Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΣΤ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ξενοφῶντος, καί τῆς συμβίου αὐτοῦ Μαρίας καί τῶν τέκνων αὐτῶν Ἀρκαδίου καί Ἰωάννου.
Ὅσιος Αὐτός Ξενοφών ἦταν στά χρόνια τοῦ βασιλέως Ἰουστινιανοῦ, κατά τό ἔτος 520, καταγόταν ἀπό τήν Κωνσταντινούπολι καί ἦταν πλούσιος καί κατά τόν ἐξωτερικό πλοῦτο καί κατά τόν ἐσωτερικότῆς εὐσεβείας καί κατά Θεό πολιτείας. Αὐτός λοιπόν ἔστειλε τούς δύο υἱούς του Ἀρκάδιο καί Ἰωάννη στήν πόλι Βηρυττό, σέ αὐτό πού σήμερα ὀνομάζεται Βερούτι, γιά νά μάθουν ἐκεῖ καί νά μελετήσουν τούς νόμους. Πηγαίνοντας ὅμως ναυάγησαν στήν θάλασσα. Τότε ὁ πατέρας τους Ἅγιος Ξενοφών μαζί μέ τήν γυναῖκα του Μαρία, ἀναχώρησαν ἀπό τήν Κωνσταντινούπολι καί πῆγαν νά ἀναζητήσουν τά παιδιά τους. Καί, βρίσκοντάς τους στά Ἱεροσόλυμα ντυμένους τό σχῆμα τῶν Μοναχῶν, ἔγιναν καί αὐτοί Μοναχοί καί τόσο πρόκοψαν στήν ἀρετή οἱ ἀοίδιμοι, καί οἱ γονεῖς καί τά παιδιά, ὥστε ἀξιώθηκαν ἀπό τόν Θεό νά κάμνουν καί θαύματα. Καί ἀφοῦ μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς τους εὐαρέστησαν τόν Θεό, πρός αὐτόν ἐξεδήμησαν. (Τόν ἐκτενῆ τους Βίο βλέπε στό Ἐκλόγιο[1].)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ μεγάλου σεισμοῦ.
Στά τελευταῖα χρόνια τῆς βασιλείας Θεοδοσίου τοῦ μικροῦ, ἡμέρα Κυριακή, τήν δεύτερη ὥρα τῆς ἡμέρας, ἔγινε σεισμός στήν Κωνσταντινούπολι τόσο μεγάλος, ὥστε γκρεμίστηκαν τά τείχη της καί μέρη πολλά καί σπίτια τῆς πόλεως, ἰδιαίτερα ὅμως ἀπό τό ἔμβασμα, πού ὀνομάζεται Τρωαδίσιο, ἕως τό χάλκινο τετράπυλο καί κράτησε ὁ σεισμός αὐτός τρεῖς μῆνες. Τότε ὁ βασιλιάς κάνοντας λιτανεία μέ ὅλο τόν λαό, ἔλεγε μέ δάκρυα πρός τόν Θεό· «Ρῦσαι ἡμᾶς, Κύριε, ἀπό τήν δικαία σου ὀργή καί δός συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἐπειδή διά τάς ἁμαρτίας ἡμῶν ἐσάλευσας τήν γῆν καί συνετάραξας αὐτήν, ἵνα σέ δοξάζωμεν τόν μόνον ἀγαθόν Θεό ἡμῶν καί φιλάνθρωπον».
Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Συμεών, τοῦ ἐπιλεγομένου Παλαιοῦ.
Αὐτός ὁ Ὅσιος ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ἀγάπησε τήν ἐρημική ζωή. Ἔτσι, ἀφοῦ κατοίκησε μέσα σέ ἕνα σπήλαιο κοντά στό βουνό, πού λέγεται Ἀμανό, δέν ἀπόλαυσε καμμία ἀνθρώπινη τροφή, οὔτε ψωμί, δηλαδή οὔτε ἄλλο τίποτε, ἀλλά ὡς τροφή του εἶχε μόνα τά χορτάρια πού τρώγονται. Ἐπειδή ἐπιθύμησε νά πάη στό Σίναιο ὄρος, πῆγε σ’ αὐτό, καί μπαίνοντας μέσα στό σπήλαιο, στό ὁποῖο κρύφθηκε ὁ Μωυσῆς, ὅταν ἀξιώθηκε νά ἰδῆ τόν Θεό, ὅσο εἶναι δυνατό νά τόν δῆ ἡ ἀνθρώπινη φύσι· σ’ αὐτό, λέγω, μπαίνοντας ὁ Ὅσιος, ἔπεσε μπρούμυτα, καί πέρασε νηστικός ἑπτά ἡμέρες, προσκαρτερῶντας μέ δάκρυα καί προσευχές.
Καί ἀπό ἐκεῖ δέν σηκώθηκε, ἕως ὅτου ἄκουσε θεϊκή φωνή, πού τόν διέταξε νά σηκωθῆ καί νά φάη τά τρία μῆλα, πού ἦταν μπροστά του. Ὅταν ἐπέστρεψε ἀπό τό Σινᾶ, ἔκτισε δύο Μοναστήρια.
Καί ἔτσι ἔλαβε τό τέλος αὐτῆς τῆς κοπιαστικῆς ζωῆς, ἀφοῦ προηγουμένως ἔκανε πολλά παράδοξα θαύματα, γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ[2].
Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀνανίου Πρεσβυτέρου, Πέτρου δεσμοφύλακος καί τῶν σύν αὐτοῖς ἑπτά στρατιωτῶν.
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι ἔζησαν στά χρόνα τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ καί Μαξίμου ἡγεμόνα τῆς Φοινίκης, κατά τό ἔτος 295. Ἀφοῦ συνελήφθη λοιπόν ὁ Ἅγιος Ἀνανίας ὡδηγήθηκε στόν ἡγεμόνα καί ἐπειδή ὡμολόγησε τόν Χριστό καί περιέπαιξε τά εἴδωλα, γι’ αὐτό δέρνεται μέ ράβδους καί κατακαίγεται στίς πλάτες μέ πυρακτωμένα σουβλιά πυρωμένα. Κατόπιν ἀλείφουν τά καμμένα μέλη του μέ ξύδι καί ἁλάτι. Κατόπιν ὁ Ἅγιος μέ τήν προσευχή του ἔσεισε τόν Ναό καί ἔρριξε τά εἴδωλα κάτω στήν γῆ.
Τότε φυλακίζεται καί ἐκεῖ δέχεται τροφή ἀπό τόν Θεό. Μέ τό θαῦμα αὐτό ἑλκύει τόν δεσμοφύλακα Πέτρο στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί μαζί μέ αὐτόν ρίχνεται στήν θάλασσα, κατά διαταγή τοῦ ἡγεμόνος μαζί καί μέ ἄλλους ἑπτά στρατιῶτες, τούς ὁποίους εἵλκυσε ὁ Ἅγιος στήν τοῦ Χριστοῦ πίστι, ἐπειδή παραδόξως παρέμεινε ἀβλαβής ἀπό τά μαρτύρια, πού ὑπέμεινε. Καί ἔτσι οἱ μακάριοι ἔλαβαν ἀπό τόν Χριστό ὅλοι μαζί τούς στεφάνους τῆς ἀθλήσεως.
Ὅσιος Ἀμμωνᾶς, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται[3].
Ζωῆς Ἀμμωνᾶς νῆμα πληρώσας ἅπαν,
[1] Ὁ ἑλληνικός Βίος του σῴζεται στή Μεγίστη Λαύρα καί στήν Ἱερά Μονή τῶν Ἰβήρων, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ξενοφών ὁ θαυμάσιος». Στήν λεχθεῖσα Μεγίστη Λαύρα σῴζεται καί ἄλλος αὐτῶν, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Διηγήσατό τις μέγας γέρων».
[2] Καί τόν Βίο αὐτοῦ του Ὁσίου συγγράφει ὁ Κύρου Θεοδώρητος στόν στ΄ ἀριθμό τῆς Φιλόθεης Ἱστορίας.
Ἀδικία ὅμως θεώρησα νά ἀποσιωπήσω τρία ἀξιόλογα, πού προσθέτει γιά τόν Ὅσιο αὐτόν. Μερικοί Ἰουδαῖοι βαδίζοντας περιπλανήθηκαν στόν δρόμο καί ἐπειδή δέν ἔβλεπαν, ποῦ πηγαίνουν ἐξ αἰτίας τῆς δυνατῆς καί ραγδαίας βροχῆς, πού ἀκολούθησε, γι’ αὐτό τρέχοντας ἐδῶ καί ἐκεῖ ἔφθασαν στό σπήλαιο τοῦ Ὁσίου, καί βλέποντάς τον, τόν παρεκάλεσαν νά τούς δείξη τόν δρόμο. Ὁ Ὅσιος εἶπε, εὐθύς νά τούς δώση δύο ὁδηγούς. Ἐκεῖ λοιπόν, πού κάθονταν, νά καί φθάνουν δύο λεοντάρια, τά ὁποῖα ἔγλυφαν τόν Ὅσιο ὡς αὐθέντη τους. Αὐτά πρόσταξε μέ τό νεῦμα του ὁ Ὅσιος, νά συνοδεύσουν τούς Ἑβραίους μέχρι τό σημεῖο ἐκεῖνο, πού ἔχασαν τόν δρόμο.
Θέρους ἦταν ὁ καιρός καί ἕνας ἄδικος γεωργός, θερίζοντας τό χωράφι του, ἔκλεψε μερικά δεμάτια ἀπό τό γειτονικό χωράφι, καί τά ἔβαλε στό ἁλῶνι του. Ἀμέσως ὅμως ἡ θεία δίκη ἔκανε τήν παιδεία. Διότι ἔπεσε ἀστροπελέκι ἀπό τόν οὐρανό καί ἔκαιγε τό ἁλῶνι. Βλέποντας λοιπόν αὐτό ὁ γεωργός, ἔτρεξε στόν Ὅσιο (διότι ἦταν ὁ τόπος κοντά) τήν συμφορά του ὀδυρόμενος. Ἔκρυψε ὅμως τήν κλεψιά πού ἔκανε. Ὅταν ὅμως διατάχθηκε ἀπό τόν Ὅσιο νά πῆ τήν ἀλήθεια, ὡμολόγησε τήν κλεψιά. Τότε ὁ Ἅγιος του εἶπε, ὅτι ἐάν ἐσύ ἐπιστρέψης στόν ἀδικηθέντα τήν κλεψιά, θά σβήση ἡ φωτιά. Ἐκεῖνος λοιπόν ἔτρεχε, γιά νά ἀποδώση τό κλεψιμαῖο, ἡ δέ φωτιά ἔσβησε χωρίς νερό.
Προσθέτει ἀκόμη καί τό ἑξῆς ὁ Θεοδώρητος, ὅτι, ὅταν ὁ Ὅσιος Συμεών πήγαινε στό Σίναιο ὄρος, φθάνοντας στήν ἔρημο, πού εἶναι πρός Σόδομα, εἶδε ἀπό μακριά τά χέρια ἑνός ἀνθρώπου, πού ἔβγαιναν ἀπό τό βάθος τῆς γῆς. Πλησιάζει λοιπόν κοντά καί βλέπει ἕνα λάκκο σάν φωλιά ἀλεποῦς. Ἐκεῖνος, πού ἦταν στόν λάκκο, ἀκούγοντας τόν κτύπο τῶν ποδιῶν, κρύφθηκε μέσα. Σκύβοντας λοιπόν ὁ γέροντας, παρακαλοῦσε πολύ ἐκεῖνον, πού κρύφθηκε, νά τοῦ φανερωθῆ. Ἐκεῖνος ὕστερα ἀπό πολλές παρακλήσεις ἐμφανίσθηκε. Ἦταν δέ ἄγριος στήν ὄψι, εἶχε τά μαλλιά του λερωμένα καί ἀκτένιστα, τό πρόσωπο ζαρωμένο, τά μέλη τοῦ σώματος καταξηραμένα. Φοροῦσε καί μπαλωμένα ροῦχα μέ βαΐα ραμμένα.
Ὅταν τόν ρώτησε ὁ Ὅσιος, πῶς κατοίκησε σέ τέτοιον τόπο, ἀπάντησε, ὅτι καί ἐγώ ἔχοντας προθυμία νά πάω στό Σίναιο ὄρος, ὅπως καί ἐσύ, βρῆκα ἕνα συνοδίτη ἀδελφό, μέ τόν ὁποῖο δέθηκα μέ ὅρκο, νά μή χωρισθοῦμε μέχρι θανάτου. Ἐπειδή λοιπόν ἐκεῖνος πέθανε στόν δρόμο σ’ αὐτόν τόν τόπο, γι’ αὐτό καί ἐγώ, τόν ὅρκο φυλάγοντας, ἀφοῦ τόν ἐνταφίασα, ἔσκαψα τόν λάκκο αὐτόν καί κάθομαι ἐδῶ, προσμένοντας τό τέλος τῆς ζωῆς μου. Τροφή δέ ἔχω τούς φοίνικες, τούς ὁποίους ὡρίσθηκε ἀπό τόν Θεό νά μοῦ τούς φέρνη ἕνας ἀδελφός». Καί αὐτά λέγοντας, νά, ἦλθε ἕνας λέοντας, ὁ ὁποῖος κρατοῦσε ἕνα σταφύλι τοῦ φοίνικα. Αὐτοί πού ἦταν μέ τόν Ὅσιο, βλέποντας τόν λέοντα, φοβήθηκαν. Τότε ὁ γέροντας σηκώθηκε καί ἔνευσε στόν λέοντα καί παραμέρισε ἀπό ἐκεῖνον τόν τόπο. Ἔπειτα πάλι ἀφοῦ δέχθηκε ἐντολή, πείσθηκε καί ἔφερε τούς φοίνικες. Καί πάλι, ἀφοῦ διατάχθηκε, πῆγε μακριά καί κοιμήθηκε, σάν νά ἦταν λογικός ἄνθρωπος. Ἔτσι γνωρίζει ἡ ἀρετή νά ὑποτάσση σέ αὐτούς πού τήν ἔχουν καί αὐτά τά θηρία τά ἄγρια.
[3] Μερικοί λένε, ὅτι ὁ Ὅσιος Ἀμμωνᾶς πού ἀναφέρεται ἐδῶ, ἦταν ὁ Ἐπίσκοπος, γιά τόν ὁποῖο προφητεύοντας ὁ Μέγας Ἀντώνιος τοῦ εἶπε, ὅτι θά προκόψη στόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Διότι δείχνοντάς του πέτρα, τοῦ εἶπε· «Βρίσε την καί κτύπησέ την·» καί αὐτός ἔτσι ἔκανε. Καί τοῦ λέγει ὁ Ἀντώνιος· «Ἔτσι καί σύ θά φθάσης στό μέτρο αὐτό», ὅπως καί ἔγινε. Διότι σέ τόση ἀνεξικακία καί ἀγαθότητα ἔφθασε ὁ ἀοίδιμος Ἀμμωνᾶς, σέ σημεῖο, πού δέν γνώριζε καθόλου τήν κακία. Ἔτσι, ὅταν ἔγινε Ἐπίσκοπος, τοῦ ἔφεραν μία παρθένο, ἡ ὁποία ἐφθάρη ἀπό κάποιον καί ἔμεινε ἔγγυος, παρόμοια ἔφεραν καί ἐκεῖνον, πού τήν διέφθειρε, καί ζητοῦσαν νά τούς ἐπιτιμήση. Ὁ Ὅσιος ὅμως, ὄχι μόνον δέν τούς ἐπιτίμησε, ἀλλ’ οὔτε κἄν τούς κατέκρινε. Μᾶλλον ὅμως, ἀντί νά ἐπιτιμήση τήν γυναῖκα σφράγισε τήν κοιλιά της καί τῆς ἔδωσε ἕξι ζευγάρια σεντόνια, λέγοντας μήπως στόν καιρό τῆς γέννας πεθάνη αὐτή ἤ τό παιδί της καί τήν σαβανώσουν μέ τά σεντόνια.
Ἄλλοτε πάλι πῆγε ὁ Ὅσιος Αὐτός σέ ἕνα μέρος, γιά νά φάη ψωμί, καί ἐκεῖ ἦταν ἕνας ἀδελφός, ὁ ὁποῖος φημιζόταν, ὅτι πορνεύει μέ μία γυναῖκα, πού ἔτυχε τότε νά βρίσκεται μέσα στό κελλί τοῦ Μοναχοῦ. Ὅταν ἔμαθαν οἱ ντόπιοι, ὅτι ᾖλθε ἐκεῖ ὁ Ὅσιος, πῆγαν καί τόν παρακάλεσαν νά πάη στό κελλί, ὥστε ἀπό τήν θέα του νά θεατρινισθῆ ὁ Μοναχός καί ἔτσι νά τόν διώξουν. Ὁ Μοναχός ὅμως πρόφθασε καί ἔκρυψε τήν γυναῖκα μέσα σέ ἕνα πιθάρι. Ὁ Ὅσιος γνώρισε ἐκεῖνο, πού ἔκανε ὁ Μοναχός. Ὁπότε μπαίνοντας μέσα στό κελλί του, πῆγε καί κάθησε ἐπάνω στό στόμα τοῦ πιθαριοῦ. Καί ἔπειτα διέταξε νά ἐρευνήσουν τό κελλί, γιά νά βροῦν τήν γυναῖκα καί, ἀφοῦ ἔψαξαν, δέν τήν βρῆκαν. Τότε εἶπε σέ ὅσους τόν κατηγοροῦσαν· «Ὁ Θεός νά σᾶς συγχωρήση γιά τήν κατηγορία πού κάνατε κατά τοῦ Μοναχοῦ». Καί ἀφοῦ προσευχήθηκε ἔκανε ὅλους νά ἀναχωρήσουν. Ἔπειτα πιάνοντας τό χέρι τοῦ Μοναχοῦ, τοῦ εἶπε· «Πρόσεχε τόν ἑαυτό σου, ἀδελφέ». Καί λέγοντας αὐτό, ἀνεχώρησε (σελ. 591 τοῦ Εὐεργετινοῦ).
Ἔλεγε ἀκόμη ὁ Ὅσιος αὐτός, ὅτι ὄντας στή Σκήτη δεκατέσσερα χρόνια παρακαλοῦσε τόν Θεό νύκτα καί ἡμέρα, νά τοῦ χαρίση ὁ Θεός νά νικήση τήν ὀργή (σελ. 501 ὅ. π.).
Ἄλλοι πάλι ἰσχυρίζονται, ὅτι ὁ Ἀμμωνᾶς πού ἀναφέρεται ἐδῶ, εἶναι ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ὁ Βίος γράφεται στό Λαυσαϊκό, ὁ ὁποῖος ἦταν Ἱερέας. Καί μία φορά εἶδε Ἄγγελο στά δεξιά μέρη τοῦ Βήματος, πού ἔγραφε σέ βιβλίο τά ὀνόματα τῶν ἀδελφῶν, πού πήγαιναν στήν ἱερή Λειτουργία. Τά δέ ὀνόματα τῶν μή πηγαινόντων τά ἔσβηνε ἀπό τό βιβλίο, οἱ ὁποῖοι μετά τρεῖς μέρες πέθαναν. Ἐγώ ὅμως συμφωνῶ μέ τούς προηγουμένους, πιστεύοντας, ὅτι μᾶλλον ὁ Ἀμμωνᾶς Αὐτός εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος.


Login