Ὁ Ἅγιος νέος Ἱερομάρτυς Παρθένιος, ὁ Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας ἐν ἔτει1657, ἀγχόνῃ τελειοῦται
Ὁ Ἅγιος νέος Ἱερομάρτυς Παρθένιος, ὁ Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας ἐν ἔτει1657, ἀγχόνῃ τελειοῦται[49].
+ Τῷ Παρθενίῳ ἐπλάκη διπλοῦν στέφος,
Ὡς ἱερεῖ τε καί ἀθλητῇ Κυρίου.
Αὐτός ὁ πανύμνητος καταγόταν ἀπό τήν Μυτιλήνη, υἱός θεοσεβῶν γονέων, ἀπό τούς ὁποίους, ἀφοῦ ἀνατράφηκε σωστά, δόθηκε σέ σχολεῖο ἱερῶν γραμμάτων, τά ὁποῖα τά ἔμαθε μέσα σέ λίγο καιρό, καθώς ἔτυχε νά ἔχη ἐπιδέξια φύσι. Καί, ἀφοῦ ἔφθασε σέ ἀνάλογη ἡλικία, πόθησε νά μάθη καί ἀνώτερα μαθήματα καί ἐκπαιδεύθηκε ἱκανοποιητικά καί στήν γραμματική καί στήν φιλοσοφία καί ἔφθασε σέ μεγάλη προκοπή, καθώς ἔγινε ἕνας ἀπό τούς σοφούς τοῦ καιροῦ ἐκείνου. Καί ἐπειδή ἦταν πολύ εὐλαβής στά θεῖα καί ἀγαθός στόν τρόπο, ἄφησε τά τοῦ Κόσμου καί ὅλα τά τῆς ζωῆς καί καταγινόταν στήν γνῶσι τῶν θείων Γραφῶν καί συνέτρεχε πολύ καί σέ ὅλες τίς ἱερές Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Γι’ αὐτό καί χειροτονήθηκε μέ τήν σειρά ἀναγνώστης, ὑποδιάκονος, διάκονος καί ἱερέας. Καί ἐπειδή ἦταν στολισμένος μέ κάθε εἶδος ἀρετῆς καί προκομμένος στήν μάθησι, ὅταν πέθανε ὁ ἀρχιερέας τῆς Χίου, μέ τήν ψῆφο τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας ἀξιώθηκε καί τοῦ ἀξιώματος τῆς ἀρχιερωσύνης, καθώς ἔγινε ποιμένας τῆς Χίου καί ποίμαινε θεάρεστα τό ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ, πού τοῦ ἐμπιστεύθηκαν. Καί ἀφοῦ πέρασαν ἀρκετά χρόνια, μέ κοινή γνώμη τῆς Ἁγίας καί ἱερᾶς συνόδου τῶν ἀρχιερέων, προβιβάσθηκε καί στόν Πατριαρχικό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τό ἔτος 1656 μετά Χριστόν× ἀλλά δέν ἄντεχε ὁ διάβολος, πού μισεῖ τό καλό, νά βλέπη τόν λύχνο νά λάμπη ἐπάνω στήν λυχνία, γι’ αὐτό, καί γιά νά τόν βγάλη ἀπό τήν μέση του, κατασκεύασε τήν ἑξῆς συνωμοσία.
Ὁ Ταταρχάνης τοῦ καιροῦ ἐκείνου, ἐπειδή παρουσιάσθηκε ἀνάγκη, ἔστειλε ἕναν πρέσβυ, δηλαδή Ἐλιτζῆ πρός τόν Χάτμανο Καζακίας. Ὁ ὁποῖος ὅταν ἦλθε σ’ αὐτόν καί εἶδε κάποιον Μητροπολίτη, πρώην Νικαίας, νά παρακάθεται μέ τιμή πολλή καί νά μιλᾶ μέ μεγάλη παρρησία στούς ἐκεῖ παρευρισκομένους, φθόνησε ὁ καταραμένος καί ὅταν ἐπέστρεψε στόν Ταταρχάνη, εἶπε πολλά ἐναντίον τοῦ προαναφερθέντος Μητροπολίτη καί ὅτι εἶναι βέβαια σταλμένος ἐκεῖ ἀπό τόν Πατριάρχη ὡς συνωμότης καί προδότης τῆς βασιλείας τῶν Τούρκων καί ἄλλα παρόμοια. Ὁ δέ χάνης ἔγραψε στόν βεζύρη, ὅσα τοῦ εἶπε ὁ πρέσβυς. Καί ὁ βεζύρης ἔστειλε ἀμέσως καί ἔφερε μπροστά του τόν Πατριάρχη καί, ἀφοῦ τόν ἐξέτασε λεπτομερῶς γιά ὅλα ἐκεῖνα, πού ἔγραψε ἐναντίον του ὁ χάνης, τόν βρῆκε ἀθῷο σέ ὅλα καί ἄψογο. Ἀλλά ὅμως ἐξ αἰτίας τοῦ ἀξιώματος τοῦ Ταταρχάνη, γιά νά μήν φανοῦν ψεύτικα τά λόγια του καί γιά νά μήν κινήση ὑποψίες, τόν παρέδωσε στόν ἔπαρχο τῆς πόλεως, γιά νά τόν θανατώση ὡς συνωμότη τῆς βασιλείας τους καί παρήγγειλε σ’ αὐτόν, ὅτι ἐάν θελήση νά γίνη Τοῦρκος, νά τοῦ χαρίσουν τήν ζωή του, διότι τότε θά εἶναι βέβαιοι, πώς εἶναι ἑνωμένος μέ αὐτούς καί δέν τούς ἐπιβουλεύεται.
Καί, ἀφοῦ τόν παρέλαβε ὁ ἔπαρχος, τόν παρακινοῦσε νά τουρκέψη ὑποσχόμενος σ’ αὐτόν, ὅτι ὄχι μόνο τήν ζωή του πρόκειται νά κερδίση, ἄν τυχόν καί γίνη Τοῦρκος, ἀλλά καί μεγάλες τιμές καί πλούτη πρόκειται νά λάβη ἀπό τόν Βασιλέα καί σέ ἀξιώματα ὑψηλά πρόκειται νά ἀνέβη καί νά γίνη ἕνας ἀπό τούς πρώτους τῆς βασιλείας τους. Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ Ἅγιος, ἄνοιξε τό εὐλογημένο του στόμα καί τοῦ λέει× «Ὅτι ἐγώ μέν δέν ἐπιβουλεύομαι τήν βασιλεία καί ὅτι ἀπέχω τελείως ἀπό μία τέτοια κατηγορία, ἀλλά πάσχω ἄδικα, καί ἐσεῖς οἱ ἴδιοι τό γνωρίζετε πάρα πολύ καλά, ἄν θέλετε νά ὁμολογήσετε τήν ἀλήθεια. Ὅσο γι’ αὐτό πού λέτε, νά ἀφήσω τήν πίστι μου, γιά νά ἐλευθερωθῶ ἀπό τόν θάνατο, δέν θά τό καταδεχθῶ ποτέ μέ κανέναν τρόπο, νά ἀρνηθῶ τόν γλυκύτατό μου Δεσπότη καί Θεό, τόν Ἰησοῦ Χριστό, ἀκόμη καί ἄν λάβω μύριους θανάτους γιά τό ὄνομά του τό Ἅγιο, χαρά μου τό θεωρῶ καί ἀγαλλίασι. Ὅσο γιά τίς τιμές τίς δικές σας καί τά ἀξιώματα, οὔτε νά τά ἀκούσω θέλω».
Τότε ὁ ἔπαρχος ἄρχισε νά τόν παιδεύη χωρίς ἔλεος μέ πολλά καί διάφορα βασανιστήρια, ἐλπίζοντας, ὅτι μέ αὐτά θά τόν κάνη καί μέ τήν βία νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό. Ἀλλά ὁ Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ τά ὑπέμενε ὅλα μέ μεγάλη γενναιοψυχία καί βλέποντας στό σῶμα του τά στίγματα τοῦ Χριστοῦ, χαιρόταν καί εὐχαριστοῦσε πολύ τόν Κύριο, πού τόν ἀξίωσε νά πάθη γιά τό ὄνομά του τό Ἅγιο καί τόν παρακαλοῦσε νά τοῦ δώση ὑπομονή μέχρι τέλους. Βλέποντας λοιπόν ὁ τύραννος, ὅτι ἔστεκε ὁ Ἅγιος στερεός καί ἀμετακίνητος στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, τόν πῆρε μέ ὅλη τήν φρουρά καί τόν πῆγε σιδεροδέσμιο στό Παρμακκαπί καί ἐκεῖ τόν κρέμασε τό Σάββατο τοῦ δικαίου Λαζάρου. Καί ἔτσι ἔλαβε ὁ τρισμακάριος τόν Στέφανο τοῦ Μαρτυρίου. Τό δέ πανάγιό του λείψανο ἔμεινε κρεμασμένο στήν κρεμάλα τρεῖς ἡμέρες καί κάθε νύκτα οὐράνιο φῶς ἄστραφτε γύρω ἀπό τήν Ἁγία του κεφαλή. Ἔπειτα τό ἔρριξαν στήν θάλασσα καί, ἀφοῦ τό βρῆκαν οἱ Χριστιανοί, τό πῆραν κρυφά καί τό ἔθαψαν μέ τιμή καί εὐλάβεια στά νησιά τῆς πόλεως, πρός δόξα Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας. Στόν ὁποῖο ἁρμόζει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνησις μαζί καί στόν ἄναρχό του Πατέρα καί στό Πανάγιο καί ἀγαθό καί ζωοποιό του Πνεῦμα, τώρα καί πάντα καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
(Νέον Μαρτυρολόγιον, σελ. 76-77)
Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων Πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.
[49] Συγγραφέας τοῦ Μαρτυρίου αὐτοῦ εἶναι ὁ Συρίγου Μελέτιος. Ἀλλά καί ὁ Δοσίθεος τό ἀναφέρει στό ἔργο του «Περί τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις Πατριαρχευσάντων» καί ὁ Μελέτιος στόν τρίτο τόμο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας.


Login