Τῷ αὐτῷ μηνί KΣΤ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Πορφυρίου Ἐπισκόπου Γάζης.
Αὐτός καταγόταν ἀπό τήν πόλι τῆς Θεσσαλονίκης, υἱός γονέων εὐγενῶν καί πλουσίων, στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Ἀρκαδίου, κατά τό ἔτος 396. Ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπό τήν πατρίδα του, πῆγε στό Μισήρι καί ἀπό ἐκεῖ πῆγε σέ μία σκῆτι καί ἔγινε Μοναχός. Ὕστερα δέ ἀπό πέντε χρόνια πηγαίνει στά Ἱεροσόλυμα καί πολλούς ἄπιστους φωτίζει μέ τόν λόγο τῆς διδασκαλίας του. Γι’ αὐτό καί χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος ἀπό τόν Πατριάρχη τῶν Ἱεροσολύμων Πραΰλιο.
Ὕστερα χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Γάζας ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Καισάρειας τῆς Παλαιστίνης Ἰωάννη. Ἀφοῦ λοιπόν ἔγινε Ἐπίσκοπος, πολλά θαυμάσια ἔκανε καί πολλούς ἄπιστους ἐπέστρεψε στήν θεογνωσία. Ἔπειτα βλέποντας τούς ἐπαρχιῶτες του Χριστιανούς, ὅτι ἀδικοῦνται ἀπό τούς ἐξουσιαστές τῆς Γάζας, εἰδωλολάτρες ὄντας καί αἱρετικούς, πῆγε στήν Κωνσταντινούπολι, γιά νά βοηθήση ἐκείνους πού ἀδικοῦνται. Ἀφοῦ συνάντησε τόν μέγα Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, τόν τότε Πατριάρχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ διηγήθηκε τίς ἀδικίες τῶν ἐξουσιαστῶν τῆς Γάζας, γιά τίς ὁποῖες καί ἀνέβηκε στήν Κωνσταντινούπολι. Τότε συστήθηκε ὁ Ἅγιος ἀπό τόν θεῖο Χρυσόστομο πρός τόν κουβικουλάριο τοῦ βασιλιᾶ, Ἀμάντιο ὀνόματι.
Ἀπό τόν κουβικουλάριο μόλις ἔμαθε ἡ βασίλισσα Εὐδοξία τίς ὑποθέσεις τοῦ Ἁγίου, τόν δέχθηκε μέ εὐμένεια καί ἀνέφερε στόν βασιλιά τά προβλήματά του καί τήν προφητεία, πού ἔκανε ὁ Ἅγιος γιά τό παιδί πού θά γεννοῦσαν, δηλαδή τόν μικρό Θεοδόσιο.
Ὁ βασιλιάς μαθαίνοντας αὐτό, χάρηκε καί εὐχαρίστησε τόν Θεό. Ἔπειτα γέννησε ἡ βασίλισσα τόν νέο Θεοδόσιο καί ἀφοῦ προσκάλεσε τόν Ἅγιο Πορφύριο, εὐλογήθηκε ἀπό αὐτόν καί ὑποσχέθηκε νά ἐκπληρώση ὅλα τά αἰτήματά του, γιά τά ὁποῖα παρεκάλεσε καί τόν βασιλιά. Ὁ βασιλιάς, δυσκολευόταν στίς ἀρχές, λέγοντας, ὅτι δέν εἶναι δυνατό νά διωχθοῦν ἀπό τήν Γάζα οἱ εἰδωλολάτρες καί αἱρετικοί, λόγῳ τῆς μεγάλης χρησιμότητας τῆς βοήθειάς τους.
Ἡ βασίλισσα τοῦ ἀπήντησε, ὅτι βαρειά εἶναι ἡ αἴτησι αὐτή, ὦ δέσποτα, βαρύτερη ὅμως εἶναι καί ἡ παραίτησις ἀπό αὐτήν. Γι’ αὐτό συμφώνησε καί ὁ βασιλιάς νά λάβουν τέλος τά ζητούμενα ἀπό τόν Ἅγιο. Τότε ἀμέσως στάλθηκαν διατάγματα, νά διωχθοῦν ἀπό τήν Γάζα οἱ αἱρετικοί καί εἰδωλολάτρες, πού ἐξουσίαζαν.
Τότε ὁ μακάριος Πορφύριος, παίρνοντας ἀπό τήν βασίλισσα δύο κεντηνάρια χρυσό, γιά νά κτίση Ἐκκλησίες καί διακόσια νομίσματα γιά ἔξοδα, ἐπέστρεψε στήν ἐπαρχία του. Καί τούς ἄλλους ναούς τῶν εἰδώλων καταγκρέμισε. Τούς δέ αἱρετικούς ἔδιωξε. Καί τόν ναό τοῦ θεοῦ τῶν Ἑλλήνων, πού λεγόταν τοῦ Μαρνᾶ, τόν κατέκαυσε μέ τήν φωτιά καί ἔκτισε δίπλα του Ἐκκλησία μέ τό σχῆμα, πού ὥρισε ἡ βασίλισσα Εὐδοξία. Ἀφοῦ κατόπιν διέλαμψε στήν ἐπαρχία του ὁ θεῖος Αὐτός Πατέρας καί ἔκανε πάρα πολλά θαύματα σέ 24 χρόνια καί 11 μῆνες καί ὀκτώ ἡμέρες, πρός τόν Κύριο ἐξεδήμησε.
(Τόν ἑλληνικό του Βίο συνέγραψε ὁ Μεταφραστής σέ ἔκτασι, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Τῶν Ἁγίων ἀνδρῶν τούς ἄθλους». Σῴζεται στήν Μονή τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες).
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Φωτεινῆς τῆς Σαμαρείτιδος, ᾗ ὡμίλησεν ὁ Χριστός ἐν τῷ φρέατι, καί τῶν σύν αὐτῇ, ἤτοι τῶν πέντε αὐτῆς ἀδελφῶν καί τῶν δύο αὐτῆς υἱῶνκαί Σεβαστιανοῦ τοῦ δουκός.
Στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Νέρωνος, κατά τό ἔτος 66, ἔγινε μεγάλος διωγμός κατά τῶν Χριστιανῶν. Ἀπό τότε, πού μαρτύρησαν τήν ἐποχή τοῦ Νέρωνος οἱ δύο κορυφαῖοι Ἀπόστολοι ὁ Πέτρος καί Παῦλος, ἀπό τότε καί στήν συνέχεια οἱ τύραννοι προσπαθοῦσαν νά βροῦν ἀφορμή, γιά νά θανατώσουν τούς μαθητές τῶν Ἀποστόλων. Τότε λοιπόν καί ἡ Ἁγία αὐτή Φωτεινή μαζί μέ τόν υἱό της Ἰωσῆ, ὄντας στήν Καρθαγένη, πόλι τῆς Ἀφρικῆς, πού τώρα λέγεται Τούνεζι, κήρυττε μέ θάρρος τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Βίκτωρ ὅμως ὁ μεγαλύτερος υἱός τῆς Ἁγίας, σημείωσε ἀνδραγαθία καί νίκη στόν πόλεμο, πού ἔγινε τότε κατά τῶν Ἀβάρων, οἱ ὁποῖοι ἐξεστράτευσαν ἐναντίον τῶν Ρωμαίων καί γι’ αὐτό ἔγινε στρατηλάτης, δηλαδή ἀρχιστράτηγος, ἀπό τόν βασιλιά. Ὁ βασιλιάς ὅμως μή γνωρίζοντας, ὅτι ἦταν ὁ Βίκτωρ Χριστιανός, τόν ἔστειλε στήν Ἰταλία καί τόν διέταξε νά τιμωρῆ τούς Χριστιανούς, πού βρίσκονται ἐκεῖ.Ὅταν τό ἄκουσε αὐτό ὁ δούκας Σεβαστιανός, λέει πρός τόν Βίκτορα· «Ἐγώ γνωρίζω καλά, ὦ στρατηλάτα, ὅτι εἶσαι Χριστιανός καί ὅτι ἡ μητέρα σου μαζί μέ τόν ἀδελφό σου Ἰωσῆ εἶναι καί αὐτοί Χριστιανοί, ἐπειδή ἀκολούθησαν τόν Ἀπόστολο Πέτρο, πού μαρτύρησε προηγουμένως. Ἔτσι κάνε ὁπωσδήποτε ἐκεῖνο πού σέ διέταξε ὁ βασιλιάς, γιά νά μή κινδυνεύση ἡ ζωή σου». Ὁ Βίκτωρ ἀποκρίθηκε· «Ἐγώ θέλω νά κάνω τό θέλημα τοῦ ἐπουρανίου καί ἀθάνατου Βασιλιᾶ Χριστοῦ, ἐνῷ τοῦ ἐπίγειου βασιλιᾶ Νέρωνα διαταγή, ἡ ὁποία ἐκδόθηκε, γιά νά τιμωρῶ τούς Χριστιανούς, αὐτήν, λέω, τήν διαταγή δέν καταδέχομαι νά τήν ἀκούσω».
Τότε ὁ δούκας τοῦ εἶπε· «Ἐγώ, ἀδελφέ, σέ συμβουλεύω ὡς γνήσιο φίλο μου ἐκεῖνα, πού σοῦ συμφέρουν. Διότι ἄν ἐσύ καθίσης στό κριτήριο καί θελήσης νά κρίνης καί νά βασανίζης τούς Χριστιανούς, γνώριζε ὅτι καί τόν βασιλιά θά εὐχαριστήσης καί τήν περιουσία τῶν Χριστιανῶν θά κερδίσης. Ἀλλά καί στήν μητέρα σου καί στόν ἀδελφό σου γράψε, νά μή διδάσκουν μέ θάρρος τούς εἰδωλολάτρες νά ἀρνοῦνται τήν πάτρια θρησκεία, γιά νά μή κινδυνεύσης καί σύ ἐξ αἰτίας τους, νά ἔχετε ὅμως τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ κρυφά, ὅπως θέλετε». Τότε ὁ Βίκτωρ ἀποκρίθηκε· «Ποτέ νά μή συμβῆ αὐτό πού μοῦ λές νά κάνω, δηλαδή νά τιμωρήσω ἐγώ τούς Χριστιανούς, γιά νά κερδίσω κάτι ἀπό αὐτούς ἤ νά συμβουλεύσω τήν μητέρα καί τόν ἀδελφό μου νά μή κηρύττουν, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεός. Ἀλλά μάλιστα καί ἐγώ κήρυκας εἶμαι καί θά εἶμαι τῆς θεότητας τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καί ἐκεῖνοι». Ὁ δούκας εἶπε τότε· «Ἐγώ σέ συμβούλευσα ἐκεῖνα, πού σοῦ συμφέρουν, ἐσύ ὅμως σκέψου τί πρόκειται νά κάνης».
Μόλις εἶπε αὐτά ὁ δούκας, ἀμέσως ἔχασε τό φῶς του καί, πέφτοντας στήν γῆ ἀπό τούς ὑπερβολικούς πόνους τῶν ὀφθαλμῶν του, ἔμεινε ἄφωνος. Τότε τόν παρέλαβαν οἱ παρευρισκόμενοι καί τόν ἔβαλαν ἐπάνω σέ κλίνη, καί ἐκεῖ ἔμεινε τρεῖς ἡμέρες ἐντελῶς ἄφωνος. Μετά ὅμως ἀπό τήν τρίτη ἡμέρα φώναζε μέ μεγάλη φωνή, λέγοντας, ἕνας εἶναι ὁ Θεός τῶν Χριστιανῶν. Πλησιάζοντάς τον τότε ὁ Βίκτωρ τοῦ εἶπε· «Γιατί ἄλλαξες τόσο γρήγορα Σεβαστιανέ;». Ὁ δούκας ἀπάντησε· «Ὁ Χριστός μέ προσκαλεῖ, γλυκύτατε Βίκτωρ». Τότε ἀμέσως, ἀφοῦ κατηχήθηκε ἀπό τόν Βίκτορα, βαπτίσθηκε, καί βγαίνοντας ἀπό τήν ἁγία κολυμβήθρα, ἀμέσως ἔλαβε τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του καί δόξαζε τόν Θεό. Βλέποντας τά πλήθη τῶν εἰδωλολατρῶν αὐτό τό παράδοξο θαῦμα, φοβήθηκαν, μήπως καί αὐτοί πάθουν τά ἴδια, καί γι’ αὐτό ἔτρεξαν κοντά στόν Βίκτορα καί βαπτίσθηκαν.
Μετά ἀπό αὐτά ἔφθασε στά αὐτιά τοῦ Νέρωνα ἡ φήμη αὐτή, ὅτι δηλαδή ὁ στρατηλάτης τῆς Ἰταλίας Βίκτωρ καί ὁ δούκας της Σεβαστιανός, κηρύττουν τό κήρυγμα τοῦ Πέτρου καί τοῦ Παύλου καί ὅλους τούς εἰδωλολάτρες προσφέρουν στόν Χριστό μέ τήν πίστι. Καί ὅτι ἡ μητέρα τοῦ στρατηλάτη Φωτεινή μαζί μέ τόν υἱό της Ἰωσῆ, πηγαίνοντας στήν Καρθαγένη, κάνει καί ἐκείνη τά ἴδια. Ὅταν ἄκουσε αὐτά ὁ βασιλιάς, ἄναψε ἀπό τόν θυμό καί ἀμέσως στέλνει στρατιῶτες στήν Ἰταλία, γιά νά φέρουν ἐνώπιόν του τούς Χριστιανούς, πού βρίσκονται ἐκεῖ, ἄνδρες καί γυναῖκες. Ἐμφανίσθηκε ὅμως νωρίτερα σ’ ἐκείνους ὁ Κύριος λέγοντας· « “Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς”. Μή φοβῆσθε, ἐγώ εἶμαι μαζί μέ σᾶς καί ὁ Νέρων θά νικηθῆ μαζί μέ τούς συντρόφους του». Ἐμφανίσθηκε ἀκόμη καί ξεχωριστά στόν Βίκτορα καί τοῦ εἶπε· «Ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς θά εἶναι τό ὄνομά σου Φωτεινός, ἐπειδή πολλοί φωτίσθηκαν διά μέσου σου καί προσφέρθησαν σέ ἐμένα μέ τήν πίστι. Τόν δέ Σεβαστιανό δυνάμωσε στό μαρτύριο μέ τά λόγια σου καί εἶναι μακάριος ὅποιος ἀγωνισθῆ μέχρι τό τέλος».
Ἀφοῦ εἶπε αὐτά ὁ Κύριος, ἀνέβηκε στούς Οὐρανούς. Ἀποκαλύφθηκαν ὅμως ἀπό τόν Θεό καί στήν Ἁγία Φωτεινή ἐκεῖνα, πού ἐπρόκειτο νά τῆς συμβοῦν. Τότε, ἀναχωρῶντας αὐτή ἀπό τήν Καρθαγένη, μαζί μέ πλῆθος Χριστιανῶν πῆγε στήν Ρώμη καί κήρυττε τόν Χριστό. Σείσθηκε δέ ὅλη ἡ πόλις λέγοντας, ποιά εἶναι αὐτή, πού ἦλθε ἐδῶ μέ τόσο πλῆθος; ποιά εἶναι αὐτή πού κηρύττει τόν Χριστό μέ τόση παρρησία; Τότε μεταφέρθηκε ἀπό τούς στρατιῶτες στήν Ρώμη καί ὁ Φωτεινός, ὁ υἱός τῆς Ἁγίας, ἐπίσης καί ὁ δούκας Σεβαστιανός. Ἡ Ἁγία Φωτεινή πρόλαβε καί παρουσιάσθηκε ἐνώπιον τοῦ Νέρωνα μαζί μέ τόν υἱό της Ἰωσῆ καί τούς Χριστιανούς. Βλέποντάς τους λοιπόν ὁ Νέρωνας, τούς ρώτησε, γιά ποιόν λόγο ἤλθατε σέ ἐμᾶς; Ἡ Ἁγία ἀποκρίθηκε· «Γιά νά σέ διδάξουμε νά πιστέψης στόν Χριστό».
Καί οἱ παρευρισκόμενοι ἄρχοντες εἶπαν στόν βασιλιά· «Ὁ δούκας Σεβαστιανός καί ὁ στρατηλάτης Βίκτωρ, οἱ ὁποῖοι δέν πείθονται στούς θεούς, αὐτοί ἦλθαν ἀπό τήν Ἰταλία». Ὁ βασιλιάς εἶπε· «Ἄς ἔλθουν». Καί ὅταν ἐκεῖνοι παρουσιάσθηκαν ἐνώπιόν του, τούς λέει· «Τί εἶναι αὐτά πού ἄκουσα γιά σᾶς;». Οἱ Ἅγιοι ἀποκρίθηκαν· «Ὅσα ἄκουσες γιά μᾶς, βασιλιά, ἀληθινά εἶναι». Ὁ βασιλιάς τότε βλέποντας τούς Ἁγίους μέ ἄγριο μάτι, τούς εἶπε· «Ἀρνεῖσθε ἐσεῖς τόν Χριστό ἤ προτιμᾶτε νά πεθάνετε μέ κακό θάνατο;». Οἱ Ἅγιοι ὅμως σηκώνοντας τά μάτια τους στόν Οὐρανό, «μή γένοιτο!, ἀπάντησαν, μή γένοιτο σέ ἐμᾶς Χριστέ Βασιλιά, νά χωρισθοῦμε ἀπό τήν πίστι καί τήν ἀγάπη σου!». Ἔπειτα πάλι ρώτησε ὁ βασιλιάς τούς Ἁγίους· «Πῶς ὀνομάζεσθε ἐσεῖς;». Ἡ Ἁγία ἀποκρίθηκε· «Ἐγώ ἡ πρώτη ἀδελφή, ὠνομάσθηκα ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό τόν Θεό μου, Φωτεινή. Ἡ δεύτερη ἀδελφή μου ὀνομάζεται Ἀνατολή. Ἡ τρίτη ὀνομάζεται Φωτώ. Ἡ τετάρτη Φωτίς. Ἡ πέμπτη, Παρασκευή καί ἡ ἕκτη Κυριακή. Ἀπό τούς υἱούς μου, ὁ πρῶτος, ὀνομάζεται Βίκτωρ, ἀπό τόν Κύριό μου ὅμως Ἰησοῦ Χριστό μετωνομάσθηκε Φωτεινός. Ὁ δεύτερος πού εἶναι μαζί μου, ὀνομάζεται Ἰωσῆς». Τότε ὁ Νέρωνας τούς λέει· «Ὅλοι ἐσεῖς συμφωνήσατε νά τιμωρηθῆτε καί νά πεθάνετε γιά τόν Ναζωραῖο;». Ἡ Ἁγία ἀποκρίθηκε· «Νά, ὅλοι ἐμεῖς γιά τήν ἀγάπη του μέ χαρά καί ἀγαλλίασι πεθαίνουμε». Τότε διέταξε ὁ βασιλιάς νά σπάσουν μέ σφαῖρες σιδερένιες οἱ ἁρμοί τῶν δακτύλων τῶν χεριῶν τους. Καί λοιπόν μόλις φέρθηκε ἐκεῖ ἕνα ἀμώνι, ἔβαλαν οἱ Ἅγιοι τά χέρια τους ἐπάνω σ’ αὐτό καί ἄρχισαν νά τούς κτυποῦν οἱ ὑπηρέτες ἀπό τήν τρίτη ὥρα τῆς ἡμέρας ἕως τήν ἕκτη. Αὐτοί ἀλλάχθηκαν τρεῖς φορές, κτυπῶντας τά χέρια τῶν Ἁγίων. Ἀλλ’ οἱ Ἅγιοι δέν αἰσθάνονταν καθόλου τήν τιμωρία, οὔτε τά χέρια τους συντρίφθηκαν.
Ὅταν τό ἔμαθε αὐτό ὁ βασιλιάς, ταράχθηκε καί διάταξε νά κόψουν τά χέρια τῶν Ἁγίων. Ἀμέσως οἱ ὑπηρέτες ἔδεσαν τά χέρια τους καί τά ἔβαλαν ἐπάνω στό ἀμώνι καί, ἀφοῦ κατέβασαν ἑπτά φορές τά μαχαίρια, τίποτε δέν κατώρθωσαν, ἀλλά παρέλυσαν καί ἔπεσαν κάτω σάν νεκροί. Ἡ δέ Ἁγία, ἀφοῦ παρέμεινε ἀβλαβής ἀπό τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, ἔλεγε χαρούμενη τά λόγια τοῦ Δαβίδ· «Ὁ Κύριος εἶναι βοηθός μου καί δέν φοβοῦμαι, τί θά μέ κάνη ἄνθρωπος». Ἄρχισε λοιπόν ὁ βασιλιάς νά ἀπορῆ καί νά σκέπτεται, μέ ποιούς τρόπους καί τέχνες νά νικήση τούς Ἁγίους. Καί διέταξε τούς μέν ἄνδρες νά τούς βάλουν σέ μία σκοτεινότατη φυλακή. Τήν δέ Ἁγία καί τίς ἀδελφές της διέταξε νά τίς ὁδηγήσουν μέσα στό χρυσό του κουβούκλιο καί ἐκεῖ νά στρώσουν ἑπτά κλῖνες χρυσές, καί ἑπτά χρυσούς θρόνους καί τράπεζα καί νά τοποθετήσουν μπροστά τους πολλά χρήματα καί στολίδια χρυσᾶ καί ἐνδύματα καί ζῶνες χρυσές. Ἔπειτα διέταξε καί τήν θυγατέρα του Δομνίνα, νά πάη ἐκεῖ μέ τίς ὑπηρέτριές της καί νά συνομιλῆ μέ τίς Ἁγίες. Βλέποντας λοιπόν ἡ Ἁγία Φωτεινή τήν Δομνίνα, τῆς εἶπε· «Χαῖρε, ἡ νύφη τοῦ Χριστοῦ». Ἡ Δομνίνα ἀποκρίθηκε· «Χαῖρε, καί σύ κυρία μου Φωτεινή, ἡ λαμπάδα τοῦ Χριστοῦ». Ἀκούγοντας ἡ Ἁγία Φωτεινή τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, εὐχαρίστησε τόν Κύριο καί ἀγκαλιάζοντας τήν Δομνίνα, τήν φίλησε. Ἔπειτα τήν κατήχησε μαζί μέ τίς ἑκατό ὑπηρέτριές της καί τίς βάπτισε ὅλες. Καί τήν Δομνίνα, τήν μετωνόμασε Ἀνθοῦσα, τήν καί μεγαλύτερη ὑπηρέτριά της, ὠνόμασε Στεφανίδα. Ἀμέσως τότε διέταξε ἡ Ἁγία Ἀνθοῦσα καί μοίρασαν στούς πτωχούς ὅλα τά χρήματα καί τά στολίδια, πού ἦταν μέσα στό κουβούκλιο.
Ὅταν τά ἔμαθε αὐτά ὁ βασιλιάς, θύμωσε πολύ καί διατάζει νά κάψουν ἑπτά ἡμέρες ἕνα καμίνι καί μέσα σέ αὐτό νά βάλουν τήν Ἁγία Φωτεινή καί ὅλους τούς συντρόφους της, ἄνδρες καί γυναῖκες. Ἀφοῦ αὐτό ἔγινε, ἔμειναν οἱ Ἅγιοι στό μέσον τῆς καμίνου τρεῖς ἡμέρες. Ὁ τύραννος νομίζοντας, ὅτι κατακάηκαν ἀπό τήν φωτιά, διέταξε νά ἀνοιχθῆ τό καμίνι καί τά κόκκαλα τῶν Ἁγίων νά ριχθοῦν στόν ποταμό. Ἀνοίγοντας ὅμως, βρῆκαν, ὤ τοῦ θαύματος! ὅλους τούς Ἁγίους σώους καί ἀβλαβεῖς, νά δοξάζουν καί νά εὐλογοῦν τόν Θεό. Τότε ἀπόρησαν ὅλοι, ἐπειδή δέν τούς πλησίασε καθόλου ἡ φωτιά. Αὐτό τό παράδοξο θαῦμα, ὅταν εἶδαν καί ἄκουσαν ὅσοι βρίσκονται στήν Ρώμη, ἐξεπλάγησαν καί δόξαζαν καί αὐτοί τόν Θεό. Ὁ βασιλιάς, τελείως ἀσύνετος ὄντας, πρόσταξε νά δοθῆ στούς Ἁγίους μάρτυρες θανατηφόρο φαρμάκι. Προσκλήθηκε ἀκόμη καί ὁ μάγος, Λαμπάδιος ὀνομαζόμενος, γιά νά κατασκευάση τό φαρμάκι, τό ὁποῖο πῆρε πρῶτα ἡ Ἁγία Φωτεινή, λέγοντας πρός τόν μάγο· «Δέν ἔπρεπε καθόλου νά πιάσουμε ἀπό τά χέρια σου τό φαρμάκι καί νά τό πιοῦμε, ἐπειδή καί εἶσαι ἀκάθαρτος. Ὅμως, γιά νά γνωρίσης ἐσύ, ὦ βασιλιά, καί αὐτός, πού κατασκεύασε τό φαρμάκι μάγο τήν δύναμι τοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ μου, νά, ἐγώ πίνω αὐτό πρίν ἀπό ὅλους στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ μου, ἔπειτα θά τό πιοῦν αὐτό καί ὅλοι ὅσοι εἶναι μαζί μου».
Ἀφοῦ τό ἤπιαν ὅλοι καί παρέμειναν ἀβλαβεῖς, βλέποντάς το ὁ μάγος, ἐξεπλάγη. Ἔπειτα βλέποντας τήν Ἁγία Φωτεινή τῆς εἶπε· «Ἔχω καί ἄλλο φαρμάκι πολύ δυνατώτερο καί, ἄν ἐσεῖς πιῆτε αὐτό καί δέν βλαφθῆτε καί ἐγώ θά πιστέψω στόν Χριστό σας». Ἀφοῦ λοιπόν ἤπιαν ὅλοι καί ἀπό ἐκεῖνο καί δέν ἔπαθαν κανένα κακό, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ πῆρε ὁ μάγος τά μαγικά του βιβλία καί τά ἔρριξε στήν φωτιά καί, ἀφοῦ πίστεψε στόν Χριστό βαπτίσθηκε καί μετωνομάσθηκε Θεόκλητος. Ὅταν τό ἔμαθε αὐτό ὁ βασιλιάς, διέταξε νά τόν ἁρπάξουν ἀνάμεσα ἀπό τούς Ἁγίους καί νά τόν πᾶνε νά τόν ἀποκεφαλίσουν ἔξω ἀπό τό τεῖχος τῆς πόλεως. Καί ἔτσι πρίν ἀπό τούς ἄλλους, τελείωσε τό μαρτύριο ὁ ἀοίδιμος Θεόκλητος καί ἔλαβε ἀπό τόν Κύριο τόν ἄφθαρτο στέφανο. Διέταξε ὅμως νά κόψουν τά νεῦρα τῶν ἄλλων Ἁγίων μαζί καί τῆς μεγαλομάρτυρος Φωτεινῆς. Ὅταν ἔγινε αὐτό, οἱ Ἅγιοι περιέπαιζαν τόν βασιλιά καί τούς θεούς του. Τότε ὁ ἀλιτήριος προστάζει νά ποτίσουν τήν Ἁγία Φωτεινή μολύβι βρασμένο μαζί μέ θειάφι καί νά χύσουν αὐτό καί στά αὐτιά τῶν ἄλλων Ἁγίων.
Ἐπειδή ὅμως ὅλοι παρέμειναν ἀβλαβεῖς ἀπό τήν δοκιμασία αὐτή, «Σέ εὐχαριστοῦμε, Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν, ἔλεγαν, ὅτι μέ τό βρασμένο μολύβι, δρόσισες τίς καρδιές μας, οἱ ὁποῖες διψοῦσαν, σάν ἀπό μεγάλο καύσωνα». Τότε ὁ Νέρονας θαυμάζοντας καί ἐκπληττόμενος, διέταξε νά κρεμασθοῦν οἱ Ἅγιοι καί ἔτσι νά ξεσχίζωνται δυνατά σέ ὅλο τό σῶμα καί νά κατακαίγωνται μέ ἀναμμένες λαμπάδες. Ἐπειδή ὅμως οἱ Ἅγιοι μέ τήν προσευχή τους δυναμώθηκαν ἀπό τήν θεία χάρι, γι’ αὐτό θυμωμένος ὁ Νέρων, διέταξε νά ἑνωθῆ στάκτη μέ ξύδι καί ἔτσι νά χυθῆ μέσα στίς μύτες τῶν Ἁγίων. Δεχόμενοι αὐτήν τήν δοκιμασία οἱ Ἅγιοι, “τό ξύδι σου”, ἔλεγαν, “βασιλιά, μᾶς φαίνεται γλυκύτερο ἀπό τό μέλι καί τό κερί”.
Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν, ἀφοῦ θύμωσε ὁ τύραννος περισσότερο, διέταξε νά βγάλουν τούς ὀφθαλμούς τῶν Ἁγίων καί νά τούς ρίξουν σέ μία σκοτεινή φυλακή, ἡ ὁποία ἦταν γεμάτη ἀπό φαρμακερά φίδια καί ἄλλα ζῳύφια. Καί, ὤ τοῦ θαύματος! τά φαρμακερά ἐκεῖνα ζῳύφια, νεκρώθηκαν καί ἡ βρωμιά πού ἔβγαινεν ἀπό ἐκεῖ μεταβλήθηκε σέ εὐωδία καί τό σκοτάδι τῆς φυλακῆς ἔγινε φῶς ὑπέρλαμπρο. Τότε ὁ Χριστός ἐμφανίσθηκε ἀνάμεσα στούς Ἁγίους καί τούς λέει, «εἰρήνη ὑμῖν». Καί, ἀφοῦ ἔπιασε τήν Ἁγία Φωτεινή ἀπό τό χέρι, τήν σήκωσε καί εἶπε· «Ἐγώ εἶμαι μέ ἐσᾶς πάντοτε, γι’ αὐτό μή φοβῆσθε, ἀλλά μᾶλλον πάντοτε νά χαίρετε». Καί μαζί μέ τόν λόγο του, ἀμέσως ἔπεσαν ἀπό τούς ὀφθαλμούς τους κάτι σάν λέπια καί ἔτσι οἱ Ἅγιοι ἔλαβαν τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν τους καί εἶδαν τόν Κύριο καί τόν προσκύνησαν. Ὁ δέ Κύριος εὐλογῶντας τους τούς εἶπε· «Νά ἀνδρίζεσθε καί νά δυναμώνεσθε». Καί ἔτσι ἀνέβηκε στούς Οὐρανούς.
Ὁ ἀσεβής Νέρωνας ἄφησε τούς Ἁγίους στήν φυλακή γιά τρία χρόνια, ὥστε ἀπό τήν κακοπάθεια νά τελειώσουν τήν ζωή τους μέ πικρό θάνατο. Ἀφοῦ λοιπόν πέρασαν τά τρία χρόνια, εἶχε ὁ βασιλιάς ἕναν δοῦλο κλεισμένο στήν φυλακή καί διέταξε νά τόν βγάλουν ἔξω. Πηγαίνοντας λοιπόν οἱ ἀποσταλμένοι γιά νά βγάλουν τόν δοῦλο, μόλις εἶδαν τούς Ἁγίους Μάρτυρες ὑγιεῖς καί δυνατούς, φανέρωσαν στόν βασιλιά ὅτι οἱ Γαλιλαῖοι, πού τυφλώθηκαν, βλέπουν καί εἶναι ὑγιεῖς. Καί ὅτι ἡ φυλακή, λάμποντας ἀπό φῶς καί ἀπό μύρα εὐωδιάζοντας, μεταβλήθηκε σέ οἶκο Θεοῦ, στήν ὁποία τρέχοντας οἱ Ἕλληνες, βαπτίζονται ἀπό αὐτούς, πιστεύοντας στόν Χριστό, πού κηρύττεται ἀπό αὐτούς. Ἀκούγοντας αὐτά ὁ βασιλιάς, ἐξεπλάγη. Καί, στέλνοντας ὑπηρέτες, ἔφερε τούς Ἁγίους μπροστά του καί τούς λέει· «Δέν σᾶς ὡρίσαμε μέ διαταγή βασιλική νά μή κηρύττετε τόν Χριστό στήν πόλι αὐτή τῶν Ρωμαίων; Πῶς λοιπόν ἐσεῖς, στήν φυλακή βρισκόμενοι, κηρύττετε τόν Χριστό; Νά γνωρίζετε, ὅτι γι’ αὐτό θά σᾶς βασανίσω μέ πολλές καί μεγάλες τιμωρίες». Οἱ δέ Ἅγιοι ἀποκρίθηκαν· «Ἐκεῖνο πού θέλεις κάνε. Διότι ἐμεῖς δέν θά σταματήσουμε νά κηρύττουμε τόν Χριστό, πού εἶναι Θεός ἀληθινός καί ποιητής τοῦ παντός». Τότε ὁ Νέρων θύμωσε καί διέταξε νά σταυρώσουν τούς Ἁγίους κατακέφαλα γιά τρεῖς ἡμέρες καί νά ξεσχίζουν τίς σάρκες τους μέ λουριά ἀπό νεῦρα βοδιῶν, ἕως ὅτου νά διαλυθοῦν οἱ ἀρθρώσεις τους. Ἀφοῦ αὐτό ἔγινε, διέταξε νά μείνουν κρεμασμένοι ἀκόμη τέσσερις ἡμέρες. Τήν πέμπτη ἡμέρα πηγαίνοντας οἱ δήμιοι νά δοῦν, ἄν ζοῦν οἱ Ἅγιοι, μόλις τούς εἶδαν κρεμασμένους, αὐτοί οἱ δήμιοι τυφλώθηκαν. Ἄγγελος ὅμως Κυρίου κατέβηκε ἀπό τούς Οὐρανούς καί ἔλυσε τούς Ἁγίους. Κατόπιν, ἀφοῦ τούς χαιρέτισε, τούς ἄφησε ὑγιεῖς.
Ἡ Ἁγία Φωτεινή ὅμως σπλαγχνίσθηκε τήν τύφλωσι τῶν δημίων· προσευχήθηκε τότε καί ἀμέσως ἐκεῖνοι ἔλαβαν τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν τους. Ἔτσι πίστεψαν στόν Χριστό καί βαπτίσθηκαν. Ὅταν ἄκουσε αὐτά ὁ Νέρων θύμωσε, καί διέταξε νά βγάλουν τό δέρμα τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς. Ὅταν γινόταν αὐτό, ἡ Ἁγία ἔψαλλε λέγοντας· «Κύριε ἐδοκίμασάς με καί ἔγνως με». Καί ἀφοῦ ἔβγαλαν τό δέρμα της, τό ἔρριξαν στό ποτάμι, ἐνῷ τήν Ἁγία τήν ἔρριξαν σέ ἕνα ξηροπήγαδο. Τόν Ἅγιο Σεβαστιανό καί Φωτεινό καί Ἰωσῆ, ἀφοῦ τούς συνέλαβαν, ἔκοψαν τά κρύφια μέλη τους καί τά πέταξαν, ἐνῷ τούς ἴδιους σφάλησαν μέσα σέ ἕνα παλαιό λουτρό. Τίς πέντε ἀδελφές τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς παρουσίασε μπροστά του ὁ Νέρωνας. Καί πρῶτα διέταξε νά κόψουν τούς μαστούς τους, ἔπειτα νά βγάλουν τό δέρμα τους. Ὅταν λοιπόν πῆγαν οἱ δήμιοι γιά νά γδάρουν τήν Ἁγία Φωτίδα, τήν τέταρτη ἀδελφή, ἐκείνη δέν καταδέχθηκε νά συλληφθῆ ἀπό κανένα, καθώς οἱ λοιπές ἀδελφές της, ἀλλά μόνη παρουσιάσθηκε ἀνδρεία καί ἔγδαραν τό δέρμα της. Ὥστε θαύμασε ὁ βασιλιάς τήν ἀνδρεία καί μεγαλοψυχία της.
Γι’ αὐτό, ἀφοῦ θύμωσε πάρα πολύ, καί ὕστερα ἀπό τήν δοκιμασία αὐτή, ἐπινόησε ὁ θηριώδης καί ἄλλη κατά τῆς Ἁγίας Φωτίδος, πολύ φοβερή καί ἐπώδυνη. Δηλαδή, διέταξε νά λυγίσουν μέ βία τίς κορυφές δύο δένδρων, πού ἦταν στό περιβόλι του καί σέ αὐτές νά δέσουν τήν Ἁγία. Ἔπειτα διέταξε νά ἀφήσουν πάλι τίς κορυφές νά ἐπανέλθουν στό προηγούμενο σχῆμα τους. Ἀπό αὐτά ὅμως ἡ Ἁγία χωρίσθηκε σέ δύο μέρη καί ἔτσι παρέδωσε ἡ μακαρία τήν ψυχή της στά χέρια Θεοῦ καί ἔλαβε τόν τοῦ μαρτυρίου ἀμάραντο στέφανο. Τότε διέταξε νά ἀποκεφαλίσουν ὅλους τούς Ἁγίους καί μόνο τήν Ἁγία Φωτεινή νά τήν βγάλουν ἀπό τό ξηροπήγαδο καί νά τήν βάλουν στήν φυλακή. Αὐτή ὅμως ἐλυπεῖτο, διότι ἔμεινε μόνη καί δέν στεφανώθηκε μαζί μέ τίς ὑπόλοιπες ἀδελφές της. Γι’ αὐτό καί παρακαλοῦσε καί γι’ αὐτό τόν Θεό, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τῆς ἐμφανίσθηκε καί τήν σφράγιζε μέ τό σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ τρεῖς φορές καί τήν γέμισε ἀπό χαρά, τήν ἔκανε ὑγιῆ. Ὕστερα ὅμως ἀπό πολλές ἡμέρες, ὑμνῶντας καί εὐλογῶντας τόν Θεό, παρέδωσε τήν ψυχή της στά χέρια του.


Login