Θεόφανες φάνηθι πιστός προστάτης,
Τιμῶσι πιστῶς σόν μετ’ εἰρήνης τέλος.
Δωδεκάτῃ φθινύθοντος ἀπῆρε βίου Θεοφάνης.
Αὐτός ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Θεοφάνης ἦταν στά χρόνια τοῦ Λέοντα Ἰσαύρου τοῦ εἰκονομάχου, κατά τό ἔτος 735, υἱός τοῦ Ἰσαάκ καί τῆς Θεοδότης. Ὅταν δέ πέθανε ὁ πατέρας του, νυμφεύθηκε χωρίς νά θέλη, ἀφοῦ ἀναγκάσθηκε ἀπό τήν μητέρα του καί συνέζησε μέ τήν γυναῖκα του ὀκτώ χρόνια. Ἐπειδή ὅμως ἀγαποῦσε τήν μοναχική πολιτεία, ὄχι μόνο αὐτός περνοῦσε τήν ζωή του μέ παρθενία, ἀλλά καί τήν σύζυγό του ἔπεισε νά παρθενεύη καί ἐκείνη, μολονότι ὁ πεθερός του τόν ἀνάγκαζε νά ἐκτελῆ ἐκεῖνα, πού εἶναι χαρακτηριστικά τοῦ γάμου. Ἀλλά καί ὁ Λέων ὁ δυσσεβής καί εἰκονομάχος βασιλιάς, συμφωνῶντας μέ τόν πεθερό του, τόν ἐμπόδιζε ἀπό τόν σκοπό τῆς παρθενίας. Ἔτσι τόν ἔστειλε ἔξω σέ ἕνα κάστρο τῆς Κυζίκου, τό ὁποῖο τότε κτιζόταν, γιά νά συμβοηθήση καί αὐτός× καί, πηγαίνοντας ἐκεῖ, τελείωσε τήν προσταγή τοῦ βασιλιᾶ μέ δικά του ἔξοδα. Ὅταν ὅμως ἔφθασε ὁ Ἅγιος στό εἰκοστό πρῶτο ἔτος τῆς ἡλικίας του, τότε καί ὁ θηριώνυμος βασιλιάς, μαζί καί ὁ πεθερός του πέθαναν, καί στό ἑξῆς ἔμεινε ὁ νέος ἐλεύθερος. Ἀλλά καί ἡ οἰκουμένη ἔγινε ἐλεύθερη, ἀφοῦ βασίλευσε ἡ βασίλισσα Εἰρήνη μέ τόν Κωνσταντῖνο, τόν υἱό της, κατά τό ἔτος 780. Ὁπότε, ἐπειδή οἱ καταστάσεις ἔγιναν, ὅπως ὁ Ὅσιος ἤθελε, γι’ αὐτό μοίρασε σέ πτωχούς καί πένητες τά ὑπάρχοντά του καί τούς δούλους του ἐλευθέρωσε. Στήν δέ τίμια σύζυγό του, ἀφοῦ ἔδωσε χρήματα πολλά, τήν ἔκανε μοναχή σέ ἕνα Μοναστήρι τῆς νήσου τοῦ Πρίγκιπα, ἀφοῦ τήν μετωνόμασε σέ Εἰρήνη ἀντί Μεγαλούς.
Καί λοιπόν, ἐπειδή ἔγινε ἔξω ἀπό κάθε φροντίδα καί ταραχή, γι’ αὐτό ἀφιέρωσε ὁλοκληρωτικά τόν ἑαυτό του στόν Κύριο καί, πηγαίνοντας στό βουνό τῆς Σιγριανῆς[1] ἐκεῖ ἔγινε Μοναχός σέ ἕνα Μοναστήρι Πολίχινο (ἤ Πολυχρόνιο) ὀνομαζόμενο καί, ἀφοῦ ἔκλεισε τόν ἑαυτό του μέσα σέ κελλί, ἀσχολεῖτο μέ τό ἐργόχειρο τῆς καλλιγραφίας καί μέ τόν κόπο τῶν ἴδιων τῶν χεριῶν του, ὄχι μόνο αὐτός ἐξοικονομοῦσε τά ἀπαραίτητα πρός τό ζῆν, ἀλλά καί σέ ἄλλους μετέδινε τά ἀναγκαῖα. Μετά λοιπόν ἀπό ἕξι χρόνια, ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπό τό Μοναστήρι ἐκεῖνο, πῆγε στό νησί τό λεγόμενο Καλώνυμος, τό ὁποῖο γενικά λέγεται Καλόλιμνος καί ὑπάγεται στόν Νικομηδείας. Ἐκεῖ λοιπόν ἀφοῦ ἔκτισε μεγάλο Μοναστήρι, πάλι ἐπέστρεψε στό βουνό τῆς Σιγριανῆς. Ἔπειτα, κατά τό πεντηκοστό ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἀσθένησε στά νεφρά καί στό οὐροδόχο ἀγγεῖο, ἡ ὁποία ἀσθένεια ὀνομάζεται γενικά φιάγγος× ἀπό αὐτή τήν νόσο ἔγινε ὁ ἀοίδιμος πάντοτε κλινήρης. Μετά ἀπό αὐτά βασίλευσε ὁ Λέων ὁ Ἀρμένιος ὁ εἰκονομάχος, κατά τό ἔτος 813, ὁ ὁποῖος ἐπεδίωκε νά ἐπαναφέρη αὐτόν τόν Ἅγιο στήν πλάνη τῆς εἰκονομαχίας. Τότε λοιπόν αὐτός δέν φάνηκε μικρόψυχος καί δειλός καί, μολονότι ἦταν ἀκίνητος ἀπό τήν σωματική ἀσθένεια, ἐνδυναμώθηκε ὅμως ἀπό τήν προθυμία τῆς ψυχῆς καί ἀπό τόν ζῆλο τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὅταν δέ ὁ τύραννος διέταξε τόν Ἅγιο νά πάη πρός αὐτόν, λέγοντας× «Ἔλα νά προσευχηθῆς γιά μένα, διότι πρόκειται νά πάω σέ πόλεμο κατά τῶν Βουλγάρων»× τότε ὁ Ἅγιος, ὄντας ἀκίνητος, ὅπως εἴπαμε, μετέβη ἀπό τό ἁμάξι στό καΐκι, καί ἔτσι πῆγε μέν στήν Βασιλεύουσα, ἀλλά δέν εἶδε τό ἄσχημο πρόσωπο τοῦ βασιλιᾶ. Ὁ βασιλιάς ὅμως τοῦ μήνυσε λέγοντας× «Ἄν συγκατατεθῆς στήν παράκλησί μου καί πεισθῆς στά λόγιά μου, γνώριζε, ὅτι θά προξενήσω πολλά ἀγαθά καί σ’ ἐσένα καί στό Μοναστήρι σου. Ἀλλιῶς γνώριζε, ὅτι θά σέ κρεμάσω σέ ξύλο καί μέ τό δικό σου παράδειγμα θά προξενήσω φόβο καί στούς ὑπόλοιπους, πού δέν πείθονται σ’ ἐμένα». Τότε ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ γέμισε ἀπό ζῆλο, τοῦ μήνυσε× «Τίς δωρεές σου καί τούς θησαυρούς σου, μή τούς δώσης σ’ ἐμένα. Τό ξύλο ὅμως, στό ὁποῖο θά μέ κρεμάσης ἤ καί τήν φωτιά, ἑτοίμασε σήμερα, διότι αὐτά ἐπιθυμῶ γιά τήν τοῦ Χριστοῦ μου ἀγάπη». Ὅταν ἄκουσε αὐτά ὁ δυσσεβής βασιλιάς, παρέδωσε τόν Ἅγιο στόν Πατριάρχη Ἰωάννη τόν μάντι, ὁ ὁποῖος καυχόταν στά λόγια καί τήν σοφία καί ἦταν γεμᾶτος ἀπό τήν πλάνη τῶν εἰκονομάχων. Διότι νόμισε ὁ ἀνόητος τύραννος, ὅτι ἐκεῖνος θά διαστρέψη τόν Ἅγιο μέ τά λόγια του.
Ἀφοῦ ὡδηγήθηκε ὁ Ἅγιος στό Μοναστήρι Σεργίου καί Βάκχου, τό ὁποῖο ἦταν κοντά στό βασιλικό παλάτι, καί ἦλθε σέ φιλονεικία μέ τόν μαντιάρχη Ἰωάννη γιά τίς ἅγιες εἰκόνες, τόν νίκησε καί κατατρόπωσε μέ τήν δύναμι τῆς σοφίας του. Καί, ἀφοῦ τοῦ ἀπέδειξε καί ὅτι εἶναι ἀμετάθετος ἀπό τό ὀρθό τῆς πίστεως φρόνημα, ἀπέστειλε ντροπιασμένο στόν τύραννο τόν ψευδοπατριάρχη, ὁ ὁποῖος, ἀντί νά ἀποκτήση δόξα καί ἐκτίμησι ρήτορα καί σοφοῦ, ἀπόκτησε μᾶλλον ἐκτίμησι βάρβαρου καί ἀγράμματου, καί εἶπε πρός τόν βασιλιά× «Εὐκολώτερα, βασιλιά, μπορεῖ κανείς νά μαλακώση τόν σίδερο, παρά νά ἀλλάξη αὐτόν τόν ἄνδρα».
Ὅταν ἄκουσε αὐτά ὁ τύραννος, φέρνει τόν Ἅγιο στά βασιλικά σπίτια, τά ὁποῖα λέγονται τοῦ Ἐλευθερίου, καί τόν κλείνει μέσα σέ ἕνα σπίτι σκοτεινότατο. Στήν συνέχεια τοποθέτησε φύλακες, γιά νά μή ἀφήσουν κάποιον νά τόν ὑπηρετήση. Σ’ αὐτόν τόν παρόμοιο λοιπόν ἐγκλεισμό, ἀφοῦ πέρασε ὁ Ἅγιος δύο χρόνια καί ἀφοῦ ὑπέμενε γενναῖα κάθε θλῖψι καί στενοχώρια, ντρόπιασε καί σ’ αὐτό τόν τύραννο. Ἐπειδή ὅμως καθημερινά πιεζόταν μέν ὁ Ἅγιος νά πεισθῆ στήν κακοδοξία τοῦ τυράννου, ἀλλά δέν ἐπείθετο, γιά τόν λόγο αὐτόν ἐξορίζεται στό νησί τῆς Σαμοθράκης, τό ὁποῖο βρίσκεται κοντά στήν νῆσο Θάσο.
Ἡ ἐξορία ὅμως αὐτή ταχύτερα προξένησε τόν θάνατο στόν Ἅγιο. Διότι, ἀφοῦ ἔκανε μόνο εἴκοσι τρεῖς ἡμέρες στήν νῆσο αὐτή μετά τήν ἐξορία ὁ Ἅγιος, παρέδωσε τήν ψυχή του ὅσια καί εἰρηνικά στά χέρια τοῦ Θεοῦ, καί ἔλαβε τόν τῆς ὁμολογίας στέφανο. Παραλείπω νά πῶ ἀπό πόσες εὐλογίες γέμισε τήν Σαμοθράκη ὁ Ἅγιος μετά τόν θάνατο καί πόσες δέχθηκαν οἱ ἀσθενεῖς, πού ἦταν στήν Σαμοθράκη ἀπό τό λείψανο τοῦ Ἁγίου. Τελεῖται δέ ἡ Σύναξί του στήν ἁγιώτατη Ἐκκλησία, καί στό Μοναστήρι πρός τήν Συγγριανή, πού ἵδρυσε ὁ ἴδιος
[1] Ἡ Σιγριανή, ἄλλοι λένε, ὅτι εἶναι αὐτή, πού βρίσκεται στήν Μήδεια, καί ἄλλοι, τό πιθανώτερο καί πού μοιάζει περισσότερο μέ τήν ἀλήθεια, ὅτι εἶναι αὐτή, πού βρίσκεται στήν Μυτιλήνη. Διότι καί στήν Μυτιλήνη βρίσκεται κάβος καί ἀκρωτήρι, πού ὀνομάζεται Σίγρι (πού λέγεται καί Σιγειάς), καί στό ἀκρωτήριο αὐτό βρίσκεται ὄρος. Στό ὄρος δέ αὐτό ὑπάρχει Μοναστήρι τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, στό ὁποῖο ἔγινε Μοναχός ὁ Ἅγιος αὐτός Θεοφάνης. Πιθανώτερη λοιπόν εἶναι αὐτή ἡ γνώμη, καθόσον στόν Βίο τοῦ Ὁσίου καί μεγάλου Ἰωαννικίου τοῦ ἐν τῷ Ὀλύμπῳ, γράφεται, ὅτι αὐτός πῆγε ἀπό τόν Ὄλυμπο στήν Σιγριανή καί προσκύνησε τό λείψανο αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Θεοφάνους, τό ὁποῖο φαίνεται, ὅτι μεταφέρθηκε ἀπό τήν Σαμοθράκη, ὅπου πέθανε, στό Μοναστήρι στήν Σιγριανή. Καί, ὅτι ἐπιστρέφοντας στόν Ὄλυμπο, πέρασε ἀπό τήν νῆσο Θάσο καί μέ τήν προσευχή του ἔδιωξε τά φίδια, πού κατοικοῦσαν σ’ αὐτήν. Ἔτσι πιθανώτερο εἶναι ἡ Σιγριανή νά βρισκόταν στήν Μυτιλήνη παρά στήν Μηδεία. Ἄλλος πάλι εἶναι ὁ Θεοφάνης αὐτός ἀπό τόν Θεοφάνη τόν Γραπτό, πού ἑορτάζεται κατά τήν δεκάτη πρώτη τοῦ Ὀκτωβρίου. Ποιός ὅμως εἶναι ὁ μέγας ἀγρός, δέν γνωρίζουμε, μολονότι πολύ ἐρευνήσαμε γι’ αὐτό.



Login