Τῷ αὐτῷ μηνί Δ΄, ἡ Σύναξις τῶν Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων.
Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ζωσίμου Μοναχοῦ καί Ἀθανασίου κομενταρησίου.
Αὐτός ὁ Ἅγιος Ζώσιμος κατήγετο ἀπό τήν Κιλικία, κατοικοῦσε ὅμως μαζί μέ τά θηρία στήν ἔρημο. Ἀφοῦ συνελήφθη ἀπό τόν ἄρχοντα Δομετιανό καί ὡμολόγησε, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεός ἀληθινός, κατακαίγεται στά αὐτιά μέ πυρωμένα σίδηρα. Καί τοποθετεῖται μέσα σέ ἕνα καζάνι γεμᾶτο ἀπό βόρβορο, πού ἔβραζε. Κατόπιν κρεμιέται κατακέφαλα καί μέ παράξενο τρόπο ἀπό ὅλα φυλάγεται ἀβλαβής. Διότι φάνηκε ἕνα λεοντάρι μέσα στό θέατρο, τό ὁποῖο μέ ἀνθρώπινη φωνή μίλησε γιά τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ καί μέ τόν τρόπο αὐτόν προσείλκυσε στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ τόν κομενταρήσιο Ἀθανάσιο. Ἀφοῦ ἐλευθερώθηκε ὁ Ἅγιος ἀπό τόν τύραννο, πῆγε πάλι στήν ἔρημο καί στά βουνά, ὅπου ζοῦσε προηγουμένως καί κατηχεῖ καί βαπτίζει τόν Ἀθανάσιο, πού ἀναφέρθηκε παραπάνω. Ἐνῷ βρίσκονταν αὐτοί ἐκεῖ, μέ θαυμαστό τρόπο ἄνοιξε μία πέτρα, στήν ὁποία μπαίνοντας καί οἱ δύο παρέδωσαν τίς ψυχές τους στά χέρια τοῦ Θεοῦ.
Μνήμη τῆς Ὁσίας Ἀπολλιναρίας τῆς Συγκλητικῆς.
Αὐτή ἡ ἀείμνηστη Ἀπολλιναρία ἔζησε στά χρόνια τοῦ Λέοντος τοῦ Μεγάλου, πού ἐπωνομαζόταν Μακέλλης, κατά τό ἔτος 457, θυγατέρα τοῦ Ἀνθεμίου, ὁ ὁποῖος ὡρίσθηκε ἀπό τόν βασιλιά ὡς διοικητής τῆς Ρώμης. Ὡς πρός τήν σύνεσι καί τό κάλλος εἶναι ἀνώτερη ἀπό πολλές γυναῖκες τῆς ἐποχῆς της. Ἀπό νεαρή ἡλικία πόθησε τήν παρθενία καί παρακαλοῦσε τόν Θεό νύκτα καί ἡμέρα νά ἐπιτύχη αὐτό πού ποθοῦσε, δηλαδή νά μείνη παρθένος μέχρι τόν θάνατό της. Γι’ αὐτό παρακάλεσε καί τούς γονεῖς της νά τῆς ἐπιτρέψουν νά πάη στά Ἱεροσόλυμα. Ἀφοῦ τῆς ἔδωσαν τήν ἄδεια ἐκεῖνοι, ἡ μακαρία παίρνοντας δούλους καί ὑπηρέτριες, παρόμοια δέ καί χρυσάφι καί ἀργύριο καί ροῦχα πολύτιμα, πῆγε στήν Ἁγία Πόλι καί ἐκεῖ τά μοίρασε ὅλα στούς πτωχούς. Καί ἀφοῦ προσκύνησε τούς Ἁγίους Τόπους καί ἐλευθέρωσε τούς δούλους καί τίς ὑπηρέτριές της, κράτησε μαζί της μόνο ἕνα γέροντα καί ἕναν εὐνοῦχο. Αὐτούς παίρνοντας, ξεκίνησε νά πάη στήν Ἀλεξάνδρεια. Φθάνοντας σέ ἕναν τόπο ὁμαλό καί ἐπίπεδο, ἀποφάσισε νά καθίσουν ἐκεῖ, γιά νά ξεκουρασθοῦν λίγο ἀπό τόν κόπο τῆς ὁδοιπορίας.
Ὅταν λοιπόν οἱ ἄνθρωποί της ἀποκοιμήθηκαν, τότε ἡ τρισόλβια καταφρονῶντας ὅλα, φεύγει κρυφά καί μπαίνει σέ ἕνα πυκνό δάσος πού βρισκόταν ἐκεῖ. Ἐκεῖ λοιπόν ἔμεινε τόσα χρόνια πολλά, ὥστε τό δέρμα τοῦ σώματός της ἔγινε σκληρό, σάν τό δέρμα τῆς χελώνας ἀπό τά δαγκάματα τῶν κουνουπιῶν, πού βρίσκονταν σ’ ἐκεῖνο τό πυκνό δάσος. Κατόπιν πηγαίνει σέ μία σκήτη, ὅπου ἦταν πολλοί ἅγιοι Πατέρες καί ἐκεῖ ὑποκρινόμενη, ὅτι εἶναι εὐνοῦχος, ὠνόμασε τόν ἑαυτό της Δωρόθεο. Ὁ Ὅσιος Μακάριος, πού βρισκόταν ἐκεῖ, τήν δέχθηκε καί τῆς ἔδωκε κελλί μέσα στό ὁποῖο, ἀφοῦ κλείσθηκε ἡ τρισόλβια, προσευχόταν στόν Θεό νύκτα καί ἡμέρα. Ὁ πατέρας της Ἀνθέμιος εἶχε καί ἄλλη θυγατέρα, ἡ ὁποία ἔπασχε ἀπό ἀκάθαρτο δαιμόνιο. Γιά τόν λόγο αὐτό τήν ἔστειλε στούς Πατέρες τῆς σκήτης, γιά νά τήν θεραπεύσουν. Καί γιά τήν θυγατέρα του αὐτή τήν Ἀπολιναρία ἀπέκαμε καί πλέον δέν τήν ἀναζητοῦσε. Οἱ δέ Πατέρες ἔστειλαν τήν δαιμονισμένη πρός τήν ἀδελφή της, ἡ ὁποία ὑποκρινόταν, ὅτι ὀνομάζεται Δωρόθεος, ὅπως εἴπαμε παραπάνω. Καί μέσα σέ λίγες ἡμέρες, ἐλευθερώθηκε ἀπό τόν δαίμονα ἡ νεαρή καί ἀποστέλλεται ἀπό τούς Πατέρες ὑγιής στόν πατέρα της. Ὕστερα ὅμως ἀπό λίγες ἡμέρες ἄρχισε ἡ κόρη νά φαίνεται, ὅτι ἦταν ἔγγυος. Καί ὁ πατέρας της, νομίζοντας ὅτι ἔμεινε ἔγγυος ἀπό τόν Ἀββᾶ Δωρόθεο, στέλνει ἀμέσως ταχυδρόμους καί τόν φέρνουν μπροστά του.
Ἡ Ὁσία δείχνοντας μέ κάποια σημεῖα, πώς ἦταν γέννημα καί θυγατέρα τοῦ Ἀνθεμίου, ἔκανε ὅλους νά θαυμάσουν καί νά φοβηθοῦν. Καί μάλιστα γιά τό θαῦμα, πού ἔκανε στήν ἴδια τήν ἀδελφή της. Μετά ἀπό αὐτά, ἀφοῦ ἔμεινε λίγες ἡμέρες μέ τούς γονεῖς της, πάλι ἐπέστρεψε στό κελλί της, χωρίς νά μάθη κανένας ἐκεῖνο, πού ἔκανε. Ἀφοῦ λοιπόν πέθανε, τότε ἔγινε γνωστό στούς Μοναχούς, ὅτι εἶναι γυναίκα. Ὅλοι λοιπόν θαύμασαν γι’ αὐτό καί παρακινήθηκαν νά εὐχαριστήσουν τόν Θεό.
[1] Ἀναφέρουμε ἐδῶ, ὅτι μέ τό δίστιχο αὐτό, πρᾶγμα πού βρίσκεται στούς χειρόγραφους Συναξαριστές (διότι στούς τυπωμένους οὔτε δίστιχο βρίσκεται ἰαμβικό, οὔτε στίχος ἡρωικός), δηλώνεται ὅτι σήμερα ἑορτάζονται ὅλοι μαζί οἱ Ἑβδομήκοντα Ἀπόστολοι. Ὁ καθένας ἀπό τούς ὁποίους χωριστά ἑορτάζεται σέ διάφορες ἡμέρες τῶν μηνῶν. Γι’ αὐτό οὔτε Συναξάρι αὐτῶν κοινό μπορέσαμε νά βροῦμε. Διότι τά ἴδια Συναξάρια τοῦ καθενός γράφθηκαν στήν ξεχωριστή του ἡμέρα. Καί ὅποιος θέλει, ἄς τά ἀναζητήση.
Θά μποροῦσε, βέβαια, νά ἀπορήση κανείς, γιατί, ἐξαιρουμένων μόνο τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων, ὅλοι οἱ μετά ἀπό αὐτούς Ἀπόστολοι ὀνομάζονται Ἑβδομήκοντα καί ὄχι περισσότεροι; Τό ὅτι εἶναι περισσότεροι ἀπό τούς ἑβδομήκοντα, εἶναι φανερό, διότι μόνοι ἐκεῖνοι, πού ἀριθμοῦνται σέ ὅλες τίς ἐπιστολές τοῦ μακαρίου Παύλου καί ὑπολογίζονται μαζί μέ τούς Ἑβδομήκοντα, ὑπερβαίνουν τούς πενῆντα. Αὐτοί δέν προέρχονται ἀπό τούς Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους ἐκείνους, τούς ὁποίους διάλεξε ὁ Κύριος, ὅπως γράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς. Ἀλλά εἶναι μερικοί ἄλλοι, πού ὑπῆρξαν μαθητές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἤ καί τῶν λοιπῶν Ἀποστόλων, πού προέρχονταν ἀπό τούς Δώδεκα. Καί βλέπε στήν 28η τοῦ Ἰουλίου στό Συναξάρι Προχόρου, Νικάνορος, Τίμωνος καί Παρμενᾶ.
Ὡς λύσι λοιπόν τῆς ἀπορίας λέμε, ὅτι ὅλοι οἱ μετά τούς Δώδεκα Ἀπόστολοι, μέ ἕνα κοινό ὄνομα Ἑβδομήκοντα ὀνομάζονται, ἴσως διότι τό ἑβδομήκοντα εἶναι ἀόριστος ἀριθμός καί δηλώνει πλῆθος, σύμφωνα μέ αὐτό πού εἶπε στόν Πέτρο ὁ Κύριος· «Οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις ἀφιέναι τῷ ἀδελφῷ σου τά ἁμαρτήματα, ἀλλ’ ἕως ἐβδομηκοντάκις ἑπτά», ἀντί τοῦ πολλές φορές καί ἀμέτρητες, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος. Ἤ λέγονται Ἑβδομήκοντα οἱ Ἀπόστολοι, πού εἶναι μετά τούς Δώδεκα καί ὄχι περισσότεροι, ἴσως γιά νά διατηρηθῆ ὁ σεβασμός καί ἡ τιμή τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνου, τόν ὁποῖο ὁ Κύριος τοποθέτησε στούς Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους, πού ἐξελέγησαν ἀπό αὐτόν. Διότι ἔτσι εἶπε καί ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης· καί μολονότι ὁ Ἰούδας εἶχε φύγει ἀπό τόν ἀριθμό τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων, αὐτός ὅμως μετά τήν ἀνάστασι εἶπε γιά τόν Θωμᾶ: «Θωμᾶς δέ εἷς», οὐχί ἐκ τῶν ἕνδεκα, ἀλλά «ἐκ τῶν Δώδεκα», γιά νά διαφυλάξη τόν σεβασμό καί τήν τιμή τοῦ δωδεκάτου ἀριθμοῦ, τόν ὁποῖο ὁ Κύριος ἔθεσε στούς Δώδεκα Ἀποστόλους. Ἐάν ὅμως ὑπάρχη κάποιος ἄλλος διαβατικώτερος, γνωρίζει ἄλλον λόγο περισσότερο πνευματικό, ἄς ἐμφανισθῆ στήν μέση καί ἄς τόν πῆ καί ἐμεῖς θά τοῦ εἴμαστε εὐγνώμονες γιά τήν εἴδησι αὐτή.
Σημείωσε, ὅτι ὁ θεσπέσιος Κύριλλος ὁ Ἀλεξανδρείας μέ γλαφυρότητα ὁμιλεῖ ἀλληγορικά γιά τούς Ἑβδομήκοντα αὐτούς Ἀποστόλους, τά ἑβδομῆντα ἐκεῖνα στελέχη τῶν φοινίκων, πού ἦταν στήν Αἰλείμ. Αὐτό φανερώνει ἀνάβασις ἤ αὔξησις. Διότι ἔτσι λέει· «Ἀναβαίνοντας σέ τελειότερη σύνεσι καί σέ αὔξησι ἀνατρέχοντας τήν πνευματική … θά βροῦμε τά ἑβδομήκοντα στελέχη τῶν φοινίκων νά δηλώνουν τούς μαθητές πού ἀναδείχθηκαν ἀπό τόν Χριστό, καί πολύ εὔλογα. Διότι παρομοιάζονται μέ τούς φοίνικες οἱ ἑβδομῆντα στόν ἀριθμό, πού εἶναι μετά τούς δώδεκα. Θαυμάζουμε μάλιστα τούς ἑβδομήκοντα καί τούς θεωροῦμε σάν φοίνικες. Διότι τό φυτό αὐτό εἶναι εὐκάρδιο, μέ καλή ρίζα καί εὔκαρπο καί πάντοτε δίπλα στά νερά αὐξάνει. Τέτοιοι ἰσχυριζόμαστε ὅτι εἶναι καί οἱ ἅγιοι. Διότι ὁ νοῦς τους εἶναι καθαρός καί εὔκαρπος καί συνηθισμένος νά τρυφᾶ στά νοητά ὕδατα».
Γνώρισε ἐπί πλέον καί τό ἑξῆς· Ὅτι κακῶς ἐδῶ ἀναφέρεται στά Μηναῖα τό Συναξάρι τῆς Ὁσίας Συγκλητικῆς. Διότι αὐτό ἀναφέρεται κανονικά στήν 5η τοῦ παρόντος μηνός, ὁπότε ἀναφέρεται ἡ μνήμη καί ψάλλεται ὁ Κανόνας της.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου καί Θεοφόρου Πατρός ἡμῶν Νικηφόρου τοῦ νέου, τοῦ λεπροῦ († 1964).
Ὁ πατήρ Νικηφόρος (κατά κόσμον Νικόλαος) γεννήθηκε σέ ἕνα ὀρεινό χωριό τῶν Χανίων, στό Σηρικάρι. Οἱ γονεῖς του ἦταν ἁπλοῖ καί εὐλαβεῖς χωρικοί, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ἀκόμη ἦταν μικρό παιδί, πέθαναν καί τόν ἄφησαν ὀρφανό. Ἔτσι, σέ ἡλικία 13 ἐτῶν ἔφυγε ἀπό τό σπίτι του, πῆγε στά Χανιά καί ἄρχισε νά ἐργάζεται ἐκεῖ σέ ἕνα κουρεῖο.
Τότε ἐμφάνισε καί τά πρῶτα σημεῖα τῆς νόσου τοῦ Χάνσεν δηλ. τήν λέπρα. Ἐκείνη τήν ἐποχή τούς λεπρούς τούς ἀπομόνωναν στό νησί Σπιναλόγκα, διότι ἡ λέπρα, ὡς μεταδοτική ἀρρώστια, ἀντιμετωπιζόταν μέ φόβο καί ἀποτροπιασμό. Ὁ Νικόλαος, ὅταν ἔγινε 16 ἐτῶν καί ὅταν τά σημάδια τῆς νόσου ἄρχισαν νά γίνωνται πιό ἐμφανῆ, γιά νά ἀποφύγη τόν ἐγκλεισμό του στήν Σπιναλόγκα, ἔφυγε μέ κάποιο καράβι γιά τήν Αἴγυπτο. Ἐκεῖ ἔμενε ἐργαζόμενος στήν Ἀλεξάνδρεια, πάλι σέ ἕνα κουρεῖο, ὅμως τά σημάδια τῆς νόσου γίνονταν ὅλο καί πιό ἐμφανῆ, ἰδίως στά χέρια καί στό πρόσωπο. Γι’ αὐτό μέ τήν μεσολάβησι ἑνός κληρικοῦ κατέφυγε στήν Χίο, ὅπου ὑπῆρχε τότε ἕνα λεπροκομεῖο, στό ὁποῖο ἦταν Ἱερεύς ὁ πατήρ Ἄνθιμος Βαγιανός, ὁ μετέπειτα Ἅγιος Ἄνθιμος.
Ὁ Νικόλαος ἔφθασε στήν Χίο τό 1914 σέ ἡλικία 24 ἐτῶν. Στό λεπροκομεῖο τῆς Χίου, πού ἦταν ἕνα συγκρότημα μέ πολλά ὁμοιόμορφα σπιτάκια, ὑπῆρχε τό ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Λαζάρου, ὅπου φυλασσόταν ἡ θαυματουργός εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ὑπακοῆς. Σέ αὐτόν τόν χῶρο ἄνοιξε τό στάδιο τῶν ἀρετῶν γιά τόν Νικόλαο. Μέσα σέ δύο χρόνια ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος τόν ἔκρινε ἕτοιμο γιά τό ἀγγελικό σχῆμα καί τόν ἔκειρε μοναχό μέ τό ὄνομα Νικηφόρο. Ἡ νόσος προχωροῦσε καί ἐξελισσόταν καί ἀπό ἔλλειψι καταλλήλων φαρμάκων, ἐπέφερε πολλές καί μεγάλες ἀλλοιώσεις (τό φάρμακο βρέθηκε ἀργότερα τό 1947).
Ὁ π. Νικηφόρος ζοῦσε μέ ἀδιάκριτη, γνήσια ὑπακοή, μέ νηστεία αὐστηρή, ἐργαζόμενος στούς κήπους. Μάλιστα κατέγραφε σέ ἕναν κατάλογο καί τά θαύματα τοῦ Ἁγίου Ἀνθίμου, τά ὁποῖα εἶχε δεῖ «ἰδίοις ὄμμασιν» (πολλά ἀφοροῦσαν θεραπεῖες δαιμονιζομένων).
Ὑπῆρχε μία ἰδιαίτερη πνευματική σχέσι τοῦ Ἁγίου Ἀνθίμου μέ τόν μοναχό Νικηφόρο, ὁ ὁποῖος «οὐδέ ἕν βῆμα ἐμάκρυνεν ἀπό αὐτοῦ», ὅπως ἀναφέρει ὁ πατήρ Θεόκλητος Διονυσιάτης στό βιβλίο του «Ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος τῆς Χίου». Ὁ π. Νικηφόρος προσευχόταν τή νύχτα ὧρες ἀτελείωτες, κάνοντας μετάνοιες ἀμέτρητες, δέν εἶχε λογοφέρει μέ κανένα, οὔτε χάλασε τήν καρδιά κάποιου καί ἦταν ὁ κύριος ψάλτης τοῦ ναοῦ. Ἐξ αἰτίας τῆς ἀσθένειάς του ὅμως σιγά - σιγά ἔχασε τό φῶς του καί ἔτσι ἔψαλλε τά περισσότερα τροπάρια καί ἀπήγγειλε τούς Ἀποστόλους ἀπό στήθους.
Τό 1957 ἔκλεισε τό Λωβοκομεῖο τῆς Χίου καί τούς ἐναπομείναντας ἀσθενεῖς μαζί μέ τόν πατέρα Νικηφόρο τούς ἔστειλαν στόν Ἀντιλεπρικό Σταθμό Ἁγίας Βαρβάρας Ἀθηνῶν, στό Αἰγάλεω. Τήν ἐποχή ἐκείνη ὁ πατήρ Νικηφόρος ἦταν περίπου 67 ἐτῶν. Τά μέλη του καί τά μάτια του εἶχαν τελείως ἀλλοιωθῆ καί παραμορφωθῆ ἀπό τήν νόσο.
Ἐκεῖ, στόν Ἀντιλεπρικό σταθμό ζοῦσε καί ὁ πατήρ Εὐμένιος, πού εἶχε καί αὐτός προσβληθῆ ἀπό τήν νόσο τοῦ Χάνσεν, ἀλλά μέ τήν ἐπιτυχῆ φαρμακευτική ἀγωγή θεραπεύθηκε τελείως. Ἀποφάσισε ὅμως νά μείνη ὅλο τό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του μέσα στόν Ἀντιλεπρικό σταθμό κοντά στούς συνασθενεῖς του, τούς ὁποίους φρόντιζε μέ πολλή ἀγάπη. Ἔτσι ἔγινε καί ὑποτακτικός στόν πατέρα Νικηφόρο, στόν ὁποῖο ὡς ἀνταμοιβή τῆς ὑπομονῆς του ὁ Κύριος τοῦ εἶχε δώσει πολλά χαρίσματα. Πλῆθος κόσμου συνέρρεε στό ταπεινό κελλάκι τοῦ λεπροῦ μοναχοῦ Νικηφόρου στήν Ἁγία Βαρβάρα τοῦ Αἰγάλεω, γιά νά πάρη τήν εὐχή του. Νά τί ἀναφέρουν μεταξύ τῶν ἄλλων ὅσοι τόν γνώρισαν τότε:
Ἐνῷ ὁ ἴδιος του ἦταν κατάκοιτος, μέ πληγές καί πόνους, δέν γόγγυζε ἀλλά ἔδειχνε μεγάλη καρτερία. Εἶχε τό χάρισμα τῆς παρηγοριᾶς τῶν θλιβομένων. Τά μάτια του ἦταν μονίμως ἐρεθισμένα, ἡ ὅρασί του ἐλάχιστη, εἶχε ἀγκυλώσεις στά χέρια καί παράλυσι στά κάτω ἄκρα. Παρ’ ὅλα αὐτά ἦταν γλυκύτατος, μειλίχιος, χαμογελαστός, διηγεῖτο χαριτωμένα περιστατικά, ἦταν εὐχάριστος, ἀξιαγάπητος. Τό πρόσωπό του, πού ἦταν φαγωμένο ἀπό τά στίγματα τῆς ἀσθένειας καί τίς πληγές, ἔλαμπε καί ἔπαιρναν χαρά ὅσοι ἔβλεπαν αὐτόν τόν πάμπτωχο καί φαινομενικά ἀσθενῆ ἄνθρωπο, πού ἔλεγε: «Ἄς εἶναι δοξασμένο τό Ἅγιο Ὄνομά Του».
Σέ ἡλικία 74 ἐτῶν, στίς 4 Ἰανουαρίου τοῦ 1964, κοιμήθηκε ὁ πατήρ Νικηφόρος. Μετά τήν ἐκταφή, τά ἅγιά του λείψανα εὐωδίαζαν. Ὁ πατήρ Εὐγένιος, καί ἄλλοι πιστοί ἀνέφεραν πολλές περιπτώσεις, ὅπου ἔγιναν θαύματα μέ τήν ἐπίκλησι τῶν πρεσβειῶν πρός τόν Θεό τοῦ πατρός Νικηφόρου.
Σέ Συνεδρίασι τῆς 1ης ἕως 3ης Δεκεμβρίου 2012 τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις τῆς ἁγιοκατατάξεως τοῦ Μοναχοῦ Νικηφόρου Τζανακάκη, τοῦ Λεπροῦ, «ἐκ τοῦ χωρίου Σηρικαρίου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κισάμου καί Σελίνου, τῆς μνήμης αὐτοῦ ἀγομένης τῇ 4ῃ Ἰανουαρίου».


Login