Τῷ αὐτῷ μηνί KΓ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καί πρώτου Ἐπισκόπου των Ἱεροσολύμων Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου.
Βληθείς ἀδελφός τοῦ κατακρίτου ξύλῳ,
Θνήσκεις δι’ αὐτόν παμμάκαρ κρουσθείς ξύλῳ.
Ἐσθλόν ἀδελφόθεον τριτάτῃ ξύλῳ εἰκάδι πλῆξαν.
Αὐτός ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος, ἔγινε πρῶτος Ἐπίσκοπος τῶν Ἱεροσολύμων, χειροτονηθείς ἀπό αὐτόν τόν ἴδιο τόν Κύριο. Καί
πρῶτος αὐτός συνέγραψε τήν θεία Λειτουργία, ἀφοῦ διδάχθηκε τά ὅσα ἀφοροῦν σέ αὐτήν ἀπό τόν ἴδιο Δεσπότη Χριστό, τήν ὁποία ὕστερα ἔκανε συντομώτερη ὁ Μέγας Βασίλειος. Καί τήν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου πάλι, τήν ἔκανε συντομώτερη ὁ θεῖος Χρυσόστομος γιά τήν ἀδυναμία ἐκείνων πού ἀκοῦνε. Αὐτός λοιπόν ποιμαίνοντας τήν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων καί πολλούς Ἰουδαίους καί εἰδωλολάτρες ἐπιστρέφοντας στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, κίνησε σέ θυμό τούς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ τόν συνέλαβαν, τόν ἔρριξαν ἐπάνω ἀπό τό πτερύγιο, δηλαδή ἀπό τό ἄκρο καί δοξᾶτο τοῦ ἱεροῦ. Καί ἐνῷ ἀκόμη ἦταν ζωντανός, τόν θανάτωσαν. Τό γιατί ὅμως λέγεται ἀδελφόθεος, ὑπάρχει σ’ ἐμᾶς ἕνας λόγος ἀπό τήν παράδοσι, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει, ὅτι, ὅταν ὁ μνήστωρ τῆς Θεοτόκου Ἰωσήφ, μοίραζε τήν περιουσία του στούς υἱούς του, τούς ὁποίους εἶχε γεννήσει μέ ἄλλη γυναίκα[1], δηλαδή σ’ αὐτόν τόν Ἰάκωβο, στόν Ἰωσῆ, στόν Ἰούδα καί στόν Σίμωνα, θέλησε νά δώση μερίδιο καί στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τόν ἀπό τήν Παρθένο γεννηθέντα. Τότε οἱ ἄλλοι τρεῖς υἱοί του, δέν τό δέχθηκαν αὐτό. Ὁ Ἰάκωβος ὅμως αὐτός, ἔκανε συγκληρονόμο τόν Κύριο στό δικό του μερίδιο. Ὄχι μόνο ἀδελφόθεος ὠνομάσθηκε, ἀλλά καί ὀβλίας, δηλαδή δίκαιος. (Τόν Βίο του τόν ἐκτενῆ συνέγραψε ἑλληνικά ὁ Μεταφραστής Συμεών, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι: «Οὐχ οὕτως ἡδύ τι». Σῴζεται στήν τῶν Ἰβήρων. Βρίσκεται ἀκόμη ἁπλός στόν Nέο Παράδεισο[2].)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρα μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰγνατίου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως.
Εὗρες μεταστάς τήν παλαιάν ἀξίαν,
Ἰγνάτιε πρόεδρε Ρώμης τῆς νέας.
Αὐτός ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Ἰγνάτιος ἦταν υἱός Μιχαήλ τοῦ Ραγκαβέ καί Κουροπαλάτου καλουμένου, ὁ ὁποῖος βασίλευσε μέ εὐσέβεια πρίν ἀπό τόν Λέοντα τόν Ἀρμένιο καί Προκοπίας τῆς βασίλισσας, κατά τό ἔτος 811, ἀδελφός τοῦ Θεοφίλου καί ἔγγονος τοῦ Νικηφόρου βασιλέως Πατρικίου τοῦ ἀπό Γενικοῦ, ὁ ὁποῖος βασίλευσε κατά τό ἔτος 802. Αὐτός, ἀφοῦ εὐνουχίσθηκε ἀπό τόν θεομισῆ Λέοντα τόν Ἀρμένιο, ἔγινε κατόπιν Μοναχός καί Ἡγούμενος τοῦ Μοναστηρίου τοῦ Ἀρχαγγέλου, τό ὁποῖο Μοναστήρι προηγουμένως ὠνομαζόταν τοῦ Ἀνατέλλοντος, ἐνῷ τώρα λέγεται τοῦ Σατύρου. Μετά ἀπό αὐτά ἔγινε καί Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καί διοίκησε τήν Ἐκκλησία ἕνδεκα χρόνια καί πέντε μῆνες. Ὕστερα ὅμως ἐξωρίσθηκε ἀπό τόν θρόνο του ἀπό τόν Μιχαήλ υἱό τοῦ Θεόφιλου, ὁ ὁποῖος ἀντί γιά τόν θεῖο Ἰγνάτιο προώθησε ὡς Πατριάρχη τόν Φώτιο τόν πρωτοσπαθάριο καί πρωτασηκρήτι, ἀφοῦ πρῶτα ἔγινε Μοναχός. Ὅταν ὅμως ὁ Φώτιος καταβιβάσθηκε ἀπό τόν θρόνο ἀπό τόν αὐτοκράτορα Βασίλειο τόν Μακεδόνα, τότε ἀποκατεστάθηκε πάλι ὁ θεῖος αὐτός Ἰγνάτιος καί παρέμεινε στόν θρόνο ἄλλα ἕνδεκα ἔτη. Καί πάλι ἐκθρονίσθηκε καί ἀντί γι’ αὐτόν πατριάρχευσε ὁ ἐν Ἁγίοις Στέφανος, ὁ υἱός τοῦ Βασιλείου. Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος, ἀφοῦ ἐπέστρεψε στό πρηγούμενο Μοναστήρι τοῦ Σατύρου, ἐκεῖ ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ, ἀφοῦ ἔζησε συνολικά ἑβδομηνταεννέα ἔτη.
Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Μακάριος, ὁ Ρωμαῖος, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
* Ὄντως σύ Μακάριος οὐ κλῆσιν μόνον,
Χριστόν προκρίνας ἡδέων τῶν τοῦ βίου.
Τρεῖς Ὅσιοι καί Γέροντες ἁγιασμένοι, ὀνομαζόμενοι Σέργιος, Ὑγῖνος καί Θεόφιλος, ὄντας ἀπό τό Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀσκληπιοῦ, τό ὁποῖο βρισκόταν στήν Μεσοποταμία τῆς Συρίας, αὐτοί, λέω, συμφώνησαν μία φορά σέ ἕνα καλό λογισμό καί ἀποφάσισαν νά τριγυρίσουν τήν γῆ, μέχρι τήν ἄκρη της. Ἀρχίσαντες λοιπόν τόν δρόμο, εὕρισκαν πολλά καί συνεχόμενα ἐμπόδια τόσο ἀπό ἀνθρώπους, ὅσο καί ἀπό θηρία, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, μερικές φορές μάλιστα, στερούμενοι τήν τροφή καί αὐτήν ἀκόμη πού προέρχεται ἀπό τά ἄγρια βότανα. Στό τέλος, ἀφοῦ ἔκαναν δρόμο πολλῶν ἡμερῶν, ἔφθασαν σέ ἕνα μέρος, στό ὁποῖο φαίνονταν κάποια σημεῖα, ὅτι κατοικεῖ ἐκεῖ ἄνθρωπος. Ἀκολουθῶντας λοιπόν τά σημεῖα τοῦ δρόμου ἐκείνου, ἔφθασαν σέ ἕνα σπήλαιο, τό ὁποῖο, ὄντας εὐτρεπισμένο, ἔδειχνε ὅτι κάποιος κατοικεῖ ἐκεῖ. Μπῆκαν λοιπόν μέσα σ’ αὐτό καί περίμεναν νά ἰδοῦν τόν κάτοικό του. Ἀφοῦ πέρασε λίγη ὥρα, αἰσθάνθησαν εὐωδία καί μαζί μέ τήν εὐωδία βλέπουν ἀπό μακριά ἕναν ἄνθρωπο ντυμένο μέ τίς ἴδιες τίς τρίχες. Αὐτός λοιπόν ἦταν ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, Μακάριος ὁ Ρωμαῖος, ὁ ὁποῖος ἐρχόμενος στό σπήλαιο, αἰσθάνθηκε ἀπό μακριά τήν παρουσία τῶν Πατέρων ἐκείνων. Ρίχνοντας ὁ γέροντας τόν ἑαυτό του στήν γῆ, προσευχήθηκε. Ἔπειτα φώναξε μέ μεγάλη φωνή λέγοντας· ‘‘Ἄν εἶσθε ἀπό τόν Θεό, φανερωθῆτε σ’ ἐμένα. Ἄν ὅμως εἶσθε ἀπό τόν Διάβολο, φύγετε ἀπό ἐμένα τόν ταπεινό καί ἁμαρτωλό’’.
Ἐκεῖνοι, ὅταν ἄκουσαν αὐτά, ἀπάντησαν· «Εὐλόγησέ μας, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, διότι ἐμεῖς εἴμαστε Χριστιανοί καί ἀρνηθήκαμε τόν Διάβολο». Τότε ὁ γέροντας σηκώθηκε καί ἦλθε κοντά τους. Σηκώνοντας ἀπό τούς ὀφθαλμούς του τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς καί τῶν φρυδιῶν του, τούς εἶδε καί τούς εὐλόγησε. Ἦταν μάλιστα τά μαλλιά του ἄσπρα σάν τό χιόνι. Τό δέ σῶμα του ἦταν σκληρό σάν τό δέρμα τῆς χελώνας. Καί ἀπό τό πολύ γῆρας ἦταν κατεβασμένα τά φρύδιά του ἐπάνω στά μάτια του. Τά δέ νύχια τῶν χεριῶν καί τῶν ποδιῶν του ἦταν μακρύτερα ἀπό μία πιθαμή. Τά γένεια του ἔφθαναν ἕως στά πόδια του. Τότε λοιπόν ἄρχισε νά τούς ρωτᾶ λέγοντας· «Ἀπό ποῦ εἶσθε τέκνα μου; καί γιά ποιό σκοπό ἤλθατε ἐδῶ»; Ἐκεῖνοι τοῦ φανέρωσαν ὅλο τους τόν σκοπό. Εἶπε ὁ γέρων· «Δέν βρίσκεται, τέκνα μου, κανένας ἀνάμεσα στούς θνητούς ἀνθρώπους, ὁ ὁποῖος ποεῖ νά καταλάβη τήν δύναμι τοῦ Θεοῦ καί νά βρῆ τήν ἄκρη τοῦ κόσμου. Καί ἐγώ ὁ ἀνάξιος ἔβαλα τέτοια μέριμνα καί φροντίδα, γιά νά βρῶ αὐτήν τήν ἄκρη τοῦ κόσμου. Ἀλλά τήν νύκτα μοῦ ἐμφανίσθηκε κάποιος καί μοῦ λέει· ‘‘Μή θέλης νά πειράζης τόν πλάστη σου, διότι βαθύτερα ἀπό τόν τόπο αὐτό δέν μπορεῖς νά περάσης’’»[3].
Ὅταν ἄκουσαν αὐτά ἐκεῖνοι, φοβήθηκαν. Ἐπειδή ὅμως ἄρχιζε νά βραδυάζη, τούς εἶπε ὁ γέρων· «Τέκνα μου, ἀναχωρῆστε λίγο ἀπό ἐδῶ, διότι ἔχω δύο παιδιά, τά ὁποῖα μοῦ ἔρχονται κάθε βράδυ, μήπως βλέποντάς σας ξαφνικά ἀγριέψουν καί σᾶς πειράξουν». Ἐνῷ ἔλεγε αὐτά ὁ γέρων, νά, ἔρχονται ἀπό τήν ἔρημο τρέχοντας δύο λεοντάρια καί ἔπεσαν ὠρυόμενα στά πόδια τοῦ γέροντα. Ἐκεῖνοι ὅμως βλέποντας αὐτά, ἀπό τόν φόβο τους ἔπεσαν στήν γῆ. Τότε ὁ γέροντας ἔβαλε τά χέρια του ἐπάνω στά θηρία, καί τά εἶπε, σάν νά ἦταν λογικά· «Παιδιά μου, μέ ἐπισκέφθηκαν μερικοί ἄνθρωποι ἀπό τόν κατοικούμενο κόσμο. Προσέξτε νά μή τούς βλάψετε». Στράφηκε κατόπιν καί εἶπε στούς τρεῖς Μοναχούς· «Ἐλᾶτε, ἀδελφοί, νά ψάλλουμε τόν ἑσπερινό». Καί ἐκεῖνοι σηκώθηκαν, γιά νά τόν ψάλλουν. Τότε τά λεοντάρια πῆγαν κοντά καί ἔγλυφαν τά πόδια τους. Τήν ἐρχόμενη ἡμέρα εἶπαν στόν Ὅσιο· ‘‘Πές μας, τίμιε Πάτερ, πῶς ἦλθες σ’ αὐτήν τήν βαθειά ἔρημο’’; Καί ὁ γέροντας ἀπάντησε· ‘‘Ἐγώ ἤμουν υἱός ἑνός συγκλητικοῦ τῆς Ρώμης, ὁ ὁποῖος λεγόταν Ἰωάννης. Καί, ὅταν ἐνηλικιώθηκα, μέ ἀρραβώνιασαν οἱ γονεῖς μου μέ γυναῖκα, χωρίς ἐγώ νά θέλω. Ἀφοῦ λοιπόν τελείωσαν οἱ γάμοι καί ἐπρόκειτο νά μᾶς κλείσουν στόν νυφικό θάλαμο, τότε ἐγώ, τήν ὥρα πού ὁ λαός ἔπαιζε ἔξω καί θορυβοῦσε, κρυφά βγῆκα μόνος καί κρύφθηκα μέσα σέ ἕνα σπίτι μιᾶς χήρα γυναίκας γιά διάστημα πέντε ἡμερῶν. Θρηνοῦσαν πικρά οἱ γονεῖς μου καί μέ ἀναζητοῦσαν. Μετά ἀπό αὐτά βγῆκα ἀπό ἐκεῖ καί ἄρχισα νά βαδίζω. Βρίσκοντας λοιπόν στόν δρόμο ἕναν ἡλικιωμένο ἄνθρωπο τοῦ εἶπα· ‘‘Ποῦ πηγαίνεις, πάτερ’’; Καί ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε· ‘‘Ὅπου ἔχεις ἐσύ σκοπό νά πᾶς, ἐκεῖ πηγαίνω καί ἐγώ’’. Καί ἀμέσως τόν ἀκολούθησα καί σέ διάστημα τριῶν ἐτῶν ἦλθα σ’ αὐτόν τόν τόπο. Πρίν ἀπό λίγες μέρες ὅμως, προτοῦ νά ἔλθω ἐδῶ, μία φορά, ἐνῷ κοιμόμουν, ξύπνησα καί δέν εἶδα τόν συνοδίτη μου γέροντα. Τότε ἄρχισα νά κλαίω καί νά λυποῦμαι. Ἀμέσως ὅμως μοῦ ἐμφανίσθηκε καί μοῦ λέει· ‘‘Ἐγώ εἶμαι ὁ ἀρχάγγελος Ραφαήλ. Μή φοβηθῆς λοιπόν, ἀλλά δόξασε τόν Θεό, ἐπειδή τώρα πέρασες τούς σκοτεινούς τόπους καί ἔφθασες στούς φωτεινούς’’. Καί ἀφοῦ εἶπε αὐτά, ἑξαφανίσθηκε ἀπό μπροστά μου. Ἐγώ ἄρχισα νά περπατῶ. Καί ὕστερα ἀπό πέντε μέρες ἦλθα σ’ αὐτό τό σπήλαιο καί βρῆκα μία λέαινα νεκρή. Αὐτά τά δύο λεοντάρια ἔκλαιγαν ἐπάνω στήν μητέρα τους, διότι δέν εὕρισκαν νά θηλάσουν. Τότε τά πῆρα ἐγώ καί τά ἀνέθρεψα ὡς γνήσιά μου τέκνα, ἀφοῦ προηγουμένως ἔσκαψα καί ἔθαψα τήν μητέρα τους. Ὕστερα ὅμως, ἀφοῦ πέρασαν δύο χρόνια, βγῆκα μία φορά ἀπό τό σπήλαιο κατά τήν ἕβδομη ὥρα τῆς ἡμέρας καί καθόμουν μαζί μέ αὐτά τά δύο λεονταρόπουλα. Καί νά, βλέπω ἕνα μανδήλι ριγμένο στήν γῆ, λεπτότατο σάν τήν ἀράχνη καί ἀπόρησα καί εἶπα· ‘‘Ποῦ βρέθηκε τό μαντήλι αὐτό σ’ αὐτήν πανέρημο’’; Τήν ἑπόμενη ἡμέρα, βρίσκω πάλι παπούτσια μεταξωτά. Καί πάλι ἀπόρησα. Στήν συνέχεια, στρέφοντας γύρω τούς ὀφθαλμούς μου, εἶδα μία γυναίκα, πού καθόταν ἐπάνω σέ μία πέτρα, πολύ ὡραία στό πρόσωπο καί στολισμένη μέ χρυσάφια καί πολύτιμα ἐνδύματα. Καί τῆς λέω· «Ἀπό ποῦ ἦλθες ἐδῶ; καί τί διαβολικό σχῆμα εἶναι αὐτό πού φορεῖς»; Ἐκείνη ἡ φαινόμενη γυναίκα κλαίγοντας πικρά, ἔλεγε· ‘‘Ἐγώ ἡ ταλαίπωρη εἶμαι θυγατέρα ἑνός συγκλητικοῦ ἄρχοντα τῆς Ρώμης. Καί χωρίς νά θέλω, μέ πάντρεψαν οἱ γονεῖς μου. Γι’ αὐτό ἔφυγα ἀπό τόν δεσμό τοῦ γάμου χωρίς νά ξέρη κανένας. Καί τώρα πλανιέμαι μέσα στά βουνά καί στίς ἐρημίες. Καί βαδίζω ἐδῶ καί ἐκεῖ, χωρίς νά ξέρω ποῦ πηγαίνω. Μή μέ σιχαθῆς λοιπόν τήν δούλη σου, διότι καί ἐγώ πλάσμα εἶμαι Θεοῦ’’. Αὐτή ὅμως ἦταν δαίμονας, μέ τέχνη συνομιλῶντας μαζί μου καί ἐγώ δέν ἤξερα. Ἔτσι τῆς εἶπα· ‘‘Καί ποῦ θέλεις νά πᾶς; Ἐπειδή ἐγώ δέν σέ ἀφήνω νά μείνης μαζί μέ ἐμένα σ’ αὐτόν τόν τόπο’’. Ἐκείνη ἀποκρίθηκε· ‘‘Σ’ αὐτήν τήν ἔρημο ἦλθα νά κατοικήσω’’. Στήν συνέχεια τήν πῆρα καί τήν ἔφερα στό σπήλαιο καί τῆς ἔδωσα νά φάη ἀπό τά ἀκρόδρυα πού ἔτρωγα. Ἔτρεχαν δέ σάν βρύσι τά δάκρυα ἀπό τούς ὀφθαλμούς της, ὁπότε καί ἡ ψυχή μου τρόμαξε. Ὅταν ἦλθε ἡ ἑσπέρα καί ἐγώ ἔψαλλα τόν ἑσπερινό, ἔπεσα στήν γῆ, γιά νά ἡσυχάσω λίγο. Καί λοιπόν ἄρχισε νά μέ πειράζη ὁ Σατανᾶς. Καί ἐγώ πού δέν ἐπιθύμησα ποτέ ἁμαρτία σαρκική, ἦλθα σέ ἔρωτα τῆς γυναίκας καί θέλησα νά σμίξω μέ αὐτήν. Καί ἐκείνη ἀμέσως ἐξαφανίσθηκε. Τότε κατάλαβα, ὅτι ἁμάρτησα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί εἶπα· ‘‘Ἥμαρτον ἐνώπιόν σου Κύριε, ἐλέησόν με’’. Καί ἀφοῦ ἐντελῶς συνῆλθα, βρῆκα ὅτι ἡ ἁμαρτία μου ἦταν πολύ μεγάλη[4], διότι οὔτε αὐτά τά λεοντάρια γιά δέκα ἡμέρες δέν μέ πλησίαζαν, ὅπως ἔρχονταν προηγουμένως. Γι’ αὐτό σκέφθηκα νά πάω σέ ἄλλον τόπο, γιά νά μή πλανηθῶ πάλι καί ἀπορριφθῶ ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Καί λοιπόν βγῆκα ἀπό τό σπήλαιο αὐτό καί ἔκανα πορεία δύο ἡμερῶν. Τότε μοῦ ἐμφανίσθηκε Ἄγγελος Κυρίου λέγοντας· ‘‘Ποῦ φεύγεις Μακάριε’’; Ἐγώ τοῦ εἶπα· ‘‘Φεύγω ἀπό προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου’’. Ἐκεῖνος τότε μοῦ εἶπε· ‘‘Ἕναν πειρασμό δέν μπόρεσες νά ἀντέξης; Γύρισε πίσω στό κελλί σου’’. Ἐγώ δέ τοῦ εἶπα· ‘‘Ποιός εἶσαι ἐσύ, κύριέ μου’’; ‘‘Ἐγώ εἶμαι’’, ἀποκρίθηκε, ‘‘ὁ Ραφαήλ, πού σέ ὡδήγησα στόν δρόμο’’. Καί λέγοντας αὐτά, ἐξαφανίσθηκε ἀπό μπροστά μου.
Τότε ἐγώ, ἐπιστρέφοντας στό σπήλαιο, γονάτισα ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καί πέρασα νηστικός σαράντα ἡμέρες. Ὅταν σηκώθηκα ἀπό τήν γῆ, εἶδα ὅτι ἦταν καί τό σπήλαιο αὐτό γεμᾶτο ἀπό φῶς. Εἶδα ἀκόμη καί ἕναν ἄνθρωπο ντυμένο μέ πορφυρό, δηλαδή κόκκινο φόρεμα, πού εἶχε στήν κεφαλή του ἕνα στεφάνι, πού ἦταν κατεσκευασμένο ἀπό χρυσάφι καί πολύτιμους λίθους. Καί ἔψαλε μία ᾠδή παράξενη. Ἡ φωνή του ἦταν τόσο δυνατή, ὅση εἶναι καί ἡ φωνή ἑνός μεγάλου ὄχλου, ὅταν ψάλλη. Ὅταν τελείωσε τήν ᾠδή ἐκεῖνος πού ἐμφανίσθηκε, ἔγινε μία φοβερή καί ἄρρητη εὐωδία. Καί ἀμέσως ἀνέβηκε στούς οὐρανούς καί ἐξαφανίσθηκε. Ὅταν ὅμως ἀνέβαινε, ἔγιναν ἀστραπές καί βροντές καί σεισμοί. Ἐγώ, ἐκπλαγείς γιά ὅλα αὐτά, ἔμεινα ἄφωνος γιά ἑβδομῆντα ἡμέρες. Ἤμουν τότε σαράντα ὀκτώ ἐτῶν.
Νά, λοιπόν, ἀδελφοί, ἀκούσατε αὐτά, πού ἀφοροῦσαν ἐμένα. Καί ἐάν καί ἐσεῖς μπορῆτε νά μείνετε ἐδῶ, μείνετε. Ἄν ὅμως δέν μπορῆτε, ὁ Κύριος θά σᾶς ὁδηγήση στήν ὁδό πού ἤλθατε».Τότε τούς ἄφησε νά φύγουν, λέγοντας· ‘Σώζεσθε ἐν εἰρήνῃ, τέκνα μου, καί εὔχεσθε ὑπέρ ἐμοῦ». Τά δέ λεοντάρια τούς συνώδευσαν σέ διάστημα τριῶν ἡμερῶν δρόμο. Ἔπειτα καταφίλησαν τά ἀχνάρια τῶν ποδιῶν τους καί γύρισαν πάλι στόν γέροντα. Οἱ δέ Μοναχοί, ἀφοῦ βάδισαν μερικές ἡμέρες, ἔφθασαν σέ ἕναν ποταμό. Καί ἐκεῖ, ἀφοῦ ἀποκοιμήθηκαν γιά λίγο, ἁρπάχθηκαν ἀπό θείους Ἀγγέλους καί μεταφέρθηκαν στήν Ἱερουσαλήμ. Ὅταν ξύπνησαν καί ἀντελήφθηκαν πόσο μεγάλο διάστημα τόπου πέρασαν στό ὄνειρό τους, δόξασαν τόν Θεό. Καί, ἀφοῦ προσκύνησαν γιά λίγες ἡμέρες ὅλους τούς ἱερούς τόπους, ἐπέστρεψαν στό Μοναστήρι τους καί διηγοῦνταν σέ ὅλους τούς ἀδελφούς ὅλα, ὅσα συνάντησαν καί εἶδαν. Ἰδιαίτερα ὅμως ἐκεῖνα πού ἀφοροῦσαν τόν Ἅγιο Μακάριο.
[1] Ὁ θεῖος Ἱερώνυμος κατά Ἐλβιδίου, κεφ. θ΄, καί στόν Ματθαῖο, λέει ὅτι ὁ Ἰωσήφ πέρασε τήν ζωή του ὅλη παρθένος. Καί αὐτή ἡ γνώμη ἐπικρατεῖ σήμερα στούς Δυτικούς. (Βλέπε στήν νεοτύπωτη Ἑκατονταετηρίδα.)
[2] Γι’ αὐτόν τόν Ἅγιο Ἰάκωβο ἐκτενέστερα ἀναφερθήκαμε ἐμεῖς στά προλεγόμενα τῆς ἑρμηνείας τῆς καθολικῆς του Ἐπιστολῆς, ὅταν ἑρμηνεύσαμε τίς ἑπτά Καθολικές Ἐπιστολές. Καί γιατί ἀδελφόθεος καλεῖται. Προσθέσαμε ἀκόμη καί ὁλόκληρο ἀσματικό Κανόνα καί τά ἐλλείποντα τροπάρια στήν ἑορτή του, τά ὁποῖα ὅλα μαζί ἀπεστάλησαν ἀπό τόν ἅγιο Ἰωαννίνων, γιά νά τυπωθοῦν στήν Βενετία. Καί μάλιστα καί τυπώθηκαν μέ τήν χάρι τοῦ Χριστοῦ. Γιά τήν Λειτουργία του ἀναφέρει ὁ λβ΄ κανών τῆς Οἰκουμενικῆς στ΄ Συνόδου. Καί βλέπε στό δικό μας Κανονικό, βλέπε καί σελ. 1 τῆς Δωδεκαβίβλου τοῦ Δοσιθέου, ὁ ὁποῖος λέει, ὅτι εἰκοσιεννέα χρόνια ἀρχιεράτευσε, ἐνῷ ἡ Ἑκατονταετηρίδα λέει εἰκοσιέξι. Σημείωσε, ὅτι ὁ Ρώμης Κλήμης ὀνομάζει τόν ἀδελφόθεο αὐτόν Ἐπίσκοπο τῶν Ἐπισκόπων.
Συνέβη ὁ μαρτυρικός θάνατος αὐτοῦ τοῦ θείου Ἰακώβου κατά τό ἑξηκοστό πρῶτο ἔτος ἀπό Χριστοῦ, κατά τό ἕκτο ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Νέρωνα. Σημείωσε, ὅτι ὁ Ὠριγένης κατά Κέλσου, βιβλ. α΄, καί ὁ Εὐσέβιος, Ἐκκλησιαστ. Ἱστορ, βιβλ. β΄, κεφ. κγ΄, καί ὁ Ἱερώνυμος «Περί ἐπισήμων ἀνδρῶν», λένε, ὅτι τά κακά καί οἱ δυστυχίες, πού συνέβηκαν κατά τῆς Ἱερουσαλήμ, ὁ Ἰώσηπος ὁ ἀρχαιολόγος τά ἀποδίδει, ὅτι συνέβηκαν στούς Ἰουδαίους, ἐπειδή θανάτωσαν αὐτόν τόν θεάδελφο Ἰάκωβο. Ἡ φράσις ὅμως αὐτή δέν βρίσκεται τώρα στά συγγράμματα τοῦ Ἰωσήπου, καθώς ἀνα-φέρεται στόν Ὠριγένη καί στόν Εὐσέβιο. (Βλέπε στήν Ἑκατονταετηρίδα.)
Καί αὐτό ἀκόμη σημείωσε, ὅτι γλαφυρό ἐγκώμιο πλέκει σ’ αὐτόν τόν θεῖο Ἰάκω-βο ὁ Νικήτας Ρήτωρ ὁ Παφλαγών, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ὡς γλυκεῖα της πα-ρούσης ἡμέρας ἡ χάρις». (Σῴζεται στήν Λαύρα, στήν τοῦ Διονυσίου καί στήν τοῦ Βα-τοπαιδίου). Καί Ἀνδρέας ὁ Κρήτης, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ὀκνεῖν μέν ἔδει προ-βαίνειν». (Σῴζεται στήν τῶν Ἰβήρων.) Στήν Μεγίστη Λαύρα σῴζεται καί ὑπόμνημα στόν ἴδιο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Οὐχ οὕτως ἡδύ τι τῷ φιλαρέτῳ». Σημείωσε, ὅτι ὁ βασιλιάς Ἰουστῖνος ἀνήγειρε Ναό στήν Κωνσταντινούπολι στό ὄνομα αὐτοῦ τοῦ ἀδελφοθέου Ἰακώβου, στό ὁποῖο ἦταν καί τό λείψανό του, καί βλέπε σελ. 1152 τῆς Δωδεκαβίβλου.
[3] Σημειώνουμε ἐδῶ, ὅτι στόν ἀνωτέρω τόπο τοῦ διά μέσου βρίσκονται, τόσο στόν τυπωμένο, ὅσο καί στόν χειρόγραφο Συναξαριστή καί μερικά ἄλλα λόγια. Δηλαδή, ὅτι μακριά ἀπό εἴκοσι μίλια εἶναι τεῖχος σιδηρένιο. Καί βαθύτερα ἀπό ἐκεῖνο ὑπάρχει ἄλλο χάλκινο τεῖχος. Καί βαθύτερα ἀπό τά τείχη αὐτά ὑπάρχουν μερικοί ἄνθρωποι, πού εἶναι ἄνθρωποι ἀπό τόν ὀμφαλό ἕως τά πόδια. Τό στῆθος ἔχουν ὡς λέοντα, τήν κεφαλή ὡς δράκοντα, τά χέρια ἔχουν κρυσταλλένια καί κρατοῦν πύρινα μαχαίρια, οἱ ὁποῖοι φυλᾶνε τούς τόπους ἐκείνους καί δέν ἀφήνουν νά περάση κανείς. Αὐτά, ὅμως, τά λόγια, σύμφωνα μέ ὅλους τούς κριτικούς, κρίνονται ὡς ἀπίθανα καί μυθώδη. Γι’ αὐτό ἐμεῖς τά ἀφήσαμε. Ἐκεῖνα ὅμως πού βρίσκονται γραμμένα σέ μερικά βιβλία χειρόγραφα περί αὐτοῦ τοῦ Ἀββᾶ Μακαρίου καί διηγοῦνται κάποια ἀνυπό-στατα καί μυθώδη, αὐτά δέν πρέπει νά διαβάζωνται ἀπό τούς Ὀρθοδόξους, ὡς νόθα.
[4] Βλέπε ὅτι καί μόνη ἡ συγκατάθεσις τῶν αἰσχρῶν λογισμῶν πολλή μεγάλη ἁμαρτία εἶναι. Γι’ αὐτό εἶπε καί ἡ Ἁγία Συγκλητική, ὅτι ἡ συγκατάθεσις μόνη, πού κάνει ἡ παρθένος καί Μοναχή στίς παρόμοιες θέες τῶν ὡραίων, τά ὁποῖα τῆς φέρνει ὁ ἐχθρός, ὅταν εἶναι ξύπνια ἤ ὅταν κοιμᾶται, συγκατάθεσις, λέω, στά παρόμοια τῆς Μοναχῆς (ἤ τοῦ Μοναχοῦ) εἶναι παρόμοια μέ τήν πορνεία τῶν κοσμικῶν. Διότι σύμφωνα μέ τήν Γραφή «οἱ δυνατοί αὐστηρά θά κριθοῦν» (Σοφ. Σολομ. 6,2).


Login