Τῷ αὐτῷ μηνί H΄, τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Προφήτου Ζαχαρίου. Αἱ Ἅγιαι Μάρτυρες Μάρθα καί Μαρία αἱ ἀδελφαί, σύν τῷ Ὁσίῳ Λυκαρίωνι, ξίφει τελειοῦνται.

Τῷ αὐτῷ μηνί H΄, τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου.

Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος Θε­ό­δω­ρος ἔ­ζη­σε στά χρό­νια του αὐ­το­κρά­το­ρα Λι­κι­νί­ου κα­τά τό ἔ­τος 320, κα­τα­γό­με­νος ἀ­πό τά Εὐ­χά­ι­τα, τά ὁ­ποῖ­α κοι­νῶς λέ­γον­ται Ἐ­φλε­έμ, βρι­σκό­με­να στήν Γα­λα­τί­α, κα­τοι­κοῦ­σε ὅ­μως στήν Ἡ­ρά­κλεια, πού βρί­σκε­ται πρός τήν Μαύ­ρη Θά­λασ­σα. Αὐ­τός ἦ­ταν ἀ­νώ­τε­ρος ἀ­πό πολ­λούς τό­σο στό κάλ­λος τῆς ψυ­χῆς καί στήν ὀ­μορ­φιά τοῦ σώ­μα­τος, ὅ­σο καί στήν δύ­να­μι τῶν λό­γων, γι’ αὐ­τό καί ὅ­λοι προ­σπα­θοῦ­σαν νά ἀ­πο­κτή­σουν τήν φι­λί­α του. Γιά τόν λό­γο αὐ­τόν καί ὁ βα­σι­λιάς Λι­κί­νιος κα­τέ­βα­λε με­γά­λη φρον­τί­δα νά συ­νο­μι­λή­ση μέ αὐ­τόν, μο­λο­νό­τι ἔ­μα­θε, ὅ­τι ἦ­ταν Χρι­στια­νός καί ὅ­τι σιγ­χαί­νε­ται καί μι­σεῖ ἐ­κεί­νους, πού λέ­νε οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες καί αὐ­τός ὁ ἴ­διος θε­ούς.

Ἔ­τσι γιά τόν σκο­πό αὐ­τόν ἀ­πέ­στει­λε ἀ­πό τήν Νι­κο­μή­δεια ἐ­πί­τη­δες με­ρι­κούς ἀ­ξι­ω­μα­τού­χους δι­κούς του, τούς ὁ­ποί­ους δι­έ­τα­ξε νά ὁ­δη­γή­σουν μέ τι­μή ἐ­νώ­πιόν του τόν Ἅ­γιο. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ Ἅ­γιος Θε­ό­δω­ρος αμή­νυ­σε μέ τούς ἰ­δί­ους ἀ­πε­σταλ­μέ­νους στόν βα­σι­λιά, ὅ­τι αὐ­τός ὁ ἴ­διος πρέ­πει καλ­λί­τε­ρα νά πά­η στήν Ἡ­ρά­κλεια, καί μέ τούς με­γα­λύ­τε­ρους θε­ούς του καί γιά ἄλ­λες αἰ­τί­ες, καί γιά με­ρι­κές ὑ­πο­θέ­σεις δη­μό­σι­ες, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν ὁ βα­σι­λιάς παίρ­νον­τας μα­ζί του τούς χρυ­σοῦς καί ἀρ­γυ­ροῦς θε­ούς του, πῆ­γε στήν Ἡ­ρά­κλεια. Ὁ Ἅ­γιος Θε­ό­δω­ρος προ­θυ­μο­ποι­ή­θη­κε καί δυ­να­μώ­θη­κε στό μαρ­τύ­ριο μέ ὀ­πτα­σί­ες νυ­κτε­ρι­νές, πού τοῦ στάλ­θη­καν ἀ­πό τόν Θε­ό. Ἔ­τσι μό­λις ἄ­κου­σε, ὅ­τι ὁ Λι­κί­νιος πλη­σί­α­σε στά τεί­χη τῆς πό­λε­ως, κά­θι­σε ἐ­πά­νω σέ ἄ­λο­γο καί τόν προ­ϋ­πάν­τη­σε μέ τι­μή, ὅ­πως ἔ­πρε­πε.

Ὁ βα­σι­λιάς μπαί­νον­τας στήν πό­λι, πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Ἅ­γιο νά θυ­σιά­ση στούς θε­ούς. Ὁ Μάρ­τυ­ρας ὅ­μως ζή­τη­σε νά τούς πά­ρη πρῶ­τα στόν οἶ­κο του, γιά νά τούς λα­τρεύ­ση. Παίρ­νον­τας ὅ­μως ὁ Ἅ­γιος τούς θε­ούς, κα­τά τό μέ­σον τῆς νυ­κτός τά κομ­μά­τια­σε καί τούς μοί­ρα­σε στούς πτω­χούς. Ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε, εἶ­πε Μα­ξέν­τιος ὁ ἑ­κα­τόν­ταρ­χος πρός τόν βα­σι­λιά, ὅ­τι εἶ­δε τό κε­φά­λι τῆς με­γά­λης θε­ᾶς Ἀρ­τέ­μι­δος, νά τό κρα­τά­η ἕ­νας πτω­χός καί τό πε­ρι­έ­φε­ρε στούς δρό­μους. Τό­τε ἅρ­πα­ξαν ἀ­μέ­σως οἱ δο­ρυ­φό­ροι τοῦ βα­σι­λιά τόν Ἅ­γιο Θε­ό­δω­ρο καί πρῶ­τα τόν ἔ­γδυ­σαν καί τόν τέν­τω­σαν ἀ­πό τά τέσ­σα­ρα μέ­ρη τοῦ σώ­μα­τος. Ἔ­πει­τα δί­νουν μέ νεῦ­ρα βο­δι­ῶν στήν ρά­χη τοῦ ἀ­θλη­τῆ ξυ­λι­ές ἑ­πτα­κό­σι­ες, στήν κοι­λιά του ξυ­λι­ές πε­νῆν­τα. Τόν λαι­μό τοῦ Ἁ­γί­ου τόν κτύ­πη­σαν μέ μο­λυ­βέ­νι­ες σφαῖ­ρες, κα­τό­πιν τόν ξύ­νουν καί τόν καῖνε μέ λαμ­πά­δες, ὕ­στε­ρα ἔ­τρι­ψαν μέ τοῦ­βλα καί κε­ρα­μί­δια τίς πλη­γω­μέ­νες καί καμ­μέ­νες σάρ­κες του καί ἔ­τσι τόν ἔρ­ρι­ξαν στήν φυ­λα­κή καί σφά­λι­σαν τά πό­δια του στό τι­μω­ρη­τι­κό ξύ­λο, ἀ­φή­νον­τάς τον ἐ­κεῖ νη­στι­κό ἑ­πτά ἡ­μέ­ρας.

Στήν συ­νέ­χεια τόν ἔ­βγα­λαν ἀ­πό τήν φυ­λα­κή καί κάρ­φω­σαν τά χέ­ρια καί τά πό­δια του σέ ἕ­να σταυ­ρό. Ἔ­πει­τα (ὤ τῆς θη­ρι­ώ­δης ἀ­παν­θρω­πιᾶς!) πέ­ρα­σαν στό παι­δο­γό­νο καί κρύ­φιο μέ­λος τοῦ Μάρ­τυ­ρα ἕ­να πηρού­νι, τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­φθα­σε ἕ­ως μέ­σα στά ἐν­τό­σθιά του. Στέ­κον­ταν ἀ­κό­μη καί γύ­ρω του παι­διά, τά ὁ­ποῖ­α ση­μά­δευ­αν μέ τά βέ­λη τους τόν Ἅ­γιο στό πρό­σω­πο. Τό­τε ἀ­πό τά βέ­λη χύ­θη­καν οἱ κό­ρες τῶν ὀ­φθαλ­μῶν του. Ἄλ­λοι πά­λι κό­βον­τας πλά­για τά ἀ­πό­κρυ­φά του μό­ρια, ἔ­κο­ψαν μα­ζί καί τά σπερ­μο­γό­να του μέ­λη. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ Ἅ­γιος ἔ­μει­νε τήν νύ­κτα στόν σταυ­ρό, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν νό­μι­σε ὁ Λι­κί­νιος, ὅ­τι ἤ­δη πέ­θα­νε, ἐ­ξα­πα­τή­θη­κε ὅ­μως ὁ τα­λαί­πω­ρος. Δι­ό­τι ὁ Ἅ­γιος λύ­θη­κε ἀ­πό τά δε­σμά ἀ­πό θεῖ­ο Ἄγ­γε­λο καί ἔ­γι­νε ἐν­τε­λῶς ὑ­γι­ής, ψάλ­λον­τας καί εὐ­λο­γῶν­τας τόν Θε­ό. Ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε, ἔ­στει­λε ὁ Λι­κί­νιος ἀν­θρώ­πους, γιά νά πά­ρουν τό σῶ­μα του καί νά τό ρί­ξουν στήν θά­λασ­σα. Οἱ ἀ­πο­σταλ­μέ­νοι ὅ­μως βλέ­πον­τας τόν Ἅ­γιο ζων­τα­νό καί ὑ­γι­ῆ, πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό, ἄν­θρω­ποι ὀ­γδον­τα­πέν­τε, καί με­τά ἀ­πό αὐ­τά πί­στε­ψαν καί ἄλ­λοι τρι­α­κό­σιοι, ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους πρῶ­τος ἦ­ταν ὁ ἀν­θύ­πα­τος Κέ­στης. Δη­λα­δή αὐ­τοί μο­λο­νό­τι ἐ­στά­λη­σαν, γιά νά θα­να­τώ­σουν τούς ὀ­γδόν­τα πέν­τε πού πί­στε­ψαν, πί­στε­ψαν καί αὐ­τοί.

Βλέ­πον­τας λοι­πόν ὁ Λι­κί­νιος, ὅ­τι ἦ­ταν ἡ πό­λις τα­ραγ­μέ­νη, δι­έ­τα­ξε νά ἀ­πο­κε­φα­λί­σουν τόν Ἅ­γιο. Ὅ­μως πολ­λοί Χρι­στια­νοί πού βρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ, ἐμ­πό­δι­σαν τούς στρα­τι­ῶ­τες. Ἀλ­λ’ ὁ Ἅ­γιος, ἀ­φοῦ μέ δυ­σκο­λί­α κα­θη­σύ­χα­σε τούς Χρι­στια­νούς, ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε, καί ἔ­τσι ἔ­λα­βε ὁ μα­κά­ριος τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν στέ­φα­νο. Τό δέ ἅ­γιο λεί­ψα­νό του με­τα­φέρ­θη­κε ἀ­πό τήν Ἡ­ρά­κλεια στά Εὐ­χά­ι­τα, καί το­πο­θε­τή­θη­κε στόν πα­τρι­κό του οἶ­κο, ὅ­πως δι­έ­τα­ξε γι' αὐ­τό ὁ Μάρ­τυ­ρας τόν τα­χυ­γρά­φο του Αὔ­γα­ρο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν πα­ρών στό μαρ­τύ­ριό του καί ἔ­γρα­ψε τίς κα­τά μέ­ρος ἐ­ρω­τή­σεις καί ἀ­πο­κρί­σεις τοῦ Ἁ­γί­ου, καί τά δι­ά­φο­ρα εἴ­δη τῶν βα­σά­νων πού ἔ­λα­βε, καί τίς  βο­ή­θει­ες καί ἀν­τι­λή­ψεις πού ἀ­ξι­ώ­θη­κε ἀ­πό τόν Θε­ό[1]. (Τόν ἐ­κτε­νῆ Βί­ο του βλέπε στόν πεζογράφο Δαμασκηνό).

  Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Προφήτου Ζαχαρίου.

 Ἵππους ἑώρας τούς νόας Ζαχαρία,

Δι’ ὧν πρός ὕψος Οὐρανῶν ἀφιππάσω.

 

Αὐ­τός ὁ Προ­φή­της Ζα­χα­ρί­ας ἑρ­μη­νεύ­ε­ται μνή­μη Θε­οῦ. Προ­ερ­χό­ταν ἀ­πό τό γέ­νος τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ, ἀ­πό τήν φυ­λή τοῦ Λευ­ΐ καί γεν­νή­θη­κε στήν Γα­λα­άδ. Ἐ­πέ­στρε­ψε στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ ὕ­στε­ρα ἀ­πό τήν σκλα­βιά τῶν Ἑ­βραί­ων στήν Βα­βυ­λῶ­να, γέ­ρον­τας στήν ἡ­λι­κί­α. Ἐ­κεῖ στήν Βα­βυ­λῶ­να εὑ­ρι­σκό­με­νος, ἔ­κα­νε πολ­λές προ­φη­τεῖ­ες πρός τόν λα­ό τοῦ Θε­οῦ καί ὡς ἀ­πό­δει­ξι τῆς ἀ­λή­θειας τῶν λε­γο­μέ­νων του ἔ­δω­σε πολ­λά τέ­ρα­τα καί ση­μεῖ­α. Αὐ­τός εἶ­πε στόν ἀρ­χι­ε­ρέ­α Ἰ­ω­σε­δέκ, ὅ­τι θά γεν­νή­ση υἱ­ό καί ὅ­τι θά ἱ­ε­ρα­τεύ­ση στόν Κύ­ριο στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Αὐ­τός εὐ­λό­γη­σε καί τόν Σα­λα­θι­ήλ καί τοῦ εἶ­πε, ὅ­τι θά γεν­νή­ση υἱ­ό καί θά τόν ὀ­νο­μά­ση Ζο­ρο­βά­βελ, δη­λα­δή σπέρ­μα Βα­βυ­λῶ­νος. Δι­ό­τι ἡ λέ­ξις Ζο­ρό ἑρ­μη­νεύ­ε­ται σπέρ­μα. Καί Βα­βέλ ση­μαί­νει Βα­βυ­λών. Στά χρό­νια πά­λι Κύ­ρου τοῦ βα­σι­λέ­ως Περ­σῶν ἔ­δω­σε ἕ­να ση­μεῖ­ο πα­ρά­ξε­νο γιά τόν Κροῖ­σο, τόν βα­σι­λιά τῆς Λυ­δί­ας καί γιά τήν πο­λι­ορ­κί­α καί ἐ­ξα­φά­νη­σι τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ καί γιά τό τέ­λος τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ. Πα­ρό­μοι­α καί γιά τήν ἀρ­χή καί τέ­λος τῶν ἐ­θνῶν καί γιά τήν μέ­χρι τέ­λους κα­τα­στρο­φή καί ἐ­ρή­μω­σι τοῦ Να­οῦ στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα καί ὅ­τι θά ἐ­κλεί­ψουν οἱ Προ­φῆ­τες ἀ­πό τούς Ἰσ­ρα­η­λῖ­τες καί θά ἀρ­γή­σουν οἱ ἱ­ε­ρεῖς καί τά Σάβ­βα­τα. Αὐ­τός προ­φή­τευ­σε καί γιά τήν δι­πλῆ κρί­σι, πού πρό­κει­ται νά γί­νη[2], καί ἀ­φοῦ εἶ­πε καί ἄλ­λες πολ­λές προ­φη­τεῖ­ες, ἐ­κοι­μή­θη σέ γῆ­ρας βα­θύ καί ἐ­τά­φη κον­τά στόν τά­φο τοῦ Ἀγ­γαί­ου τοῦ Προ­φή­του[3].

 Αἱ Ἅγιαι Μάρτυρες Μάρθα καί Μαρία αἱ ἀδελφαί, σύν τῷ Ὁσίῳ Λυκαρίωνι, ξίφει τελειοῦνται.

Αὐτές οἱ Ἁγίες ἦταν ἀδελφές κατά σάρκα καί ζοῦσαν μέ παρθενία μόνες τους. Συνέβη ὅμως νά περάση ὁ ἡγεμόνας ἀπό τό σπίτι ἐκεῖνο, στό ὁ­ποῖ­ο κα­τοι­κοῦ­σαν, ἔ­σκυ­ψαν ἀ­πό τό πα­ρά­θυ­ρο καί εἶ­παν, ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στια­νές. Ὁ ἡ­γε­μό­νας λυ­πού­με­νος, ἐ­λε­ει­νο­λο­γοῦ­σε τόν θά­να­το πού πρό­κει­ται νά λά­βουν στήν νε­ό­τη­τά τους. Οἱ Ἁ­γί­ες ἀν­τα­πε­κρί­θη­καν, ὅ­τι, ὁ θά­να­τος γιά τόν Χρι­στό, δέν εἶ­ναι θά­να­τος, ἀλ­λά ζω­ή, ἡ ὁ­ποί­α τέ­λος δέν ἔ­χει. Αὐ­τό τό ἴ­διο ὡ­μο­λό­γη­σε καί ὁ Ἅ­γιος Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρας Λυ­κα­ρί­ων, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν νέ­ος μο­να­χός καί σύν­τρο­φος τῶν Ἁ­γί­ων. Τό­τε μέ δι­α­τα­γή τοῦ ἡ­γε­μό­να καί οἱ τρεῖς καρ­φώ­θη­καν σέ τρεῖς σταυ­ρούς. Τε­λευ­ταῖ­α ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­σαν μέ ξί­φος ἀ­πό τούς δη­μί­ους καί ἔ­τσι πα­ρέ­δω­σαν τίς ψυ­χές τους στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ καί ἔ­λα­βαν τούς στε­φά­νους τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου



[1] Ἡ ἀ­να­κο­μι­δή τοῦ λει­ψά­νου του ἑ­ορ­τά­ζε­ται κα­τά τήν 8η Ἰ­ου­νί­ου. Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι σ’ αὐ­τόν τόν Ἅ­γιο Θε­ό­δω­ρο, ἐγ­κώ­μιο ἔ­πλε­ξε Εὐ­θύ­μιος ὁ Ζυ­γα­δη­νός, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Τόν τοῦ Θε­οῦ δώ­ρων ἐ­πώ­νυ­μον Μάρ­τυ­ρα», τό ὁ­ποῖ­ο με­τέ­φρα­σε στήν ἁ­πλῆ γλῶσ­σα ἡ προ­σω­πι­κή μου ἀ­δυ­να­μί­α καί βρί­σκε­ται στό κελ­λί τῶν Ἁ­γί­ων Θε­ο­δώ­ρων στίς Κα­ρυ­ές. Ὁ δέ ἑλ­λη­νι­κός του Βί­ος βρί­σκε­ται στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Λι­κι­νί­ῳ τῷ βα­σι­λεῖ».

[2] Ἴ­σως δι­πλῆ κρί­σις ἐν­νο­εῖ­ται ἐ­δῶ ἡ τῆς ψυ­χῆς καί τοῦ σώ­μα­τος. Δι­ό­τι καί τά δύ­ο θά κρι­θοῦν στήν μέλ­λου­σα κρί­σι. Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι τό λεί­ψα­νο αὐ­τοῦ τοῦ Προ­φή­τη Ζα­χα­ρί­ου ἦ­ταν στόν Να­ό τοῦ ἀ­δελ­φο­θέ­ου Ἰ­α­κώ­βου στήν  Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­νή­γει­ρε ὁ βα­σι­λιάς Ἰ­ου­στί­νος (σελ. 1152 τῆς Δω­δε­κα­βί­βλου).

[3] Ὁ Ζα­χα­ρί­ας Αὐ­τός ἦ­ταν υἱ­ός Βα­ρα­χί­ου καί προ­φή­τευ­σε τόν 8ο κα­τά τόν 2ο  χρό­νο τοῦ βα­σι­λιά Δα­ρεί­ου, ὅ­πως γί­νε­ται φα­νε­ρό αὐ­τό στό πρῶ­το κε­φά­λαι­ο τῆς προ­φη­τεί­ας του, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι χω­ρι­σμέ­νη σέ δε­κα­τέσ­σα­ρα κε­φά­λαι­α. Ὡς πρός τήν ἡ­λι­κί­α ἦ­ταν συ­νο­μή­λι­κος μέ τόν Προ­φή­τη Ἀγ­γαῖ­ο καί ὅ­μοι­ος ὡς πρός τόν τρό­πο τῆς ζω­ῆς. Τίς δέ προ­φη­τεῖ­ες του τίς προ­εῖ­πε στούς Ἰ­ου­δαί­ους καί πρίν ἀ­πό τόν Ἀγ­γαῖ­ο καί με­τά τόν Ἀγ­γαῖ­ο. Θαυ­μά­σια μά­λι­στα ὁ Προ­φή­της αὐ­τός, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό κά­θε ἄλ­λον, δι­α­σά­φη­σε τά ὅ­σα ἀ­φο­ροῦν τό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ Ἀ­λέ­ξαν­δρος ὁ Μαυ­ρο­κορ­δᾶ­τος, στήν σελ. 283 τῶν Ἰ­ου­δα­ϊ­κῶν. Δι­ό­τι ὁ χρυ­σός στέ­φα­νος, πού ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πό χρυ­σό καί ἄρ­γυ­ρο, τόν ὁ­ποῖ­ον ἀ­να­φέ­ρει στό 8ο κεφ. ἁρ­μό­ζει στήν μο­ναρ­χί­α τοῦ Σω­τῆ­ρος καί στήν δι­κή μας Ἐκ­κλη­σί­α, πού ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πό Ἰ­ου­δαί­ους καί Εἰ­δω­λο­λά­τρες. Με­ρι­κοί ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται, ὅ­τι ὁ Προ­φή­της Αὐ­τός ἀ­ξι­ώ­θη­κε μαρ­τυ­ρι­κοῦ τέ­λους. Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ὁ Ζα­χα­ρί­ας Αὐ­τός καί ὁ Ἀγ­γαῖ­ος καί ὁ Μα­λα­χί­ας, κα­λοῦν­ται Προ­φῆ­ται τοῦ δευ­τέ­ρου Να­οῦ, ἐ­πει­δή ἔ­ζη­σαν τόν και­ρό ἐ­κεῖ­νο, πού τόν ἔ­κτι­σε ὁ Ζο­ρο­βά­βελ, ὅ­πως λέ­ει ὁ Κα­νό­νι­κος Κλή­μης στήν ἀ­να­σκευ­ή τῆς Δι­α­θή­κης, πού τε­λευ­ταῖ­α ἑρ­μη­νεύ­θη­κε.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης