμένα, πού λέω τήν ἀλήθεια, ἐγώ πλέον δέν ξέρω τί ἄλλο νά πῶ». Ὁ ἀνθύπατος ἀποκρίθηκε· «Ἀσεβέστατε, τό νόμισμά σου μαρτυρεῖ ἀπό τήν ἐπιγραφή του, ὅτι τυπώθηκε πρίν ἀπό τριακόσια χρόνια καί περισσότερα, στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Δεκίου, καί ἐσύ νεώτερος ὄντας φροντίζεις νά μᾶς γελάσης;». Τότε ὁ Ἰάμβλιχος πέφτοντας στά πόδια τῶν παρευρεθέντων, τούς παρακαλοῦσε λέγοντας· «Σᾶς παρακαλῶ, κύριοί μου, νά μοῦ πῆτε, ποῦ εἶναι ὁ βασιλιάς Δέκιος, πού ἦταν στήν πόλι αὐτή;». Ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν· «Αὐτά τά χρόνια δέν εἶναι ὁ Δέκιος, ἐπειδή αὐτός ἔζησε πρίν ἀπό πολλά χρόνια». Καί ὁ Ἰάμβλιχος· «Γι’ αὐτό, κύριοί μου, ἐκπλαγήκατε; ἀλλ’ ὅμως, ἀκολουθῆστε με νά πᾶμε στό σπήλαιο καί ἀπό αὐτά τά σημεῖα θά πιστευθοῦν οἱ λόγοι μου. Διότι ἐγώ ξέρω, ὅτι φύγαμε ἐξ αἰτίας τοῦ Δεκίου καί ὅτι ἐχθές ἐρχόμενος νά ἀγοράσω ψωμιά, εἶδα, ὅτι ὁ Δέκιος μπῆκε στήν πόλι αὐτή».
Αὐτά λοιπόν εἶπε ὁ Ἅγιος. Ὁ δέ Ἐπίσκοπος τῆς Ἐφέσου, Μαρῖνος λεγόμενος, ὄταν ἄκουσε αὐτά, λέει στόν ἀνθύπατο· «Ἐγώ νομίζω, ὅτι θαῦμα ὑπάρχει στήν ὑπόθεσι αὐτή, ἑπομένως ἄς τόν ἀκολουθήσουμε». Ἀκολούθησαν λοιπόν ὁ ἀνθύπατος καί ὁ Ἐπίσκοπος καί πολλοί λαϊκοί καί, ὅταν ἔφθασαν στό σπήλαιο, πρῶτος ὁ Ἰάμβλιχος μπῆκε σ’ αὐτό, ἔπειτα ὁ Ἐπίσκοπος. Αὐτός, ἀφοῦ γύρισε στά δεξιά μέρη τῆς πόρτας τοῦ σπηλαίου, εἶδε ἕνα κιβώτιο σφραγισμένο μέ δύο σφραγίδες, τό ὁποῖο κιβώτιο ἔβαλαν ἐκεῖ ὁ Ρουφῖνος καί ὁ Θεόδωρος οἱ Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι στάλθηκαν ἀπό τόν Δέκιο, μαζί μέ ἄλλους, γιά νά κλείσουν τήν πόρτα τοῦ σπηλαίου. Ἔτσι οἱ ἴδιοι ἔγραψαν καί τά Συναξάρια τῶν Ἁγίων καί σημείωσαν τά ὀνόματά τους σέ πλάκες μολυβένιες.
Ὅταν λοιπόν συγεντρώθηκαν ὅλοι οἱ ἔγκριτοι ἄρχοντες μαζί μέ τόν ἀνθύπατο, ἄνοιξαν τό κιβώτιο καί βρῆκαν μέσα σ’ αὐτό τίς μολυβένιες πλάκες. Καί ἀφοῦ διάβασαν τά γράμματά τους, ὅλοι ἀπόρησαν πολύ. Καί μπαίνοντας στό ἐσώτερο μέρος τοῦ σπηλαίου, βρῆκαν τούς Ἁγίους καί ἔπεσαν στά πόδια τους. Στήν συνέχεια, ἀφοῦ κάθισαν, τούς ρωτοῦσαν. Καί οἱ Ἅγιοι διηγήθηκαν, πρῶτα βέβαια τήν δική τους ὑπόθεσι. Ἔπειτα καί τά ἀνδραγαθήματα τοῦ βασιλιᾶ Δεκίου. Ὁπότε θαύμαζαν ὅλοι καί δόξαζαν τόν τῶν θαυμασίων Θεό. Τότε ὁ ἀνθύπατος μαζί μέ τόν Ἐπίσκοπο, ἔγραψαν ἀναφορά στόν βασιλιά Θεοδόσιο καί τοῦ ἀνάγγειλαν ὅλα τά ἀνωτέρω. Ὁ βασιλιάς, ὅταν ἔλαβε τά γράμματα, χάρηκε πολύ γιά τό γεγονός αὐτό καί γρήγορα πῆγε στήν Ἔφεσο. Μπαίνοντας κατόπιν μέσα στό σπήλαιο, ἔπεσε στήν γῆ καί ἔπλυνε τά πόδια τῶν Ἁγίων μέ τά δάκρυά του. Καί χαιρόταν καί ἀγαλλιᾶτο ἡ ψυχή του, πού δέν παρέβλεψε ὁ Κύριος τήν δέησί του, ἀλλά τοῦ ἔδειξε ὀφθαλμοφανῶς τήν τῶν νεκρῶν ἀνάστασι. Τήν ὥρα δέ πού συνωμιλοῦσε ὁ βασιλιάς μέ τούς Ἁγίους, καί οἱ Ἐπίσκοποι καί ἄλλοι πολλοί ἄρχοντες, νύσταξαν λίγο οἱ Ἅγιοι καί ἔτσι μπροστά σέ ὅλους, παρέδωσαν τίς ψυχές τους στά χέρια τοῦ Θεοῦ.
Τότε ὁ βασιλιάς ἔδωσε φορέματα πολύτιμα καί χρυσό καί ἀρκετό ἀσήμι καί πρόσταξε νά γίνουν ἑπτά κιβώτια ξύλινα, γιά νά τοποθετηθοῦν μέσα σ’ αὐτά τά λείψανα τῶν Ἁγίων. ’Εκείνη ὅμως τήν νύκτα, φάνηκαν οἱ Ἅγιοι στόν βασιλιά καί εἶπαν· «Ἄφησέ μας, βασιλιά, στό σπήλαιο αὐτό, μέσα στό ὁποῖο ἀναστηθήκαμε». Καί ἀφοῦ ἔγινε μεγάλη σύναξι Ἐπισκόπων καί ἀρχόντων, ἔβαλε ὁ βασιλιάς τά λείψανα τῶν Ἁγίων μέσα στήν γῆ τοῦ σπηλαίου, ὅπως τοῦ ἀποκάλυψαν ἐκεῖνοι μέ ὀπτασία· καί κάνοντας χαρμόσυνη ἑορτή, φιλοξένησε μέ φιλοξενία μεγάλη τούς πτωχούς τῆς Ἐφέσου καί χαροποίησε ὅλο τόν λαό, ἀφοῦ τόν δωροδόκησε μέ βασιλικά καί πολύτιμα δῶρα. Ἀποφυλάκισε ἀκόμη τούς φυλακισμένους Ἐπισκόπους, ἐπειδή κήρυτταν τήν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν. Καί στήν συνέχεια ἔγινε γιά ὅλους κοινή ἑορτή, δοξάζοντας καί εὐλογῶντας τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστ
[1] Σημειώνουμε ἐδῶ, ὅτι κατά τήν χρονολογία τοῦ Μελετίου Ἀθηνῶν δέν βγαίνουν τριακόσιοι ἑβδομηνταδύο χρόνια, κατά τούς ὁποίους κοιμήθηκαν οἱ Ἅγιοι ἑπτά Παῖδες, ἀλλά μόνο ἑκατό ἐννενῆντα ὀκτώ. Διότι βγάζοντας τούς διακόσιους πενηνταδύο, κατά τούς ὁποίους κοιμήθηκαν, ἀπό τούς τετρακόσια σαρανταέξι, κατά τούς ὁποίους ἀναστήθηκαν, μένουν ἑκατόν ἐννενήντα ὀκτώ.
(Σ. σ. Λάθος ἔγινε στήν ἀφαίρεσι, διότι τό ἀποτέλεσμα εἶναι 194 καί ὄχι 198).


Login