Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΑ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ.
Αὐτός ὁ Ἅγιος ἦταν κατά τούς χρόνους Κώνσταντος, τοῦ πατρός Κωνσταντίνου τοῦ Πωγωνάτου, ἐγγόνου ὄντος τοῦ Ἡρακλείου, κατά τό ἔτος 673. Ἐπειδή τιμήθηκε ἀπό τούς βασιλεῖς μέ μεγάλες τιμές, καί φάνηκε ἱκανός στίς πολιτικές διοικήσεις, τόσο γιά τήν σοφία καί τόν λόγο του, ὅσο καί γιά τόν τρόπο καί τήν ἀγαθή του προαίρεσι, ἰδιαίτερα ὅμως γιά τήν σύνεσι, πού εἶχε ἀπό τήν πολυκαιρία στό νά συμβουλεύη σωστά τα πρακτέα, γιά ὅλα αὐτά, λέω, ἀνεβιβάσθη στό ἀξίωμα τοῦ πρωτοασηκρήτου καί ἔγινε συγκοινωνός στίς βουλές τῶν βασιλέων. Ἐπειδή ὅμως ἡ πονηρή καί αἱρετική διδασκαλία ἐκείνων πού δογμάτιζαν ἀνόητα καί μέ δυσέβεια μία θέλησι στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἐπικρατοῦσε τόν καιρό, οἱ ὁποῖοι, μέ τηνη αἵρεσι αὐτή ἀναιροῦσαν τίς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτό προτίθεντο στίς ἀγορές καί στίς Ἐκκλησίες διατάγματα καί ὁρισμοί βασιλικοί, οἱ ὁποῖοι στερέωναν καί ἑδραίωναν τήν αἵρεσι αὐτή. Τότε λοιπόν ὁ φερωνύμως μέγιστος Αὐτός Μάξιμος (διότι Μάξιμος λατινικά θέλει νά πῆ πάρα πολύ μεγάλος) δέν ὑπέφερε νά ἐπικοινωνῆ μέ τήν δυσσέβεια τῶν δυσσεβών. Ἔτσι ἐγκατέλειψε τίς βασιλικές τιμές καί τίς κοσμικές ἐξουσίες καί προτίμησε καλλίτερα νά εἶναι παραπεταμένος στό οἶκο τοῦ Θεοῦ, παρά νά κατοικῆ στά σκηνώματα τῶν ἁμαρτωλῶν, ὅπως λέγει ὁ Δαβίδ. Καί πηγαίνοντας στό Μοναστήρι πού βρίσκεται στήν Χρυσοπόλι, δηλαδή σ’ αὐτό πού λέγεται σήμερα Σκούταρι, ἔκοψε τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς καί ἔγινε Μοναχός. Κατόπιν ἔγινε καί Ἡγούμενος τοῦ ἰδίου Μοναστηρίου.
Ἔπειτα, ἀφοῦ ἄναψε ἀπό τόν θεϊκό ζῆλο, πηγαίνει στήν παλαιά Ρώμη καί πείθει τόν μακαριώτατο Πάπα Μαρτῖνο, νά συναθροίση τοπική Σύνοδο καί νά ἀναθεματίση τούς ἀρχηγούς τῶν Μονοθελητῶν. Καί ὄχι μόνον αὐτό τό γενναῖο ἔργο ἔκανε ὁ τρισόλβιος, ἀλλά καί λόγους καί ἐπιστολές συνέγραψε, ἐλέγχοντας τούς αἱρετικούς, πού εἶχαν αὐτό τό φρόνημα, καί βεβαιώνοντας μέ συλλογιστικές ἀποδείξεις καί μέ γραφικές μαρτυρίες τήν ἀκρίβεια τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας, τά ὁποῖα ἔστειλε σέ διάφορα μέρη καί Ἐκκλησίες τῆς οἰκουμένης.
Ὅταν πάλι ἐπέστρεψε ἀπό τήν Ρώμη στήν Κωνσταντινούπολι, ὡς ὑπεύθυνος κατακρίνεται μαζί μέ τούς δύο μαθητές του, οἱ ὁποῖοι ὠνομάζονταν Ἀναστάσιοι, ἀπό τήν βασιλική σύγκλητο τῶν ἀρχόντων, ἡ ὁποία συμφωνοῦσε μέ τήν αἵρεσι τοῦ βασιλιᾶ. Ἔτσι, ἐπειδή ὁ Ἅγιος ἔβλεπε, ὅτι ὅλοι πείθονταν στό φρόνημα τοῦ βασιλέως, γι’ αὐτό ὄχι μόνον αὐτός ἀντιστάθηκε σ’ αὐτούς, ἀλλά καί παρακίνησε καί τούς ἄλλους νά ἀντισταθοῦν, πείθοντάς τους νά ἔχουν τήν ἀντίθετη γνώμη μέ τούς Μονοθελῆτες, μέ τίς σοφές του ἐπιστολές. Γιά τόν λόγο αὐτόν λοιπόν στέλνεται ἐξόριστος σέ μία φυλακή κατά τό μέρος τῆς Θράκης. Ἐπειδή ὅμως ἐπέμενε στήν Ὀρθοδοξία τῆς πίστεως, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ἔκοψαν τό χέρι καί τήν γλῶσσα του. Καί ἀπό ἐκεῖ τόν ἔστειλαν ἐξόριστο στήν χώρα τῶν Λαζῶν, καί ἐκεῖ μένοντας τρεῖς χρόνους καί αὐτοεξυπηρετούμενος στίς δικές του ἀνάγκες, ἔγινε πλήρης ἡμερῶν. Καί ἀφοῦ ἀσθένησε γιά λίγο, ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ καί ἐνταφιάσθηκε στό ἐκεῖ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, ἐνεργῶντας καθημερινά πολλά θαυμάσια.
Λένε ἀκόμη, ὅτι καί ἀφοῦ ἔκοψαν τήν ἱερή γλῶσσα του, ἀποκατεστάθηκε πάλι αὐτή ἀπό τόν Θεό ὑγιής, ὅπως προηγουμένως, ὁπότε καί μιλοῦσε καθαρά καί περίφημα μέ αὐτήν, ὅπως ὅταν ἦταν στήν παροῦσα ζωή. Ἀπό τούς δύο δέ μαθητές του τούς ὀνομαζομένους Ἀναστασίους, τοῦ μεγαλυτέρου κατά τήν ἡλικία Ἀναστασίου, ἔκοψαν τήν γλῶσσα καί τό χέρι, παρόμοια ὅπως καί τοῦ διδασκάλου του καί τόν ἐξώρισαν σέ μακρινό τόπο. Ὁ δέ νεώτερος Ἀναστάσιος στάλθηκε καί αὐτός ἐξόριστος σέ ἕνα κάστρο τῆς Θράκης καί ἐκεῖ, ἀφοῦ τελείωσε τήν ζωή, ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ. (Τόν ἐκτενῆ Βίο του βλέπε στόν Νέο Παράδεισο[1].)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Νεοφύτου.
Αὐτός καταγόταν ἀπό τήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, υἱός γονέων Χριστιανῶν, τοῦ Θεοδώρου καί Φλωρεντίας, στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Δεκίου καί Διοκλητιανοῦ, κατά τό ἔτος 290. Ἀπό τήν ἀρχή ἀκόμη τῆς ζωῆς του ἦταν γεμᾶτος ἀπό χάρι Θεοῦ. Διότι ὅταν ἦταν ἀκόμη ἐννέα χρόνων καί βρισκόταν στήν ἐκμάθησι τῶν γραμμάτων μαζί μέ τά ἄλλα παιδιά, τότε, λέω, προσευχόταν καί μέ παράξενο τρόπο διέτρεφε τά παιδιά καί μία περιστερά ἐρχόταν στήν κλίνη του καί τήν φύλαγε. Ἀκόμη ἡ περιστερά μίλησε μέ ἀνθρώπινη φωνή καί ἡ μητέρα του φοβήθηκε ἀπό αὐτό καί πέθανε. Ὁ Ἅγιος ὅμως πάλι τήν ἀνέστησε μέ τήν προσευχή του. Κατόπιν ἀναχωρῶντας πῆγε στό βουνό τοῦ Ὀλύμπου καί μπῆκε μέσα σέ ἕνα σπήλαιο, στό ὁποῖο τοῦ ὑπέδειξε νά μπῆ ἡ περιστερά, πού τόν καθωδηγοῦσε. Καί ἀφοῦ ἔδιωξε τό θηρίο, πού βρισκόταν μέσα στό σπήλαιο, ἐκεῖ ἔκανε τήν κατοικία του, τρεφόμενος ἀπό θεῖο Ἄγγελο. Καί ὅταν ἔφθασε στό ἑνδέκατο ἔτος τῆς ἡλικίας του, ὁδηγούμενος ἀπό θεία ἀποκάλυψι κατέβηκε ἀπό τό βουνό καί, πηγαίνοντας στούς γονεῖς του καί ἀποχαιρετῶντας τους, μοίρασε στούς πτωχούς τήν περιουσία τους καί πάλι ἐπέστρεψε στό βουνό τοῦ Ὀλύμπου. Κατά δέ τό δέκατο πέμπτο ἔτος τῆς ἡλικίας του, παρουσιάσθηκε ἐνώπιον τοῦ βασιλέως Δεκίου, ὁδηγούμενος σέ αὐτό ἀπό θεῖο Ἄγγελο. Τότε ἐξ αἰτίας τῆς πολλῆς παρρησίας τοῦ Ἁγίου, πρῶτα τόν ἔδειραν καί κατόπιν τόν ἔβαλαν σέ ἀναμμένο φοῦρνο. Παραμένοντας ἀπό ὅλα αὐτά ἀβλαβής μέ τήν χάρι τοῦ Χριστοῦ, παραδόθηκε στά θηρία, γιά νά τόν φᾶνε. Ἐπειδή ὅμως παρέμεινε καί ἀπό αὐτά ἀβλαβής, γι’ αὐτό θανατώθηκε ἀπό ἕναν βάρβαρο, πού ὥρμησε ἐναντίον του μέ τό σπαθί. Καί ἔτσι ἔλαβε ὁ μακάριος τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανο. (Τόν ἐκτενέστατο Βίο του βλέπε στόν Νέο Παράδεισο[2]).
Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Ζώσιμος Ἐπίσκοπος Συρακούσης, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Μετάστασιν Ζώσιμος εὗρεν ἐκ βίου,
ᾯ καί πρό ταύτης πᾶς μετάστασις βίος.
Αὐτός ὁ Ἅγιος καταγόταν ἀπό τό νησί τῆς Σικελίας καί ἦταν υἱός γονέων εὐλαβῶν καί πιστῶν, πού περνοῦσαν τήν ζωή τους μέ αὐτάρκεια τῶν τοῦ βίου ἀγαθῶν καί εἶχαν ἕνα κτῆμα κοντά στό Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Λουκίας τῆς παρθένου[3]. Ἀφοῦ γεννήθηκε ὁ Ἅγιος Αὐτός καί κόπηκε ἀπό τό γάλα τῆς μητέρας του, δόθηκε ἀπό τούς γονεῖς τοῦ δῶρο στήν Ἁγία Λουκία καί τό κτῆμα ἐκεῖνο, μαζί καί ὁ υἱός τους Αὐτός Ζώσιμος. Ἀπό τότε λοιπόν ἀνατράφηκε ὁ Ἅγιος στό Μοναστήρι, καθόσον ἦταν ἀφιερωμένος στόν Θεό πρό συλλήψεως. Ἔτσι καί καί ὁ τοῦ Μοναστηρίου ἐκείνου Ἡγούμενος, τόν ἐκπαίδευε μέ παιδεία καί νουθεσία Κυρίου, διδάσκοντάς τον μέ ἐπιμέλεια τούς κανόνες καί παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπειδή ὅμως ὁ Ἅγιος ἦταν πολύ ἐπιμελής καί εὐφυής στόν νοῦ, σέ λίγο καιρό κατώρθωσε ὅλες τίς ἀρετές. Ἀπόκτησε δηλαδή κάθε γνῶσι καί ἐπιμέλεια σέ κάθε ἔργο. Εἶχε ταπείνωσι καί πραότητα. Πλούτισε ὑπακοή καί καθαρότητα. Καί ἐπειδή κατώρθωσε αὐτά, γι’ αὐτό τοῦ δόθηκε καί ἡ ἐπιμέλεια τοῦ λειψάνου τῆς ρηθείσης Ἁγίας Λουκίας, δηλαδή ἔγινε προσμονάριος καί ὑπηρέτης τοῦ ἁγίου λειψάνου.
Μία φορά ἐπιθύμησε ὁ Ὅσιος, νέος ὄντας, νά πάη νά ἰδῆ τούς γονεῖς του. Καί πράγματι νικήθηκε ἀπό τήν ἐπιθυμία καί πῆγε καί τούς εἶδε· οἱ γονεῖς του ὅμως ἀμέσως τόν ἔστειλαν πίσω λέγοντας· «Ἐκεῖ, τέκνον, ὀφείλεις νά μένης, ὅπου ἀφιερώθηκες». Ὅταν ὅμως γύρισε στό Μοναστήρι, τοῦ ἐμφανίσθηκε τήν νύκτα ἐκείνη ἡ Ἁγία Λουκία, ἡ ὁποία βγαίνοντας ἀπό τήν θήκη, τόν φοβέριζε καί ἤθελε νά τόν δείρη δυνατά. Τότε μία ἄλλη γυναῖκα ἐνδοξότατη καί ντυμένη πορφύρα βασιλική, τόν ὑπερασπίσθηκε (ἡ ὁποία μπορεῖ νά ἦταν ἡ Κυρία Θεοτόκος). Ἡ Ἁγία ντράπηκε Αὐτήν καί τόν ἔδειρε λίγο. Τοῦ παρήγγειλε ὅμως ἄλλη φορά νά μή βγῆ ἔξω ἀπό τό Μοναστήρι. Αὐτό ὑποσχέθηκε νά φυλάξη, καί μάλιστα καί τό φύλαξε.
Διηγεῖτο Αὐτός ὁ μακάριος Ζώσιμος γιά μία γυναῖκα, ἡ ὁποία καταγόταν ἀπό γένος λαμπρό, ἦταν ὅμως αἰσχρή στήν συμπεριφορά της καί ἀκάθαρτη. Αὐτή λοιπόν ἐπειδή τήν ἔδειρε δυνατά ὁ ἄνδρας της, πῆγε στό Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Λουκίας, γιά νά διασκεδάση τήν θλῖψι, πού δοκίμασε ἀπό τόν ὠργισμένο ἄνδρα της, ἀλλά καί γιά νά ἰατρευθῆ ἀπό τόν δαρμό πού ἔλαβε. Ὅταν ὅμως νύκτωσε, φώναξε ἡ Ἁγία μία φωνή, ἡ ὁποία φθάνοντας στά αὐτιά τοῦ Ζωσίμου, πού κοιμόταν, ἔλεγε· «Βγάλε αὐτήν τήν βρωμερή ἔξω ἀπό τό Μοναστήρι», δείχνοντάς την καί μέ τό χέρι. Ὁ δέ Ζώσιμος μέ φόβο πολύ σηκώθηκε καί εἶπε στίς ὑπηρέτριές της· «Σηκῶστε γρήγορα ἀπό ἐδῶ τήν κυρία σας καί βγάλτε την ἔξω μαζί μέ τήν κλίνη της». Οἱ ὑπηρέτριές της πλησιάζοντας στήν κλίνη της βρῆκαν τήν κυρία τους νεκρή.
Ὅταν πέθανε ὁ τοῦ Μοναστηρίου Ἡγούμενος, τότε ὅλοι οἱ ἀδελφοί ἀφήνοντας μόνον τόν Ζώσιμο φύλακα στό Μοναστήρι, πῆγαν στόν Ἐπίσκοπο τής πόλεως Ἰωάννη, μέ σκοπό, νά προχειρισθῆ ἀπό αὐτόν ἄλλος ἄξιος Ἡγούμενος. Ὁ δέ Ἐπίσκοπος ρώτησε· «Ὑπάρχει καί ἄλλος ἀδελφός στό Μοναστήρι;». Ἐκεῖνοι εἶπαν· «Δέν εἶναι ἄλλος, παρά ἕνας μόνος πού ἔμεινε γιά νά φυλάη τό Μοναστήρι». Ὁ Ἐπίσκοπος ἀποκρίθηκε· «Ἐγώ γνωρίζω, ὅτι ἐκεῖνος εἶναι ἄξιος, γιά νά γίνη Ἡγούμενος».
Τότε, ἀφοῦ τόν προσκάλεσε, τόν σταύρωσε ἀμέσως καί τόν παρέδωσε σ’ αὐτούς, λέγοντας· «Ἰδού, ἀδελφοί, ὁ ἀπό τόν Θεό σφραγισμένος ἐπιστάτης σας καί Ἡγούμενος». Καί μετά ἀπό λίγο καιρό τόν χειροτόνησε καί Ἱερέα. Καί στό ἑξῆς ποίμανε τό ποίμνιό του σαράντα χρόνια μέ κάθε πραότητα καί ἀνεξικακία, μέ κάθε ἀγάπη καθαρή καί μέ κάθε συμπάθεια ὑπερβολική.
Καί ὅταν πέθανε ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Συρακούσας, πού βρίσκεται στήν Σικελλία, μέ ψῆφο Θεοῦ καί μέ τίς παρακλήσεις ὅλων τῶν ἐκεῖ Χριστιανῶν, ἔγινε ὁ Ἅγιος τῆς Σικελίας Ἐπίσκοπος ἀπό τόν Πάπα τῆς Ρώμης Θεόδωρο καί τήν κυβέρνησε ὁσίως καί θεαρέστως δεκατρία ἔτη. Ἀφοῦ ἔκανε λοιπόν πολλά θαύματα καί ἔζησε ἀσκητικά, ἀπῆλθε πρός Κύριο. Πολλοί δέ ἀσθενεῖς ἰατρεύθηκαν ἀπό διάφορες ἀσθένειες καί πρίν ἀπό τήν ταφή του καί μετά. Δαιμονισμένοι ἐλευθερώθηκαν καί τυφλοί εἶδαν τό φῶς τους.
Καί ἕνας Χριστιανός ἔχοντας τήν γυναῖκα του αἱμορροοῦσα, παίρνοντας ἕνα κομμάτι ἀπό τήν ποδιά τῶν φορεμάτων τοῦ Ἁγίου καί δίνοντάς το στήν γυναῖκα, ἔγινε πρόξενος τῆς θεραπείας τοῦ πάθους της, διότι σταμάτησε ἀμέσως ἡ αἱμορραγία.
Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Εὐγένιος, Οὐαλλεριανός, Κάνδιδος[4] καί Ἀκύλας, οἱ ἐκ Τραπεζοῦντος, ξίφει τελειοῦνται.
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι μαρτύρησαν κατά τούς χρόνους τοῦ Διοκλητιανοῦ καί Μαξιμιανοῦ καί τοῦ Λυσίου δουκός, κατά τό ἔτος 292. Ἦταν κρυμμένοι στά βουνά τῆς Τραπεζοῦντας καί στυνελήφθηκαν οἱ τρεῖς ἀπό αὐτούς ὡς Χριστιανοί ἀπό τόν Λυσία, καί ἀφοῦ ὡμολόγησαν τόν Χριστό, ἐξορίζονται σέ ἕνα στενόχωρο κάστρο τῆς χώρας τῶν Λαζῶν, πού λεγόταν Πιτυούς. Ἀπό ἐκεῖ κατόπιν φέρνονται στήν Τραπεζοῦντα καί, ἀφοῦ παρουσιάσθηκαν στόν δοῦκα Λυσία, καταξεσχίζονται τίς σάρκες μέ βούνευρα. Κατόπιν, ἀφοῦ κρεμάσθηκαν, ξεσχίζονται μέ σιδερένια νύχια καί κατακαίγονται μέ λαμπάδες ἀναμμένες. Ἐπειδή ὅμως οἱ δήμιοι αὐτοί, πού τιμωροῦσαν τούς Ἁγίους ἔπεσαν μπρούμητα στήν γῆ, ἀπό αὐτό ταράχθηκε ὁ Λυσίας καί πρόσταξε νά φυλακισθοῦν οἱ Ἅγιοι.
Ὕστερα ἀπό λίγες ἡμέρες βρέθηκε καί ὁ Ἅγιος Εὐγένιος καί συνελήφθηκε καί ἀφοῦ ὡμολόγησε τόν Χριστό, δάρθηκε ἄσπλαγχνα. Κατόπιν πῆγε μαζί μέ τόν Λυσία στόν ναό τῶν εἰδώλων καί, ἀφοῦ προσευχήθηκε, ἔκανε νά πέσουν ὅλα τά εἴδωλα καί νά συντριφθοῦν σάν σκόνι. Τότε τόν ἔβαλαν κάτω καί τόν ἔδεσαν μέ σχοινιά καί τόν ἔδειραν μέ ραβδιά χονδρά.
Ἔπειτα κρεμάσθηκε καί ξεσχίσθηκε δυνατά στά πλευρά μέ σιδερένια νύχια καί φλογίσθηκε μέ λαμπάδες ἀναμμένες. Ὕστερα πάλι ἔτριψαν τίς πληγές του μέ ἁλάτι καί πάρα πολύ δυνατό ξύδι. Μετά ἀπό αὐτά ἔβαλαν μαζί καί τούς τέσσερις Ἁγίους μέσα σέ ἀναμμένο καμίνι καί, ἐπειδή ἔμειναν ἀβλαβεῖς, γιά τόν λόγο αὐτόν ἀποκεφαλίσθηκαν καί ἔλαβαν οἱ μακάριοι τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τελεῖται ἡ Σύναξις τῆς Ἁγίας Εἰρήνης ἐν τῇ ἁγιωτάτῃ Ἐκκλησίᾳ, τῇ οὔσῆ πρός τήν θάλασσαν[5].
Μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἁγνῆς.
Ὑπέρ νέον σοι μόσχον ὡς Δαβίδ λέγει,
Ἤρεσκεν Ἁγνή πυρπολουμένη Λόγε.
Ἡ Ἁγία Μάρτυς Ἁγνή ἦταν ἀπό τήν μεγαλόπολι Ρώμη καί καταγόταν ἀπό γένος λαμπρό. Ἐπειδή ὅμως εἶχε τήν ζωή της ἁγνή καί καθαρή, σύμφωνη δηλαδή μέ τό ὄνομά της, γι’ αὐτό δίδασκε τίς γυναῖκες, πού τήν πλησίαζαν τόν λόγο τῆς ἀληθείας. Παρόμοια τίς δίδασκε καί περί σωφροσύνης καί καθαρότητος. Τίς συμβούλευε ἀκόμη καί νά γνωρίζουν τόν Χριστό Θεό ἀληθινό καί αὐτόν μόνο νά λατρεύουν. Ὅταν ἄκουσε αὐτά ὁ ἄρχοντας τῆς Ρώμης, διέταξε καί ἅρπαξαν ἀμέσως τήν Ἁγία. Ἀφοῦ παρουσιάσθηκε αὐτή μπροστά του διατάχθηκε νά θυσιάση στά εἴδωλα. «Ἐάν ὅμως δέν θέλης», τῆς εἶπε, «θά σέ βάλω σέ προνοστάσιο». Καί ἡ Ἁγία τοῦ ἀπήντησε· «Οὔτε στούς θεούς σου θυσιάζω, οὔτε γιά τό πορνοστάσιο, πού μέ φοβερίζεις φροντίζω. Διότι ἐλπίζω στόν Θεό μου, ὅτι θά λυτρωθῶ ἀπό αὐτό καθαρή μέ τήν βοήθεια ἐκείνου».
Ὅταν ἄκουσε ὁ ἄρχοντας αὐτά, φώναξε ἐκεῖνον πού ἔχει τίς πόρνες γυναῖκες καί τοῦ παρέδωσε τήν Ἁγία, δίνοντας διαταγή πρῶτα νά διαπομπεύση τήν Μάρτυρα στήν πόλι, φορῶντας ἕνα μόνον φόρεμα· καί ἀφοῦ τό ἔκανε αὐτό, τήν ἔφερε κατόπιν στό ἐργαστήρι τοῦ Σατανᾶ, δηλαδή στό πορνοστάσιο καί καθένας πλησίαζε ἐλέυθερα κοντά, γιά νά τήν ἀτιμάση. Ὅλοι ὅμως, μόλις πλησίαζαν, αἰσθάνονταν ναρκωμένοι καί μούδιαζαν καί ἡ ἐπιθυμία τους ψυχραινόταν τόσο, πού γίνονταν σάν νεκροί. Τότε ἕνας ὑπερήφανος, μέ μεγάλο κομπασμό καί μεγάλη καύχησι περιέπαιζε τούς ἄλλους. Καί μέ πολλή θρασύτητα μπῆκε σάν ἕνας ἵππος θηλυμανής καί πλησίασε στήν παρθένο, καί, ὤ τοῦ θαύματος!, ἀμέσως πέθανε καί ἔπεσε κατά γῆς.
Ἀφοῦ πέρασε ὥρα πολλή, ἕνας ἀπό ἐκείνους, πού παρεβρίσκονταν ἐκεῖ, μέ μεγάλη φωνή φώναξε λέγοντας· «Μεγάλη εἶναι ἡ πίστις τῶν Χριστιανῶν». Μπαίνοντας ὅμως καί οἱ ἄλλοι καί βλέποντας τό παράδοξο ἐκεῖνο θέαμα τοῦ νεκροῦ, ὅλοι μαζί μέ μία φωνή φώναξαν· «Μεγάλη εἶναι ἡ τοῦ Χριστοῦ δύναμις». Ὅταν ἔμαθε ὁ ἄρχοντας αὐτά, ἔδωσε διαταγή νά παρουσιασθῆ μπροστά του ἡ Ἁγία. Καί τῆς λέει· «Πές μου, πονηρή γυναίκα, μέ ποιόν τρόπο σκότωσες τόν νεαρό;». Ἡ Ἁγία ἀπάντησε· «Ὅταν ἐσύ διέταξες νά μέ ἀτιμάσουν, τότε, ὅταν μέ ἔφερναν στό πορνοστάσιο, ἀκολούθησε μαζί μου ἕνας λευκοφόρος νέος. Καί μπαίνοντας μαζί μέ ἐμένα στό ἐργαστήρι τοῦ Διαβόλου, στεκόταν κοντά μου, καί αὐτός ἐνέκρωνε τήν ἐπιθυμία τῶν νέων, πού μέ πλησίαζαν. Αὐτός ἦταν πού θανάτωσε καί αὐτόν τόν νεκρό πού βλέπεις, διότι αὐτός προηγουμένως μέ πλησίασε μέ μεγάλη ὑπερηφάνεια καί θρασύτητα. Καί πρίν νά μέ πιάση ἤ νά πῆ κανένα λόγο αἰσχρό, τόν ἔκανε τέτοιον ὁ λευκοφόρος ἐκεῖνος, ὅπως τώρα τόν βλέπεις».
Πάλι ὁ ἄρχοντας τῆς λέει· «Καί ποιός εἶναι αὐτός πού σέ βοήθησε;». Ἡ Ἁγία ἀπάντησε· «Ὁ Κύριος καί Θεός μου ἔστειλε τόν Ἄγγελό του καί μέ φύλαξε ἀνώτερη ἀπό κάθε ἀτιμία». Ὁ ἄρχοντας λέει· «Καί λοιπόν ἄν τυχόν θέλης νά μᾶς πληροφορήσης, ὅτι λές ἀληθινά, παρακάλεσε τόν Θεό σου καί ἀνάστησε αὐτόν τόν νεκρό». Τότε ἡ Ἁγία, ἀφοῦ σήκωσε τά χέρια της στόν οὐρανό, προσευχήθηκε. Καί, ὤ τοῦ θαύματος!, ἀνέστησε τόν νεκρό. Τότε βλέποντας τό παράδοξο θαῦμα, ἐξεπλάγησαν ὅλοι. Καί αὐτός ἀκόμη ὁ ἄρχοντας καί πολλοί ἄλλοι φώναξαν· «Μεγάλη εἶναι ἡ δύναμις τῶν Χριστιανῶν καί μεγάλος βέβαια εἶναι ὁ Θεός τῆς εὐγενέστατης αὐτῆς γυναίκας». Μερικοί ὅμως ἀπό τούς ἀσεβεῖς καί ἀκάθαρτους, φώναξαν στόν ἄρχοντα· «Βγάλε την ἀπό τήν μέση· διότι ὅσα θαυμάσια φαίνεται ὅτι κάνει, ὅλα τά κάνει μέ μαγική τέχνη». Τότε ὁ ἄρχοντας πρόσταξε νά κάψουν μέ φωτιά τήν Ἁγία.
Ἀφοῦ λοιπόν ἄναψε ἡ πυρκαϊά, σφράγισε πρῶτα ἡ Ἁγία τόν ἑαυτό της μέ τόν τύπο τοῦ τιμίου Σταυροῦ καί κατόπιν μπῆκε στό μέσο τῆς πυρκαϊᾶς μέ μεγάλο θάρρος. Ἔτσι ἔχοντας στό στόμα της τήν προσευχή, ἔτρεξε ἡ μακαρία στά Οὐράνια, πρός τόν Νυνφίο, τόν ὁποῖον ἐπόθησε, ἀφήνοντας τό παρθενικό σῶμα της μέσα στήν φωτιά. Καί ὅταν ἐκείνη ἔσβησε, τότε μερικοί Χριστιανοί πῆραν κρυφά τό τίμιο λείψανό της καί τό ἐνταφίασαν μέ τιμές δοξάζοντας τόν Θεό.
[1] Ἡ μετάθεσις τῶν λειψάνων τοῦ Ἀγίου αὐτοῦ Μαξίμου ἑορτάζεται κατά τήν 13ην Αυγούστου. Βλέπε καί στήν 20ή Σεπτεμβρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος Αὐτός Μάξιμος ἑορτάζεται μαζί μέ τόν Ἅγιο Μαρτῖνο καί τούς μαθητές του δύο Ἀναστασίους καί Θεόδωρο καί Εὐτρέπιο. Σημείωσε, ὅτι ἑλληνικός λόγος πρός τόν Ἅγιο Μάξιμο σώζεται στήν Λαύρα, στήν Ἱερά Μονή τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Καί πάντων μέν τῶν κατά Θεόν πολιτευσαμένων». Παρόμοια καί ὁ ἑλληνικός Βίος του, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἡρακλείου τῶν σκήπτρων τῆς Ρωμαϊκῆς».
[2] Αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Νεοφύτου ὑπάρχει τέλεια ἀσματική Ἀκολουθία, πού σώζεται σέ χειρόγραφα. Βρίσκεται ὅμως καί τυπωμένη μέ συμπληρώσεις ἐκείνων πού λείπουν στά Μηναῖα. Τόν ἑλληνικό Βίο του συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Αἱ περιφανεῖς των πόλεων». (Σῴζεται στήν Μονή τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες.) Στήν Μεγίστη Λαύρα σώζεται τό Μαρτύριό του, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Οὐ πολλά μόνον, ἀλλά».
[3] Βλέπε τό Συναξάρι κατά τήν 6η Ἰουλίου.
[4] Σέ ἄλλους χειρόγραφους Συναξαριστές γράφεται αὐτός, Κανίδιος.
[5] Ἴσως πρέπει νά γράφεται, αὐτῆς πού βρίσκεται πρός τήν θάλασσα. Τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, δηλαδή, διότι ὁ Ἅγιος Μαρκιανός, ὁ οἰκονόμος τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας, ἔκτισε ἕνα Ναό τῆς Ἁγίας Εἰρήνης πρός τήν θάλασσα, καί βλέπε στό Συναξάρι ἐκείνου κατά τήν 10η τοῦ παρόντος. Διότι καί σέ ἄλλα μέρη τοῦ Συναξαριστῆ ἀναφέρεται ἡ πρός τήν θάλασσα αὐτή Ἁγία Εἰρήνη.


Login