Τῷ αὐτῷ μηνί ΣΤ΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Παύλου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Ὁμολογητοῦ καί Ἱερομάρτυρος[1].
Ὁ Παῦλος ὁ μέγας Ὁμολογητής καί Μάρτυρας καταγόταν ἀπό τήν Θεσσαλονίκη, χρημάτισε δέ νοτάριος, δηλαδή γραμματικός τοῦ Ἀλεξάνδρου τοῦ ἁγιωτάτου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, καί Διάκονος τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας, πού ἦταν σ’ αὐτήν, κατά τό ἔτος 351. Αὐτόν χειροτόνησαν οἱ Ὀρθόδοξοι ὡς Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μετά τόν θάνατο τοῦ Ἀλεξάνδρου. Ὁ Κωνστάντιος ὅμως ὁ αὐτοκράτορας, ἐπειδή ἦταν Ἀρειανός, ὅταν ἐπέστρεψε ἀπό τήν Ἀντιόχεια, τόν ἔβγαλε ἀπό τόν πατριαρχικό θρόνο καί ἀντί γι’ αὐτόν ἔκανε Πατριάρχη τόν Νικομηδείας Εὐσέβιο, πού ἦταν Ἀρειανός. Τότε ὁ Ἅγιος Παῦλος πῆγε στήν Ρώμη καί ἐκεῖ συνάντησε τόν Μέγα Ἀθανάσιο, πού καί αὐτός ἦταν διωγμένος ἀπό τόν θρόνο του.
Μέ γράμματα λοιπόν τοῦ αὐτοκράτορα Κώνσταντος ἀπολαμβάνουν καί οἱ δύο τούς θρόνους τους, ἀλλά πάλι ἐκθρονίζονται ἀπό τόν ἴδιο Κωνστάντιο μέ τήν συμβουλή τῶν Ἀρειανῶν. Τότε γράφει ὁ Κώνστας πρός τόν ἀδελφό του Κωνστάντιο, ὅτι «ἄν ὁ Ἀθανάσιος καί ὁ Παῦλος αὐτός δέν ἀποκατασταθοῦν στούς θρόνους τους, θά ἔλθω ἐναντίον σου μέ δύναμι στρατιωτική». Ἔτσι πάλι ἀπέλαβε τόν θρόνο του ὁ μακάριος Παῦλος. Μετά ὅμως ἀπό τόν θάνατο τοῦ Κώνσταντος, ἐξορίζεται στήν Κουκουσό τῆς Ἀρμενίας καί ἀποκλείσθηκε μέσα σέ μία οἰκία. Προσφέροντας δέ στόν Θεό τήν ἀναίμακτη λειτουργία, στραγγαλίσθηκε ἀπό τούς Ἀρειανούς μέ τό ἴδιο τό ὠμοφόριό του καί ἔτσι παρέδωσε τήν ψυχή του ὁ τρισμακάριος στά χέρια τοῦ Θεοῦ].
Τῇ 6ῃ Νοεμβρίου μνήμη τοῦ Ὁσίου Ἀγαπίου τοῦ πρεσβυτέρου (†1812).
Κατά κόσμον Ἀσημάκης Λεονάρδος, γνωστός ὡς Ἀγάπιος ὁ πρεσβύτερος. Διαπρεπής λόγιος καί ἐκκλησιαστικός συγγραφέας (Δημητσάνα, 1740 - Ἄργος, 1812). Ὁ νεαρός Ἀσημάκης ἔμαθε τά πρῶτα του γράμματα στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του - πιθανῶς στήν σχολή Φιλοσόφου, πού βρισκόταν κοντά στήν Δημητσάνα - καί ἀργότερα στήν Τρίπολι, ὅπου ἄκουσε τά μαθήματα τοῦ ἱεροδιδάσκαλου Παρθενίου.
Τό 1759, σέ ἡλικία 19 ἐτῶν, ἀναχώρησε γιά τήν Κωνσταντινού-πολι, μέ ἀντικειμενικό σκοπό τοῦ ταξιδιοῦ του τό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου δίδασκε τότε ὁ Εὐγένιος Βούλγαρης. Τελικά ὅμως κατέληξε στήν Σμύρνη, ὅπου σπούδασε στήν τότε Εὐαγγελική Σχολή τῆς ἰωνικῆς μεγαλουπόλεως. Ἐκάρη μοναχός καί πῆρε τό Ἱερατικό ὄνομα Ἀγάπιος.
Ἵδρυσε τό 1764 μαζί μέ τόν συμπατριώτη του λόγιο Ἱερομόναχο Γεράσιμο Γοῦνα, τήν σχολή τῆς Δημητσάνας, πού κατά τήν πρώτη περίοδό της λειτούργησε ὡς τό 1770. Τό ἔτος αὐτό ξέσπασαν στήν Πελοπόννησο μεγάλοι διωγμοί καί ἄγρια τρομοκρατία ὡς ἀντίποινα γιά τήν συμμετοχή τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν στό κίνημα τοῦ Ὀρλώφ. Στίφη Ἀλβανῶν διέτρεχαν τόν Μοριά, λεηλατῶντας καί ἐρημώνοντας τήν χώρα. Ἀνάμεσα στίς πόλεις, πού καταστράφηκαν τότε ἦταν καί ἡ Δημητσάνα. Ἡ σχολή της ἔκλεισε καί ὁ Ἀγάπιος κατέφυγε στήν Ζάκυνθο, ἐνῷ ὁ Γεράσιμος στήν Σμύρνη. Ἀπό τή Ζάκυνθο ὁ Ἀγάπιος πέρασε στήν Πάργα, ὅπου καί δίδαξε.
Τό 1780, ὅταν στήν Πελοπόννησο ἀποκαταστάθηκε σχετική ἠρεμία, ἐπέστρεψε στήν Δημητσάνα καί ἀνέλαβε πάλι τά διδακτικά του καθήκοντα στήν ἀνασυσταθεῖσα σχολή της. Τόν ἑπόμενο χρόνο τόν κάλεσαν νά ἀναλάβη τήν διεύθυνσι τῆς Εὐαγγελικῆς Σχολῆς. Ἀλλά καί στήν θέσι αὐτή δέν παρέμεινε γιά μεγάλο χρονικό διάστημα.
Μεταξύ 1783-1786 ἐπισκέφθηκε τούς Ἁγίους Τόπους καί ἀπό τότε πῆρε καί τήν προσωνυμία Χατζή - Ἀγάπιος. Ἔκτοτε τό Ἱεραποστολικό ἔργο ἔγινε ὁ κύριος σκοπός τῆς ζωῆς του.
Ἐπισκέφθηκε κατά καιρούς τήν Θεσσαλία, τήν Μακεδονία, τήν Θράκη, τό Ἅγιο Ὄρος, τήν Μ. Ἀσία, τήν Παλαιστίνη, τήν Ἀραβία, τήν Αἴγυπτο, τήν Ἤπειρο, τήν Πελοπόννησο καί τά νησιά.
Τό 1812 ἐπέστρεψε στήν σχολή τῆς γενέτειράς του, ἔπειτα ἀποσύρθηκε στό Ἄργος, ὅπου καί πέθανε.


Login