Μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡμῶν καί Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ Εὐ­σχή­μου Ἐ­πι­σκό­που Λαμ­ψά­κων.

 Πρό τοῦ θα­νεῖν Εὔ­σχη­μος, εἶ­πεν ἄν Παῦ­λος,

Εὐ­σχη­μό­νως ὥ­δευ­εν ὡς ἐν ἡ­μέ­ρᾳ.

 

* Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος ἦ­ταν σ­τά χρό­νια τῶν εἰ­κο­νο­μά­χων. Ἀ­πό τήν βρε­φι­κή ἡ­λι­κί­α, ἀ­κό­μη, ἀ­φοῦ ἀνατράφηκε σωστά, ὅταν ἐ­νη­λι­κι­ώ­θη­κε, ἔ­γι­νε να­ός τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Γε­νό­με­νος δέ Μο­να­χός, ἀ­νέ­βη­κε καί στό ὑ­ψη­λό τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης ἀ­ξί­ω­μα, ὁ­πό­τε καί ἔ­γι­νε «πλή­ρης χά­ρι­τος Θε­οῦ». Ἐ­πει­δή κτυπήθηκε ἀ­πό ζῆ­λο θε­ϊ­κό, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν κα­ταν­τρό­πια­σε τούς ἱ­ε­ρεῖς τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν εἰ­κο­νο­μά­χων, θαυ­μά­σια πα­ρά­δο­ξα ἐ­νερ­γῶν­τας. Δι­ό­τι κά­ποι­ο νε­κρό­ βρέφος, πού τό ­κρα­τοῦ­σε ἡ μη­τέ­ρα του, μέ τήν προ­σευ­χή του τό ἀ­νέ­στη­σε καί στήν ζω­ή τό ἐ­πα­νέ­φε­ρε.

Ἀλ­λά καί στά θη­ρί­α, τά ὁ­ποῖ­α κα­τέ­τρω­γαν τά χλο­η­φό­ρα λά­χα­να[1], ἔ­γι­νε αὐ­τός φο­βε­ρός, δι­ό­τι μέ μό­νη τήν προ­στα­γή του τά ἔ­δι­ω­χνε. Ἀ­φοῦ κλεί­σθη­κε μέ­σα σέ φυ­λα­κή ἀ­πό τούς εἰ­κο­νο­μά­χους, ὡς προ­σκυ­νη­τής τῶν σε­πτῶν καί ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων, μέ τήν δι­δα­σκα­λί­α του κα­τά­πει­σε ἐ­κεί­νους, πού τόν φύ­λα­γαν, νά προ­σκυ­νοῦν τίς ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες.

Τό δέ ἄ­ξιο θαυ­μα­σμοῦ ἦ­ταν τό ἑ­ξῆς× ὅ­τι μο­λο­νό­τι ὁ Ἅ­γιος ἦ­ταν φυ­λα­κι­σμέ­νος καί ἐ­ξό­ρι­στος, φρόν­τι­ζε ὅ­μως γι­ά τούς φτω­χούς, καί ὅ­σο μπο­ροῦ­σε, τούς ἐ­λε­οῦ­σε. Ἔ­τσι, ἀ­φοῦ εἰ­ρη­νι­κά τε­λεί­ω­σε τήν ζω­ή του, δέν στα­μά­τη­σε καί με­τά τόν θά­να­το νά εὐ­ερ­γε­τῆ μέ τά ἀ­μέ­τρη­τα θαύ­μα­τα, ὅ­σους τόν πλη­σιά­ζουν μέ πί­στι, χα­ρί­ζον­τάς τους τήν ἀ­παλ­λα­γή κά­θε νό­σου.



[1] Ἔτσι τό ὄ­νο­μα τοῦ Ἁ­γί­ου αὐτοῦ Εὐ­σχή­μου, πρέ­πει νά ἀ­να­φέ­ρε­ται ἀ­πό τόν Ἱ­ε­ρέα, ὅ­ταν αὐ­τός ἀ­να­γι­νώ­σκη στούς κή­πους τίς εὐ­χές τοῦ Ἁ­γί­ου Τρύ­φω­νος.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης