Τῇ 27Η τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Πρωτομάρτυρος καὶ Ἀρχιδιακόνου Στεφάνου. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Θεοδώρου τοῦ Γραπτοῦ, ἀδελφοῦ Θεοφάνους τοῦ ποιητοῦ καί Γραπτοῦ.

Τῇ 27Η τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Πρωτομάρτυρος καὶ Ἀρχιδιακόνου Στεφάνου.

Αὐ­τός ὁ μα­κά­ριος Πρω­το­μάρ­τυς καί Ἀρ­χι­δι­ά­κο­νος Στέ­φα­νος, ὅ­ταν ἔ­γι­νε μί­α φο­ρά συ­ζή­τη­σις με­τα­ξύ Ἰ­ου­δαί­ων καί Σαδ­δου­καί­ων καί Φα­ρι­σαί­ων καί Ἑλ­λη­νι­στῶ­ν[1] σχε­τι­κά μέ τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, καί ἄλ­λοι μέν ἔ­λε­γαν, ὅ­τι εἶ­ναι Προ­φή­της, ἄλ­λοι ὅ­τι εἶ­ναι πλά­νος καί ἄλ­λοι, ὅ­τι εἶ­ναι Υἱ­ός Θε­οῦ, ὅ­ταν, λέ­ω, ἔ­γι­νε αὐ­τή ἡ συ­ζή­τη­σις, τό­τε ὁ πα­νύ­μνη­τος Στέ­φα­νος ­στά­θη­κε ἐ­πά­νω σέ ἕ­ναν τό­πο ὑψη­λό καί κή­ρυ­ξε σέ ὅ­λους τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, λέ­γον­τας· «Ἄν­δρες ἀ­δελ­φοί, για­τί αὐ­ξή­θη­καν τό­σο οἱ κα­κί­ες σας, καί εἶ­ναι τα­ραγ­μέ­νη ὅ­λη ἡ Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ; Μα­κά­ριος εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­κεῖ­νος, ὁ ὁ­ποῖ­ος δέν ἔ­νι­ω­σε στήν καρ­διά του δι­σταγ­μό γιά τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Διότι αὐ­τός εἶ­ναι, πού ἔ­γει­ρε τούς Οὐ­ρα­νούς καί κα­τέ­βη­κε γιά τίς ἁ­μαρ­τί­ες μας καί ­γεν­νή­θη­κε ἀ­πό τήν Παρ­θέ­νο τήν Ἁ­γί­α καί κα­θα­ρή καί δι­α­λεγ­μέ­νη πρίν ἀ­πό τήν ἀρ­χή τοῦ κό­σμου. Αὐ­τός ­πῆ­ρε τίς ἀ­σθέ­νει­ές μας, καί ­κρά­τη­σε τίς νό­σους. Αὐ­τός ἔ­κα­νε νά ξα­να­βροῦν τό φῶς τους οἱ τυ­φλοί. Αὐ­τός κα­θά­ρι­σε τούς λε­προύς, καί ἔ­δι­ω­ξε τά δαι­μό­νια ἀ­πό τούς δαι­μο­νι­σμέ­νους».

Οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, μό­λις τά ἄ­κου­σαν αὐ­τά, τόν ἔ­φε­ραν στό δι­κα­στή­ριο μπρο­στά στούς ἀρ­χι­ε­ρεῖς, ἐ­πει­δή δέν μπο­ροῦ­σαν νά ἀν­τι­στα­θοῦν στήν σο­φί­α καί στήν δύ­να­μι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, μέ τήν ὁ­ποί­α μι­λοῦ­σε ὁ θεῖ­ος Στέ­φα­νος. Ἔ­πει­τα πα­ρου­σί­α­σαν ψευ­δο­μάρ­τυ­ρες, οἱ ὁ­ποῖ­οι μαρ­τύ­ρη­σαν κα­τά τοῦ Ἀ­πο­στό­λου τά ἑ­ξῆς λέ­γον­τας· «Ἐ­μεῖς ἀ­κού­σα­με, ὅ­τι αὐ­τός λέ­ει λό­για βλά­σφη­μα ἐ­ναν­τί­ον τοῦ τό­που αὐ­τοῦ τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, καί ἐ­ναν­τί­ον τοῦ θε­ϊ­κοῦ νό­μου». Καί ἀ­φοῦ εἶ­παν αὐ­τά καί ὅ­λα τά ὑ­πό­λοι­πα, ὅ­σα δι­η­γοῦν­ται οἱ ἱ­ε­ρές Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων στό ἕ­βδο­μο κε­φά­λαι­ο, τό­τε ­γύ­ρι­σαν τά μά­τια τους στόν Στέ­φα­νο ὅ­λοι ὅ­σοι κάθονταν στό δι­κα­στή­ριο καί εἶ­δαν τό πρό­σω­πό του τό­σο λαμ­πρό, σάν νά ἦ­ταν πρό­σω­πο Ἀγ­γέ­λου. Γι’ αὐ­τό, ἐ­πει­δή δέν ἄν­τε­χαν τήν ντρο­πή, τόν ­λι­θο­βό­λη­σαν, ἐ­νῶ αὐ­τός προ­σευ­χό­ταν γι­’­ αὐ­τούς καί ἔ­λε­γε· «Κύ­ρι­ε μήν τούς κα­τα­λο­γή­σης αὐ­τή τήν ἁ­μαρ­τί­α». Καί, ἀ­φοῦ εἶ­πε αὐ­τά, ­κοι­μή­θη­κε.

Ἀ­φοῦ λοι­πόν ὁ Πρω­το­μάρ­τυς μέ τήν πτῶ­σι, πού τήν ­νό­μι­ζαν δι­κή του γκρέ­μι­σε κά­τω τόν ἀν­τί­πα­λο Δι­ά­βο­λο καί τόν κα­τέ­στη­σε πτῶ­μα μέ­γι­στο καί ἐ­ξαί­σιο, καί ἀ­φοῦ κοι­μή­θη­κε μέ τόν γλυ­κό ὕ­πνο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου, πῆ­ραν τό ἱ­ε­ρό του σῶ­μα ἄν­δρες εὐ­λα­βεῖς καί τό ἔ­βα­λαν μέ­σα σέ ἕ­να κιβώτιο ξύλινο κα­τα­σκευ­α­σμέ­νο ἀ­πό ξύ­λο περ­σέ­ας· δη­λα­δή ρο­δα­κι­νιᾶς. Καί, ἀ­φοῦ τό ­σφρά­γι­σαν, τό ἀ­πέ­θε­σαν στά πλά­για μέ­ρη τοῦ Να­οῦ. Τό­τε καί ὁ νο­μο­δι­δά­σκα­λος Γα­μα­λι­ήλ καί ὁ υἱ­ός του Ἀ­βελ­βοῦς ­πί­στεψαν στόν Χρι­στό. Καί ­βα­πτί­σθη­καν ἀ­πό τούς Ἀ­πο­στό­λου­ς. Τε­λεῖ­ται δέ ἡ Σύ­να­ξις τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου στόν μαρ­τυ­ρι­κό του Να­ό, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι κον­τά στόν τό­πο τόν ἀ­πο­κα­λού­με­νο Κων­σταν­τια­νά[2]. Ση­μεί­ω­σε ὅ­τι ὁ Ἅ­γιος Στέ­φα­νος λι­θο­βο­λή­θη­κε τρί­α χρό­νια με­τά τήν Ἀ­νά­λη­ψι τοῦ Χρι­στοῦ, σύμ­φω­να μέ τούς πιό ἀ­κρι­βεῖς χρο­νο­λό­γους.

Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡμῶν Θε­ο­δώ­ρου τοῦ Γρα­πτοῦ, ἀ­δελ­φοῦ Θε­ο­φά­νους τοῦ ποι­η­τοῦ καί Γρα­πτοῦ.

Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος Θε­ό­δω­ρος μα­ζί μέ τόν ἀ­δελ­φό του Θε­ο­φά­νη (ὁ ὁ­ποῖ­ος ἑ­ορ­τά­ζει ἰ­δι­αίτερα στίς ἕν­δε­κα τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου) ἦ­ταν στά χρό­νια τοῦ Θε­ό­φι­λου τοῦ εἰ­κο­νο­μά­χου τό ἔ­τος 830. Καί ἀ­γω­νί­σθη­καν πά­ρα πο­λύ καί οἱ δύ­ο γιά τήν τι­μή καί τήν προ­σκύ­νη­σι τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων. Γι’ αὐ­τό ­δάρ­θη­καν ἄ­σπλαγ­χνα. Καί μέ τήν προ­στα­γή τοῦ Θε­ό­φι­λου, γρά­φη­καν στό μέ­τω­πό τους μέ πυ­ρω­μέ­νο σί­δε­ρο οἱ ἑ­ξῆς ἰ­αμ­βι­κοί στί­χοι:

  Πάν­των πο­θούν­των προ­στρέ­χειν πρός τήν πό­λιν,

Ὅ­που πά­να­γνοι τοῦ Θε­οῦ λό­γου πό­δες

Ἔ­στη­σαν εἰς σύ­στα­σιν τῆς Οἰ­κου­μέ­νης,

Ὤ­φθη­σαν οὗ­τοι τῷ σε­βα­σμίῳ τό­πῳ

Σκεύ­η πο­νη­ρά δει­σι­δαί­μο­νος πλά­νης.

Ἐ­κεῖ­σε πολ­λά λοι­πόν ἐξ ἀ­πι­στί­ας

Πρά­ξαν­τες δει­νά αἰ­σχρά δυσ­σε­βο­φρό­νως,

Ἐ­κεῖ­θεν ἠ­λά­θη­σαν ὡς ἀ­πο­στά­ται.

Πρός τήν πό­λιν δέ τοῦ κρά­τους πε­φευ­γό­τες

Οὐκ ἐ­ξα­φῆ­καν τάς ἀ­θέ­σμους μω­ρί­ας.

Ὅ­θεν γρα­φέν­τες ὡς κα­κοῦρ­γοι τήν θέ­αν

Κα­τα­κρί­νον­ται καί δι­ώ­κον­ται πά­λιν.

 Καί ἀ­φοῦ ­γρά­φη­καν μέ τούς στί­χους αὐ­τούς, ­στάλ­θη­καν στήν ἐ­ξο­ρί­α, ὅ­που ὁ μέ­γας ἀ­ρι­στέας καί νι­κη­τής αὐ­τός Θε­ό­δω­ρος ἀ­πο­δή­μη­σε πρός τόν Κύ­ριο. Λέ­γε­ται δέ ὅ­τι, ὅ­ταν ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός ­κοι­μή­θη­κε, ­πῆ­γε σ’ αὐ­τόν ἕ­νας μέ­γας Γέ­ρον­τας καί ἄ­κου­γε ἁ­γί­ους Ἀγ­γέ­λους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­ψαλ­λαν πνευ­μα­τι­κά ἄ­σμα­τα. Μέ τούς ὁ­ποί­ους συ­νέ­ψαλ­λε καί αὐ­τός. Ἔ­δει­ξε ὁ Θε­ός μέ­σῳ αὐ­τῶν τῶν  ἀ­σμά­των πό­σο τι­μοῦ­σε τόν ὑ­πη­ρέ­τη του Θε­ό­δω­ρο[3].

  Ὁ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τήρ ἡμῶν Θε­ό­δω­ρος ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ἐν εἰ­ρή­νῃ τε­λει­οῦ­ται.

Αὐ­τός ἦ­ταν γέν­νη­μα καί θρέμ­μα τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως στά χρό­νια τοῦ αὐτοκράτορος Κων­σταν­τί­νου τοῦ Πω­γω­νά­του, τό ἔ­τος 668. Καί ἐ­ξ ­αἰ­τί­ας τῆς πολ­λῆς του εὐ­λά­βειας καί ἀ­ρε­τῆς, χει­ρο­το­νή­θη­κε Πρε­σβύ­τε­ρος τῆς ἁ­γι­ω­τά­της Με­γά­λης Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἔ­πει­τα ἔ­γι­νε σύγ­γε­λος καί σκευ­ο­φύ­λακας. Ἐ­πει­δή ὅμως ὁ τό­τε Πα­τριά­ρχης Κων­σταν­τῖ­νος πέ­θα­νε, πι­έ­σθη­κε ὁ πα­νύ­μνη­τος αὐ­τός Θε­ό­δω­ρος ἀ­πό τόν βα­σι­λιά καί ὅ­λη τήν σύγ­κλη­το, καί ἐ­πί πλέ­ον καί ἀ­πό ὅ­λη τήν σύ­νο­δο τῶν ἁ­γί­ων Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων. Καί ἔ­τσι χει­ρο­το­νή­θη­κε Πα­τριά­ρχης Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως. Καί ἀ­φοῦ κυ­βέρ­νη­σε θε­ά­ρε­στα τήν Ἐκ­κλη­σί­α γιά δύ­ο χρό­νια καί τρεῖς μῆ­νες, δι­ώ­χθη­κε ἀ­πό τόν θρό­νο του τό ἔ­τος 678. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ δι­ή­νυ­σε κα­λά τό ὑ­πό­λοι­πο τῆς ζω­ῆς του, ἀ­πο­δή­μη­σε πρός τόν Κύ­ριο. Τήν μνή­μη του ἑ­ορ­τά­ζει ἡ Με­γά­λη Ἐκ­κλη­σί­α ἡ­μέ­ρα Κυ­ρια­κή.

  * Ὁ Ὅ­σιος Πα­τήρ ἡμῶν Λου­κᾶς ὁ Τρι­γλι­νός (ἤ­τοι ὁ ἐκ Μουν­τα­νί­ων), ἐν εἰ­ρή­νῃ τε­λει­οῦ­ται.

 * Τῆς γῆς ὁ Λου­κᾶς ὑ­πε­ραρ­θείς ἐμ­φρό­νως,

Τρα­νῶς τρυ­φᾷ νῦν τήν Θε­οῦ θε­ω­ρί­αν.

  Μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος Μαυ­ρι­κί­ου καί τῶν σύν αὐ­τῷ ἑ­βδο­μή­κον­τα Μαρ­τύ­ρων.

Αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι ἔ­ζη­σαν στά χρό­νια τοῦ βα­σι­λέ­ως Μα­ξι­μια­νοῦ, τό ἔ­τος 297. Κα­τά­γον­ταν μέν ἀ­πό τήν πό­λι Ἀ­πά­μεια, ἡ ὁ­ποί­α β­ρί­σκε­ται στήν Μαύ­ρη Θά­λασ­σα, ἦ­σαν δέ βα­σι­λι­κοί στρα­τι­ῶ­τες ὡς πρός τό ἐ­πάγ­γελ­μα. Ὅ­ταν λοι­πόν περ­νοῦ­σε ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν πό­λι ὁ βα­σι­λιάς, κα­τη­γο­ρή­θη­καν σ’ αὐ­τόν οἱ Ἅ­γιοι αὐ­τοί ὡς Χρι­στια­νοί. Καί ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­καν σ’­ αὐ­τόν καί ὠ­μο­λό­γη­σαν μέ παρ­ρη­σί­α, ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στια­νοί, τούς ἔ­βγα­λαν τίς ζῶ­νες πού φο­ροῦ­σαν, καί τούς ἔ­κλει­σαν μέ­σα στήν φυ­λα­κή. Ὕ­στε­ρα ἀ­πό τρεῖς ἡ­μέ­ρες, με­τα­φέ­ρον­ται μπρο­στά στόν τύ­ραν­νο καί τούς ρω­τᾶ­νε. Καί ἐ­πει­δή ἔ­με­ναν στα­θε­ροί στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, γι’ αὐ­τό δέρ­νον­ται δυ­να­τά. Ἔ­πει­τα ρί­χνον­ται στήν φω­τιά. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά κρε­μι­ῶν­ται ἀ­πό ξύ­λο καί κα­τα­ξε­σχί­ζον­ται στά πλευ­ρά. Θέ­λον­τας ὁ Μα­ξι­μια­νός νά λυ­πή­ση πε­ρισ­σό­τε­ρο τόν Ἅ­γιο Μαυ­ρί­κιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ὁ ἀρ­χη­γός τῶν ἄλ­λων, πρό­στα­ξε καί ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν τόν υἱ­ό του, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Φω­τει­νός.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως εἶ­δε τό­σο αὐ­τόν, ὅ­σο καί τούς ἄλ­λους Ἁ­γί­ους, ὅ­τι δι­ε­φύ­λασ­σαν στα­θε­ρά τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, καί ἐ­πει­δή δέν ­πεί­θον­ταν σ’ αὐ­τόν, γι’ αὐ­τό τούς ἔ­στει­λε σέ ἕ­ναν τό­πο βαλ­τώ­δη, ὁ ὁ­ποῖ­ος β­ρι­σκό­ταν ἀ­νά­με­σα σέ δύ­ο πο­τα­μούς καί μί­α λί­μνη, καί γι’ αὐ­τό ἦ­ταν γε­μά­τος ἀ­πό σφίγ­γες, ἀ­πό μύ­γες, ἀ­πό κου­νού­πια καί ἀ­πό σκνί­πες. Ἔ­τσι ἐ­κεῖ ξε­γύ­μνω­σαν τούς Ἁ­γί­ους οἱ στρα­τι­ῶ­τες. Καί ἀ­φοῦ τούς ἔ­δε­σαν σέ πασ­σά­λους, γιά νά μήν κου­νι­οῦν­ται καί δι­ώ­χνουν τά ζω­ύ­φια, τούς ἄ­λει­ψαν μέ μέ­λι. Ἔ­τυ­χε καί ὁ και­ρός νά εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λος γιά ἕ­να τέ­τοι­ο βα­σα­νι­στή­ριο, κα­θώς ἦ­ταν ζέ­στη. Ἔ­πει­τα ἔ­ρρι­ξαν τό λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου Φω­τει­νοῦ μπρο­στά στόν πα­τέ­ρα τόν Μαυ­ρί­κιο, γιά νά τό βλέ­πη καί νά λυ­πᾶ­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἀ­φοῦ τά ἔ­κα­ναν ὅ­λα αὐ­τά οἱ δή­μιοι, ἀ­να­χώ­ρη­σαν. Οἱ Ἅ­γιοι Μάρ­τυ­ρες ὑ­πέ­μει­ναν γεν­ναῖ­α ἕ­να τέ­τοι­ο ἀ­νυ­πό­φο­ρο βα­σα­νι­στή­ριο γιά δέ­κα ὁ­λό­κλη­ρα ἡ­με­ρό­νυ­χτα. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­καν στόν Θε­ό, πα­ρέ­δω­σαν οἱ τρι­σμα­κά­ριοι τίς ψυ­χές τους στά χέ­ρια του.



[1] Ἑλ­λη­νι­στές ἦ­ταν αὐ­τοί, πού ἀ­πό Ἕλ­λη­νες, ­πί­στεψαν στόν Χρι­στό, ἤ σύμ­φω­να μέ ἄλ­λους οἱ Χρι­στια­νοί ἐ­κεῖ­νοι, οἱ ὁ­ποῖ­οι ­δέ­χον­ταν τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή τήν με­τα­φρα­σμέ­νη στά ἑλ­λη­νι­κά ἀ­πό τούς ἑ­βδο­μήν­τα. Ση­μεί­ω­σε ὅ­τι ἐγ­κώ­μιο στόν Ἅ­γιο Στέ­φα­νο ἔ­χει ὁ Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ὡς κα­λή τῶν ἀ­γα­θῶν ἡ ἀ­κο­λου­θί­α». Ὁ Χρυ­σό­στο­μος στόν ε΄ τό­μο, δύ­ο. Ἀ­πό τούς ὁ­ποίους ὁ πρῶ­τος ἀρ­χί­ζει ὡς ἑ­ξῆς· «Στέ­ψω­μεν ἄν­θε­σιν ἐγ­κω­μί­ων τόν Στέ­φα­νον». Ὁ δεύ­τε­ρος· «Πάν­τες μέν οἱ τῶν Μαρ­τύ­ρων ἀ­γῶ­νες ἐ­πί­δο­ξοι». Ἔ­χει καί ὁ Πρό­κλος ἐγ­κώ­μιο στόν ἴ­διο, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ὁ μέν αἰ­σθη­τός ἥ­λιος ὑ­πέρ γῆν ἀ­να­τέλ­λων». Βλέ­πε καί στόν ἁ­πλό Ἐ­φραίμ τό ἐγ­κώ­μιο τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου στήν δη­μο­τι­κή γλῶσ­σα. Ὁ πα­ρα­πά­νω Χρυ­σό­στο­μος ἔ­χει ἐ­πι­πλέ­ον τρεῖς λό­γους στόν ζ΄ τό­μο. Ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους ὁ πρῶ­τος ἀρ­χί­ζει ὡς ἑ­ξῆς· «Σε­μνύ­νει μέν τούς εὐ­δο­κί­μους ἀ­θλη­τάς», ὁ δεύ­τε­ρος· «Οἱ μέν ἀ­πό ἔ­ξω στε­φά­νους πλέ­κειν ἀν­δρά­σι βου­λό­με­νοι»,  ὁ τρί­τος· «Πολ­λά καί θαυ­μα­στά τοῦ μα­κα­ρί­ου Στε­φά­νου τά τρό­παι­α»

[2] Βλέ­πε σχε­τι­κά μέ αὐ­τά στήν ὑ­πο­ση­μεί­ω­σι τοῦ Συ­να­ξα­ρί­ου αὐ­τοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου στίς δύ­ο τοῦ Αὐ­γού­στου. Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι δύ­ο Μαρ­τύ­ρια τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου σώ­ζον­ται στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα. Ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α τοῦ μέν ἑ­νός ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι ἡ ἑ­ξῆς· «Ἐ­γέ­νε­το κα­τά τόν και­ρόν ἐ­κεῖ­νον». Ἐ­νῷ τοῦ ἄλ­λου ἡ ἑ­ξῆς· «Διά τήν τοῦ Σω­τῆ­ρος καί Θε­οῦ εὐ­σπλαγ­χνί­αν, ἠ­ναγ­κά­σθην ἀ­πο­χα­ρά­ξαι τῇ τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­ᾳ»

[3] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι τόν Βί­ο τῶν Ἁ­γί­ων αὐ­τῶν αὐ­τα­δέλ­φων Θε­ο­δώ­ρου καί Θε­ο­φά­νους τῶν Γρα­πτῶν, συ­νέ­γρα­ψε ἡ Θε­ο­δώ­ρα Ρα­ου­λαί­νη καί Καν­τα­κου­ζη­νή ἡ Πα­λαι­ο­λο­γί­να (καί βλέ­πε σελ. 678, τῆς Δω­δε­κα­βί­βλου). Καί ση­μεί­ω­σε καί αὐ­τό, ὅ­τι τούς δώ­δε­κα αὐ­τούς ἰ­αμ­βι­κούς στί­χους ­συνέθε­σε ὁ Ἀ­ρι­στέ­α­λος. Ἐ­ξερ­χό­με­νοι δέ οἱ Ἅ­γιοι, κα­τα­ση­μα­δε­μέ­νοι, ἔ­λε­γαν, ὅ­τι, τά Χε­ρου­βίμ, ὅ­ταν θά τούς ἔ­βλε­παν, θά ἔ­φευ­γαν ἀ­πό τήν Ἐ­δέμ καί ἡ φλο­γί­νη ρομ­φαί­α θά γύ­ρι­ζε πρός τά πί­σω, ἐ­πει­δή θά ντρε­πό­ταν ἀ­πό τίς ὄ­ψεις μας. Καί ὅ­ταν ἄ­κου­σε ὁ βα­σι­λιάς Θε­ό­φι­λος αὐ­τά τά λό­για τους ἀ­πό τόν ἔ­παρ­χο, εἶ­πε· «Ἄν ἤ­ξε­ρα, ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, βέ­βαι­α θά τό ἔ­κα­μνα αὐ­τό σε ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους τοῦ ὑ­πη­κό­ου μου» (σελ. 693 τῆς Δω­δε­κα­βί­βλου). Βλέ­πε καί στίς δε­κα­τέσ­σε­ρις Ἰ­ου­νί­ου τό Συ­να­ξά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Με­θο­δί­ου Πα­τριά­ρχου Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως. Καί ση­μεί­ω­σε καί αὐ­τό, ὅ­τι οἱ δύ­ο αὐ­τοί αὐ­τά­δελ­φοι καί Γρα­πτοί ὑ­πῆρ­ξαν μα­θη­τές τοῦ Μι­χα­ήλ Συγ­γέ­λου τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων, σύμ­φω­να μέ τόν Δο­σί­θε­ο, καί υἱ­οί τοῦ Ἰ­ω­νᾶ τοῦ Σαβ­βα­ΐ­του (σελ. 694, τῆς Δω­δε­κα­βί­βλου). Βλέ­πε καί τό Συ­να­ξά­ρι τοῦ Μι­χα­ήλ τοῦ Συγ­γέ­λου στίς δε­κα­ο­κτώ τοῦ πα­ρόν­τος Δε­κεμ­βρί­ου. Στήν δέ Με­γί­στη Λαύ­ρα σώ­ζε­ται ὁ βί­ος αὐ­τοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Θε­ο­δώ­ρου, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Τῶν ὑ­πέρ Χρι­στοῦ τήν ἄ­θλη­σιν ἑ­λο­μέ­νων».

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης