11 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΤΗΣ ΕΝΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΕΥΦΡΟΣΥΝΟΥ

Τῷ αὐτῷ μηνί IA΄, μνήμη τῆς Ὁσίας Μητρός ἡμῶν Θεοδώρας                             τῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ.

Καί σχῆμα καί νοῦν ἀρρενοῖ Θεοδώρα,

Καί τόν μέγαν νοῦν αἰσχύνει πρό τοῦ τέλους.

Ἑνδεκάτῃ πύματον Θεοδώρα ὕπνον ἰαύει

(ἤτοι τόν ὕστερον ὕπνον τοῦ θανάτου κοιμᾶται).

 

Ὅ­πως ἡ Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν πα­ρω­μοι­ά­σθη­κε μέ δέ­κα Παρ­θέ­νες, ὅ­πως λέ­ει τό στό­μα τοῦ Χρι­στοῦ στή νέ­α Δι­α­θή­κη τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, ἔ­τσι καί δέ­κα γυ­ναῖ­κες, πού δέ­χθη­καν τό ἀν­δρι­κό σχῆ­μα, σύν­τρι­ψαν τά κέν­τρα τοῦ ἀν­θρω­πο­κτό­νου Δι­α­βό­λου. Μί­α ἀ­πό αὐ­τές τίς δέ­κα ἦ­ταν καί ἡ σή­με­ρα ἑ­ορ­τα­ζο­μέ­νη Θε­ο­δώ­ρα, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει τό ὄ­νο­μα ὡς δῶ­ρο Θε­οῦ. Αὐ­τή λοι­πόν κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν πό­λι τῆς Ἀ­λε­ξάν­δρειας στά χρό­νια τοῦ αὐ­το-κράτο­ρα Ζή­νω­να κα­τά τό ἔ­τος 472. Ἀ­φοῦ συ­ζεύ­χθη­κε μέ νό­μι­μο ἄν­δρα, ζοῦ­σε μί­α ζω­ή εὔ­τα­κτη καί ἀ­κα­τη­γό­ρη­τη. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἀ­πό φθό­νο τοῦ μι­σό­κα­λου δι­α­βό­λου ἔ­πε­σε κρυ­φά σέ μοι­χεί­α, ἀ­πο­φά­σι­σε νά ζη­τή­ση καί νά βρῆ τήν σω­τη­ρί­α της. Ἔ­τσι, ὅ­ταν ἄ­κου­σε τά εὐ­αγ­γε­λι­κά λό­για, μέ τά ὁ­ποῖ­α δι­δά­σκει ὁ Κύ­ριος, ὅ­τι δέν εἶ­ναι κα­νέ­να κρυ­πτό, τό ὁ­ποῖ­ο νά μή γί­νη στό τέ­λος φα­νε­ρό · «Οὐκ ἔ­στι κρυ­πτόν, ὅ οὐ φα­νε­ρόν γε­νή­σε­ται» (Λουκ. 8,17)· ἐξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ, μό­λις σκέ­φθη­κε τό βά­ρος τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, πού ἔ­κα­νε, σι­χά­θη­κε τήν ἁ­μαρ­τί­α αὐ­τή σάν ἕ­να σί­χα­μα καί μί­α ἀ­κα­θαρ­σί­α. Καί ἀ­φοῦ ἀ­πέ­βα­λε τήν γυ­ναι­κεί­α ἐν­δυ­μα­σί­α, δέ­χε­ται τό ἀγ­γε­λι­κό σχῆ­μα τῶν Μο­να­χῶν καί ἀν­τί Θε­ο­δώ­ρα, με­το­νο­μά­ζε­ται Θε­ό­δω­ρος. Καί ἀ­φοῦ πῆ­γε σέ Μο­να­στήρι ἀν­δρι­κό, ἐ­κεῖ με­τα­νο­οῦ­σε καί ἔ­κλαι­γε τήν ἁ­μαρ­τί­α της.

Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε ἡ μα­κα­ρί­α δύ­ο ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια κο­πι­ά­ζον­τας μέ βα­ρει­ές δου­λει­ές καί ἀ­γω­νι­ζό­με­νη στό νά ση­κώ­νη τά χρει­α­ζό­με­να πράγ­μα­τα τοῦ Μο­να­στη­ρί­ου, ἀ­πό φθό­νο τοῦ ψυ­χο­φθό­ρου Δι­α­βό­λου συ­κο­φαν­τή­θη­κε ἀ­πό με­ρι­κούς κα­κό­τρο­πους, ὅ­τι πόρ­νευ­σε μέ μί­α γυ­ναῖ­κα. Τό­τε αὐ­τοί ἔ­φε­ραν ἕ­να βρέ­φος καί τό ἔ­ρρι­ξαν ἔ­ξω στήν πόρ­τα τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, δι­α­βάλ­λον­τας ψευ­δῶς, ὅ­τι ἦ­ταν δι­κό της. Ἀ­πό αὐ­τό τό γε­γο­νός ἡ ἀ­οί­δι­μη Θε­ο­δώ­ρα, ἀ­φοῦ δέ­χθη­κε ὡς ἀ­λη­θι­νή τήν συ­κο­φαν­τί­α αὐ­τή, πῆ­ρε τό βρέ­φος καί τό ἀ­νέ­τρε­φε κα­θα­ρά, σάν νά ἦ­ταν δι­κό της. Δι­ό­τι φρόν­τι­ζε ἡ τρι­σόλ­βια νά κρύ­ψη τόν ἑ­αυ­τό της, πώς ἦ­ταν γυ­ναί­κα κα­τά τήν φύ­σι. Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε ὑ­πο­μο­νή καί ἔ­μει­νε ἔ­ξω ἀ­πό τό Μο­να­στήρι γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ καί γιά κα­νό­να τῆς ἁ­μαρ­τί­ας ἑ­πτά ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια, πα­λαί­βον­τας μέ τήν ψύ­χρα τοῦ χει­μῶ­να, μέ τήν ζέ­στη τοῦ θέ­ρους καί μέ χα­μαι­κοι­τί­ες, μό­λις καί με­τά βί­ας στό τέ­λος μπῆ­κε μέ­σα στό Μο­να­στῆ­ρι.

Ἀ­πό τό­τε λοι­πόν κα­τα­ξη­ραί­νον­τας τό σῶ­μα της μέ συ­χνές προ­σευ­χές, μέ κό­πους, μέ ὁ­λο­νύ­κτι­ες στά­σεις καί ἀ­γρυ­πνί­ες καί κα­τα­νο­ῶντας τήν κλη­ρο­νο­μί­α τῆς Βασιλείας τῶν Οὐ­ρα­νῶν, ἔ­φθα­σε σ’ ἐ­κεῖ­νο τόν σκο­πό καί τό τέ­λος, τό ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε. Δι­ό­τι, πράγ­μα­τι, συ­νέ­βη στήν Ἁ­γί­α αὐ­τή ἕ­να φο­βε­ρό θαῦ­μα, τό ὁ­ποῖ­ο ποι­ός δέν θά θαυ­μά­ση; ἐ­πει­δή αὐ­τή, γυ­ναί­κα ὄν­τας κα­τά φύ­σι, ἔ­ζη­σε μα­ζί μέ ἄν­δρες, χω­ρίς νά γί­νη γνω­στή· καί στό μέ­σον τοῦ στα­δί­ου τῆς ἀ­σκή­σε­ως εὑ­ρι­σκο­μέ­νη, ἀ­γω­νι­ζό­ταν σάν ἕ­νας ἀ­πό τούς ἄν­δρες, λάμ­πον­τας ἀ­σκη­τι­κά σάν ἕ­νας με­γά­λος φω­στῆ­ρας· γι’ αὐ­τό, ὄν­τας φορ­τω­μέ­νη ἀ­πό τούς ἐ­πά­ξιους μι­σθούς τῶν κό­πων της, ἀ­νέ­βη­κε μέ χα­ρά στόν πο­θει­νό της νυμ­φί­ο Χρι­στό. Οἱ δέ μο­να­χοί βλέ­πον­τας αὐ­τό τό πα­ρά­δο­ξο θαῦ­μα, ἀ­πό­ρη­σαν καί δό­ξα­σαν τόν Θεό[1].

 Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Εὐφροσύνου τοῦ μαγείρου.

Ἤ­νεγ­κε πᾶν δύ­σοι­στον εὐ­ψύ­χως βά­ρος,

Θεί­ας ὁ Εὐ­φρό­συ­νος ἡ­δο­νῆς χά­ριν.

 

Αὐ­τός γεν­νή­θη­κε ἀ­πό ἀ­γροί­κους καί χω­ρι­κούς γο­νεῖς. Καί ἀ­φοῦ ἀ­να­τρά­φη­κε μέ ἰ­δι­ω­τι­κή καί ἀ­παί­δευ­τη ἀ­να­τρο­φή, ὕ­στε­ρα πῆ­γε σέ Μο­να­στή­ρι. Καί ἀ­φοῦ ντή­θυ­κε τό μο­να­χι­κό σχῆ­μα, ἔ­γι­νε ὑ­πη­ρέ­της τῶν Μο­να­χῶν. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὡς ἀ­γροῖ­κος ἀ­σχο­λεῖ­το πάν­το­τε στό μα­γει­ρεῖ­ο, κα­τα­φρο­νεῖ­το ἀ­πό ὅ­λους τούς Μο­να­χούς καί πε­ρι­παι­ζό­ταν. Ἀλ­λά ὑ­πέ­φε­ρε ὁ μα­κά­ριος ὅ­λες τίς κα­τα­φρο­νή­σεις μέ γεν­ναι­ό­τη­τα καρ­δί­ας καί σύ­νε­σι καί μέ ἡ­συ­χί­α τοῦ λο­γι­σμοῦ, χω­ρίς νά τα­ράσ­σε­ται κα­θό­λου. Δι­ό­τι, μο­λο­νό­τι ἦ­ταν ἰ­δι­ώ­της στόν λό­γο, ὅ­μως δέν ἦ­ταν ἰ­δι­ώ­της καί στήν γνῶ­σι, ὅ­πως θά τό ἀ­πο­δεί­ξη κα­θα­ρά αὐ­τό πού θά λε­χθῆ. Στό Μο­να­στή­ρι ἐ­κεῖ­νο, πού ἦ­ταν ὁ ἀ­οί­δι­μος αὐ­τός Εὐ­φρό­συ­νος, ἐ­κεῖ ἦ­ταν καί ἕ­νας Ἱ­ε­ρέ­ας, φί­λος του Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­κα­λοῦ­σε πο­λύ, γιά νά τοῦ φα­νε­ρώ­ση ὁ Θε­ός τά ἀ­γα­θά, πού πρό­κει­ται νά ἀ­πο­λαύ­σουν ἐ­κεῖ­νοι πού τόν ἀ­γα­ποῦν. Μί­α νύ­κτα, λοι­πόν, ἐ­νῷ κοι­μό­ταν ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας, φά­νη­κε στόν ὕ­πνο του, ὅ­τι βρέ­θη­κε μέ­σα σέ ἕ­να πε­ρι­βό­λι καί ἔ­βλε­πε τά ἐ­κεῖ εὑ­ρι­σκό­με­να πα­νευ­φρό­συ­να ἀ­γα­θά μέ θάμ­βος καί ἔκ­στα­σι. Ἐ­κεῖ εἶ­δε καί τόν πα­ρα­πά­νω μά­γει­ρα τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ Εὐ­φρό­συ­νο, ὁ ὁ­ποῖ­ος στε­κό­ταν στήν μέ­ση τοῦ πε­ρι­βο­λιοῦ καί ἀ­πο­λάμ­βα­νε τά δι­ά­φο­ρα ἐ­κεῖ­να ἀ­γα­θά. Ἀ­φοῦ λοι­πόν τόν πλη­σί­α­σε τόν ρώ­τη­σε· “ποι­ό εἶ­ναι τό πε­ρι­βό­λι ἐ­κεῖ­νο καί πῶς βρέ­θη­κε αὐ­τός σ’ αὐ­το”! Ὁ δέ Εὐ­φρό­συ­νος, “τό πε­ρι­βό­λι”, ἀ­πάν­τη­σε, “αὐ­τό, εἶ­ναι ἡ κα­τοι­κί­α τῶν ἐ­κλε­κτῶν τοῦ Θε­οῦ[2]. Ἐ­μέ­να ὅ­μως γιά τήν πολ­λή ἀ­γα­θό­τη­τα τοῦ Θε­οῦ μου μοῦ ἐ­πε­τρά­πη νά βρί­σκω­μαι ἐ­δῶ”. Καί ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας τοῦ λέ­ει. “Καί τί κά­νεις σ’ αὐ­τό τό πε­ρι­βό­λι”; Ὁ Εὐ­φρό­συ­νος ἀ­πάν­τη­σε. “Ἐ­γώ ἐ­ξου­σι­ά­ζον­τας ὅ­λα, ὅ­σα βλέ­πεις ἐ­δῶ, χαί­ρο­μαι καί εὐ­φραί­νο­μαι στήν θε­ω­ρί­α τους καί στήν ἀ­πό­λαυ­σί τους”.

Ὁ Ἱ­ε­ρέας τοῦ εἶ­πε· “Μπο­ρεῖς νά μοῦ δώ­σης κά­ποι­ο ἀ­πό τά ἀ­γα­θά αὐ­τά”; Ὁ Εὐ­φρό­συ­νος ἀ­πάν­τη­σε· “Ναί, θά λά­βης ἀ­πό αὐ­τά μέ τήν χά­ρι  τοῦ Θε­οῦ μου”. Τό­τε ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας τοῦ ἔ­δει­ξε με­ρι­κά μῆ­λα καί ζη­τοῦ­σε νά τοῦ δώ­ση ἀ­πό αὐ­τά. Παίρ­νον­τας με­ρι­κά μῆ­λα ὁ Εὐ­φρό­συ­νος, τά ἔ­βα­λε στό ἐ­πα­νω­φό­ρι τοῦ Ἱ­ε­ρέ­α, λέ­γον­τας· “Νά, νά χα­ρῆς τά μῆ­λα, πού ζή­τη­σες”. Ἐ­πει­δή ὅ­μως τό σή­μαν­τρο κτύ­πη­σε, γιά νά ση­κω­θοῦν οἱ Πα­τέ­ρες στόν Ὄρ­θρο, ξύ­πνη­σε ὁ Ἱ­ε­ρέας. Καί ἐνῷ νό­μι­ζε, ὅ­τι ἡ ὀ­πτα­σί­α, πού ἔ­βλε­πε, ἦ­ταν ὄ­νει­ρο, ἀ­πλώ­νον­τας τό χέ­ρι του στό ἐ­πα­νω­φό­ρι του, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, βρῆ­κε πράγ­μα­τι τά μῆ­λα. Καί, θαυ­μά­ζον­τας γιά τήν πα­ρά­ξε­νη εὐ­ω­δί­α τους, ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τος γιά πολ­λή ὥ­ρα.

 Κα­τό­πιν πη­γαί­νον­τας στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί βλέ­πον­τας ἐ­κεῖ τόν Εὐ­φρό­συ­νο νά στέ­κε­ται, τόν πῆ­ρε σέ πα­ρά­με­ρο τό­πο καί τόν ὥρ­κι­ζε νά τοῦ πῆ, ποῦ ἦ­ταν ἐ­κεί­νη τήν νύ­κτα. Ὁ δέ Εὐ­φρό­συ­νος, ἔ­λε­γε· “συγ­χώ­ρη­σέ με πά­τερ, σέ κα­νέ­να μέ­ρος δέν πῆ­γα τήν νύ­κτα αὐ­τή, πα­ρά τώ­ρα ἦλ­θα στήν ἀ­κο­λου­θί­α”. Καί ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας, “γι’ αὐ­τό”, εἶ­πε, “ἐ­γώ προ­η­γου­μέ­νως σέ ἔ­δε­σα μέ ὅρ­κους, γιά νά φα­νοῦν σέ ὅ­λους τά με­γα­λεῖ­α τοῦ Θε­οῦ, καί ἐ­σύ δέν πεί­θε­σαι νά φα­νε­ρώ­σης τήν ἀ­λή­θεια”; Τό­τε ὁ τα­πει­νός Εὐ­φρό­συ­νος, ἀ­πάν­τη­σε. “Ἐ­κεῖ, πά­τερ, ἤ­μουν, πού εἶ­ναι τά ἀ­γα­θά, πού πρό­κει­ται νά κλη­ρο­νο­μή­σουν ἐ­κεῖ­νοι πού ἀ­γα­ποῦν τόν Θε­ό, τά ὁ­ποῖ­α καί ἐ­σύ πρίν ἀ­πό πολ­λά χρό­νια ζη­τοῦ­σες νά δῆς. Ἐ­κεῖ εἶ­δες καί ἐ­μέ­να νά ἀ­πο­λαμ­βά­νω τά ἀ­γα­θά τοῦ πε­ρι­βο­λιοῦ ἐ­κεί­νου. Δι­ό­τι θέ­λον­τας ὁ Κύ­ριος νά πλη­ρο­φο­ρή­ση τήν ἁ­γι­ω­σύ­νη σου γιά τά ζη­τού­με­να ἀ­γα­θά τῶν δι­καί­ων, ἐ­νήρ­γη­σε μέ ἐ­μέ­να τόν τα­πει­νό αὐ­τό τό θαῦ­μα”. Ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας εἶ­πε· “Καί τί μοῦ ἔ­δω­σες, πά­τερ Εὐ­φρό­συ­νε, ἀ­πό τά ἀ­γα­θά τοῦ πε­ρι­βο­λιοῦ”; Ὁ Εὐ­φρό­συ­νος ἀ­πάν­τη­σε: “Τά ὡ­ραῖ­α καί εὐ­ω­δέ­στα­τα μῆ­λα, τά ὁ­ποῖ­α τώ­ρα ἔ­βα­λες στήν κλί­νη σου. Ὅ­μως, πά­τερ, συγ­χώ­ρη­σε, δι­ό­τι ἐ­γώ εἶ­μαι σκου­λή­κι καί ὄ­χι ἄν­θρω­πος”. Τό­τε ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας δι­η­γή­θη­κε σέ ὅ­λους τούς ἀ­δελ­φούς τήν ὀ­πτα­σί­α, πού εἶ­δε, καί μέ αὐ­τήν πα­ρα­κί­νη­σε ὅ­λους σέ θαυ­μα­σμό καί ἔκ­πλη­ξι καί σέ ζῆ­λο τοῦ κα­λοῦ καί τῆς ἀ­ρε­τῆς. Ὁ δέ μα­κά­ριος Εὐ­φρό­συ­νος ἀ­πο­φεύ­γον­τας τήν δό­ξα τῶν ἀν­θρώ­πων, κρυ­φά ἀ­νε­χώ­ρη­σε ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι. Καί ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε φεύ­γον­τας μέ­νον­τας ἐν­τε­λῶς ἄ­γνω­στος. Πολ­λοί, ὅ­μως, ἀ­σθε­νεῖς τρώ­γον­τας ἀ­πό τά μῆ­λα ἐ­κεῖ­να θε­ρα­πεύ­θη­καν ἀ­πό τίς ἀ­σθέ­νει­ές τους[3].



[1]      Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι τό Συ­να­ξά­ρι αὐ­τό τῆς Ἁ­γί­ας εἶ­ναι γραμ­μέ­νο μέ ἰ­αμ­βι­κούς στί­χους, τό­σο στόν χει­ρό­γρα­φο, ὅ­σο καί στόν τυ­πω­μέ­νο Συ­να­ξα­ρι­στή, ἀπό ὅ­που καί με­τα­φρά­σθη­κε.  Γι’ αὐ­τή τήν Ὁ­σί­α Θε­ο­δώ­ρα γρά­φε­ται στόν Πα­ρά­δει­σο τῶν Πα­τέ­ρων, ὅ­τι εἶ­πε αὐ­τό τό ἀ­ξι­ό­λο­γο ἀ­πό­φθεγ­μα. Δη­λα­δή, ὅ­τι δέν σῴ­ζει τόν ἄν­θρω­πο οὔ­τε ἡ ἄ­σκη­σις, οὔ­τε ἡ ἀ­γρυ­πνί­α, οὔ­τε κα­νέ­νας ἄλ­λος κό­πος, πα­ρά ἡ γνή­σια τα­πει­νο­φρο­σύ­νη. Δι­ό­τι ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­να­χω­ρη­τής καί ἔ­δι­ω­χνε δαι­μό­νια. Τά ρωτοῦσε λοι­πόν· “Μέ ποι­ά ἀ­ρε­τή βγαί­νουν ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους. Μέ τήν νη­στεί­α βγαί­νε­τε”; Καί ἀ­πάν­τη­σαν τά δαι­μό­νια. “Ἐ­μεῖς πο­τέ δέν τρῶ­με, οὔ­τε πί­νου­με”. “Μέ τήν ἀ­γρυ­πνί­α βγαί­νε­τε”; Καί ἀ­πάν­τη­σαν. “Ἐ­μεῖς πο­τέ δέν κοι­μώ­μα­στε”. “Μέ τήν ἀ­να­χώ­ρη­σι καί τήν ἐ­ρη­μί­α βγαί­νε­τε”; Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­πάν­τη­σαν. “Ἐ­μεῖς στήν ἀ­να­χώ­ρη­σι καί στήν ἐ­ρη­μιά βρι­σκό­μα­στε”. “Μέ ποι­ά, λοι­πόν, τούς εἶ­πε, ἀ­ρε­τή βγαί­νε­τε”; Καί ἀ­πάν­τη­σαν. “Ἐ­μᾶς καμ­μί­α ἀ­ρε­τή δέν μᾶς νι­κᾶ, πα­ρά μό­νον ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη. Δι­ό­τι αὐ­τή εἶ­ναι ὁ νι­κη­τής τῶν δαι­μό­νων”.  Εἶ­πε πά­λι ἡ ἴ­δια, ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­νας Μο­να­χός πού κα­θό­ταν στό κελ­λί του στήν ἔ­ρη­μο. Ἀ­πό τό πλῆ­θος ὅ­μως τῶν πει­ρα­σμῶν, πού τοῦ προ­ξε­νοῦσ­ε ὁ Δι­ά­βο­λος, κου­ρά­σθη­κε καί εἶ­πε· ‘Ἄς φύ­γω ἀ­πό ἐ­δῶ, γιά νά γλυ­τώ­σω’. Ὅ­ταν ὅ­μως ἑ­τοί­μα­ζε τά ὑ­πο­δή­μα­τά του, γιά νά φύ­γη, βλέ­πει ἕ­ναν ἄλ­λον ἄν­θρω­πο, πού ἔ­βαλ­ε καί ἐ­κεῖ­νος τά ὑ­πο­δή­μα­τά του (ἦ­ταν ὁ Δι­ά­βο­λος), καί λέ­ει στόν Μο­να­χό. ‘Ἐ­σύ φεύ­γεις ἀ­πό ἐ­δῶ ἐξ αἰ­τί­ας μου; Ἀλ­λά νά καί ἐ­γώ, προ­λα­βαί­νω καί ἑ­τοι­μά­ζο­μαι νά πά­ω πρίν ἀ­πό σέ­να, ὅ­που πη­γαί­νεις ἐ­σύ’.

Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι τόν Βί­ο της ἑλ­λη­νι­κά τόν συ­νέ­γρα­ψε ὁ Με­τα­φρα­στής, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ζή­νων μέν ἤ­δη τόν αὐ­το­κρά­το­ρα». (Σώ­ζε­ται στήν Λαύ­ρα καί στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες. Στήν Λαύ­ρα σώ­ζε­ται καί ἄλ­λος Βί­ος της, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ἐν ταῖς ἡ­μέ­ραις Ζή­νω­νος τοῦ βα­σι­λέ­ως καί Γρη­γο­ρί­ου ἐ­πάρ­χου»).

[2]      Ση­μει­ώ­νου­με ἐ­δῶ, ὅ­τι (ὅ­πως σέ πολ­λά μέ­ρη λέ­ει ὁ θεῖ­ος Γρη­γό­ριος ὁ Δι­ά­λο­γος στήν τε­τρά­βι­βλό του, ὅ­που ἐ­ξι­στο­ρεῖ τόν Βί­ο πολ­λῶν Ἁ­γί­ων) τά ἀ­γα­θά, πού θά ἀ­πο­λαύ­σουν, ὅ­σοι ἀ­γα­ποῦν τόν Θε­ό, ὑ­περ­βαί­νουν κά­θε μορ­φή καί σχῆ­μα. Καί δέν ἔ­χουν καμ­μί­α ὁ­μοι­ό­τη­τα μέ αὐ­τά τά γή­ι­να ἀ­γα­θά. Γι’ αὐ­τό ὁ Παῦ­λος εἶπε· «ἅ ὀ­φθαλ­μός οὐκ εἶ­δε, καί οὖς οὐκ ἤ­κου­σε, καί ἐ­πί καρ­δί­αν ἀν­θρώ­που οὐκ ἀ­νέ­βη, ἅ ἠ­τοί­μα­σεν ὁ Θε­ός τοῖς ἀ­γα­πῶ­σιν αὐ­τόν» (A΄ Κορ. 2,9). Ἀλ­λά συγ­κα­τα­βαί­νον­τας ὁ Θε­ός στήν ἀ­σθέ­νεια τῶν ἀν­θρώ­πων, πολ­λές φο­ρές τά δι­α­μορ­φώ­νει αὐ­τά μέ τήν χά­ρι καί τήν δύ­να­μί του, μέ αὐ­τά τά γή­ι­να ἀ­γα­θά. Ὅ­πως μέ πα­ρα­δεί­σους, μέ ἄν­θη, μέ μῆ­λα, μέ φῶ­τα αἰ­σθη­τά, καί μέ ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α, ἀ­φε­νός μέν, γιά νά πα­ρη­γο­ρή­ση μέ αὐ­τά κά­πως τόν πό­θο τῶν ἀν­θρώ­πων καί ἀ­φε­τέ­ρου, μέ τά αἰ­σθη­τά καί φαι­νό­με­να ἀ­γα­θά, γιά νά ἀ­νε­βά­ση τήν δι­ά­νοι­ά τους στήν θε­ω­ρί­α καί ἔν­νοι­α τῶν νο­η­τῶν ἐ­κεί­νων καί ἀ­ό­ρα­των ἀ­γα­θῶν, τά ὁ­ποῖ­α θά ἀ­πο­λαμ­βά­νουν στούς οὐ­ρα­νούς οἱ δί­και­οι.

 

[3] Βλέ­πε στό β΄ βι­βλί­ο τοῦ Εὐ­ερ­γε­τι­νοῦ, ὑ­πό­θε­σις α΄, σελ. 318, τό πε­ρί τοῦ Ἁ­γί­ου Εὐ­φρο­σύ­νου αὐ­τοῦ δι­ή­γη­μα ἀ­να­φε­ρό­με­νο μέ παραλλαγή.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης