4 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΕΦΕΣῼ

 + Αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι ἦ­ταν στά χρό­νια τοῦ βα­σι­λιᾶ Δε­κί­ου, κα­τά τό ἔ­τος 252, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ἀ­φοῦ μοί­ρα­σαν στούς πτω­χούς ὅ­λα τους τά ὑ­πάρ­χον­τα, μπῆ­καν μέ­σα σέ ἕ­να σπή­λαι­ο καί κρύ­φθη­καν. Ἀ­φοῦ πα­ρα­κά­λε­σαν τόν Θε­ό νά λυ­θοῦν ἀ­πό τόν δε­σμό τοῦ σώ­μα­τος καί νά μή πα­ρα­δο­θοῦν στόν βα­σι­λιά Δέ­κιο, πα­ρέ­δω­σαν τίς ψυ­χές τους στόν Θε­ό.

Ὅ­ταν ὁ βα­σι­λιάς Δέ­κιος ἐ­πέ­στρε­ψε στήν Ἔ­φε­σο, τούς ἀ­να­ζή­τη­σε, γι­ά νά ἔλ­θουν νά θυ­σιά­σουν στά εἴ­δω­λα, καί ὅ­ταν ἔ­μα­θε, ὅ­τι πέ­θα­ναν μέ­σα στό σπή­λαι­ο, πρό­στα­ξε νά φρά­ξουν τήν πόρ­τα τοῦ σπη­λαί­ου. Ἀ­πό τό­τε λοι­πόν πέ­ρα­σαν τρι­α­κό­σια ἑ­βδο­μην­τα­δύ­ο χρό­νια, ἕ­ως στούς τρι­αν­τα­ο­κτώ χρό­νους τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ μι­κροῦ Θε­ο­δο­σί­ου, δη­λα­δή κα­τά τό ἔ­τος 446[1].

Τό­τε λοι­πόν ἐμ­φα­νί­σθη­κε μί­α αἵ­ρε­σις, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­λε­γε, ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­στα­σις νε­κρῶν. Ὁ βα­σι­λιάς Θε­ο­δό­σιος βλέ­πον­τας τα­ραγ­μέ­νη τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Θε­οῦ, ἐ­πει­δή πλα­νή­θη­καν ἀ­πό τήν αἵ­ρε­σι αὐ­τή πολ­λοί Ἐ­πί­σκο­ποι, δέν ἤ­ξε­ρε τί νά κά­νη. Ὁ­πό­τε, ἀ­φοῦ ντύ­θη­κε μάλ­λι­νο φό­ρε­μα, δη­λα­δή ὑ­φα­σμέ­νο ἀ­πό γί­δι­νο μαλ­λί, ἔ­στρω­σε τόν ἑ­αυ­τό του στήν γῆ καί θρη­νοῦ­σε, πα­ρα­κα­λῶν­τας τόν Θε­ό νά τοῦ φα­νε­ρώ­ση τήν λύ­σι τῆς αἱ­ρέ­σε­ως αὐ­τῆς. Δέν πα­ρά­βλε­ψε λοι­πόν ὁ Κύ­ριος τά δά­κρυ­ά του, ἀλ­λά τόν ἐ­πά­κου­σε μέ τόν ἑ­ξῆς τρό­πο· Ὁ νοι­κο­κύ­ρης τοῦ βου­νοῦ ἐ­κεί­νου, στό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν τό σπή­λαι­ο τῶν Ἁ­γί­ων ἑ­πτά Παί­δων, θέ­λη­σε τόν και­ρό ἐ­κεῖ­νο νά κά­νη μάν­δρα τοῦ ποι­μνί­ου του. Τόν και­ρό λοι­πόν ­πού κυ­λοῦ­σε πέ­τρες ἀ­πό τό σπή­λαι­ο γι­ά τήν οἰ­κο­δο­μή τῆς μάν­δρας, ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα τοῦ σπη­λαί­ου καί, μέ προ­στα­γή τοῦ Θε­οῦ, ἀ­να­στή­θη­καν οἱ πε­θα­μέ­νοι ἑ­πτά Παῖ­δες πού βρί­σκον­ταν στό σπή­λαι­ο καί συ­νω­μι­λοῦ­σαν ὁ ἕ­νας μέ τόν ἄλ­λον, ­σάν νά εἶ­χαν κοι­μη­θῆ τήν προ­η­γού­με­νη ἡ­μέ­ρα, χω­ρίς κα­θό­λου νά ἀλ­λοι­ω­θοῦν, ὥ­στε οὔ­τε αὐ­τά τά ἐν­δύ­μα­τά τους δέν ­φθά­ρθη­καν κα­θό­λου ἀ­πό τήν φυ­σι­κή νο­τί­δα καί ὑ­γρα­σί­α τοῦ σπη­λαί­ου. Καί ὅ­ταν ἀ­να­στή­θη­καν, ἐν­θυ­μοῦν­το, ὅ­τι ὁ βα­σι­λιάς Δέ­κιος ζη­τεῖ νά τούς βα­σα­νί­ση, ὁ­πό­τε καί συ­νω­μι­λοῦ­σαν γι’ αὐ­τό. Ὁ Μα­ξι­μι­λια­νός ἔ­λε­γε στούς ἄλ­λους· «Ἐ­άν, ἀ­δελ­φοί, συλ­λη­φθοῦ­με ἀ­πό τόν Δέ­κιο, ἄς πα­ρα­μεί­νου­με ἀν­δρεῖ­οι καί ἄς μή προ­δώ­σου­με τήν εὐ­γέ­νεια τῆς πί­στε­ώς μας. Σύ ὅ­μως, ἀ­δελ­φέ Ἰ­άμ­βλι­χε, πή­γαι­νε νά ἀ­γο­ρά­σης ψω­μιά, νά ἀ­γο­ρά­σης ὅ­μως πε­ρισ­σό­τε­ρα, ἐ­πει­δή χθές τό βρά­δυ ἀ­γό­ρα­σες λί­γα ψω­μιά καί γι’ αὐ­τό κοι­μη­θή­κα­με πει­να­σμέ­νοι. Μά­θε ἀ­κό­μη καί τί σκέ­πτε­ται ὁ Δέ­κιος γιά μᾶς».

Πη­γαί­νον­τας λοι­πόν ὁ Ἰ­άμ­βλι­χος στήν πό­λι τῆς Ἐ­φέ­σου, εἶ­δε τό ση­μεῖ­ο τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ στήν πόρ­τα καί θαύ­μα­σε. Βλέ­πον­τας ἀ­κό­μη αὐ­τό καί σέ ἄλ­λα ση­μεῖ­α καί πα­ρα­τη­ρῶν­τας τά κτί­ρια τῶν οἰ­κι­ῶν ἀλ­λαγ­μέ­να, καί τούς ἀν­θρώ­πους δι­α­φο­ρε­τι­κούς, νό­μι­ζε, ὅ­τι βλέ­πει ὅ­ρα­μα ἤ πώς ἦλ­θε σέ ἔκ­στα­σι. Πη­γαί­νον­τας ὅ­μως στούς ἀρ­το­ποι­ούς, πῆ­ρε ψω­μιά καί, ἀ­φοῦ τούς ἔ­δω­σε τά χρή­μα­τα, φρόν­τι­ζε νά ἐ­πι­στρέ­ψη στό σπή­λαι­ο. Ἔ­βλε­πε ὅ­μως τούς ἀρ­το­ποι­ούς, ­πού ἔ­δει­χναν τά χρή­μα­τα ἕ­νας στόν ἄλ­λο καί ἔ­βλε­παν σ’ αὐ­τόν, λέ­γον­τάς του, ὅ­τι βρῆ­κε θη­σαυ­ρό, δι­ό­τι τό νό­μι­σμα ­πού ἔ­δω­σε, μαρ­τυ­ροῦ­σε φα­νε­ρά, ὅ­τι βρῆ­κε θη­σαυ­ρό, ἐ­πει­δή εἶ­χε ἐ­πά­νω τυ­πω­μέ­νη τήν εἰ­κό­να τοῦ Δε­κί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος βα­σί­λευ­σε πρίν ἀ­πό πολ­λά χρό­νια. Ὁ Ἰ­άμ­βλι­χος, ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τό, τρό­μα­ξε καί ἀ­πό τόν φό­βο δέν μπο­ροῦ­σε νά μι­λή­ση, νο­μί­ζον­τας, ὅ­τι ἀ­να­γνω­ρί­σθη­κε ἀ­πό αὐ­τούς καί πα­ρα­δό­θη­κε δι­ά μέ­σου αὐ­τῶν στόν βα­σι­λιά Δέ­κιο. Ὁ­πό­τε ­τούς πα­ρα­κα­λοῦ­σε λέ­γον­τας· «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, κύ­ριοί μου, ἔ­χε­τε καί τά χρή­μα­τά μου, πάρ­τε καί τά ψω­μιά σας, καί ἀ­φῆ­στε με νά ἀ­να­χω­ρή­σω». Οἱ ἀρ­το­ποι­οί ὅ­μως τοῦ ἔ­λε­γαν· «Δεῖ­ξε μας τόν θη­σαυ­ρό, ­πού βρῆ­κες, καί κά­νε καί ἐ­μᾶς κοι­νω­νούς τοῦ εὑ­ρή­μα­τος, δι­α­φο­ρε­τι­κά θά σέ θα­να­τώ­σου­με». Καί βλέ­πον­τας τόν Ἅ­γιο νά στέ­κε­ται συλ­λο­γι­σμέ­νος, ἔ­βα­λαν ἁ­λυ­σί­δα στόν λαι­μό του καί τόν ἔ­συ­ραν στήν ἀ­γο­ρά. Πη­γαί­νον­τάς τον λοι­πόν στόν ἀν­θύ­πα­το τῆς Ἐ­φέ­σου, τόν πα­ρου­σί­α­σαν στό δι­κα­στή­ριο γιά ἐ­ξέ­τα­σι. Βλέ­πον­τάς τον λοι­πόν ὁ ἀν­θύ­πα­τος, εἶ­πε· «Δι­η­γή­σου, νε­α­ρέ μου, πῶς βρῆ­κες τόν θη­σαυ­ρό καί πό­σος εἶ­ναι καί ποῦ». Ὁ Ἰ­άμ­βλι­χος ἀ­πο­κρί­θη­κε ὅ­τι, «πο­τέ δέν βρῆ­κε εὕ­ρη­μα, ἀλ­λά τό νό­μι­σμα πού ἔ­δω­σε, τό ἔ­χει ἀ­πό τούς γο­νεῖς του. Ὅ­μως τί εἶ­ναι, ἔ­λε­γε, αὐ­τό πού μοῦ συμ­βαί­νει, δέν γνωρ­ί­ζω».

 Ὁ ἀν­θύ­πα­τος πά­λι τόν ρώ­τη­σε· «Ἀ­πό ποι­ά πό­λι εἶ­σαι;­». Ὁ Ἅ­γιος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἀ­πό αὐ­τήν εἶ­μαι, ἐ­άν αὐ­τή εἶ­ναι ἡ Ἔ­φε­σος». Καί ὁ ἀν­θύ­πα­τος· «Ποι­οί εἶ­ναι οἱ γο­νεῖς σου; ἄς ἔλ­θουν σ’ ἐ­μᾶς, καί ὅ­ταν φα­νε­ρω­θῆ ἡ ἀ­λή­θεια, τό­τε θά σέ πι­στέ­ψου­με». Ὁ Ἰ­άμ­βλι­χος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ὁ τά­δε εἶ­ναι πα­τέ­ρας μου, ὁ τά­δε εἶ­ναι πάπ­πος μου καί ὁ τά­δε συγ­γε­νής μου». Καί ὁ ἀν­θύ­πα­τος πρός αὐ­τόν· «Ξέ­να καί ἀ­νύ­παρ­κτα εἶ­ναι τά ὀ­νό­μα­τα, ­πού εἶ­πες καί ἐ­κτός τῶν λε­γο­μέ­νων μέ τήν ση­με­ρι­νή συ­νή­θεια. Ὁ­πό­τε μέ αὐ­τά δέν μπο­ρεῖς νά πι­στευ­θῆς». Ὁ Ἰ­άμ­βλι­χος εἶ­πε· «Ἐ­άν ἐ­σύ δέν πι­στεύ­ης ἐ­μέ­να, πού λέ­ω τήν ἀ­λή­θεια, ἐ­γώ πλέ­ον δέν ξέ­ρω τί ἄλ­λο νά πῶ». Ὁ ἀν­θύ­πα­τος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἀ­σε­βέ­στα­τε, τό νό­μι­σμά σου μαρ­τυ­ρεῖ ἀ­πό τήν ἐ­πι­γρα­φή του, ὅ­τι τυ­πώ­θη­κε πρίν ἀ­πό τρι­α­κό­σια χρό­νια καί πε­ρισ­σό­τε­ρα, στά χρό­νια τοῦ βα­σι­λιᾶ Δε­κί­ου, καί ἐ­σύ νε­ώ­τε­ρος ὄν­τας φρον­τί­ζεις νά μᾶς γε­λά­σης;­». Τό­τε ὁ Ἰ­άμ­βλι­χος πέ­φτον­τας στά πό­δια τῶν πα­ρευ­ρε­θέν­των, τούς πα­ρα­κα­λοῦ­σε λέ­γον­τας· «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, κύ­ριοί μου, νά μοῦ πῆ­τε, ποῦ εἶ­ναι ὁ βα­σι­λιάς Δέ­κιος, ­πού ἦ­ταν στήν πό­λι αὐ­τή;­». Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ εἶ­παν· «Αὐ­τά τά χρό­νια δέν εἶ­ναι ὁ Δέ­κιος, ἐ­πει­δή αὐ­τός ἔ­ζη­σε πρίν ἀ­πό πολ­λά χρό­νια». Καί ὁ Ἰ­άμ­βλι­χος· «Γι’ αὐ­τό, κύ­ριοί μου,  ἐκ­πλα­γή­κα­τε; ἀλ­λ’ ὅ­μως, ἀ­κο­λου­θῆ­στε με νά πᾶ­με στό σπή­λαι­ο καί ἀ­πό αὐ­τά τά ση­μεῖ­α θά πι­στευ­θοῦν οἱ λό­γοι μου. Δι­ό­τι ἐ­γώ ξέ­ρω, ὅ­τι φύ­γα­με ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ Δε­κί­ου καί ὅ­τι ἐ­χθές ἐρ­χό­με­νος νά ἀ­γο­ρά­σω ψω­μιά, εἶ­δα, ὅ­τι ὁ Δέ­κιος μ­πῆ­κε στήν πό­λι αὐτή».

Αὐ­τά λοι­πόν εἶ­πε ὁ Ἅ­γιος. Ὁ δέ Ἐ­πί­σκο­πος τῆς Ἐ­φέ­σου, Μα­ρῖ­νος λε­γό­με­νος, ὄ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τά, λέ­ει στόν ἀν­θύ­πα­το· «Ἐ­γώ νο­μί­ζω, ὅ­τι θαῦ­μα ὑ­πάρ­χει στήν ὑ­πό­θε­σι αὐ­τή, ἑ­πο­μέ­νως ἄς τόν ἀ­κο­λου­θή­σου­με». Ἀ­κο­λού­θη­σαν λοι­πόν ὁ ἀν­θύ­πα­τος καί ὁ Ἐ­πί­σκο­πος καί πολ­λοί λα­ϊ­κοί καί, ὅ­ταν ἔ­φθα­σαν στό σπή­λαι­ο, πρῶ­τος ὁ Ἰ­άμ­βλι­χος μπῆ­κε σ’ αὐ­τό, ἔ­πει­τα ὁ Ἐ­πί­σκο­πος. Αὐ­τός, ἀ­φοῦ γύ­ρι­σε στά δε­ξιά μέ­ρη τῆς πόρ­τας τοῦ σπη­λαί­ου, εἶ­δε ἕ­να κι­βώ­τιο σφρα­γι­σμέ­νο μέ δύ­ο σφρα­γί­δες, τό ὁ­ποῖ­ο κι­βώ­τιο ἔ­βα­λαν ἐ­κεῖ ὁ Ρου­φῖ­νος καί ὁ Θε­ό­δω­ρος οἱ Χρι­στια­νοί, οἱ ὁ­ποῖ­οι στάλ­θη­καν ἀ­πό τόν Δέ­κιο, μα­ζί μέ ἄλ­λους, γι­ά νά κ­λεί­σουν τήν πόρ­τα τοῦ σπη­λαί­ου. Ἔ­τσι οἱ ἴ­διοι ἔ­γρα­ψαν καί τά Συ­να­ξά­ρια τῶν Ἁ­γί­ων καί ση­μεί­ω­σαν τά ὀ­νό­μα­τά τους σέ πλά­κες μο­λυ­βέ­νι­ες.

 Ὅ­ταν λοι­πόν συ­γεν­τρώ­θη­καν ὅ­λοι οἱ ἔγ­κρι­τοι ἄρ­χον­τες μα­ζί μέ τόν ἀν­θύ­πα­το, ἄ­νοι­ξαν τό κι­βώ­τιο καί βρῆ­καν μέ­σα σ’ αὐ­τό τίς μο­λυ­βέ­νι­ες πλά­κες. Καί ἀ­φοῦ δι­ά­βα­σαν τά γράμ­μα­τά τους, ὅ­λοι ἀ­πό­ρη­σαν πο­λύ. Καί μπαί­νον­τας στό ἐ­σώ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ σπη­λαί­ου, βρῆ­καν τούς Ἁ­γί­ους καί ἔ­πε­σαν στά πό­δια τους. Στήν συ­νέ­χεια, ἀ­φοῦ κά­θι­σαν, τούς ρω­τοῦ­σαν. Καί οἱ Ἅ­γιοι δι­η­γή­θη­καν, πρῶ­τα βέ­βαι­α τήν δι­κή τους ὑ­πό­θε­σι. Ἔ­πει­τα καί τά ἀν­δρα­γα­θή­μα­τα τοῦ βα­σι­λιᾶ Δε­κί­ου. Ὁ­πό­τε θαύ­μα­ζαν ὅ­λοι καί δό­ξα­ζαν τόν τῶν θαυ­μα­σί­ων Θε­ό. Τό­τε ὁ ἀν­θύ­πα­τος μα­ζί μέ τόν Ἐ­πί­σκο­πο, ἔ­γρα­ψαν ἀ­να­φο­ρά στόν βα­σι­λιά Θε­ο­δό­σιο καί τοῦ ἀ­νάγ­γει­λαν ὅ­λα τά ἀ­νω­τέ­ρω. Ὁ βα­σι­λιάς, ὅ­ταν ἔ­λα­βε τά γράμ­μα­τα, χά­ρη­κε πο­λύ γιά τό γε­γο­νός αὐ­τό καί γρή­γο­ρα πῆ­γε στήν Ἔ­φε­σο. Μπαί­νον­τας κα­τό­πιν μέ­σα στό σπή­λαι­ο, ἔ­πε­σε στήν γῆ καί ἔ­πλυ­νε τά πό­δια τῶν Ἁ­γί­ων μέ τά δά­κρυ­ά του. Καί χαι­ρό­ταν καί ἀ­γαλ­λιᾶ­το ἡ ψυ­χή του, πού δέν πα­ρέ­βλε­ψε ὁ Κύ­ριος τήν δέ­η­σί του, ἀλ­λά τοῦ ἔ­δει­ξε ὀ­φθαλ­μο­φα­νῶς τήν τῶν νε­κρῶν ἀ­νά­στα­σι. Τήν ὥ­ρα δέ ­πού συ­νω­μι­λοῦ­σε ὁ βα­σι­λιάς μέ τούς Ἁ­γί­ους, καί οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι καί ἄλ­λοι πολ­λοί ἄρ­χον­τες, νύ­στα­ξαν λί­γο οἱ Ἅ­γιοι καί ἔ­τσι μπρο­στά σέ ὅ­λους, πα­ρέ­δω­σαν τίς ψυ­χές τους στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ.

 Τό­τε ὁ βα­σι­λιάς ἔ­δω­σε φο­ρέ­μα­τα πο­λύ­τι­μα καί χρυ­σό καί ἀρ­κε­τό ἀ­σή­μι καί πρό­στα­ξε νά γί­νουν ἑ­πτά κι­βώ­τια ξύ­λι­να, γι­ά νά το­πο­θε­τη­θοῦν μέ­σα σ’ αὐ­τά τά λεί­ψα­να τῶν Ἁ­γί­ων. ’­Ε­κεί­νη ὅ­μως τήν νύ­κτα, φά­νη­καν οἱ Ἅ­γιοι στόν βα­σι­λιά καί εἶ­παν· «Ἄ­φη­σέ μας, βα­σι­λιά, στό σπή­λαι­ο αὐ­τό, μέ­σα στό ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­στη­θή­κα­με». Καί ἀ­φοῦ ἔ­γι­νε με­γά­λη σύ­να­ξι Ἐ­πι­σκό­πων καί ἀρ­χόν­των, ἔ­βα­λε ὁ βα­σι­λιάς τά λεί­ψα­να τῶν Ἁ­γί­ων μέ­σα στήν γῆ τοῦ σπη­λαί­ου, ὅ­πως τοῦ ἀ­πο­κά­λυ­ψαν ἐ­κεῖ­νοι μέ ὀ­πτα­σί­α· καί κά­νον­τας χαρ­μό­συ­νη ἑ­ορ­τή, φι­λο­ξέ­νη­σε μέ φι­λο­ξε­νί­α με­γά­λη τούς πτω­χούς τῆς Ἐ­φέ­σου καί χα­ρο­ποί­η­σε ὅ­λο τόν λα­ό, ἀ­φοῦ τόν δω­ρο­δό­κη­σε μέ βα­σι­λι­κά καί πο­λύ­τι­μα δῶ­ρα. Ἀ­πο­φυ­λά­κι­σε ἀ­κό­μη τούς φυ­λα­κι­σμέ­νους Ἐ­πι­σκό­πους, ἐ­πει­δή κή­ρυτ­ταν τήν ἀ­νά­στα­σι τῶν νε­κρῶν. Καί στήν συ­νέ­χεια ἔ­γι­νε γιά ὅ­λους κοι­νή ἑ­ορ­τή, δο­ξά­ζον­τας καί εὐ­λο­γῶν­τας τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στ



[1]   Ση­μειώνουμε ἐ­δῶ, ὅ­τι κα­τά τήν χρο­νο­λο­γί­α τοῦ Με­λε­τί­ου Ἀ­θη­νῶν δέν β­γαί­νουν τρι­α­κό­σι­οι ἑ­βδο­μην­τα­δύ­ο χρό­νια, κα­τά τούς ὁ­ποί­ους ­κοι­μή­θη­καν οἱ Ἅ­γι­οι ἑ­πτά Παῖ­δες, ἀλ­λά μό­νο ἑ­κα­τό ἐν­νε­νῆν­τα ὀ­κτώ. Διότι β­γάζον­τας τούς δι­α­κό­σι­ους πε­νην­τα­δύ­ο, κατά τούς ὁποίους ­κοι­μή­θη­καν, ἀ­πό τούς τε­τρα­κό­σια σα­ραν­τα­έ­ξι, κατά τούς ὁποίους ἀ­ναστήθηκαν, μέ­νουν ἑ­κα­τόν ἐν­νε­νήν­τα ὀ­κτώ.

(Σ. σ. Λάθος ἔγινε στήν ἀφαίρεσι, διότι τό ἀποτέλεσμα εἶναι 194 καί ὄχι 198).

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης