+ Ὁ μακαριώτατος Δαβίδ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα καθοδηγούμενος, φανερά δογμάτισε, ὅτι ἡ Ἁγία Τριάς εἶναι τῶν ὅλων Δημιουργός, λέγοντας τά ἑξῆς· «Τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ Οὐρανοί ἐστερεώθησαν καί τῷ Πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν» (Ψαλ. 32,6). Αὐτή εἶναι ἡ προάναρχος ἀρχή, ἡ μέ Θεότητα σέ τρία πρόσωπα, ἡ πάντων βασιλεύουσα, ἡ ὁποία φιλοξενήθηκε ἐπάνω στήν γῆ στήν δρῦ τοῦ Μαμβρῆ, ἀπό τόν προπάτορα Ἀβραάμ, χωρίς νά ἀφήση τά Οὐράνια. Προμήνυε μέ τήν φιλοξενία αὐτή, τήν ἔνσαρκη τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐπιφάνεια καί τούς σήμερα ἑορταζόμενους Ἁγίους Ἀποστόλους. Ἐπειδή εἶπε στόν Ἀβραάμ·
«Καί εὐλογηθήσονται ἐν τῷ σπέρματί σου πάντα τα ἔθνη τῆς γῆς» (Γέν. 22,18) καί πάλι· «Καί βασιλεῖς ἐκ σοῦ ἐξελεύσονται» (Γέν. 17,6), διότι ὁ Ἀβραάμ γέννησε τόν Ἰσαάκ, ὁ Ἰσαάκ γέννησε τόν Ἰακώβ, ὁ δέ Ἰακώβ γέννησε τούς δώδεκα Πατριάρχες. Καί βλέπε, ὦ ἀκροατά, ὅτι εἶναι σύμφωνα μέ τήν Νέα Διαθήκη τά τῆς Παλαιᾶς παραδείγματα. Διότι οἱ ἀνωτέρω δώδεκα Πατριάρχες προεικόνιζαν τούς σημερινούς δώδεκα Ἀποστόλους. Ἀλλά καί τά δώδεκα κουδούνια, πού ἠχολογοῦσαν, ὅταν ἱεράτευε στήν Σκηνή ὁ Ἀρχιερέας Ἀαρών, καί αὐτά, λέω, αὐτούς τούς δώδεκα Ἀποστόλους φανέρωναν. Διότι αὐτοί σάλπισαν καί κήρυξαν σέ ὅλη τήν οἰκουμένη τοῦ σαρκωθέντος Χριστοῦ τήν ἐπιδημία καί τό Εὐαγγέλιο. Γι’ αὐτό καί ὁ Ὠσηέ προφήτευσε, ὅτι δώδεκα δρῦς θά ἀκολουθήσουν στόν Θεό, πού θά ἔλθη στήν γῆ[1], τό ὁποῖο ἔγινε καί ἔμπρακτα. Καί πολλά ἄλλα τῆς Παλαιᾶς Γραφῆς προεικόνισαν τούς ἱερούς αὐτούς Ἀποστόλους[2].
Ἐπειδή λοιπόν ἀπό ὑπερβολική ἀγαθότητα καί ἔλεος κένωσε τήν δόξα του ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ καί προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύσι καί τήν θέωσε, γι’ αὐτό, θέλοντας νά δείξη καθαρώτερα πρός ἐμᾶς τήν ἀγαθότητά του, διάλεξε τούς δώδεκα, κατά τό φαινόμενο εὐτελεῖς μαθητές του καί τούς ἔκανε Ἀποστόλους καί αὐτόπτες τῆς δικῆς του οἰκονομίας. Καί ἀφοῦ μοίρασε σ’ αὐτούς τό Ἅγιο Πνεῦμα «ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν», τούς ἀπέστειλε σέ ὅλη τήν ὑφήλιο, γιά νά θεολογοῦν τό τῆς Τριάδος μυστήριο καί τήν θεία οἰκονομία καί γιά νά εὐαγγελίζουν ὅλα τά ἔθνη καί νά τά βαπτίζουν στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἔτσι διά μέσου αὐτῶν φωτίσθηκε ὅλη ἡ κτίσις καί πλούτισε τήν Ὀρθόδοξη πίστι, λατρεύοντας εὐσεβῶς τήν Ἁγία Τριάδα καί ὁμολογῶντας τόν ἕνα τῆς Ἁγίας Τριάδος Θεό μαζί καί ἄνθρωπο, τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Αὐτούς λοιπόν τούς δώδεκα ἱερούς Ἀποστόλους ὀφείλουμε ὅλοι οἱ Χριστιανοί νά τιμοῦμε καί νά γεραίρουμε ὡς φωστῆρες τοῦ κόσμου καί κήρυκες τῆς εὐσέβειας καί ὡς καθαιρέτες τῆς πλάνης. Ὀφείλουμε ἀκόμη νά κάνουμε γνωστό καί πῶς ὁ κάθε Ἀπόστολος κήρυξε καί σέ ποιόν τόπο τελειώθηκε. Διότι καί ὅλοι μαζί οἱ Ἀπόστολοι δέν τελειώθηκαν τόν ἴδιο καιρό, οὔτε σέ ἕνα μέρος, ἀλλά κάθε ἕνας τελειώθηκε σέ διαφορετικό καιρό καί τόπο. Ἐπειδή ὅμως σήμερα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ἑορτάζει τήν μνήμη ὅλων μαζί τῶν Ἀποστόλων, γι’ αὐτό ὀφείλει νά ἀναφέρη καί ὅλων μαζί τό κήρυγμα καί τό τέλος.
Πρῶτος λοιπόν τῶν Ἀποστόλων εἶναι ὁ Κορυφαῖος Πέτρος, ὁ ὁποῖος κήρυξε τό Εὐαγγέλιο πρῶτα στήν Ἰουδαία καί Ἀντιόχεια καί ἔπειτα στά μέρη τῆς Μαύρης Θάλασσας καί στήν Γαλατία καί Καππαδοκία καί Ἀσία καί Βιθυνία, ὅπως προείπαμε στήν 29η τοῦ παρόντος. Τελευταῖα πῆγε καί μέχρι τήν Ρώμη καί ἐκεῖ, ἀφοῦ βρῆκε τόν Σίμωνα τόν μάγο, διαλέχθηκε μέ αὐτόν, ὁ δέ Σίμων καυχόταν, ὅτι θά νικήση τόν Πέτρο μέ τά θαύματα σέ μία ὡρισμένη ἡμέρα. Ὅταν λοιπόν ἦλθε ἡ ὡρισμένη ἡμέρα, βγῆκε καί ὁ βασιλιάς Νέρωνας στήν θεωρία αὐτή μέ ὅλους τούς πολίτες τῆς Ρώμης. Τότε φόρεσε ὁ Σίμωνας στήν κεφαλή του ἕνα στεφάνι ἀπό δάφνη καί, ἀφοῦ στερεώθηκε μέ τίς ἐπωδές τῶν δαιμόνων, ὑψώθηκε ἀπό τήν γῆ καί φαινόταν μετέωρος ἐπάνω στόν ἀέρα. Ὁ Πέτρος, βλέποντας τόν Σίμωνα, τοῦ εἶπε· «Ἐπειδή ἐγώ εἶμαι μαθητής τοῦ Χριστοῦ, πού εἶπε· “Ἐθεώρουν τόν Σατανᾶν, ὡς ἀστραπήν ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ πεσόντα”, γι’ αὐτό καί ἐγώ μέ τήν ἐξουσία ἐκείνου σέ προστάζω, νά γκρεμισθῆς κάτω στήν γῆ μπροστά σέ ὅλους». Ὁπότε, ἀφοῦ φοβήθηκαν σάν φωτιά τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου οἱ δαίμονες, πού βάσταζαν τόν Σίμωνα, ἔφυγαν καί ἀμέσως ἔπεσε ὁ ἄθλιος κατά γῆς καί, καταπληγω-μένος ὁλόκληρος ἀπό τό πέσιμο, «κακῶς ὁ κακός ἐτελεύτησεν»[3].
Τότε λοιπόν ὅλο τό πλῆθος πίστεψε στόν τοῦ Πέτρου Θεό. Γι’ αὐτό ὁ Νέρωνας θέλησε νά θανατώση τόν Πέτρο. Ὁ Πέτρος, ὅταν ἔμαθε αὐτό, χειροτόνησε ὡς Ἐπίσκοπο τῆς Ρώμης τόν Κλήμεντα, τόν μαθητή του, ἐπειδή καί ὁ προκάτοχός του Λῖνος πρός τόν Κύριο ἐξεδήμησε. Ἀμέσως λοιπόν ὁ Ἀγρίππας ὄντας παρών στήν Ρώμη, συνέλαβε τόν Πέτρο καί πρόσταξε νά σταυρωθῆ κατακέφαλα, καθώς μόνος του τό ζήτησε ὁ Ἀπόστολος. Στόν σταυρό λοιπόν βρισκόμενος ὁ μακάριος, προσευχήθηκε γιά τήν σωτηρία τοῦ λαοῦ καί ἔτσι παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ[4]. Λένε ἀκόμη, ὅτι σέ ἕνα θεοφιλῆ Χριστιανό, φάνηκαν δύο ἄνδρες ἄγνωστοι ἐντελῶς, πού ἔλεγαν, ὅτι ἦλθαν ἀπό τά Ἱεροσόλυμα. Αὐτοί λοιπόν μαζί μέ τόν Ἰλλούστριο Μάρκελλο, πού πίστεψε στόν Χριστό, ξεκάρφωσαν ἀπό τόν σταυρό τό σῶμα τοῦ Ἀποστόλου καί, ἀφοῦ τό κατέβασαν, τό ἔπλυναν μέ κρασί καί γάλα καί τό ἄλειψαν μέ διάφορα μύρα καί ἀρώματα καί ἔτσι τό ἔκρυψαν σέ ἕνα ἰδιόκτητο τόπο, ὡς θησαυρό πολύτιμο. Ὁ Νέρωνας, ὅταν ἄκουσε, ὅτι πέθανε ὁ Ἀπόστολος, κατηγόρησε τόν Ἀγρίππα, γιατί προηγουμένως δέν τόν τιμώρησε μέ διάφορα βάσανα. Ἀναζητῶντας λοιπόν καί τούς μαθητές τοῦ Πέτρου, γιά νά ἀναπληρώση σ’ ἐκείνους τόν θυμό, πού εἶχε κατά τοῦ διδασκάλου τους, εἶδε στό ὄνειρό του ἕναν φοβερό ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος τόν ἔδερνε, ὁπότε, ἐπειδή φοβήθηκε, δέν ἐνόχλησε τούς μαθητές τοῦ Ἀποστόλου. Ἐκεῖνοι βρίσκοντας ἐλευθερία ἀπό τό γεγονός αὐτό, κήρυτταν ἄφοβα τόν σταυρωθέντα ὡς Θεό ἀληθινό.
Δεύτερος εἶναι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος[5], ὁ ὁποῖος νίκησε ὅλους τούς Ἀποστόλους, ὑπερισχύοντας ὡς πρός τόν ζῆλο τῆς πίστεως στόν Χριστό καί στούς κόπους. Αὐτός λοιπόν κήρυξε τόν Χριστό ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ μέχρι τό Ἰλλυρικό, ὅπως τό λέει μόνος καί, ἀφοῦ ἔφθασε στήν Ρώμη, ἀποκεφαλίσθηκε. Πῶς ὅμως καί ἀπό ποιά ἀφορμή παρακινήθηκε νά πάη στήν Ρώμη, ἀναγκαῖο εἶναι νά διηγηθῶ μέ συντομία στίς φιλήκοες ἀκοές σας, παίρνοντάς τα ἀπό τίς Ἀποστολικές Πράξεις. Ἀφοῦ ὁ μακάριος Παῦλος πῆγε στήν Καισάρεια καί φιλοξενήθηκε, δηλαδή παρέμενε στόν οἶκο τοῦ Φιλίππου, ἑνός ἀπό τούς ἑπτά Διακόνους, πέρασαν λίγες ἡμέρες καί πῆγε ἐκεῖ ἀπό τήν Ἰουδαία ἕνας Προφήτης, ὀνόματι Ἄγαβος, ὁ ὁποῖος εἶπε στόν Παῦλο· «Αὐτά σοῦ λέει ὁ Κύριος μέ ἐμένα· οἱ αἱμοχαρεῖς Ἰουδαῖοι θά δέσουν τά χέρια σου καί τά πόδια σου καί θά σέ παραδώσουν στά ἔθνη». Καί ὁ Ἀπόστολος ἀποκρίθηκε· «Ἐγώ εἶμαι ἕτοιμος, ὄχι μόνο νά δεθῶ καί νά προδοθῶ γιά τόν Χριστό στήν Ἱερουσαλήμ, ἀλλά καί νά πεθάνω». Πηγαίνοντας λοιπόν στήν Ἱερουσαλήμ, συνάντησε τόν ἀδελφόθεο Ἰάκωβο καί ὅσους ἦταν μαζί του καί, ἀφοῦ τούς χαιρέτησε, τούς διηγήθηκε τά μεγαλεῖα, τά ὁποῖα μέ αὐτόν ἔκανε στά ἔθνη ὁ Θεός.
Ὕστερα ἀπό λίγες ἡμέρες, ἀφοῦ συνέλαβαν οἱ Ἰουδαῖοι τόν Παῦλο στό ἱερό, τόν ἔδειραν ἄσπλαγχνα καί, ἀφοῦ τόν ἔδεσαν, τόν ἔβαλαν στήν φυλακή. Τήν ἐρχόμενη ἡμέρα τόν ἐξέτασε ὁ χιλίαρχος, τί φρονεῖ. Καί ὁ Παῦλος ἄρχισε στό μέσο τοῦ συνεδρίου καί διηγήθηκε τήν γέννησι, τήν ἀνατροφή, τήν αὔξησι τῆς ἡλικίας καί τήν μάθησι καί τόν ζῆλο του. Τήν ἑπόμενη ἡμέρα διηγήθηκε, πῶς τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Χριστός. Πῶς ἔχασε τό φῶς του καί πῶς πάλι ἀνέβλεψε καί ὅτι κατεδίωκε τόν Χριστό ἀπό ἄγνοια, ὕστερα ὅμως, ὅταν τόν γνώρισε ὠς ἀλη-θινό Θεό, τόν κηρύττει σέ ὅλους. Ὅταν ἄκουσαν αὐτά οἱ Ἰουδαῖοι, πού κάθονταν στό Συνέδριο, φώναξαν δυνατά στόν χιλίαρχο λέγοντας· «Σήκωσέ τον ἀπό τήν γῆ αὐτόν». Τότε, ὅταν ἑτοιμάζονταν οἱ στρατιῶτες νά τόν δείρουν, τούς ἀντιστάθηκε ὁ Ἀπόστολος καί εἶπε, ὅτι δέν σᾶς ἐπιτρέπεται νά δείρετε ἀκατάκριτο ἄνθρωπο Ρωμαῖο (διότι ὁ Παῦλος ἦταν Ρωμαῖος, καθόσον οἱ πρόγονοί του ἦταν ὑπήκο-οι στούς Ρωμαίους μέ βασιλικό γράμμα, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ κριτικός Φώτιος). Ὅταν ἄκουσε ὁ χιλίαρχος αὐτόν τόν λόγο, φοβήθηκε καί δέν τόν ἔδειρε, ἀλλά τόν παρουσίασε στό Συνέδριο, θέλοντας νά μάθη τά περί αὐτοῦ. Καί γιά νά συντομεύσω τόν λόγο, ὁ Παῦλος, ἐπειδή ἐπικαλέσθηκε τόν καίσαρα, πού ἦταν στήν Ρώμη, γιά νά πάη νά κριθῆ ἐκεῖ, γι’ αὐτό πῆγε στήν Ρώμη.
Βρίσκοντας τόν Παῦλο ἐκεῖ μερικοί ἀδελφοί, χάρηκαν πολύ. Ὅταν δέ ὁ Παῦλος παρουσιάσθηκε στόν καίσαρα Νέρωνα, ἐπειδή δέν βρέθηκε σ’ αὐτόν κανένα πρᾶγμα ἄξιο θανάτου, ἀποφασίσθηκε ἀπό τόν Νέρωνα, νά μείνη ἐλεύθερος ὡς ἀθῶος. Ἀπό τότε λοιπόν πῆγε ὁ Παῦλος σέ ξεχωριστό τόπο καί κήρυττε, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Υἱός Θεοῦ πρός ἐκείνους, πού πήγαιναν πρός αὐτόν. Ἀφοῦ λοιπόν πέρασε κάποιος καιρός, ἔγινε στόν Παῦλο θεία ἀποκάλυψι, νά ἀφήση τήν Ρώμη καί νά πάη στήν Ἰσπανία. Ὁπότε, πηγαίνοντας ἐκεῖ ὁ Ἀπόστολος, πολλούς βάπτισε καί ἀσθενεῖς θεράπευσε καί Ἱερεῖς χειροτόνησε καί ὅλους στήριξε στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Καί πάλι ἀπό τήν Ἰσπανία ἐπέστρεψε στήν Ρώμη. Ἔξω λοιπόν στήν Ρώμη ὄντας, δίδασκε καί ἔκανε νά τρέχη σ’ αὐτόν τό πλῆθος τοῦ λαοῦ. Ἕνας οἰνοχόος τοῦ βασιλιᾶ, σκύβοντας ἀπό ἕνα μέρος ὑψηλό καί προσέχοντας στήν διδασκαλία τοῦ Παύλου, ἔπεσε στήν γῆ καί πέθανε. Ὅταν ἄκουσε αὐτό ὁ Παῦλος, πρόσταξε νά φέρουν σ’ αὐτόν τόν νεκρό. Ὁπότε, ἀφοῦ ἔβαλε ἐπάνω του τά χέρια του καί ἐπικαλέσθηκε τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὤ τοῦ θαύματος!, τόν ἀνέστησε καί τόν παρέδωσε ὑγιῆ σ’ ἐκείνους πού ἔκλαιγαν γι’ αὐτόν. Γι’ αὐτό καί αὐτός πού ἀναστήθηκε πίστεψε στόν Χριστό καί ἀφοῦ δέχθηκε τό Ἅγιο Βάπτισμα, ἀνεχώρησε ἀπό τήν ὑπηρεσία τοῦ βασιλιᾶ. Ὅταν τό ἔμαθε αὐτό ὁ βασιλιάς, πρόσταξε νά παρουσιαθῆ ὁ οἰνοχόος στό βασιλικό του βῆμα. Ὅταν παρουσιάσθηκε τόν ρωτοῦσε ὁ βασιλιάς, ἐάν ἀρνῆται τήν τοῦ Χριστοῦ πίστι. Ὁ οἰνοχόος ἀπάντησε, ὅτι δέν μποροῦν νά μέ χωρίσουν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ οὔτε τά ἐνεστῶτα, οὔτε τά μέλλοντα, οὔτε ζωή, οὔτε θάνατος. Ὅταν ἄκουσε αὐτά ὁ βασιλιάς καί ἀπόρησε, πρόσταξε νά κατακαοῦν ἀπό φωτιά, ὅσοι Χριστιανοί βρίσκονται στήν φυλακή καί ὁ Παῦλος νά ἀποκεφαλισθῆ.
Ὁπότε οἱ δήμιοι (δηλαδή οἱ ὑπηρέτες τῶν βασάνων) πῆραν τόν τοῦ Χριστοῦ θεῖο Ἀπόστολο καί τόν ἔβγαλαν ἔξω ἀπό τήν Ρώμη, φροντίζοντας νά τελειώσουν τήν βασιλική προσταγή. Μία δέ γυναῖκα, Περπέτουα ὀνόματι, μέ συνέργεια τοῦ Διαβόλου, ἔχασε τό φῶς τοῦ δεξιοῦ ματιοῦ της. Βλέποντας ὅμως, ὅτι πήγαιναν νά ἀποκεφαλίσουν τόν Παῦλο, συμπόνεσε ἡ καρδιά της καί δάκρυσε. Ὁ δέ Παῦλος εἶπε πρός αὐτήν· «Ὦ γυναίκα, δός μου τό μαντήλι σου καί, ὅταν ἐπιστρέψω, πάλι σοῦ τό δίνω». Ἡ γυναίκα τοῦ ἔδωσε πρόθυμα τό μαντήλι της. Βλέποντας αὐτό οἱ στρατιῶτες, περιγελῶντας, ἔλεγαν στήν γυναῖκα· «Περίμενε, γριά, αὐτόν, πού δέν ἐπιστρέφει πλέον». Ὅταν ἔφθασαν στόν τόπο τῆς καταδίκης, ἑτοίμασαν τόν Ἀπόστολο, γιά νά τόν ἀποκεφαλίσουν. Ὁπότε ἔδεσαν τά μάτια του μέ τό μαντήλι τῆς μονόφθαλμης γυναίκας. Καί ὅταν ἀπέκοψαν τήν ἁγία του κεφαλή, ἔτρεξε αἷμα μαζί μέ γάλα καί ἔβρεξε τά ἐνδύματα τοῦ Ἀποστόλου, τό δέ μανδήλι ἀόρατα δόθηκε στήν μονόφθαλμη γυναίκα καί ἀμέσως χαρίσθηκε σ’ αὐτήν καί τό φῶς τοῦ ὀφθαλμοῦ της. Καί ὅταν οἱ δήμιοι ἀποκεφάλισαν τόν Ἀπόστολο, ἐπιστρέφοντας βρῆκαν τήν γυναῖκα, πού κρατοῦσε στά χέρια της τό μαντήλι ματωμένο, τό ὁποῖο θερμά καταφιλοῦσε καί ἔδειχνε σ’ αὐτούς τόν ὀφθαλμό της ὑγιῆ καί βλέποντα, ἡ ὁποία καί ἔλεγε· «Ζῆ Κύριος, δέν εἶναι ἄλλος Θεός, ἐκτός ἀπό ἐκεῖνον, τόν ὁποῖο ὁ Παῦλος κήρυττε». Ὁπότε καί αὐτοί, ἀφοῦ θαύμασαν τό γεγονός, πίστεψαν στόν Χριστό καί μαζί μέ αὐτήν πῆγαν στόν Νέρωνα, κηρύττοντας μεγαλόφωνα τά μεγαλεῖα του Θεοῦ. Ὁ Νέρων νικημένος ἀπό τόν θυμό, πρόσταξε νά λάβη ὁ καθένας ἀπό αὐτούς διαφορετική τιμωρία. Καί ὁ μέν πρῶτος δήμιος ἀποκεφαλίσθηκε, ὁ δεύτερος σχίσθηκε στό μέσον μέ τό σπαθί καί ὁ τρίτος λιθοβολήθηκε. Ἡ δέ Περπετούα φυλακίσθηκε. Πηγαίνοντας ὅμως σ’ αὐτήν ἡ βασίλισσα καί σύζυγος τοῦ Νέρωνα, μαζί μέ τίς τιμιώτερες γυναῖκες τῆς Ρώμης, διδάχθηκαν ἀπό ἐκείνη τήν ἀληθινή καί βέβαιη πίστι τοῦ Χριστοῦ καί μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα τελειώθηκαν. Ὅταν ἔμαθε αὐτά ὁ Νέρων, τήν μέν Περπετούα τήν ἔδειρε ἀρκετά καί κατόπιν, ἀφοῦ ἔδεσε στόν λαιμό της μία πέτρα τοῦ μύλου, τήν ἔρριξε στόν βυθό. Τίς ὑπόλοιπες ὅμως γυναῖκες τίς ἀποκεφάλισε, ἐπειδή δέν θέλησαν νά ἀρνηθοῦν τόν Χριστό. Βρῆκε ὅμως ἡ θεία ἐκδίκησι τόν ἀσεβῆ Νέρωνα. Διότι αὐτός, ἐπειδή μισήθηκε ἀπό τόν λαό τῆς Ρώμης, ἔφυγε ἀπό τό βασίλειο καί βάδιζε μέσα στά δάση καί τά λαγκάδια, προτιμῶντας περισσότερο νά πεθάνη, παρά νά ζῆ. Ὁπότε ταλαιπωρημένος ἀπό τό κρύο καί τήν πεῖνα, μέ κακό τρόπο τελείωσε τήν ζωή, γενόμενος τροφή στά θηρία ὁ ἀσεβής καί παρανομώτατος.[6]
Τρίτος Ἀπόστολος τοῦ Κυρίου εἶναι ὁ πρωτόκλητος Ἀνδρέας, ὁ καί ἀδελφός τοῦ Πέτρου. Αὐτός λοιπόν κήρυξε τό Εὐαγγέλιο σέ ὅλα τά παραθαλάσσια μέρη τῆς Μαύρης Θάλασσας καί Βιθυνίας καί Ἀρμενίας καί, ἀφοῦ ἐπέστρεψε μέσω τῆς Βυζαντίδας, κατέβηκε μέχρι τήν Ἑλλάδα, πηγαίνοντας δέ στίς Πάτρες τῆς Ἀχαΐας, σταυρώθηκε ἀπό τόν Αἰγεάτη. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 30ή Νοεμβρίου).
Τέταρτος εἶναι ὁ Ἰάκωβος, ὁ τοῦ Ζεβεδαίου, ὁ ὁποῖος κήρυξε τό Εὐαγγέλιο σέ ὅλη τήν Ἰουδαία καί ὕστερα θανατώθηκε μέ μάχαιρα ἀπό τόν Ἡρώδη Ἀγρίππα γιά τήν μεγάλη παρρησία, πού εἶχε. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 30ή Ἀπριλίου.)
Πέμπτος εἶναι Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής καί Θεολόγος, ὁ καί ἀδελφός Ἰακώβου, ὁ ὁποῖος ἔπεσε στό στῆθος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στήν Ἀσία καί, ἀφοῦ ἐξωρίσθηκε στήν Πάτμο ἀπό τόν Δομετιανό, πολλά πλήθη ἄπιστων πρόσφερε στόν Χριστό καί ἐπιστρέφοντας στήν Ἔφεσο, ἀναπαύθηκε εἰρηνικά, ὄντας πλήρης ἡμερῶν. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 26η Σεπτεμβρίου).
Ἕκτος εἶναι ὁ Φίλιππος, ὁ ἀπό Βηθσαϊδᾶ τῆς Γαλιλαίας, συμπατριώτης τοῦ Ἀνδρέα καί Πέτρου. Αὐτός κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στήν Ἀσία καί Ἱεράπολι μαζί μέ τήν ἀδελφή του Μαριάμνη καί μέ τόν Βαρθολομαῖο. Ὕστερα, ἀφοῦ σταυρώθηκε ἀπό τούς Ἕλληνες, θανατώθηκε σ’ αὐτήν τήν Ἱεράπολι. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 14η Νοεμβρίου).
Ἕβδομος εἶναι ὁ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος καί Δίδυμος, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ κήρυξε τόν Χριστό σέ Πάρθους καί Μήδους καί Πέρσες καί Ἰνδούς, κτυπήθηκε ἀπό αὐτούς μέ κοντάρια καί τελειώθηκε. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 6η Ὀκτωβρίου).
Ὄγδοος εἶναι ὁ Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος κήρυξε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ στούς Ἰνδούς, τούς λεγόμενους Εὐδαίμονες, καί, ἀφοῦ σταυρώ-θηκε στήν Οὐρβανόπολι, τελειώθηκε. (Βλέπε ἀναλυτικώ-τερα στήν 11η Ἰουνίου. γιά δέ τό λείψανό του βλέπε στήν 25η Αὐγούστου).
Ἔνατος εἶναι ὁ Ματθαῖος, ὁ ὁποῖος λέγεται καί Λευΐ, ἀδελφός Ἰακώβου τοῦ Ἀλφαίου, ὁ τελώνης καί Εὐαγγελιστής, ὁ ὁποῖος ἔκανε μεγάλη ὑποδοχή στόν Ἰησοῦ. Αὐτός, ἀφοῦ κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στήν Ἱεράπολι τῆς Συρίας καί, ἀφοῦ λιθοβολήθηκε, τελειώθηκε. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 16η Νοεμβρίου).
Δέκατος εἶναι ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀλφαίου, ὁ ὁποῖος ἦταν καί ἀδελφός Ματθαίου (διότι καί οἱ δύο εἶχαν πατέρα τόν Ἀλφαῖο). Αὐτός λοιπόν κήρυξε τόν Χριστό στά ἔθνη, γι’ αὐτό καί ὠνομάσθηκε σπέρμα θεῖο. Ἀφοῦ ὅμως γρήγορα καί μέ προθυμία προχώρησε στό κήρυγμα, ἐλέγχοντας τούς ἀπαίδευτους λαούς, κρεμάσθηκε σέ σταυρό καί παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ. (Βλέπε γι’ αὐτόν στήν 26η Μαΐου).
Ἑνδέκατος εἶναι ὁ Σίμων ὁ Ζηλωτής, ὁ καταγόμενος ἀπό τήν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται Ναθαναήλ στό κατά Ἰωάννη Εὐαγγέλιο. Αὐτός λοιπόν κήρυξε σέ ὅλη τήν Μαυριτανία καί τήν χώρα τῆς Ἀφρικῆς τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καί, ἀφοῦ σταυρώθηκε, τελειώθηκε. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 10η Μαΐου.)
Δωδέκατος εἶναι ὁ Ἰούδας Ἰακώβου, ὁ ὁποῖος ἀπό μέν τόν Λουκᾶ ὀνομάζεται Ἰούδας τοῦ Ἰακώβου, τόσο στό Εὐαγγέλιό του, ὅσο καί στίς Πράξεις, ἀπό δέ τόν Ματθαῖο ὀνομάζεται Θαδδαῖος καί Λευαῖος, ἀδελφός κατά σάρκα γενόμενος τοῦ Κυρίου. Αὐτός κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στήν Μεσοποταμία, τελικά ὅμως τελειώθηκε στήν πόλι Ἀραράτ, ἀφοῦ κρεμάσθηκε ἀπό τούς ἄπιστους καί κτυπήθηκε μέ τόξα. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 16η Ἰουνίου[7].)
Ὁ Ματθίας, ὁ ὁποῖος συναριθμήθηκε μέ τούς ἕνδεκα Ἀποστόλους μετά τήν Ἀνάληψι, κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στήν Αἰθιοπία καί, ἀφοῦ ὑπέστη πολλές τιμωρίες ἀπό τούς ἄπιστους, παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια του. (Βλέπε γι’ αὐτόν στήν 9η Αὐγούστου).
Ὁ Ἰάκωβος, ὁ ἀδελφός τοῦ Κυρίου, ὁ καί υἱός τοῦ Ἰωσήφ τοῦ μνήστορα, ἔγινε πρῶτος Ἐπίσκοπος τῶν Ἱεροσολύμων. Ἀφοῦ κρεμά-σθηκε ὅμως ἀπό τούς Ἰουδαίους ἐπάνω ἀπό τό πτερύγιο, δηλαδή τό τοξάτο καί ἐξωπέτακτο τοῦ ἱεροῦ καί κτυπήθηκε στήν κεφαλή μέ τό ξύλο τῶν κναφέων, δηλαδή ἐκείνων πού πλένουν τά ροῦχα, τελειώθηκε. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 23η Ὀκτωβρίου).
Ὁ Σίμων ὁ λεγόμενος καί Συμεών καί Κλεόπας, ἦταν βέβαια υἱός τοῦ Ἰωσήφ τοῦ μνήστορα καί ἀδελφός Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου. Ἔγινε ὅμως δεύτερος Ἐπίσκοπος τῶν Ἱεροσολύμων καί ἔζησε ἑκατόν εἴκοσι χρόνια. Ἐπειδή ὅμως ἦταν συγγενής τοῦ Κυρίου καί καταγόταν ἀπό τήν φυλή τοῦ Ἰούδα, γι’ αὐτό καταδικάσθηκε ἀπό τόν βασιλιά Δομετιανό, κατά τό ἔτος 82, νά πιῆ φαρμάκι, τό ὁποῖο κατασκεύασαν ἀπό σκορπιούς καί φίδια καί φαλάγγια καί ἄλλα φαρμακερά θηρία· δέν ἐπαθε ὅμως κανένα κακό. Ὁπότε ἀργότερα, ἀφοῦ σταυρώθηκε ἀπό τόν βασιλιά Τραϊανό κατά τό ἔτος 98, τελειώθηκε. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 27η Ἀπριλίου).
Ὁ Βαρνάβας ὁ λεγόμενος καί Ἰωσῆς στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (κεφ. 4,36) ἦταν ἕνας ἀπό τούς Ἑβδομήκοντα. Αὐτός ἀντέγραψε τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο καί τελειώθηκε στήν νῆσο Κύπρο. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 11η Ἰουνίου).
Ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ ὁποῖος ἦταν υἱός κατά πνεῦμα τοῦ Κορυφαίου Πέτρου, κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στήν Ἀλεξάνδρεια καί σέ ὅλη τήν περίχωρο μέχρι τήν Πεντάπολι. Στήν Ἀλεξάνδρεια, ἀφοῦ σύρθηκε ἐπάνω σέ πέτρες, τελειώθηκε καί τάφηκε ἐκεῖ. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυ-τικώτερα στήν 25η Ἀπριλίου).
Ὁ Λουκᾶς, ὁ Εὐαγγελιστής καί ἰατρός, ὁ συνέκδημος Παύλου, συνέγραψε τό δικό του Εὐαγγέλιο μέ ὑπαγόρευσι τοῦ μακάριου Παύλου. Ἐπί πλέον συνέγραψε καί τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ἀφοῦ ὅμως αὐτός ἀναχώρησε ἀπό τήν Ρώμη, (διότι ὁ Παῦλος ἔμεινε ἐκεῖ) περιῆλθε ὅλη τήν Ἑλλάδα καί κήρυξε τό Εὐαγγέλιο. Πηγαίνοντας ὅμως στίς Θῆβες τῆς Βοιωτίας, ἐκεῖ εἰρηνικά τελειώθηκε, ὀγδόντα χρόνων γέροντας. Λένε δέ ὅτι αὐτός πρῶτος ζωγράφησε τήν εἰκόνα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ καί τῆς Μητέρας του καί τῶν Κορυφαίων Ἀποστόλων καί ἀπό τότε διαδόθηκε σέ ὅλο τόν κόσμο αὐτό τό εὐσεβές καί πάντιμο ἔργο τῆς εἰκονογραφίας. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 18η Ὀκτωβρίου[8]).
Ὁ Φίλιππος, ὁ ἀναφερόμενος στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καί καταγόμενος ἀπό τήν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, πῆρε νόμιμη γυναῖκα καί εἶχε τέσσερις θυγατέρες προφήτιδες. Αὐτός ἔγινε διάκονος ἀπό τούς Ἀποστόλους καί βάπτισε τόν Σίμωνα τόν Μάγο, ὁ ὁποῖος πίστεψε ὑποκριτικά. Αὐτός βάπτισε καί τόν Αἰθίοπα τόν εὐνοῦχο. Ἀφοῦ κή-ρυξε τό Εὐαγγέλιο στήν Τράλλι τῆς Μικρᾶς Ἀσίας μαζί μέ τίς θυγατέρες του, ἐκεῖ ἀπῆλθε πρός Κύριο. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 11η Ὀκτωβρίου).
Ὁ Ἀνανίας, ὁ Ἀπόστολος ἔγινε Ἐπίσκοπος Δαμασκοῦ, ὁ ὁποῖος κατόπιν ἀποκαλύψεως τόν Παῦλο βάπτισε. Αὐτός, ἐπειδή ἔκαμνε πολλά θαύματα καί θεραπεῖες, τόσο στήν Δαμασκό, ὅσο καί στήν Ἐλευθερούπολι, γι’ αὐτό δάρθηκε μέ βούνευρα ἀπό τόν ἡγεμόνα Λουκιανό καί ξέσθηκε στά πλευρά καί κάηκε μέ λαμπάδες ἀναμμένες, καί, ἀφοῦ τόν ἔβγαλαν ἔξω ἀπό τήν πόλι, τόν λιθοβόλισαν. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 1η Ὀκτωβρίου).
Ὁ Ἰωσήφ, ὁ λεγόμενος καί Ἰοῦστος καί Βαρσαβᾶς στίς Πράξεις, ὁ ὁποῖος ἔγινε σύμψηφος μέ τόν Ματθία, αὐτός, ὄντας ἕνας ἀπό τούς Ἑβδομήκοντα μαθητές, εἰρηνικά τελειώθηκε. (Βλέπε γι’ αὐτόν στήν 30ή Ὀκτωβρίου).
Ὁ Στέφανος, ὁ Πρωτομάρτυρας, ὁ πρῶτος ἀπό τούς ἑπτά Διακόνους καί ἕνας ἀπό τούς ἑβδομήκοντα Μαθητές, ὁ ἀναφερόμενος στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, λιθοβολήθηκε ἀπό τούς Ἰουδαίους γιά τήν θερμή πίστι, πού εἶχε, ἐνῶ συνεργοῦσε στόν φόνο του καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀκόμη ἄπιστος, καί ἐνταφιάσθηκε στήν Ἱερουσαλήμ. Ὕστερα ὅμως στά χρόνια τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου μεταφέρθηκε τό ἅγιο λείψανό του στήν Κωνσταντινούπολι καί τοποθετήθηκε στήν τοποθεσία, πού λέγεται Κωνσταντιανές. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 27η Δεκεμβρίου. Γιά δέ τήν εὕρεσι τοῦ λειψάνου του, βλέπε στήν 15η Σεπτεμβρίου καί γιά τήν ἀνακομιδή τοῦ λειψάνου του, βλέπε στήν 2α Αὐγούστου).
Ὁ Πρόχορος ἦταν ἕνας ἀπό τούς ἑπτά Διακόνους καί, ὄντας ἀπό τούς Ἑβδομήκοντα, ἔγινε Ἐπίσκοπος τῆς Νικομήδειας τῆς Βιθυνίας, ἡ ὁποία λέγεται στήν τουρκική γλῶσσα Σμίτη, <καί> εἰρηνικά τελειώθηκε. (Βλέπε γι’ αὐτόν στήν 28η Αὐγούστου [[Ἰουλίου]].)
Ὁ Νικάνωρ, ὄντας ἕνας καί αὐτός ἀπό τούς ἑπτά Διακόνους καί τούς Ἑβδομήκοντα, εἰρηνικά τελειώθηκε. (Βλέπε γι’ αὐτόν στήν 28η Αὐγούστου [[Ἰουλίου]].)
Ὁ Τίμων καί αὐτός ἦταν ἕνας ἀπό τούς ἑπτά Διακόνους καί γενόμενος Ἐπίσκοπος Βόστρων τῆς Ἀραβίας, κατακάηκε μέ φωτιά ἀπό τούς Ἕλληνες. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 28η Ἰουλίου.)
Ὁ Παρμενᾶς καί αὐτός ἦταν ἕνας ἀπό τούς ἑπτά Διακόνους, ὁ ὁποῖος μπροστά στούς Ἁγίους Ἀποστόλους τελειώθηκε στήν διακονία του. (Βλέπε γι’ αὐτόν ἀναλυτικώτερα στήν 2α Μαρτίου [[εἰκοστή ὀγδόη Ἰουλίου]].)
Πρέπει δέ νά γνωρίζουμε, ὅτι οἱ ἀνωτέρω πανεύφημοι Ἀπόστολοι, τόσο οἱ Δώδεκα, ὅσο καί οἱ κατώτεροι ἀπό αὐτούς Ἑβδομήκοντα, τούς ὁποίους ὁ Κύριος Ἀποστόλους ἀνέδειξε, μαζί μέ τίς σεπτές Μυροφόρες καί πιστές γυναῖκες, αὐτοί, λέω, ὅλοι ἑκατόν εἴκοσι ὄντας στόν ἀριθμό, ὅπως ἀναφέρουν οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, δέν βαπτίσθηκαν μέ «τό δι’ ὕδατος βάπτισμα», διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τούς ὑποσχέθηκε, ὅτι θά βαπτισθοῦν «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ»· «Ἰωάννης γάρ φησι, ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δέ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ», καί καθόσον, ὅταν κατέβηκε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο σέ ὅλους τούς παραπάνω κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τούς γέμισε ἀπό τά χαρίσματά του, ὅπως καί ὁ Προφήτης Ἰωήλ προφήτευσε, ὁπότε ἀργότερα δέν χρειάσθηκαν ἄλλο βάπτισμα[9].
[1] Βλέπε στό Συναξάρι του κατά τήν 17η Ὀκτωβρίου.
[2] . Ὁπότε καί οἱ δώδεκα ἐκεῖνες πηγές, τίς ὁποῖες βρῆκαν οἱ υἱοί Ἰσραήλ στήν Αἰλείμ, ὅπως γράφεται στό 15ο κεφάλαιο, στίχ. 27 τῆς Ἐξόδου, καί αὐτές, λέω, τούς δώδεκα Ἀποστόλους προεικόνιζαν, κατά τόν Ἀλεξανδρείας Κύριλλο, πού λέει· «Ἑρμηνεύεται δέ τό Αἰλείμ σέ ἀνάβασι ἤ αὔξησι. Ἀναβαίνοντας λοιπόν σέ τελειότερη σύνεσι καί σέ αὔξησι ἀνατρέχοντας πνευματική, θά βροῦμε τίς δώδεκα πηγές, δηλαδή τούς Ἁγίους Ἀποστόλους. Καί πολύ εὔλογα μέ πηγές οἱ μαθητές παρομοιάζονται … διότι ἀντλοῦμε ἀπό πηγές, ἀπό τούς Μαθητές τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ Μαθητῶν, τήν γνῶσι κάθε ἀγαθοῦ». Καί πάλι· «Τό ὅτι πράγματι εἶναι πηγές οἱ θεσπέσιοι μαθητές, πηγάζοντας σ’ ἐμᾶς τόν θεῖο καί σωτήριο καί ἀναγκαῖο γιά τήν ζωή λόγο, θά τό ἀποδείξη ὁ τῶν ὅλων Θεός πολύ καλά σ’ αὐτούς πού εἶναι ἔχουν δικαιωθῆ μέ τόν νόμο, λέγοντας· “Ἀντλήσατε ὕδωρ ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ σωτηρίου”» (Ἡσ. 12,3).
[3] Γι’ αὐτόν τόν Σίμωνα γράφει ὁ θεῖος Ἰουστῖνος ὁ Φιλόσοφος καί Μάρτυρας στήν ἀπολογία πρός τόν Ἀντωνῖνο ὑπέρ τῶν Χριστιανῶν· «Ὅτι μετά τήν Ἀνάληψι τοῦ Κυρίου στόν Οὐρανό, οἱ δαίμονες πρόβαλαν μερικούς ἀνθρώπους, πού ἀνακήρυτταν τόν ἑαυτό τους ὡς θεό. Αὐτοί ὄχι μόνο δέν ἐκδιώχθηκαν ἀπό ἐσᾶς (τούς Ρωμαίους δηλαδή) ἀλλά καί τιμῶν ἀξιώθηκαν. Ἕνας ἀπό αὐτούς ἦταν καί ὁ Σίμων ὁ Σαμαρέας, ὁ ὁποῖος στά χρόνια τοῦ Καίσαρα Κλαυδίου, ἀφοῦ μέ τήν βοήθεια τῶν δαιμόνων ἔκανε πολλές μαγικές δυνάμεις, στήν πόλι σας, στήν βασιλίδα Ρώμη, θεός ὠνομάσθηκε». Καί πάλι λέει· «Στήν πόλι σας, τήν βασιλίδα Ρώμη, θεός ὠνομάσθηκε (ὁ Σίμων) καί κάποιο ἄγαλμα ἀπό σᾶς κατασκευάσθηκε στόν Τίβερι ποταμό, μεταξύ τῶν δύο γεφυρῶν, ἔχοντας τήν ἑξῆς Ρωμαϊκή ἐπιγραφή· “Simoni, deo sancto”, δηλαδή τόν ἀνδριάντα αὐτόν ἀφιερώνουμε στόν Σίμωνα θεό ἅγιο». (Μολονότι ἄλλοι γι’ αὐτό ἔχουν διαφορετική γνώμη). Γράφει δέ καί ὁ Μελέτιος στόν πρῶτο τόμο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας τά ἴδια πού γράφει καί ἐδῶ ὁ Συναξαριστής, δηλαδή, ὅτι ὁ Πέτρος, ἀφοῦ προσευχήθηκε, ἔρριξε τόν Σίμωνα ἀπό τά ὕψη κάτω καί τήν δύναμί του κατάργησε καί ἔσβησε, ἀποδεικνύοντας τήν διαφορά τῆς θείας χάριτος ἀπό τήν γοητεία. Δέν ἔκανε ὅμως τό θαῦμα αὐτό στήν ἐποχή τοῦ Κλαυδίου, ὅπως λέει αὐτός, ἀλλά τήν ἐποχή τοῦ Νέρωνα, ὅπως ἰσχυρίζονται ἄλλοι κριτικοί. (Καί βλέπε στήν Ἑκατονταετηρίδα).
[4] Τό μαρτύριο τοῦ Πέτρου καί Παύλου ἄλλοι τό χρονολογοῦν, ὅτι ἔγινε κατά τό 67 ἔτος. Ὁ Εὐσέβιος λέει, ὅτι ἔγινε κατά τό 69 ἔτος ἀπό Χριστοῦ, τοῦ δέ Νέρωνα κατά τό 14 ἔτος καί τελευταῖο. (Βλέπε τήν Ἑκατονταετηρίδα).
[5] Γιά τό ὄνομα τοῦ Παύλου, ἐκτός ἀπό ἐκεῖνα, πού εἴπαμε στό Προοίμιο τῆς μεταφράσεως τῆς ἑλληνικῆς ἑρμηνείας τῶν δεκατεσσάρων τοῦ Παύλου Ἐπιστολῶν, προσθέτουμε καί τά ἑξῆς ἐδῶ· Ὁ θεῖος Ἱερώνυμος στό ἔργο του περί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων, στό ὄνομα Παῦλος λέει ὅτι, ὁ Παῦλος Σέργιος, ὁ ἀνθύπατος τῆς Πάφου στήν Κύπρο, χάρισε στόν Ἀπόστολο τό δικό του ὄνομα, τό Παῦλος δηλαδή, ὡς σημεῖο εὐχαριστίας, διότι ὁ Παῦλος αὐτός βλέποντας, ὅτι ὁ Ἀπόστολος τύφλωσε τόν Ἐλύμα (τό ὁποῖο ἀραβικά σημαίνει μάγος) ἄνοιξε τούς νοερούς ὀφθαλμούς του καί πίστεψε στόν Χριστό. Γι’ αὐτό καί ὁ ἱερός Λουκᾶς στίς Πράξεις ἀπό τότε καί ὕστερα πάντοτε ὀνομάζει τόν Ἀπόστολο, Παῦλο καί ὄχι Σαῦλο, ὅπως τόν ὠνόμαζε προηγουμένως. Ὁ δέ Ὠριγένης στήν Ἔξοδο καί ὁ Χρυσόστομος στίς Πράξεις, Ὁμιλία κη΄ καί ἄλλοι ἀκόμη παρέδωσαν, ὅτι καί ὁ ἀνωτέρω Ἐλύμας, ὁ ὁποῖος λέγεται καί Βαριησοῦς, ἐπέστρεψε στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί μαζί μέ τό φῶς τῶν αἰσθητῶν ὀφθαλμῶν ἔλαβε καί τό φῶς τῶν ψυχικῶν. (Βλέπε στήν νεοτύπωτη Ἑκατονταετηρίδα σελ. 144).
[6] Ἀπό τόν Μελέτιο γράφεται, ὅτι ὁ Νέρωνας θανατώθηκε μόνος του μέ τό μαχαίρι, ἀφοῦ βασίλευσε χρόνους δεκατρεῖς, μῆνες ὀκτώ καί ἡμέρες δύο.
[7] Ἐπειδή ἐδῶ εἶναι ὁ λόγος γιά τούς Δώδεκα Ἀποστόλους ἀναφέρουμε, ὅτι ἀναγνώσαμε τό βιβλιάριο τῆς νεοτύπωτης Ἑκατονταετηρίδας καί λυπηθήκαμε πάρα πολύ. Διότι καί ὁ συγγραφέας της, δέν ξέρω πῶς, ἔκανε λάθος καί γράφει, ὅτι οἱ Κανόνες τῶν θείων καί ἱερῶν αὐτῶν Ἀποστόλων εἶναι νόθοι. Διότι αὐτοί, λέει, δέν ἐξετέθησαν ἀπό τούς ἱερούς Ἀποστόλους, ἀλλά ἀπό ἀποστολικούς ἄνδρες, κατά τήν ἀποστολική διδασκαλία, καί ὅτι αὐτοί ἴσως νά συγεντρώθηκαν ἀπό τόν Ἀλεξανδρέα Κλήμεντα, δηλαδή τόν Στρωματέα. Ὄντως ἐδῶ πρέπει νά θρηνήση κάθε θεοφοβούμενος καί νά πῆ ἐκεῖνο τό τοῦ Ἱερεμία· «Τίς δώσει τῇ κεφαλῇ μου ὕδωρ καί τοῖς ὀφθαλμοῖς μου πηγήν δακρύων;» Διότι ὁ λόγος αὐτός τοῦ κριτικοῦ αὐτοῦ, πού ὑπερβαίνει τά ὅρια, στά καίρια ἔβλαψε καί βλάπτει, ἀλλά καί θά βλάψη τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Διότι ὅπως ἐκεῖνος, πού γκρεμίζει τά θεμέλια τοῦ σπιτιοῦ, μαζί μέ αὐτά γκρεμίζει καί ὅλη τήν οἰκοδομή, ἔτσι καί ὁ ἄκριτος αὐτός λόγος, γκρεμίζοντας τούς τῶν Ἀποστόλων ἱερούς Κανόνες, συγκαταγκρεμίζει καί τήν οἰκοδομή ὅλων τῶν λοιπῶν ἱερῶν Κανόνων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῶν τοπικῶν καί τῶν ἐπί μέρους θείων Πατέρων. Διότι ὅλοι οἱ ἀνωτέρω ἱεροί Κανόνες ἐποικοδομοῦνται στούς κανόνες τῶν Ἀποστόλων, σάν νά στηρίζωνται σέ ἀρραγέστατα θεμέλια. Καί γιά νά μιλήσουμε ἁπλᾶ, κάθε ἱερή νομοθεσία καί εὐταξία τῆς τοῦ Χριστοῦ ἁγίας Ἐκκλησίας μέ τόν λόγο αὐτόν καταργεῖται καί διαλύεται. Καί ἄν ὁ σοφός αὐτός δέν εὐλαβήθηκε τόσο νέφος Μαρτύρων, πού διαβεβαιώνουν τούς ἀναφερθέντες Κανόνες τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων, ἔπρεπε τό ἐλάχιστο ἐλάχιστο νά εὐλαβηθῆ δύο Οἰκουμενικές Συνόδους, τήν ΣΤ΄ καί τήν Z΄, οἱ ὁποῖες τούς ἐπικυρώνουν καί τούς καθορίζουν ὁλοφάνερα. Ἡ μέν ΣΤ΄ στόν β΄ Κανόνα της καί ἡ Z΄ στόν α΄ Κανόνα, ὅτι οἱ ἀνωτέρω πε΄ Κανόνες ἐξετέθησαν ἀπό τούς πανεύφημους Ἀποστόλων, καί ὄχι νά τοποθετῆ ἐν Καρός μοῖρα τίς ἀποφάσεις τους. Στίς ὁποῖες, ὅποιος ἀντιτίθεται, ἀντιτίθεται στό Ἅγιο Πνεῦμα, πού ὁμιλεῖ μέ τίς Οἰκουμενικές Συνόδους. Καί ἐκεῖνος πού δέν πείθεται σ’ αὐτές, πέφτει σέ ἀνάθεμα κατά τόν Διάλογο Γρηγόριο (βιβλ. α΄, ἐπιστολ. κδ΄). Καί ὡς αἱρετικός, μᾶλλον δέ καί ὡς ἐθνικός θεωρεῖται ἐκεῖνος, πού παρακούει τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιπρόσωπος τῆς ὁποίας εἶναι ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος, ὅπως αὐτός ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας τῆς Ἑκατονταετηρίδας γράφει αὐτά γιά τήν ἀπόφασι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων στό θεολογικό του.
Ἔπειτα, ἔπρεπε ὁ σοφός νά μᾶς φανερώση, ποιοί εἶναι οἱ ἀποστολικοί αὐτοί ἄνδρες, πού ἐξέθεσαν τούς Κανόνες αὐτούς, καί ποῦ βρίσκεται ἡ ἀποστολική αὐτή διδασκαλία καί ὄχι νά μᾶς λέη ἀναπόδεικτα καί ἀδέσποτα πράγματα. Ἔπρεπε ἀκόμη νά γνωρίζη μέ βεβαιότητα καί χωρίς ἀμφιβολία, ὅτι ὁ Κλήμης, ὁ Ἀλεξανδρέας, δηλαδή ὁ Στρωματέας, συγκέντρωσε τήν ἀποστολική αὐτή διδασκαλία τῶν ἀποστολικῶν ἀνδρῶν καί ὄχι νά ὑποστηρίζη μία τέτοια μεγάλη ὑπόθεσι ἐπάνω σέ ἕνα πρᾶγμα ἴσως ἀβέβαιο καί ἀμφίβολο. Ψευδέστατο ἀκόμη εἶναι τό, ὅτι ὁ Ἀλεξανδρέας Κλήμης συγκέντρωσε τούς Κανόνες τῶν Ἀποστόλων. Διότι αὐτοί δέν ἀναφέρονται στά σωζόμενα ἔργα τοῦ Κλήμεντα, ὁπότε ἀνάξια ὄντως τοῦ μεγάλου ὀνόματος τοῦ σοφοῦ αὐτοῦ ὑπῆρξε ἡ πέραν τοῦ δέοντος αὐτή κρίσι του. Ἐπειδή αὐτή συμφωνεῖ ὄχι μέ Οἰκουμενικές καί τοπικές Συνόδους καί μέ παλαιούς μάρτυρες τόσους καί τόσους, οὔτε μέ τόν νεώτερο Μελέτιο, πού λέει, ὅτι ὑπαγορεύθηκαν οἱ Κανόνες αὐτοί ἀπό αὐτούς τούς Ἀποστόλους, ἀλλά συμφωνεῖ μέ τούς Λουθηρανιστές καί τούς ψευδορεφορμάτους, πού κρίνουν ὡς ὑποβολιμαίους τούς Κανόνες αὐτούς.
Ἀλλά κανείς ἀπό τούς θεοφοβούμενους καί ἀπό ἐκείνους πού πείθονται στίς ἅγιες καί Οἰκουμενικές Συνόδοις νά μή σκανδαλισθῆ ἀπό τόν ἀδιάκριτο αὐτόν λόγο, γνωρίζοντας καλά, ὅτι οἱ μέν Οἰκουμενικές Σύνοδοι καί οἱ ψῆφοι καί ἀποφάσεις τους εἶναι ἀληθινές καί ἀλάνθαστες, ἔχοντας ὡς διδάσκαλο τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Κάθε ἄνθρωπος ὅμως εἶναι ψεύτης, ἐπειδή μπορεῖ νά σφάλλη, κι ἄν ἀκόμη εἶναι πάρα πολύ σοφός στήν κοσμική σοφία καί μάθησι. Ἔπειτα αὐτός στήν μεταγλώττισι τῆς ἱερᾶς Τελετουργίας, πού ἔγινε ἀπό τόν ἴδιο, φέρνει μαρτυρίες ἀπό τίς Ἀποστολικές Διαταγές καί τούς Ἀποστολικούς Κανόνες μνημονεύει. Ὁπότε δέν πρέπει νά δίνη κανένας σημασία σ’ αὐτήν τήν ὑπόθεσι, ἐφόσον ὁ ἴδιος εἶναι τόσο ἀσύμφωνος καί ἀντιφάσκει μέ τόν ἑαυτό του. Ὅποιος θέλει νά πληροφορηθῆ γιά τούς Κανόνες αὐτῶν τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων, ἄς μελετήση στά Προλεγόμενα τῶν Ἀποστολικῶν Κανόνων στό δικό μας Πηδάλιο.
Σημείωσε, ὅτι στούς Δώδεκα Ἀποστόλους ἐγκώμιο ἑλληνικό ἔχει ὁ Νικήτας ὁ Ρήτωρ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Τί καλή τῆς Ἐκκλησίας ἡ τάξις». Καί ὁ Χρυσόστομος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Εἰκότως καί σήμερον τῇ ἐπιφοιτήσει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». (Σώζονται στήν Λαύρα καί στό Κοινόβιο τοῦ Διονυσίου καί στόν τέταρτο Πανηγυρικό τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Βατοπαιδίου καί στήν τῶν Ἰβήρων). Ἔχει ἀκόμη ἐγκώμιο ἁπλό σ’ αὐτούς ὁ Μακάριος ὁ Κωφός.
[8] Σημείωσε, ὅτι ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ἐγκώμιο ἔχει στόν Πέτρο καί Παῦλο καί Ἀνδρέα, Θωμᾶ καί Λουκᾶ καί Ἰωάννη, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Χαίρετε Χριστοῦ βασιλεῖς, Ἅγιοι Ἀπόστολοι. Ὑμῖν γάρ τήν ἄνω καί κάτω Βασιλείαν ἐπίστευσεν» (ὁ Χριστός). (Σώζεται στόν γ΄ τόμο τῆς ἐκδόσεως πού ἔγινε στήν Ρώμη).
[9] Βλέπε γι’ αὐτόν καί στήν 8η Μαΐου, στήν ὑποσημείωσι τοῦ Συναξαρίου τοῦ Θεολόγου Ἰωάννου.


Login