13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΞΕΝΓΣ

13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΞΕΝΗΣ 

*Ἔ­πρε­πε αὐ­τή ἡ πολύ μεγάλη καί ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πό τίς ἄλ­λες πό­λεις Κων­σταν­τι­νού­πο­λις, νά μή στο­λί­ζε­ται μό­νο μέ τό κάλ­λος τῶν φθει­ρο­μέ­νων κτι­σμά­των, οὔ­τε νά χαί­ρε­ται μέ τίς δι­η­γή­σεις τῶν πα­λαι­ῶν ἀν­δρῶν, πού ἦ­ταν πε­ρί­φη­μοι στίς ἀ­ρε­τές. Ἀλ­λά μᾶλ­λον τῆς ἐ­πρε­πε, νά καυ­χᾶ­ται καί νά καλ­λω­πί­ζε­ται γι­ά τήν ἀ­οί­δι­μη βα­σί­λισ­σα Εἰ­ρή­νη, τήν κτι­τό­ρισ­σα τοῦ Μο­να­στη­ρί­ου τοῦ Παν­το­κρά­το­ρος. Ἀ­φ’ ἑ­νός μέν ἐ­πει­δή ἔ­σβυ­σαν ἀ­πό τήν πο­λυ­και­ρί­α τά πα­λαι­ά ἐ­κεῖ­να δι­η­γή­μα­τα, πού ἀ­φο­ροῦ­σαν αὐ­τήν, γι’ αὐ­τό καί ἔ­γι­νε στούς φι­λο­θε­ά­μο­νες ἀ­νώ­φε­λη καί ἡ εὐ­φρο­σύ­νη καί χα­ρά, πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πό αὐ­τά. Ἐ­νῶ ἡ καλ­λο­νή καί ἡ ὀ­μορ­φιά, ­πού ὑ­πάρ­χει στήν Μο­νή τοῦ Παν­το­κρά­το­ρα, τήν ὁ­ποί­α ἔ­κτι­σε ἀπό τά θεμέλια ἡ ἀ­οί­δι­μη αὐ­τή βα­σί­λισ­σα Εἰ­ρή­νη, αὐ­τή κα­τα­λαμ­πρύ­νει μέ τίς ἀ­κτῖ­νες της τά κα­λά τῆς πό­λε­ως, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­σβυ­σε ὁ χρό­νος. Τό ἕ­να λοι­πόν εἶ­ναι αὐ­τό, γι­ά τό ὁ­ποῖ­ο ἡ Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καλ­λω­πί­ζε­ται. Καί τό ἄλ­λο, ἐ­πει­δή αὐ­τή ἡ βα­σί­λισ­σα Εἰ­ρή­νη, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πό τήν παι­δι­κή της ἡ­λι­κί­α συγ­κέν­τρω­σε στόν ἑ­αυ­τό της ὅ­λες τίς ἀ­ρε­τές καί ἔ­γι­νε δο­χεῖ­ο τῶν κα­λῶν, γι’ αὐ­τό ἔ­μει­νε στο­λί­δι καί στόν θε­ό­στε­πτο καί πορ­φυ­ρο­γέν­νη­το βα­σι­λιά, τόν σύ­ζυ­γό της.

Αὐ­τή λοι­πόν ἡ ἀ­οί­δι­μη βα­σί­λισ­σα, γεν­νή­θη­κε ἀ­πό γο­νεῖς εὐ­τυ­χεῖς καί βα­σι­λεῖς τῆς Δύ­σε­ως. Ἀ­πό τήν νε­α­ρή της ὅ­μως ἡ­λι­κί­α ἔ­δει­χνε ἡ μα­κά­ρια, ποι­ά θά εἶ­ναι στό τέ­λος, ὅ­πως καί τά εὐ­γε­νι­κά δέν­δρα, δεί­χνουν ἀ­πό τήν πρώ­τη τους βλά­στη­σι, ποι­ούς καρ­πούς θά ἀ­πο­δώ­σουν τε­λι­κά. Ἔ­τσι προ­ο­δεύ­ον­τας συ­νέ­χεια, ἔ­γι­νε σέ ὅ­λους ὀ­νο­μα­στή καί πε­ρί­φη­μη. Δι­ό­τι συ­νη­θί­ζει ἡ ἀ­ρε­τή νά φα­νε­ρώ­νη ἐ­κεί­νους, ­πού τήν ἐρ­γά­ζον­ται, κι ἄν ἀ­κό­μη αὐ­τοί εἶ­ναι κρυμ­μέ­νοι σέ κά­ποι­α γω­νί­α ἤ σέ τό­πο πα­ρά­με­ρο. Ἐ­πει­δή ὅ­μως τό­τε ζη­τεῖ­το ἀ­πό τούς ἀ­οί­δι­μους βα­σι­λεῖς, τόν Ἀ­λέ­ξιο, λέ­ω, τόν Κο­μνη­νό καί τήν σύ­ζυ­γό του Εἰ­ρή­νη, πού βα­σί­λευ­σαν κα­τά τό ἔ­τος 1070, μί­α ὡ­ραί­α καί ἐ­νά­ρε­τη κό­ρη· γι’ αὐ­τό βρῆ­καν αὐ­τήν τήν ἀ­οί­δι­μη Εἰ­ρή­νη, πού εἶ­χε στόν ἑ­αυ­τό της ὅ­λα τά κα­λά, καί αὐ­τήν τήν πάν­δρε­ψαν μέ τόν θε­ο­πά­ρο­χο βλα­στό τους καί πορ­φυ­ρο­γέν­νη­το βα­σι­λιά Ἰ­ω­άν­νη. Ἔ­τσι γέ­μι­σαν τό­τε τά πάν­τα ἀ­πό εὐ­φρο­σύ­νη καί ἀ­γαλ­λί­α­σι.

Ἔ­κα­νε λοι­πόν ἡ μα­κά­ρια αὐ­τή ἀ­πό τόν ἀ­να­φερ­θέν­τα Ἰ­ω­άν­νη ὀ­κτώ παι­διά, τέσ­σε­ρα ἀ­γό­ρια καί τέσ­σε­ρα κο­ρί­τσια, τά ὁ­ποῖ­α ἀ­νάθρε­ψε με­γα­λό­πρε­πα καί βα­σι­λι­κά. Ὕ­στε­ρα ὅ­μως, ἀ­φοῦ σκέ­φθη­κε, ὅ­τι τά χα­ρο­ποι­ά πράγ­μα­τα τοῦ κό­σμου καί αὐ­τή ἡ βα­σι­λεί­α ἀ­κό­μη, δέν εἶ­ναι τί­πο­τε, ἔ­λε­γε μυ­στι­κά στόν ἑ­αυ­τό της ἐ­κεῖ­νο τό τοῦ Δα­βίδ· «Τίς ὠ­φέ­λεια ἐν τῷ αἵ­μα­τί μου, ἐν τῷ κα­τα­βαί­νειν με εἰς δι­α­φθο­ράν;­». Ὁ­πό­τε δέν ἔ­παυ­ε νύ­κτα καί ἡ­μέ­ρα ἡ τρι­σόλ­βια, νά θε­ρα­πεύ­η τόν Θε­ό μέ τίς με­σι­τεῖ­ες καί πα­ρα­κλή­σεις, ­πού ἔ­κα­μνε πρός τόν βα­σι­λιά γι­ά τήν βο­ή­θεια ἐ­κεί­νων πού ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη. Ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νη λοι­πόν καί μέ κά­θε τρό­πο εὐ­ερ­γε­τῶν­τας ἐ­κεί­νους πού ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη, χαι­ρό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο νά δί­νη αὐ­τή καί νά ἐ­λε­ῆ τούς φτω­χούς, πα­ρά νά δέ­χε­ται ἀ­πό ἄλ­λους. Ἀλ­λά καί ὅ­σα χρή­μα­τα ἔ­πε­σαν στά χέ­ρια της, πρίν νά στε­φθῆ βα­σί­λισ­σα, ὅ­λα τά μοί­ρα­σε στούς πτω­χούς. Αὐ­τή ἦ­ταν προ­στά­τιδα τῶν ὀρ­φα­νῶν καί τῶν χη­ρῶν. Αὐ­τή πλού­τι­σε ἀ­πό χρή­μα­τα τά Μο­να­στή­ρια. Τίς ἄλ­λες ἀ­ρε­τές της πῶς μπο­ρῶ νά δι­η­γη­θῶ; ἤ πῶς νά πα­ρου­σιά­σω τό πρᾶ­ο της; τό ἥ­συ­χο; τό τα­πει­νό; τό συμ­πα­θη­τι­κό σέ ὅ­λους; τό χα­ρι­έ­στα­το; τό εὐ­κο­λο­μί­λη­το; τό ἀ­όρ­γη­το; Δι­ό­τι πο­τέ δέν θύ­μω­σε ἡ μα­κά­ρια, οὔ­τε πα­ρα­κι­νή­θη­κε νά βρί­ση κά­ποι­ον καί νά ἐκ­δι­κη­θῆ. Ἀλ­λά, ἄν ἔ­πρε­πε νά χα­μο­γε­λά­ση, καί αὐ­τό τό χα­μό­γε­λό της ἦ­ταν σε­μνό καί σω­φρο­νι­σμέ­νο. Πάν­το­τε πεν­θοῦ­σε καί λυ­πόταν τόν ἑ­αυ­τό της, γι’ αὐ­τό καί πάν­το­τε βρί­σκον­ταν στό στό­μα της οἱ πεν­θι­κοί ψαλ­μοί τοῦ Δα­βίδ. Καί ἐ­πει­δή χαι­ρό­ταν στήν ἐγ­κρά­τεια, γι’ αὐ­τό χαι­ρό­ταν νά ξη­ραί­νη τό σῶ­μα της μέ εὐ­τε­λῆ καί αὐ­το­σχέ­δια φα­γη­τά, δι­ό­τι ἤ­θε­λε νά ζῆ ἀ­σκη­τι­κά. Ὅ­λα­ αὐ­τά ἡ ἀ­ξι­έ­παι­νη δέν τά θε­ω­ροῦ­σε ἀρκετά, γιά νά εὐ­χα­ρι­στή­ση τόν θε­ο­φι­λῆ σκο­πό ­πού εἶ­χε. Ἔ­τσι, ὅ­ταν με­τά ἀ­πό αὐ­τά ἔ­γι­νε βα­σί­λισ­σα, κα­τα­φρό­νη­σε ὅ­λα τά τῆς βα­σι­λεί­ας πράγ­μα­τα καί αὐ­τά ἀ­κό­μη τά τῆς ζω­ῆς ἀ­πα­ραί­τη­τα.

Γι’ αὐτό καί τήν βα­σι­λι­κή Μο­νή, τήν λεγόμενη τοῦ Παν­το­κρά­το­ρος, τήν ἔ­κτι­σε ἡ ἀ­οί­δι­μη ἀ­πό αὐ­τά τά θε­μέ­λι­α[1]. Παρόμοια καί αὐτούς τούς ὡραίους Ναούς, πού βλέπουμε τώρα καί τά ξε­νο­δο­χεῖ­α καί τά γη­ρο­κο­μεῖ­α, τά ὁ­ποῖ­α ξεπέρασαν τό­σο τούς πα­λαι­ούς Να­ούς καί τά ἀρ­χαῖ­α ξε­νο­δο­χεῖ­α καί γη­ρο­κο­μεῖ­α, ὅ­σο καί τά νέ­α κα­τά τήν το­πο­θε­σί­α καί ὀμορφιά.

Πολύ συνέργησε καί ­βο­ή­θη­σε στίς οἰ­κο­δο­μές καί τε­χνι­κές συμ­με­τρί­ες ὅ­λων τῶν ἀ­νω­τέ­ρω κτι­ρί­ων ὁ νέ­ος Βε­σε­λε­ήλ, ὁ πάν­τι­μος, λέ­ω, Νι­κη­φό­ρος, ὁ οἰ­κει­ό­τα­τος ἄν­θρω­πος τῆς μα­κά­ρι­ας αὐτῆς Εἰ­ρή­νης, ὁ ὁποῖος μέ τό­ση μεγάλη φροντίδα καί προ­θυ­μί­α ἔδειξε γιά τήν τε­λεί­ω­σι τῶν ἀ­νω­τέ­ρω εὐ­α­γῶν οἰ­κο­δο­μη­μά­των, ὥ­στε οὔτε ὕ­πνο ἔ­δι­νε ὁ ἀ­οί­δι­μος στούς ὀ­φθαλ­μούς του, οὔτε «ἀ­νά­παυ­σιν εἰς τούς κρο­τά­φους του».

Ὅλα λοιπόν αὐτά, ὅταν τελείωσε ἡ ἀ­οί­δι­μη Εἰ­ρή­νη μέ τήν συ­νερ­γασί­α τοῦ ἀναφερθέντος Νι­κη­φό­ρου, προ­ξέ­νη­σε στήν βα­σι­λεύ­ου­σα τῶν πό­λε­ων, Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, ἕ­να τερ­πνό καί χα­ρο­ποι­ό ἐγ­καλ­λώ­πι­σμα· καί ἦταν γεμάτη ἀπό χαρά γι­ά τήν ἐ­πι­τυ­χί­α καί ὡ­ραι­ό­τη­τά τους, εὐχαριστοῦσε ὅμως γιά ὅλα αὐτά τόν Θεό.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως αὐ­τή ἡ μα­κά­ρια χρει­α­ζό­ταν με­γα­λύ­τε­ρο βο­η­θό γι­ά νά ἀ­πο­τε­λει­ώ­ση τούς θε­ά­ρε­στους σκο­πούς της, γι’ αὐ­τό καί αὐ­τόν τόν πέ­τυ­χε. Κά­πο­τε λοι­πόν, ἀ­φοῦ ἔ­πια­σε ἀ­πό τό χέ­ρι τόν σύ­ζυ­γό της καί βα­σι­λιά, μπῆ­κε μέ­σα στόν πε­ρι­καλ­λῆ Να­ό τοῦ Παν­το­κρά­το­ρος, τόν ὁ­ποῖ­ο αὐ­τή ἔ­κτι­σε.

Στήν συ­νέ­χεια, ἀ­φοῦ ἔ­πε­σε κα­τά γῆς καί κόλ­λη­σε τήν κε­φα­λή της στό ἱ­ε­ρό ἔ­δα­φος τοῦ Να­οῦ, ἔ­λε­γε μέ δά­κρυ­α· «Δέ­ξαι, ὦ δέ­σπο­τα, δέ­ξαι Να­ό πού κα­τα­σκευ­ά­σθη­κε ἀ­πό τόν Θε­ό γι­ά τήν δι­κή σου χά­ρι». Καί προ­σθέ­τον­τας δά­κρυ­α ἐ­πά­νω στά δά­κρυ­α, δι­α­βε­βαί­ω­νε ἡ μα­κά­ρια, ὅ­τι δέν θά ση­κω­θῆ ἀ­πό τό ἔ­δα­φος, ἄν δέν πά­ρη τήν πλη­ρο­φο­ρί­α τῆς αἰ­τή­σε­ώς της.,

Ὅ­ταν λοι­πόν ἄ­κου­σε τόν βα­σι­λιά, ­πού ὑ­πο­σχέ­θη­κε, ὅ­τι θά ἐκ­πλη­ρώ­ση τήν αἴ­τη­σι καί ἐ­πι­θυ­μί­α της, ὅ­τι θά ἀ­γω­νι­σθῆ καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τήν δύ­να­μί του, γι­ά νά ἀ­φι­ε­ρώ­ση ἱ­ε­ρά κει­μή­λια καί ὑ­πο­στα­τι­κά δι­ά­φο­ρα στόν Να­ό, ὅ­τι μέ τά κι­νη­τά καί ἀ­κί­νη­τα πράγ­μα­τα καί ἐ­νια­ύσια ἔ­σο­δα θά κά­νη τήν σε­βά­σμια αὐ­τή Μο­νή, νά ἔ­χη τό κρά­τος καί τό πρω­τεῖ­ο σέ ὅ­λα τά ἄλ­λα τῆς Πό­λε­ως Μο­να­στή­ρια· καί ὅ­τι ὁ Κύ­ριος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ὁ ὁ­ποῖ­ος σέ­βε­ται καί τι­μᾶ­ται σ’ αὐ­τό, στό ἑ­ξῆς θά εἶ­ναι καί θ­ά ὀ­νο­μά­ζε­ται Παν­το­κρά­τωρ, ὅ­πως καί πράγ­μα­τι εἶ­ναι καί ὀ­νο­μά­ζε­ται.

Αὐ­τά, λέ­ω, τά λό­για ὅ­ταν ἄ­κου­σε ἡ ἀ­οί­δι­μη Εἰ­ρή­νη, ση­κώ­θη­κε ἀ­πό τό ἔ­δα­φος τῆς γῆς γε­μά­τη ἀ­πό ἄρ­ρη­τη εὐ­φρο­σύ­νη. Ὁ­πό­τε καί στό ἑ­ξῆς αἰ­σθα­νό­ταν μί­α πνευ­μα­τι­κή ἀ­γαλ­λί­α­σι, δι­ό­τι ἔ­δι­ω­ξε ἀ­πό τόν λο­γι­σμό της τό βά­ρος καί τήν φρον­τί­δα τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ.

Δέν πέ­ρα­σε πο­λύς και­ρός ἐν τῷ με­τα­ξύ καί πη­γαί­νον­τας ἡ ἀ­οί­δι­μη αὐ­τή στήν Βι­θυ­νί­α, ἐ­κεῖ ἀ­πῆλ­θε πρός τόν Παν­το­κρά­το­ρα Κύ­ριο, τόν ὁ­ποῖ­ον πό­θη­σε. Τό τί­μιό της λεί­ψα­νο, ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε στό τοῦ Παν­το­κρά­το­ρα Μο­να­στή­ρι, πού κτί­σθη­κε ἀ­πό τήν ἴ­δια. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἐκ­πλη­ρώ­θη­κε καί ἡ ὑ­πό­σχε­σι, ­πού ἔ­κα­νε ὁ εὐ­σε­βής βα­σι­λιάς, τό­τε καί τό Μο­να­στή­ρι τοῦ Παν­το­κρά­το­ρα αὐ­ξή­θη­κε καί πλα­τύν­θη­κε τό­σο, ὥ­στε εἶ­χε τά πρω­τεῖ­α ἀ­νά­με­σα σέ ὅ­λα τά Μο­να­στή­ρια τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως.

Με­τά ἀ­πό λί­γο ὅ­μως και­ρό καί αὐ­τός ὁ εὐ­σε­βέ­στα­τος καί ἀ­οί­δι­μος βα­σι­λιάς Ἰ­ω­άν­νης, ἄ­φη­σε τήν ἐ­πί­γεια αὐ­τή βα­σι­λεί­α καί με­τέ­βη πρός τόν ἐ­που­ρά­νιο Δε­σπό­τη καί Βα­σι­λέ­α Θε­ό. Τό δέ λεί­ψα­νό του ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε στό ἴ­διο Μο­να­στή­ρι τοῦ Παν­το­κρά­το­ρος, τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­πό τόν ἴ­διο αὐ­ξή­θη­κε καί δο­ξά­σθηκε.



[1]   Γιά τήν πε­ρι­καλ­λῆ καί ἔνδοξη αὐτή Μονή τοῦ Παν­το­κρά­το­ρα, βλέπε κα­τά τήν 26η Ὀ­κτω­βρί­ου, στήν μετάθεσι τῆς εἰκόνας ἀ­πό τήν Θεσ­σα­λο­νί­κη στήν Βα­σι­λεύ­ου­σα, στήν ὑ­πο­ση­μεί­ω­σι.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης