Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΑ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Νεοφύτου.

Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΑ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ.

 Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος ἦ­ταν κα­τά τούς χρό­νους Κών­σταν­τος, τοῦ πα­τρός Κων­σταν­τί­νου τοῦ Πω­γω­νά­του, ἐγ­γό­νου ὄν­τος τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­ου, κα­τά τό ἔ­τος 673. Ἐ­πει­δή τι­μή­θη­κε ἀ­πό τούς βα­σι­λεῖς μέ με­γά­λες τι­μές, καί φά­νη­κε ἱ­κα­νός στίς πο­λι­τι­κές δι­οι­κή­σεις, τό­σο γιά τήν σο­φί­α καί τόν λό­γο του, ὅ­σο καί γιά τόν τρό­πο καί τήν ἀ­γα­θή του προ­αί­ρε­σι, ἰ­διαί­τε­ρα ὅ­μως γιά τήν σύ­νε­σι, πού εἶ­χε ἀ­πό τήν πο­λυ­και­ρί­α στό νά συμ­βου­λεύ­η σω­στά τα πρα­κτέ­α, γιά ὅ­λα αὐ­τά, λέ­ω, ἀ­νε­βι­βά­σθη στό ἀ­ξί­ω­μα τοῦ πρω­το­α­ση­κρή­του καί ἔ­γι­νε συγ­κοι­νω­νός στίς βου­λές τῶν βα­σι­λέ­ων. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἡ πο­νη­ρή καί αἱ­ρε­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α ἐ­κεί­νων πού δογ­μά­τι­ζαν ἀ­νό­η­τα καί μέ δυ­σέ­βεια μί­α θέ­λη­σι στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε τόν και­ρό, οἱ ὁ­ποῖ­οι, μέ τη­νη αἵ­ρε­σι αὐ­τή ἀ­ναι­ροῦ­σαν τίς δύ­ο φύ­σεις τοῦ Χρι­στοῦ, γι’ αὐ­τό προ­τί­θεν­το στίς ἀ­γορές καί στίς Ἐκ­κλη­σί­ες δι­α­τάγ­μα­τα καί ὁ­ρι­σμοί βα­σι­λι­κοί, οἱ ὁ­ποῖ­οι στε­ρέ­ω­ναν καί ἑ­δραί­ω­ναν τήν αἵ­ρε­σι αὐ­τή. Τό­τε λοι­πόν ὁ φε­ρω­νύ­μως μέ­γι­στος Αὐ­τός Μά­ξι­μος (δι­ό­τι Μά­ξι­μος λα­τι­νι­κά θέ­λει νά πῆ πά­ρα πο­λύ με­γά­λος) δέν ὑ­πέ­φε­ρε νά ἐ­πι­κοι­νω­νῆ μέ τήν δυσ­σέ­βεια τῶν δυσ­σε­βών. Ἔ­τσι ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τίς βα­σι­λι­κές τι­μές καί τίς κο­σμι­κές ἐ­ξου­σί­ες καί προ­τί­μη­σε καλ­λί­τε­ρα νά εἶ­ναι πα­ρα­πε­τα­μέ­νος στό οἶ­κο τοῦ Θε­οῦ, πα­ρά νά κα­τοι­κῆ στά σκη­νώ­μα­τα τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν, ὅ­πως λέ­γει ὁ Δα­βίδ. Καί πη­γαί­νον­τας στό Μο­να­στή­ρι πού βρί­σκε­ται στήν Χρυ­σο­πό­λι, δη­λα­δή σ’ αὐ­τό πού λέ­γε­ται σή­με­ρα Σκού­τα­ρι, ἔκοψε τά μαλ­λιά τῆς κε­φα­λῆς καί ἔ­γι­νε Μο­να­χός. Κα­τό­πιν ἔ­γι­νε καί Ἡ­γού­με­νος τοῦ ἰ­δί­ου Μο­να­στη­ρί­ου.

Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ ἄ­να­ψε ἀ­πό τόν θε­ϊ­κό ζῆ­λο, πη­γαί­νει στήν πα­λαι­ά Ρώ­μη καί πεί­θει τόν μα­κα­ρι­ώ­τα­το Πά­πα Μαρ­τῖ­νο, νά συ­να­θροί­ση το­πι­κή Σύ­νο­δο καί νά ἀ­να­θε­μα­τί­ση τούς ἀρ­χη­γούς τῶν Μο­νο­θε­λη­τῶν. Καί ὄ­χι μό­νον αὐ­τό τό γεν­ναῖ­ο ἔρ­γο ἔ­κα­νε ὁ τρι­σόλ­βιος, ἀλ­λά καί λό­γους καί ἐ­πι­στο­λές συ­νέ­γρα­ψε, ἐ­λέγ­χον­τας τούς αἱ­ρε­τι­κούς, πού εἶ­χαν αὐ­τό τό φρό­νη­μα, καί βε­βαι­ώ­νον­τας μέ συλ­λο­γι­στι­κές ἀ­πο­δεί­ξεις καί μέ γρα­φι­κές μαρ­τυ­ρί­ες τήν ἀ­κρί­βεια τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ώς μας, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­στει­λε σέ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη καί Ἐκ­κλη­σί­ες τῆς οἰ­κου­μέ­νης.

Ὅ­ταν πά­λι ἐ­πέ­στρε­ψε ἀ­πό τήν Ρώ­μη στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, ὡς ὑ­πεύ­θυ­νος κα­τα­κρί­νε­ται μα­ζί μέ τούς δύ­ο μα­θη­τές του, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὠ­νο­μά­ζον­ταν Ἀ­να­στά­σιοι, ἀ­πό τήν βα­σι­λι­κή σύγ­κλη­το τῶν ἀρ­χόν­των, ἡ ὁ­ποί­α συμ­φω­νοῦ­σε μέ τήν αἵ­ρε­σι τοῦ βα­σι­λιᾶ. Ἔ­τσι, ἐ­πει­δή ὁ Ἅ­γιος ἔ­βλε­πε, ὅ­τι ὅ­λοι πεί­θον­ταν στό φρό­νη­μα τοῦ βα­σι­λέ­ως, γι’ αὐ­τό ὄ­χι μό­νον αὐ­τός ἀν­τι­στά­θη­κε σ’ αὐ­τούς, ἀλ­λά καί πα­ρα­κί­νη­σε καί τούς ἄλ­λους νά ἀν­τι­στα­θοῦν, πεί­θον­τάς τους νά ἔ­χουν τήν ἀν­τί­θε­τη γνώ­μη μέ τούς Μο­νο­θε­λῆ­τες, μέ τίς σο­φές του ἐ­πι­στο­λές. Γιά τόν λό­γο αὐ­τόν λοι­πόν στέλ­νε­ται ἐ­ξό­ρι­στος σέ μί­α φυ­λα­κή κα­τά τό μέ­ρος τῆς Θρά­κης. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἐ­πέ­με­νε στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α τῆς πί­στε­ως, ἐξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ ἔ­κο­ψαν τό χέ­ρι καί τήν γλῶσ­σα του. Καί ἀ­πό ἐ­κεῖ τόν ἔ­στει­λαν ἐ­ξό­ρι­στο στήν χώ­ρα τῶν Λα­ζῶν, καί ἐ­κεῖ μέ­νον­τας τρεῖς χρό­νους καί αὐ­το­ε­ξυ­πη­ρε­τού­με­νος στίς δι­κές του ἀ­νάγ­κες, ἔ­γι­νε πλή­ρης ἡ­με­ρῶν. Καί ἀ­φοῦ ἀ­σθέ­νη­σε γιά λί­γο, ἀ­νε­παύ­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ καί ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε στό ἐ­κεῖ Μο­να­στή­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀρ­σε­νί­ου, ἐ­νερ­γῶν­τας κα­θη­με­ρι­νά πολ­λά θαυ­μά­σια.

Λέ­νε ἀ­κό­μη, ὅ­τι καί ἀ­φοῦ ἔ­κο­ψαν τήν ἱ­ε­ρή γλῶσ­σα του, ἀ­πο­κα­τε­στά­θη­κε πά­λι αὐ­τή ἀ­πό τόν Θε­ό ὑ­γι­ής, ὅ­πως προ­η­γου­μέ­νως, ὁ­πό­τε καί μι­λοῦ­σε κα­θα­ρά καί πε­ρί­φη­μα μέ αὐ­τήν, ὅ­πως ὅ­ταν ἦ­ταν στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή. Ἀ­πό τούς δύ­ο δέ μα­θη­τές του τούς ὀ­νο­μα­ζο­μέ­νους Ἀ­να­στα­σί­ους, τοῦ με­γα­λυ­τέ­ρου κα­τά τήν ἡ­λι­κί­α Ἀ­να­στα­σί­ου, ἔ­κο­ψαν τήν γλῶσ­σα καί τό χέ­ρι, πα­ρό­μοι­α ὅ­πως καί τοῦ δι­δα­σκά­λου του καί τόν ἐ­ξώ­ρι­σαν σέ μα­κρι­νό τό­πο. Ὁ δέ νε­ώ­τε­ρος Ἀ­να­στά­σιος στάλ­θη­κε καί αὐ­τός ἐ­ξό­ρι­στος σέ ἕ­να κά­στρο τῆς Θρά­κης καί ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε τήν ζω­ή, ἀ­νε­παύ­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ. (Τόν ἐ­κτε­νῆ Βί­ο του βλέ­πε στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο[1].)

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Νεοφύτου.

 Αὐ­τός κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Νί­και­α τῆς Βι­θυ­νί­ας, υἱ­ός γο­νέ­ων Χρι­στια­νῶν, τοῦ Θε­ο­δώ­ρου καί Φλω­ρεν­τί­ας, στά χρό­νια τοῦ βα­σι­λιᾶ Δε­κί­ου καί Δι­ο­κλη­τια­νοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 290. Ἀ­πό τήν ἀρ­χή ἀ­κό­μη τῆς ζω­ῆς του ἦ­ταν γε­μᾶ­τος ἀ­πό χά­ρι Θε­οῦ. Δι­ό­τι ὅ­ταν ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἐν­νέ­α χρό­νων καί βρι­σκό­ταν στήν ἐκ­μά­θη­σι τῶν γραμ­μά­των μα­ζί μέ τά ἄλ­λα παι­διά, τό­τε, λέ­ω, προ­σευ­χό­ταν καί μέ πα­ρά­ξε­νο τρό­πο δι­έ­τρε­φε τά παι­διά καί μί­α πε­ρι­στε­ρά ἐρ­χό­ταν στήν κλί­νη του καί τήν φύ­λα­γε. Ἀ­κό­μη ἡ  πε­ρι­στε­ρά μί­λη­σε μέ ἀν­θρώ­πι­νη φω­νή καί ἡ μη­τέ­ρα του φο­βή­θη­κε ἀ­πό αὐ­τό καί πέ­θα­νε. Ὁ Ἅ­γιος ὅ­μως πά­λι τήν ἀ­νέ­στη­σε μέ τήν προ­σευ­χή του. Κα­τό­πιν ἀ­να­χω­ρῶν­τας πῆ­γε στό βου­νό τοῦ Ὀ­λύμ­που καί μπῆ­κε μέ­σα σέ ἕ­να σπή­λαι­ο, στό ὁ­ποῖ­ο τοῦ ὑ­πέ­δει­ξε νά μπῆ ἡ πε­ρι­στε­ρά, πού τόν κα­θω­δη­γοῦ­σε. Καί ἀ­φοῦ ἔ­δι­ω­ξε τό θη­ρί­ο, πού βρι­σκό­ταν μέ­σα στό σπή­λαι­ο, ἐ­κεῖ ἔ­κα­νε τήν κα­τοι­κί­α του, τρε­φό­με­νος ἀ­πό θεῖ­ο Ἄγ­γε­λο. Καί ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στό ἑν­δέ­κα­το ἔ­τος τῆς ἡ­λι­κί­ας του, ὁ­δη­γού­με­νος ἀ­πό θεί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψι κα­τέ­βη­κε ἀ­πό τό βου­νό καί, πη­γαί­νον­τας στούς γο­νεῖς του καί ἀ­πο­χαι­ρε­τῶν­τας τους, μοί­ρα­σε στούς πτω­χούς τήν πε­ρι­ου­σί­α τους καί πά­λι ἐ­πέ­στρε­ψε στό βου­νό τοῦ Ὀ­λύμ­που. Κα­τά δέ τό δέ­κα­το πέμ­πτο ἔ­τος τῆς ἡ­λι­κί­ας του, πα­ρου­σι­ά­σθη­κε ἐ­νώ­πιον τοῦ βα­σι­λέ­ως Δε­κί­ου, ὁ­δη­γού­με­νος σέ αὐ­τό ἀ­πό θεῖ­ο Ἄγ­γε­λο. Τό­τε ἐξ αἰ­τί­ας τῆς πολ­λῆς παρ­ρη­σί­ας τοῦ Ἁ­γί­ου, πρῶ­τα τόν ἔ­δει­ραν καί κα­τό­πιν τόν ἔ­βα­λαν σέ ἀ­ναμ­μέ­νο φοῦρ­νο. Πα­ρα­μέ­νον­τας ἀ­πό ὅ­λα αὐ­τά ἀ­βλα­βής μέ τήν χά­ρι τοῦ Χρι­στοῦ, πα­ρα­δό­θη­κε στά θη­ρί­α, γιά νά τόν φᾶ­νε. Ἐ­πει­δή ὅ­μως πα­ρέ­μει­νε καί ἀ­πό αὐ­τά ἀ­βλα­βής, γι’ αὐ­τό θα­να­τώ­θη­κε ἀ­πό ἕ­ναν βάρ­βα­ρο, πού ὥρ­μη­σε ἐ­ναν­τί­ον του μέ τό σπα­θί. Καί ἔ­τσι ἔ­λα­βε ὁ μα­κά­ριος τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν στέ­φα­νο. (Τόν ἐ­κτε­νέ­στα­το Βί­ο του βλέ­πε στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο[2]).

  Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Ζώσιμος Ἐπίσκοπος Συρακούσης,            ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Μετάστασιν Ζώσιμος εὗρεν ἐκ βίου,

 ᾯ καί πρό ταύτης πᾶς μετάστασις βίος.

 

Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τό νη­σί τῆς Σι­κε­λί­ας καί ἦ­ταν υἱ­ός γο­νέ­ων εὐ­λα­βῶν καί πι­στῶν, πού περ­νοῦ­σαν τήν ζω­ή τους μέ αὐ­τάρ­κεια τῶν τοῦ βί­ου ἀ­γα­θῶν καί εἶ­χαν ἕ­να κτῆ­μα κον­τά στό Μο­να­στή­ρι τῆς Ἁ­γί­ας Λου­κί­ας τῆς παρ­θέ­νου[3]. Ἀ­φοῦ γεν­νή­θη­κε ὁ Ἅ­γιος Αὐ­τός καί κό­πη­κε ἀ­πό τό γά­λα τῆς μη­τέ­ρας του, δό­θη­κε ἀ­πό τούς γο­νεῖς τοῦ δῶ­ρο στήν Ἁ­γί­α Λου­κί­α καί τό κτῆ­μα ἐ­κεῖ­νο, μα­ζί καί ὁ υἱ­ός τους Αὐ­τός Ζώ­σι­μος. Ἀ­πό τό­τε λοι­πόν ἀ­να­τρά­φη­κε ὁ Ἅ­γιος στό Μο­να­στή­ρι, κα­θό­σον ἦ­ταν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νος στόν Θε­ό πρό συλ­λή­ψε­ως. Ἔ­τσι καί καί ὁ τοῦ Μο­να­στη­ρί­ου ἐ­κεί­νου Ἡ­γού­με­νος, τόν ἐκ­παί­δευ­ε μέ παι­δεί­α καί νου­θε­σί­α Κυ­ρί­ου, δι­δά­σκον­τάς τον μέ ἐ­πι­μέ­λεια τούς κα­νό­νες καί πα­ρα­δό­σεις τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ Ἅ­γιος ἦ­ταν πο­λύ ἐ­πι­με­λής καί εὐ­φυ­ής στόν νοῦ, σέ λί­γο και­ρό κα­τώρ­θω­σε ὅ­λες τίς ἀ­ρε­τές. Ἀ­πό­κτη­σε δη­λα­δή κά­θε γνῶ­σι καί ἐ­πι­μέ­λεια σέ κά­θε ἔρ­γο. Εἶ­χε τα­πεί­νω­σι καί πρα­ό­τη­τα. Πλού­τι­σε ὑ­πα­κο­ή καί κα­θα­ρό­τη­τα. Καί ἐ­πει­δή κα­τώρ­θω­σε αὐ­τά, γι’  αὐ­τό τοῦ δό­θη­κε καί ἡ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ λει­ψά­νου τῆς ρη­θεί­σης Ἁ­γί­ας Λου­κί­ας, δη­λα­δή ἔ­γι­νε προ­σμο­νά­ριος καί ὑ­πη­ρέ­της τοῦ ἁ­γί­ου λει­ψά­νου.

Μί­α φο­ρά ἐ­πι­θύ­μη­σε ὁ Ὅ­σιος, νέ­ος ὄν­τας, νά πά­η νά ἰ­δῆ τούς γο­νεῖς του. Καί πράγ­μα­τι νι­κή­θη­κε ἀ­πό τήν ἐ­πι­θυ­μί­α καί πῆ­γε καί τούς εἶ­δε· οἱ γο­νεῖς του ὅ­μως ἀ­μέ­σως τόν ἔ­στει­λαν πί­σω λέ­γον­τας· «Ἐ­κεῖ, τέ­κνον, ὀ­φεί­λεις νά μέ­νης, ὅ­που ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κες». Ὅ­ταν ὅ­μως γύ­ρι­σε στό Μο­να­στή­ρι, τοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε τήν νύ­κτα ἐ­κεί­νη ἡ Ἁ­γί­α Λου­κί­α, ἡ ὁ­ποί­α βγαί­νον­τας ἀ­πό τήν θή­κη, τόν φο­βέ­ρι­ζε καί ἤ­θε­λε νά τόν δεί­ρη δυ­να­τά. Τό­τε μί­α ἄλ­λη γυ­ναῖ­κα ἐν­δο­ξό­τα­τη καί ντυ­μέ­νη πορ­φύ­ρα βα­σι­λι­κή, τόν ὑ­πε­ρα­σπί­σθη­κε (ἡ ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νά ἦ­ταν ἡ Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κος). Ἡ Ἁ­γί­α ντρά­πη­κε Αὐ­τήν καί τόν ἔ­δει­ρε λί­γο. Τοῦ πα­ρήγ­γει­λε ὅ­μως ἄλ­λη φο­ρά νά μή βγῆ ἔ­ξω ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι. Αὐ­τό ὑ­πο­σχέ­θη­κε νά φυ­λά­ξη, καί μά­λι­στα καί τό φύ­λα­ξε.

 Δι­η­γεῖτο Αὐ­τός ὁ μα­κά­ριος Ζώ­σι­μος γιά μί­α γυ­ναῖ­κα, ἡ ὁ­ποί­α κα­τα­γό­ταν ἀ­πό γέ­νος λαμ­πρό, ἦ­ταν ὅ­μως αἰ­σχρή στήν συμ­πε­ρι­φο­ρά της καί ἀ­κά­θαρ­τη. Αὐ­τή λοι­πόν ἐ­πει­δή τήν ἔ­δει­ρε δυ­να­τά ὁ ἄν­δρας της, πῆ­γε στό Μο­να­στή­ρι τῆς Ἁ­γί­ας Λου­κί­ας, γιά νά δι­α­σκε­δά­ση τήν θλῖ­ψι, πού δο­κί­μα­σε ἀ­πό τόν ὠρ­γι­σμέ­νο ἄν­δρα της, ἀλ­λά καί γιά νά ἰ­α­τρευ­θῆ ἀ­πό τόν δαρ­μό πού ἔ­λα­βε. Ὅ­ταν ὅ­μως νύ­κτω­σε, φώ­να­ξε ἡ Ἁ­γί­α μί­α φω­νή, ἡ ὁ­ποί­α φθά­νον­τας στά αὐ­τιά τοῦ Ζω­σί­μου, πού κοι­μό­ταν, ἔ­λε­γε· «Βγά­λε αὐ­τήν τήν βρω­με­ρή ἔ­ξω ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι», δεί­χνον­τάς την καί μέ τό χέ­ρι. Ὁ δέ Ζώ­σι­μος μέ φό­βο πο­λύ ση­κώ­θη­κε καί εἶ­πε στίς ὑ­πη­ρέ­τρι­ές της· «Ση­κῶ­στε γρή­γο­ρα ἀ­πό ἐ­δῶ τήν κυ­ρί­α σας καί βγάλ­τε την ἔ­ξω μα­ζί μέ τήν κλί­νη της». Οἱ ὑ­πη­ρέ­τρι­ές της πλη­σι­ά­ζον­τας στήν κλί­νη της βρῆ­καν τήν κυ­ρί­α τους νε­κρή.

  Ὅ­ταν πέ­θα­νε ὁ τοῦ Μο­να­στη­ρί­ου Ἡ­γού­με­νος, τό­τε ὅ­λοι οἱ ἀ­δελ­φοί ἀ­φή­νον­τας μό­νον τόν Ζώ­σι­μο φύ­λα­κα στό Μο­να­στή­ρι, πῆ­γαν στόν Ἐ­πί­σκο­πο τής πό­λε­ως Ἰ­ω­άν­νη, μέ σκο­πό, νά προ­χει­ρι­σθῆ ἀ­πό αὐ­τόν ἄλ­λος ἄ­ξιος Ἡ­γού­με­νος. Ὁ δέ Ἐ­πί­σκο­πος ρώ­τη­σε· «Ὑ­πάρ­χει καί ἄλ­λος ἀ­δελ­φός στό Μο­να­στή­ρι;­». Ἐ­κεῖ­νοι εἶ­παν· «Δέν εἶ­ναι ἄλ­λος, πα­ρά ἕ­νας μό­νος πού ἔ­μει­νε γιά νά φυ­λά­η τό Μο­να­στή­ρι». Ὁ Ἐ­πί­σκο­πος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἐ­γώ γνω­ρί­ζω, ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ἄ­ξιος, γιά νά γί­νη Ἡ­γού­με­νος».

Τό­τε, ἀ­φοῦ τόν προ­σκά­λε­σε, τόν σταύ­ρω­σε ἀ­μέ­σως καί τόν πα­ρέ­δω­σε σ’ αὐ­τούς, λέ­γον­τας· «Ἰ­δού, ἀ­δελ­φοί, ὁ ἀ­πό τόν Θε­ό σφρα­γι­σμέ­νος ἐ­πι­στά­της σας καί Ἡ­γού­με­νος». Καί με­τά ἀ­πό λί­γο και­ρό τόν χει­ρο­τό­νη­σε καί Ἱ­ε­ρέ­α. Καί στό ἑ­ξῆς ποί­μα­νε τό ποί­μνιό του σα­ράν­τα χρό­νια μέ κά­θε πρα­ό­τη­τα καί ἀ­νε­ξι­κα­κί­α, μέ κά­θε ἀ­γά­πη κα­θα­ρή καί μέ κά­θε συμ­πά­θεια ὑ­περ­βο­λι­κή.

Καί ὅ­ταν πέ­θα­νε ὁ Ἐ­πί­σκο­πος τῆς Συ­ρα­κού­σας, πού βρί­σκε­ται στήν Σι­κελ­λί­α, μέ ψῆ­φο Θε­οῦ καί μέ τίς πα­ρα­κλή­σεις ὅ­λων τῶν ἐ­κεῖ Χρι­στια­νῶν, ἔ­γι­νε ὁ Ἅ­γιος τῆς Σι­κε­λί­ας Ἐ­πί­σκο­πος ἀ­πό τόν Πά­πα τῆς Ρώ­μης Θε­ό­δω­ρο καί τήν κυ­βέρ­νη­σε ὁ­σί­ως καί θε­α­ρέ­στως δε­κα­τρί­α ἔ­τη. Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε λοι­πόν πολ­λά θαύ­μα­τα καί ἔ­ζη­σε ἀ­σκη­τι­κά, ἀ­πῆλ­θε πρός Κύ­ριο. Πολ­λοί δέ ἀ­σθε­νεῖς ἰ­α­τρεύ­θη­καν ἀ­πό δι­ά­φο­ρες ἀ­σθέ­νει­ες καί πρίν ἀ­πό τήν τα­φή του καί με­τά. Δαι­μο­νι­σμέ­νοι ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­καν καί τυ­φλοί εἶ­δαν τό φῶς τους.

Καί ἕ­νας Χρι­στια­νός ἔ­χον­τας τήν γυ­ναῖ­κα του αἱ­μορ­ρο­οῦ­σα, παίρ­νον­τας ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πό τήν πο­διά τῶν φο­ρε­μά­των τοῦ Ἁ­γί­ου καί δί­νον­τάς το στήν γυ­ναῖ­κα, ἔ­γι­νε πρό­ξε­νος τῆς θε­ρα­πεί­ας τοῦ πά­θους της, δι­ό­τι στα­μά­τη­σε ἀ­μέ­σως ἡ αἱ­μορ­ρα­γί­α.

   Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Εὐγένιος, Οὐαλλεριανός, Κάνδιδος[4] καί Ἀκύλας, οἱ ἐκ Τραπεζοῦντος, ξίφει τελειοῦνται.

 Αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι μαρ­τύ­ρη­σαν κα­τά τούς χρό­νους τοῦ Δι­ο­κλη­τια­νοῦ καί Μα­ξι­μια­νοῦ καί τοῦ Λυ­σί­ου δου­κός, κα­τά τό ἔ­τος 292. Ἦ­ταν κρυμ­μέ­νοι στά βου­νά τῆς Τρα­πε­ζοῦν­τας καί στυ­νε­λή­φθη­καν οἱ τρεῖς ἀ­πό αὐ­τούς ὡς Χρι­στια­νοί ἀ­πό τόν Λυ­σί­α, καί ἀ­φοῦ ὡ­μο­λό­γη­σαν τόν Χρι­στό, ἐ­ξο­ρί­ζον­ται σέ ἕ­να στε­νό­χω­ρο κά­στρο τῆς χώ­ρας τῶν Λα­ζῶν, πού λε­γό­ταν Πι­τυ­ούς. Ἀ­πό ἐ­κεῖ κα­τό­πιν φέρ­νον­ται στήν Τρα­πε­ζοῦν­τα καί, ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­καν στόν δοῦ­κα Λυ­σί­α, κα­τα­ξε­σχί­ζον­ται τίς σάρ­κες μέ βού­νευ­ρα. Κα­τό­πιν, ἀ­φοῦ κρε­μά­σθη­καν, ξε­σχί­ζον­ται μέ σι­δε­ρέ­νια νύ­χια καί κα­τα­καί­γον­ται μέ λαμ­πά­δες ἀ­ναμ­μέ­νες. Ἐ­πει­δή ὅ­μως οἱ δή­μιοι αὐ­τοί, πού τι­μω­ροῦ­σαν τούς Ἁ­γί­ους ἔ­πε­σαν μπρού­μη­τα στήν γῆ, ἀ­πό αὐ­τό τα­ρά­χθη­κε ὁ Λυ­σί­ας καί πρό­στα­ξε νά φυ­λα­κι­σθοῦν οἱ Ἅ­γιοι.

Ὕ­στε­ρα ἀ­πό λί­γες ἡ­μέ­ρες βρέ­θη­κε καί ὁ Ἅ­γιος Εὐ­γέ­νιος καί συ­νε­λή­φθη­κε καί ἀ­φοῦ ὡ­μο­λό­γη­σε τόν Χρι­στό, δάρ­θη­κε ἄ­σπλαγ­χνα. Κα­τό­πιν πῆ­γε μα­ζί μέ τόν Λυ­σί­α στόν να­ό τῶν εἰ­δώ­λων καί, ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­κε, ἔ­κα­νε νά πέ­σουν ὅ­λα τά εἴ­δω­λα καί νά συν­τρι­φθοῦν σάν σκό­νι. Τό­τε τόν ἔ­βα­λαν κά­τω καί τόν ἔ­δε­σαν μέ σχοι­νιά καί τόν ἔ­δει­ραν μέ ρα­βδιά χον­δρά.

Ἔ­πει­τα κρε­μά­σθη­κε καί ξε­σχί­σθη­κε δυ­να­τά στά πλευ­ρά μέ σι­δε­ρέ­νια νύ­χια καί φλο­γί­σθη­κε μέ λαμ­πά­δες ἀ­ναμ­μέ­νες. Ὕ­στε­ρα πά­λι ἔ­τρι­ψαν τίς πλη­γές του μέ ἁ­λά­τι καί πά­ρα πο­λύ δυ­να­τό ξύ­δι. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά ἔ­βα­λαν μα­ζί καί τούς τέσ­σε­ρις Ἁ­γί­ους μέ­σα σέ ἀ­ναμ­μέ­νο κα­μί­νι καί, ἐ­πει­δή ἔ­μει­ναν ἀ­βλα­βεῖς, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­καν καί ἔ­λα­βαν οἱ μα­κά­ριοι τούς στε­φά­νους τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου.

 Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τελεῖται ἡ Σύναξις τῆς Ἁγίας Εἰρήνης ἐν τῇ ἁγιωτάτῃ Ἐκκλησίᾳ, τῇ οὔσῆ πρός τήν θάλασσαν[5].

Μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἁγνῆς.

Ὑπέρ νέον σοι μόσχον ὡς Δαβίδ λέγει,

Ἤρεσκεν Ἁγνή πυρπολουμένη Λόγε.

 

Ἡ Ἁ­γί­α Μάρ­τυς Ἁ­γνή ἦ­ταν ἀ­πό τήν με­γα­λό­πο­λι Ρώ­μη καί κα­τα­γό­ταν ἀ­πό γέ­νος λαμ­πρό. Ἐ­πει­δή ὅ­μως εἶ­χε τήν ζω­ή της ἁ­γνή καί κα­θα­ρή, σύμ­φω­νη δη­λα­δή μέ τό ὄ­νο­μά της, γι’ αὐ­τό δί­δα­σκε τίς γυ­ναῖ­κες, πού τήν πλη­σί­α­ζαν τόν λό­γο τῆς ἀ­λη­θεί­ας. Πα­ρό­μοι­α τίς δί­δα­σκε καί πε­ρί σω­φρο­σύ­νης καί κα­θα­ρό­τη­τος. Τίς συμ­βού­λευ­ε ἀ­κό­μη καί νά γνω­ρί­ζουν τόν Χρι­στό Θε­ό ἀ­λη­θι­νό καί αὐ­τόν μό­νο νά λα­τρεύ­ουν. Ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ ἄρ­χον­τας τῆς Ρώ­μης, δι­έ­τα­ξε καί ἅρ­πα­ξαν ἀ­μέ­σως τήν Ἁ­γί­α. Ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­κε αὐ­τή μπρο­στά του δι­α­τά­χθη­κε νά θυ­σιά­ση στά εἴ­δω­λα. «Ἐ­άν ὅ­μως δέν θέ­λης», τῆς εἶ­πε, «θά σέ βά­λω σέ προ­νο­στά­σιο». Καί ἡ Ἁ­γί­α τοῦ ἀ­πήν­τη­σε· «Οὔ­τε στούς θε­ούς σου θυ­σιά­ζω, οὔ­τε γιά τό πορ­νο­στά­σιο, πού μέ φο­βε­ρί­ζεις φρον­τί­ζω. Δι­ό­τι ἐλ­πί­ζω στόν Θε­ό μου, ὅ­τι θά λυ­τρω­θῶ ἀ­πό αὐ­τό κα­θα­ρή μέ τήν βο­ή­θεια ἐ­κεί­νου».

Ὅ­ταν ἄ­κου­σε ὁ ἄρ­χον­τας αὐ­τά, φώ­να­ξε ἐ­κεῖ­νον πού ἔ­χει τίς πόρ­νες γυ­ναῖ­κες καί τοῦ πα­ρέ­δω­σε τήν Ἁ­γί­α, δί­νον­τας δι­α­τα­γή πρῶ­τα νά δι­α­πομ­πεύ­ση τήν Μάρ­τυ­ρα στήν πό­λι, φο­ρῶν­τας ἕ­να μό­νον φό­ρε­μα· καί ἀ­φοῦ τό ἔ­κα­νε αὐ­τό, τήν ἔ­φε­ρε κα­τό­πιν στό ἐρ­γα­στή­ρι τοῦ Σα­τα­νᾶ, δη­λα­δή στό πορ­νο­στά­σιο καί κα­θέ­νας πλη­σί­α­ζε ἐ­λέ­υ­θε­ρα κον­τά, γιά νά τήν ἀ­τι­μά­ση. Ὅ­λοι ὅ­μως, μό­λις πλη­σί­α­ζαν, αἰ­σθά­νον­ταν ναρ­κω­μέ­νοι καί μού­δια­ζαν καί ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τους ψυ­χραι­νό­ταν τό­σο, πού γί­νον­ταν σάν νε­κροί. Τό­τε ἕ­νας ὑ­πε­ρή­φα­νος, μέ με­γά­λο κομ­πα­σμό καί με­γά­λη καύ­χη­σι πε­ρι­έ­παι­ζε τούς ἄλ­λους. Καί μέ πολ­λή θρα­σύ­τη­τα μπῆ­κε σάν ἕ­νας ἵπ­πος θη­λυ­μα­νής καί πλη­σί­α­σε στήν παρ­θέ­νο, καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἀμέσως πέ­θα­νε καί ἔ­πε­σε κα­τά γῆς.

 Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε ὥ­ρα πολ­λή, ἕ­νας ἀ­πό ἐ­κεί­νους, πού πα­ρε­βρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ, μέ με­γά­λη φω­νή φώ­να­ξε λέ­γον­τας· «Με­γά­λη εἶ­ναι ἡ πί­στις τῶν Χρι­στια­νῶν». Μπαί­νον­τας ὅ­μως καί οἱ ἄλ­λοι καί βλέ­πον­τας τό πα­ρά­δο­ξο ἐ­κεῖ­νο θέ­α­μα τοῦ νε­κροῦ, ὅ­λοι μα­ζί μέ μί­α φω­νή φώ­να­ξαν· «Με­γά­λη εἶ­ναι ἡ τοῦ Χρι­στοῦ δύ­να­μις». Ὅ­ταν ἔ­μα­θε ὁ ἄρ­χον­τας αὐ­τά, ἔ­δω­σε δι­α­τα­γή νά πα­ρου­σια­σθῆ μπρο­στά του ἡ Ἁ­γί­α. Καί τῆς λέ­ει· «Πές μου, πο­νη­ρή γυ­ναί­κα, μέ ποι­όν τρό­πο σκό­τω­σες τόν νε­α­ρό;­». Ἡ Ἁ­γί­α ἀ­πάν­τη­σε· «Ὅ­ταν ἐ­σύ δι­έ­τα­ξες νά μέ ἀ­τι­μά­σουν, τό­τε, ὅ­ταν μέ ἔ­φερ­ναν στό πορ­νο­στά­σιο, ἀ­κο­λού­θη­σε μα­ζί μου ἕ­νας λευ­κο­φό­ρος νέ­ος. Καί μπαί­νον­τας μα­ζί μέ ἐ­μέ­να στό ἐρ­γα­στή­ρι τοῦ Δι­α­βό­λου, στε­κό­ταν κον­τά μου, καί αὐ­τός ἐ­νέ­κρω­νε τήν ἐ­πι­θυ­μί­α τῶν νέ­ων, πού μέ πλη­σί­α­ζαν. Αὐ­τός ἦ­ταν πού θα­νά­τω­σε καί αὐ­τόν τόν νε­κρό πού βλέ­πεις, δι­ό­τι αὐ­τός προ­η­γου­μέ­νως μέ πλη­σί­α­σε μέ με­γά­λη ὑ­πε­ρη­φά­νεια καί θρα­σύ­τη­τα. Καί πρίν νά μέ πιά­ση ἤ νά πῆ κα­νέ­να λό­γο αἰ­σχρό, τόν ἔ­κα­νε τέ­τοι­ον ὁ λευ­κο­φό­ρος ἐ­κεῖ­νος, ὅ­πως τώ­ρα τόν βλέ­πεις».

Πά­λι ὁ ἄρ­χον­τας τῆς λέ­ει· «Καί ποι­ός εἶ­ναι αὐ­τός πού σέ βο­ή­θη­σε;». Ἡ Ἁ­γί­α ἀ­πάν­τη­σε· «Ὁ Κύ­ριος καί Θε­ός μου ἔ­στει­λε τόν Ἄγ­γε­λό του καί μέ φύ­λα­ξε ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πό κά­θε ἀ­τι­μί­α». Ὁ ἄρ­χον­τας λέ­ει· «Καί λοι­πόν ἄν τυ­χόν θέ­λης νά μᾶς πλη­ρο­φο­ρή­σης, ὅ­τι λές ἀ­λη­θι­νά, πα­ρα­κά­λε­σε τόν Θε­ό σου καί ἀ­νά­στη­σε αὐ­τόν τόν νε­κρό». Τό­τε ἡ Ἁ­γί­α, ἀ­φοῦ σή­κω­σε τά χέ­ρια της στόν οὐ­ρα­νό, προ­σευ­χή­θη­κε. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἀ­νέ­στη­σε τόν νε­κρό. Τό­τε βλέ­πον­τας τό πα­ρά­δο­ξο θαῦ­μα, ἐ­ξε­πλά­γη­σαν ὅ­λοι. Καί αὐ­τός ἀ­κό­μη ὁ ἄρ­χον­τας καί πολ­λοί ἄλ­λοι φώ­να­ξαν· «Με­γά­λη εἶ­ναι ἡ δύ­να­μις τῶν Χρι­στια­νῶν καί με­γά­λος βέ­βαι­α εἶ­ναι ὁ Θε­ός τῆς εὐ­γε­νέ­στα­της αὐ­τῆς γυ­ναί­κας». Με­ρι­κοί ὅ­μως ἀ­πό τούς ἀ­σε­βεῖς καί ἀ­κά­θαρ­τους, φώ­να­ξαν στόν ἄρ­χον­τα· «Βγά­λε την ἀ­πό τήν μέ­ση· δι­ό­τι ὅ­σα θαυ­μά­σια φαί­νε­ται ὅ­τι κά­νει, ὅ­λα τά κά­νει μέ μα­γι­κή τέ­χνη». Τό­τε ὁ ἄρ­χον­τας πρό­στα­ξε νά κά­ψουν μέ φω­τιά τήν Ἁ­γί­α.

Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἄ­να­ψε ἡ πυρ­κα­ϊ­ά, σφρά­γι­σε πρῶ­τα ἡ Ἁ­γί­α τόν ἑ­αυ­τό της μέ τόν τύ­πο τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ καί κα­τό­πιν μπῆ­κε στό μέ­σο τῆς πυρ­κα­ϊ­ᾶς μέ με­γά­λο θάρ­ρος. Ἔ­τσι ἔ­χον­τας στό στόμα της τήν προ­σευ­χή, ἔ­τρε­ξε ἡ μα­κα­ρί­α στά Οὐ­ρά­νια, πρός τόν Νυν­φί­ο, τόν ὁ­ποῖ­ον ἐ­πό­θη­σε, ἀ­φή­νον­τας τό παρ­θε­νι­κό σῶ­μα της μέ­σα στήν φω­τιά. Καί ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἔ­σβη­σε, τό­τε με­ρι­κοί Χρι­στια­νοί πῆ­ραν κρυ­φά τό τί­μιο λεί­ψα­νό της καί τό ἐν­τα­φί­α­σαν μέ τι­μές δο­ξά­ζον­τας τόν Θεό.



[1] Ἡ μετάθεσις τῶν λειψάνων τοῦ Ἀγίου αὐτοῦ Μαξίμου ἑορτάζεται κατά τήν 13ην Αυγούστου. Βλέπε καί στήν 20ή Σεπτεμβρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος Αὐτός Μάξιμος ἑορτάζεται μαζί μέ τόν Ἅγιο Μαρτῖνο καί τούς μαθητές του δύο Ἀναστασίους καί Θεόδωρο καί Εὐτρέπιο. Σημείωσε, ὅτι ἑλληνικός λόγος πρός τόν Ἅγιο Μάξιμο σώζεται στήν Λαύρα, στήν Ἱερά Μονή τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Καί πάντων μέν τῶν κατά Θεόν πολιτευσαμένων». Παρόμοια καί ὁ ἑλληνικός Βίος του, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἡρακλείου τῶν σκήπτρων τῆς Ρωμαϊκῆς».

[2] Αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Νεοφύτου ὑπάρχει τέλεια ἀσματική Ἀκολουθία, πού σώζεται σέ χειρόγραφα. Βρίσκεται ὅμως καί τυπωμένη μέ συμπληρώσεις ἐκείνων πού λείπουν στά Μηναῖα. Τόν ἑλληνικό Βίο του συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Αἱ περιφανεῖς των πόλεων». (Σῴζεται στήν Μονή τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες.) Στήν Μεγίστη Λαύρα σώζεται τό Μαρτύριό του, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Οὐ πολλά μόνον, ἀλλά».

[3]  Βλέπε τό Συναξάρι κατά τήν 6η Ἰουλίου.

 [4]  Σέ ἄλλους χειρόγραφους Συναξαριστές γράφεται αὐτός, Κανίδιος.

[5] Ἴσως πρέπει νά γράφεται, αὐτῆς πού βρίσκεται πρός τήν θάλασσα. Τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, δηλαδή, διότι ὁ Ἅγιος Μαρκιανός, ὁ οἰκονόμος τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας, ἔκτισε ἕνα Ναό τῆς Ἁγίας Εἰρήνης πρός τήν θάλασσα, καί βλέπε στό Συναξάρι ἐκείνου κατά τήν 10η τοῦ παρόντος. Διότι καί σέ ἄλλα μέρη τοῦ Συναξαριστῆ ἀναφέρεται ἡ πρός τήν θάλασσα αὐτή Ἁγία Εἰρήνη.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης