Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΣΤ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ξενοφῶντος, καί τῆς συμβίου αὐτοῦ Μαρίας καί τῶν τέκνων αὐτῶν Ἀρκαδίου καί Ἰωάννου.

Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΣΤ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ξενοφῶντος, καί τῆς συμβίου αὐτοῦ Μαρίας καί τῶν τέκνων αὐτῶν Ἀρκαδίου καί Ἰωάννου.

Ὅ­σιος Αὐ­τός Ξε­νο­φών ἦ­ταν στά χρό­νια τοῦ βα­σι­λέ­ως Ἰ­ου­στι­νια­νοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 520, κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί ἦ­ταν πλού­σιος καί κα­τά τόν ἐ­ξω­τε­ρι­κό πλοῦ­το καί κα­τά τόν ἐ­σω­τε­ρι­κότῆς εὐ­σε­βεί­ας καί κα­τά Θε­ό πο­λι­τεί­ας. Αὐ­τός λοι­πόν ἔ­στει­λε τούς  δύ­ο υἱ­ούς του Ἀρ­κά­διο καί Ἰ­ω­άν­νη στήν πό­λι Βη­ρυτ­τό, σέ αὐ­τό πού σή­με­ρα ὀ­νο­μά­ζε­ται Βε­ρού­τι, γιά νά μά­θουν ἐ­κεῖ καί νά με­λε­τή­σουν τούς νό­μους. Πη­γαί­νον­τας ὅ­μως ναυ­ά­γη­σαν στήν θά­λασ­σα. Τό­τε ὁ πα­τέ­ρας τους Ἅ­γιος Ξε­νο­φών μα­ζί μέ τήν γυ­ναῖ­κα του Μα­ρί­α, ἀ­να­χώ­ρη­σαν ἀ­πό τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί πῆ­γαν νά ἀ­να­ζη­τή­σουν τά παι­διά τους. Καί, βρί­σκον­τάς τους στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα ντυ­μέ­νους τό σχῆ­μα τῶν Μο­να­χῶν, ἔ­γι­ναν καί αὐ­τοί Μο­να­χοί καί τό­σο πρό­κο­ψαν στήν ἀ­ρε­τή οἱ ἀ­οί­δι­μοι, καί οἱ γο­νεῖς καί τά παι­διά, ὥ­στε ἀ­ξι­ώ­θη­καν ἀ­πό τόν Θε­ό νά κά­μνουν καί θαύ­μα­τα. Καί ἀ­φοῦ μέ­χρι τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς τους εὐ­α­ρέ­στη­σαν τόν Θε­ό, πρός αὐ­τόν ἐ­ξε­δή­μη­σαν. (Τόν ἐ­κτε­νῆ τους Βί­ο βλέ­πε στό Ἐ­κλό­γιο[1].)

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ μεγάλου σεισμοῦ.

Στά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια τῆς βα­σι­λεί­ας Θε­ο­δο­σί­ου τοῦ μι­κροῦ, ἡ­μέ­ρα Κυ­ρια­κή, τήν δεύ­τε­ρη ὥ­ρα τῆς ἡ­μέ­ρας, ἔ­γι­νε σει­σμός στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι τό­σο με­γά­λος, ὥ­στε γκρε­μί­στη­καν τά τεί­χη της καί μέ­ρη πολ­λά καί σπί­τια τῆς πό­λε­ως, ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­μως ἀ­πό τό ἔμ­βα­σμα, πού ὀ­νο­μά­ζε­ται Τρω­α­δί­σιο, ἕ­ως τό χάλ­κι­νο τε­τρά­πυ­λο καί κρά­τη­σε ὁ σει­σμός αὐ­τός τρεῖς μῆ­νες. Τό­τε ὁ βα­σι­λιάς κά­νον­τας λι­τα­νεί­α μέ ὅ­λο τόν λα­ό, ἔ­λε­γε μέ δά­κρυ­α πρός τόν Θε­ό· «Ρῦ­σαι ἡ­μᾶς, Κύ­ρι­ε, ἀ­πό τήν δι­καί­α σου ὀρ­γή καί δός συγ­χώ­ρη­σιν τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μας. Ἐ­πει­δή διά τάς ἁ­μαρ­τί­ας ἡ­μῶν ἐ­σά­λευ­σας τήν γῆν καί συ­νε­τά­ρα­ξας αὐ­τήν, ἵ­να σέ δο­ξά­ζω­μεν τόν μό­νον ἀ­γα­θόν Θε­ό ἡ­μῶν καί φι­λάν­θρω­πον».

  Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Συμεών, τοῦ ἐπιλεγομένου Παλαιοῦ.

Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος ἀ­πό τήν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α ἀ­γά­πη­σε τήν ἐ­ρη­μι­κή ζω­ή. Ἔ­τσι, ἀ­φοῦ κα­τοί­κη­σε μέ­σα σέ ἕ­να σπή­λαι­ο κον­τά στό βου­νό, πού λέ­γε­ται Ἀ­μα­νό, δέν ἀ­πό­λαυ­σε καμ­μί­α ἀν­θρώ­πι­νη τρο­φή, οὔ­τε ψω­μί, δη­λα­δή οὔ­τε ἄλ­λο τί­πο­τε, ἀλ­λά ὡς τρο­φή του εἶ­χε μό­να τά χορ­τά­ρια πού τρώ­γον­ται. Ἐ­πει­δή ἐ­πι­θύ­μη­σε νά πά­η στό Σί­ναι­ο ὄ­ρος, πῆ­γε σ’ αὐ­τό, καί μπαί­νον­τας μέ­σα στό σπή­λαι­ο, στό ὁ­ποῖ­ο κρύ­φθη­κε ὁ Μω­υ­σῆς, ὅ­ταν ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά ἰ­δῆ τόν Θε­ό, ὅ­σο εἶ­ναι δυ­να­τό νά τόν δῆ ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­σι· σ’ αὐ­τό, λέ­γω, μπαί­νον­τας ὁ Ὅ­σιος, ἔ­πε­σε μπρού­μυ­τα, καί πέ­ρα­σε νη­στι­κός ἑ­πτά ἡ­μέ­ρες, προ­σκαρ­τε­ρῶν­τας μέ δά­κρυ­α καί προ­σευ­χές.

Καί ἀ­πό ἐ­κεῖ δέν ση­κώ­θη­κε, ἕ­ως ὅ­του ἄ­κου­σε θε­ϊ­κή φω­νή, πού τόν δι­έ­τα­ξε νά ση­κω­θῆ καί νά φά­η τά τρί­α μῆ­λα, πού ἦ­ταν μπρο­στά του. Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε ἀ­πό τό Σι­νᾶ, ἔ­κτι­σε δύ­ο Μο­να­στή­ρια.

Καί ἔ­τσι ἔ­λα­βε τό τέ­λος αὐ­τῆς τῆς κοπι­α­στι­κῆς ζω­ῆς, ἀ­φοῦ προ­η­γου­μέ­νως ἔ­κα­νε πολ­λά πα­ρά­δο­ξα θαύ­μα­τα, γιά τήν δό­ξα τοῦ Θε­οῦ[2].

  Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀνανίου Πρεσβυτέρου, Πέτρου δεσμοφύλακος καί τῶν σύν αὐτοῖς ἑπτά στρατιωτῶν.

Αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι ἔ­ζη­σαν στά χρό­να τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Δι­ο­κλη­τια­νοῦ καί Μα­ξί­μου ἡ­γε­μό­να τῆς Φοι­νί­κης, κα­τά τό ἔ­τος 295. Ἀ­φοῦ συνελή­φθη λοι­πόν ὁ Ἅ­γιος Ἀ­να­νί­ας ὡ­δη­γή­θη­κε στόν ἡ­γε­μό­να καί ἐ­πει­δή ὡ­μο­λό­γη­σε τόν Χρι­στό καί πε­ριέ­παι­ξε τά εἴ­δω­λα, γι’ αὐ­τό δέρ­νε­ται μέ ρά­βδους καί κα­τα­καί­γε­ται στίς πλά­τες μέ πυ­ρα­κτω­μέ­να σου­βλιά πυ­ρω­μέ­να. Κα­τό­πιν ἀ­λεί­φουν τά καμ­μέ­να μέ­λη του μέ ξύ­δι καί ἁ­λά­τι. Κα­τό­πιν ὁ Ἅ­γιος μέ τήν προ­σευ­χή του ἔ­σει­σε τόν Να­ό καί ἔρ­ρι­ξε τά εἴ­δω­λα κά­τω στήν γῆ.

Τό­τε φυ­λα­κί­ζε­ται καί ἐ­κεῖ δέ­χε­ται τρο­φή ἀ­πό τόν Θε­ό. Μέ τό θαῦ­μα αὐ­τό ἑλ­κύ­ει τόν δε­σμο­φύ­λα­κα Πέ­τρο στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ καί μα­ζί μέ αὐ­τόν ρί­χνε­ται στήν θά­λασ­σα, κα­τά δι­α­τα­γή τοῦ ἡ­γε­μό­νος μα­ζί καί μέ ἄλ­λους ἑ­πτά στρα­τι­ῶ­τες, τούς ὁ­ποί­ους εἵλ­κυ­σε ὁ Ἅ­γιος στήν τοῦ Χρι­στοῦ πί­στι, ἐ­πει­δή πα­ρα­δό­ξως πα­ρέ­μει­νε ἀ­βλα­βής ἀ­πό τά μαρ­τύ­ρια, πού ὑ­πέ­μει­νε. Καί ἔ­τσι οἱ μα­κά­ριοι ἔ­λα­βαν ἀ­πό τόν Χρι­στό ὅ­λοι μα­ζί τούς στε­φά­νους τῆς ἀ­θλή­σε­ως.

  Ὅσιος Ἀμμωνᾶς, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται[3].

 Ζωῆς Ἀμμωνᾶς νῆμα πληρώσας ἅπαν,



[1] Ὁ ἑλληνικός Βίος του σῴζεται στή Μεγίστη Λαύρα καί στήν Ἱερά Μονή τῶν Ἰβήρων, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ξενοφών ὁ θαυμάσιος». Στήν λεχθεῖσα Μεγίστη Λαύρα σῴζεται καί ἄλλος αὐτῶν, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Διηγήσατό τις μέγας γέρων».

[2] Καί τόν Βί­ο αὐ­τοῦ του Ὁ­σί­ου συγ­γρά­φει ὁ Κύ­ρου Θε­ο­δώ­ρη­τος στόν στ΄ ἀ­ριθ­μό τῆς Φι­λό­θε­ης Ἱ­στο­ρί­ας.

Ἀ­δι­κί­α ὅ­μως θε­ώ­ρη­σα νά ἀ­πο­σι­ω­πή­σω τρί­α ἀ­ξι­ό­λο­γα, πού προ­σθέ­τει γιά τόν Ὅ­σιο αὐ­τόν. Με­ρι­κοί Ἰ­ου­δαῖ­οι βα­δί­ζον­τας πε­ρι­πλα­νή­θη­καν στόν δρό­μο καί ἐ­πει­δή δέν ἔ­βλε­παν, ποῦ πη­γαί­νουν ἐξ αἰ­τί­ας τῆς δυ­να­τῆς καί ρα­γδαί­ας βρο­χῆς, πού ἀ­κο­λού­θη­σε, γι’ αὐ­τό τρέ­χον­τας ἐ­δῶ καί ἐ­κεῖ ἔ­φθα­σαν στό σπή­λαι­ο τοῦ Ὁ­σί­ου, καί βλέ­πον­τάς τον, τόν πα­ρε­κά­λε­σαν νά τούς δεί­ξη τόν δρό­μο. Ὁ Ὅ­σιος εἶ­πε, εὐ­θύς νά τούς δώ­ση δύ­ο ὁ­δη­γούς. Ἐ­κεῖ λοι­πόν, πού κά­θον­ταν, νά καί φθά­νουν δύ­ο λε­ον­τά­ρια, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­γλυ­φαν τόν Ὅ­σιο ὡς αὐ­θέν­τη τους. Αὐ­τά πρό­στα­ξε μέ τό νεῦ­μα του ὁ Ὅ­σιος, νά συ­νο­δεύ­σουν τούς Ἑ­βραί­ους μέ­χρι τό ση­μεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο, πού ἔ­χα­σαν τόν δρό­μο.

Θέ­ρους ἦ­ταν ὁ και­ρός καί ἕ­νας ἄ­δι­κος γε­ωρ­γός, θε­ρί­ζον­τας τό χω­ρά­φι του, ἔ­κλε­ψε με­ρι­κά δε­μά­τια ἀ­πό τό γει­το­νι­κό χω­ρά­φι, καί τά ἔ­βα­λε στό ἁ­λῶ­νι του. Ἀ­μέ­σως ὅ­μως ἡ θεί­α δί­κη ἔ­κα­νε τήν παι­δεί­α. Δι­ό­τι ἔ­πε­σε ἀ­στρο­πε­λέ­κι ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό καί ἔ­και­γε τό ἁ­λῶ­νι. Βλέ­πον­τας λοι­πόν αὐ­τό ὁ γε­ωρ­γός, ἔ­τρε­ξε στόν Ὅ­σιο (δι­ό­τι ἦ­ταν ὁ τό­πος κον­τά) τήν συμ­φο­ρά του ὀ­δυ­ρό­με­νος. Ἔ­κρυ­ψε ὅ­μως τήν κλε­ψιά πού ἔ­κα­νε. Ὅ­ταν ὅ­μως δι­α­τά­χθη­κε ἀ­πό τόν Ὅ­σιο νά πῆ τήν ἀ­λή­θεια, ὡ­μο­λό­γη­σε τήν κλε­ψιά. Τό­τε ὁ Ἅ­γιος του εἶ­πε, ὅ­τι ἐ­άν ἐ­σύ ἐ­πι­στρέ­ψης στόν ἀ­δι­κη­θέν­τα τήν κλε­ψιά, θά σβήση ἡ φω­τιά. Ἐκεῖνος λοι­πόν ἔ­τρε­χε, γιά νά ἀ­πο­δώ­ση τό κλε­ψι­μαῖ­ο, ἡ δέ φω­τιά ἔ­σβη­σε χω­ρίς νε­ρό.

Προ­σθέ­τει ἀ­κό­μη καί τό ἑ­ξῆς ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος, ὅ­τι, ὅ­ταν ὁ Ὅ­σιος Συ­με­ών πή­γαι­νε στό Σί­ναι­ο ὄ­ρος, φθά­νον­τας στήν ἔ­ρη­μο, πού εἶ­ναι πρός Σό­δο­μα, εἶ­δε ἀ­πό μα­κριά τά χέ­ρια ἑ­νός ἀν­θρώ­που, πού ἔ­βγαι­ναν ἀ­πό τό βά­θος τῆς γῆς. Πλη­σιά­ζει λοι­πόν κον­τά καί βλέ­πει ἕ­να λάκ­κο σάν φω­λιά ἀ­λε­ποῦς. Ἐ­κεῖ­νος, πού ἦ­ταν στόν λάκ­κο, ἀ­κού­γον­τας τόν κτύ­πο τῶν πο­δι­ῶν, κρύ­φθη­κε μέ­σα. Σκύ­βον­τας λοι­πόν ὁ γέ­ρον­τας, πα­ρα­κα­λοῦ­σε πο­λύ ἐ­κεῖ­νον, πού κρύ­φθη­κε, νά τοῦ φα­νε­ρω­θῆ. Ἐ­κεῖ­νος ὕ­στε­ρα ἀ­πό πολ­λές πα­ρα­κλή­σεις ἐμ­φα­νί­σθη­κε. Ἦ­ταν δέ ἄ­γριος στήν ὄ­ψι, εἶ­χε τά μαλ­λιά του λε­ρω­μέ­να καί ἀ­κτέ­νι­στα, τό πρό­σω­πο ζα­ρω­μέ­νο, τά μέ­λη τοῦ σώ­μα­τος κα­τα­ξη­ρα­μέ­να. Φο­ροῦ­σε καί μπα­λω­μέ­να ροῦ­χα μέ βα­ΐ­α ραμ­μέ­να.

Ὅ­ταν τόν ρώ­τη­σε ὁ Ὅ­σιος, πῶς κα­τοί­κη­σε σέ τέ­τοι­ον τό­πο, ἀ­πάν­τη­σε, ὅ­τι καί ἐ­γώ ἔ­χον­τας προ­θυ­μί­α νά πά­ω στό Σί­ναι­ο ὄ­ρος, ὅ­πως καί ἐ­σύ, βρῆ­κα ἕ­να συ­νο­δί­τη ἀ­δελ­φό, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο δέ­θη­κα μέ ὅρ­κο, νά μή χω­ρι­σθοῦ­με μέ­χρι θα­νά­του. Ἐ­πει­δή λοι­πόν ἐ­κεῖ­νος πέ­θα­νε στόν δρό­μο σ’ αὐ­τόν τόν τό­πο, γι’ αὐ­τό καί ἐ­γώ, τόν ὅρ­κο φυ­λά­γον­τας, ἀ­φοῦ τόν ἐν­τα­φί­α­σα, ἔ­σκα­ψα τόν λάκ­κο αὐ­τόν καί κά­θο­μαι ἐ­δῶ, προ­σμέ­νον­τας τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς μου. Τρο­φή δέ ἔ­χω τούς φοί­νι­κες, τούς ὁ­ποί­ους ὡ­ρί­σθη­κε ἀ­πό τόν Θε­ό νά μοῦ τούς φέρ­νη ἕ­νας ἀ­δελ­φός». Καί αὐ­τά λέ­γον­τας, νά, ἦλ­θε ἕ­νας λέ­ον­τας, ὁ ὁ­ποῖ­ος κρα­τοῦ­σε ἕ­να στα­φύ­λι τοῦ φοί­νι­κα. Αὐ­τοί πού ἦ­ταν μέ τόν Ὅ­σιο, βλέ­πον­τας τόν λέ­ον­τα, φο­βή­θη­καν. Τό­τε ὁ γέ­ρον­τας ση­κώ­θη­κε καί ἔ­νευ­σε στόν λέ­ον­τα καί πα­ρα­μέ­ρι­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον τόν τό­πο. Ἔ­πει­τα πά­λι ἀ­φοῦ δέ­χθη­κε ἐν­το­λή, πεί­σθη­κε καί ἔ­φε­ρε τούς φοί­νι­κες. Καί πά­λι, ἀ­φοῦ δι­α­τά­χθη­κε, πῆ­γε μα­κριά καί κοι­μή­θη­κε, σάν νά ἦ­ταν λο­γι­κός ἄν­θρω­πος. Ἔ­τσι γνω­ρί­ζει ἡ ἀ­ρε­τή νά ὑ­πο­τάσ­ση σέ αὐ­τούς πού τήν ἔ­χουν καί αὐ­τά τά θη­ρί­α τά ἄ­γρια.

[3] Με­ρι­κοί λέ­νε, ὅ­τι ὁ Ὅ­σιος Ἀμ­μω­νᾶς πού ἀ­να­φέ­ρε­ται ἐ­δῶ, ἦ­ταν ὁ Ἐ­πί­σκο­πος, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο προ­φη­τεύ­ον­τας ὁ Μέ­γας Ἀν­τώ­νιος τοῦ εἶ­πε, ὅ­τι θά προ­κό­ψη στόν φό­βο τοῦ Θε­οῦ. Δι­ό­τι δεί­χνον­τάς του πέ­τρα, τοῦ εἶ­πε· «Βρί­σε την καί κτύ­πη­σέ την·» καί αὐ­τός ἔ­τσι ἔ­κα­νε. Καί τοῦ λέ­γει ὁ Ἀν­τώ­νιος· «Ἔ­τσι καί σύ θά φθά­σης στό μέ­τρο αὐ­τό», ὅ­πως καί ἔ­γι­νε. Δι­ό­τι σέ τό­ση ἀ­νε­ξι­κα­κί­α καί ἀ­γα­θό­τη­τα ἔ­φθα­σε ὁ ἀ­οί­δι­μος Ἀμ­μω­νᾶς, σέ ση­μεῖ­ο, πού δέν γνώ­ρι­ζε κα­θό­λου τήν κα­κί­α. Ἔ­τσι, ὅ­ταν ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος, τοῦ ἔ­φε­ραν μί­α παρ­θέ­νο, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­φθά­ρη ἀ­πό κά­ποι­ον καί ἔ­μει­νε ἔγ­γυ­ος, πα­ρό­μοι­α ἔ­φε­ραν καί ἐ­κεῖ­νον, πού τήν δι­έ­φθει­ρε, καί ζη­τοῦ­σαν νά τούς ἐ­πι­τι­μή­ση. Ὁ Ὅ­σιος ὅ­μως, ὄ­χι μό­νον δέν τούς ἐ­πιτί­μη­σε, ἀλ­λ’ οὔ­τε κἄν τούς κα­τέ­κρι­νε. Μᾶλ­λον ὅ­μως, ἀν­τί νά ἐ­πι­τι­μή­ση τήν γυ­ναῖ­κα σφρά­γι­σε τήν κοι­λιά της καί τῆς ἔ­δω­σε ἕ­ξι ζευ­γά­ρια σεν­τό­νια, λέ­γον­τας μή­πως στόν και­ρό τῆς γέν­νας πε­θά­νη αὐ­τή ἤ τό παι­δί της καί τήν σα­βα­νώ­σουν μέ τά σεν­τό­νια.

Ἄλ­λο­τε πά­λι πῆ­γε ὁ Ὅ­σιος Αὐ­τός σέ ἕ­να μέ­ρος, γιά νά φά­η ψω­μί, καί ἐ­κεῖ ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­δελ­φός, ὁ ὁ­ποῖ­ος φη­μι­ζό­ταν, ὅ­τι πορ­νεύ­ει μέ μί­α γυ­ναῖ­κα, πού ἔ­τυ­χε τό­τε νά βρί­σκε­ται μέ­σα στό κελ­λί τοῦ Μο­να­χοῦ. Ὅ­ταν ἔ­μα­θαν οἱ ντό­πιοι, ὅ­τι ᾖλ­θε ἐ­κεῖ ὁ Ὅ­σιος, πῆ­γαν καί τόν πα­ρα­κά­λε­σαν νά πά­η στό κελ­λί, ὥ­στε ἀ­πό τήν θέ­α του νά θε­α­τρι­νι­σθῆ ὁ Μο­να­χός καί ἔ­τσι νά τόν δι­ώ­ξουν. Ὁ Μο­να­χός ὅ­μως πρό­φθα­σε καί ἔ­κρυ­ψε τήν γυ­ναῖ­κα μέ­σα σέ ἕ­να πι­θά­ρι. Ὁ Ὅ­σιος γνώ­ρι­σε ἐ­κεῖ­νο, πού ἔ­κα­νε ὁ Μο­να­χός. Ὁ­πό­τε μπαί­νον­τας μέ­σα στό κελ­λί του, πῆ­γε καί κά­θη­σε ἐ­πά­νω στό στό­μα τοῦ πι­θα­ριοῦ. Καί ἔ­πει­τα δι­έ­τα­ξε νά ἐ­ρευ­νή­σουν τό κελ­λί, γιά νά βροῦν τήν γυ­ναῖ­κα καί, ἀ­φοῦ ἔ­ψα­ξαν, δέν τήν βρῆ­καν. Τό­τε εἶ­πε σέ ὅ­σους τόν κα­τη­γο­ροῦ­σαν· «Ὁ Θε­ός νά σᾶς συγ­χω­ρή­ση γιά τήν κα­τη­γο­ρί­α πού κά­να­τε κα­τά τοῦ Μο­να­χοῦ». Καί ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­κε ἔ­κα­νε ὅ­λους νά ἀ­να­χω­ρή­σουν. Ἔπειτα πι­ά­νον­τας τό χέ­ρι τοῦ Μο­να­χοῦ, τοῦ εἶ­πε· «Πρό­σε­χε τόν ἑ­αυ­τό σου, ἀ­δελ­φέ». Καί λέ­γον­τας αὐ­τό, ἀ­νε­χώ­ρη­σε (σελ. 591 τοῦ Εὐ­ερ­γε­τι­νοῦ).

 Ἔ­λε­γε ἀ­κό­μη ὁ Ὅ­σιος αὐ­τός, ὅ­τι ὄν­τας στή Σκή­τη δε­κα­τέσ­σε­ρα χρό­νια πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Θε­ό νύ­κτα καί ἡ­μέ­ρα, νά τοῦ χα­ρί­ση ὁ Θε­ός νά νι­κή­ση τήν ὀρ­γή (σελ. 501 ὅ. π.­).

 Ἄλλοι πάλι ἰσχυρίζονται, ὅτι ὁ Ἀμμωνᾶς πού ἀναφέρεται ἐδῶ, εἶναι ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ὁ Βίος γράφεται στό Λαυσαϊκό, ὁ ὁποῖος ἦταν Ἱερέας. Καί μία φορά εἶδε Ἄγγελο στά δεξιά μέρη τοῦ Βήματος, πού ἔγραφε σέ βιβλίο τά ὀνόματα τῶν ἀδελφῶν, πού πήγαιναν στήν ἱερή Λειτουργία. Τά δέ ὀνόματα τῶν μή πηγαινόντων τά ἔσβηνε ἀπό τό βιβλίο, οἱ ὁποῖοι μετά τρεῖς μέρες πέθαναν. Ἐγώ ὅμως συμφωνῶ μέ τούς προηγουμένους, πιστεύοντας, ὅτι μᾶλλον ὁ Ἀμμωνᾶς Αὐτός εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης