Τῷ αὐ¬τῷ μη¬νί K¬ΣΤ΄, μνή¬μη τοῦ Ὁ¬σί¬ου Πα¬τρός ἡ¬μῶν Πορ¬φυ¬ρί¬ου Ἐ¬πι¬σκό¬που Γά¬ζης. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Φωτεινῆς τῆς Σαμαρείτιδος, ᾗ ὡμίλησεν ὁ Χριστός ἐν τῷ φρέατι, καί τῶν σύν αὐτῇ, ἤτοι τῶν πέντε αὐτῆς ἀδελφῶν καί τῶν δύο αὐτῆς υἱῶν καί Σεβαστιανοῦ τοῦ δουκός.

Τῷ αὐ­τῷ μη­νί K­ΣΤ΄, μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡ­μῶν Πορ­φυ­ρί­ου Ἐ­πι­σκό­που Γά­ζης.

 Αὐ­τός κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν πό­λι τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, υἱ­ός γο­νέ­ων εὐ­γε­νῶν καί πλου­σί­ων, στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Ἀρ­κα­δί­ου, κα­τά τό ἔ­τος 396. Ἀ­φοῦ ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό τήν πα­τρί­δα του, πῆ­γε στό Μι­σή­ρι καί ἀ­πό ἐ­κεῖ πῆ­γε σέ μί­α σκῆ­τι καί ἔ­γι­νε Μο­να­χός. Ὕ­στε­ρα δέ ἀ­πό πέν­τε χρό­νια πη­γαί­νει στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα καί πολ­λούς ἄ­πι­στους φω­τί­ζει μέ τόν λό­γο τῆς δι­δα­σκα­λί­ας του. Γι’ αὐ­τό καί χει­ρο­το­νή­θη­κε Πρε­σβύ­τε­ρος ἀ­πό τόν Πα­τριά­ρχη τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων Πρα­ΰ­λιο.

Ὕ­στε­ρα χει­ρο­το­νή­θη­κε Ἐ­πί­σκο­πος Γά­ζας ἀ­πό τόν Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο Και­σά­ρει­ας τῆς Πα­λαι­στί­νης Ἰ­ω­άν­νη. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος, πολ­λά θαυ­μά­σια ἔ­κα­νε καί πολ­λούς ἄ­πι­στους ἐ­πέ­στρε­ψε στήν θε­ο­γνω­σί­α. Ἔ­πει­τα βλέ­πον­τας τούς ἐ­παρ­χι­ῶ­τες του Χρι­στια­νούς, ὅ­τι ἀ­δι­κοῦν­ται ἀ­πό τούς ἐ­ξου­σια­στές τῆς Γά­ζας, εἰ­δω­λο­λά­τρες ὄν­τας καί αἱ­ρε­τι­κούς, πῆ­γε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, γιά νά βο­η­θή­ση ἐ­κεί­νους πού ἀ­δι­κοῦν­ται. Ἀ­φοῦ συ­νάν­τη­σε τόν μέ­γα Ἰ­ω­άν­νη τόν Χρυ­σό­στο­μο, τόν τό­τε Πα­τριά­ρχη τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, τοῦ δι­η­γή­θη­κε τίς ἀ­δι­κί­ες τῶν ἐ­ξου­σια­στῶν τῆς Γά­ζας, γιά τίς ὁ­ποῖ­ες καί ἀ­νέ­βη­κε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι. Τό­τε συ­στή­θη­κε ὁ Ἅ­γιος ἀ­πό τόν θεῖ­ο Χρυ­σό­στο­μο πρός τόν κου­βι­κου­λά­ριο τοῦ βα­σι­λιᾶ, Ἀ­μάν­τιο ὀ­νό­μα­τι.

Ἀ­πό τόν κου­βι­κου­λά­ριο μό­λις ἔ­μα­θε ἡ βα­σί­λισ­σα Εὐ­δο­ξί­α τίς ὑ­πο­θέ­σεις τοῦ Ἁ­γί­ου, τόν δέ­χθη­κε μέ εὐ­μέ­νεια καί ἀ­νέ­φε­ρε στόν βα­σι­λιά τά προ­βλή­μα­τά του καί τήν προ­φη­τεί­α, πού ἔ­κα­νε ὁ Ἅ­γιος γιά τό παι­δί πού θά γεν­νοῦ­σαν, δη­λα­δή τόν μι­κρό Θε­ο­δό­σιο.

 Ὁ βα­σι­λιάς μα­θαί­νον­τας αὐ­τό, χά­ρη­κε καί εὐ­χα­ρί­στη­σε τόν Θε­ό. Ἔ­πει­τα γέν­νη­σε ἡ βα­σί­λισ­σα τόν νέ­ο Θε­ο­δό­σιο καί ἀ­φοῦ προ­σκά­λε­σε τόν Ἅ­γιο Πορ­φύ­ριο, εὐ­λο­γή­θη­κε ἀ­πό αὐ­τόν καί ὑ­πο­σχέ­θη­κε νά ἐκ­πλη­ρώ­ση ὅ­λα τά αἰ­τή­μα­τά του, γιά τά ὁ­ποῖ­α πα­ρε­κά­λε­σε καί τόν βα­σι­λιά. Ὁ βα­σι­λιάς, δυ­σκο­λευ­ό­ταν στίς ἀρ­χές, λέ­γον­τας, ὅ­τι δέν εἶ­ναι δυ­να­τό νά δι­ω­χθοῦν ἀ­πό τήν Γά­ζα οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες καί αἱ­ρε­τι­κοί, λό­γῳ τῆς με­γά­λης χρη­σι­μό­τη­τας τῆς βο­ή­θειάς τους.

Ἡ  βα­σί­λισ­σα τοῦ ἀ­πήν­τη­σε, ὅ­τι βα­ρειά εἶ­ναι ἡ αἴ­τη­σι αὐ­τή, ὦ δέ­σπο­τα, βα­ρύ­τε­ρη ὅ­μως εἶ­ναι καί ἡ πα­ραί­τη­σις ἀ­πό αὐ­τήν. Γι’ αὐ­τό συμφώνησε καί ὁ βα­σι­λιάς νά λά­βουν τέ­λος τά ζη­τού­με­να ἀ­πό τόν Ἅ­γιο. Τό­τε ἀ­μέ­σως στάλ­θη­καν δι­α­τάγ­μα­τα, νά δι­ω­χθοῦν ἀ­πό τήν Γά­ζα οἱ αἱ­ρε­τι­κοί καί εἰ­δω­λο­λά­τρες, πού ἐ­ξου­σί­α­ζαν.

Τό­τε ὁ μα­κά­ριος Πορ­φύ­ριος, παίρ­νον­τας ἀ­πό τήν βα­σί­λισ­σα δύ­ο κεν­τη­νά­ρια χρυ­σό, γιά νά κτί­ση Ἐκ­κλη­σί­ες καί δι­α­κό­σια νο­μί­σμα­τα γιά ἔ­ξο­δα, ἐ­πέ­στρε­ψε στήν ἐ­παρ­χί­α του. Καί τούς ἄλ­λους να­ούς τῶν εἰ­δώ­λων κα­ταγ­κρέ­μι­σε. Τούς δέ αἱ­ρε­τι­κούς ἔ­δι­ω­ξε. Καί τόν να­ό τοῦ θε­οῦ τῶν Ἑλ­λή­νων, πού  λε­γό­ταν τοῦ Μαρ­νᾶ, τόν κα­τέ­καυ­σε μέ τήν φω­τιά καί ἔ­κτι­σε δί­πλα του Ἐκ­κλη­σί­α μέ τό σχῆ­μα, πού ὥ­ρι­σε ἡ βα­σί­λισ­σα Εὐ­δο­ξί­α. Ἀ­φοῦ κα­τό­πιν δι­έ­λαμ­ψε στήν ἐ­παρ­χί­α του ὁ θεῖ­ος Αὐ­τός Πα­τέ­ρας καί ἔ­κα­νε πά­ρα πολ­λά θαύ­μα­τα σέ 24 χρό­νια καί 11 μῆ­νες καί ὀ­κτώ ἡ­μέ­ρες, πρός τόν Κύ­ριο ἐ­ξε­δή­μη­σε.

(Τόν ἑλ­λη­νι­κό του Βί­ο συ­νέ­γρα­ψε ὁ Με­τα­φρα­στής σέ ἔ­κτα­σι, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Τῶν Ἁ­γί­ων ἀν­δρῶν τούς ἄ­θλους». Σῴ­ζε­ται στήν Μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες).

 Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Φωτεινῆς τῆς Σαμαρείτιδος, ᾗ ὡμίλησεν ὁ Χριστός ἐν τῷ φρέατι, καί τῶν σύν αὐτῇ, ἤτοι τῶν πέντε αὐτῆς ἀδελφῶν καί τῶν δύο αὐτῆς υἱῶνκαί Σεβαστιανοῦ τοῦ δουκός.

 Στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Νέ­ρω­νος, κα­τά τό ἔ­τος 66, ἔ­γι­νε με­γά­λος δι­ωγ­μός κα­τά τῶν Χρι­στια­νῶν. Ἀ­πό τό­τε, πού μαρ­τύ­ρη­σαν τήν ἐ­πο­χή τοῦ Νέ­ρω­νος οἱ δύ­ο κο­ρυ­φαῖ­οι Ἀ­πό­στο­λοι ὁ Πέ­τρος καί Παῦ­λος, ἀ­πό τό­τε καί στήν συ­νέ­χεια οἱ τύ­ραν­νοι προ­σπα­θοῦ­σαν νά βροῦν ἀ­φορ­μή, γιά νά θα­να­τώ­σουν τούς μα­θη­τές τῶν Ἀ­πο­στό­λων. Τό­τε λοι­πόν καί ἡ Ἁ­γί­α αὐ­τή Φω­τει­νή μα­ζί μέ τόν υἱ­ό της Ἰ­ω­σῆ, ὄν­τας στήν Καρ­θα­γέ­νη, πό­λι τῆς Ἀ­φρι­κῆς, πού τώ­ρα λέ­γε­ται Τού­νε­ζι, κή­ρυτ­τε μέ θάρ­ρος τό Εὐ­αγ­γέ­λιο τοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ Βί­κτωρ ὅ­μως ὁ με­γα­λύ­τε­ρος υἱ­ός τῆς Ἁ­γί­ας, ση­μεί­ω­σε ἀν­δρα­γα­θί­α καί νί­κη στόν πό­λε­μο, πού ἔ­γι­νε τό­τε κα­τά τῶν Ἀ­βά­ρων, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­ξε­στρά­τευ­σαν ἐ­ναν­τί­ον τῶν Ρω­μαί­ων καί γι’ αὐ­τό ἔ­γι­νε στρα­τη­λά­της, δη­λα­δή ἀρ­χι­στρά­τη­γος, ἀ­πό τόν βα­σι­λιά. Ὁ βα­σι­λιάς ὅ­μως μή γνω­ρί­ζον­τας, ὅ­τι ἦ­ταν ὁ Βί­κτωρ Χρι­στια­νός, τόν ἔ­στει­λε στήν Ἰ­τα­λί­α καί τόν δι­έ­τα­ξε νά τι­μω­ρῆ τούς Χρι­στια­νούς, πού βρί­σκον­ται ἐ­κεῖ.Ὅ­ταν τό ἄ­κου­σε αὐ­τό ὁ δού­κας Σε­βα­στια­νός, λέ­ει πρός τόν Βί­κτο­ρα· «Ἐ­γώ γνω­ρί­ζω κα­λά, ὦ στρα­τη­λά­τα, ὅ­τι εἶ­σαι Χρι­στια­νός καί ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα σου μα­ζί μέ τόν ἀ­δελ­φό σου Ἰ­ω­σῆ εἶ­ναι καί αὐ­τοί Χρι­στια­νοί, ἐ­πει­δή ἀ­κο­λού­θη­σαν τόν Ἀ­πό­στο­λο Πέ­τρο, πού μαρ­τύ­ρη­σε προ­η­γου­μέ­νως. Ἔ­τσι κά­νε ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἐ­κεῖ­νο πού σέ δι­έ­τα­ξε ὁ βα­σι­λιάς, γιά νά μή κιν­δυ­νεύ­ση ἡ ζω­ή σου». Ὁ Βί­κτωρ ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἐ­γώ θέ­λω νά κά­νω τό θέ­λη­μα τοῦ ἐ­που­ρα­νί­ου καί ἀ­θάνα­του Βα­σι­λιᾶ Χρι­στοῦ, ἐ­νῷ τοῦ ἐ­πί­γει­ου βα­σι­λιᾶ Νέ­ρω­να δι­α­τα­γή, ἡ ὁ­ποί­α ἐκ­δό­θη­κε, γιά νά τι­μω­ρῶ τούς Χρι­στια­νούς, αὐ­τήν, λέ­ω, τήν δι­α­τα­γή δέν κα­τα­δέ­χο­μαι νά τήν ἀ­κού­σω».

Τό­τε ὁ δούκας τοῦ εἶ­πε· «Ἐ­γώ, ἀ­δελ­φέ, σέ συμ­βου­λεύ­ω ὡς γνή­σιο φί­λο μου ἐ­κεῖ­να, πού σοῦ συμ­φέ­ρουν. Δι­ό­τι ἄν ἐ­σύ κα­θί­σης στό κρι­τή­ριο καί θε­λή­σης νά κρί­νης καί νά βα­σα­νί­ζης τούς Χρι­στια­νούς, γνώ­ρι­ζε ὅ­τι καί τόν βα­σι­λιά θά εὐ­χα­ρι­στή­σης καί τήν πε­ρι­ου­σί­α τῶν Χρι­στια­νῶν θά κερ­δί­σης. Ἀλ­λά καί  στήν μη­τέ­ρα σου καί στόν ἀ­δελ­φό σου γρά­ψε, νά μή δι­δά­σκουν μέ θάρ­ρος τούς εἰ­δω­λο­λά­τρες νά ἀρ­νοῦν­ται τήν πά­τρια θρη­σκεί­α, γιά νά μή κιν­δυ­νεύ­σης καί σύ ἐξ αἰ­τί­ας τους, νά ἔ­χε­τε ὅ­μως τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ κρυ­φά, ὅ­πως θέ­λε­τε». Τό­τε ὁ Βί­κτωρ ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Πο­τέ νά μή συμ­βῆ αὐ­τό πού μοῦ λές νά κά­νω, δη­λα­δή νά τι­μω­ρή­σω ἐ­γώ τούς Χρι­στια­νούς, γιά νά κερ­δί­σω κά­τι ἀ­πό αὐ­τούς ἤ νά συμ­βου­λεύ­σω τήν μη­τέ­ρα καί τόν ἀ­δελ­φό μου νά μή κη­ρύτ­τουν, ὅ­τι ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Θε­ός. Ἀλ­λά μά­λι­στα καί ἐ­γώ κή­ρυ­κας εἶ­μαι καί θά εἶ­μαι τῆς θε­ό­τη­τας τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­πως καί ἐ­κεῖ­νοι». Ὁ δού­κας εἶ­πε τό­τε· «Ἐ­γώ σέ συμ­βού­λευ­σα ἐ­κεῖ­να, πού σοῦ συμ­φέ­ρουν, ἐ­σύ ὅ­μως σκέ­ψου τί πρό­κει­ται νά κά­νης».

Μό­λις εἶ­πε αὐ­τά ὁ δού­κας, ἀ­μέ­σως ἔ­χα­σε τό φῶς του καί, πέ­φτον­τας στήν γῆ ἀ­πό τούς ὑ­περ­βο­λι­κούς πό­νους τῶν ὀ­φθαλ­μῶν του, ἔ­μει­νε ἄ­φω­νος. Τό­τε τόν πα­ρέ­λα­βαν οἱ πα­ρευ­ρι­σκό­με­νοι καί τόν ἔ­βα­λαν ἐ­πά­νω σέ κλί­νη, καί ἐ­κεῖ ἔ­μει­νε τρεῖς ἡ­μέ­ρες ἐν­τε­λῶς ἄ­φω­νος. Με­τά ὅ­μως ἀ­πό τήν τρί­τη ἡ­μέ­ρα φώ­να­ζε μέ με­γά­λη φω­νή, λέ­γον­τας, ἕ­νας εἶ­ναι ὁ Θε­ός τῶν Χρι­στια­νῶν. Πλη­σι­ά­ζον­τάς τον τό­τε ὁ Βί­κτωρ τοῦ εἶ­πε· «Για­τί ἄλ­λα­ξες τό­σο γρή­γο­ρα Σε­βα­στια­νέ;­». Ὁ δούκας ἀ­πάν­τη­σε· «Ὁ Χρι­στός μέ προ­σκα­λεῖ, γλυ­κύ­τα­τε Βί­κτωρ». Τό­τε ἀ­μέ­σως, ἀ­φοῦ κα­τη­χή­θη­κε ἀ­πό τόν Βί­κτο­ρα, βα­πτί­σθη­κε, καί βγαί­νον­τας ἀ­πό τήν ἁ­γί­α κο­λυμ­βή­θρα, ἀ­μέ­σως ἔ­λα­βε τό φῶς τῶν ὀ­φθαλ­μῶν του καί δό­ξα­ζε τόν Θε­ό. Βλέ­πον­τας τά πλή­θη τῶν εἰ­δω­λο­λα­τρῶν αὐ­τό τό πα­ρά­δο­ξο θαῦ­μα, φο­βή­θη­καν, μή­πως καί αὐ­τοί πά­θουν τά ἴ­δια, καί γι’ αὐ­τό ἔ­τρε­ξαν κον­τά στόν Βί­κτο­ρα καί βα­πτί­σθη­καν.

Με­τά ἀ­πό αὐ­τά ἔ­φθα­σε στά αὐ­τιά τοῦ Νέ­ρω­να ἡ φή­μη αὐ­τή, ὅ­τι δη­λα­δή ὁ στρα­τη­λά­της τῆς Ἰ­τα­λί­ας Βί­κτωρ καί ὁ δού­κας της Σε­βα­στια­νός, κη­ρύτ­τουν τό κή­ρυγ­μα τοῦ Πέ­τρου καί τοῦ Παύ­λου καί ὅ­λους τούς εἰ­δω­λο­λά­τρες προ­σφέ­ρουν στόν Χρι­στό μέ τήν πί­στι. Καί ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα τοῦ στρα­τη­λά­τη Φω­τει­νή μα­ζί μέ τόν υἱ­ό της Ἰ­ω­σῆ, πη­γαί­νον­τας στήν Καρ­θα­γέ­νη, κά­νει καί ἐ­κεί­νη τά ἴ­δια. Ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ βα­σι­λιάς, ἄ­να­ψε ἀ­πό τόν θυ­μό καί ἀ­μέ­σως στέλ­νει στρα­τι­ῶ­τες στήν Ἰ­τα­λί­α, γιά νά φέ­ρουν ἐ­νώ­πιόν του τούς Χρι­στια­νούς, πού βρί­σκον­ται ἐ­κεῖ, ἄν­δρες καί γυ­ναῖ­κες. Ἐμ­φα­νί­σθη­κε ὅ­μως νω­ρί­τε­ρα σ’ ἐ­κεί­νους ὁ Κύ­ριος λέ­γον­τας· « “Δεῦ­τε πρός με πάν­τες οἱ κο­πι­ῶν­τες καί πε­φορ­τι­σμέ­νοι, κἀ­γώ ἀ­να­παύ­σω ὑ­μᾶς”. Μή φο­βῆ­σθε, ἐ­γώ εἶ­μαι μα­ζί μέ σᾶς καί ὁ Νέ­ρων θά νι­κη­θῆ μα­ζί μέ τούς συν­τρό­φους του». Ἐμ­φα­νί­σθη­κε ἀ­κό­μη καί ξε­χω­ρι­στά στόν Βί­κτο­ρα καί τοῦ εἶ­πε· «Ἀ­πό τώ­ρα καί στό ἑ­ξῆς θά εἶ­ναι τό ὄ­νο­μά σου Φω­τει­νός, ἐ­πει­δή πολ­λοί φω­τί­σθη­καν διά μέ­σου σου καί προ­σφέρ­θη­σαν σέ ἐ­μέ­να μέ τήν πί­στι. Τόν δέ Σε­βα­στια­νό δυ­νά­μω­σε στό μαρ­τύ­ριο μέ τά λό­για σου καί εἶ­ναι μα­κά­ριος ὅ­ποι­ος ἀ­γω­νι­σθῆ μέ­χρι τό τέ­λος».

Ἀ­φοῦ εἶ­πε αὐ­τά ὁ Κύ­ριος, ἀ­νέ­βη­κε στούς Οὐ­ρα­νούς. Ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν ὅ­μως ἀ­πό τόν Θε­ό καί  στήν Ἁ­γί­α Φω­τει­νή ἐ­κεῖ­να, πού ἐ­πρό­κει­το νά τῆς συμ­βοῦν. Τό­τε, ἀ­να­χω­ρῶν­τας αὐ­τή ἀ­πό τήν Καρ­θα­γέ­νη, μα­ζί μέ πλῆ­θος Χρι­στια­νῶν πῆ­γε στήν Ρώ­μη καί κή­ρυτ­τε τόν Χρι­στό. Σεί­σθη­κε δέ ὅ­λη ἡ πό­λις λέ­γον­τας, ποι­ά εἶ­ναι αὐ­τή, πού ἦλ­θε ἐ­δῶ μέ τό­σο πλῆ­θος; ποι­ά εἶ­ναι αὐ­τή πού κη­ρύτ­τει τόν Χρι­στό μέ τό­ση παρ­ρη­σί­α; Τό­τε με­τα­φέρ­θη­κε ἀ­πό τούς στρα­τι­ῶ­τες στήν Ρώ­μη καί ὁ Φω­τει­νός, ὁ υἱ­ός τῆς Ἁ­γί­ας, ἐ­πί­σης καί ὁ δού­κας Σε­βα­στια­νός. Ἡ Ἁ­γί­α Φω­τει­νή πρό­λα­βε καί πα­ρου­σι­ά­σθη­κε ἐ­νώ­πιον τοῦ Νέ­ρω­να μα­ζί μέ τόν υἱ­ό της Ἰ­ω­σῆ καί τούς Χρι­στια­νούς. Βλέ­πον­τάς τους λοι­πόν ὁ Νέ­ρωνας, τούς ρώ­τη­σε, γιά ποι­όν λό­γο ἤλ­θα­τε σέ ἐ­μᾶς; Ἡ Ἁ­γί­α ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Γιά νά σέ δι­δά­ξου­με νά πι­στέ­ψης στόν Χρι­στό».

 Καί οἱ πα­ρευ­ρι­σκό­με­νοι ἄρ­χον­τες εἶ­παν στόν βα­σι­λιά· «Ὁ δού­κας Σε­βα­στια­νός καί ὁ στρα­τη­λά­της Βί­κτωρ, οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν πεί­θον­ται στούς θε­ούς, αὐ­τοί ἦλ­θαν ἀ­πό τήν Ἰ­τα­λί­α». Ὁ βα­σι­λιάς εἶ­πε· «Ἄς ἔλ­θουν». Καί ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νοι πα­ρου­σι­ά­σθη­καν ἐ­νώ­πιόν του, τούς λέ­ει· «Τί εἶ­ναι αὐ­τά πού ἄ­κου­σα γιά σᾶς;­». Οἱ Ἅ­γιοι ἀ­πο­κρί­θη­καν· «Ὅ­σα ἄ­κου­σες γιά μᾶς, βα­σι­λιά, ἀ­λη­θι­νά εἶ­ναι». Ὁ βα­σι­λιάς τό­τε βλέ­πον­τας τούς Ἁ­γί­ους μέ ἄ­γριο μά­τι, τούς εἶ­πε· «Ἀρ­νεῖ­σθε ἐ­σεῖς τόν Χρι­στό ἤ προ­τι­μᾶ­τε νά πε­θά­νε­τε μέ κα­κό θά­να­το;­». Οἱ Ἅ­γιοι ὅ­μως ση­κώ­νον­τας τά μά­τια τους στόν Οὐ­ρα­νό, «μή γέ­νοι­το!, ἀ­πάν­τη­σαν, μή γέ­νοι­το σέ ἐ­μᾶς Χρι­στέ Βα­σι­λιά, νά χω­ρι­σθοῦ­με ἀ­πό τήν πί­στι καί τήν ἀ­γά­πη σου!­». Ἔ­πει­τα πά­λι ρώ­τη­σε ὁ βα­σι­λιάς τούς Ἁ­γί­ους· «Πῶς ὀ­νο­μά­ζε­σθε ἐ­σεῖς;­». Ἡ Ἁ­γί­α ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἐ­γώ ἡ πρώ­τη ἀ­δελ­φή, ὠ­νο­μά­σθη­κα ἀ­πό τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό τόν Θε­ό μου, Φω­τει­νή. Ἡ δεύ­τε­ρη ἀ­δελ­φή μου ὀ­νο­μά­ζε­ται Ἀ­να­το­λή. Ἡ τρί­τη ὀ­νο­μά­ζε­ται Φω­τώ. Ἡ τε­τάρ­τη Φω­τίς. Ἡ πέμ­πτη, Πα­ρα­σκευ­ή καί ἡ ἕ­κτη Κυ­ρια­κή. Ἀ­πό τούς υἱ­ούς μου, ὁ πρῶ­τος, ὀ­νο­μά­ζε­ται Βί­κτωρ, ἀ­πό τόν Κύ­ριό μου ὅ­μως Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό με­τω­νο­μά­σθη­κε Φω­τει­νός. Ὁ δεύ­τε­ρος πού εἶ­ναι μα­ζί μου, ὀ­νο­μά­ζε­ται Ἰ­ω­σῆς». Τό­τε ὁ Νέ­ρωνας τούς λέ­ει· «Ὅ­λοι ἐ­σεῖς συμ­φω­νή­σα­τε νά τι­μω­ρη­θῆ­τε καί νά πε­θά­νε­τε γιά τόν Να­ζω­ραῖ­ο;­». Ἡ Ἁ­γί­α ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Νά, ὅ­λοι ἐ­μεῖς γιά τήν ἀ­γά­πη του μέ χα­ρά καί ἀ­γαλ­λί­α­σι πε­θαί­νου­με». Τό­τε δι­έ­τα­ξε ὁ βα­σι­λιάς νά σπά­σουν μέ σφαῖ­ρες σι­δε­ρέ­νι­ες οἱ ἁρ­μοί τῶν δα­κτύ­λων τῶν χε­ρι­ῶν τους. Καί λοι­πόν μό­λις φέρ­θη­κε ἐ­κεῖ ἕ­να ἀ­μώ­νι, ἔ­βα­λαν οἱ Ἅ­γιοι τά χέ­ρια τους ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τό καί ἄρ­χι­σαν νά τούς κτυ­ποῦν οἱ ὑ­πη­ρέ­τες ἀ­πό τήν τρί­τη ὥ­ρα τῆς ἡ­μέ­ρας ἕ­ως τήν ἕ­κτη. Αὐ­τοί ἀλ­λά­χθη­καν τρεῖς φο­ρές, κτυ­πῶν­τας τά χέ­ρια τῶν Ἁ­γί­ων. Ἀλλ’ οἱ Ἅ­γιοι δέν αἰ­σθά­νον­ταν κα­θό­λου τήν τι­μω­ρί­α, οὔ­τε τά χέ­ρια τους συν­τρί­φθη­καν.

Ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε αὐ­τό ὁ βα­σι­λιάς, τα­ρά­χθη­κε καί δι­ά­τα­ξε νά κό­ψουν τά χέ­ρια τῶν Ἁ­γί­ων. Ἀ­μέ­σως οἱ ὑ­πη­ρέ­τες ἔ­δε­σαν τά χέ­ρια τους καί τά ἔ­βα­λαν ἐ­πά­νω στό ἀ­μώ­νι καί, ἀ­φοῦ κα­τέ­βα­σαν ἑ­πτά φο­ρές τά μα­χαί­ρια, τί­πο­τε δέν κα­τώρ­θω­σαν, ἀλ­λά πα­ρέ­λυ­σαν καί ἔ­πε­σαν κά­τω σάν νε­κροί. Ἡ δέ Ἁ­γί­α, ἀ­φοῦ πα­ρέ­μει­νε ἀ­βλα­βής ἀ­πό τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ, ἔ­λε­γε χα­ρού­με­νη τά λό­για τοῦ Δα­βίδ· «Ὁ Κύ­ριος εἶναι βο­η­θός μου καί δέν φοβοῦμαι, τί θά μέ κάνη ἄν­θρω­πος». Ἄρ­χι­σε λοι­πόν ὁ βα­σι­λιάς νά ἀ­πο­ρῆ καί νά σκέ­πτε­ται, μέ ποι­ούς τρό­πους καί τέ­χνες νά νι­κή­ση τούς Ἁ­γί­ους. Καί δι­έ­τα­ξε τούς μέν ἄν­δρες νά τούς βά­λουν σέ μί­α σκο­τει­νό­τα­τη φυ­λα­κή. Τήν δέ Ἁ­γί­α καί τίς ἀ­δελ­φές της δι­έ­τα­ξε νά τίς ὁ­δη­γή­σουν μέ­σα στό χρυ­σό του κου­βού­κλιο καί ἐ­κεῖ νά στρώ­σουν ἑ­πτά κλῖ­νες χρυ­σές, καί ἑ­πτά χρυ­σούς θρό­νους καί τρά­πε­ζα καί νά το­πο­θε­τή­σουν μπρο­στά τους πολ­λά χρή­μα­τα καί στο­λί­δια χρυ­σᾶ καί ἐν­δύ­μα­τα καί ζῶ­νες χρυ­σές. Ἔ­πει­τα δι­έ­τα­ξε καί τήν θυ­γα­τέ­ρα του Δο­μνί­να, νά πά­η ἐ­κεῖ μέ τίς ὑ­πη­ρέ­τρι­ές της καί νά συ­νο­μι­λῆ μέ τίς Ἁ­γί­ες. Βλέ­πον­τας λοι­πόν ἡ Ἁ­γί­α Φω­τει­νή τήν Δο­μνί­να, τῆς εἶ­πε· «Χαῖ­ρε, ἡ νύ­φη τοῦ Χρι­στοῦ». Ἡ Δο­μνί­να ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Χαῖ­ρε, καί σύ κυ­ρί­α μου Φω­τει­νή, ἡ λαμ­πά­δα τοῦ Χρι­στοῦ». Ἀ­κού­γον­τας ἡ Ἁ­γί­α Φω­τει­νή τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ, εὐ­χα­ρί­στη­σε τόν Κύ­ριο καί ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας τήν Δο­μνί­να, τήν φί­λη­σε. Ἔ­πει­τα τήν κα­τή­χη­σε μα­ζί μέ τίς ἑ­κα­τό ὑ­πη­ρέ­τρι­ές της καί τίς βά­πτι­σε ὅ­λες. Καί τήν Δο­μνί­να, τήν με­τω­νό­μα­σε Ἀν­θοῦ­σα, τήν καί με­γα­λύ­τε­ρη ὑ­πη­ρέ­τριά της, ὠ­νό­μα­σε Στε­φα­νί­δα. Ἀ­μέ­σως τό­τε δι­έ­τα­ξε ἡ Ἁ­γί­α Ἀν­θοῦ­σα καί μοί­ρα­σαν στούς πτω­χούς ὅ­λα τά χρή­μα­τα καί τά στο­λί­δια, πού ἦ­ταν μέ­σα στό κου­βού­κλιο.

Ὅ­ταν τά ἔ­μα­θε αὐ­τά ὁ βα­σι­λιάς, θύ­μω­σε πο­λύ καί δι­α­τά­ζει νά κά­ψουν ἑ­πτά ἡ­μέ­ρες ἕ­να κα­μί­νι καί μέ­σα σέ αὐ­τό νά βά­λουν τήν Ἁ­γί­α Φω­τει­νή καί ὅ­λους τούς συν­τρό­φους της, ἄν­δρες καί γυ­ναῖ­κες. Ἀ­φοῦ αὐ­τό ἔ­γι­νε, ἔ­μει­ναν οἱ Ἅ­γιοι στό μέ­σον τῆς κα­μί­νου τρεῖς ἡ­μέ­ρες. Ὁ τύ­ραν­νος νο­μί­ζον­τας, ὅ­τι κα­τα­κά­η­καν ἀ­πό τήν φω­τιά, δι­έ­τα­ξε νά ἀ­νοι­χθῆ τό κα­μί­νι καί τά κόκ­κα­λα τῶν Ἁ­γί­ων νά ρι­χθοῦν στόν πο­τα­μό. Ἀ­νοί­γον­τας ὅ­μως, βρῆ­καν, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ὅ­λους τούς Ἁ­γί­ους σώ­ους καί ἀ­βλα­βεῖς, νά δο­ξά­ζουν καί νά  εὐ­λο­γοῦν τόν Θε­ό. Τό­τε ἀ­πό­ρη­σαν ὅ­λοι, ἐ­πει­δή δέν τούς πλη­σί­α­σε κα­θό­λου ἡ φω­τιά. Αὐ­τό τό πα­ρά­δο­ξο θαῦ­μα, ὅ­ταν εἶ­δαν καί ἄ­κου­σαν ὅ­σοι βρί­σκον­ται στήν Ρώ­μη, ἐ­ξε­πλά­γη­σαν καί δό­ξα­ζαν καί αὐ­τοί τόν Θε­ό. Ὁ βα­σι­λιάς, τε­λεί­ως ἀ­σύ­νε­τος ὄν­τας, πρό­στα­ξε νά δο­θῆ στούς Ἁ­γί­ους μάρ­τυ­ρες θα­να­τη­φό­ρο φαρ­μά­κι. Προ­σκ­λήθη­κε ἀ­κό­μη καί ὁ μά­γος, Λαμ­πά­διος ὀ­νο­μα­ζό­με­νος, γιά νά κα­τα­σκευά­ση τό φαρ­μά­κι, τό ὁ­ποῖ­ο πῆ­ρε πρῶ­τα ἡ Ἁ­γί­α Φω­τει­νή, λέ­γον­τας πρός τόν μά­γο· «Δέν ἔ­πρε­πε κα­θό­λου νά πι­ά­σου­με ἀ­πό τά χέ­ρια σου τό φαρ­μά­κι καί νά τό πι­οῦ­με, ἐ­πει­δή καί εἶ­σαι ἀ­κά­θαρ­τος. Ὅ­μως, γιά νά γνω­ρί­σης ἐ­σύ, ὦ βα­σι­λιά, καί αὐ­τός, πού κα­τα­σκεύ­α­σε τό φαρ­μά­κι μά­γο τήν δύ­να­μι τοῦ Χρι­στοῦ καί Θε­οῦ μου, νά, ἐ­γώ πί­νω αὐ­τό πρίν ἀ­πό ὅ­λους στό ὄ­νο­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ μου, ἔ­πει­τα θά τό πιοῦν αὐ­τό καί ὅ­λοι ὅ­σοι εἶ­ναι μα­ζί μου».

Ἀ­φοῦ τό ἤ­πιαν ὅ­λοι καί πα­ρέ­μει­ναν ἀ­βλα­βεῖς, βλέ­πον­τάς το ὁ μά­γος, ἐ­ξε­πλά­γη. Ἔ­πει­τα βλέ­πον­τας τήν Ἁ­γί­α Φω­τει­νή τῆς εἶ­πε· «Ἔ­χω καί ἄλ­λο φαρ­μά­κι πο­λύ δυ­να­τώ­τε­ρο καί, ἄν ἐ­σεῖς πι­ῆ­τε αὐ­τό καί δέν βλα­φθῆ­τε καί ἐ­γώ θά πι­στέ­ψω στόν Χρι­στό σας». Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἤ­πιαν ὅ­λοι καί ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο καί δέν ἔ­πα­θαν κα­νέ­να κα­κό, ἐξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ πῆ­ρε ὁ μά­γος τά μα­γι­κά του βι­βλί­α καί τά ἔ­ρρι­ξε στήν φω­τιά καί, ἀ­φοῦ πί­στε­ψε στόν Χρι­στό βα­πτί­σθη­κε καί με­τω­νο­μά­σθη­κε Θε­ό­κλη­τος. Ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε αὐ­τό ὁ βα­σι­λιάς, δι­έ­τα­ξε νά τόν ἁρ­πά­ξουν ἀ­νά­με­σα ἀ­πό τούς Ἁ­γί­ους καί νά τόν πᾶ­νε νά τόν ἀ­πο­κε­φα­λί­σουν ἔ­ξω ἀ­πό τό τεῖ­χος τῆς πό­λε­ως. Καί ἔ­τσι πρίν ἀ­πό τούς ἄλ­λους, τε­λεί­ω­σε τό μαρ­τύ­ριο ὁ ἀ­οί­δι­μος Θε­ό­κλη­τος καί ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Κύ­ριο τόν ἄ­φθαρ­το στέ­φα­νο. Δι­έ­τα­ξε ὅ­μως νά κό­ψουν τά νεῦ­ρα τῶν ἄλ­λων Ἁ­γί­ων μα­ζί καί τῆς με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος Φω­τει­νῆς. Ὅ­ταν ἔ­γι­νε αὐ­τό, οἱ Ἅ­γιοι πε­ρι­έ­παι­ζαν τόν βα­σι­λιά καί τούς θε­ούς του. Τό­τε ὁ ἀ­λι­τή­ριος προ­στά­ζει νά πο­τί­σουν τήν Ἁ­γί­α Φω­τει­νή μο­λύ­βι βρα­σμέ­νο μα­ζί μέ θειά­φι καί νά χύ­σουν αὐ­τό καί στά αὐ­τιά τῶν ἄλ­λων Ἁ­γί­ων.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὅ­λοι πα­ρέ­μει­ναν ἀ­βλα­βεῖς ἀ­πό τήν δο­κι­μα­σί­α αὐ­τή, «Σέ εὐ­χα­ρι­στοῦ­με, Κύ­ρι­ε ὁ Θε­ός ἡ­μῶν, ἔ­λε­γαν, ὅ­τι μέ τό βρα­σμέ­νο μο­λύ­βι, δρό­σι­σες τίς καρ­δι­ές μας, οἱ ὁ­ποῖ­ες δι­ψοῦ­σαν, σάν ἀ­πό με­γά­λο καύ­σω­να». Τό­τε ὁ Νέ­ρονας θαυ­μά­ζον­τας καί ἐκ­πλητ­τό­με­νος, δι­έ­τα­ξε νά κρε­μα­σθοῦν οἱ Ἅ­γιοι καί ἔ­τσι νά ξε­σχί­ζων­ται δυ­να­τά σέ ὅ­λο τό σῶ­μα καί νά κα­τα­καί­γων­ται μέ ἀ­ναμ­μέ­νες λαμ­πά­δες. Ἐ­πει­δή ὅ­μως οἱ Ἅ­γιοι μέ τήν προ­σευ­χή τους δυ­να­μώ­θη­καν ἀ­πό τήν θεί­α χά­ρι, γι’ αὐ­τό θυ­μω­μέ­νος ὁ Νέ­ρων, δι­έ­τα­ξε νά ἑ­νω­θῆ στά­κτη μέ ξύ­δι καί ἔ­τσι νά χυ­θῆ μέ­σα στίς μύ­τες τῶν Ἁ­γί­ων. Δε­χό­με­νοι αὐ­τήν τήν δο­κι­μα­σί­α οἱ Ἅ­γιοι, “τό ξύ­δι σου”, ἔ­λε­γαν, “βα­σι­λιά, μᾶς φαί­νε­ται γλυ­κύ­τε­ρο ἀ­πό τό μέ­λι καί τό κε­ρί”.

Ἐξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ λοι­πόν, ἀ­φοῦ θύ­μω­σε ὁ τύ­ραν­νος πε­ρισ­σό­τε­ρο, δι­έ­τα­ξε νά βγά­λουν τούς ὀ­φθαλ­μούς τῶν Ἁ­γί­ων καί νά τούς ρί­ξουν σέ μί­α σκο­τει­νή φυ­λα­κή, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν γε­μά­τη ἀ­πό φαρ­μα­κε­ρά φί­δια καί ἄλ­λα ζῳ­ύ­φια. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! τά φαρ­μα­κε­ρά ἐ­κεῖ­να ζῳ­ύ­φια, νε­κρώ­θη­καν καί ἡ βρω­μιά πού ἔ­βγαι­νεν ἀ­πό ἐ­κεῖ με­τα­βλή­θη­κε σέ εὐ­ω­δί­α καί τό σκο­τά­δι τῆς φυ­λα­κῆς ἔ­γι­νε φῶς ὑ­πέρ­λαμ­προ. Τό­τε ὁ Χρι­στός ἐμ­φα­νί­σθη­κε ἀ­νά­με­σα στούς Ἁ­γί­ους καί τούς λέ­ει, «εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν». Καί, ἀ­φοῦ ἔ­πια­σε τήν Ἁ­γί­α Φω­τει­νή ἀ­πό τό χέ­ρι, τήν σή­κω­σε καί εἶ­πε· «Ἐ­γώ εἶ­μαι μέ ἐ­σᾶς πάν­το­τε, γι’ αὐ­τό μή φο­βῆ­σθε, ἀλ­λά μᾶλ­λον πάν­το­τε νά χαί­ρε­τε». Καί μα­ζί μέ τόν λό­γο του, ἀ­μέ­σως ἔ­πε­σαν ἀ­πό τούς ὀ­φθαλ­μούς τους κά­τι σάν λέ­πια καί ἔ­τσι οἱ Ἅ­γιοι ἔ­λα­βαν τό φῶς τῶν ὀ­φθαλ­μῶν τους καί εἶ­δαν τόν Κύ­ριο καί τόν προ­σκύ­νη­σαν. Ὁ δέ Κύ­ριος εὐ­λο­γῶν­τας τους τούς εἶ­πε· «Νά ἀν­δρί­ζε­σθε καί νά δυ­να­μώ­νε­σθε». Καί ἔ­τσι ἀ­νέ­βη­κε στούς Οὐ­ρα­νούς.

Ὁ ἀ­σε­βής Νέ­ρωνας ἄ­φη­σε τούς Ἁ­γί­ους στήν φυ­λα­κή γιά τρί­α χρό­νια, ὥ­στε ἀ­πό τήν κα­κο­πά­θεια νά τε­λει­ώ­σουν τήν ζω­ή τους μέ πι­κρό θά­να­το. Ἀ­φοῦ λοι­πόν πέ­ρα­σαν τά τρί­α χρό­νια, εἶ­χε ὁ βα­σι­λιάς ἕ­ναν δοῦ­λο κλει­σμέ­νο στήν φυ­λα­κή καί δι­έ­τα­ξε νά τόν βγά­λουν ἔ­ξω. Πη­γαί­νον­τας λοι­πόν οἱ ἀ­πο­σταλ­μέ­νοι γιά νά βγά­λουν τόν δοῦ­λο, μό­λις εἶ­δαν τούς Ἁ­γί­ους Μάρ­τυ­ρες ὑ­γι­εῖς καί δυ­να­τούς, φα­νέ­ρω­σαν στόν βα­σι­λιά ὅ­τι οἱ Γα­λι­λαῖ­οι, πού τυ­φλώ­θη­καν, βλέ­πουν καί εἶ­ναι ὑ­γι­εῖς. Καί ὅ­τι ἡ φυ­λα­κή, λάμ­πον­τας ἀ­πό φῶς καί ἀ­πό μύ­ρα εὐ­ω­δι­ά­ζον­τας, με­τα­βλή­θη­κε σέ οἶ­κο Θε­οῦ, στήν ὁ­ποί­α τρέ­χον­τας οἱ Ἕλ­λη­νες, βα­πτί­ζον­ται ἀ­πό αὐ­τούς, πι­στεύ­ον­τας στόν Χρι­στό, πού κη­ρύτ­τε­ται ἀ­πό αὐ­τούς. Ἀ­κού­γον­τας αὐ­τά ὁ βα­σι­λιάς, ἐ­ξε­πλά­γη. Καί, στέλ­νον­τας ὑ­πη­ρέ­τες, ἔ­φε­ρε τούς Ἁ­γί­ους μπρο­στά του καί τούς λέ­ει· «Δέν σᾶς ὡ­ρί­σα­με μέ δι­α­τα­γή βα­σι­λι­κή νά μή κη­ρύτ­τε­τε τόν Χρι­στό στήν πό­λι αὐ­τή τῶν Ρω­μαί­ων; Πῶς λοι­πόν ἐ­σεῖς, στήν φυ­λα­κή βρι­σκό­με­νοι, κη­ρύτ­τε­τε τόν Χρι­στό; Νά γνω­ρί­ζε­τε, ὅ­τι γι’ αὐ­τό θά σᾶς βα­σα­νί­σω μέ πολ­λές καί με­γά­λες τι­μω­ρί­ες». Οἱ δέ Ἅ­γιοι ἀ­πο­κρί­θη­καν· «Ἐ­κεῖ­νο πού θέ­λεις κά­νε. Δι­ό­τι ἐ­μεῖς δέν θά στα­μα­τή­σου­με νά κη­ρύτ­του­με τόν Χρι­στό, πού εἶ­ναι Θε­ός ἀ­λη­θι­νός καί ποι­η­τής τοῦ παν­τός». Τό­τε ὁ Νέ­ρων θύ­μω­σε καί δι­έ­τα­ξε νά σταυ­ρώ­σουν τούς Ἁ­γί­ους κα­τα­κέ­φα­λα γιά τρεῖς ἡ­μέ­ρες καί νά ξε­σχί­ζουν τίς σάρ­κες τους μέ λου­ριά ἀ­πό νεῦ­ρα βο­δι­ῶν, ἕ­ως ὅ­του νά δι­α­λυ­θοῦν οἱ ἀρ­θρώ­σεις τους. Ἀ­φοῦ αὐ­τό ἔ­γι­νε, δι­έ­τα­ξε νά μεί­νουν κρε­μα­σμέ­νοι ἀ­κό­μη τέσ­σε­ρις ἡ­μέ­ρες. Τήν πέμ­πτη ἡ­μέ­ρα πη­γαί­νον­τας οἱ δή­μιοι νά δοῦν, ἄν ζοῦν οἱ Ἅ­γιοι, μό­λις τούς εἶ­δαν κρε­μα­σμέ­νους, αὐ­τοί οἱ δή­μιοι τυ­φλώ­θη­καν. Ἄγ­γε­λος ὅ­μως Κυ­ρί­ου κα­τέ­βη­κε ἀ­πό τούς Οὐ­ρα­νούς καί  ἔ­λυ­σε τούς Ἁ­γί­ους. Κα­τό­πιν, ἀ­φοῦ τούς χαι­ρέ­τι­σε, τούς ἄ­φη­σε ὑ­γι­εῖς.

Ἡ Ἁ­γί­α Φω­τει­νή ὅ­μως σπλαγ­χνί­σθη­κε τήν τύ­φλω­σι τῶν δη­μί­ων· προ­σευ­χή­θη­κε τό­τε καί ἀ­μέ­σως ἐ­κεῖ­νοι ἔ­λα­βαν τό φῶς τῶν ὀ­φθαλ­μῶν τους. Ἔ­τσι πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό καί βα­πτί­σθη­καν. Ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ Νέ­ρων θύ­μω­σε, καί δι­έ­τα­ξε νά βγά­λουν τό δέρ­μα τῆς Ἁ­γί­ας Φω­τει­νῆς. Ὅ­ταν γι­νό­ταν αὐ­τό, ἡ Ἁ­γί­α ἔ­ψαλ­λε λέ­γον­τας· «Κύ­ρι­ε ἐ­δο­κί­μα­σάς με καί ἔ­γνως με». Καί ἀ­φοῦ ἔ­βγα­λαν τό δέρ­μα της, τό ἔρ­ρι­ξαν στό πο­τά­μι, ἐ­νῷ τήν Ἁ­γί­α τήν ἔρ­ρι­ξαν σέ ἕ­να ξη­ρο­πή­γα­δο. Τόν Ἅ­γιο Σε­βα­στια­νό καί Φω­τει­νό καί Ἰ­ω­σῆ, ἀ­φοῦ τούς συ­νέ­λα­βαν, ἔ­κο­ψαν τά κρύ­φια μέ­λη τους καί τά πέ­τα­ξαν, ἐ­νῷ τούς ἴ­διους σφά­λη­σαν μέ­σα σέ ἕ­να πα­λαι­ό λου­τρό. Τίς πέν­τε ἀ­δελ­φές τῆς Ἁ­γί­ας Φω­τει­νῆς πα­ρου­σί­α­σε μπρο­στά του ὁ Νέ­ρωνας. Καί πρῶ­τα δι­έ­τα­ξε νά κό­ψουν τούς μα­στούς τους, ἔ­πει­τα νά βγά­λουν τό δέρ­μα τους. Ὅ­ταν λοι­πόν πῆ­γαν οἱ δή­μιοι γιά νά γδά­ρουν τήν Ἁ­γί­α Φω­τί­δα, τήν τέ­ταρ­τη ἀ­δελ­φή, ἐ­κεί­νη δέν κα­τα­δέ­χθη­κε νά συλ­λη­φθῆ ἀ­πό κα­νέ­να, κα­θώς οἱ λοι­πές ἀ­δελ­φές της, ἀλ­λά μό­νη πα­ρου­σι­ά­σθη­κε ἀν­δρεί­α καί ἔ­γδα­ραν τό δέρ­μα της. Ὥ­στε θαύ­μα­σε ὁ βα­σι­λιάς τήν ἀν­δρεί­α καί με­γα­λο­ψυ­χί­α της.

 Γι’ αὐ­τό, ἀ­φοῦ θύ­μω­σε πά­ρα πο­λύ, καί ὕ­στε­ρα ἀ­πό τήν δο­κι­μα­σί­α αὐ­τή, ἐ­πι­νό­η­σε ὁ θη­ρι­ώ­δης καί ἄλ­λη κα­τά τῆς Ἁ­γί­ας Φω­τί­δος, πο­λύ φο­βε­ρή καί ἐ­πώ­δυ­νη. Δη­λα­δή, δι­έ­τα­ξε νά λυ­γί­σουν μέ βί­α τίς κο­ρυ­φές δύ­ο δέν­δρων, πού ἦ­ταν στό πε­ρι­βό­λι του καί σέ αὐ­τές νά δέ­σουν τήν Ἁ­γί­α. Ἔ­πει­τα δι­έ­τα­ξε νά ἀ­φή­σουν πά­λι τίς κο­ρυ­φές νά ἐ­πα­νέλ­θουν στό προ­η­γού­με­νο σχῆ­μα τους. Ἀ­πό αὐ­τά ὅ­μως ἡ Ἁ­γί­α χω­ρί­σθη­κε σέ δύ­ο μέ­ρη καί ἔ­τσι πα­ρέ­δω­σε ἡ μα­κα­ρί­α τήν ψυ­χή της στά χέ­ρια Θε­οῦ καί ἔ­λα­βε τόν τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου ἀ­μά­ραν­το στέ­φα­νο. Τό­τε δι­έ­τα­ξε νά ἀ­πο­κε­φα­λί­σουν ὅ­λους τούς Ἁ­γί­ους καί μό­νο τήν Ἁ­γί­α Φω­τει­νή νά τήν βγά­λουν ἀ­πό τό ξη­ρο­πή­γα­δο καί νά τήν βά­λουν στήν φυ­λα­κή. Αὐ­τή ὅ­μως ἐ­λυ­πεῖ­το, δι­ό­τι ἔ­μει­νε μό­νη καί δέν στε­φα­νώ­θη­κε μα­ζί μέ τίς ὑ­πό­λοι­πες ἀ­δελ­φές της. Γι’ αὐ­τό καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε καί γι’ αὐ­τό τόν Θε­ό, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­φοῦ τῆς ἐμ­φα­νί­σθη­κε καί τήν σφρά­γι­ζε μέ τό ση­μεῖ­ο τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ τρεῖς φο­ρές καί τήν γέ­μι­σε ἀ­πό χα­ρά, τήν ἔ­κα­νε ὑ­γι­ῆ. Ὕ­στε­ρα ὅ­μως ἀ­πό πολ­λές ἡ­μέ­ρες, ὑ­μνῶν­τας καί εὐ­λο­γῶν­τας τόν Θεό, παρέδωσε τήν ψυχή της στά χέρια του.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης