Τῷ αὐτῷ μηνί H΄, τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου.
Αὐτός ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ἔζησε στά χρόνια του αὐτοκράτορα Λικινίου κατά τό ἔτος 320, καταγόμενος ἀπό τά Εὐχάιτα, τά ὁποῖα κοινῶς λέγονται Ἐφλεέμ, βρισκόμενα στήν Γαλατία, κατοικοῦσε ὅμως στήν Ἡράκλεια, πού βρίσκεται πρός τήν Μαύρη Θάλασσα. Αὐτός ἦταν ἀνώτερος ἀπό πολλούς τόσο στό κάλλος τῆς ψυχῆς καί στήν ὀμορφιά τοῦ σώματος, ὅσο καί στήν δύναμι τῶν λόγων, γι’ αὐτό καί ὅλοι προσπαθοῦσαν νά ἀποκτήσουν τήν φιλία του. Γιά τόν λόγο αὐτόν καί ὁ βασιλιάς Λικίνιος κατέβαλε μεγάλη φροντίδα νά συνομιλήση μέ αὐτόν, μολονότι ἔμαθε, ὅτι ἦταν Χριστιανός καί ὅτι σιγχαίνεται καί μισεῖ ἐκείνους, πού λένε οἱ εἰδωλολάτρες καί αὐτός ὁ ἴδιος θεούς.
Ἔτσι γιά τόν σκοπό αὐτόν ἀπέστειλε ἀπό τήν Νικομήδεια ἐπίτηδες μερικούς ἀξιωματούχους δικούς του, τούς ὁποίους διέταξε νά ὁδηγήσουν μέ τιμή ἐνώπιόν του τόν Ἅγιο. Ἐπειδή ὅμως ὁ Ἅγιος Θεόδωρος αμήνυσε μέ τούς ἰδίους ἀπεσταλμένους στόν βασιλιά, ὅτι αὐτός ὁ ἴδιος πρέπει καλλίτερα νά πάη στήν Ἡράκλεια, καί μέ τούς μεγαλύτερους θεούς του καί γιά ἄλλες αἰτίες, καί γιά μερικές ὑποθέσεις δημόσιες, γιά τόν λόγο αὐτόν ὁ βασιλιάς παίρνοντας μαζί του τούς χρυσοῦς καί ἀργυροῦς θεούς του, πῆγε στήν Ἡράκλεια. Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος προθυμοποιήθηκε καί δυναμώθηκε στό μαρτύριο μέ ὀπτασίες νυκτερινές, πού τοῦ στάλθηκαν ἀπό τόν Θεό. Ἔτσι μόλις ἄκουσε, ὅτι ὁ Λικίνιος πλησίασε στά τείχη τῆς πόλεως, κάθισε ἐπάνω σέ ἄλογο καί τόν προϋπάντησε μέ τιμή, ὅπως ἔπρεπε.
Ὁ βασιλιάς μπαίνοντας στήν πόλι, παρακαλοῦσε τόν Ἅγιο νά θυσιάση στούς θεούς. Ὁ Μάρτυρας ὅμως ζήτησε νά τούς πάρη πρῶτα στόν οἶκο του, γιά νά τούς λατρεύση. Παίρνοντας ὅμως ὁ Ἅγιος τούς θεούς, κατά τό μέσον τῆς νυκτός τά κομμάτιασε καί τούς μοίρασε στούς πτωχούς. Ὅταν ξημέρωσε, εἶπε Μαξέντιος ὁ ἑκατόνταρχος πρός τόν βασιλιά, ὅτι εἶδε τό κεφάλι τῆς μεγάλης θεᾶς Ἀρτέμιδος, νά τό κρατάη ἕνας πτωχός καί τό περιέφερε στούς δρόμους. Τότε ἅρπαξαν ἀμέσως οἱ δορυφόροι τοῦ βασιλιά τόν Ἅγιο Θεόδωρο καί πρῶτα τόν ἔγδυσαν καί τόν τέντωσαν ἀπό τά τέσσαρα μέρη τοῦ σώματος. Ἔπειτα δίνουν μέ νεῦρα βοδιῶν στήν ράχη τοῦ ἀθλητῆ ξυλιές ἑπτακόσιες, στήν κοιλιά του ξυλιές πενῆντα. Τόν λαιμό τοῦ Ἁγίου τόν κτύπησαν μέ μολυβένιες σφαῖρες, κατόπιν τόν ξύνουν καί τόν καῖνε μέ λαμπάδες, ὕστερα ἔτριψαν μέ τοῦβλα καί κεραμίδια τίς πληγωμένες καί καμμένες σάρκες του καί ἔτσι τόν ἔρριξαν στήν φυλακή καί σφάλισαν τά πόδια του στό τιμωρητικό ξύλο, ἀφήνοντάς τον ἐκεῖ νηστικό ἑπτά ἡμέρας.
Στήν συνέχεια τόν ἔβγαλαν ἀπό τήν φυλακή καί κάρφωσαν τά χέρια καί τά πόδια του σέ ἕνα σταυρό. Ἔπειτα (ὤ τῆς θηριώδης ἀπανθρωπιᾶς!) πέρασαν στό παιδογόνο καί κρύφιο μέλος τοῦ Μάρτυρα ἕνα πηρούνι, τό ὁποῖο ἔφθασε ἕως μέσα στά ἐντόσθιά του. Στέκονταν ἀκόμη καί γύρω του παιδιά, τά ὁποῖα σημάδευαν μέ τά βέλη τους τόν Ἅγιο στό πρόσωπο. Τότε ἀπό τά βέλη χύθηκαν οἱ κόρες τῶν ὀφθαλμῶν του. Ἄλλοι πάλι κόβοντας πλάγια τά ἀπόκρυφά του μόρια, ἔκοψαν μαζί καί τά σπερμογόνα του μέλη. Ἐπειδή ὅμως ὁ Ἅγιος ἔμεινε τήν νύκτα στόν σταυρό, γιά τόν λόγο αὐτόν νόμισε ὁ Λικίνιος, ὅτι ἤδη πέθανε, ἐξαπατήθηκε ὅμως ὁ ταλαίπωρος. Διότι ὁ Ἅγιος λύθηκε ἀπό τά δεσμά ἀπό θεῖο Ἄγγελο καί ἔγινε ἐντελῶς ὑγιής, ψάλλοντας καί εὐλογῶντας τόν Θεό. Ὅταν ξημέρωσε, ἔστειλε ὁ Λικίνιος ἀνθρώπους, γιά νά πάρουν τό σῶμα του καί νά τό ρίξουν στήν θάλασσα. Οἱ ἀποσταλμένοι ὅμως βλέποντας τόν Ἅγιο ζωντανό καί ὑγιῆ, πίστεψαν στόν Χριστό, ἄνθρωποι ὀγδονταπέντε, καί μετά ἀπό αὐτά πίστεψαν καί ἄλλοι τριακόσιοι, ἀπό τούς ὁποίους πρῶτος ἦταν ὁ ἀνθύπατος Κέστης. Δηλαδή αὐτοί μολονότι ἐστάλησαν, γιά νά θανατώσουν τούς ὀγδόντα πέντε πού πίστεψαν, πίστεψαν καί αὐτοί.
Βλέποντας λοιπόν ὁ Λικίνιος, ὅτι ἦταν ἡ πόλις ταραγμένη, διέταξε νά ἀποκεφαλίσουν τόν Ἅγιο. Ὅμως πολλοί Χριστιανοί πού βρίσκονταν ἐκεῖ, ἐμπόδισαν τούς στρατιῶτες. Ἀλλ’ ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ μέ δυσκολία καθησύχασε τούς Χριστιανούς, ἀποκεφαλίσθηκε, καί ἔτσι ἔλαβε ὁ μακάριος τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανο. Τό δέ ἅγιο λείψανό του μεταφέρθηκε ἀπό τήν Ἡράκλεια στά Εὐχάιτα, καί τοποθετήθηκε στόν πατρικό του οἶκο, ὅπως διέταξε γι' αὐτό ὁ Μάρτυρας τόν ταχυγράφο του Αὔγαρο, ὁ ὁποῖος ἦταν παρών στό μαρτύριό του καί ἔγραψε τίς κατά μέρος ἐρωτήσεις καί ἀποκρίσεις τοῦ Ἁγίου, καί τά διάφορα εἴδη τῶν βασάνων πού ἔλαβε, καί τίς βοήθειες καί ἀντιλήψεις πού ἀξιώθηκε ἀπό τόν Θεό[1]. (Τόν ἐκτενῆ Βίο του βλέπε στόν πεζογράφο Δαμασκηνό).
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Προφήτου Ζαχαρίου.
Ἵππους ἑώρας τούς νόας Ζαχαρία,
Δι’ ὧν πρός ὕψος Οὐρανῶν ἀφιππάσω.
Αὐτός ὁ Προφήτης Ζαχαρίας ἑρμηνεύεται μνήμη Θεοῦ. Προερχόταν ἀπό τό γένος τοῦ Ἰσραήλ, ἀπό τήν φυλή τοῦ Λευΐ καί γεννήθηκε στήν Γαλαάδ. Ἐπέστρεψε στήν Ἱερουσαλήμ ὕστερα ἀπό τήν σκλαβιά τῶν Ἑβραίων στήν Βαβυλῶνα, γέροντας στήν ἡλικία. Ἐκεῖ στήν Βαβυλῶνα εὑρισκόμενος, ἔκανε πολλές προφητεῖες πρός τόν λαό τοῦ Θεοῦ καί ὡς ἀπόδειξι τῆς ἀλήθειας τῶν λεγομένων του ἔδωσε πολλά τέρατα καί σημεῖα. Αὐτός εἶπε στόν ἀρχιερέα Ἰωσεδέκ, ὅτι θά γεννήση υἱό καί ὅτι θά ἱερατεύση στόν Κύριο στήν Ἱερουσαλήμ. Αὐτός εὐλόγησε καί τόν Σαλαθιήλ καί τοῦ εἶπε, ὅτι θά γεννήση υἱό καί θά τόν ὀνομάση Ζοροβάβελ, δηλαδή σπέρμα Βαβυλῶνος. Διότι ἡ λέξις Ζορό ἑρμηνεύεται σπέρμα. Καί Βαβέλ σημαίνει Βαβυλών. Στά χρόνια πάλι Κύρου τοῦ βασιλέως Περσῶν ἔδωσε ἕνα σημεῖο παράξενο γιά τόν Κροῖσο, τόν βασιλιά τῆς Λυδίας καί γιά τήν πολιορκία καί ἐξαφάνησι τῆς Ἱερουσαλήμ καί γιά τό τέλος τοῦ Ἰσραήλ. Παρόμοια καί γιά τήν ἀρχή καί τέλος τῶν ἐθνῶν καί γιά τήν μέχρι τέλους καταστροφή καί ἐρήμωσι τοῦ Ναοῦ στά Ἱεροσόλυμα καί ὅτι θά ἐκλείψουν οἱ Προφῆτες ἀπό τούς Ἰσραηλῖτες καί θά ἀργήσουν οἱ ἱερεῖς καί τά Σάββατα. Αὐτός προφήτευσε καί γιά τήν διπλῆ κρίσι, πού πρόκειται νά γίνη[2], καί ἀφοῦ εἶπε καί ἄλλες πολλές προφητεῖες, ἐκοιμήθη σέ γῆρας βαθύ καί ἐτάφη κοντά στόν τάφο τοῦ Ἀγγαίου τοῦ Προφήτου[3].
Αἱ Ἅγιαι Μάρτυρες Μάρθα καί Μαρία αἱ ἀδελφαί, σύν τῷ Ὁσίῳ Λυκαρίωνι, ξίφει τελειοῦνται.
Αὐτές οἱ Ἁγίες ἦταν ἀδελφές κατά σάρκα καί ζοῦσαν μέ παρθενία μόνες τους. Συνέβη ὅμως νά περάση ὁ ἡγεμόνας ἀπό τό σπίτι ἐκεῖνο, στό ὁποῖο κατοικοῦσαν, ἔσκυψαν ἀπό τό παράθυρο καί εἶπαν, ὅτι εἶναι Χριστιανές. Ὁ ἡγεμόνας λυπούμενος, ἐλεεινολογοῦσε τόν θάνατο πού πρόκειται νά λάβουν στήν νεότητά τους. Οἱ Ἁγίες ἀνταπεκρίθηκαν, ὅτι, ὁ θάνατος γιά τόν Χριστό, δέν εἶναι θάνατος, ἀλλά ζωή, ἡ ὁποία τέλος δέν ἔχει. Αὐτό τό ἴδιο ὡμολόγησε καί ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυρας Λυκαρίων, ὁ ὁποῖος ἦταν νέος μοναχός καί σύντροφος τῶν Ἁγίων. Τότε μέ διαταγή τοῦ ἡγεμόνα καί οἱ τρεῖς καρφώθηκαν σέ τρεῖς σταυρούς. Τελευταῖα ἀποκεφαλίσθησαν μέ ξίφος ἀπό τούς δημίους καί ἔτσι παρέδωσαν τίς ψυχές τους στά χέρια τοῦ Θεοῦ καί ἔλαβαν τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου
[1] Ἡ ἀνακομιδή τοῦ λειψάνου του ἑορτάζεται κατά τήν 8η Ἰουνίου. Σημείωσε, ὅτι σ’ αὐτόν τόν Ἅγιο Θεόδωρο, ἐγκώμιο ἔπλεξε Εὐθύμιος ὁ Ζυγαδηνός, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Τόν τοῦ Θεοῦ δώρων ἐπώνυμον Μάρτυρα», τό ὁποῖο μετέφρασε στήν ἁπλῆ γλῶσσα ἡ προσωπική μου ἀδυναμία καί βρίσκεται στό κελλί τῶν Ἁγίων Θεοδώρων στίς Καρυές. Ὁ δέ ἑλληνικός του Βίος βρίσκεται στήν Ἱερά Μονή τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Λικινίῳ τῷ βασιλεῖ».
[2] Ἴσως διπλῆ κρίσις ἐννοεῖται ἐδῶ ἡ τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Διότι καί τά δύο θά κριθοῦν στήν μέλλουσα κρίσι. Σημείωσε, ὅτι τό λείψανο αὐτοῦ τοῦ Προφήτη Ζαχαρίου ἦταν στόν Ναό τοῦ ἀδελφοθέου Ἰακώβου στήν Κωνσταντινούπολι, τόν ὁποῖο ἀνήγειρε ὁ βασιλιάς Ἰουστίνος (σελ. 1152 τῆς Δωδεκαβίβλου).
[3] Ὁ Ζαχαρίας Αὐτός ἦταν υἱός Βαραχίου καί προφήτευσε τόν 8ο κατά τόν 2ο χρόνο τοῦ βασιλιά Δαρείου, ὅπως γίνεται φανερό αὐτό στό πρῶτο κεφάλαιο τῆς προφητείας του, ἡ ὁποία εἶναι χωρισμένη σέ δεκατέσσαρα κεφάλαια. Ὡς πρός τήν ἡλικία ἦταν συνομήλικος μέ τόν Προφήτη Ἀγγαῖο καί ὅμοιος ὡς πρός τόν τρόπο τῆς ζωῆς. Τίς δέ προφητεῖες του τίς προεῖπε στούς Ἰουδαίους καί πρίν ἀπό τόν Ἀγγαῖο καί μετά τόν Ἀγγαῖο. Θαυμάσια μάλιστα ὁ Προφήτης αὐτός, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον, διασάφησε τά ὅσα ἀφοροῦν τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως μαρτυρεῖ Ἀλέξανδρος ὁ Μαυροκορδᾶτος, στήν σελ. 283 τῶν Ἰουδαϊκῶν. Διότι ὁ χρυσός στέφανος, πού ἀποτελεῖται ἀπό χρυσό καί ἄργυρο, τόν ὁποῖον ἀναφέρει στό 8ο κεφ. ἁρμόζει στήν μοναρχία τοῦ Σωτῆρος καί στήν δική μας Ἐκκλησία, πού ἀποτελεῖται ἀπό Ἰουδαίους καί Εἰδωλολάτρες. Μερικοί ἰσχυρίζονται, ὅτι ὁ Προφήτης Αὐτός ἀξιώθηκε μαρτυρικοῦ τέλους. Σημείωσε, ὅτι ὁ Ζαχαρίας Αὐτός καί ὁ Ἀγγαῖος καί ὁ Μαλαχίας, καλοῦνται Προφῆται τοῦ δευτέρου Ναοῦ, ἐπειδή ἔζησαν τόν καιρό ἐκεῖνο, πού τόν ἔκτισε ὁ Ζοροβάβελ, ὅπως λέει ὁ Κανόνικος Κλήμης στήν ἀνασκευή τῆς Διαθήκης, πού τελευταῖα ἑρμηνεύθηκε.


Login