Τῷ αὐτῷ μηνί Δ΄, ἡ Σύναξις τῶν Ἑβδομήκοντα ἈποστόλΤῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου καί Θεοφόρου Πατρός ἡμῶν Νικηφόρου τοῦ νέου, τοῦ λεπροῦ († 1964).

Τῷ αὐτῷ μηνί Δ΄, ἡ Σύναξις τῶν Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων.

 

  Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ζωσίμου Μοναχοῦ καί Ἀθανασίου κομενταρησίου.

  Αὐτός ὁ Ἅγιος Ζώσιμος κατήγετο ἀπό τήν Κιλικία, κατοικοῦσε ὅμως μαζί μέ τά θηρία στήν ἔρημο. Ἀφοῦ συνελήφθη ἀπό τόν ἄρχοντα Δο­με­τια­νό καί ὡ­μο­λό­γη­σε, ὅ­τι ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Θε­ός ἀ­λη­θι­νός, κα­τα­καί­γε­ται στά αὐ­τιά μέ πυ­ρω­μέ­να σί­δη­ρα. Καί το­πο­θε­τεῖ­ται μέ­σα σέ ἕ­να κα­ζά­νι γε­μᾶ­το ἀ­πό βόρ­βο­ρο, πού ἔ­βρα­ζε. Κα­τό­πιν κρε­μι­έ­ται κα­τα­κέ­φα­λα καί μέ πα­ρά­ξε­νο τρό­πο ἀ­πό ὅ­λα φυ­λάγε­ται ἀ­βλα­βής. Δι­ό­τι φά­νη­κε ἕ­να λε­ον­τά­ρι μέ­σα στό θέ­α­τρο, τό ὁ­ποῖ­ο μέ ἀν­θρώ­πι­νη φω­νή μί­λη­σε γιά τήν θε­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ καί μέ τόν τρό­πο αὐ­τόν προ­σείλ­κυ­σε στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ τόν κο­μεν­τα­ρή­σιο Ἀ­θα­νά­σιο. Ἀ­φοῦ ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε ὁ Ἅ­γιος ἀ­πό τόν τύ­ραν­νο, πῆ­γε πά­λι στήν ἔ­ρη­μο καί στά βου­νά, ὅ­που ζοῦ­σε προ­η­γου­μέ­νως καί κα­τη­χεῖ καί βα­πτί­ζει τόν Ἀ­θα­νά­σιο, πού ἀ­να­φέρ­θη­κε πα­ρα­πά­νω.  Ἐ­νῷ βρί­σκον­ταν αὐ­τοί ἐ­κεῖ, μέ θαυ­μα­στό τρό­πο ἄ­νοι­ξε μί­α πέ­τρα, στήν ὁ­ποί­α μπαί­νον­τας καί οἱ δύ­ο πα­ρέ­δω­σαν τίς ψυ­χές τους στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ.

  Μνήμη τῆς Ὁσίας Ἀπολλιναρίας τῆς Συγκλητικῆς.

Αὐ­τή ἡ ἀ­εί­μνη­στη Ἀ­πολ­λι­να­ρί­α ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ Λέ­ον­τος τοῦ Με­γά­λου, πού ἐ­πω­νο­μα­ζό­ταν Μα­κέλ­λης, κα­τά τό ἔ­τος 457, θυ­γα­τέ­ρα τοῦ Ἀν­θε­μί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὡ­ρί­σθη­κε ἀ­πό τόν βα­σι­λιά ὡς δι­οι­κη­τής τῆς Ρώ­μης. Ὡς πρός τήν σύ­νε­σι καί τό κάλ­λος εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πό πολ­λές γυ­ναῖ­κες τῆς ἐ­πο­χῆς της. Ἀ­πό νε­α­ρή ἡ­λι­κί­α πό­θη­σε τήν παρ­θε­νί­α καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Θε­ό νύ­κτα καί ἡ­μέ­ρα νά ἐ­πι­τύ­χη αὐ­τό πού πο­θοῦ­σε, δη­λα­δή νά μεί­νη παρ­θέ­νος μέ­χρι τόν θά­να­τό της. Γι’ αὐ­τό πα­ρα­κά­λε­σε καί τούς γο­νεῖς της νά τῆς ἐ­πι­τρέ­ψουν νά πά­η στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Ἀ­φοῦ τῆς ἔ­δω­σαν τήν ἄ­δεια ἐ­κεῖ­νοι, ἡ μα­κα­ρί­α παίρ­νον­τας δού­λους καί ὑ­πη­ρέ­τρι­ες, πα­ρό­μοι­α δέ καί χρυ­σά­φι καί ἀρ­γύ­ριο καί ροῦ­χα πο­λύ­τι­μα, πῆ­γε στήν Ἁ­γί­α Πό­λι καί ἐ­κεῖ τά μοί­ρα­σε ὅ­λα στούς πτω­χούς. Καί ἀ­φοῦ προ­σκύ­νη­σε τούς Ἁ­γί­ους Τό­πους καί ἐ­λευ­θέ­ρω­σε τούς δού­λους καί τίς ὑ­πη­ρέ­τρι­ές της, κρά­τη­σε μα­ζί της μό­νο ἕ­να γέ­ρον­τα καί ἕ­ναν εὐ­νοῦ­χο. Αὐ­τούς παίρ­νον­τας, ξε­κί­νη­σε νά πά­η στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια. Φθά­νον­τας σέ ἕ­ναν τό­πο ὁ­μα­λό καί ἐ­πί­πε­δο, ἀ­πο­φά­σι­σε νά κα­θί­σουν ἐ­κεῖ, γιά νά ξε­κου­ρα­σθοῦν λί­γο ἀ­πό τόν κό­πο τῆς  ὁ­δοι­πο­ρί­ας.

Ὅ­ταν λοι­πόν οἱ ἄν­θρω­ποί της ἀ­πο­κοι­μή­θη­καν, τό­τε ἡ τρι­σόλ­βια κα­τα­φρο­νῶν­τας ὅ­λα, φεύ­γει κρυ­φά καί μπαί­νει σέ ἕ­να πυ­κνό δά­σος πού βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ. Ἐ­κεῖ λοι­πόν ἔ­μει­νε τό­σα χρό­νια πολ­λά, ὥ­στε τό δέρ­μα τοῦ σώ­μα­τός της ἔ­γι­νε σκλη­ρό, σάν τό δέρ­μα τῆς χε­λώ­νας ἀ­πό τά δαγ­κά­μα­τα τῶν κου­νου­πι­ῶν, πού βρί­σκον­ταν σ’ ἐ­κεῖ­νο τό πυ­κνό δά­σος. Κα­τό­πιν πη­γαί­νει σέ μί­α σκή­τη, ὅ­που ἦ­ταν πολ­λοί ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες καί ἐ­κεῖ ὑ­πο­κρι­νό­με­νη, ὅ­τι εἶ­ναι εὐ­νοῦ­χος, ὠ­νό­μα­σε τόν ἑ­αυ­τό της Δω­ρό­θε­ο. Ὁ Ὅ­σιος Μα­κά­ριος, πού βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ, τήν δέ­χθη­κε καί τῆς ἔ­δω­κε κελ­λί μέ­σα στό ὁ­ποῖ­ο, ἀ­φοῦ κλεί­σθη­κε ἡ τρι­σόλ­βια, προ­σευ­χό­ταν στόν Θε­ό νύ­κτα καί ἡ­μέ­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας της Ἀν­θέ­μιος εἶ­χε καί ἄλ­λη θυ­γα­τέ­ρα, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­πα­σχε ἀ­πό ἀ­κά­θαρ­το δαι­μό­νιο. Γιά τόν λό­γο αὐ­τό τήν ἔ­στει­λε στούς Πα­τέ­ρες τῆς σκή­της, γιά νά τήν θε­ρα­πεύ­σουν. Καί γιά τήν θυ­γα­τέ­ρα του αὐ­τή τήν Ἀ­πο­λι­να­ρί­α ἀ­πέ­κα­με καί πλέ­ον δέν τήν ἀ­να­ζη­τοῦ­σε. Οἱ δέ Πα­τέ­ρες ἔ­στει­λαν τήν δαι­μο­νι­σμέ­νη πρός τήν ἀ­δελ­φή της, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πο­κρι­νό­ταν, ὅ­τι ὀ­νο­μά­ζε­ται Δω­ρό­θε­ος, ὅ­πως εἴ­πα­με πα­ρα­πά­νω. Καί μέ­σα σέ λί­γες ἡ­μέ­ρες, ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε ἀ­πό τόν δαί­μο­να ἡ νε­α­ρή καί ἀ­πο­στέλ­λε­ται ἀ­πό τούς Πα­τέ­ρες ὑ­γι­ής στόν πα­τέ­ρα της. Ὕ­στε­ρα ὅ­μως ἀ­πό λί­γες ἡ­μέ­ρες ἄρ­χι­σε ἡ κό­ρη νά φαί­νε­ται, ὅ­τι ἦ­ταν ἔγ­γυ­ος. Καί ὁ πα­τέ­ρας της, νο­μί­ζον­τας ὅ­τι ἔ­μει­νε ἔγ­γυ­ος ἀ­πό τόν Ἀβ­βᾶ Δω­ρό­θε­ο, στέλ­νει ἀ­μέ­σως τα­χυ­δρό­μους καί τόν φέρ­νουν μπρο­στά του.

Ἡ Ὁ­σί­α δεί­χνον­τας μέ κά­ποι­α ση­μεῖ­α, πώς ἦ­ταν γέν­νη­μα καί θυ­γα­τέ­ρα τοῦ Ἀν­θε­μί­ου, ἔ­κα­νε ὅ­λους νά θαυ­μά­σουν καί νά φο­βη­θοῦν. Καί μά­λι­στα γιά τό θαῦ­μα, πού ἔ­κα­νε στήν ἴ­δια τήν ἀ­δελ­φή της. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά, ἀ­φοῦ ἔ­μει­νε λί­γες ἡ­μέ­ρες μέ τούς γο­νεῖς της, πά­λι ἐ­πέ­στρε­ψε στό κελ­λί της, χω­ρίς νά μά­θη κα­νέ­νας ἐ­κεῖ­νο, πού ἔ­κα­νε. Ἀ­φοῦ λοι­πόν πέ­θα­νε, τό­τε ἔ­γι­νε γνω­στό στούς Μο­να­χούς, ὅ­τι εἶ­ναι γυ­ναί­κα. Ὅ­λοι λοι­πόν θαύ­μα­σαν γι’ αὐ­τό καί πα­ρα­κι­νή­θη­καν νά εὐ­χα­ρι­στή­σουν τόν Θε­ό.



[1]    Ἀ­να­φέ­ρου­με ἐ­δῶ, ὅ­τι μέ τό δί­στι­χο αὐ­τό, πρᾶγ­μα πού βρί­σκε­ται στούς χει­ρό­γρα­φους Συ­να­ξα­ρι­στές (δι­ό­τι στούς τυ­πω­μέ­νους οὔ­τε δί­στι­χο βρί­σκε­ται ἰ­αμ­βι­κό, οὔ­τε στί­χος ἡ­ρω­ι­κός), δη­λώ­νε­ται ὅ­τι σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζον­ται ὅ­λοι μα­ζί οἱ Ἑ­βδο­μή­κον­τα Ἀ­πό­στο­λοι. Ὁ κα­θέ­νας ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους χω­ρι­στά ἑ­ορ­τά­ζε­ται σέ δι­ά­φο­ρες ἡ­μέ­ρες τῶν μη­νῶν. Γι’ αὐ­τό οὔ­τε Συ­να­ξά­ρι αὐ­τῶν κοι­νό μπο­ρέ­σα­με νά βροῦ­με. Δι­ό­τι τά ἴ­δια Συ­να­ξά­ρια τοῦ κα­θε­νός γρά­φθη­καν στήν ξε­χω­ρι­στή του ἡ­μέ­ρα. Καί ὅ­ποι­ος θέ­λει, ἄς τά ἀναζη­τή­ση.

Θά μπο­ροῦ­σε, βέ­βαια, νά ἀ­πο­ρή­ση κα­νείς, για­τί, ἐ­ξαι­ρου­μέ­νων μό­νο τῶν Δώ­δε­κα Ἀ­πο­στό­λων, ὅ­λοι οἱ με­τά ἀ­πό αὐ­τούς Ἀ­πό­στο­λοι ὀ­νο­μά­ζον­ται Ἑ­βδο­μή­κον­τα καί ὄ­χι πε­ρισ­σό­τε­ροι; Τό ὅ­τι εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πό τούς ἑ­βδο­μή­κον­τα, εἶ­ναι φα­νε­ρό, δι­ό­τι μό­νοι ἐ­κεῖ­νοι, πού ἀ­ριθ­μοῦν­ται σέ ὅ­λες τίς ἐ­πι­στο­λές τοῦ μα­κα­ρί­ου Παύ­λου καί ὑ­πο­λο­γί­ζον­ται μα­ζί μέ τούς Ἑ­βδο­μή­κον­τα, ὑ­περ­βαί­νουν τούς πε­νῆν­τα. Αὐ­τοί δέν προ­έρ­χον­ται ἀ­πό τούς Ἑ­βδο­μή­κον­τα Ἀ­πο­στό­λους ἐ­κεί­νους, τούς ὁ­ποί­ους δι­ά­λε­ξε ὁ Κύ­ριος, ὅ­πως γρά­φει ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Λου­κᾶς. Ἀλ­λά εἶ­ναι με­ρι­κοί ἄλ­λοι, πού ὑ­πῆρ­ξαν μα­θη­τές τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου ἤ καί τῶν λοι­πῶν Ἀ­πο­στό­λων, πού προ­έρ­χον­ταν ἀ­πό τούς Δώ­δε­κα. Καί βλέ­πε στήν 28η τοῦ Ἰ­ου­λί­ου στό Συ­να­ξά­ρι Προ­χό­ρου, Νι­κά­νο­ρος, Τί­μω­νος καί Παρ­με­νᾶ.

Ὡς λύ­σι λοι­πόν τῆς ἀ­πο­ρί­ας λέ­με, ὅ­τι ὅ­λοι οἱ με­τά τούς Δώ­δε­κα Ἀ­πό­στο­λοι, μέ ἕ­να κοι­νό ὄ­νο­μα Ἑ­βδο­μή­κον­τα ὀ­νο­μά­ζον­ται, ἴ­σως δι­ό­τι τό ἑ­βδο­μή­κον­τα εἶ­ναι ἀ­ό­ρι­στος ἀ­ριθ­μός καί δη­λώ­νει πλῆ­θος, σύμ­φω­να μέ αὐ­τό πού εἶ­πε στόν Πέ­τρο ὁ Κύριος· «Οὐ λέ­γω σοι ἕ­ως ἑ­πτά­κις ἀ­φι­έ­ναι τῷ ἀ­δελ­φῷ σου τά ἁ­μαρ­τή­μα­τα, ἀλ­λ’ ἕ­ως ἐ­βδο­μη­κον­τά­κις ἑ­πτά», ἀν­τί τοῦ πολ­λές φο­ρές καί ἀ­μέ­τρη­τες, ὅ­πως ἑρ­μη­νεύ­ει ὁ ἱ­ε­ρός Θε­ο­φύ­λα­κτος. Ἤ λέ­γον­ται Ἑ­βδο­μή­κον­τα οἱ Ἀ­πό­στο­λοι, πού εἶ­ναι με­τά τούς Δώ­δε­κα καί ὄ­χι πε­ρισ­σό­τε­ροι, ἴ­σως γιά νά δι­α­τη­ρη­θῆ ὁ σε­βα­σμός καί ἡ τι­μή τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ ἐ­κεί­νου, τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ Κύ­ριος το­πο­θέ­τη­σε στούς Ἑ­βδο­μή­κον­τα Ἀ­πο­στό­λους, πού ἐ­ξε­λέ­γη­σαν ἀ­πό αὐ­τόν. Δι­ό­τι ἔ­τσι εἶ­πε καί ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης· καί μο­λο­νό­τι ὁ Ἰ­ού­δας εἶ­χε φύ­γει ἀ­πό τόν ἀ­ριθ­μό τῶν Δώ­δε­κα Ἀ­πο­στό­λων, αὐ­τός ὅ­μως με­τά τήν ἀ­νά­στα­σι εἶ­πε γιά τόν Θω­μᾶ: «Θω­μᾶς δέ εἷς», οὐ­χί ἐκ τῶν ἕν­δε­κα, ἀλ­λά «ἐκ τῶν Δώ­δε­κα», γιά νά δι­α­φυ­λά­ξη τόν σε­βα­σμό καί τήν τι­μή τοῦ δω­δε­κά­του ἀ­ριθ­μοῦ, τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ Κύ­ριος ἔ­θε­σε στούς Δώ­δε­κα Ἀ­πο­στό­λους. Ἐ­άν ὅ­μως ὑ­πάρ­χη κά­ποι­ος ἄλ­λος δι­α­βα­τι­κώ­τε­ρος, γνω­ρί­ζει ἄλ­λον λό­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο πνευ­μα­τι­κό, ἄς ἐμ­φα­νι­σθῆ στήν μέ­ση καί ἄς τόν πῆ καί ἐ­μεῖς θά τοῦ εἴ­μα­στε εὐ­γνώ­μο­νες γιά τήν εἴ­δη­σι αὐ­τή.

Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ὁ θε­σπέ­σιος Κύ­ριλ­λος ὁ Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας μέ γλα­φυ­ρό­τη­τα ὁ­μι­λεῖ ἀλ­λη­γο­ρι­κά γιά τούς Ἑ­βδο­μή­κον­τα αὐ­τούς Ἀ­πο­στό­λους, τά ἑ­βδο­μῆν­τα ἐ­κεῖ­να στε­λέ­χη τῶν φοι­νί­κων, πού ἦ­ταν στήν Αἰ­λείμ. Αὐ­τό φα­νε­ρώ­νει ἀ­νά­βα­σις ἤ αὔ­ξη­σις. Δι­ό­τι ἔ­τσι λέ­ει· «Ἀ­να­βαί­νον­τας σέ τε­λει­ό­τε­ρη σύ­νε­σι καί σέ αὔ­ξη­σι ἀ­να­τρέ­χον­τας τήν πνευ­μα­τι­κή … θά βροῦ­με τά ἑ­βδο­μή­κον­τα στε­λέ­χη τῶν φοι­νί­κων νά δη­λώ­νουν τούς μα­θητές πού ἀ­να­δεί­χθη­καν ἀ­πό τόν Χρι­στό, καί πο­λύ εὔ­λο­γα. Δι­ό­τι πα­ρο­μοι­ά­ζον­ται μέ τούς φοί­νι­κες οἱ ἑ­βδο­μῆν­τα στόν ἀ­ριθ­μό, πού εἶ­ναι με­τά τούς δώ­δε­κα. Θαυ­μά­ζου­με μά­λι­στα τούς ἑ­βδο­μή­κον­τα καί τούς θε­ω­ροῦ­με σάν φοί­νι­κες. Δι­ό­τι τό φυ­τό αὐ­τό εἶ­ναι εὐ­κάρ­διο, μέ κα­λή ρί­ζα καί εὔ­καρ­πο καί πάν­το­τε δί­πλα στά νε­ρά αὐ­ξά­νει. Τέ­τοι­οι ἰ­σχυ­ρι­ζό­μα­στε ὅ­τι εἶ­ναι καί οἱ ἅ­γιοι. Δι­ό­τι ὁ νοῦς τους εἶ­ναι κα­θα­ρός καί εὔ­καρ­πος καί συ­νη­θι­σμέ­νος νά τρυ­φᾶ στά νο­η­τά ὕ­δα­τα».

Γνώ­ρι­σε ἐ­πί πλέ­ον καί τό ἑ­ξῆς· Ὅ­τι κα­κῶς ἐ­δῶ ἀ­να­φέ­ρε­ται στά Μη­ναῖ­α τό Συ­να­ξά­ρι τῆς Ὁ­σί­ας Συγ­κλη­τι­κῆς. Δι­ό­τι αὐ­τό ἀ­να­φέ­ρε­ται κα­νο­νι­κά στήν 5η τοῦ πα­ρόν­τος μη­νός, ὁ­πό­τε ἀ­να­φέ­ρε­ται ἡ μνή­μη καί ψάλ­λε­ται ὁ Κα­νό­νας της.

 Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου καί Θε­ο­φό­ρου Πα­τρός ἡ­μῶν Νι­κη­φό­ρου τοῦ νέ­ου, τοῦ λε­προῦ († 1964).

 Ὁ πα­τήρ Νι­κη­φό­ρος (κα­τά κό­σμον Νι­κό­λα­ος) γεν­νή­θη­κε σέ ἕ­να ὀ­ρει­νό χω­ρι­ό τῶν Χα­νί­ων, στό Ση­ρι­κά­ρι. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν ἁ­πλοῖ καί εὐ­λα­βεῖς χω­ρι­κοί, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ἐ­νῷ ἀ­κό­μη ἦ­ταν μι­κρό παι­δί, πέ­θα­ναν καί τόν ἄ­φη­σαν ὀρ­φα­νό. Ἔτ­σι, σέ ἡ­λι­κί­α 13 ἐ­τῶν ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό σπί­τι του, πῆ­γε στά Χα­νι­ά καί ἄρ­χι­σε νά ἐρ­γά­ζε­ται ἐ­κεῖ σέ ἕ­να κου­ρεῖ­ο.

Τό­τε ἐμ­φά­νι­σε καί τά πρῶ­τα ση­μεῖ­α τῆς νό­σου τοῦ Χάν­σεν δηλ. τήν λέ­πρα. Ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή τούς λε­προύς τούς ἀ­πο­μό­νω­ναν στό νη­σί Σπι­να­λόγ­κα, δι­ό­τι ἡ λέ­πρα, ὡς με­τα­δο­τι­κή ἀρ­ρώ­στι­α, ἀν­τι­με­τω­πι­ζό­ταν μέ φό­βο καί ἀ­πο­τρο­πι­α­σμό. Ὁ Νι­κό­λα­ος, ὅ­ταν ἔ­γι­νε 16 ἐ­τῶν καί ὅ­ταν τά ση­μά­δι­α τῆς νό­σου ἄρ­χι­σαν νά γί­νων­ται πι­ό ἐμ­φα­νῆ, γι­ά νά ἀ­πο­φύ­γη τόν ἐγ­κλει­σμό του στήν Σπι­να­λόγ­κα, ἔ­φυ­γε μέ κά­ποι­ο κα­ρά­βι γι­ά τήν Αἴ­γυ­πτο. Ἐ­κεῖ ἔ­με­νε ἐρ­γα­ζό­με­νος στήν Ἀ­λε­ξάν­δρει­α, πά­λι σέ ἕ­να κου­ρεῖ­ο, ὅ­μως τά ση­μά­δι­α τῆς νό­σου γί­νον­ταν ὅ­λο καί πι­ό ἐμ­φα­νῆ, ἰ­δί­ως στά χέ­ρι­α καί στό πρό­σω­πο. Γι’ αὐ­τό μέ τήν με­σο­λά­βη­σι ἑ­νός κλη­ρι­κοῦ κα­τέ­φυ­γε στήν Χί­ο, ὅ­που ὑ­πῆρ­χε τό­τε ἕ­να λε­προ­κο­μεῖ­ο, στό ὁποῖ­ο ἦ­ταν Ἱ­ε­ρεύς ὁ πα­τήρ Ἄν­θι­μος Βα­γι­α­νός, ὁ με­τέ­πει­τα Ἅ­γι­ος Ἄν­θι­μος.

Ὁ Νι­κό­λα­ος ἔ­φθα­σε στήν Χίο τό 1914 σέ ἡ­λι­κί­α 24 ἐ­τῶν. Στό λε­προ­κο­μεῖ­ο τῆς Χί­ου, πού ἦ­ταν ἕ­να συγ­κρό­τη­μα μέ πολ­λά ὁ­μοι­ό­μορ­φα σπι­τά­κι­α, ὑ­πῆρ­χε τό ἐκ­κλη­σά­κι τοῦ Ἁ­γί­ου Λα­ζά­ρου, ὅ­που φυλασσόταν ἡ θαυ­μα­τουρ­γός εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Ὑ­πα­κο­ῆς. Σέ αὐ­τόν τόν χῶ­ρο ἄ­νοι­ξε τό στά­δι­ο τῶν ἀ­ρε­τῶν γι­ά τόν Νι­κό­λα­ο. Μέ­σα σέ δύ­ο χρό­νι­α ὁ Ἅ­γι­ος Ἄν­θι­μος τόν ἔ­κρι­νε ἕ­τοι­μο γι­ά τό ἀγ­γε­λι­κό σχῆ­μα καί τόν ἔ­κει­ρε μο­να­χό μέ τό ὄ­νο­μα Νι­κη­φό­ρο. Ἡ νό­σος προ­χω­ροῦ­σε καί ἐ­ξε­λισ­σόταν καί ἀπό ἔλλειψι κα­ταλ­λή­λων φαρ­μά­κων, ἐ­πέ­φε­ρε πολ­λές καί με­γά­λες ἀλ­λοι­ώ­σεις (τό φάρ­μα­κο βρέ­θη­κε ἀρ­γό­τε­ρα τό 1947).

Ὁ π. Νι­κη­φό­ρος ζοῦ­σε μέ ἀ­δι­ά­κρι­τη, γνή­σι­α ὑ­πα­κο­ή, μέ νη­στεί­α αὐ­στη­ρή, ἐρ­γα­ζό­με­νος στούς κή­πους. Μά­λι­στα κα­τέ­γρα­φε σέ ἕ­ναν κα­τά­λο­γο καί τά θαύ­μα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­θί­μου, τά ὁποῖ­α εἶ­χε δεῖ «ἰ­δί­οις ὄ­μμα­σιν» (πολ­λά ἀ­φο­ροῦ­σαν θε­ρα­πεῖ­ες δαι­μο­νι­ζο­μέ­νων).

Ὑ­πῆρ­χε μί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη πνευ­μα­τι­κή σχέ­σι τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­θί­μου μέ τόν μο­να­χό Νι­κη­φό­ρο, ὁ ὁ­ποῖ­ος «οὐ­δέ ἕν βῆ­μα ἐ­μά­κρυ­νεν ἀ­πό αὐ­τοῦ», ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει ὁ πα­τήρ Θε­ό­κλη­τος Δι­ο­νυ­σι­ά­της στό βι­βλί­ο του «Ὁ Ἅ­γι­ος Ἄν­θι­μος τῆς Χί­ου». Ὁ π. Νι­κη­φό­ρος προ­σευ­χό­ταν τή νύχ­τα ὧ­ρες ἀ­τε­λεί­ω­τες, κά­νον­τας με­τά­νοι­ες ἀ­μέ­τρη­τες, δέν εἶ­χε λο­γο­φέ­ρει μέ κα­νέ­να, οὔ­τε χά­λα­σε τήν καρ­δι­ά κά­ποι­ου καί ἦ­ταν ὁ κύ­ρι­ος ψάλ­της τοῦ να­οῦ. Ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἀ­σθέ­νειάς του ὅ­μως σι­γά - σι­γά ἔ­χα­σε τό φῶς του καί ἔτ­σι ἔ­ψαλ­λε τά πε­ρισ­σό­τε­ρα τρο­πά­ρι­α καί ἀ­πήγ­γει­λε τούς Ἀ­πο­στό­λους ἀ­πό στή­θους.

Τό 1957 ἔ­κλει­σε τό Λω­βο­κο­μεῖ­ο τῆς Χί­ου καί τούς ἐ­να­πο­μεί­ναν­τας ἀ­σθε­νεῖς μα­ζί μέ τόν πα­τέ­ρα Νι­κη­φό­ρο τούς ἔ­στει­λαν στόν Ἀν­τι­λε­πρι­κό Σταθ­μό Ἁ­γί­ας Βαρ­βά­ρας Ἀ­θη­νῶν, στό Αἰ­γά­λε­ω. Τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη ὁ πα­τήρ Νι­κη­φό­ρος ἦ­ταν πε­ρί­που 67 ἐ­τῶν. Τά μέ­λη του καί τά μά­τι­α του εἶ­χαν τε­λεί­ως ἀλ­λοι­ω­θῆ καί πα­ρα­μορ­φω­θῆ ἀ­πό τήν νό­σο.

Ἐ­κεῖ, στόν Ἀν­τι­λε­πρι­κό σταθ­μό ζοῦ­σε καί ὁ πα­τήρ Εὐ­μέ­νι­ος, πού εἶ­χε καί αὐ­τός προ­σβλη­θῆ ἀ­πό τήν νό­σο τοῦ Χάν­σεν, ἀλ­λά μέ τήν ἐ­πι­τυ­χῆ φαρ­μα­κευ­τι­κή ἀ­γω­γή θε­ρα­πεύ­θη­κε τε­λεί­ως. Ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­μως νά μεί­νη ὅ­λο τό ὑ­πό­λοι­πο τῆς ζω­ῆς του μέ­σα στόν Ἀν­τι­λε­πρι­κό σταθ­μό κον­τά στούς συ­να­σθε­νεῖς του, τούς ὁ­ποί­ους φρόν­τι­ζε μέ πολ­λή ἀ­γά­πη. Ἔτ­σι ἔ­γι­νε καί ὑ­πο­τα­κτι­κός στόν πα­τέ­ρα Νι­κη­φό­ρο, στόν ὁ­ποῖ­ο ὡς ἀν­τα­μοι­βή τῆς ὑ­πο­μο­νῆς του ὁ Κύ­ρι­ος τοῦ εἶ­χε δώ­σει πολ­λά χα­ρί­σμα­τα. Πλῆ­θος κό­σμου συ­νέρ­ρε­ε στό τα­πει­νό κελ­λά­κι τοῦ λε­προῦ μο­να­χοῦ Νι­κη­φό­ρου στήν Ἁ­γί­α Βαρ­βά­ρα τοῦ Αἰ­γά­λε­ω, γι­ά νά πά­ρη τήν εὐ­χή του. Νά τί ἀ­να­φέ­ρουν με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων ὅ­σοι τόν γνώ­ρι­σαν τό­τε:

Ἐ­νῷ ὁ ἴ­δι­ος του ἦ­ταν κα­τά­κοι­τος, μέ πλη­γές καί πό­νους, δέν γόγ­γυ­ζε ἀλ­λά ἔ­δει­χνε με­γά­λη καρ­τε­ρί­α. Εἶ­χε τό χά­ρι­σμα τῆς πα­ρη­γο­ρι­ᾶς τῶν θλι­βο­μέ­νων. Τά μά­τι­α του ἦ­ταν μο­νί­μως ἐ­ρε­θι­σμέ­να, ἡ ὅ­ρα­σί του ἐ­λάχι­στη, εἶ­χε ἀγ­κυ­λώ­σεις στά χέ­ρι­α καί πα­ρά­λυ­σι στά κά­τω ἄ­κρα. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά ἦ­ταν γλυ­κύ­τα­τος, μει­λί­χι­ος, χα­μο­γε­λα­στός, δι­η­γεῖ­το χα­ρι­τω­μέ­να πε­ρι­στα­τι­κά, ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στος, ἀ­ξι­α­γά­πη­τος. Τό πρό­σω­πό του, πού ἦ­ταν φα­γω­μέ­νο ἀ­πό τά στίγ­μα­τα τῆς ἀ­σθέ­νει­ας καί τίς πλη­γές, ἔ­λαμ­πε καί ἔ­παιρ­ναν χα­ρά ὅ­σοι ἔ­βλε­παν αὐ­τόν τόν πάμ­πτω­χο καί φαι­νο­με­νι­κά ἀ­σθε­νῆ ἄν­θρω­πο, πού ἔ­λε­γε: «Ἄς εἶ­ναι δο­ξα­σμέ­νο τό Ἅ­γι­ο Ὄ­νο­μά Του».

Σέ ἡ­λι­κί­α 74 ἐ­τῶν, στίς 4 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου τοῦ 1964, κοι­μή­θη­κε ὁ πα­τήρ Νι­κη­φό­ρος. Με­τά τήν ἐ­κτα­φή, τά ἅ­γι­ά του λεί­ψα­να εὐ­ω­δί­α­ζαν. Ὁ πα­τήρ Εὐ­γέ­νι­ος, καί ἄλ­λοι πι­στοί ἀ­νέ­φε­ραν πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­που ἔ­γι­ναν θαύ­μα­τα μέ τήν ἐ­πί­κλη­σι τῶν πρε­σβει­ῶν πρός τόν Θε­ό τοῦ πα­τρός Νι­κη­φό­ρου.

Σέ Συ­νε­δρί­α­σι τῆς 1ης ἕ­ως 3ης Δε­κεμ­βρί­ου 2012 τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Συ­νό­δου τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου ἐ­λή­φθη ἡ ἀ­πό­φα­σις τῆς ἁ­γι­ο­κα­τα­τά­ξε­ως τοῦ Μο­να­χοῦ Νι­κη­φό­ρου Τζα­να­κά­κη, τοῦ Λε­προῦ, «ἐκ τοῦ χω­ρί­ου Ση­ρι­κα­ρί­ου τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως Κι­σά­μου καί Σε­λί­νου, τῆς μνή­μης αὐ­τοῦ ἀ­γο­μέ­νης τῇ 4ῃ Ἰ­α­νου­α­ρί­ου».   



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης