Τῷ αὐτῷ μηνί Λ΄, ἡ Σύναξις τῶν Ἁγίων ἐνδόξων καί πανευφήμων Ἀποστόλων τῶν Δώδεκα καί δήλωσις, ὅπως καί ποῦ ἕκαστος αὐτῶν ἐκήρυξε καί ἐτελειώθη.

+ Ὁ μα­κα­ρι­ώ­τα­τος Δα­βίδ ἀ­πό τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα κα­θο­δη­γού­με­νος, φα­νε­ρά δογ­μά­τι­σε, ὅ­τι ἡ Ἁ­γί­α Τρι­άς εἶ­ναι τῶν ὅ­λων Δη­μι­ουρ­γός, λέ­γον­τας τά ἑ­ξῆς· «Τῷ λό­γῳ Κυ­ρί­ου οἱ Οὐ­ρα­νοί ἐ­στε­ρε­ώ­θη­σαν καί τῷ Πνεύ­μα­τι τοῦ στό­μα­τος αὐ­τοῦ πᾶ­σα ἡ δύ­να­μις αὐ­τῶν» (Ψαλ. 32,6). Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ προ­ά­ναρ­χος ἀρ­χή, ἡ μέ Θε­ό­τη­τα σέ τρί­α πρό­σω­πα, ἡ πάν­των βα­σι­λεύ­ου­σα, ἡ ὁ­ποί­α φι­λο­ξε­νή­θη­κε ἐ­πά­νω στήν γῆ στήν δρῦ τοῦ Μαμ­βρῆ, ἀ­πό τόν προ­πά­το­ρα Ἀ­βρα­άμ, χω­ρίς νά ἀ­φή­ση τά Οὐ­ρά­νια. Προ­μή­νυ­ε μέ τήν φι­λο­ξε­νί­α αὐ­τή, τήν ἔν­σαρ­κη τοῦ Θε­οῦ Λό­γου ἐ­πι­φά­νεια καί τούς σή­με­ρα ἑ­ορ­τα­ζό­με­νους Ἁ­γί­ους Ἀ­πο­στό­λους. Ἐ­πει­δή εἶ­πε στόν Ἀ­βρα­άμ·

 

«Καί εὐ­λο­γη­θή­σον­ται ἐν τῷ σπέρ­μα­τί σου πάν­τα τα ἔ­θνη τῆς γῆς» (Γέν. 22,18) καί πά­λι· «Καί βα­σι­λεῖς ἐκ σοῦ ἐ­ξε­λεύ­σον­ται» (Γέν. 17,6), δι­ό­τι ὁ Ἀ­βρα­άμ γέν­νη­σε τόν Ἰ­σα­άκ, ὁ Ἰ­σα­άκ γέν­νη­σε τόν Ἰ­α­κώβ, ὁ δέ Ἰ­α­κώβ γέν­νη­σε τούς δώ­δε­κα Πα­τριά­ρχες. Καί βλέ­πε, ὦ ἀ­κρο­α­τά, ὅ­τι εἶ­ναι σύμ­φω­να μέ τήν Νέ­α Δι­α­θή­κη τά τῆς Πα­λαι­ᾶς πα­ρα­δείγ­μα­τα. Δι­ό­τι οἱ ἀ­νω­τέ­ρω δώ­δε­κα Πα­τριά­ρχες προ­ει­κό­νι­ζαν τούς ση­με­ρι­νούς δώ­δε­κα Ἀ­πο­στό­λους. Ἀλ­λά καί τά δώ­δε­κα κου­δού­νια, πού ἠ­χο­λο­γοῦ­σαν, ὅ­ταν ἱ­ε­ρά­τευ­ε στήν Σκη­νή ὁ Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας Ἀ­α­ρών, καί αὐ­τά, λέ­ω, αὐ­τούς τούς δώ­δε­κα Ἀ­πο­στό­λους φα­νέ­ρω­ναν. Δι­ό­τι αὐ­τοί σάλ­πι­σαν καί κή­ρυ­ξαν σέ ὅ­λη τήν οἰ­κου­μέ­νη τοῦ σαρ­κω­θέν­τος Χρι­στοῦ τήν ἐ­πι­δη­μί­α καί τό Εὐ­αγ­γέ­λιο. Γι’ αὐ­τό καί ὁ Ὠ­ση­έ προ­φή­τευ­σε, ὅ­τι δώ­δε­κα δρῦ­ς θά ἀ­κο­λου­θή­σουν στόν Θε­ό, πού θά ἔλ­θη στήν γῆ[1], τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­γι­νε καί ἔμ­πρα­κτα. Καί πολ­λά ἄλ­λα τῆς Πα­λαι­ᾶς Γρα­φῆς προ­ει­κό­νι­σαν τούς ἱ­ε­ρούς αὐ­τούς Ἀ­πο­στό­λου­ς[2].

Ἐ­πει­δή λοι­πόν ἀ­πό ὑ­περ­βο­λι­κή ἀ­γα­θό­τη­τα καί ἔ­λε­ος κέ­νω­σε τήν δό­ξα του ὁ Υἱ­ός καί Λό­γος τοῦ Θε­οῦ καί προ­σέ­λα­βε τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­σι καί τήν θέ­ω­σε, γι’ αὐ­τό, θέ­λον­τας νά δεί­ξη κα­θα­ρώ­τε­ρα πρός ἐ­μᾶς τήν ἀ­γα­θό­τη­τά του, δι­ά­λε­ξε τούς δώ­δε­κα, κα­τά τό φαι­νό­με­νο εὐ­τε­λεῖς μα­θη­τές του καί τούς ἔ­κα­νε Ἀ­πο­στό­λους καί αὐ­τό­πτες τῆς δι­κῆς του οἰ­κο­νο­μί­ας. Καί ἀ­φοῦ μοί­ρα­σε σ’ αὐ­τούς τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα «ἐν εἴ­δει πυ­ρί­νων γλωσ­σῶν», τούς ἀ­πέ­στει­λε σέ ὅ­λη τήν ὑ­φή­λιο, γιά νά θε­ο­λο­γοῦν τό τῆς Τριά­δος μυ­στή­ριο καί τήν θεί­α οἰ­κο­νο­μί­α καί γιά νά εὐ­αγ­γε­λί­ζουν ὅ­λα τά ἔ­θνη καί νά τά βα­πτί­ζουν στό ὄ­νο­μα τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος. Ἔ­τσι διά μέ­σου αὐ­τῶν φω­τί­σθη­κε ὅ­λη ἡ κτί­σις καί πλού­τι­σε τήν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στι, λα­τρεύ­ον­τας εὐ­σε­βῶς τήν Ἁ­γί­α Τριά­δα καί ὁ­μο­λο­γῶν­τας τόν ἕ­να τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος Θε­ό μα­ζί καί ἄν­θρω­πο, τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Αὐ­τούς λοι­πόν τούς δώ­δε­κα ἱ­ε­ρούς Ἀ­πο­στό­λους ὀ­φεί­λου­με ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί νά τι­μοῦ­με καί νά γε­ραί­ρου­με ὡς φω­στῆ­ρες τοῦ κό­σμου καί κή­ρυ­κες τῆς εὐ­σέ­βειας καί ὡς κα­θαι­ρέ­τες τῆς πλά­νης. Ὀ­φεί­λου­με ἀ­κό­μη νά κά­νου­με γνω­στό καί πῶς ὁ κά­θε Ἀ­πό­στο­λος κή­ρυ­ξε καί σέ ποι­όν τό­πο τε­λει­ώ­θη­κε. Δι­ό­τι καί ὅ­λοι μα­ζί οἱ Ἀ­πό­στο­λοι δέν τε­λει­ώ­θη­καν τόν ἴ­διο και­ρό, οὔ­τε σέ ἕ­να μέ­ρος, ἀλ­λά κά­θε ἕ­νας τε­λει­ώ­θη­κε σέ δι­α­φο­ρε­τι­κό και­ρό καί τό­πο. Ἐ­πει­δή ὅ­μως σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Θε­οῦ ἑ­ορ­τά­ζει τήν μνή­μη ὅ­λων μα­ζί τῶν Ἀ­πο­στό­λων, γι’ αὐ­τό ὀ­φεί­λει νά ἀ­να­φέ­ρη καί ὅ­λων μα­ζί τό κή­ρυγ­μα καί τό τέ­λος.

Πρῶ­τος λοι­πόν τῶν Ἀ­πο­στό­λων εἶ­ναι ὁ Κο­ρυ­φαῖ­ος Πέ­τρος, ὁ ὁ­ποῖ­ος κή­ρυ­ξε τό Εὐ­αγ­γέ­λιο πρῶ­τα στήν Ἰ­ου­δαί­α καί Ἀν­τι­ό­χεια καί ἔ­πει­τα στά μέ­ρη τῆς Μαύ­ρης Θά­λασ­σας καί στήν Γα­λα­τί­α καί Καπ­πα­δο­κί­α καί Ἀ­σί­α καί Βι­θυ­νί­α, ὅπως προ­εί­πα­με στήν 29η τοῦ πα­ρόν­τος. Τε­λευ­ταῖ­α πῆ­γε καί μέχρι τήν Ρώ­μη καί ἐ­κεῖ, ἀφοῦ βρῆκε τόν Σί­μω­να τόν μά­γο, ­δι­α­λέ­χθηκε μέ αὐ­τόν, ὁ δέ Σί­μων ­καυ­χόταν, ὅτι θά νι­κή­ση τόν Πέ­τρο μέ τά θαύ­μα­τα σέ μί­α ὡ­ρι­σμέ­νη ἡ­μέ­ρα. Ὅ­ταν λοι­πόν ἦλ­θε ἡ ὡ­ρι­σμέ­νη ἡ­μέ­ρα, β­γῆ­κε καί ὁ βα­σι­λιάς Νέ­ρωνας στήν θε­ω­ρί­α αὐτή μέ ὅ­λους τούς πο­λί­τες τῆς Ρώ­μης. Τό­τε ­φό­ρε­σε ὁ Σί­μωνας στήν κε­φα­λή του ἕ­να στε­φάνι ἀ­πό δάφ­νη καί, ἀφοῦ στερεώθηκε μέ τίς ἐ­πω­δές τῶν δαι­μό­νων, ὑ­ψώ­θηκε ἀ­πό τήν γῆ καί ­φαινόταν με­τέ­ω­ρος ἐ­πά­νω στόν ἀ­έ­ρα. Ὁ Πέ­τρος, βλέ­ποντας τόν Σί­μω­να, τοῦ εἶ­πε· «Ἐ­πει­δή ἐ­γώ εἶ­μαι μα­θη­τής τοῦ Χρι­στοῦ, πού εἶπε· “Ἐ­θε­ώ­ρουν τόν Σα­τα­νᾶν, ὡς ἀ­στρα­πήν ἐκ τοῦ Οὐ­ρα­νοῦ πε­σόν­τα”, γι’ αὐ­τό καί ἐ­γώ μέ τήν ἐ­ξου­σί­α ἐ­κεί­νου σέ προ­στά­ζω, νά γκρε­μι­σθῆς κά­τω στήν γῆ μπρο­στά σέ ὅ­λους». Ὁ­πό­τε, ἀ­φοῦ φο­βή­θη­καν σάν φω­τιά τόν λό­γο τοῦ Ἀ­πο­στό­λου οἱ δαί­μο­νες, πού βά­στα­ζαν τόν Σί­μω­να, ἔ­φυ­γαν καί ἀ­μέ­σως ἔ­πε­σε ὁ ἄ­θλιος κα­τά γῆς καί, καταπληγω-μένος ὁλόκληρος ἀ­πό τό πέ­σι­μο, «κα­κῶς ὁ κα­κός ἐ­τε­λεύ­τη­σε­ν»[3].

Τό­τε λοι­πόν ὅ­λο τό πλῆ­θος ­πί­στεψε στόν τοῦ Πέ­τρου Θε­ό. Γι’ αὐτό  ὁ Νέ­ρωνας θέλησε νά θα­να­τώ­ση τόν Πέ­τρο. Ὁ Πέ­τρος, ὅταν ἔμαθε αὐτό, ­χει­ρο­τό­νη­σε ὡς Ἐ­πί­σκο­πο τῆς Ρώ­μης τόν Κλή­μεν­τα, τόν μα­θη­τή του, ἐ­πει­δή καί ὁ προ­κά­το­χός του Λῖνος πρός τόν Κύ­ρι­ο ἐ­ξε­δή­μη­σε. Ἀμέσως λοι­πόν ὁ Ἀ­γρίπ­πας ὄντας πα­ρών στήν Ρώ­μη, συνέλαβε τόν Πέ­τρο καί ­πρό­στα­ξε νά σταυ­ρω­θῆ κα­τα­κέ­φα­λα, κα­θώς μό­νος του τό ­ζή­τη­σε ὁ Ἀ­πό­στο­λος. Στόν σταυρό λοι­πόν β­ρι­σκό­με­νος ὁ μα­κά­ρι­ος, προσευ­χή­θηκε γιά τήν σω­τη­ρί­α τοῦ λα­οῦ καί ἔ­τσι πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του στά χέρια τοῦ Θε­οῦ[4]. Λέ­νε ἀκόμη, ὅ­τι σέ ἕ­να θε­ο­φι­λῆ Χρι­στια­νό, φά­νη­καν δύ­ο ἄν­δρες ἄγνωστοι ἐν­τε­λῶς, πού  ἔ­λε­γαν, ὅ­τι ἦλ­θαν ἀ­πό τά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Αὐτοί λοι­πόν μα­ζί μέ τόν Ἰλ­λού­στρι­ο Μάρ­κελ­λο, πού πίστεψε στόν Χρι­στό, ­ξε­κάρ­φω­σαν ἀ­πό τόν σταυ­ρό τό σῶ­μα τοῦ Ἀ­πο­στό­λου καί, ἀφοῦ τό κατέβασαν, τό ἔ­πλυ­ναν μέ κρα­σί καί γά­λα καί τό ἄλειψαν μέ δι­ά­φο­ρα μύ­ρα καί ἀ­ρώ­μα­τα καί ἔ­τσι τό ἔ­κρυ­ψαν σέ ἕ­να ἰ­δι­ό­κτη­το τό­πο, ὡς θη­σαυ­ρό πο­λύ­τι­μο. Ὁ Νέ­ρωνας, ὅταν ἄκουσε, ὅ­τι πέ­θα­νε ὁ Ἀ­πό­στο­λος, ­κα­τη­γό­ρη­σε τόν Ἀ­γρίπ­πα, γι­α­τί προηγουμένως δέν τόν ­τι­μώ­ρη­σε μέ δι­ά­φο­ρα βά­σα­να. Ἀναζη­τῶν­τας λοιπόν καί τούς μα­θη­τές τοῦ Πέ­τρου, γιά νά ἀ­να­πλη­ρώ­ση σ’  ἐ­κεί­νους τόν θυ­μό, πού εἶ­χε κα­τά τοῦ δι­δα­σκά­λου τους, εἶ­δε στό ὄ­νει­ρό του ἕ­ναν φο­βε­ρό ἄν­θρω­πο, ὁ ὁ­ποῖ­ος τόν ἔ­δερ­νε, ὁπότε, ἐπειδή φοβήθηκε, δέν ἐνόχλησε τούς μα­θη­τές τοῦ Ἀ­πο­στό­λου. Ἐκεῖνοι  βρίσκοντας ἐλευθερία ἀπό τό γεγονός αὐτό, ­κή­ρυτ­ταν ἄφοβα τόν σταυ­ρω­θέν­τα ὡς Θε­ό ἀ­λη­θι­νό.

 Δεύ­τε­ρος εἶ­ναι ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος[5], ὁ ὁ­ποῖ­ος νί­κη­σε ὅ­λους τούς Ἀ­πο­στό­λους, ὑ­πε­ρι­σχύ­ον­τας ὡς πρός τόν ζῆ­λο τῆς πί­στε­ως στόν Χρι­στό καί στούς κό­πους. Αὐ­τός λοι­πόν κή­ρυ­ξε τόν Χρι­στό ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ μέ­χρι τό Ἰλ­λυ­ρι­κό, ὅ­πως τό λέ­ει μό­νος καί, ἀ­φοῦ ἔ­φθα­σε στήν Ρώ­μη, ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε. Πῶς ὅ­μως καί ἀ­πό ποι­ά ἀ­φορ­μή πα­ρα­κι­νή­θη­κε νά πά­η στήν Ρώ­μη, ἀ­ναγ­καῖ­ο εἶ­ναι νά δι­η­γη­θῶ μέ συν­το­μί­α στίς φι­λή­κο­ες ἀ­κο­ές σας, παίρ­νον­τάς τα ἀ­πό τίς Ἀ­πο­στο­λι­κές Πρά­ξεις. Ἀ­φοῦ ὁ μα­κά­ριος Παῦ­λος πῆ­γε στήν Και­σά­ρεια καί φι­λο­ξε­νή­θη­κε, δη­λα­δή πα­ρέ­με­νε στόν οἶ­κο τοῦ Φι­λίπ­που, ἑ­νός ἀ­πό τούς ἑ­πτά Δι­α­κό­νους, πέ­ρα­σαν λί­γες ἡ­μέ­ρες καί πῆ­γε ἐ­κεῖ ἀ­πό τήν Ἰ­ου­δαί­α ἕ­νας Προ­φή­της, ὀ­νό­μα­τι Ἄ­γα­βος, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­πε στόν Παῦ­λο· «Αὐ­τά σοῦ λέ­ει ὁ Κύ­ριος μέ ἐ­μέ­να· οἱ αἱ­μο­χα­ρεῖς Ἰ­ου­δαῖ­οι θά δέ­σουν τά χέ­ρια σου καί τά πό­δια σου καί θά σέ πα­ρα­δώ­σουν στά ἔ­θνη». Καί ὁ Ἀ­πό­στο­λος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἐ­γώ εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, ὄ­χι μό­νο νά δε­θῶ καί νά προ­δο­θῶ γιά τόν Χρι­στό στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, ἀλ­λά καί νά πε­θά­νω». Πη­γαί­νον­τας λοι­πόν στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, συ­νάν­τη­σε τόν ἀ­δελ­φό­θε­ο Ἰ­ά­κω­βο καί ὅ­σους ἦ­ταν μα­ζί του καί, ἀ­φοῦ τούς χαι­ρέ­τη­σε, τούς δι­η­γή­θη­κε τά με­γα­λεῖ­α, τά ὁ­ποῖ­α μέ αὐ­τόν ἔ­κα­νε στά ἔ­θνη ὁ Θε­ός.

Ὕ­στε­ρα ἀ­πό λί­γες ἡ­μέ­ρες, ἀφοῦ συνέλαβαν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι τόν Παῦ­λο στό ἱ­ε­ρό, τόν ἔ­δει­ραν ἄ­σπλαγ­χνα καί, ἀφοῦ τόν ἔδεσαν, τόν ἔ­βα­λαν στήν φυ­λα­κή. Τήν ἐρ­χόμενη ἡ­μέ­ρα τόν ἐ­ξέ­τα­σε ὁ χι­λί­αρ­χος, τί φρο­νεῖ. Καί ὁ Παῦ­λος ἄρ­χι­σε στό μέ­σο τοῦ συ­νε­δρί­ου καί ­δι­η­γή­θηκε τήν γέν­νη­σι, τήν ἀ­να­τρο­φή, τήν αὔξησι τῆς ἡλικίας καί τήν μά­θη­σι καί τόν ζῆ­λο του. Τήν ἑπόμενη ἡ­μέ­ρα ­δι­η­γή­θηκε, πῶς τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Χρι­στός. Πῶς ἔχασε τό φῶς του καί πῶς πά­λι ἀ­νέ­βλε­ψε καί ὅ­τι κατε­δί­ω­κε τόν Χρι­στό ἀπό ἄγνοια, ὕ­στε­ρα ὅμως, ὅταν τόν γνώρισε ὠς ἀλη-θινό Θε­ό, τόν κη­ρύτ­τει σέ ὅ­λους. Ὅταν ἄκουσαν αὐτά οἱ Ἰουδαῖοι, πού κάθονταν στό Συ­νέ­δρι­ο, ­φώ­να­ξαν δυνατά στόν χι­λί­αρ­χο λέ­γον­τας· «Σήκωσέ τον ἀπό τήν γῆ αὐτόν». Τότε, ὅταν ἑτοιμάζονταν οἱ στρα­τι­ῶτες νά τόν δεί­ρουν, τούς ἀν­τι­στά­θηκε ὁ Ἀ­πό­στο­λος καί εἶπε, ὅ­τι δέν σᾶς ἐπιτρέπεται νά δεί­ρε­τε ἀ­κα­τά­κρι­το ἄν­θρω­πο Ρω­μαῖ­ο (διότι ὁ Παῦλος ἦταν  Ρω­μαῖ­ος, κα­θό­σον οἱ πρό­γο­νοί του ἦ­ταν ὑ­πήκο-οι στούς Ρω­μαί­ους μέ βασιλικό γράμμα, ὅπως ἑρ­μη­νεύ­ει ὁ κρι­τι­κός Φώ­τι­ος). Ὅταν ἄκουσε ὁ χι­λί­αρ­χος αὐτόν τόν λόγο, ­φο­βή­θηκε καί δέν τόν ἔ­δει­ρε, ἀλ­λά τόν ­πα­ρουσίασε στό Συ­νέ­δρι­ο, θέ­λον­τας νά μά­θη τά πε­ρί αὐ­τοῦ. Καί γιά νά συν­τομεύσω τόν λό­γο, ὁ Παῦ­λος, ἐ­πει­δή ἐ­πι­κα­λέ­σθηκε τόν καίσαρα, πού ἦταν στήν Ρώ­μη, γιά νά ­πά­η νά κρι­θῆ ἐ­κεῖ, γι’ αὐτό πῆγε στήν Ρώ­μη.

Βρίσκοντας τόν Παῦ­λο ἐ­κεῖ με­ρι­κοί ἀ­δελ­φοί, ­χά­ρη­καν πολύ. Ὅ­ταν δέ ὁ Παῦ­λος πα­ρουσιάσθηκε στόν καί­σα­ρα Νέ­ρω­να, ἐ­πει­δή δέν βρέ­θηκε σ’ αὐτόν κα­νέ­να πρᾶγ­μα ἄ­ξι­ο θα­νά­του, ἀ­πο­φα­σί­σθηκε ἀ­πό τόν Νέ­ρω­να, νά μεί­νη ἐ­λεύ­θε­ρος ὡς ἀ­θῶ­ος. Ἀ­πό τό­τε λοι­πόν πῆγε ὁ Παῦ­λος σέ ξε­χω­ρι­στό τό­πο καί ­κή­ρυτ­τε, ὅ­τι ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Υἱ­ός Θε­οῦ πρός ἐ­κεί­νους, πού πήγαιναν πρός αὐτόν. Ἀφοῦ λοιπόν ­πέ­ρα­σε κάποιος και­ρός, ἔ­γι­νε στόν Παῦ­λο θεί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψι, νά ἀ­φή­ση τήν Ρώ­μη καί νά πά­η στήν Ἰ­σπα­νί­α. Ὁπότε, πη­γαί­νον­τας ἐ­κεῖ ὁ Ἀ­πό­στο­λος, πολ­λούς ­βά­πτι­σε καί ἀ­σθε­νεῖς θεράπευσε καί Ἱ­ε­ρεῖς ­χει­ρο­τό­νη­σε καί ὅ­λους ­στή­ρι­ξε στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Καί πά­λι ἀ­πό τήν Ἰσπα­νί­α ἐπέστρεψε στήν Ρώ­μη. Ἔ­ξω λοιπόν στήν Ρώ­μη ὄντας, ­δί­δα­σκε καί ἔκανε νά τρέ­χη σ’ αὐ­τόν τό πλῆ­θος τοῦ λα­οῦ. Ἕ­νας οἰ­νο­χό­ος τοῦ βα­σι­λιᾶ, σκύβον­τας ἀ­πό ἕ­να μέ­ρος ὑ­ψη­λό καί προ­σέ­χον­τας στήν δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Παύ­λου, ἔ­πε­σε στήν γῆ καί ­πέ­θα­νε. Ὅταν ἄκουσε αὐτό ὁ Παῦ­λος, ­πρό­στα­ξε νά φέ­ρουν σ’ αὐ­τόν τόν νε­κρό. Ὁπότε, ἀφοῦ ἔβαλε ἐπάνω του τά χέρια του καί ἐ­πι­κα­λέσθηκε τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, τόν ἀ­νέ­στη­σε καί τόν πα­ρέ­δω­σε ὑ­γι­ῆ σ’ ἐ­κεί­νους πού ἔ­κλαι­γαν γι’ αὐ­τόν. Γι’ αὐ­τό καί αὐ­τός πού ἀ­να­στή­θη­κε πί­στε­ψε στόν Χρι­στό καί ἀ­φοῦ δέ­χθη­κε τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα, ἀ­νε­χώ­ρη­σε ἀ­πό τήν ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ βα­σι­λιᾶ. Ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε αὐ­τό ὁ βα­σι­λιάς, πρό­στα­ξε νά πα­ρου­σια­θῆ ὁ οἰ­νο­χό­ος στό βα­σι­λι­κό του βῆ­μα. Ὅ­ταν πα­ρου­σι­ά­σθη­κε τόν ρω­τοῦ­σε ὁ βα­σι­λιάς, ἐ­άν ἀρ­νῆ­ται τήν τοῦ Χρι­στοῦ πί­στι. Ὁ οἰ­νο­χό­ος ἀ­πάν­τη­σε, ὅ­τι δέν μπο­ροῦν νά μέ χω­ρί­σουν ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ οὔ­τε τά ἐ­νε­στῶ­τα, οὔ­τε τά μέλ­λον­τα, οὔ­τε ζω­ή, οὔ­τε θά­να­τος. Ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ βα­σι­λιάς καί ἀ­πό­ρη­σε, πρό­στα­ξε νά κα­τα­κα­οῦν ἀ­πό φω­τιά, ὅ­σοι Χρι­στια­νοί βρί­σκον­ται στήν φυ­λα­κή καί ὁ Παῦ­λος νά ἀ­πο­κε­φα­λι­σθῆ.

Ὁ­πό­τε οἱ δή­μιοι (δη­λα­δή οἱ ὑ­πη­ρέ­τες τῶν βα­σά­νων) πῆ­ραν τόν τοῦ Χρι­στοῦ θεῖ­ο Ἀ­πό­στο­λο καί τόν ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω ἀ­πό τήν Ρώ­μη, φρον­τί­ζον­τας νά τε­λει­ώ­σουν τήν βα­σι­λι­κή προ­στα­γή. Μί­α δέ γυ­ναῖ­κα, Περ­πέ­του­α ὀ­νό­μα­τι, μέ συ­νέρ­γεια τοῦ Δι­α­βό­λου, ἔ­χα­σε τό φῶς τοῦ δε­ξιοῦ μα­τιοῦ της. Βλέ­πον­τας ὅ­μως, ὅ­τι πή­γαι­ναν νά ἀ­πο­κε­φα­λί­σουν τόν Παῦ­λο, συμ­πό­νε­σε ἡ καρ­διά της καί δά­κρυ­σε. Ὁ δέ Παῦ­λος εἶ­πε πρός αὐ­τήν· «Ὦ γυ­ναί­κα, δός μου τό μαν­τή­λι σου καί, ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­ψω, πά­λι σοῦ τό δί­νω». Ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ἔ­δω­σε πρό­θυ­μα τό μαν­τή­λι της. Βλέ­πον­τας αὐ­τό οἱ στρα­τι­ῶ­τες, πε­ρι­γε­λῶν­τας, ἔ­λε­γαν στήν γυ­ναῖ­κα· «Πε­ρί­με­νε, γριά, αὐ­τόν, πού δέν ἐ­πι­στρέ­φει πλέ­ον». Ὅ­ταν ἔ­φθα­σαν στόν τό­πο τῆς κα­τα­δί­κης, ἑ­τοί­μα­σαν τόν Ἀ­πό­στο­λο, γιά νά τόν ἀ­πο­κε­φα­λί­σουν. Ὁ­πό­τε ἔ­δε­σαν τά μά­τια του μέ τό μαν­τή­λι τῆς μο­νό­φθαλ­μης γυ­ναί­κας. Καί ὅ­ταν ἀ­πέ­κο­ψαν τήν ἁ­γί­α του κε­φα­λή, ἔ­τρε­ξε αἷ­μα μα­ζί μέ γά­λα καί ἔ­βρε­ξε τά ἐν­δύ­μα­τα τοῦ Ἀ­πο­στό­λου, τό δέ μαν­δή­λι ἀ­ό­ρα­τα δό­θη­κε στήν μο­νό­φθαλ­μη γυ­ναί­κα καί ἀ­μέ­σως χα­ρί­σθη­κε σ’ αὐ­τήν καί τό φῶς τοῦ ὀ­φθαλ­μοῦ της. Καί ὅ­ταν οἱ δή­μιοι ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν τόν Ἀ­πό­στο­λο, ἐ­πι­στρέ­φον­τας βρῆ­καν τήν γυ­ναῖ­κα, πού κρα­τοῦ­σε στά χέ­ρια της τό μαν­τή­λι μα­τω­μέ­νο, τό ὁ­ποῖ­ο θερ­μά κα­τα­φι­λοῦ­σε καί ἔ­δει­χνε σ’ αὐ­τούς τόν ὀ­φθαλ­μό της ὑ­γιῆ καί βλέ­πον­τα, ἡ ὁ­ποί­α καί ἔ­λε­γε· «Ζῆ Κύ­ριος, δέν εἶ­ναι ἄλ­λος Θε­ός, ἐ­κτός ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον, τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ Παῦ­λος κή­ρυτ­τε». Ὁ­πό­τε καί αὐ­τοί, ἀ­φοῦ θαύ­μα­σαν τό γε­γο­νός, πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό καί μα­ζί μέ αὐ­τήν πῆ­γαν στόν Νέ­ρω­να, κη­ρύτ­τον­τας με­γα­λό­φω­να τά με­γα­λεῖ­α του Θε­οῦ. Ὁ Νέ­ρων νι­κη­μέ­νος ἀ­πό τόν θυ­μό, πρό­στα­ξε νά λά­βη ὁ κα­θέ­νας ἀ­πό αὐ­τούς δι­α­φο­ρε­τι­κή τι­μω­ρί­α. Καί ὁ μέν πρῶ­τος δή­μιος ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε, ὁ δεύ­τε­ρος σχί­σθη­κε στό μέ­σον μέ τό σπα­θί καί ὁ τρί­τος λι­θο­βο­λή­θη­κε. Ἡ δέ Περ­πε­τού­α φυ­λα­κί­σθη­κε. Πη­γαί­νον­τας ὅ­μως σ’ αὐ­τήν ἡ βα­σί­λισ­σα καί σύ­ζυ­γος τοῦ Νέ­ρω­να, μα­ζί μέ τίς τι­μι­ώ­τε­ρες γυ­ναῖ­κες τῆς Ρώ­μης, δι­δά­χθη­καν ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν ἀ­λη­θι­νή καί βέ­βαι­η πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ καί μέ τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα τε­λει­ώ­θη­καν. Ὅ­ταν ἔ­μα­θε αὐ­τά ὁ Νέ­ρων, τήν μέν Περ­πε­τού­α τήν ἔ­δει­ρε ἀρ­κε­τά καί κα­τό­πιν, ἀ­φοῦ ἔ­δε­σε στόν λαι­μό της μί­α πέ­τρα τοῦ μύ­λου, τήν ἔρ­ρι­ξε στόν βυ­θό. Τίς ὑ­πό­λοι­πες ὅ­μως γυ­ναῖ­κες τίς ἀ­πο­κε­φά­λι­σε, ἐ­πει­δή δέν θέ­λη­σαν νά ἀρ­νη­θοῦν τόν Χρι­στό. Βρῆ­κε ὅ­μως ἡ θεί­α ἐκ­δί­κη­σι τόν ἀ­σε­βῆ Νέ­ρω­να. Δι­ό­τι αὐ­τός, ἐ­πει­δή μι­σή­θη­κε ἀ­πό τόν λα­ό τῆς Ρώ­μης, ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό βα­σί­λει­ο καί βά­δι­ζε μέ­σα στά δά­ση καί τά λαγ­κά­δια, προ­τι­μῶν­τας πε­ρισ­σό­τε­ρο νά πε­θά­νη, πα­ρά νά ζῆ. Ὁ­πό­τε ταλαι­πω­ρη­μέ­νος ἀ­πό τό κρύ­ο καί τήν πεῖ­να, μέ κα­κό τρό­πο τε­λεί­ω­σε τήν ζω­ή, γε­νό­με­νος τροφή στά θη­ρί­α ὁ ἀ­σε­βής καί πα­ρα­νο­μώ­τα­το­ς.[6]

Τρί­τος Ἀ­πό­στο­λος τοῦ Κυ­ρί­ου εἶ­ναι ὁ πρω­τό­κλη­τος Ἀν­δρέ­ας, ὁ καί ἀ­δελ­φός τοῦ Πέ­τρου. Αὐτός λοι­πόν κή­ρυ­ξε τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο σέ ὅ­λα τά πα­ρα­θα­λάσ­σι­α μέ­ρη τῆς Μαύ­ρης Θά­λασ­σας καί Βι­θυ­νί­ας καί Ἀρ­με­νί­ας καί, ἀφοῦ ἐπέστρεψε μέσω τῆς Βυ­ζαν­τί­δας, ­κα­τέ­βηκε μέχρι τήν Ἑλ­λά­δα, πη­γαί­νον­τας δέ στίς Πά­τρες τῆς Ἀ­χα­ΐ­ας, ­σταυ­ρώ­θηκε ἀ­πό τόν Αἰ­γε­ά­τη. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 30ή Νο­εμ­βρί­ου).

Τέ­ταρ­τος εἶ­ναι ὁ Ἰ­ά­κω­βος, ὁ τοῦ Ζε­βε­δαί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ­κή­ρυ­ξε τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο σέ ὅ­λη τήν Ἰ­ου­δαί­α καί ὕ­στε­ρα ­θα­να­τώ­θηκε μέ μά­χαι­ρα ἀ­πό τόν Ἡ­ρώ­δη Ἀ­γρίπ­πα γιά τήν μεγάλη παρ­ρη­σί­α, πού εἶ­χε. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 30ή Ἀ­πριλί­ου.)

Πέμ­πτος εἶ­ναι Ἰ­ω­άν­νης ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής καί Θε­ο­λό­γος, ὁ καί ἀ­δελ­φός Ἰ­α­κώ­βου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­πε­σε στό στῆ­θος τοῦ Χρι­στοῦ. Αὐ­τός κή­ρυ­ξε τό Εὐ­αγ­γέ­λιο στήν Ἀ­σί­α καί, ἀ­φοῦ ἐ­ξω­ρί­σθη­κε στήν Πά­τμο ἀ­πό τόν Δο­με­τια­νό, πολ­λά πλή­θη ἄ­πι­στων πρό­σφε­ρε στόν Χρι­στό καί ἐ­πι­στρέ­φον­τας στήν Ἔ­φε­σο, ἀ­να­παύ­θη­κε εἰ­ρη­νι­κά, ὄν­τας πλή­ρης ἡ­με­ρῶν. (Βλέ­πε γι’ αὐ­τόν ἀ­να­λυ­τι­κώ­τε­ρα στήν 26η Σε­πτεμ­βρί­ου).

Ἕ­κτος εἶ­ναι ὁ Φί­λιπ­πος, ὁ ἀ­πό Βηθ­σα­ϊ­δᾶ τῆς Γα­λι­λαί­ας, συμ­πα­τρι­ώ­της τοῦ Ἀν­δρέ­α καί Πέ­τρου. Αὐτός ­κή­ρυ­ξε τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο στήν Ἀ­σί­α καί Ἱ­ε­ρά­πο­λι μα­ζί μέ τήν ἀ­δελ­φή του Μα­ρι­ά­μνη καί μέ τόν Βαρ­θο­λο­μαῖ­ο. Ὕ­στε­ρα, ἀφοῦ σταυρώθηκε ἀπό τούς Ἕλληνες, ­θα­να­τώ­θηκε σ’ αὐτήν τήν Ἱ­ε­ρά­πο­λι. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 14η Νο­εμ­βρί­ου).

Ἕ­βδο­μος εἶ­ναι ὁ Θω­μᾶς ὁ λεγόμενος καί Δί­δυ­μος, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀφοῦ κήρυξε τόν Χρι­στό σέ Πάρ­θους καί Μή­δους καί Πέρ­σες καί Ἰν­δούς, κτυ­πή­θηκε ἀ­πό αὐ­τούς μέ κον­τά­ρια καί ­τε­λει­ώ­θηκε. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 6η  Ὀ­κτω­βρί­ου).

 Ὄ­γδο­ος εἶ­ναι ὁ Βαρ­θο­λο­μαῖ­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ­κή­ρυ­ξε τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο τοῦ Χρι­στοῦ στούς Ἰν­δούς, τούς λεγόμενους Εὐ­δαί­μο­νες, καί, ἀφοῦ σταυρώ-θηκε στήν Οὐρ­βα­νό­πο­λι, ­τε­λει­ώ­θηκε. (Βλέπε ἀναλυτικώ-τερα στήν 11η Ἰ­ου­νί­ου. γιά δέ τό λείψανό του βλέπε στήν 25η Αὐ­γού­στου).

Ἔ­να­τος εἶ­ναι ὁ Ματ­θαῖ­ος, ὁ ὁποῖος λέγεται καί Λευ­ΐ, ἀ­δελ­φός Ἰ­α­κώ­βου τοῦ Ἀλ­φαί­ου, ὁ τε­λώ­νης καί Εὐ­αγ­γε­λι­στής, ὁ ὁποῖος ἔκανε μεγάλη ὑποδοχή στόν Ἰ­η­σοῦ. Αὐτός, ἀφοῦ κήρυξε τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο στήν Ἱ­ε­ρά­πο­λι τῆς Συ­ρί­ας καί, ἀφοῦ λιθοβολήθηκε, τε­λει­ώ­θηκε. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 16η Νο­εμ­βρί­ου).

Δέ­κα­τος εἶ­ναι ὁ Ἰ­ά­κω­βος ὁ Ἀλ­φαί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν καί ἀ­δελ­φός Ματ­θαί­ου (δι­ό­τι καί οἱ δύ­ο εἶ­χαν πα­τέ­ρα τόν Ἀλ­φαῖ­ο). Αὐ­τός λοι­πόν κή­ρυ­ξε τόν Χρι­στό στά ἔ­θνη, γι’ αὐ­τό καί ὠ­νο­μά­σθη­κε σπέρ­μα θεῖ­ο. Ἀ­φοῦ ὅ­μως γρή­γο­ρα καί μέ προ­θυ­μί­α προ­χώ­ρη­σε στό κή­ρυγ­μα, ἐ­λέγ­χον­τας τούς ἀ­παί­δευ­τους λα­ούς, κρε­μά­σθη­κε σέ σταυ­ρό καί πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. (Βλέ­πε γι’ αὐ­τόν στήν 26η Μα­ΐ­ου).

Ἑν­δέ­κα­τος εἶ­ναι ὁ Σί­μων ὁ Ζη­λω­τής, ὁ κα­τα­γό­με­νος ἀ­πό τήν Κα­νᾶ τῆς Γα­λι­λαί­ας, ὁ ὁποῖος ὀ­νο­μά­ζε­ται Να­θα­να­ήλ στό κα­τά Ἰ­ω­άν­νη Εὐ­αγ­γέ­λι­ο. Αὐτός λοι­πόν ­κή­ρυ­ξε σέ ὅ­λη τήν Μαυ­ρι­τα­νί­α καί τήν χώ­ρα τῆς Ἀ­φρι­κῆς τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο τοῦ Χρι­στοῦ καί, ἀφοῦ σταυ­ρώθηκε, τε­λει­ώθηκε. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 10η Μα­ΐ­ου.)

Δω­δέ­κα­τος εἶ­ναι ὁ Ἰ­ού­δας Ἰ­α­κώ­βου, ὁ ὁποῖος ἀπό μέν τόν Λουκᾶ ὀνομάζεται Ἰ­ού­δας τοῦ Ἰ­α­κώ­βου, τό­σο στό Εὐ­αγ­γέ­λι­ό του, ὅ­σο καί στίς Πρά­ξεις, ἀπό δέ τόν Ματθαῖο ὀ­νο­μά­ζε­ται Θαδ­δαῖ­ος καί Λευ­αῖ­ος, ἀ­δελ­φός κα­τά σάρ­κα γενόμενος τοῦ Κυ­ρί­ου. Αὐτός ­κή­ρυ­ξε τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο στήν Με­σο­πο­τα­μί­α, τελικά ὅμως τε­λει­ώ­θηκε στήν πό­λι Ἀ­ρα­ράτ, ἀφοῦ κρεμάσθηκε ἀπό τούς ἄπιστους καί κτυπήθηκε μέ τόξα. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 16η Ἰ­ου­νί­ου[7].)

Ὁ Ματ­θί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος συ­να­ριθ­μή­θη­κε μέ τούς ἕν­δε­κα Ἀ­πο­στό­λους με­τά τήν Ἀ­νά­λη­ψι, κή­ρυ­ξε τό Εὐ­αγ­γέ­λιο στήν Αἰ­θι­ο­πί­α καί, ἀ­φοῦ ὑ­πέ­στη πολ­λές τι­μω­ρί­ες ἀ­πό τούς ἄ­πι­στους, πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του στά χέ­ρια του. (Βλέ­πε γι’ αὐ­τόν στήν 9η Αὐ­γού­στου).

Ὁ Ἰ­ά­κω­βος, ὁ ἀ­δελ­φός τοῦ Κυ­ρί­ου, ὁ καί υἱ­ός τοῦ Ἰ­ω­σήφ τοῦ μνή­στο­ρα, ἔ­γι­νε πρῶ­τος Ἐ­πί­σκο­πος τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων. Ἀ­φοῦ κρε­μά-σθη­κε ὅ­μως ἀ­πό τούς Ἰ­ου­δαί­ους ἐ­πά­νω ἀ­πό τό πτε­ρύ­γιο, δη­λα­δή τό το­ξά­το καί ἐ­ξω­πέ­τα­κτο τοῦ ἱ­ε­ροῦ καί κτυ­πή­θη­κε στήν κε­φα­λή μέ τό ξύ­λο τῶν κνα­φέ­ων, δη­λα­δή ἐ­κεί­νων πού πλέ­νουν τά ροῦ­χα, τε­λει­ώ­θη­κε. (Βλέ­πε γι’ αὐ­τόν ἀ­να­λυ­τι­κώ­τε­ρα στήν 23η Ὀ­κτω­βρί­ου).

Ὁ Σί­μων ὁ λε­γό­με­νος καί Συ­με­ών καί Κλε­ό­πας, ἦ­ταν βέ­βαι­α υἱ­ός τοῦ Ἰ­ω­σήφ τοῦ μνή­στο­ρα καί ἀ­δελ­φός Ἰ­α­κώ­βου τοῦ ἀ­δελ­φο­θέ­ου. Ἔ­γι­νε ὅ­μως δεύ­τε­ρος Ἐ­πί­σκο­πος τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων καί ἔ­ζη­σε ἑ­κα­τόν εἴ­κο­σι χρό­νια. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἦ­ταν συγ­γε­νής τοῦ Κυ­ρί­ου καί κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν φυ­λή τοῦ Ἰ­ού­δα, γι’ αὐ­τό κα­τα­δι­κά­σθη­κε ἀ­πό τόν βα­σι­λιά Δο­με­τια­νό, κα­τά τό ἔ­τος 82, νά πι­ῆ φαρ­μά­κι, τό ὁ­ποῖ­ο κα­τα­σκεύ­α­σαν ἀ­πό σκορ­πιούς καί φί­δια καί φα­λάγ­για καί ἄλ­λα φαρ­μα­κε­ρά θη­ρί­α· δέν ἐ­πα­θε ὅ­μως κα­νέ­να κα­κό. Ὁ­πό­τε ἀρ­γό­τε­ρα, ἀ­φοῦ σταυ­ρώ­θη­κε ἀ­πό τόν βα­σι­λιά Τρα­ϊ­α­νό κα­τά τό ἔ­τος 98, τε­λει­ώ­θη­κε. (Βλέ­πε γι’ αὐ­τόν ἀ­να­λυ­τι­κώ­τε­ρα στήν 27η  Ἀ­πρι­λί­ου).

Ὁ Βαρ­νά­βας ὁ λε­γό­με­νος καί Ἰ­ω­σῆς στίς Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων (κεφ. 4,36) ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πό τούς Ἑ­βδο­μή­κον­τα. Αὐ­τός ἀν­τέ­γρα­ψε τό κα­τά Ματ­θαῖ­ον Εὐ­αγ­γέ­λιο καί τε­λει­ώ­θη­κε στήν νῆ­σο Κύ­προ. (Βλέ­πε γι’ αὐ­τόν ἀ­να­λυ­τι­κώ­τε­ρα στήν 11η Ἰ­ου­νί­ου).

Ὁ Μᾶρ­κος ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν υἱ­ός κα­τά πνεῦ­μα τοῦ Κο­ρυ­φαί­ου Πέ­τρου, κή­ρυ­ξε τό Εὐ­αγ­γέ­λιο στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια καί σέ ὅ­λη τήν πε­ρί­χω­ρο μέ­χρι τήν Πεν­τά­πο­λι. Στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια, ἀ­φοῦ σύρ­θη­κε ἐ­πά­νω σέ πέ­τρες, τε­λει­ώ­θη­κε καί τά­φη­κε ἐ­κεῖ. (Βλέ­πε γι’ αὐ­τόν ἀ­να­λυ-τι­κώ­τε­ρα στήν 25η  Ἀ­πρι­λί­ου).

Ὁ Λου­κᾶς, ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής καί ἰα­τρός, ὁ συ­νέκ­δη­μος Παύ­λου, συ­νέ­γρα­ψε τό δι­κό του Εὐ­αγ­γέ­λιο μέ ὑ­πα­γό­ρευ­σι τοῦ μα­κά­ριου Παύ­λου. Ἐ­πί πλέ­ον συ­νέ­γρα­ψε καί τίς Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων. Ἀ­φοῦ ὅ­μως αὐ­τός ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό τήν Ρώ­μη, (δι­ό­τι ὁ Παῦ­λος ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ) πε­ρι­ῆλ­θε ὅ­λη τήν Ἑλ­λά­δα καί κή­ρυ­ξε τό Εὐ­αγ­γέ­λιο. Πη­γαί­νον­τας ὅ­μως στίς Θῆ­βες τῆς Βοι­ω­τί­ας, ἐ­κεῖ εἰ­ρη­νι­κά τε­λει­ώ­θη­κε, ὀ­γδόν­τα χρό­νων γέ­ρον­τας. Λέ­νε δέ ὅ­τι αὐ­τός πρῶ­τος ζω­γρά­φη­σε τήν εἰ­κό­να τοῦ Δε­σπό­του Χρι­στοῦ καί τῆς Μη­τέ­ρας του καί τῶν Κο­ρυ­φαί­ων Ἀ­πο­στό­λων καί ἀ­πό τό­τε δι­α­δό­θη­κε σέ ὅ­λο τόν κό­σμο αὐ­τό τό εὐ­σε­βές καί πάν­τι­μο ἔρ­γο τῆς εἰ­κο­νο­γρα­φί­ας. (Βλέ­πε γι’ αὐ­τόν ἀ­να­λυ­τι­κώ­τε­ρα στήν 18η Ὀ­κτω­βρί­ου[8]).

Ὁ Φί­λιπ­πος, ὁ ἀ­να­φε­ρό­με­νος στίς Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων καί κα­τα­γό­με­νος ἀ­πό τήν Και­σά­ρεια τῆς Πα­λαι­στί­νης, πῆ­ρε νό­μι­μη γυ­ναῖ­κα καί εἶ­χε τέσ­σε­ρις θυ­γα­τέ­ρες προ­φή­τι­δες. Αὐ­τός ἔ­γι­νε δι­ά­κο­νος ἀ­πό τούς Ἀ­πο­στό­λους καί βά­πτι­σε τόν Σί­μω­να τόν Μά­γο, ὁ ὁ­ποῖ­ος πί­στε­ψε ὑ­πο­κρι­τι­κά. Αὐ­τός βά­πτι­σε καί τόν Αἰ­θί­ο­πα τόν εὐ­νοῦ­χο. Ἀ­φοῦ κή-ρυ­ξε τό Εὐ­αγ­γέ­λιο στήν Τράλ­λι τῆς Μι­κρᾶς Ἀ­σί­ας μα­ζί μέ τίς θυ­γα­τέ­ρες του, ἐ­κεῖ ἀ­πῆλ­θε πρός Κύ­ριο. (Βλέ­πε γι’ αὐ­τόν ἀ­να­λυ­τι­κώ­τε­ρα στήν 11η  Ὀ­κτω­βρί­ου).

Ὁ Ἀ­να­νί­ας, ὁ Ἀ­πό­στο­λος ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος Δα­μα­σκοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τό­πιν ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως τόν Παῦ­λο βά­πτι­σε. Αὐ­τός, ἐ­πει­δή ἔ­κα­μνε πολ­λά θαύ­μα­τα καί θε­ρα­πεῖ­ες, τό­σο στήν Δα­μα­σκό, ὅ­σο καί στήν Ἐ­λευ­θε­ρού­πο­λι, γι’ αὐ­τό δάρ­θη­κε μέ βού­νευ­ρα ἀ­πό τόν ἡ­γε­μό­να Λου­κια­νό καί ξέ­σθη­κε στά πλευ­ρά καί κά­η­κε μέ λαμ­πά­δες ἀ­ναμ­μέ­νες, καί, ἀ­φοῦ τόν ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι, τόν λι­θο­βό­λι­σαν. (Βλέ­πε γι’ αὐ­τόν ἀ­να­λυ­τι­κώ­τε­ρα στήν 1η Ὀ­κτω­βρί­ου).

Ὁ Ἰ­ω­σήφ, ὁ λε­γό­με­νος καί Ἰ­οῦ­στος καί Βαρ­σα­βᾶς στίς Πρά­ξεις, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε σύμ­ψη­φος μέ τόν Ματ­θί­α, αὐ­τός, ὄν­τας ἕ­νας ἀ­πό τούς Ἑ­βδο­μή­κον­τα μα­θη­τές, εἰ­ρη­νι­κά τε­λει­ώ­θη­κε. (Βλέ­πε γι’ αὐ­τόν στήν 30ή Ὀ­κτω­βρί­ου).

Ὁ Στέ­φα­νος, ὁ Πρω­το­μάρ­τυ­ρας, ὁ πρῶ­τος ἀ­πό τούς ἑ­πτά Δι­α­κό­νους καί ἕ­νας ἀ­πό τούς ἑ­βδο­μή­κον­τα Μα­θη­τές, ὁ ἀ­να­φε­ρό­με­νος στίς Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων, λι­θο­βο­λή­θη­κε ἀ­πό τούς Ἰ­ου­δαί­ους γιά τήν θερ­μή πί­στι, πού εἶ­χε, ἐ­νῶ συ­νερ­γοῦ­σε στόν φό­νο του καί ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἄ­πι­στος, καί ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Ὕ­στε­ρα ὅ­μως στά χρό­νια τοῦ Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου με­τα­φέρ­θη­κε τό ἅ­γιο λεί­ψα­νό του στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί το­πο­θε­τή­θη­κε στήν το­πο­θε­σί­α, πού λέ­γε­ται Κων­σταν­τια­νές. (Βλέ­πε γι’ αὐ­τόν ἀ­να­λυ­τι­κώ­τε­ρα στήν 27η Δε­κεμ­βρί­ου. Γιά δέ τήν εὕ­ρε­σι τοῦ λει­ψά­νου του, βλέ­πε στήν 15η Σε­πτεμ­βρί­ου καί γιά τήν ἀ­να­κο­μι­δή τοῦ λει­ψά­νου του, βλέ­πε στήν 2α Αὐ­γού­στου).

Ὁ Πρό­χο­ρος ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πό τούς ἑ­πτά Δι­α­κό­νους καί, ὄν­τας ἀ­πό τούς Ἑ­βδο­μή­κον­τα, ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος τῆς Νι­κο­μή­δειας τῆς Βι­θυ­νί­ας, ἡ ὁ­ποί­α λέ­γε­ται στήν τουρ­κι­κή γλῶσ­σα Σμί­τη, <καί> εἰ­ρη­νι­κά τε­λει­ώ­θη­κε. (Βλέ­πε γι’ αὐ­τόν στήν 28η Αὐ­γού­στου [[Ἰ­ου­λί­ου]­]­.)

Ὁ Νι­κά­νωρ, ὄν­τας ἕ­νας καί αὐ­τός ἀ­πό τούς ἑ­πτά Δι­α­κό­νους καί τούς Ἑ­βδο­μή­κον­τα, εἰ­ρη­νι­κά τε­λει­ώ­θη­κε. (Βλέ­πε γι’ αὐ­τόν στήν 28η Αὐ­γού­στου [[Ἰ­ου­λί­ου]­]­.)

Ὁ Τί­μων καί αὐ­τός ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πό τούς ἑ­πτά Δι­α­κό­νους καί γε­νό­με­νος Ἐ­πί­σκο­πος Βό­στρων τῆς Ἀ­ρα­βί­ας, κα­τα­κά­η­κε μέ φω­τιά ἀ­πό τούς Ἕλ­λη­νες. (Βλέ­πε γι’ αὐ­τόν ἀ­να­λυ­τι­κώ­τε­ρα στήν 28η  Ἰ­ου­λί­ου.)

Ὁ Παρ­με­νᾶς καί αὐ­τός ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πό τούς ἑ­πτά Δι­α­κό­νους, ὁ ὁ­ποῖ­ος μπρο­στά στούς Ἁ­γί­ους Ἀ­πο­στό­λους τε­λει­ώ­θη­κε στήν δι­α­κο­νί­α του. (Βλέ­πε γι’ αὐ­τόν ἀ­να­λυ­τι­κώ­τε­ρα στήν 2α Μαρ­τί­ου [[εἰ­κο­στή ὀ­γδό­η Ἰ­ου­λί­ου]­]­.)

Πρέ­πει δέ νά γνω­ρί­ζου­με, ὅ­τι οἱ ἀ­νω­τέ­ρω πα­νεύ­φη­μοι Ἀ­πό­στο­λοι, τό­σο οἱ Δώ­δε­κα, ὅ­σο καί οἱ κα­τώ­τε­ροι ἀ­πό αὐ­τούς Ἑ­βδο­μή­κον­τα, τούς ὁ­ποί­ους ὁ Κύ­ριος Ἀ­πο­στό­λους ἀ­νέ­δει­ξε, μα­ζί μέ τίς σε­πτές Μυ­ρο­φό­ρες καί πι­στές γυ­ναῖ­κες, αὐ­τοί, λέ­ω, ὅ­λοι ἑ­κα­τόν εἴ­κο­σι ὄν­τας στόν ἀ­ριθ­μό, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρουν οἱ Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων, δέν βα­πτί­σθη­καν μέ «τό δι’ ὕ­δα­τος βά­πτι­σμα», δι­ό­τι ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριος τούς ὑ­πο­σχέ­θη­κε, ὅ­τι θά βα­πτι­σθοῦν «ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ»· «Ἰ­ω­άν­νης γάρ φη­σι, ἐ­βά­πτι­σεν ὕ­δα­τι, ὑ­μεῖς δέ βα­πτι­σθή­σε­σθε ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ», καί κα­θό­σον, ὅ­ταν κα­τέ­βη­κε τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο σέ ὅ­λους τούς πα­ρα­πά­νω κα­τά τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Πεν­τη­κο­στῆς, τούς γέ­μι­σε ἀ­πό τά χα­ρί­σμα­τά του, ὅ­πως καί ὁ Προ­φή­της Ἰ­ω­ήλ προ­φή­τευ­σε, ὁ­πό­τε ἀρ­γό­τε­ρα δέν χρει­ά­σθη­καν ἄλ­λο βά­πτι­σμα[9].



[1]   Βλέπε στό Συ­να­ξά­ρι­ του κα­τά τήν 17η Ὀ­κτω­βρί­ου.

[2]   . Ὁ­πό­τε καί οἱ δώ­δε­κα ἐ­κεῖ­νες πη­γές, τίς ὁ­ποῖ­ες βρῆ­καν οἱ υἱ­οί Ἰσ­ρα­ήλ στήν Αἰ­λείμ, ὅ­πως γρά­φε­ται στό 15ο κε­φά­λαι­ο, στίχ. 27 τῆς Ἐ­ξό­δου, καί αὐ­τές, λέ­ω, τούς δώ­δε­κα Ἀ­πο­στό­λους προ­ει­κό­νι­ζαν, κα­τά τόν Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας Κύ­ριλ­λο, πού λέ­ει· «Ἑρ­μη­νεύ­ε­ται δέ τό Αἰ­λείμ σέ ἀ­νά­βα­σι ἤ αὔ­ξη­σι. Ἀ­να­βαί­νον­τας λοι­πόν σέ τε­λει­ό­τε­ρη σύ­νε­σι καί σέ αὔ­ξη­σι ἀ­να­τρέ­χον­τας πνευ­μα­τι­κή, θά βροῦ­με τίς δώ­δε­κα πη­γές, δη­λα­δή τούς Ἁ­γί­ους Ἀ­πο­στό­λους. Καί πο­λύ εὔ­λο­γα μέ­ πη­γές οἱ μα­θη­τές πα­ρο­μοι­ά­ζον­ται … δι­ό­τι ἀν­τλοῦ­με ἀ­πό πη­γές, ἀ­πό τούς Μα­θη­τές τοῦ Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ Μα­θη­τῶν, τήν γνῶ­σι κά­θε ἀ­γα­θοῦ». Καί πά­λι· «Τό ὅ­τι πράγ­μα­τι εἶ­ναι πη­γές οἱ θε­σπέ­σιοι μα­θη­τές, πη­γά­ζον­τας σ’ ἐ­μᾶς τόν θεῖ­ο καί σω­τή­ριο καί ἀ­ναγ­καῖ­ο γιά τήν ζω­ή λό­γο, θά τό ἀ­πο­δεί­ξη ὁ τῶν ὅ­λων Θε­ός πο­λύ κα­λά σ’ αὐ­τούς πού εἶ­ναι ἔ­χουν δι­­και­ω­θῆ μέ τόν νό­μο, λέ­γον­τας·  “Ἀν­τλή­σα­τε ὕ­δωρ ἐκ τῶν πη­γῶν τοῦ σω­τη­ρί­ου”» (Ἡ­σ. 12,3).

 

[3]   Γι’ αὐ­τόν τόν Σί­μω­να γρά­φει ὁ θεῖ­ος Ἰ­ου­στῖ­νος ὁ Φι­λό­σο­φος καί Μάρ­τυ­ρας στήν ἀ­πο­λο­γί­α πρός τόν Ἀν­τω­νῖνο ὑ­πέρ τῶν Χρι­στια­νῶν· «Ὅ­τι με­τά τήν Ἀ­νά­λη­ψι τοῦ Κυ­ρί­ου στόν Οὐ­ρα­νό, οἱ δαί­μο­νες πρό­βα­λαν με­ρι­κούς ἀν­θρώ­πους, πού ἀ­να­κή­ρυτ­ταν τόν ἑ­αυ­τό τους ὡς θε­ό. Αὐ­τοί ὄ­χι μό­νο δέν ἐκ­δι­ώ­χθη­καν ἀ­πό ἐ­σᾶς (τούς Ρω­μαί­ους δη­λα­δή) ἀλ­λά καί τι­μῶν ἀ­ξι­ώ­θη­καν. Ἕ­νας ἀ­πό αὐ­τούς ἦ­ταν καί ὁ Σί­μων ὁ Σα­μα­ρέ­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος στά χρό­νια τοῦ Καί­σα­ρα Κλαυ­δί­ου, ἀ­φοῦ μέ τήν βο­ή­θεια τῶν δαι­μό­νων ἔ­κα­νε πολ­λές μα­γι­κές δυ­νά­μεις, στήν πό­λι σας, στήν βα­σι­λί­δα Ρώ­μη, θε­ός ὠ­νο­μά­σθη­κε». Καί πά­λι λέ­ει· «Στήν πό­λι σας, τήν βα­σι­λί­δα Ρώ­μη, θε­ός ὠ­νο­μά­σθη­κε (ὁ Σί­μων) καί κά­ποι­ο ἄ­γαλ­μα ἀ­πό σᾶς κατασκευάσθηκε στόν Τί­βε­ρι πο­τα­μό, με­τα­ξύ τῶν δύ­ο γε­φυ­ρῶν, ἔ­χον­τας τήν ἑ­ξῆς Ρω­μα­ϊ­κή ἐ­πι­γρα­φή· “S­i­m­o­ni, d­eo s­a­n­c­to”, δη­λα­δή τόν ἀν­δριά­ντα αὐ­τόν ἀ­φι­ε­ρώ­νου­με στόν Σί­μω­να θε­ό ἅ­γιο». (Μο­λο­νό­τι ἄλ­λοι γι’ αὐ­τό ἔ­χουν δι­α­φο­ρε­τι­κή γνώ­μη). Γρά­φει δέ καί ὁ Με­λέ­τιος στόν πρῶ­το τό­μο τῆς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς Ἱ­στο­ρί­ας τά ἴ­δια πού γρά­φει καί ἐ­δῶ ὁ Συ­να­ξα­ρι­στής, δη­λα­δή, ὅ­τι ὁ Πέ­τρος, ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­κε, ἔρ­ρι­ξε τόν Σί­μω­να ἀ­πό τά ὕ­ψη κά­τω καί τήν δύ­να­μί του κα­τάρ­γη­σε καί ἔ­σβη­σε, ἀ­πο­δει­κνύ­ον­τας τήν δι­α­φο­ρά τῆς θεί­ας χά­ρι­τος ἀ­πό τήν γο­η­τεί­α. Δέν ἔ­κα­νε ὅ­μως τό θαῦ­μα αὐ­τό στήν ἐ­πο­χή τοῦ Κλαυ­δί­ου, ὅ­πως λέ­ει αὐ­τός, ἀλ­λά τήν ἐ­πο­χή τοῦ Νέ­ρω­να, ὅ­πως ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ἄλ­λοι κρι­τι­κοί. (Καί βλέ­πε στήν Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δα).

[4]   Τό μαρ­τύ­ρι­ο τοῦ Πέ­τρου καί Παύ­λου ἄλλοι τό χρονολογοῦν, ὅ­τι ἔ­γι­νε κα­τά τό 67 ἔ­τος. Ὁ Εὐ­σέ­βι­ος λέ­ει, ὅ­τι ἔ­γι­νε κα­τά τό 69 ἔ­τος ἀ­πό Χρι­στοῦ, τοῦ δέ Νέ­ρω­να κα­τά τό 14 ἔ­τος καί τε­λευ­ταῖ­ο. (Βλέπε τήν Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δα).

[5]   Γιά τό ὄ­νο­μα τοῦ Παύ­λου, ἐ­κτός ἀ­πό ἐ­κεῖ­να, πού εἴ­πα­με στό Προ­οί­μιο τῆς με­τα­φρά­σε­ως τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἑρ­μη­νεί­ας τῶν δε­κα­τεσ­σά­ρων τοῦ Παύ­λου Ἐ­πι­στο­λῶν, προ­σθέτου­με καί τά ἑ­ξῆς ἐ­δῶ· Ὁ θεῖ­ος Ἱ­ε­ρώ­νυ­μος στό ἔρ­γο του πε­ρί τῶν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων, στό ὄ­νο­μα Παῦ­λος λέ­ει ὅ­τι, ὁ Παῦ­λος Σέρ­γιος, ὁ ἀν­θύ­πα­τος τῆς Πά­φου στήν Κύ­προ, χά­ρι­σε στόν Ἀ­πό­στο­λο τό δι­κό του ὄ­νο­μα, τό Παῦ­λος δη­λα­δή, ὡς ση­μεῖ­ο εὐ­χα­ρι­στί­ας, δι­ό­τι ὁ Παῦ­λος αὐ­τός βλέ­πον­τας, ὅτι ὁ Ἀ­πό­στο­λος τύ­φλω­σε τόν Ἐ­λύ­μα (τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­ρα­βι­κά ση­μαί­νει μά­γος) ἄ­νοι­ξε τούς νο­ε­ρούς ὀ­φθαλ­μούς του καί πί­στε­ψε στόν Χρι­στό. Γι’ αὐ­τό καί ὁ ἱ­ε­ρός Λου­κᾶς στίς Πρά­ξεις ἀ­πό τό­τε καί ὕ­στε­ρα πάν­το­τε ὀ­νο­μά­ζει τόν Ἀ­πό­στο­λο, Παῦ­λο καί ὄ­χι Σαῦ­λο, ὅ­πως τόν ὠ­νό­μα­ζε προ­η­γου­μέ­νως. Ὁ δέ Ὠ­ρι­γέ­νης στήν Ἔ­ξο­δο καί ὁ Χρυ­σό­στο­μος στίς Πρά­ξεις, Ὁ­μι­λί­α κη΄ καί ἄλ­λοι ἀ­κό­μη πα­ρέ­δω­σαν, ὅ­τι καί ὁ ἀ­νω­τέ­ρω Ἐ­λύ­μας, ὁ ὁ­ποῖ­ος λέ­γε­ται καί Βα­ρι­η­σοῦς, ἐ­πέ­στρε­ψε στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ καί μα­ζί μέ τό φῶς τῶν αἰ­σθη­τῶν ὀ­φθαλ­μῶν ἔ­λα­βε καί τό φῶς τῶν ψυ­χι­κῶν. (Βλέ­πε στήν νε­ο­τύ­πω­τη Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δα σελ. 144).

 

[6]   Ἀ­πό τόν Με­λέ­τιο γρά­φε­ται, ὅ­τι ὁ Νέ­ρω­νας θα­να­τώ­θη­κε μό­νος του μέ τό μα­χαί­ρι, ἀ­φοῦ βα­σί­λευ­σε χρό­νους δε­κα­τρεῖς, μῆ­νες ὀ­κτώ καί ἡ­μέ­ρες δύ­ο.

 

[7]   Ἐ­πει­δή ἐ­δῶ εἶ­ναι ὁ λό­γος γιά τούς Δώ­δε­κα Ἀ­πο­στό­λους ἀ­να­φέ­ρου­με, ὅ­τι ἀ­να­γνώ­σα­με τό βι­βλιά­ριο τῆς νε­ο­τύ­πω­της Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δας καί λυ­πη­θή­κα­με πά­ρα πο­λύ. Δι­ό­τι καί ὁ συγ­γρα­φέ­ας της, δέν ξέ­ρω πῶς, ἔ­κα­νε λά­θος καί γρά­φει, ὅ­τι οἱ Κα­νό­νες τῶν θεί­ων καί ἱ­ε­ρῶν αὐ­τῶν Ἀ­πο­στό­λων εἶ­ναι νό­θοι. Δι­ό­τι αὐ­τοί, λέ­ει, δέν ἐ­ξε­τέ­θη­σαν ἀ­πό τούς ἱ­ε­ρούς Ἀ­πο­στό­λους, ἀλ­λά ἀ­πό ἀ­πο­στο­λι­κούς ἄν­δρες, κα­τά τήν ἀ­πο­στο­λι­κή δι­δα­σκα­λί­α, καί ὅ­τι αὐ­τοί ἴ­σως νά συ­γεν­τρώ­θη­καν ἀ­πό τόν Ἀ­λε­ξαν­δρέ­α Κλή­μεν­τα, δη­λα­δή τόν Στρω­μα­τέ­α. Ὄν­τως ἐ­δῶ πρέ­πει νά θρη­νή­ση κά­θε θε­ο­φο­βού­με­νος καί νά ­πῆ ἐ­κεῖ­νο τό τοῦ Ἱ­ε­ρε­μί­α· «Τίς δώ­σει τῇ κε­φα­λῇ μου ὕ­δωρ καί τοῖς ὀ­φθαλ­μοῖς μου πη­γήν δα­κρύ­ων;» Δι­ό­τι ὁ λό­γος αὐ­τός τοῦ κρι­τι­κοῦ αὐ­τοῦ, πού ὑ­περ­βαί­νει τά ὅ­ρια, στά καί­ρια ἔ­βλα­ψε καί βλά­πτει, ἀλ­λά καί θά βλά­ψη τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ.

Δι­ό­τι ὅ­πως ἐ­κεῖ­νος, πού γκρε­μί­ζει τά θε­μέ­λια τοῦ σπι­τιοῦ, μα­ζί μέ αὐ­τά γκρε­μί­ζει καί ὅ­λη τήν οἰ­κο­δο­μή, ἔ­τσι καί ὁ ἄ­κρι­τος αὐ­τός λό­γος, γκρε­μί­ζον­τας τούς τῶν Ἀ­πο­στό­λων ἱ­ε­ρούς Κα­νό­νες, συγ­κα­ταγ­κρε­μί­ζει καί τήν οἰ­κο­δο­μή ὅ­λων τῶν λοι­πῶν ἱ­ε­ρῶν Κα­νό­νων τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, τῶν το­πι­κῶν καί τῶν ἐ­πί μέ­ρους θεί­ων Πα­τέ­ρων. Δι­ό­τι ὅ­λοι οἱ ἀ­νω­τέ­ρω ἱ­ε­ροί Κα­νό­νες ἐ­ποι­κο­δο­μοῦν­ται στούς κα­νό­νες τῶν Ἀ­πο­στό­λων, σάν νά στη­ρί­ζων­ται σέ ἀρ­ρα­γέ­στα­τα θε­μέ­λια. Καί γιά νά μι­λή­σου­με ἁ­πλᾶ, κά­θε ἱ­ε­ρή νο­μο­θε­σί­α καί εὐ­τα­ξί­α τῆς τοῦ Χρι­στοῦ ἁ­γί­ας Ἐκ­κλη­σί­ας μέ τόν λό­γο αὐ­τόν κα­ταρ­γεῖ­ται καί δι­α­λύ­ε­ται. Καί ἄν ὁ σο­φός αὐ­τός δέν εὐ­λα­βή­θη­κε τό­σο νέ­φος Μαρ­τύ­ρων, πού δι­α­βε­βαι­ώ­νουν τούς ἀ­να­φερ­θέν­τες Κα­νό­νες τῶν ἱ­ε­ρῶν Ἀ­πο­στό­λων, ἔ­πρε­πε τό ἐ­λά­χι­στο ἐ­λά­χι­στο νά εὐ­λα­βη­θῆ δύ­ο Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους, τήν ΣΤ΄ καί τήν Z΄, οἱ ὁ­ποῖ­ες τούς ἐ­πι­κυ­ρώ­νουν καί τούς κα­θο­ρί­ζουν ὁ­λο­φά­νε­ρα. Ἡ μέν ΣΤ΄ στόν β΄ Κα­νό­να της καί ἡ Z΄ στόν α΄ Κα­νό­να, ὅ­τι οἱ ἀ­νω­τέ­ρω πε΄ Κα­νό­νες ἐ­ξε­τέ­θη­σαν ἀ­πό τούς πα­νεύ­φη­μους Ἀ­πο­στό­λων, καί ὄ­χι νά το­πο­θε­τῆ ἐν Κα­ρός μοῖ­ρα τίς ἀ­πο­φά­σεις τους. Στίς ὁ­ποῖ­ες, ὅ­ποιος ἀν­τι­τί­θε­ται, ἀν­τι­τί­θε­ται στό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, πού ὁ­μι­λεῖ μέ τίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους. Καί ἐ­κεῖ­νος πού δέν πεί­θε­ται σ’ αὐ­τές, πέ­φτει σέ ἀ­νά­θε­μα κα­τά τόν Δι­ά­λο­γο Γρη­γό­ριο (βι­βλ. α΄, ἐ­πι­στολ. κδ΄­). Καί ὡς αἱ­ρε­τι­κός, μᾶλ­λον δέ καί ὡς ἐ­θνι­κός θε­ω­ρεῖ­ται ἐ­κεῖ­νος, πού πα­ρα­κού­ει τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀν­τι­πρό­σω­πος τῆς ὁ­ποί­ας εἶ­ναι ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, ὅ­πως αὐ­τός ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δας γρά­φει αὐ­τά γιά τήν ἀ­πό­φα­σι τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων στό θε­ο­λο­γι­κό του.

     Ἔ­πει­τα, ἔ­πρε­πε ὁ σο­φός νά μᾶς φα­νε­ρώ­ση, ποι­οί εἶ­ναι οἱ ἀ­πο­στο­λι­κοί αὐ­τοί ἄν­δρες, πού ἐ­ξέ­θε­σαν τούς Κα­νό­νες αὐ­τούς, καί ποῦ βρί­σκε­ται ἡ ἀ­πο­στο­λι­κή αὐ­τή δι­δα­σκα­λί­α καί ὄ­χι νά μᾶς λέ­η ἀ­να­πό­δει­κτα καί ἀ­δέ­σπο­τα πράγ­μα­τα. Ἔ­πρε­πε ἀ­κό­μη νά γνω­ρί­ζη μέ βε­βαι­ό­τη­τα καί χω­ρίς ἀμ­φι­βο­λί­α, ὅ­τι ὁ Κλή­μης, ὁ Ἀ­λε­ξαν­δρέ­ας, δη­λα­δή ὁ Στρω­μα­τέ­ας, συγ­κέν­τρω­σε τήν ἀ­πο­στο­λι­κή αὐ­τή δι­δα­σκα­λί­α τῶν ἀ­πο­στο­λι­κῶν ἀν­δρῶν καί ὄ­χι νά ὑ­πο­στη­ρί­ζη μί­α τέ­τοι­α με­γά­λη ὑ­πό­θε­σι ἐ­πά­νω σέ ἕ­να πρᾶγ­μα ἴ­σως ἀ­βέ­βαι­ο καί ἀμ­φί­βο­λο. Ψευ­δέ­στα­το ἀ­κό­μη εἶ­ναι τό, ὅ­τι ὁ Ἀ­λε­ξαν­δρέ­ας Κλή­μης συγ­κέν­τρω­σε τούς Κα­νό­νες τῶν Ἀ­πο­στό­λων. Δι­ό­τι αὐ­τοί δέν ἀ­να­φέ­ρον­ται στά σω­ζό­με­να ἔρ­γα τοῦ Κλή­μεν­τα, ὁ­πό­τε ἀ­νά­ξια ὄν­τως τοῦ με­γά­λου ὀ­νό­μα­τος τοῦ σο­φοῦ αὐ­τοῦ ὑ­πῆρ­ξε ἡ πέ­ραν τοῦ δέ­ον­τος αὐ­τή κρί­σι του. Ἐ­πει­δή αὐ­τή συμ­φω­νεῖ ὄ­χι μέ Οἰ­κου­με­νι­κές καί το­πι­κές Συ­νό­δους καί μέ πα­λαι­ούς μάρ­τυ­ρες τό­σους καί τό­σους, οὔ­τε μέ τόν νε­ώ­τε­ρο Με­λέ­τιο, πού λέ­ει, ὅ­τι ὑ­πα­γο­ρεύ­θη­καν οἱ Κα­νό­νες αὐ­τοί ἀ­πό αὐ­τούς τούς Ἀ­πο­στό­λους, ἀλ­λά συμ­φω­νεῖ μέ τούς Λου­θη­ρα­νι­στές καί τούς ψευ­δο­ρε­φορ­μά­τους, πού κρί­νουν ὡς ὑ­πο­βο­λι­μαί­ους τούς Κα­νό­νες αὐ­τούς.

     Ἀλ­λά κα­νείς ἀ­πό τούς θε­ο­φο­βού­με­νους καί ἀ­πό ἐ­κεί­νους πού πεί­θον­ται στίς ἅ­γι­ες καί Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δοις νά μή σκαν­δα­λι­σθῆ ἀ­πό τόν ἀ­δι­ά­κρι­το αὐ­τόν λό­γο, γνω­ρί­ζον­τας κα­λά, ὅ­τι οἱ μέν Οἰ­κου­με­νι­κές Σύ­νο­δοι καί οἱ ψῆ­φοι καί ἀ­πο­φά­σεις τους εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νές καί ἀ­λάν­θα­στες, ἔ­χον­τας ὡς δι­δά­σκα­λο τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο. Κά­θε ἄν­θρω­πος ὅ­μως εἶ­ναι ψεύ­της, ἐ­πει­δή μπο­ρεῖ νά σφάλλ­η, κι ἄν ἀ­κό­μη εἶ­ναι πά­ρα πο­λύ σο­φός στήν κο­σμι­κή σο­φί­α καί μά­θη­σι. Ἔ­πει­τα αὐ­τός στήν με­τα­γλώτ­τι­σι τῆς ἱ­ε­ρᾶς Τε­λε­τουρ­γί­ας, πού ἔ­γι­νε ἀ­πό τόν ἴ­διο, φέρ­νει μαρ­τυ­ρί­ες ἀ­πό τίς Ἀ­πο­στο­λι­κές Δι­α­τα­γές καί τούς Ἀ­πο­στο­λι­κούς Κα­νό­νες μνη­μο­νεύ­ει. Ὁ­πό­τε δέν πρέ­πει νά δί­νη κα­νέ­νας ση­μα­σί­α σ’ αὐ­τήν τήν ὑ­πό­θε­σι, ἐ­φό­σον ὁ ἴ­διος εἶ­ναι τό­σο ἀ­σύμ­φω­νος καί ἀν­τι­φά­σκει μέ τόν ἑ­αυ­τό του. Ὅ­ποι­ος θέ­λει νά πλη­ρο­φο­ρη­θῆ γιά τούς Κα­νό­νες αὐ­τῶν τῶν ἱ­ε­ρῶν Ἀ­πο­στό­λων, ἄς με­λε­τή­ση στά Προ­λε­γό­με­να τῶν Ἀ­πο­στο­λι­κῶν Κα­νό­νων στό δι­κό μας Πη­δά­λιο.

     Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι στούς Δώ­δε­κα Ἀ­πο­στό­λους ἐγ­κώ­μιο ἑλ­λη­νι­κό ἔ­χει ὁ Νι­κή­τας ὁ Ρή­τωρ, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Τί κα­λή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἡ τά­ξις». Καί ὁ Χρυ­σό­στο­μος, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Εἰ­κό­τως καί σή­με­ρον τῇ ἐ­πι­φοι­τή­σει τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος». (Σώ­ζον­ται στήν Λαύ­ρα καί στό Κοι­νό­βιο τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου καί στόν τέ­ταρ­το Πα­νη­γυ­ρι­κό τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς τοῦ Βα­το­παι­δί­ου καί στήν τῶν Ἰ­βή­ρων). Ἔ­χει ἀ­κό­μη ἐγ­κώ­μιο ἁ­πλό σ’ αὐ­τούς ὁ Μα­κά­ριος ὁ Κω­φός.

[8]   Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ὁ Ἅ­γιος Ἐ­φραίμ ἐγ­κώ­μιο ἔ­χει στόν Πέ­τρο καί Παῦ­λο καί Ἀν­δρέ­α, Θω­μᾶ καί Λου­κᾶ καί Ἰ­ω­άν­νη, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Χαί­ρε­τε Χρι­στοῦ βα­σι­λεῖς, Ἅ­γιοι Ἀ­πό­στο­λοι. Ὑ­μῖν γάρ τήν ἄ­νω καί κά­τω Βα­σι­λεί­αν ἐ­πί­στευ­σεν» (ὁ Χρι­στός). (Σώ­ζε­ται στόν γ΄ τό­μο τῆς ἐκ­δό­σε­ως πού ἔ­γι­νε στήν Ρώ­μη).

 

[9]   Βλέπε γι’ αὐτόν καί στήν 8η Μα­ΐ­ου, στήν ὑ­πο­ση­μείωσι τοῦ Συ­να­ξα­ρί­ου τοῦ Θε­ο­λό­γου Ἰ­ω­άν­νου.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης