Τῇ 27Η τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Πρωτομάρτυρος καὶ Ἀρχιδιακόνου Στεφάνου.
Αὐτός ὁ μακάριος Πρωτομάρτυς καί Ἀρχιδιάκονος Στέφανος, ὅταν ἔγινε μία φορά συζήτησις μεταξύ Ἰουδαίων καί Σαδδουκαίων καί Φαρισαίων καί Ἑλληνιστῶν[1] σχετικά μέ τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, καί ἄλλοι μέν ἔλεγαν, ὅτι εἶναι Προφήτης, ἄλλοι ὅτι εἶναι πλάνος καί ἄλλοι, ὅτι εἶναι Υἱός Θεοῦ, ὅταν, λέω, ἔγινε αὐτή ἡ συζήτησις, τότε ὁ πανύμνητος Στέφανος στάθηκε ἐπάνω σέ ἕναν τόπο ὑψηλό καί κήρυξε σέ ὅλους τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, λέγοντας· «Ἄνδρες ἀδελφοί, γιατί αὐξήθηκαν τόσο οἱ κακίες σας, καί εἶναι ταραγμένη ὅλη ἡ Ἱερουσαλήμ; Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δέν ἔνιωσε στήν καρδιά του δισταγμό γιά τόν Ἰησοῦ Χριστό. Διότι αὐτός εἶναι, πού ἔγειρε τούς Οὐρανούς καί κατέβηκε γιά τίς ἁμαρτίες μας καί γεννήθηκε ἀπό τήν Παρθένο τήν Ἁγία καί καθαρή καί διαλεγμένη πρίν ἀπό τήν ἀρχή τοῦ κόσμου. Αὐτός πῆρε τίς ἀσθένειές μας, καί κράτησε τίς νόσους. Αὐτός ἔκανε νά ξαναβροῦν τό φῶς τους οἱ τυφλοί. Αὐτός καθάρισε τούς λεπρούς, καί ἔδιωξε τά δαιμόνια ἀπό τούς δαιμονισμένους».
Οἱ Ἰουδαῖοι, μόλις τά ἄκουσαν αὐτά, τόν ἔφεραν στό δικαστήριο μπροστά στούς ἀρχιερεῖς, ἐπειδή δέν μποροῦσαν νά ἀντισταθοῦν στήν σοφία καί στήν δύναμι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέ τήν ὁποία μιλοῦσε ὁ θεῖος Στέφανος. Ἔπειτα παρουσίασαν ψευδομάρτυρες, οἱ ὁποῖοι μαρτύρησαν κατά τοῦ Ἀποστόλου τά ἑξῆς λέγοντας· «Ἐμεῖς ἀκούσαμε, ὅτι αὐτός λέει λόγια βλάσφημα ἐναντίον τοῦ τόπου αὐτοῦ τῆς Ἱερουσαλήμ, καί ἐναντίον τοῦ θεϊκοῦ νόμου». Καί ἀφοῦ εἶπαν αὐτά καί ὅλα τά ὑπόλοιπα, ὅσα διηγοῦνται οἱ ἱερές Πράξεις τῶν Ἀποστόλων στό ἕβδομο κεφάλαιο, τότε γύρισαν τά μάτια τους στόν Στέφανο ὅλοι ὅσοι κάθονταν στό δικαστήριο καί εἶδαν τό πρόσωπό του τόσο λαμπρό, σάν νά ἦταν πρόσωπο Ἀγγέλου. Γι’ αὐτό, ἐπειδή δέν ἄντεχαν τήν ντροπή, τόν λιθοβόλησαν, ἐνῶ αὐτός προσευχόταν γι’ αὐτούς καί ἔλεγε· «Κύριε μήν τούς καταλογήσης αὐτή τήν ἁμαρτία». Καί, ἀφοῦ εἶπε αὐτά, κοιμήθηκε.
Ἀφοῦ λοιπόν ὁ Πρωτομάρτυς μέ τήν πτῶσι, πού τήν νόμιζαν δική του γκρέμισε κάτω τόν ἀντίπαλο Διάβολο καί τόν κατέστησε πτῶμα μέγιστο καί ἐξαίσιο, καί ἀφοῦ κοιμήθηκε μέ τόν γλυκό ὕπνο τοῦ μαρτυρίου, πῆραν τό ἱερό του σῶμα ἄνδρες εὐλαβεῖς καί τό ἔβαλαν μέσα σέ ἕνα κιβώτιο ξύλινο κατασκευασμένο ἀπό ξύλο περσέας· δηλαδή ροδακινιᾶς. Καί, ἀφοῦ τό σφράγισαν, τό ἀπέθεσαν στά πλάγια μέρη τοῦ Ναοῦ. Τότε καί ὁ νομοδιδάσκαλος Γαμαλιήλ καί ὁ υἱός του Ἀβελβοῦς πίστεψαν στόν Χριστό. Καί βαπτίσθηκαν ἀπό τούς Ἀποστόλους. Τελεῖται δέ ἡ Σύναξις τοῦ Ἁγίου Στεφάνου στόν μαρτυρικό του Ναό, ὁ ὁποῖος εἶναι κοντά στόν τόπο τόν ἀποκαλούμενο Κωνσταντιανά[2]. Σημείωσε ὅτι ὁ Ἅγιος Στέφανος λιθοβολήθηκε τρία χρόνια μετά τήν Ἀνάληψι τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μέ τούς πιό ἀκριβεῖς χρονολόγους.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Θεοδώρου τοῦ Γραπτοῦ, ἀδελφοῦ Θεοφάνους τοῦ ποιητοῦ καί Γραπτοῦ.
Αὐτός ὁ Ἅγιος Θεόδωρος μαζί μέ τόν ἀδελφό του Θεοφάνη (ὁ ὁποῖος ἑορτάζει ἰδιαίτερα στίς ἕνδεκα τοῦ Ὀκτωβρίου) ἦταν στά χρόνια τοῦ Θεόφιλου τοῦ εἰκονομάχου τό ἔτος 830. Καί ἀγωνίσθηκαν πάρα πολύ καί οἱ δύο γιά τήν τιμή καί τήν προσκύνησι τῶν ἁγίων εἰκόνων. Γι’ αὐτό δάρθηκαν ἄσπλαγχνα. Καί μέ τήν προσταγή τοῦ Θεόφιλου, γράφηκαν στό μέτωπό τους μέ πυρωμένο σίδερο οἱ ἑξῆς ἰαμβικοί στίχοι:
Πάντων ποθούντων προστρέχειν πρός τήν πόλιν,
Ὅπου πάναγνοι τοῦ Θεοῦ λόγου πόδες
Ἔστησαν εἰς σύστασιν τῆς Οἰκουμένης,
Ὤφθησαν οὗτοι τῷ σεβασμίῳ τόπῳ
Σκεύη πονηρά δεισιδαίμονος πλάνης.
Ἐκεῖσε πολλά λοιπόν ἐξ ἀπιστίας
Πράξαντες δεινά αἰσχρά δυσσεβοφρόνως,
Ἐκεῖθεν ἠλάθησαν ὡς ἀποστάται.
Πρός τήν πόλιν δέ τοῦ κράτους πεφευγότες
Οὐκ ἐξαφῆκαν τάς ἀθέσμους μωρίας.
Ὅθεν γραφέντες ὡς κακοῦργοι τήν θέαν
Κατακρίνονται καί διώκονται πάλιν.
Καί ἀφοῦ γράφηκαν μέ τούς στίχους αὐτούς, στάλθηκαν στήν ἐξορία, ὅπου ὁ μέγας ἀριστέας καί νικητής αὐτός Θεόδωρος ἀποδήμησε πρός τόν Κύριο. Λέγεται δέ ὅτι, ὅταν ὁ Ἅγιος αὐτός κοιμήθηκε, πῆγε σ’ αὐτόν ἕνας μέγας Γέροντας καί ἄκουγε ἁγίους Ἀγγέλους, οἱ ὁποῖοι ἔψαλλαν πνευματικά ἄσματα. Μέ τούς ὁποίους συνέψαλλε καί αὐτός. Ἔδειξε ὁ Θεός μέσῳ αὐτῶν τῶν ἀσμάτων πόσο τιμοῦσε τόν ὑπηρέτη του Θεόδωρο[3].
Ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Θεόδωρος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Αὐτός ἦταν γέννημα καί θρέμμα τῆς Κωνσταντινουπόλεως στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Πωγωνάτου, τό ἔτος 668. Καί ἐξ αἰτίας τῆς πολλῆς του εὐλάβειας καί ἀρετῆς, χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος τῆς ἁγιωτάτης Μεγάλης Ἐκκλησίας. Ἔπειτα ἔγινε σύγγελος καί σκευοφύλακας. Ἐπειδή ὅμως ὁ τότε Πατριάρχης Κωνσταντῖνος πέθανε, πιέσθηκε ὁ πανύμνητος αὐτός Θεόδωρος ἀπό τόν βασιλιά καί ὅλη τήν σύγκλητο, καί ἐπί πλέον καί ἀπό ὅλη τήν σύνοδο τῶν ἁγίων Ἀρχιερέων. Καί ἔτσι χειροτονήθηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Καί ἀφοῦ κυβέρνησε θεάρεστα τήν Ἐκκλησία γιά δύο χρόνια καί τρεῖς μῆνες, διώχθηκε ἀπό τόν θρόνο του τό ἔτος 678. Ἔπειτα, ἀφοῦ διήνυσε καλά τό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του, ἀποδήμησε πρός τόν Κύριο. Τήν μνήμη του ἑορτάζει ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία ἡμέρα Κυριακή.
* Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Λουκᾶς ὁ Τριγλινός (ἤτοι ὁ ἐκ Μουντανίων), ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
* Τῆς γῆς ὁ Λουκᾶς ὑπεραρθείς ἐμφρόνως,
Τρανῶς τρυφᾷ νῦν τήν Θεοῦ θεωρίαν.
Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Μαυρικίου καί τῶν σύν αὐτῷ ἑβδομήκοντα Μαρτύρων.
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι ἔζησαν στά χρόνια τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ, τό ἔτος 297. Κατάγονταν μέν ἀπό τήν πόλι Ἀπάμεια, ἡ ὁποία βρίσκεται στήν Μαύρη Θάλασσα, ἦσαν δέ βασιλικοί στρατιῶτες ὡς πρός τό ἐπάγγελμα. Ὅταν λοιπόν περνοῦσε ἀπό ἐκείνη τήν πόλι ὁ βασιλιάς, κατηγορήθηκαν σ’ αὐτόν οἱ Ἅγιοι αὐτοί ὡς Χριστιανοί. Καί ἀφοῦ παρουσιάσθηκαν σ’ αὐτόν καί ὠμολόγησαν μέ παρρησία, ὅτι εἶναι Χριστιανοί, τούς ἔβγαλαν τίς ζῶνες πού φοροῦσαν, καί τούς ἔκλεισαν μέσα στήν φυλακή. Ὕστερα ἀπό τρεῖς ἡμέρες, μεταφέρονται μπροστά στόν τύραννο καί τούς ρωτᾶνε. Καί ἐπειδή ἔμεναν σταθεροί στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτό δέρνονται δυνατά. Ἔπειτα ρίχνονται στήν φωτιά. Μετά ἀπό αὐτά κρεμιῶνται ἀπό ξύλο καί καταξεσχίζονται στά πλευρά. Θέλοντας ὁ Μαξιμιανός νά λυπήση περισσότερο τόν Ἅγιο Μαυρίκιο, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ ἀρχηγός τῶν ἄλλων, πρόσταξε καί ἀποκεφάλισαν τόν υἱό του, πού ὠνομαζόταν Φωτεινός.
Ἐπειδή ὅμως εἶδε τόσο αὐτόν, ὅσο καί τούς ἄλλους Ἁγίους, ὅτι διεφύλασσαν σταθερά τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, καί ἐπειδή δέν πείθονταν σ’ αὐτόν, γι’ αὐτό τούς ἔστειλε σέ ἕναν τόπο βαλτώδη, ὁ ὁποῖος βρισκόταν ἀνάμεσα σέ δύο ποταμούς καί μία λίμνη, καί γι’ αὐτό ἦταν γεμάτος ἀπό σφίγγες, ἀπό μύγες, ἀπό κουνούπια καί ἀπό σκνίπες. Ἔτσι ἐκεῖ ξεγύμνωσαν τούς Ἁγίους οἱ στρατιῶτες. Καί ἀφοῦ τούς ἔδεσαν σέ πασσάλους, γιά νά μήν κουνιοῦνται καί διώχνουν τά ζωύφια, τούς ἄλειψαν μέ μέλι. Ἔτυχε καί ὁ καιρός νά εἶναι κατάλληλος γιά ἕνα τέτοιο βασανιστήριο, καθώς ἦταν ζέστη. Ἔπειτα ἔρριξαν τό λείψανο τοῦ Ἁγίου Φωτεινοῦ μπροστά στόν πατέρα τόν Μαυρίκιο, γιά νά τό βλέπη καί νά λυπᾶται περισσότερο. Ἀφοῦ τά ἔκαναν ὅλα αὐτά οἱ δήμιοι, ἀναχώρησαν. Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ὑπέμειναν γενναῖα ἕνα τέτοιο ἀνυπόφορο βασανιστήριο γιά δέκα ὁλόκληρα ἡμερόνυχτα. Ἔπειτα, ἀφοῦ προσευχήθηκαν στόν Θεό, παρέδωσαν οἱ τρισμακάριοι τίς ψυχές τους στά χέρια του.
[1] Ἑλληνιστές ἦταν αὐτοί, πού ἀπό Ἕλληνες, πίστεψαν στόν Χριστό, ἤ σύμφωνα μέ ἄλλους οἱ Χριστιανοί ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δέχονταν τήν Ἁγία Γραφή τήν μεταφρασμένη στά ἑλληνικά ἀπό τούς ἑβδομήντα. Σημείωσε ὅτι ἐγκώμιο στόν Ἅγιο Στέφανο ἔχει ὁ Γρηγόριος Νύσσης, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ὡς καλή τῶν ἀγαθῶν ἡ ἀκολουθία». Ὁ Χρυσόστομος στόν ε΄ τόμο, δύο. Ἀπό τούς ὁποίους ὁ πρῶτος ἀρχίζει ὡς ἑξῆς· «Στέψωμεν ἄνθεσιν ἐγκωμίων τόν Στέφανον». Ὁ δεύτερος· «Πάντες μέν οἱ τῶν Μαρτύρων ἀγῶνες ἐπίδοξοι». Ἔχει καί ὁ Πρόκλος ἐγκώμιο στόν ἴδιο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ὁ μέν αἰσθητός ἥλιος ὑπέρ γῆν ἀνατέλλων». Βλέπε καί στόν ἁπλό Ἐφραίμ τό ἐγκώμιο τοῦ Ἁγίου Στεφάνου στήν δημοτική γλῶσσα. Ὁ παραπάνω Χρυσόστομος ἔχει ἐπιπλέον τρεῖς λόγους στόν ζ΄ τόμο. Ἀπό τούς ὁποίους ὁ πρῶτος ἀρχίζει ὡς ἑξῆς· «Σεμνύνει μέν τούς εὐδοκίμους ἀθλητάς», ὁ δεύτερος· «Οἱ μέν ἀπό ἔξω στεφάνους πλέκειν ἀνδράσι βουλόμενοι», ὁ τρίτος· «Πολλά καί θαυμαστά τοῦ μακαρίου Στεφάνου τά τρόπαια»
[2] Βλέπε σχετικά μέ αὐτά στήν ὑποσημείωσι τοῦ Συναξαρίου αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου στίς δύο τοῦ Αὐγούστου. Σημείωσε, ὅτι δύο Μαρτύρια τοῦ Ἁγίου Στεφάνου σώζονται στήν Μεγίστη Λαύρα. Ἀπό τά ὁποῖα τοῦ μέν ἑνός ἡ ἀρχή εἶναι ἡ ἑξῆς· «Ἐγένετο κατά τόν καιρόν ἐκεῖνον». Ἐνῷ τοῦ ἄλλου ἡ ἑξῆς· «Διά τήν τοῦ Σωτῆρος καί Θεοῦ εὐσπλαγχνίαν, ἠναγκάσθην ἀποχαράξαι τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ»
[3] Σημείωσε, ὅτι τόν Βίο τῶν Ἁγίων αὐτῶν αὐταδέλφων Θεοδώρου καί Θεοφάνους τῶν Γραπτῶν, συνέγραψε ἡ Θεοδώρα Ραουλαίνη καί Καντακουζηνή ἡ Παλαιολογίνα (καί βλέπε σελ. 678, τῆς Δωδεκαβίβλου). Καί σημείωσε καί αὐτό, ὅτι τούς δώδεκα αὐτούς ἰαμβικούς στίχους συνέθεσε ὁ Ἀριστέαλος. Ἐξερχόμενοι δέ οἱ Ἅγιοι, κατασημαδεμένοι, ἔλεγαν, ὅτι, τά Χερουβίμ, ὅταν θά τούς ἔβλεπαν, θά ἔφευγαν ἀπό τήν Ἐδέμ καί ἡ φλογίνη ρομφαία θά γύριζε πρός τά πίσω, ἐπειδή θά ντρεπόταν ἀπό τίς ὄψεις μας. Καί ὅταν ἄκουσε ὁ βασιλιάς Θεόφιλος αὐτά τά λόγια τους ἀπό τόν ἔπαρχο, εἶπε· «Ἄν ἤξερα, ὅτι αὐτό εἶναι ἀλήθεια, βέβαια θά τό ἔκαμνα αὐτό σε ὅλους τούς ἀνθρώπους τοῦ ὑπηκόου μου» (σελ. 693 τῆς Δωδεκαβίβλου). Βλέπε καί στίς δεκατέσσερις Ἰουνίου τό Συναξάρι τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Καί σημείωσε καί αὐτό, ὅτι οἱ δύο αὐτοί αὐτάδελφοι καί Γραπτοί ὑπῆρξαν μαθητές τοῦ Μιχαήλ Συγγέλου τῶν Ἱεροσολύμων, σύμφωνα μέ τόν Δοσίθεο, καί υἱοί τοῦ Ἰωνᾶ τοῦ Σαββαΐτου (σελ. 694, τῆς Δωδεκαβίβλου). Βλέπε καί τό Συναξάρι τοῦ Μιχαήλ τοῦ Συγγέλου στίς δεκαοκτώ τοῦ παρόντος Δεκεμβρίου. Στήν δέ Μεγίστη Λαύρα σώζεται ὁ βίος αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Τῶν ὑπέρ Χριστοῦ τήν ἄθλησιν ἑλομένων».


Login