Τῷ αὐτῷ μηνί IΖ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καί καλλινίκων παρθένων Πίστεως, Ἐλπίδος καί Ἀγάπης καί τῆς μητρός αὐτῶν Σοφίας.

Τῷ αὐτῷ μηνί IΖ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καί καλλινίκων παρθένων Πίστεως, Ἐλπίδος καί Ἀγάπης καί τῆς μητρός αὐτῶν Σοφίας.

 + Αὐ­τές ἔ­ζη­σαν στήν ἐ­πο­χή τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Ἀ­δρια­νοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 122, ἀ­πό γέ­νος ἔν­δο­ξο καί λαμ­πρό τῆς χώ­ρας τῆς Ἰ­τα­λί­ας. Εὐ­σε­βεῖς ὄν­τας ἀ­πό τούς προ­γό­νους, ζοῦ­σαν θε­ο­φι­λῶς μέ πί­στι καί ἐλ­πί­δα καί ἀγά­πη καί σο­φί­α, ὅ­πως φα­νε­ρώ­νουν καί τά ὀ­νό­μα­τά τους. Αὐ­τές λοι­πόν πη­γαί­νον­τας μί­α φο­ρά στήν Ρώ­μη, ἐ­πει­δή ἦ­ταν φη­μι­σμέ­νες καί πε­ρι­βό­η­τες γιά τήν λαμ­πρό­τη­τα τοῦ γέ­νους καί γιά τήν εὐ­σέ­βεια στόν Χρι­στό, συ­κο­φαν­τή­θη­καν στόν βα­σι­λιά Ἀ­δρια­νό καί ἀ­μέ­σως φέ­ρον­ται μπρο­στά του μέ­ τούς προ­τό­κτο­ρες. Ὅ­ταν τίς εἶ­δε ὁ βα­σι­λιάς, θαύ­μα­σε. Τό­τε ἀ­φοῦ ξε­χώ­ρι­σε τήν μη­τέ­ρα Σο­φί­α ἀ­πό τίς θυ­γα­τέ­ρες της, δι­α­λέ­χθη­κε μό­νο μέ αὐ­τήν ­γιά τήν πί­στι. Ἀ­φοῦ τήν εἶ­δε ὅ­μως ἄ­φο­βη, φέρ­νει μπρο­στά του καί τίς τρεῖς μα­ζί θυ­γα­τέ­ρες της καί ἄρ­χι­σε νά τίς κο­λα­κεύ­η μέ δι­ά­φο­ρους τρό­πους. Ἐ­πει­δή ὅ­μως κα­τά­λα­βε ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρες ἀ­πό κά­θε κο­λα­κεί­α, γι’ αὐ­τό δο­κί­μα­σε τήν κά­θε μί­α ξε­χω­ρι­στά.

Πα­ρου­σι­ά­ζε­ται λοι­πόν μπρο­στά στόν τύ­ραν­νο ἡ Πί­στις, ἡ πρώ­τη ἀ­πό τίς ἄλ­λες, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν δώ­δε­κα ἐ­τῶν στήν ἡ­λι­κί­α. Καί ἐ­πει­δή ἔ­λεγ­ξε μέ γεν­ναι­ό­τη­τα τίς κα­κο­τε­χνί­ες καί δο­λο­πλο­κί­ες τοῦ τυ­ράν­νου, γι’ αὐ­τό τήν ἔ­γδυ­σαν καί ἔ­δε­σαν πί­σω τά χέ­ρια της. Ἔπειτα τήν ἔ­δει­ραν μέ ρα­βδιά βα­ρύ­τα­τα. Με­τά ἔ­κο­ψαν τούς μα­στούς της, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀν­τί νά βγά­λουν αἷ­μα ἔ­βγα­λαν γά­λα. Ὕ­στε­ρα τήν ἅ­πλω­σαν ἐ­πά­νω σε μί­α σκά­ρα πυ­ρα­κτω­μέ­νη. Καί ἐ­πει­δή πα­ρέ­μει­νε ἀ­βλα­βής μέ τήν θεί­α βο­ή­θεια, γι’ αὐ­τό τήν ἔ­βα­λαν μέ­σα σέ ἕ­να τη­γά­νι ἀ­ναμ­μέ­νο καί γε­μᾶ­το ἀ­πό πίσ­σα καί ἄ­σφαλ­το[1]. Καί ἀ­φοῦ πα­ρέ­μει­νε ἀ­βλα­βής καί ἀ­πό τήν δο­κι­μα­σί­α αὐ­τή, γι’ αὐ­τό κα­τα­δι­κά­σθη­κε νά θα­να­τω­θῆ μέ τό ξῖ­φος. Πη­γαί­νον­τας δέ στόν τό­πο τῆς κα­τα­δί­κης, συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πό τήν μη­τέ­ρα της Σο­φί­α, ἡ ὁ­ποί­α τήν πα­ρα­κι­νοῦ­σε καί τήν ἐν­θάρ­ρυ­νε νά δε­χθῆ μέ χα­ρά τόν θά­να­το γιά τόν Χρι­στό. Καί ἔ­τσι ἀ­φοῦ ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε ἡ μα­κά­ρια, ἔ­λα­βε τόν στέ­φα­νο τῆς ἀ­θλή­σε­ως.

 Ὕ­στε­ρα πα­ρου­σι­ά­ζε­ται στόν τύ­ραν­νο ἡ Ἐλ­πί­δα, ἡ δεύ­τε­ρη, πού ἦ­ταν δέ­κα ἐ­τῶν. Καί ἐ­πει­δή ἔ­δει­ξε τόν ἑ­αυ­τό της στα­θε­ρό καί ἀ­σά­λευ­το στήν πί­στι, γι’ αὐ­τό δέρ­νε­ται μέ ρα­βδιά καί αὐ­τή ὅ­πως ἡ πρώ­τη. Κα­τό­πιν το­πο­θε­τεῖ­ται μέ­σα σέ ἀ­ναμ­μέ­νο κα­μί­νι, τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­μέ­σως ἔ­δει­ξε ἀ­νε­νέρ­γη­το μέ τήν θεί­α δύ­να­μι. Κα­τό­πιν ἀ­φοῦ κρε­μά­σθη­κε σέ ξύ­λο ξύ­νε­ται μέ σι­δε­ρέ­νια νύ­χια. Με­τά ἀ­πό αὐ­τό το­πο­θε­τεῖ­ται μέ­σα σέ ἀ­ναμ­μέ­νο κα­ζά­νι γεμᾶτο ἀ­πό πίσ­σα καί ρε­τσί­νη. Καί αὐ­τή βέ­βαι­α δι­α­φυ­λά­χθη­κε ἀ­βλα­βής, ἐ­νῷ πολ­λοί ἀ­πό τούς ἄ­πι­στους θα­να­τώ­θη­καν, ἐ­πει­δή ξαφ­νι­κά χύ­θη­κε ἀ­πό τό κα­ζά­νι ἡ πίσ­σα καί ἡ ρε­τσί­νη. Στό τέ­λος καί αὐ­τή ἀ­πο­κε­φα­λί­ζε­ται καί λαμ­βά­νει τόν στέ­φα­νο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Ἔ­πει­τα πα­ρου­σι­ά­ζε­ται στόν τύ­ραν­νο ἡ τρί­τη ἀ­δελ­φή Ἀ­γά­πη, ἐν­νέ­α ἐ­τῶν ὄν­τας στήν ἡ­λι­κί­α. Καί ἐ­πει­δή μέ σύ­νε­σι με­γά­λη ὡ­μο­λό­γη­σε τήν εὐ­σέ­βεια, προ­κά­λε­σε με­γά­λη ἔκ­πλη­ξι στόν τύ­ραν­νο καί τόν ἔ­κα­νε νά ὀρ­γι­σθῆ πολύ. Γι’ αὐ­τό κρε­μᾶ­ται ἐ­πά­νω σε ξύ­λο καί δέρ­νε­ται μέ λου­ριά τό­σο πο­λύ, μέ­χρι πού ξε­χώ­ρι­σαν με­τα­ξύ τους οἱ ἀρ­θρώ­σεις τοῦ σώ­μα­τός της. Ἐ­πει­δή ὅ­μως πά­λι μέ τήν θεί­α χά­ρι πα­ρέ­μει­νε ὑ­γι­ής, το­πο­θε­τεῖ­ται μέ­σα σέ κα­μί­νι, τό ὁ­ποῖ­ο κά­η­κε μέ δι­ά­φο­ρες ὗ­λες. Μέ τήν πα­ρου­σί­α ὅ­μως καί ἐ­πι­στα­σί­α θεί­ου Ἀγ­γέ­λου ἡ μέν Ἁ­γί­α δι­α­φυ­λά­χθη­κε ἀ­βλα­βής ἀ­πό τήν κά­μι­νο, ἐ­νῷ τούς  πα­ρευρισκόμενους καί αὐ­τόν ἀ­κό­μη τόν τύ­ραν­νο ἡ φλό­γα, πού πε­τά­χθη­κε πρός τά ἔ­ξω, τούς ἅρ­πα­ξε καί τούς ἔ­κα­νε μι­σο­κα­μμέ­νους. Ὁ ἀ­φρο­νέ­στα­τος ὅ­μως Ἀ­δρια­νός, μο­λο­νό­τι ἦ­ταν μι­σο­καμ­μέ­νος, πά­λι δέν στα­μά­τη­σε ὁ ἀ­παν­θρω­πό­τα­τος. Ἀλ­λά δι­έ­τα­ξε νά δι­α­τρυ­πή­σουν μέ πε­ρό­νη τό σῶ­μα τῆς μάρ­τυ­ρος. Ἔ­πει­τα τήν ἀ­πο­κε­φά­λι­σε καί αὐ­τήν, ὅ­πως καί τίς ἄλ­λες δύ­ο ἀ­δελ­φές της.

Ἡ μη­τέ­ρα τους Σο­φί­α, εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη πο­λύ πού γέν­νη­σε τέ­τοι­α παι­διά καί εὐ­χα­ρι­στῶντας τόν Κύ­ριο γι’ αὐ­τό, κή­δευ­σε τά τί­μια λεί­ψα­να τῶν θυ­γα­τέ­ρων της καί τά ἔ­θα­ψε μέ με­γα­λο­πρέ­πεια. Κα­τό­πιν με­τά ἀ­πό τρεῖς ἡ­μέ­ρες, πέ­φτον­τας ἐ­πά­νω καί ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας τόν τά­φο τῶν θυ­γα­τέ­ρων της, πα­ρε­κά­λε­σε τόν Θε­ό νά πε­θά­νη καί αὐ­τή. Καί ἔ­τσι πα­ρέ­δω­σε τήν μα­κα­ρί­α της ψυ­χή στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. Ἔ­τσι κον­τά στίς θυ­γατ­έ­ρες προ­στέ­θη­κε καί ἡ μη­τέ­ρα, τό­σο κα­τά τίς ψυ­χές, ὅ­σο καί κα­τά τά σώ­μα­τα. Δι­ό­τι καί αὐ­τή ἡ ἀ­οί­δι­μη ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε κον­τά στούς τά­φους τῶν θυ­γα­τέ­ρων της



[1]  Ἡ ἄσφαλτος εἶναι ὕλη ξερή θρεπτική τῆς φωτιᾶς, παρόμοια μέ τήν πίσσα ἤ τό θειάφι. Ἄλλοι λένε, ὅτι εἶναι ἡ νάφθα. Βλέπε τόν Βαρῖνο  στήν λέξι ἀσφαλτῖτις.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης