Τῷ αὐτῷ μηνί KΓ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καί πρώτου Ἐπισκόπου των Ἱεροσολύμων Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου.. Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Μακάριος, ὁ Ρωμαῖος, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

 Τῷ αὐ­τῷ μη­νί KΓ΄, μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­πο­στό­λου καί πρώ­του Ἐ­πι­σκό­που των Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων Ἰ­α­κώ­βου τοῦ ἀ­δελ­φο­θέ­ου.

 Βλη­θείς ἀ­δελ­φός τοῦ κα­τα­κρί­του ξύ­λῳ,

Θνή­σκεις δι’ αὐ­τόν παμ­μά­καρ κρου­σθείς ξύ­λῳ.

Ἐ­σθλόν ἀ­δελ­φό­θε­ον τρι­τά­τῃ ξύ­λῳ εἰ­κά­δι πλῆ­ξαν.

 Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος Ἰ­ά­κω­βος ὁ ἀ­δελ­φό­θε­ος, ἔ­γι­νε πρῶ­τος Ἐ­πί­σκο­πος τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων, χει­ρο­το­νη­θείς ἀ­πό αὐ­τόν τόν ἴ­διο τόν Κύ­ριο. Καί

πρῶ­τος αὐ­τός συ­νέ­γρα­ψε τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α, ἀ­φοῦ δι­δά­χθη­κε τά ὅ­σα ἀ­φο­ροῦν σέ αὐ­τήν ἀ­πό τόν ἴ­διο Δε­σπό­τη Χρι­στό, τήν ὁ­ποί­α ὕ­στε­ρα ἔ­κα­νε συν­το­μώ­τε­ρη ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος. Καί τήν τοῦ Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου  πά­λι, τήν ἔ­κα­νε συν­το­μώ­τε­ρη ὁ θεῖ­ος Χρυ­σό­στο­μος γιά τήν ἀ­δυ­να­μί­α ἐ­κεί­νων πού ἀ­κοῦ­νε. Αὐ­τός λοι­πόν ποι­μαί­νον­τας τήν Ἐκ­κλη­σί­α  τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων καί πολ­λούς Ἰ­ου­δαί­ους καί εἰ­δω­λο­λά­τρες ἐ­πι­στρέ­φον­τας στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, κί­νη­σε σέ θυ­μό τούς Ἰ­ου­δαί­ους, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ἀ­φοῦ τόν συ­νέ­λα­βαν, τόν ἔρριξαν ἐ­πά­νω ἀ­πό τό πτε­ρύ­γιο, δη­λα­δή ἀ­πό τό ἄ­κρο καί δο­ξᾶ­το τοῦ ἱ­ε­ροῦ. Καί ἐ­νῷ ἀ­κό­μη ἦ­ταν ζων­τα­νός, τόν θα­νά­τω­σαν. Τό για­τί ὅ­μως λέ­γε­ται ἀ­δελ­φό­θε­ος, ὑ­πάρ­χει σ’ ἐ­μᾶς ἕ­νας λό­γος ἀ­πό τήν πα­ρά­δο­σι, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­φέ­ρει, ὅ­τι, ὅ­ταν ὁ μνή­στωρ τῆς Θε­ο­τό­κου Ἰ­ω­σήφ, μοί­ρα­ζε τήν πε­ρι­ου­σί­α του στούς υἱούς του, τούς ὁ­ποί­ους εἶ­χε γεν­νή­σει μέ ἄλ­λη γυ­ναί­κα[1], δη­λα­δή σ’ αὐ­τόν τόν Ἰ­ά­κω­βο, στόν Ἰ­ω­σῆ, στόν Ἰ­ού­δα καί στόν Σί­μω­να, θέ­λη­σε νά δώ­ση με­ρί­διο καί στόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, τόν ἀ­πό τήν Παρ­θέ­νο γεν­νη­θέν­τα. Τό­τε οἱ ἄλ­λοι τρεῖς υἱ­οί του, δέν τό δέ­χθη­καν αὐ­τό. Ὁ Ἰ­ά­κω­βος ὅ­μως αὐ­τός, ἔ­κα­νε συγ­κλη­ρο­νό­μο τόν Κύ­ριο στό δι­κό του με­ρί­διο. Ὄ­χι μό­νο ἀ­δελ­φό­θε­ος ὠ­νο­μά­σθη­κε, ἀλ­λά καί ὀ­βλί­ας, δη­λα­δή δί­και­ος. (Τόν Βί­ο του τόν ἐ­κτε­νῆ συ­νέ­γρα­ψε ἑλ­λη­νι­κά ὁ Με­τα­φρα­στής Συ­με­ών, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι: «Οὐχ οὕ­τως ἡ­δύ τι». Σῴ­ζε­ται στήν τῶν Ἰ­βή­ρων. Βρί­σκε­ται ἀ­κό­μη ἁ­πλός  στόν N­έ­ο Πα­ρά­δει­σο[2].)

Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρα μνή­μη τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρός ἡμῶν Ἰ­γνα­τί­ου                               Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως.

 Εὗ­ρες με­τα­στάς τήν πα­λαι­άν ἀ­ξί­αν,

Ἰ­γνά­τι­ε πρό­ε­δρε Ρώ­μης τῆς νέ­ας.

 

Αὐ­τός ὁ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τήρ ἡμῶν Ἰ­γνά­τιος ἦ­ταν υἱός Μι­χα­ήλ τοῦ Ραγ­κα­βέ καί Κου­ρο­πα­λά­του κα­λου­μέ­νου, ὁ ὁ­ποῖ­ος βα­σί­λευ­σε μέ εὐ­σέ­βεια πρίν ἀ­πό τόν Λέ­ον­τα τόν Ἀρ­μέ­νιο καί Προ­κο­πί­ας τῆς βα­σί­λισ­σας, κα­τά τό ἔ­τος 811, ἀ­δελ­φός τοῦ Θε­ο­φί­λου καί ἔγ­γο­νος τοῦ Νι­κη­φό­ρου βα­σι­λέ­ως Πα­τρι­κί­ου τοῦ ἀ­πό Γε­νι­κοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ­βα­σί­λευ­σε κα­τά τό ἔ­τος 802. Αὐ­τός, ἀ­φοῦ εὐ­νου­χί­σθη­κε ἀ­πό τόν θε­ο­μι­σῆ Λέ­ον­τα τόν Ἀρ­μέ­νιο, ἔ­γι­νε κα­τό­πιν Μο­να­χός καί Ἡ­γού­με­νος τοῦ Μο­να­στη­ρί­ου τοῦ Ἀρ­χαγ­γέ­λου, τό ὁ­ποῖ­ο Μο­να­στή­ρι προ­η­γου­μέ­νως ὠ­νο­μα­ζό­ταν τοῦ Ἀ­να­τέλ­λον­τος, ἐ­νῷ τώ­ρα λέ­γε­ται τοῦ Σα­τύ­ρου. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά ἔ­γι­νε καί Πα­τριά­ρχης Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως καί δι­οί­κη­σε τήν Ἐκ­κλη­σί­α ἕν­δε­κα χρό­νια καί πέν­τε μῆ­νες. Ὕ­στε­ρα ὅ­μως ἐ­ξω­ρί­σθη­κε ἀ­πό τόν θρό­νο του ἀ­πό τόν Μι­χα­ήλ υἱό  τοῦ Θε­ό­φι­λου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀν­τί γιά τόν θεῖ­ο Ἰ­γνά­τιο προ­ώ­θη­σε ὡς Πα­τριά­ρχη τόν Φώ­τιο τόν πρω­το­σπα­θά­ριο καί πρω­τα­ση­κρή­τι, ἀ­φοῦ πρῶ­τα ἔ­γι­νε Μο­να­χός. Ὅ­ταν ὅ­μως ὁ Φώ­τιος κα­τα­βι­βά­σθη­κε ἀ­πό τόν θρό­νο ἀ­πό τόν αὐ­το­κρά­το­ρα Βα­σί­λει­ο τόν Μα­κε­δό­να, τό­τε ἀ­πο­κα­τε­στά­θη­κε πά­λι ὁ θεῖ­ος αὐ­τός Ἰ­γνά­τιος καί πα­ρέ­μει­νε στόν θρό­νο ἄλ­λα ἕν­δε­κα ἔ­τη. Καί πά­λι ἐκ­θρο­νί­σθη­κε καί ἀν­τί γι’ αὐ­τόν πα­τρι­άρ­χευ­σε ὁ ἐν Ἁ­γί­οις Στέ­φα­νος, ὁ υἱός τοῦ Βα­σι­λεί­ου. Ὁ Ἅ­γιος Ἰ­γνά­τιος, ἀ­φοῦ ἐ­πέ­στρε­ψε στό πρη­γού­με­νο Μο­να­στήρι τοῦ Σα­τύ­ρου, ἐ­κεῖ ἀ­νε­παύ­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ, ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε συ­νο­λι­κά ἑ­βδο­μη­ν­τα­εν­νέ­α ἔ­τη.

 Ὁ Ὅ­σιος Πα­τήρ ἡμῶν Μα­κά­ριος, ὁ Ρω­μαῖ­ος, ἐν εἰ­ρή­νῃ τελειοῦται.

 * Ὄν­τως σύ Μα­κά­ριος οὐ κλῆ­σιν μό­νον,

Χρι­στόν προ­κρί­νας ἡδέ­ων τῶν τοῦ βί­ου.

 Τρεῖς Ὅ­σιοι καί Γέ­ρον­τες ἁ­γι­α­σμέ­νοι, ὀ­νο­μα­ζό­με­νοι Σέρ­γιος, Ὑ­γῖ­νος καί Θε­ό­φι­λος, ὄν­τας ἀ­πό τό Μο­να­στήρι τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­σκλη­πιοῦ, τό ὁ­ποῖ­ο βρι­σκό­ταν στήν Με­σο­πο­τα­μί­α τῆς Συ­ρί­ας, αὐ­τοί, λέ­ω, συμ­φώ­νη­σαν μί­α φο­ρά σέ ἕ­να κα­λό λο­γι­σμό καί ἀ­πο­φά­σι­σαν νά τρι­γυ­ρί­σουν τήν γῆ, μέ­χρι τήν ἄ­κρη της. Ἀρ­χίσαν­τες λοι­πόν τόν δρό­μο, εὕ­ρι­σκαν πολ­λά καί συ­νε­χό­με­να ἐμ­πό­δια τό­σο ἀ­πό ἀν­θρώ­πους, ὅ­σο καί ἀ­πό θη­ρί­α, θλι­βό­με­νοι, κα­κου­χού­με­νοι, με­ρι­κές φο­ρές μά­λι­στα, στε­ρού­με­νοι τήν τρο­φή καί αὐ­τήν ἀ­κό­μη πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τά ἄ­γρια βό­τα­να. Στό τέ­λος, ἀ­φοῦ ἔ­κα­ναν δρό­μο πολ­λῶν ἡ­με­ρῶν, ἔ­φθα­σαν σέ ἕ­να μέ­ρος, στό ὁποῖο φαίνονταν κά­ποι­α ση­μεῖ­α, ὅ­τι κα­τοι­κεῖ ἐ­κεῖ ἄν­θρω­πος. Ἀ­κο­λου­θῶντας λοι­πόν τά ση­μεῖ­α τοῦ δρό­μου ἐ­κεί­νου, ἔ­φθα­σαν σέ ἕ­να σπή­λαι­ο, τό ὁ­ποῖ­ο, ὄν­τας εὐ­τρε­πι­σμέ­νο, ἔ­δει­χνε ὅτι κά­ποι­ος κα­τοι­κεῖ ἐ­κεῖ. Μπῆ­καν λοι­πόν μέ­σα σ’ αὐ­τό καί πε­ρί­με­ναν νά ἰ­δοῦν τόν κά­τοι­κό του. Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε λί­γη ὥ­ρα, αἰ­σθάν­θη­σαν εὐ­ω­δί­α καί μα­ζί μέ τήν εὐ­ω­δί­α βλέ­πουν ἀ­πό μα­κριά ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ντυ­μέ­νο μέ τίς ἴ­δι­ες τίς τρί­χες. Αὐ­τός λοι­πόν ἦ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος τοῦ Θε­οῦ, Μα­κά­ριος ὁ Ρω­μαῖ­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐρ­χό­με­νος στό σπή­λαι­ο, αἰ­σθάν­θη­κε ἀ­πό μα­κριά τήν πα­ρου­σί­α τῶν Πα­τέ­ρων ἐ­κεί­νων. Ρί­χνον­τας ὁ γέ­ρον­τας τόν ἑ­αυ­τό του στήν γῆ, προ­σευ­χή­θη­κε. Ἔ­πει­τα φώ­να­ξε μέ με­γά­λη φω­νή λέ­γον­τας· ‘‘Ἄν εἶ­σθε ἀ­πό τόν Θε­ό, φα­νε­ρω­θῆ­τε σ’ ἐ­μέ­να. Ἄν ὅ­μως εἶ­σθε ἀ­πό τόν Δι­ά­βο­λο, φύ­γε­τε ἀ­πό ἐ­μέ­να τόν τα­πει­νό καί ἁ­μαρ­τω­λό’’.

Ἐ­κεῖ­νοι, ὅ­ταν ἄ­κου­σαν αὐ­τά, ἀ­πάν­τη­σαν· «Εὐ­λό­γη­σέ μας, δοῦ­λε τοῦ Θε­οῦ, δι­ό­τι ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε Χρι­στια­νοί καί ἀρ­νη­θή­κα­με τόν Δι­ά­βο­λο». Τό­τε ὁ γέ­ρον­τας ση­κώ­θη­κε καί ἦλθε κον­τά τους. Ση­κώ­νον­τας ἀ­πό τούς ὀ­φθαλ­μούς του τά μαλ­λιά τῆς κε­φα­λῆς καί τῶν ­φρυ­διῶν του, τούς εἶ­δε καί τούς εὐ­λό­γη­σε. Ἦ­ταν μά­λι­στα τά μαλ­λιά του ἄ­σπρα σάν τό χι­ό­νι. Τό δέ σῶ­μα του ἦ­ταν σκλη­ρό σάν τό δέρ­μα τῆς χε­λώ­νας. Καί ἀ­πό τό πο­λύ γῆ­ρας ἦ­ταν κα­τε­βα­σμέ­να τά φρύ­διά του ἐ­πά­νω στά μά­τια του. Τά δέ νύ­χια τῶν χε­ρι­ῶν καί τῶν πο­δι­ῶν του ἦ­ταν μα­κρύ­τε­ρα ἀ­πό μί­α πι­θα­μή. Τά γέ­νεια του ἔ­φθα­ναν ἕ­ως στά πό­δια του. Τό­τε λοι­πόν ἄρ­χι­σε νά τούς ρω­τᾶ λέ­γον­τας· «Ἀ­πό ποῦ εἶ­σθε τέ­κνα μου; καί γιά ποιό σκο­πό ἤ­λθατε ἐ­δῶ»; Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ φα­νέ­ρω­σαν ὅ­λο τους τόν σκο­πό. Εἶ­πε ὁ γέ­ρων· «Δέν βρί­σκε­ται, τέ­κνα μου, κα­νέ­νας ἀ­νά­με­σα στούς θνη­τούς ἀν­θρώ­πους, ὁ ὁ­ποῖ­ος ποεῖ νά κα­τα­λά­βη τήν δύ­να­μι τοῦ Θε­οῦ καί νά βρῆ τήν ἄ­κρη τοῦ κό­σμου. Καί ἐ­γώ ὁ ἀ­νά­ξιος ἔ­βα­λα τέ­τοι­α μέ­ρι­μνα ­καί φρον­τί­δα, γιά νά βρῶ αὐ­τήν τήν ἄ­κρη  τοῦ κό­σμου. Ἀλ­λά τήν νύ­κτα μοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε κά­ποι­ος καί μοῦ λέ­ει· ‘‘Μή θέ­λης νά πει­ρά­ζης τόν πλά­στη σου, διότι βα­θύ­τε­ρα ἀ­πό τόν τό­πο αὐ­τό δέν μπο­ρεῖς νά πε­ρά­σης’’»[3].

Ὅ­ταν ἄ­κου­σαν αὐ­τά ἐ­κεῖ­νοι, φο­βή­θη­καν. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἄρ­χι­ζε νά βρα­δυά­ζη, τούς εἶ­πε ὁ γέ­ρων· «Τέ­κνα μου, ἀ­να­χω­ρῆ­στε λί­γο ἀ­πό ἐ­δῶ, δι­ό­τι ἔ­χω δύ­ο παι­διά, τά ὁ­ποῖ­α μοῦ ἔρ­χον­ται κά­θε βρά­δυ, μή­πως βλέ­πον­τάς σας ξαφ­νι­κά ἀ­γρι­έ­ψουν καί σᾶς πει­ρά­ξουν». Ἐ­νῷ ἔ­λε­γε αὐ­τά ὁ γέ­ρων, νά, ἔρ­χον­ται ἀ­πό τήν ἔ­ρη­μο τρέ­χον­τας δύ­ο λε­ον­τά­ρια καί ἔ­πε­σαν ὠ­ρυ­ό­με­να στά πό­δια τοῦ γέ­ρον­τα. Ἐ­κεῖ­νοι ὅ­μως βλέ­πον­τας αὐ­τά, ἀ­πό τόν φό­βο τους ἔ­πε­σαν στήν γῆ. Τό­τε ὁ γέ­ρον­τας ἔ­βα­λε τά χέ­ρια του ἐ­πά­νω στά θη­ρί­α, καί τά εἶ­πε, σάν νά ἦ­ταν λο­γι­κά· «Παι­διά μου, μέ ἐ­πι­σκέ­φθη­καν με­ρι­κοί ἄν­θρω­ποι ἀ­πό τόν κα­τοι­κού­με­νο κό­σμο. Προ­σέξ­τε νά μή τούς βλά­ψε­τε». Στρά­φη­κε κα­τό­πιν καί εἶ­πε στούς τρεῖς Μο­να­χούς· «Ἐ­λᾶ­τε, ἀ­δελ­φοί, νά ψάλ­λου­με τόν ἑ­σπε­ρι­νό». Καί ἐ­κεῖ­νοι ση­κώ­θη­καν, γιά νά τόν ψάλ­λουν. Τό­τε τά λε­ον­τά­ρια πῆ­γαν κον­τά καί ἔ­γλυ­φαν τά πό­δια τους. Τήν ἐρ­χό­με­νη ἡ­μέ­ρα εἶ­παν στόν Ὅ­σιο· ‘‘Πές μας, τί­μι­ε Πά­τερ, πῶς ἦλθες σ’ αὐ­τήν τήν βα­θειά ἔ­ρη­μο’’; Καί ὁ γέ­ρον­τας ἀ­πάν­τη­σε· ‘‘Ἐ­γώ ἤ­μουν υἱός ἑ­νός συγ­κλη­τι­κοῦ τῆς Ρώ­μης, ὁ ὁ­ποῖ­ος λε­γό­ταν Ἰ­ω­άν­νης. Καί, ὅ­ταν ἐ­νη­λι­κιώ­θη­κα, μέ ἀρ­ρα­βώ­νια­σαν οἱ γο­νεῖς μου μέ γυ­ναῖ­κα, χω­ρίς ἐ­γώ νά θέ­λω. Ἀ­φοῦ λοι­πόν τε­λεί­ω­σαν οἱ γά­μοι καί ἐ­πρό­κει­το νά μᾶς κλεί­σουν στόν νυ­φι­κό θά­λα­μο, τό­τε ἐ­γώ, τήν ὥ­ρα πού ὁ λα­ός ἔ­παι­ζε ἔ­ξω καί θο­ρυ­βοῦ­σε, κρυ­φά βγῆ­κα μό­νος καί κρύ­φθη­κα μέ­σα σέ ἕ­να σπί­τι μιᾶς χή­ρα γυ­ναί­κας γιά δι­ά­στη­μα πέν­τε ἡ­με­ρῶν. Θρη­νοῦ­σαν πι­κρά οἱ γο­νεῖς μου καί μέ ἀ­να­ζη­τοῦ­σαν. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά βγῆ­κα ἀ­πό ἐ­κεῖ καί ἄρ­χι­σα νά βα­δί­ζω. Βρί­σκον­τας λοι­πόν στόν δρό­μο ἕ­ναν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ἄν­θρω­πο τοῦ εἶ­πα·  ‘‘Ποῦ πη­γαί­νεις, πά­τερ’’; Καί ἐ­κεῖ­νος ἀ­πο­κρί­θη­κε· ‘‘Ὅ­που ἔ­χεις ἐ­σύ σκο­πό νά πᾶς, ἐ­κεῖ πη­γαί­νω καί ἐ­γώ’’. Καί ἀ­μέ­σως τόν ἀ­κο­λού­θη­σα καί σέ δι­ά­στη­μα τρι­ῶν ἐ­τῶν ἦλθα σ’ αὐ­τόν τόν τό­πο. Πρίν ἀ­πό λί­γες μέ­ρες ὅ­μως, προ­τοῦ νά ἔλ­θω ἐ­δῶ, μί­α φο­ρά, ἐ­νῷ κοι­μό­μουν, ξύ­πνη­σα καί δέν εἶ­δα τόν συ­νο­δί­τη μου γέ­ρον­τα. Τό­τε ἄρ­χι­σα νά κλαί­ω καί νά λυ­ποῦ­μαι. Ἀ­μέ­σως ὅ­μως μοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε καί μοῦ λέ­ει· ‘‘Ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος Ρα­φα­ήλ. Μή φο­βη­θῆς λοι­πόν, ἀλ­λά δό­ξα­σε τόν Θε­ό, ἐ­πει­δή τώ­ρα πέ­ρα­σες τούς σκο­τει­νούς τό­πους καί ἔ­φθα­σες στούς φω­τει­νούς’’. Καί ἀ­φοῦ εἶ­πε αὐ­τά, ἑ­ξα­φα­νί­σθηκε ἀ­πό μπρο­στά μου. Ἐ­γώ ἄρ­χι­σα νά πε­ρ­πα­τῶ. Καί ὕ­στε­ρα ἀ­πό πέν­τε μέ­ρες ἦλθα σ’ αὐ­τό τό σπή­λαι­ο καί βρῆ­κα μί­α λέ­αι­να νε­κρή. Αὐ­τά τά δύ­ο λε­ον­τά­ρια ἔ­κλαι­γαν ἐ­πά­νω στήν μη­τέ­ρα τους, δι­ό­τι δέν εὕ­ρι­σκαν νά θηλά­σουν. Τό­τε ­τά πῆ­ρα ἐ­γώ καί τά ἀ­νέ­θρε­ψα ὡς γνή­σιά μου τέ­κνα, ἀ­φοῦ προ­η­γου­μέ­νως ἔ­σκα­ψα καί ἔ­θα­ψα τήν μη­τέ­ρα τους. Ὕ­στε­ρα ὅ­μως, ἀ­φοῦ πέ­ρα­σαν δύ­ο χρό­νια, βγῆ­κα μί­α φο­ρά ἀ­πό τό σπή­λαι­ο κα­τά τήν ἕ­βδο­μη ὥ­ρα τῆς ἡ­μέ­ρας καί κα­θό­μουν μα­ζί μέ αὐ­τά τά δύ­ο λε­ον­τα­ρό­που­λα. Καί νά, βλέ­πω ἕ­να μαν­δή­λι ριγ­μέ­νο στήν γῆ, λε­πτό­τα­το σάν τήν ἀ­ρά­χνη καί ἀ­πό­ρη­σα καί εἶ­πα· ‘‘Ποῦ βρέ­θη­κε τό μαν­τή­λι αὐ­τό σ’ αὐ­τήν πα­νέ­ρη­μο’’; Τήν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα, βρί­σκω πά­λι πα­πού­τσια με­τα­ξω­τά. Καί πά­λι ἀ­πό­ρη­σα. Στήν συ­νέ­χεια, στρέ­φον­τας γύ­ρω τούς ὀ­φθαλ­μούς μου, εἶ­δα μί­α γυ­ναί­κα, πού κα­θό­ταν ἐ­πά­νω σέ μί­α πέ­τρα, πο­λύ ὡ­ραί­α στό πρό­σω­πο καί στο­λι­σμέ­νη μέ χρυ­σά­φια καί πο­λύ­τι­μα ἐν­δύ­μα­τα. Καί τῆς λέ­ω· «Ἀ­πό ποῦ ἦλθες ἐ­δῶ; καί τί δι­α­βο­λι­κό σχῆ­μα εἶ­ναι αὐ­τό πού φο­ρεῖς»; Ἐ­κεί­νη ἡ φαι­νό­με­νη γυ­ναί­κα κλαί­γον­τας πι­κρά, ἔ­λε­γε· ‘‘Ἐ­γώ ἡ τα­λαί­πω­ρη εἶ­μαι θυ­γα­τέ­ρα ἑ­νός συγ­κλη­τι­κοῦ ἄρ­χον­τα τῆς Ρώ­μης. Καί χω­ρίς νά θέ­λω, μέ πάν­τρε­ψαν οἱ γο­νεῖς μου. Γι’ αὐ­τό ἔ­φυ­γα ἀ­πό τόν δε­σμό τοῦ γά­μου χω­ρίς νά ξέ­ρη κα­νέ­νας. Καί τώ­ρα πλα­νι­έ­μαι μέ­σα στά βου­νά καί στίς ἐ­ρη­μί­ες. Καί βα­δί­ζω ἐ­δῶ καί ἐ­κεῖ, χω­ρίς νά ξέ­ρω ποῦ πη­γαί­νω. Μή μέ σι­χαθῆς λοι­πόν τήν δού­λη σου, δι­ό­τι καί ἐ­γώ πλά­σμα εἶ­μαι Θε­οῦ’’. Αὐ­τή ὅ­μως ἦ­ταν δαί­μον­ας, μέ τέ­χνη συ­νο­μι­λῶντας μα­ζί μου καί ἐ­γώ δέν ἤ­ξε­ρα. Ἔ­τσι τῆς εἶ­πα· ‘‘Καί ποῦ θέ­λεις νά πᾶς; Ἐ­πει­δή ἐ­γώ δέν σέ ἀ­φή­νω νά μεί­νης μα­ζί μέ ἐ­μέ­να σ’ αὐ­τόν τόν τό­πο’’. Ἐ­κεί­νη ἀ­πο­κρί­θη­κε· ‘‘Σ’ αὐ­τήν τήν ἔ­ρη­μο ἦλθα νά κα­τοι­κή­σω’’. Στήν συ­νέ­χεια τήν πῆ­ρα καί τήν ἔ­φε­ρα στό σπή­λαι­ο καί τῆς ἔ­δω­σα νά φά­η ἀ­πό τά ἀ­κρό­δρυ­α πού ἔ­τρω­γα. Ἔ­τρε­χαν δέ σάν βρύ­σι τά δά­κρυ­α ἀ­πό τούς ὀ­φθαλ­μούς της, ὁ­πό­τε καί ἡ ψυ­χή μου τρό­μα­ξε. Ὅ­ταν ἦλθε ἡ ἑ­σπέ­ρα καί ἐ­γώ ἔ­ψαλ­λα τόν ἑ­σπε­ρι­νό, ἔ­πε­σα στήν γῆ, γιά νά ἡ­συ­χά­σω λί­γο. Καί λοι­πόν ἄρ­χι­σε νά μέ πει­ρά­ζη ὁ Σα­τα­νᾶς. Καί ἐ­γώ πού δέν ἐ­πι­θύ­μη­σα πο­τέ ἁ­μαρ­τί­α σαρ­κι­κή, ἦλθα σέ ἔ­ρω­τα τῆς γυ­ναί­κας καί θέ­λη­σα νά σμί­ξω μέ αὐ­τήν. Καί ἐ­κεί­νη ἀ­μέ­σως ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε. Τό­τε κα­τά­λα­βα, ὅ­τι ἁ­μάρ­τη­σα ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­οῦ καί εἶ­πα· ‘‘Ἥ­μαρ­τον ἐ­νώ­πιόν σου Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σόν με’’. Καί ἀ­φοῦ ἐν­τε­λῶς συ­νῆλ­θα, βρῆ­κα ὅ­τι ἡ ἁ­μαρ­τί­α μου ἦ­ταν πο­λύ μεγάλη[4], δι­ό­τι οὔ­τε αὐ­τά τά λε­ον­τά­ρια γιά δέ­κα ἡ­μέ­ρες δέν μέ πλη­σί­α­ζαν, ὅ­πως ἔρ­χον­ταν προ­η­γου­μέ­νως. Γι’ αὐ­τό σκέ­φθη­κα νά πά­ω σέ ἄλ­λον τό­πο, γιά νά μή πλα­νη­θῶ πά­λι καί ἀ­πορ­ρι­φθῶ ἀ­πό τό πρό­σω­πο τοῦ Θε­οῦ. Καί λοι­πόν βγῆ­κα ἀ­πό τό σπή­λαι­ο αὐ­τό καί ἔ­κα­να πο­ρεί­α δύ­ο ἡ­με­ρῶν. Τό­τε μοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου λέ­γον­τας· ‘‘Ποῦ φεύ­γεις Μα­κά­ρι­ε’’; Ἐ­γώ τοῦ εἶ­πα· ‘‘Φεύ­γω ἀ­πό προ­σώ­που τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μου’’. Ἐ­κεῖ­νος τό­τε μοῦ εἶ­πε· ‘‘Ἕ­ναν πει­ρα­σμό δέν  μπό­ρε­σες νά ἀ­ντέ­ξης; Γύ­ρι­σε πί­σω στό κελ­λί σου’’. Ἐ­γώ δέ τοῦ εἶ­πα· ‘‘Ποι­ός εἶ­σαι ἐ­σύ, κύ­ρι­έ μου’’; ‘‘Ἐ­γώ εἶ­μαι’’, ἀ­πο­κρί­θη­κε, ‘‘ὁ Ρα­φα­ήλ, πού σέ ὡ­δή­γη­σα στόν δρό­μο’’. Καί λέ­γον­τας αὐ­τά, ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε ἀ­πό μπρο­στά μου.

Τό­τε ἐ­γώ, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στό σπή­λαι­ο, γο­νά­τι­σα ἐ­νώ­πιον τοῦ Κυ­ρί­ου καί πέ­ρα­σα νη­στι­κός σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες. Ὅ­ταν ση­κώ­θη­κα ἀ­πό τήν γῆ, εἶ­δα ὅ­τι ἦ­ταν καί τό σπή­λαι­ο αὐ­τό γεμᾶτο ἀ­πό φῶς. Εἶ­δα ἀ­κό­μη καί ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ντυ­μέ­νο μέ πορ­φυ­ρό, δη­λα­δή κόκ­κι­νο φό­ρε­μα, πού εἶ­χε στήν κε­φα­λή του ἕ­να στε­φά­νι, πού ἦ­ταν κα­τε­σκευ­α­σμέ­νο ἀ­πό χρυ­σά­φι καί πο­λύ­τι­μους λί­θους. Καί ἔ­ψα­λε μί­α ᾠ­δή πα­ρά­ξε­νη. Ἡ φω­νή του ἦ­ταν τό­σο δυ­να­τή, ὅ­ση εἶ­ναι καί ἡ φω­νή ἑ­νός με­γά­λου ὄ­χλου, ὅ­ταν ψάλ­λη. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τήν ᾠ­δή ἐ­κεῖ­νος πού ἐμ­φα­νί­σθη­κε, ἔ­γι­νε μί­α φο­βε­ρή καί ἄρ­ρη­τη εὐ­ω­δί­α. Καί ἀ­μέ­σως ἀ­νέ­βη­κε στούς οὐ­ρα­νούς καί ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε. Ὅ­ταν ὅ­μως ἀ­νέ­βαι­νε, ἔ­γι­ναν ἀ­στρα­πές καί βρον­τές καί σει­σμοί. Ἐ­γώ, ἐκ­πλα­γείς γι­ά ­ὅ­λα αὐ­τά, ἔ­μει­να ἄ­φω­νος γιά ἑ­βδο­μῆν­τα ἡ­μέ­ρες. Ἤ­μουν τό­τε σα­ράν­τα ὀ­κτώ ἐ­τῶν.

Νά, λοι­πόν, ἀ­δελ­φοί, ἀ­κού­σα­τε αὐ­τά, πού ἀ­φο­ροῦ­σαν ἐ­μέ­να. Καί ἐ­άν καί ἐ­σεῖς μπο­ρῆ­τε νά μεί­νε­τε ἐ­δῶ, μεί­νε­τε. Ἄν ὅ­μως δέν μπο­ρῆ­τε, ὁ Κύ­ριος θά σᾶς ὁ­δη­γή­ση στήν ὁ­δό πού ἤλ­θα­τε».Τό­τε τούς ἄ­φη­σε νά φύ­γουν, λέ­γον­τας· ‘Σώ­ζε­σθε ἐν εἰ­ρή­νῃ, τέ­κνα μου, καί εὔ­χε­σθε ὑ­πέρ ἐ­μοῦ». Τά δέ λε­ον­τά­ρια τούς συ­νώ­δευ­σαν σέ δι­ά­στη­μα τρι­ῶν ἡ­με­ρῶν δρό­μο. Ἔ­πει­τα κα­τα­φί­λη­σαν τά ἀ­χνά­ρια τῶν πο­δι­ῶν τους καί γύ­ρι­σαν πά­λι στόν γέ­ρον­τα. Οἱ δέ Μο­να­χοί, ἀ­φοῦ βά­δι­σαν με­ρι­κές ἡ­μέ­ρες, ἔ­φθα­σαν σέ ἕ­ναν πο­τα­μό. Καί ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ ἀ­πο­κοι­μή­θη­καν γιά λί­γο, ἁρ­πά­χθη­καν ἀ­πό θεί­ους Ἀγ­γέ­λους καί με­τα­φέρ­θη­καν στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Ὅ­ταν ξύ­πνη­σαν καί ἀν­τε­λή­φθη­καν πό­σο με­γά­λο δι­ά­στη­μα τό­που πέ­ρα­σαν στό ὄ­νει­ρό τους, δό­ξα­σαν τόν Θε­ό. Καί, ἀ­φοῦ προ­σκύ­νη­σαν γιά λί­γες ἡ­μέ­ρες ὅ­λους τούς ἱ­ε­ρούς τό­πους, ἐ­πέ­στρε­ψαν στό Μο­να­στήρι τους καί δι­η­γοῦν­ταν σέ ὅ­λους τούς ἀ­δελ­φούς ὅ­λα, ὅ­σα συ­νάν­τη­σαν καί εἶ­δαν. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­μως ἐ­κεῖ­να πού ἀ­φο­ροῦ­σαν τόν Ἅ­γιο Μα­κά­ριο.



[1]      Ὁ θεῖος Ἱερώνυμος κατά Ἐλβιδίου, κεφ. θ΄, καί στόν Ματθαῖο, λέει ὅτι ὁ Ἰωσήφ πέρασε τήν ζωή του ὅλη παρθένος. Καί αὐτή ἡ γνώμη ἐπικρατεῖ σήμερα στούς Δυτικούς. (Βλέπε στήν νεοτύπωτη Ἑκατονταετηρίδα.)

[2]      Γι’ αὐ­τόν τόν Ἅ­γιο Ἰ­ά­κω­βο ἐ­κτε­νέ­στε­ρα ἀ­να­φερ­θή­κα­με ἐ­μεῖς στά προ­λε­γό­με­να τῆς ἑρ­μη­νεί­ας τῆς κα­θο­λι­κῆς του Ἐ­πι­στο­λῆς, ὅ­ταν ἑρ­μη­νεύ­σα­με τίς ἑ­πτά Κα­θο­λι­κές Ἐ­πι­στο­λές. Καί για­τί ἀ­δελ­φό­θε­ος κα­λεῖ­ται. Προ­σθέ­σα­με ἀ­κό­μη καί ὁ­λό­κλη­ρο ἀ­σμα­τι­κό Κα­νό­να καί τά ἐλ­λεί­πον­τα τρο­πά­ρια στήν ἑ­ορ­τή του, τά ὁ­ποῖ­α ὅ­λα μα­ζί ἀ­πε­στά­λη­σαν ἀ­πό τόν ἅ­γιο Ἰ­ω­αν­νί­νων, γιά νά τυ­πω­θοῦν στήν Βε­νε­τί­α. Καί μάλιστα καί τυ­πώ­θη­καν μέ τήν χά­ρι τοῦ Χρι­στοῦ. Γιά τήν Λει­τουρ­γί­α του ἀ­να­φέ­ρει ὁ λβ΄ κα­νών τῆς Οἰ­κου­με­νι­κῆς στ΄ Συ­νό­δου. Καί βλέ­πε στό δι­κό μας Κα­νο­νι­κό, βλέ­πε καί σελ. 1 τῆς Δω­δε­κα­βί­βλου τοῦ Δο­σι­θέ­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος λέ­ει, ὅ­τι εἰ­κο­σι­εν­νέ­α χρό­νια ἀρ­χι­ε­ρά­τευ­σε, ἐ­νῷ ἡ Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δα λέ­ει εἰ­κο­σι­έ­ξι. Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ὁ Ρώ­μης Κλή­μης ὀ­νο­μά­ζει τόν ἀ­δελ­φό­θε­ο αὐ­τόν Ἐ­πί­σκο­πο τῶν Ἐ­πι­σκό­πων.

 Συνέβη ὁ μαρτυρικός θάνατος αὐτοῦ τοῦ θείου Ἰακώβου κατά τό ἑξηκοστό πρῶτο ἔτος ἀπό Χριστοῦ, κατά τό ἕκτο ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Νέρωνα. Σημείωσε, ὅτι ὁ Ὠριγένης κατά Κέλσου, βιβλ. α΄, καί ὁ Εὐσέβιος, Ἐκκλησιαστ. Ἱστορ, βιβλ. β΄, κεφ. κγ΄, καί ὁ Ἱερώνυμος «Περί ἐπισήμων ἀνδρῶν», λένε, ὅτι τά κακά καί οἱ δυστυχίες, πού συνέβηκαν κατά τῆς Ἱερουσαλήμ, ὁ Ἰώσηπος ὁ ἀρχαιολόγος τά ἀποδίδει, ὅτι συνέβηκαν στούς Ἰουδαίους, ἐπειδή θανάτωσαν αὐτόν τόν θεάδελφο Ἰάκωβο. Ἡ φράσις ὅμως αὐτή δέν βρίσκεται τώρα στά συγγράμματα τοῦ Ἰωσήπου, καθώς ἀνα-φέρεται στόν Ὠριγένη καί στόν Εὐσέβιο. (Βλέπε στήν Ἑκατονταετηρίδα.)

Καί αὐτό ἀκόμη σημείωσε, ὅτι γλαφυρό ἐγκώμιο πλέκει σ’ αὐτόν τόν θεῖο Ἰάκω-βο ὁ Νικήτας Ρήτωρ ὁ Παφλαγών, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ὡς γλυκεῖα της πα-ρούσης ἡμέρας ἡ χάρις». (Σῴζεται στήν Λαύρα, στήν τοῦ Διονυσίου καί στήν τοῦ Βα-τοπαιδίου). Καί Ἀνδρέας ὁ Κρήτης, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ὀκνεῖν μέν ἔδει προ-βαίνειν». (Σῴζεται στήν τῶν Ἰβήρων.) Στήν Μεγίστη Λαύρα σῴζεται καί ὑπόμνημα στόν ἴδιο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Οὐχ οὕτως ἡδύ τι τῷ φιλαρέτῳ». Σημείωσε, ὅτι ὁ βασιλιάς Ἰουστῖνος ἀνήγειρε Ναό στήν Κωνσταντινούπολι στό ὄνομα αὐτοῦ τοῦ ἀδελφοθέου Ἰ­α­κώ­βου, στό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν καί τό λεί­ψα­νό του, καί βλέ­πε σελ. 1152 τῆς Δω­δε­κα­βί­βλου.

[3]      Σημειώνουμε ἐδῶ, ὅτι στόν ἀνωτέρω τόπο τοῦ διά μέσου βρίσκονται, τόσο στόν τυπωμένο, ὅσο καί στόν χειρόγραφο Συναξαριστή καί μερικά ἄλλα λόγια. Δηλαδή, ὅτι μακριά ἀπό εἴκοσι μίλια εἶναι τεῖχος σιδηρένιο. Καί βαθύτερα ἀπό ἐκεῖνο ὑπάρχει ἄλλο χάλκινο τεῖχος. Καί βαθύτερα ἀπό τά τείχη αὐτά ὑπάρχουν μερικοί  ἄνθρωποι, πού εἶναι ἄνθρωποι ἀπό τόν ὀμφαλό ἕως τά πόδια. Τό στῆθος ἔχουν ὡς λέοντα, τήν κεφαλή ὡς δράκοντα, τά χέρια  ἔχουν κρυσταλλένια καί κρατοῦν πύρινα μαχαίρια, οἱ ὁποῖοι φυλᾶνε τούς τόπους ἐκείνους καί δέν ἀφήνουν νά περάση κανείς. Αὐτά, ὅμως, τά λόγια, σύμφωνα μέ ὅλους τούς κριτικούς, κρίνονται ὡς ἀπίθανα καί μυθώδη. Γι’ αὐτό ἐμεῖς τά ἀφήσαμε. Ἐκεῖνα ὅμως πού βρίσκονται γραμμένα σέ μερικά βιβλία χειρόγραφα περί αὐτοῦ τοῦ Ἀββᾶ Μακαρίου καί διηγοῦνται κάποια ἀνυπό-στατα καί μυθώδη, αὐτά δέν πρέπει νά διαβάζωνται ἀπό τούς Ὀρθοδόξους, ὡς νόθα.

 [4] Βλέπε ὅτι καί μόνη ἡ συγκατάθεσις τῶν αἰσχρῶν λογισμῶν πολλή μεγάλη ἁμαρτία εἶναι. Γι’ αὐτό εἶπε καί ἡ Ἁγία Συγκλητική, ὅτι ἡ συγκατάθεσις μόνη, πού κάνει ἡ παρθένος καί Μοναχή στίς παρόμοιες θέες τῶν ὡραίων, τά ὁποῖα τῆς φέρνει ὁ ἐχθρός, ὅταν εἶναι ξύπνια ἤ ὅταν κοιμᾶται, συγκατάθεσις, λέω, στά παρόμοια τῆς Μοναχῆς (ἤ τοῦ Μοναχοῦ) εἶναι παρόμοια μέ τήν πορνεία τῶν κοσμικῶν. Διότι σύμφωνα μέ τήν Γραφή «οἱ δυνατοί αὐστηρά θά κριθοῦν» (Σοφ. Σολομ. 6,2).

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης