Ο ΑΓΙΟΣ ΝΗΦΩΝ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
Αὐτός ὁ θεῖος Πατέρας μας Νήφων εἶχε ὡς πατρίδα του τόν Μοριᾶ, γεννημένος ἀπό γονεῖς λαμπρούς καί εὐγενεῖς, ὅσον ἀφορᾶ τήν κοσμική ζωή, ἀκόμη πιό λαμπρούς ὅμως καί πιό εὐγενεῖς, ὅσον ἀφορᾶ τήν εὐσέβεια καί τήν ἀρετή, οἱ ὁποῖοι ὠνομάζονταν Μανουήλ καί Μαρία. Ὅταν γεννήθηκε τοῦ ἔδωσαν τό ὄνομα Νικόλαος καί, ὅταν ἔφθασε σέ κατάλληλη ἡλικία, δόθηκε σέ σχολεῖο, γιά νά μάθη τά ἱερά γράμματα. Καί καθώς ἀπό τήν ἀρχή εἶχε φρονήματα ὥριμου ἄνδρα, δέν καταγινόταν σέ ἄλλα παιδαριώδη καμώματα, ὅπως τά ἄλλα παιδιά. Διάβαζε πολύ συχνά καί τούς βίους τῶν Ἁγίων Πατέρων καί εὐφραινόταν ἡ ψυχή του, φροντίζοντας, ὅσο μποροῦσε, νά τούς μιμῆται στίς ἀρετές. Ἦταν καί θαυμάσιος φύλακας τῆς σωφροσύνης. Καί τόσο πρόθυμα δόθηκε στήν ἐγκράτεια, ὥστε μέ ψωμί μόνο καί νερό ἀναπλήρωνε τήν ἀνάγκη τοῦ σώματος. Τό ἴδιο ἀγωνιζόταν καί σέ κάθε ἄλλη ἀρετή. Καί κατά τίς ἡμέρες ἐκεῖνες πέρασε ἀπό τό σχολεῖο ἕνας Ἱερομόναχος, πού ὠνομαζόταν Ἰωσήφ, ἀπόλυτος διδάσκαλος καί πολύ ἐνάρετος καί, ἀφοῦ συναναστράφηκε μέ αὐτόν ὁ καλός Νικόλαος καί συνωμίλησε μαζί του ἀρκετά, τόν παρακάλεσε νά τόν πάρη στήν συνοδεία του, χωρίς νά τό πάρη κανείς ἄλλος εἴδησι. Διότι φοβόταν νά μή τόν ἐμποδίσουν. Ὁ δέ Ἰωσήφ, ἀφοῦ τόν δέχθηκε μέ χαρά, ἀναχώρησε κρυφά καί τοῦ δίδασκε
τήν φιλοσοφία. Καί ὅταν πῆγαν στήν Ἐπίδαυρο, ἄκουσαν, ὅτι στά μέρη ἐκεῖνα ἀσκήτευε ἕνας ἀσκητής, πού ὠνομαζόταν Ἀντώνιος, πολύ ἐνάρετος καί μιμητής σέ ὅλα τοῦ μεγάλου Ἀντωνίου. Γι’ αὐτό πῆγαν σ’ αὐτόν καί οἱ δύο, γιά νά τόν ἀπολαύσουν καί νά λάβουν τήν εὐλογία του. Καί ἀφοῦ συνωμίλησαν ἀρκετά μέ αὐτόν καί ἄκουσαν τά θεῖα του λόγια, εὐφράνθηκαν στήν ψυχή. Ἔπειτα ὁ μέν Ἰωσήφ, ἀφοῦ ζήτησε τήν τελευταία εὐχή τοῦ γέροντα, ἀναχώρησε. Ὁ Νικόλαος, ὅμως, ἀφοῦ ἔρριξε τόν ἑαυτό του στά πόδια τοῦ Ἀντωνίου, τόν παρακαλοῦσε μέ δάκρυα νά μείνη μαζί του. Ὡστόσο ὁ Ἀντώνιος, προβάλλοντάς του τούς κόπους τῆς ἀσκήσεως καί τήν σκληραγωγία καί κυρίως τό νεαρό τῆς ἡλικίας του, προσπαθοῦσε νά τόν ἀντικρούση. Ἀλλά ὁ Νικόλαος, καταφλεγόμενος ἀπό τόν θεῖο ἔρωτα, ἐπέμενε ἀκόμη περισσότερο, παρακαλῶντας καί λέγοντας· «Ὅ,τι μέ προστάξεις, πάτερ, μέ χαρά θά σέ ὑπακούω, μόνο μήν μέ στερήσης ἀπό τήν συνοδεία σου». Βλέποντας λοιπόν ὁ γέροντας τήν πολλή του προθυμία, τόν δέχθηκε καί τοῦ ἔδωσε κελλί καί κανόνα, γιά νά ἀγωνίζεται. Καί ὁ καλός Νικόλαος ἐπιδόθηκε ὁλοκληρωτικά στούς ἀγῶνες τῆς ἀσκήσεως, μιμούμενος σέ ὅλα τόν γέροντα, τόν ὁποῖο καί μετά ἀπό λίγο καιρό τόν παρακάλεσε νά τόν ντύση μέ τό μοναχικό ροῦχο. Τότε ὁ θεῖος Ἀντώνιος τοῦ εἶπε· «Ἐπειδή, παιδί μου, θέλεις νά λάβης τό μοναχικό σχῆμα, γνώριζε, ὅτι πρόκειται νά ἐπιδοθῆς σέ περισσότερους ἀγῶνες καί κόπους τῆς ἀσκήσεως, γιά νά μήν σέ βρῆ νά κοιμᾶσαι ὁ ἐχθρός καί σέ κατασπαράξη, ἔτσι κακόβουλος καί φθονερός, πού εἶναι ἀπέναντι σέ ἐμᾶς τούς Μοναχούς. Γι’ αὐτό καί πρέπει νά ἀγωνιζώμαστε, γιά νά ἀπολαύσουμε τήν αἰώνια ζωή, μέσα ἀπό τήν στενή καί θλιμμένη ὁδό». Αὐτά καί ἄλλα περισσότερα λέγοντας ὁ γέροντας πρός αὐτόν τόν ἔντυσε μέ τό μοναχικό ἔνδυμα, ἀφοῦ τόν μετωνόμασε Νήφωνα.
Ἀπό τότε λοιπόν ἀγωνίζεται ὁ Μακάριος Νήφων ἀκόμη περισσότερο σέ ὅλους τούς ἀγῶνες τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί, ὅταν τοῦ ἐρχόταν κάποιος λογισμός πλούτου ἤ θυμόταν τούς γονεῖς του, τά ὁποῖα δέν παρέλειπε ὁ ἐχθρός νά τοῦ τά φέρη γιά νά τόν ἐξαπατήση, ἔτρεχε ἀμέσως στόν γέροντα, καί προσπέφτοντας μέ δάκρυα στά πόδια του, ἐξομολογεῖτο καί ἀφοῦ ἔπαιρνε ἀπό αὐτόν δύναμι καί παρηγοριά, λάμβανε τήν εὐχή καί τήν εὐλογία του καί πήγαινε στό κελλί του. Ἡ ἀπασχόλησί του ἦταν ἡ Καλλιγραφία, μέ τήν ὁποία ἔβγαζε τά πρός τό ζῆν του, διότι ἦταν ἄριστος καλλιγράφος. Καί τηροῦσε καί τά ἀκόλουθα ὁ Μακάριος Νήφων· Ἀργόσχολο λόγο δέν εἶπε ποτέ, οὔτε γέλασε στήν σκήτη, οὔτε βιβλίο Ἐκκλησιαστικό διάβασε ποτέ χωρίς νά χύση δάκρυα, οὔτε λόγο ἀντάλλαξε ποτέ, χωρίς τήν εὐλογία τοῦ γέροντά του. Γι’ αὐτό ἔγινε τέλειος σέ ὅλες τίς τάξεις τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἀλλά δέν πέρασε πολύς καιρός, καί ὁ πανύμνητος Ἀντώνιος κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ καί ὁ Νήφων ἔκλαιγε ἀπαρηγόρητα γιά τήν στέρησι τοῦ Πνευματικοῦ του Πατέρα.
Ἀφοῦ λοιπόν τόν ἐνταφίασε καί πέρασε ἀρκετόν καιρό στήν ἡσυχία μόνος, ἄκουσε, ὅτι στό κάστρο τῆς Νάρδας ἦταν ἕνας σοφώτατος διδάσκαλος καί πολύ ἐνάρετος, πού ὠνομαζόταν Ζαχαρίας, καί ὅτι πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες εἶχε ἔλθει ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος. Καί, ποθῶντας νά ἀπολαύση ἀπό αὐτόν τούς καρπούς τῆς σοφίας καί νά μάθη καί τίς τάξεις τοῦ Ὄρους, πῆγε σέ αὐτόν καί ἀφοῦ ἐξωμολογήθηκε, τόν παρακαλοῦσε νά μείνη στήν συνοδεία του. Ὁ Ζαχαρίας, ἀφοῦ τόν ἀποδέχθηκε, τοῦ δίδασκε τήν ποθούμενή του σπουδή.
Ἀλλά ἐπειδή τόν καιρό ἐκεῖνο ὑπῆρχε μεγάλη σύγχυσι καί ταραχή στίς Ἐκκλησίες, γιά τήν ψευδοσύνοδο, πού ἔγινε τότε στήν Φλωρεντία ὑπό τόν Ἰωάννη τόν Παλαιολόγο, καί οἱ ἀνατολικοί δέν ἤθελαν νά τήν δεχθοῦν καθόλου, γι’ αὐτό ὁ σοφός Ζαχαρίας μαζί μέ τόν ἱερό Νήφωνα πῆγαν στόν Ἀσκάλωνα, διδάσκοντας στίς Ἐκκλησίες στούς Χριστιανούς νά στέκωνται σταθεροί στήν Ὀρθοδοξία καί στούς ὅρους τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Καί ἀφοῦ ἀναχώρησαν ἀπό ἐκεῖ πῆγαν στό κάστρο τῆς Τρουΐας, καί ὁ ἀφέντης τοῦ τόπου ὁ Γεώργιος ὁ Σκαντέρ μπέης, τούς ὑποδέχθηκε μέ κάθε τιμή καί εὐλάβεια, διότι εἶχε καί ἀπό πρίν πληροφορηθῆ τήν φήμη τους καί, ἀφοῦ τούς περιποιήθηκε μέ μεγάλη του χαρά, κράτησε μαζί του στό παλάτι του κάμνοντας καί πνευματικό του πατέρα, τόν σοφώτατο Ζαχαρία. Καί ἐκεῖνο τόν καιρό πέθανε στήν Κωνσταντινούπολι καί ὁ βασιλιάς Ἰωάννης ὁ Παλαιολόγος καί βασίλευσε στήν θέσι του ὁ Κωνσταντῖνος ὁ ἀδελφός του. Αὐτός, ἀφοῦ συγκάλεσε Σύνοδο, κήρυξε ἄκυρη τήν Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας. Καί ἀφοῦ πέρασε λίγος καιρός, ἐξ αἰτίας ἁμαρτημάτων, τά ὁποῖα μόνο ὁ Ἅγιος Θεός γνωρίζει, ὑπέταξαν τήν Κωνσταντινούπολι οἱ Τοῦρκοι κατά τό ἔτος 1453 μετά Χριστόν. Καί ὑπῆρχε μεγάλη ζάλη καί ἀναταραχή σέ ὅλα τά μέρη ἀπό τίς αἱματοχυσίες τῶν πολέμων καί ἔτρεχαν οἱ Χριστιανοί ἀπό τόπο σέ τόπο, γιά νά κρύβωνται. Τότε καί αὐτοί οἱ Μακάριοι κρύφθηκαν γιά λίγο καιρό σέ ἕνα ὄρος, μέχρι πού σταμάτησε ἡ σύγχυσι. Ἔπειτα πῆγαν στήν πολιτεία τῆς Ἀχρίδας, μέσα στήν ὁποία ἦταν ἕνα Μοναστήρι τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί ἔμειναν σ’ αὐτό μαζί μέ τούς ἄλλους ἀδελφούς. Ὁ δέ ἱερός Νήφων ἐπέμενε σπουδάζοντας στά μαθήματα τοῦ διδασκάλου του Ζαχαρία.
Καί τίς ἡμέρες ἐκεῖνες ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ ὁ ἀρχιερέας Ἀχριδῶν ὁ Νικόλαος καί, ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν οἱ Ἐπίσκοποι καί οἱ κληρικοί καί ὅλο τό πλῆθος, παρακαλοῦσαν τόν ἱερό Ζαχαρία νά δεχθῆ τό ἀξίωμα τῆς ἀρχιερωσύνης, καθώς ἦταν περιβόητος σέ ὅλους γιά τήν ἀρετή καί τήν σοφία του. Αὐτός ὅμως, μειώνοντας τόν ἑαυτό του ἔλεγε, ὅτι δέν εἶναι ἄξιος νά λάβη τόσο μεγάλο βάρος ψυχῶν ἐπάνω στόν ἑαυτό του, ἀφοῦ μόλις καί μετά βίας μπορεῖ νά σώση τήν δική του ψυχή. Ἀλλά ἐκεῖνοι δέν σταμάτησαν νά τόν ἐκλιπαροῦν καί νά τόν παρακαλοῦν, μέχρι πού τόν ἔπεισαν καί δέχθηκε τήν ἀπόφασι.
Ἀφοῦ λοιπόν χειροτονήθηκε ἀρχιερέας ὁ ἱερός Ζαχαρίας, μετά ἀπό μερικές ἡμέρες ὁ Μακάριος Νήφων ζητοῦσε νά τοῦ δώση τήν εὐλογία του νά πάη στό Ἅγιο Ὄρος νά ἡσυχάση. Ὁ ἀρχιερέας ὅμως τοῦ εἶπε· «Τώρα ἔχω μεγάλη ἀνάγκη νά σέ ἔχω στήν συνοδεία μου, παιδί μου, γιά νά παρηγοροῦμαι καί νά ἐλαφρύνωμαι ἀπό τό βάρος, πού ἔβαλα στούς ὤμους μου, χωρίς νά τό θέλω καί τώρα γυρεύεις νά μέ ἀφήσης; Τήν ὥρα τῆς ἀνάγκης χρειάζονται οἱ φίλοι καί τά παιδιά, γιά νά βοηθήσουν τούς πατέρες πού κινδυνεύουν. Μή μέ στερήσης, παιδί μου Νήφων ἀπό τήν εὐλογημένη σου παρουσία». Καί τήν ὥρα πού ὁ ἀρχιερέας τά ἔλεγε αὐτά μέ δάκρυα, ἔτρεχαν σάν ποτάμι τά δάκρυα ἀπό τόν θεῖο Νήφωνα, τόσο ὥστε δέν μποροῦσε νά ἀπολογηθῆ. Καί ἔμειναν τήν νύχτα ἐκείνη καί οἱ δύο ξάγρυπνοι, καί πρός τό ξημέρωμα, ἀφοῦ ἀποκοιμήθηκε ὁ ἀρχιερέας εἶδε στό ὅραμά του Ἅγιο Ἄγγελο πού τοῦ εἶπε, νά ἀφήση τόν Νήφωνα, νά πάη ὅπου ἐπιθυμεῖ, διότι εἶναι ἐπίλεκτο σκεῦος τοῦ Ἁγίου Θεοῦ. Καί τό πρωί, ἀφοῦ ἔκανε εὐχή, ἄφησε τόν θεῖο Νήφωνα νά φύγη, λέγοντας· «Πήγαινε, παιδί μου, ὅπου σέ ὁδηγήσει ὁ Κύριος, τόν ὁποῖο παρακαλῶ ὁ ἀνάξιος νά μέ ἀξιώση νά σέ δῶ πάλι στήν παροῦσα ζωή, ὅταν θέλη ἡ θεία του πρόνοια».
Ὁ Μακάριος Νήφων, ἀφοῦ πῆρε μαζί του γιά συνοδοιπόρο τήν εὐχή τοῦ Ἀρχιερέα ἔτρεχε γιά τό Ἅγιο Ὄρος σάν φτερωτός ἀετός καί, ἀφοῦ πῆγε στήν σεβάσμια μονή τοῦ Βατοπεδίου καί προσκύνησε τά ἱερά θαυμάσια τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἀναζήτησε καί βρῆκε ἐκεῖ πολλούς ἐνάρετους ἄνδρες, τῶν ὁποίων ἔγινε πρόθυμος ζηλωτής. Ἔπειτα ἀφοῦ πῆγε στίς Καρυές, ἀντάμωσε τόν πρῶτο τοῦ Ὄρους, πού ὠνομαζόταν Δανιήλ, ἄνθρωπο πολύ ἐνάρετο καί διακριτικό. Αὐτός μόλις τόν εἶδε χάρηκε πολύ καί, ἀφοῦ τόν ἀσπάσθηκε, εἶπε· «Ἐγώ, σοφώτατε Νήφων, ἔμαθα ἀπό πολλούς γιά ἐσένα καί παρακαλοῦσα τόν Θεό νά μέ ἀξιώση νά σέ δῶ πρίν ἀπό τόν θάνατό μου καί, νά, πού ὁ Πανάγαθος εἰσάκουσε τήν ταπεινή μου δέησι. Γι’ αὐτό σέ παρακαλοῦμε νά διδάξης τούς ἀδελφούς, πού συγκεντρώθηκαν πρόθυμα γιά ἐσένα». Ὁ ταπεινόφρονας ὅμως Νήφων ἔλεγε· «Δέν εἶμαι ἄξιος, Ὁσιώτατοι Πατέρες, νά δίνω ἰατρικά στούς ὑγιεῖς καί ἔμπειρους ἰατρούς, ἀλλά ἐγώ κυρίως χρειάζομαι θεραπεία ἀπό αὐτούς». Τότε τοῦ λέει ὁ θεῖος Δανιήλ· «Δέν πρέπει νά φυλάσσης τά θεῖα λόγια μόνο γιά τόν ἑαυτό σου, Πάτερ, ἀλλά νά τά μεταδίδης καί στούς ἄλλους, γιά νά τούς ὠφελῆς».
Ἔτσι, ἀφοῦ ἔγειρε τήν κεφαλή ὁ Ἅγιος καί ἔκανε τήν συνηθισμένη μετάνοια, ἄρχισε νά λέη τά πάνσοφά του λόγια μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε ὅλοι θαύμαζαν τήν σύνεσι τῶν λόγων του (…). Καί καθώς περιδιάβαινε τήν σκήτη τῶν Καρυῶν, εὕρισκε πολλούς ἐνάρετους ἄνδρες καί χαιρόταν ἡ ψυχή του. Ἔπειτα πῆγε καί στήν ἱερά μονή τοῦ Παντοκράτορος, καί ἀφοῦ ἔμεινε ἐκεῖ ἀρκετόν καιρό, πῆγε καί στό σπήλαιο, πού ὀνομάζεται Κρήτη, στό ὁποῖο κατοικοῦσαν θαυμάσιοι ἀσκητές καί πορεύονταν μέ μεγάλη σκληραγωγία, τούς ὁποίους, ἐπειδή τούς θαύμαζε γιά τήν ὑπερβολική τους ὑπομονή, ἔμεινε μαζί τους διδάσκοντας καί διδασκόμενος, ζῶντας ἀπό τήν καλλιγραφία.
Μετά ἀπό αὐτά, ἐπειδή προσκλήθηκε ἀπό τούς προεστῶτες τῆς μεγάλης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου νά πάη καί ἐκεῖ, γιά νά ὠφεληθοῦν ἀπό τούς μελιστάλαχτους λόγους του, γιά νά μήν φανῆ ἀνυπάκουος πῆγε μέ χαρά, σάν πρόθυμος μιμητής τοῦ Δεσπότη καί, ἀφοῦ τούς δίδαξε γιά ἀρκετόν καιρό, ἄκουσε καί γιά τήν σεβάσμια μονή τοῦ τιμίου Προδρόμου, αὐτήν πού λεγόταν τοῦ Διονυσίου. Ὅτι, δηλαδή ὑπῆρχαν σ’ αὐτήν πολλοί ἐνάρετοι καί τηροῦσαν ὅλες τίς τάξεις τῆς μοναχικῆς πολιτείας, καθώς εἶχαν κοινόβιο καί ὅλα εῑναι κοινά, σύμφωνα μέ τόν μέγα Βασίλειο καί ζοῦσαν πολιτεία ὅμοια μέ αὐτή τῶν ἀγγέλων. Ἀναχώρησε λοιπόν ἀπό τήν Λαύρα καί πῆγε σ’ αὐτή, καί ὅταν εἶδε τό δύσβατο καί σκληρό τόπο, τόσο πολύ χάρηκε ὁ Μακάριος, ὥστε τοῦ φαινόταν, ὅτι ἔβλεπε τόν θεῖο Πρόδρομο νά ζῆ στά ὄρη καί στά σπήλαια, καί νά τρέφεται μέ ἀκρίδες καί ἄγριο μέλι. Καί ὅλη τήν νύχτα ἐκείνη τήν πέρασε ξάγρυπνος, παρακαλῶντας τόν τίμιο Πρόδρομο νά τόν ἀξιώση νά μείνη σ’ ἐκεῖνον τόν σεβάσμιο τόπο. Λοιπόν, ἀφοῦ ἔβαλε μετάνοια στόν ἡγούμενο ἐνδύθηκε ἀμέσως τό θεῖο καί ἀγγελικό σχῆμα καί ἔφερε τόν σταυρό, ἐνῷ ὅταν τόν παρακάλεσαν οἱ ἀδελφοί, νά λάβη τό ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, ἔλεγε, ὡς ταπεινόφρων πού ἦταν, πώς δέν ἦταν ἄξιος. Ἔπειτα πάλι, ἐπειδή τόν παρακάλεσαν πολύ, ὑπάκουσε καί χειροτονήθηκε μέ τήν σειρά τῶν βαθμῶν ἀναγνώστης, ὑποδιάκονος, διάκονος καί ἱερέας. Καί ἔτσι ἀγωνιζόταν περισσότερο στούς πνευματικούς ἀγῶνες, σέ ἀγρυπνίες, σέ νηστεῖες, σέ προσευχές, καί στήν ἀνόθευτη ἀγάπη πρός ὅλους. Καί γιά νά μιλήσω μέ συντομία, ὁ τρισευλογημένος ἦταν μέγας φωστῆρας, πού λάμπρυνε ὁλόκληρος, ὄχι μόνο τήν μονή τοῦ Διονυσίου, ἀλλά καί ὅλο τό Ἅγιο Ὄρος, ὅπως τό μαρτύρησε ἕνας ἐνάρετος γέροντας, πού ὠνομαζόταν Πετρώνιος, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἔμεινε μία νύχτα μαζί μέ τόν θεῖο Νήφωνα ἔξω ἀπό τήν Μονή, κατά τά μεσάνυχτα, σηκώθηκε γιά νά προσευχηθῆ καί βλέπει τόν Ἅγιο πού ἔστεκε ὄρθιος, καί εἶχε ὑψωμένα τά χέρια καί τά μάτια στόν οὐρανό, καί ἦταν ὅλος γεμᾶτος ἀπό φῶς, τό ὁποῖο ἀνέβαινε μέχρι τόν οὐρανό καί ἔλαμπε ἀπό παντοῦ τόσο, ὥστε ἀπό τήν λάμψι ἐκείνη ἔπεσε καταγῆς σάν νεκρός ὁ Πετρώνιος. Ὁ Ἅγιος τόν σήκωσε ἐκστατικό. Ἀφοῦ λοιπόν συνῆλθε στόν ἑαυτό του, ἔπεσε στά πόδια του. Ἀλλά ὁ Μακάριος Νήφων, προσπαθοῦσε νά ἀποκρύψη ἀπό αὐτόν τήν θεία ὅρασι. Ὅμως ὁ Πετρώνιος πῆγε στόν ἡγούμενο μυστικά καί ἀποκάλυψε τήν ὅρασι. Στόν ὁποῖο ἀποκρίθηκε ὁ προεστώς· ‘Αὐτό, Πάτερ Πετρώνιε, φανερώνει, τήν ἀπόλυτη καθαρότητα τοῦ ἀνδρός καί ὅτι μέσῳ αὐτοῦ θά φωτισθοῦν πολλοί. Φυλάξου ὅμως, νά μή τό πῆς αὐτό σέ κανέναν ἄλλο, γιά νά μή τό μάθη καί φύγη ἀπό ἐμᾶς, καθώς ἀποφεύγει τόν ἔπαινο καί στερηθοῦμε ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο, τόν ὁποῖο ὁ Ἅγιος Θεός μᾶς χάρισε ὡς καταφυγή καί στήριγμα στίς ἡμέρες μας» (….)
Τίς ἡμέρες ἐκεῖνες κοιμήθηκε ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παρθένιος καί ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν οἱ Ἐπίσκοποι καί ὅλος ὁ κλῆρος τῶν Θεσσαλονικέων, ὅλοι μαζί ἀπό κοινοῦ ἀποφάσισαν νά κάνουν ποιμένα τους τόν πάνσοφο Νήφωνα. Γι’ αὐτό καί ἀπέστειλαν δύο Ἐπισκόπους καί κληρικούς, οἱ ὁποῖοι πῆγαν στήν σεβάσμια μονή τοῦ Διονυσίου, καί ἀφοῦ συνωμίλησαν ἰδιαιτέρως μέ τούς προεστῶτες, τούς παρακαλοῦσαν νά παρακινήσουν τόν Ἅγιο νά δεχθῆ τίς ψήφους. Ἐκεῖνοι τότε, ἀφοῦ ἀναστέναξαν βαρειά εἶπαν· «Ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού δίνει, ἅγιοι ἀρχιερεῖς, τόν διδάσκαλό του σέ ἄλλους; Ἐμεῖς εἴμαστε πεινασμένοι καί διψασμένοι καί πῶς νά δώσουμε τό φαγητό καί τό νερό μας; Ἔτσι κατάντησε ἡ περιβόητη Θεσσαλονίκη, ὥστε νά μή ἔχη κάποιον ἄξιο γιά ποιμένα; Καί ἤλθατε σ’ ἐμᾶς τούς ταπεινούς νά μᾶς στερήσετε τό φῶς τῶν ματιῶν μας; Τήν στιγμή πού βλέπετε καί μοναχοί σας σέ ποιούς ἀπόκρημνους καί δύσβατους τόπους κατοικοῦμε, ὥστε νά στερούμαστε ἀκόμη καί ἀπό τά ἀναγκαῖα τοῦ σώματος; Καί ὁ Κύριος μᾶς ἐξαπέστειλε τόν παρηγορητή στίς θλίψεις μας καί τώρα νά τόν στερηθοῦμε οἱ δυστυχεῖς; Πολύ δύσκολο μᾶς φαίνεται. Καί πραγματικά μεγάλος κίνδυνος θά μᾶς συμβῆ, ἄν στερηθοῦμε ἕναν τέτοιο φωστῆρα. Ἀλλά καί ὅλη ἡ ἀδελφότητα πρόκειται βεβαιώτατα νά δοκιμάση ἀμέτρητη θλῖψι». Καί ἀφοῦ τά εἶπαν αὐτά, ἀναχώρησαν.
Τότε οἱ ἐπίσκοποι καί οἱ κληρικοί, ὅταν εἶδαν πώς δέν κατώρθωσαν τίποτε, παρακαλοῦσαν μέ θερμά δάκρυα τόν Ἅγιο Θεό καί τόν τίμιο Πρόδρομο, νά μή γυρίσουν ἄπρακτοι. Ὁ δέ Ἅγιος, ὅταν ρώτησε τόν ἡγούμενο γι’ αὐτούς, δέν τοῦ ἀποκρίθηκε ἀπό τήν πολύ μεγάλη λύπη πού εἶχε. Ἀλλά ὁ Ἅγιος, καθώς ἦταν φωτισμένος ἀπό τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατάλαβε καί τοῦ εἶπε· «Μή λυπᾶσαι Πάτερ, διότι ἐγώ θά εἶμαι μαζί σας καί στόν ψυχοσωτήριο τόπο πρόκειται νά δώσω τό κοινό χρέος, ὅπως παρακάλεσα τόν θεῖο Πρόδρομο, ὅταν ἦλθα στό Μοναστήρι καί εἰσάκουσε τήν δέησί μου».
Καί ὁ καθηγούμενος τοῦ εἶπε· «Ἄς γίνη, ἀγαπητέ μου, αὐτό πού ζήτησες ἀπό τόν θεῖο Πρόδρομο. Βλέπεις ὅμως αὐτούς, γιά τούς ὁποίους μέ ρώτησες; Εἶναι Ἐπίσκοποι τῆς Θεσσαλονίκης καί στάλθηκαν ἀπό ὅλο τόν κλῆρο καί τόν λαό, γιά νά σέ πάρουν γιά ποιμένα τους, καί ἐμεῖς θά μείνουμε ὀρφανοί ἀπό ἐσένα. Καί μάλιστα ἐγώ δέν θά σέ ξαναδῶ». Καί αὐτό τό ἔλεγε, καθώς ἦταν φωτισμένος ἀπό τόν Θεό, διότι ὅταν ἦλθε τήν δεύτερη φορά ὁ Μακάριος Νήφων στήν μονή, ἦταν πεθαμένος ὁ ἡγούμενος καί δέν τόν εἶδε ξανά, ὅπως προφήτευσε. Καί ἐνῷ τά ἔλεγε αὐτά, ἔχυνε ποτάμι τά δάκρυα.
Καί ὅταν τά ἄκουσε αὐτά ὁ ταπεινόφρων Νήφων, ἔπεσε καταγῆς μέσα στόν Ναό καί, βρέχοντας μέ δάκρυα τό ἔδαφος, ἔλεγε· «Ποιός εἶμαι ἐγώ ὁ ἀνόητος καί ἁμαρτωλός, πού θά δεχθῶ στόν καταπληγωμένο μου τράχηλο τέτοιον βαρύτατο ζυγό;». Οἱ δέ ἀδελφοί, μόλις ἄκουσαν τόν ὀδυρμό τοῦ Ἁγίου ἔτρεξαν ὅλοι στήν Ἐκκλησία, γιά νά ἰδοῦν ποιός ἦταν ἡ αἰτία τῆς τόσο μεγάλης λύπης του. Τότε ὁ ἡγούμενος, βλέποντας ὅτι ὅλη ἡ ἀδελφότητα εἶχε συγκεντρωθῆ στόν Ναό, τούς ἀνήγγειλε ὅλα τά σχετικά μέ τούς Ἐπισκόπους καί τούς κληρικούς. Καί μόλις τά ἄκουσαν οἱ ἀδελφοί περικύκλωσαν τόν Ἅγιο μέ κλάματα καί ὀδυρμούς τόσο ἔντονους, ὥστε ἄκουσαν τήν ταραχή οἱ Ἐπίσκοποι καί οἱ κληρικοί καί ἦλθαν στήν μέση καί ἔδωσαν στά χέρια τοῦ Ἁγίου τά γράμματα ὅλου τοῦ κλήρου τῶν Θεσσαλονικέων. Ὁ Ἅγιος κλαίγοντας ἔλεγε· «Ἐγώ, ἅγιοι ἀρχιερεῖς, ἐπειδή εἶμαι καταπληγωμένος ἀπό τίς πολλές μου ἁμαρτίες, ἦλθα σ’ αὐτόν τόν τόπο, γιά νά ἡσυχάσω καί νά δώσω τέλος, καί πῶς μπορῶ νά φύγω ἀπό τήν ὁδό τῆς μετανοίας καί νά πάρω ἐπάνω μου τήν φροντίδα τόσων ψυχῶν, τήν στιγμή πού μόλις καί μπορῶ νά σώσω τήν ἁμαρτωλή μου ψυχή;».
Οἱ Ἐπίσκοποι ὅμως τοῦ ἔλεγαν· «Πάτερ, μή σταθῆς ἐνάντιος στήν θεία ἀπόφασι, διότι ὅλοι κοινῶς μέ μία γνώμη καί μία φωνή σέ ζητοῦν γιά ποιμένα τους». Τότε ὁ ἡγούμενος, καθώς ἦταν φωτισμένος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, εἶπε· «Πήγαινε, τίμιε Πάτερ, διότι ἔτσι εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ· νά αὐξήση τό τάλαντο καί νά σωθοῦν πολλοί μέσα ἀπό ἐσένα. Καί νά θυμᾶσαι πάντοτε αὐτή τήν ἱερά μονή καί τήν ἀγάπη τήν δική μας καί τῶν ἀδελφῶν καί νά μᾶς βοηθᾶς μέ τίς συχνές σου προσευχές, καί μέ ὅ,τι ἄλλο ἀναγκαῖο γιά τό σῶμα μπορεῖς γιά τήν ἐπιβίωσί μας. Ἐμεῖς βέβαια θά σέ ἔχουμε πάντοτε στήν μνήμη μας, ὡς κοινοβιάτη καί παιδί τοῦ ἱεροῦ Μοναστηριοῦ. Διότι ὁ Κύριος, αὐτή τήν νύχτα, πρόσταξε ἐμένα τόν ἀνάξιο, νά μήν ἐμποδίσουμε τόν δρόμο σου». Καί, ἀφοῦ τά εἶπε αὐτά, καταφίλησε τόν Μακάριο Νήφωνα. Τό ἴδιο καί ὅλοι οἱ ἀδελφοί μέ δάκρυα τόν ἀσπάσθηκαν, ὁ ὁποῖος τέλος πάντων εἶπε· «Ἄς γίνη, πατέρες μου καί ἀδελφοί, τό θέλημα τοῦ Κυρίου, ὅπως ὁρίζετε· ὅμως μέγας κίνδυνος μέ περιμένει ἐμένα τόν ἀνάξιο καί νά προσεύχεσθε γιά χάρι μου στόν Κύριο».
Καί ἀφοῦ μέ αὐτόν τόν τρόπο παρέλαβαν οἱ Ἐπίσκοποι τόν Ἅγιο, ἀναχώρησαν χαρούμενοι καί, ὅταν πῆγαν στήν Θεσσαλονίκη, ἔτρεξε τόσο πλῆθος λαοῦ, γιά νά ἰδοῦν τόν Ἅγιο καί νά λάβουν τήν εὐλογία του, ὥστε στριμώχνονταν ποιός νά προλάβη πρῶτος. Καί ὅταν ἦλθε ἡ Κυριακή, τόν χειροτόνησαν ἀρχιερέα καί ποιμένα τους. Ὁ Ἅγιος ὕστερα ἀπό λίγες ἡμέρες, βλέποντας τούς Χριστιανούς συγχυσμένους ἀπό τούς Λατινόφρονες καί ἀπό τήν καινοτομία τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Φλωρεντίας, δίδασκε καθημερινά τά θεῖα δόγματα τῶν Ἀποστόλων καί τῶν θείων Συνόδων, ἀποβάλλοντας τελείως τίς καινοτομίες καί τίς σοφιστικές ἀποδείξεις τῶν Λατίνων, καί τούς παράγγελνε νά φυλάσσουν τήν ὀρθοδοξία ἀνόθευτη. Καί τούς παρηγοροῦσε ἐπίσης καί γιά τίς ἀταξίες καί τούς πειρασμούς τῶν νεοβασιλευόντων Ἀγαρηνῶν, παρακινῶντας τους νά ὑπομένουν ἀγόγγυστα τίς θλίψεις καί τά βάσανα τῆς αἰχμαλωσίας μέ τήν ἐλπίδα τῶν ἀναγγελθέντων ἀγαθῶν καί νά φυλάσσουν τήν πίστι ἀσάλευτη.
Τούς δέ ἀνελεήμονες καί ἄσπλαχνους πλουσίους τούς παρακινοῦσε, μέ τίς πάνσοφες διδασκαλίες του, νά εὐσπλαχνίζωνται καί νά ἐλεοῦν τούς φτωχούς. (…). Ἀκόμη καί πολλούς ἄπιστους τούς μετέστρεφε ὁ πάνσοφος στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί καθημερινά ξέφευγαν ἀπό τήν πλάνη τους. Γι’ αὐτό ἐξαπλώθηκε παντοῦ ἡ φήμη του, καί ἔτρεχαν πολλοί σ’ αὐτόν. Καί ἔφθασε ἡ φήμη του καί στήν μεγάλη Ἐκκλησία καί ἐπιθυμοῦσαν καί οἱ ἀρχιερεῖς νά τόν ἀπολαύσουν.
Καί μετά ἀπό δύο χρόνια προσκλήθηκε ἀπό ὅλη τήν ὁμήγυρι τῶν ἀρχιερέων στήν Κωνσταντινούπολι γιά ὑποθέσεις ἀναγκαῖες τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό βέβαια ἔγινε μέ θεία οἰκονομία, γιά νά τοποθετηθῆ τό φῶς σέ ψηλότερο τόπο καί νά τούς φωτίζη ὅλους τό ἴδιο. Ὅταν λοιπόν πῆγε ὁ Ἅγιος στήν Κωνσταντινούπολι, ἔγινε δεκτός μέ κάθε τιμή ἀπό τόν Πατριάρχη καί τούς ἀρχιερεῖς καί ἀπό ὅλο τόν κλῆρο καί τόν λαό ἐξ αἰτίας τῆς ἀρετῆς του καί τῆς σοφῆς διακυβέρνησης τοῦ ποιμνίου του. Βρῆκε ἐπίσης ἐκεῖ καί τόν διδάσκαλό του τόν Ζαχαρία καί καθώς ἀσπάσθηκαν ὁ ἕνας τόν ἄλλον, χάρηκαν ὑπέρμετρα. Καί ἔτσι ἐκπληρώθηκε ἡ προφητεία τοῦ θείου Ζαχαρία πού εἶπε, ὅτι θά ἀνταμωθοῦν πάλι στήν παροῦσα ζωή. Ἀλλά μετά ἀπό λίγες ἡμέρες, ἀφοῦ ἀρρώστησε ὁ Ἁγιώτατος Ζαχαρίας, ἔφυγε πρός τόν Κύριο, καί τό ἱερό του Λείψανο τό κήδευσε μέ τιμές καί εὐλάβεια ὁ θεῖος Νήφων.
Ἔπειτα ἀπό λίγον καιρό κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ καί ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καί χωρίς νά χάσουν καιρό, ὅλοι οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ κληρικοί ἀνέβασαν μέ βασιλική προσταγή στόν οἰκουμενικό θρόνο, ἄν καί δέν ἤθελε, τόν σοφώτατο Νήφωνα. Ὁ ὁποῖος ἔχοντας τόν θεῖο ζῆλο στήν Ἁγία του ψυχή, κήρυττε μεγαλόφωνα τά θεῖα δόγματα, καθώς δίδασκε καθημερινά, σάν ἄλλος Ἀπόστολος, συμβούλευε, ἐπιτιμοῦσε μέτρια καί φρόντιζε μέ διάφορους τρόπους, νά ἀποδιώξη τούς λύκους μακριά ἀπό τό ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ καί νά στερεώση τήν ὀρθοδοξία (…).
Χαιρόταν λοιπόν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πού εἶχε ἕναν τέτοιο φωστῆρα, πού ἔλαμπε σέ ὅλη τήν οἰκουμένη τόσο, ὥστε στούς καιρούς ἐκείνους δέν ὑπῆρχε ἄλλος ὅμοιός του. Ἀλλά ὁ διάβολος, πού μισεῖ τό καλό δέν ἄντεχε νά βλέπη τέτοια καλά, ἀλλά παρακίνησε μερικούς κληρικούς σκανδαλοποιούς, νά ἐξορίσουν τόν Ἅγιο μακριά ἀπό τό ποίμνιό του καί, ἀφοῦ ἔκαμαν συνωμοσία ἐναντίον τοῦ καλοῦ ποιμένα, ὥρμησαν μέ βασιλική ἐξουσία καί τόν ἔδιωξαν ἀπό τό Πατριαρχεῖο.
Ὁ θεῖος Νήφων, ἐπειδή δέν γνώριζε καθόλου γιά ποιά αἰτία διώχνεται μέ τόσο παράλογο θυμό, ἀποροῦσε καί λυπόταν, ὄχι γιατί ἀποβλήθηκε ἀπό τόν θρόνο, ἀλλά γιά τήν στέρησι τῆς σωτηρίας τῶν Χριστιανῶν (…). Καί ἀφοῦ πῆγε στήν Σωζόπολη, ἡσύχασε σέ ἕνα Μοναστήρι τοῦ τιμίου Προδρόμου (…).
Καί ἀφοῦ ἔμεινε στό Μοναστήρι δύο ὁλόκληρα χρόνια, τόν προσκάλεσαν καί πάλι στήν Κωνσταντινούπολι καί ἀνέβηκε γιά δεύτερη φορά στόν οἰκουμενικό θρόνο καί ἔλαμψε πάλι τό φῶς στήν λυχνία καί φωτίσθηκε ὅλη ἡ οἰκουμένη μέ τίς συχνές διδαχές του. Ἀλλά ἐπειδή δέν ἄντεχε πάλι ὁ διάβολος τήν παρρησία τοῦ Ἁγίου, μηχανεύθηκε ἐναντίον του ἄλλη μέθοδο, γιά νά τόν διώξη πάλι. Καί μία ἡμέρα, πού ἐπέστρεφε στό Πατριαρχεῖο ἀπό μία Ἐκκλησία, πού λειτούργησε, ἔτυχε νά συναντήση ξαφνικά στόν δρόμο τόν βασιλιά, καί πηγαίνοντας στήν ἄκρη τόν χαιρέτησε, ὅπως ἦταν τό σωστό. Ὁ ὑπερήφανος βασιλιάς ὅμως καθώς ἀπαιτοῦσε τιμές ἀνάλογες πρός τόν Θεό, κατηγόρησε τόν Ἅγιο, πώς δέν ξέρει νά τιμᾶ τούς βασιλεῖς, ὅπως πρέπει. Ὁ ταπεινόφρων χωρίς νά μιλήση καθόλου ἔφυγε, λέγοντας μέ τόν ἑαυτό του· «Καί αὐτό δικό σου τέχνασμα εἶναι, πονηρέ διάβολε». Ὅταν πῆγε λοιπόν ὁ βασιλιάς στά βασίλεια, ἐξώρισε τόν Ἅγιο στήν Ἀδριανούπολι, προστάζοντας νά τόν φυλάγουν ἐκεῖ διωρισμένοι στρατιῶτες. Καί ἐκεῖνοι πού τόν πήγαιναν τοῦ ἔκαμναν στόν δρόμο πολλά κακά, ἀλλά ὁ Θεός τόν διαφύλαξε ἀβλαβῆ, καί ἐκεῖ τόν ἄφησαν νά κατοικῆ σέ μία Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Στεφάνου μέ μεγάλη φύλαξι. Ὁ Ἅγιος ὡστόσο, εὐχαριστῶντας τόν Θεό, πού τοῦ δόθηκε ὡς παρηγοριά ἡ Ἐκκλησία τοῦ Πρωτομάρτυρα, χαιρόταν καί δόξαζε τόν Κύριο, στόν ὁποῖο παραδόθηκε ὁλόψυχα χωρίς νά ἐλπίζη σέ καμμία ἀνθρώπινη βοήθεια.
Καί καθώς ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου διαδόθηκε καί στήν Βλαχία, ἐπιθύμησε ὁ τότε ἀφέντης, πού ὠνομαζόταν Ράδουλος νά δῆ τόν Ἅγιο καί, ἐνῷ πήγαινε στήν βασιλεύουσα, γιά νά πληρώση τά βασιλικά δοσίματα, πέρασε ἀπό τήν Ἀδριανούπολι καί μεταχειριζόμενος κάθε τρόπο, ἔλαβε τήν ἄδεια ἀπό τούς βασιλικούς ἀνθρώπους καί πῆγε νά ἀνταμώση τόν Ἅγιο καί, ἀφοῦ ἔγειρε τήν κεφαλή, τόν προσκύνησε μέ μεγάλη εὐλάβεια καί, ἀφοῦ καταφίλησε μέ ἀμέτρητο πόθο τήν Ἁγία του δεξιά, εἶπε· «Ἐγώ, Δέσποτα Ἅγιε, ποθοῦσα πολύ νά ἀξιωθῶ νά ἰδῶ τήν πανευλόγητη μορφή σου καί νά λάβω τήν εὐχή σου καί τήν εὐλογία σου, καί ἄς εἶναι δοξασμένος ὁ Θεός, πού μέ ἀξίωσε σήμερα καί τήν ἀπόλαυσα, ὅμως λυπᾶμαι πολύ γιά τούς πειρασμούς, πού δοκιμάζεις». Καί ἀποκρίθηκε ὁ Ἅγιος. «Ἐκλαμπρότατε ἀφέντη, πρέπει πρῶτα νά δοκιμάσουμε πολλές θλίψεις, γιά νά εἰσέλθουμε στήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν», λέει ὁ Κύριος. Καί ὁ θεῖος Παῦλος γράφει ὅτι δέν ἔχουν καμιά ἀξία τά παθήματα τοῦ τωρινοῦ καιροῦ μπροστά στήν δόξα, πού πρόκειται νά μᾶς ἀποκαλυφθῆ». Πρέπει λοιπόν νά ὑπομένουμε τίς περιστάσεις τῆς παρούσης ζωῆς μέ χαρά, ὅπως καί οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι (…). Καί χαίρονταν καί οἱ τρισευλογημένοι μέ τίς θλίψεις ὑπομένοντάς τις μέ εὐχαρίστησι, διότι ἀνέμεναν τήν μακάρια ἐλπίδα, ἀλλά ἐμεῖς εἴμαστε λιγόψυχοι, καί τί μποροῦμε νά ὑπομείνουμε;»
Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ ἀφέντης ἔνιωσε κατάνυξι καί τοῦ λέει· «Παρακαλῶ, τήν ἀρχιερωσύνη σου νά ἔλθης στήν Βλαχία, νά μᾶς διδάξης, πού εἴμαστε παντελῶς ἔρημοι ἀπό πνευματική διδασκαλία (…) καί ὅλοι θά σέ δεχθοῦν μέ κάθε χαρά. Μόνο δῶσε μου τόν λόγο σου, γιά νά μεσιτεύσω στούς ἀσεβεῖς, νά πάρουμε τήν ἄδεια». Καί ἀφοῦ συμφώνησε ὁ Ἅγιος σ’ αὐτό, μεσίτευσε ὁ Ράδουλος καί τόν πῆρε μαζί του στήν Βλαχία καί ὅλοι τόν δέχθηκαν, σάν ἀπόστολο τοῦ Κυρίου. Καί ὁ ἀφέντης τοῦ λέει· «Ἀπό σήμερα Πάτερ, σέ ἔχουμε ὁδηγό καί ποιμένα μας, γιά νά μᾶς ὁδηγήσης στήν ὁδό τῆς σωτηρίας καί νά ἔχης τήν ἐξουσία στά Ἐκκλησιαστικά καί ὅ,τι προστάξεις νά γίνεται».
Τότε ὁ θεῖος Νήφων τοῦ εἶπε· «Ἐπαινῶ τήν καλή σου γνώμη καί μακάρι νά τήν ἔχης ἕως τό τέλος. Ὡστόσο σέ παρακαλῶ ὅ,τι κρίνω ἀπαραίτητο γιά τήν διόρθωσί σας, νά τό δεχθῆτε μέ εὐχαρίστησι καί ἐάν σφάλης ὁ ἴδιος νά δέχεσαι πνευματική συμβουλή. Διότι ὅταν ὁ κοινός λαός δῆ τόν ἀφέντη, ὅτι δέχεται διόρθωσι μετανοίας, τότε καί αὐτοί διορθώνονται μέ εὐκολία. Καί πάλι τό ἀντίθετο, ὅταν ὁ ἀφέντης καταπατᾶ τόν νόμο καί ἀθετῆ τούς ἱερούς Κανόνες, τότε ἐπέρχεται σέ ὅλους μεγάλη πτῶσι. Διότι οἱ ἄνθρωποι εὔκολα κλίνουν πρός τό κακό». Τότε ὁ ἀφέντης λέει πρός τόν Ἅγιο· «Ὅ,τι κάνεις Πάτερ, γιά τό συμφέρον τῆς ψυχῆς μας, μέ χαρά θά τό δεχθοῦμε».
Τότε λοιπόν ὁ πάνσοφος Νήφων πρόσταξε νά γίνη τοπική Σύνοδος, νά μαζευθοῦν ὅλοι οἱ ἱερεῖς τῶν Ἐκκλησιῶν καί οἱ ἡγούμενοι τῶν Μοναστηριῶν καί οἱ ἄρχοντες τοῦ παλατιοῦ μέ τόν ἀφέντη. Καί ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν ὅλοι, ἄρχισε ὁ Μακάριος νά τούς κηρύττη τά θεῖα λόγια καί νά τούς παρακινῆ στά καλά ἤθη, μέ ἀπόδειξι τῶν θεόπνευστων Γραφῶν καί τῶν θείων Πατέρων καί νά τούς ἀποκόπτη ἀπό κάθε κακή συνήθεια ἔτσι ὥστε ὅλοι δέχθηκαν τήν μελιστάλαχτη διδασκαλία του, καί καθώς πείσθηκαν ἀπό τά θεῖα του λόγια, φρόντιζαν νά διορθώσουν ὅλες τίς τάξεις καί τά ἤθη τους. Καί χειροτόνησε ὁ Ἅγιος καί δύο Ἐπισκόπους καί, ἀφοῦ τούς ἔδωσε διωρισμένες Ἐπισκοπές, τούς παρήγγειλε νά φροντίζουν τό ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ, διότι πρόκειται νά δώσουν λογαριασμό γι’ αὐτούς στόν φοβερό Κριτή. Ἔπειτα γυρίζοντας πρός τόν ἀφέντη, εἶπε, γιά νά τόν ἀκούσουν ὅλοι· «Καί ἐσύ, παιδί μου Ράδουλε, πού ἔχεις τήν ἐξουσία στό χέρι σου, πρέπει νά συμβουλεύης ὅλους τούς ὑπηκόους σου καί νά τιμωρῆς τούς ἄτακτους καί νά μήν δείχνης εὔνοια πρός πρόσωπο μήτε σέ μεγάλο μήτε σέ μικρό, ἀλλά νά κάνης δίκαιη κρίσι, διότι ἡ κρίσις εἶναι τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, ὅπως λέει ἡ θεία Γραφή».
Καί ἀφοῦ τά δίδαξε αὐτά μέ πολλή ταπείνωσι ὁ Ἅγιος, ἀπέλυσε τήν Σύνοδο, κρατῶντας τούς Ἱερεῖς καί τούς Μοναχούς, πού ἦταν ἀπό μακρινούς τόπους, γιά ἀρκετό καιρό, μέχρι νά τούς διορθώση. Καί ὅλοι δόξαζαν τόν Θεό, πού τούς ἀπέστειλε ἕναν τέτοιο φωστῆρα (…). Καί μέ τήν ἀδιάκοπη διδαχή του ἐπέστρεφε στήν μετάνοια πλῆθος πολύ καί διορθώνονταν. Ἀλλά ὁ διάβολος, πού μισεῖ τό καλό, τί μηχανεύεται;
Ἕνας μεγάλος ἄρχοντας ἀπό τήν Μπογδανία, ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του, ἀφήνοντας καί σπίτι καί γυναῖκα καί παιδιά, καί ἦλθε στήν Βλαχία καί ἀφοῦ ἔπιασε πολλές φιλίες μέ τόν ἀφέντη Ράδουλο, θέλησε νά κατοικήση ἐκεῖ καί νά πάρη ἄλλη γυναῖκα. Ἔτσι ὁ ἀφέντης (…) παράβλεψε καί νόμους Πατέρων καί Κανόνες καί τοῦ ἔδωσε παράνομα τήν ἴδια του τήν ἀδελφή. Μόλις τό ἄκουσε αὐτό ἡ νόμιμη γυναίκα του, ἔγραψε γράμμα πρός τόν Ἅγιο κλαίγοντας καί φανερώνοντας πώς εἶναι παντρεμένος καί ἔχει παιδιά. Ὅταν ἔλαβε ὁ Ἅγιος τό γράμμα, φώναξε τόν Μπόγδανο καί τοῦ μίλησε μέ πραότητα καί ταπείνωσι τά πρέποντα, γιά νά ἀφήση τήν παρανομία, ἀλλά ἐκεῖνος ἀναχώρησε ἀπό τόν Ἅγιο μέ πολλές φοβέρες. Καί, πηγαίνοντας στόν ἀφέντη, τόν παρακίνησε σέ θυμό κατά τοῦ Ἁγίου καί ζητοῦσε νά τόν διώξη ἀπό τήν Βλαχία. Ἀλλά ὁ θεῖος Νήφων χωρίς νά φοβηθῆ καθόλου τίς ἀπειλές πῆγε στό παλάτι τοῦ ἀφέντη καί ἔδωσε ἀρχικά τό γράμμα, πού ἔστειλε ἡ νόμιμή του γυναῖκα. Ἔπειτα, ἀνοίγοντας τόν θεῖο νόμο, τούς παρακαλοῦσε νά μήν περιφρονήσουν τήν θεία ἀπόφασι καί τούς θείους Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας. Τότε ὁ Ράδουλος, ἀφοῦ ἀπέρριψε τό προσωπεῖο τῆς προηγούμενής του εὐλάβειας, ἐξαγριώθηκε ἐναντίον τοῦ Ἁγίου καί τοῦ λέει· «Δέσποτα, δέν πρέπει νά δείχνης τόση αὐστηρότητα σέ ἐμᾶς, ἀλλά νά ἔχης ντροπή καί φόβο πρός τούς ἀφέντες. Ἐγώ καί πρωτύτερα ἤθελα νά σοῦ τό πῶ, ὅτι ἀμέσως μόλις σέ ἔφερα ἐδῶ, καταπάτησες καί ἀθέτησες ὅλες τίς παραδόσεις καί τίς τάξεις μας καί ἄλλαξες, σύμφωνα μέ τήν γνώμη σου, ὅλα τά πράγματα. Γι’ αὐτό ἀπό σήμερα μήτε τήν διδασκαλία σου θέλουμε, μήτε τίς παραδόσεις καί τίς τάξεις σου. Διότι ἐμεῖς εἴμαστε ἄνθρωποι τοῦ Κόσμου καί δέν μποροῦμε νά ὑπακοῦμε σύμφωνα μέ τήν γνώμη σου».
Ἀφοῦ λοιπόν τά ἄκουσε, ἀνέλπιστα, αὐτά ὁ Ἅγιος, τοῦ λέει· «Ἐκλαμπρότατε ἀφέντη, αὐτά περίμενα ἐγώ νά μοῦ πῆς; Δέν ἦλθε ἡ ἐκλαμπρότητά σου δύο καί τρεῖς φορές μέ τούς ἄρχοντές σου καί μέ παρακάλεσες νά ἔλθω ἐδῶ γιά τήν ὠφέλεια τῶν ψυχῶν σας; Δεῖξε μου, ὑψηλότατε, ποιά κακή παράδοσι καί τάξι σᾶς ἔδωκα καί ἀθέτησα τίς δικές σας; (…). Γνώριζε, ἀφέντη, ὅτι ὅλη ἡ δική μου δύναμι εἶναι ὁ νόμος τῆς Ἐκκλησίας, γιά τήν ὁποία ὁ Κύριός μου ἔχυσε τό Πανάγιο αἷμα του, γιά νά τήν καθαρίση ἀπό κάθε ἁμαρτία καί νά τήν ἁγιάση. Καί θά εἶναι καθαρή καί ἅγια μέ τήν ἐκπλήρωσι τῶν θείων ἐντολῶν, τίς ὁποῖες ποθῶ νά φυλάξω ἕως τό τέλος τῆς ζωῆς μου».
Ἀφοῦ τά εἶπε αὐτά, βγῆκε ἀπό τό παλάτι καί, πηγαίνοντας στήν Ἐκκλησία, πρόσταξε τούς ὑπευθύνους γιά τήν εὐταξία νά συγκεντρώσουν τόν λαό καί, ἀφοῦ τούς δίδαξε ἀρκετά, φόρεσε τήν ἀρχιερατική στολή καί ἀφόρισε τόν παράνομο Μπόγδανο καί ἐκείνους πού τόν βοηθοῦσαν στήν παρανομία καί προεῖπε ὅσα ἐπρόκειτο νά γίνουν στήν Βλαχία καί ὅτι ὁ Ράδουλος καί ὁ Μπόγδανος πρόκειται νά λάβουν κακό θάνατο καί νά χαθοῦν ἀπό τήν ἀνομία τους. Καί ἔτσι ἀπόθεσε τήν ἀρχιερατική στολή ἐπάνω στήν Ἁγία τράπεζα καί ἀναχώρησε.
Μόλις τά πληροφορήθηκε αὐτά ὁ Ράδουλος, ἔδωσε ἐντολή σέ ὅλη τήν πολιτεία νά μή τόν ἀποκαλοῦν πλέον ἀρχιερέα, οὔτε νά τοῦ προσφέρουν καμία περιποίησι καί τιμή. Καί ὅποιος ἀκουσθῆ, πώς τοῦ ἔδωσε ἤ ψωμί, ἤ τίποτε ἄλλο, ἤ τόν δέχθηκε στό σπίτι του νά χάνη τήν ζωή του καί τά πράγματά του νά περνοῦν στήν δικαιοδοσία τοῦ ἀφέντη. Γι’ αὐτό ἔδωκε ὁ Ἅγιος τόπο στήν ὀργή καί πῆγε σέ μία ἄκρη τῆς χώρας, σέ ἕνα μικρό σπίτι, ἔχοντας ὅλη του τήν ἐλπίδα στόν Θεό, ὁ ὁποῖος σάν πολυέλεος πού εἶναι, ἔστειλε σ’ αὐτόν τά ἀναγκαῖα, ὅπως ἔστειλε παλιά καί στόν Προφήτη Ἠλία (…).
Ὁ Ράδουλος ὅμως σκεφτόταν τήν κατάρα τοῦ Ἁγίου καί ἐπειδή φοβόταν νά μή τοῦ ἔλθη ξαφνικά καμία ὀργή ἀπό τόν Θεό, (…) ἔφερε τόν Ἅγιο στό παλάτι του μέ τιμή, νομίζοντας ὅτι μέ τίς κολακεῖες θά κερδίση τήν συγχώρησι καί τοῦ λέει· «Πάτερ θειώτατε καί σοφώτατε, συγχώρησέ μας γιά ὅσα σοῦ φταίξαμε ὡς ἄνθρωποι (…). Καί σέ παρακαλοῦμε νά μήν ἔχης καμία λύπη πρός τό πρόσωπό μας καί ἐμεῖς θά σοῦ προμηθέψουμε, ὅσα χρειάζονται καί θά σέ στείλουμε, ὅπου ἀποφασίσης νά πᾶς. Καί ὅσο γιά τό συνοικέσιο τοῦ Μπόγδανου μή νοιάζεσαι, διότι αὐτός ἔλαβε τήν συγχώρησι ἀπό ὅλη τήν Σύνοδο τῶν ἀρχιερέων, πού εἶναι στήν Κωνσταντινούπολι, καί ἄς δώση τήν συγχώρησι καί ἡ Παναγιότητά σου, ὅπως πρέπει». Ὁ θεῖος Νήφων ἀναστενάζοντας ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς του εἶπε, σάν νά μιλοῦσε σέ κάποιον ποταπό ἄνθρωπο· «Ράδουλε, οὔτε τά ἄσπρα σου θέλω, οὔτε καμία τιμή ζητῶ ἀπό ἐσένα. Θυμᾶσαι πόσα ἔκανες, γιά νά μέ φέρης στήν Βλαχία, γιά νά σᾶς διδάξω τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Καί ἄν σᾶς ἔκαμα καμία παρανομία, μαρτύρησέ τα. Ἐγώ διωρίσθηκα ἀπό τόν Κύριό μου, γιά νά ἐλέγχω τούς παρανόμους, καί σ’ αὐτή τήν παρανομία δέν θά συμπράξω ποτέ. Ἐσεῖς ὅμως πρόκειται νά πεθάνετε στήν ἀνομία μέ πολλές θλίψεις καί πόνους καί ἄπειρα κακά πρόκειται νά ἔλθουν στόν τόπο σας, καί τότε θά μέ ζητήσετε καί δέν θά μέ βρῆτε».
Ἀφοῦ εἶπε αὐτά ὁ Ἅγιος μέ πολλή ἐλευθεροστομία, ἀναχώρησε ἀπό ἐκεῖ καί, βρίσκοντας τόν πνευματικό του υἱό τόν Νεάγκο, τοῦ εἶπε προσωπικά· ‘Βλέπω παιδί μου, ὅτι μεγάλη ὀργή πρόκειται νά πέση σέ αὐτόν τόν τόπο καί θά κινδυνεύσης καί ἐσύ παρ’ ὅλη τήν καταγωγή σου. Ἀλλά ὁ πανεύσπλαχνος Θεός θά σέ διαφυλάξη ἀπό κάθε κακό, ἐάν φυλάξης τίς παραγγελίες, πού σοῦ ἔδωσα. Καί ὄχι μόνο θά λυτρωθῆς ἀπό κάθε κίνδυνο, ἀλλά καί σέ μεγάλη τιμή θά ἀνέβης καί θά ἁπλωθῆ τό ὄνομά σου σέ ὅλα τά μέρη. Νά θυμᾶσαι βέβαια καί ἐμένα τόν πνευματικό σου Πατέρα καί ἐγώ, ἐάν βρῶ παρρησία πρός τόν φιλάνθρωπο Θεό, θά τόν παρακαλῶ γιά χάρι σου’. Καί ἔτσι τόν εὐλόγησε καί τόν ἀσπάσθηκε. (…). Καί, ἀφοῦ πῆρε ὁ Ἅγιος τόν Μακάριο καί τόν Ἰωάσαφ τούς μαθητές του, πῆγε στήν Μακεδονία καί ἀπό ἐκεῖ στά Πετόλια, διδάσκοντας καί στηρίζοντας τούς Χριστιανούς. Ἔπειτα πῆγε στό Ἅγιο Ὄρος στήν ἱερά μονή τοῦ Βατοπεδίου καί τόν δέχθηκαν μέ κάθε εὐλάβεια καί χαρά οἱ Πατέρες, πού βρίσκονταν ἐκεῖ, δοξάζοντας τόν Θεό, πού τούς ἀξίωσε νά ἀπολαύσουν ἕναν τέτοιο φωστῆρα καί διδάσκαλο. Καί μόλις πληροφορήθηκαν τόν ἐρχομό του οἱ ἀσκητές τοῦ Ὄρους, ἔτρεχαν καθημερινά σ’ αὐτόν γιά νά λαμβάνουν τήν εὐλογία του καί νά ἀκοῦνε τίς ψυχωφελεῖς διδασκαλίες του (…).
Μετά ἀπό αὐτά, παίρνοντας τόν Ἰωάσαφ ἀναχώρησε ἀπό τήν ἱερά μονή τοῦ Βατοπεδίου, κρυφά χωρίς νά ξέρη κανείς, καί πῆγε ὡς ἄγνωστος στό ἱερό Μοναστήρι τοῦ Διονυσίου, στό ὁποῖο ὑπῆρχε, ὅπως λένε, ἡ ἑξῆς συνήθεια καθορισμένη ἀπό τόν κτήτορα τῆς μονῆς· Ὅτι ὅποιος θά πήγαινε στό Μοναστήρι γιά νά μονάση, ἐάν καταδεχόταν νά γίνη βορδονάρης στά μουλάρια, νά φέρνη ξύλα καί νά κάνη κάθε ἄλλη ὑπηρεσία γιά ὅσο καιρό θά διοριζόταν ἀπό τόν προεστῶτα, τότε τόν ἔπαιρναν μέσα στό Μοναστήρι καί τόν ἔκαναν καλόγηρο ἤ ἄν ἦταν προηγουμένως καλόγηρος τόν συναριθμοῦσαν μέ τούς ἀδελφούς τοῦ Μοναστηριοῦ. Λοιπόν, ἀφοῦ πῆγε καί ὁ Ἅγιος Νήφων στό Μοναστήρι ὡς ἄγνωστος, ὡς ἕνας εὐτελής Μοναχός καί ρωτήθηκε κατά τήν συνήθεια ἀπό τόν προεστῶτα, ἔβαλε μετάνοια καί ὑπηρετοῦσε τά μουλάρια στό βορδονάριο. Καί ἐκεῖνο τό διάστημα, πού ἦταν ἀκόμη ἄγνωστος, ἦλθαν ἄνθρωποι ἀπεσταλμένοι ἀπό τήν μεγάλη Ἐκκλησία καί τόν ἀναζητοῦσαν, γιά νά τόν ἀνεβάσουν πάλι στόν Οἰκουμενικό θρόνο μέ βασιλική ἐξουσία, ἀλλά, ἐπειδή δέν μπόρεσαν νά τόν βροῦν, ἀναχώρησαν.
Καί μία τῶν ἡμερῶν ὡρίσθηκε ὁ Ἅγιος, νά φυλάη βίγλα σέ τόπο ψηλό ἀντίκρυ τοῦ Μοναστηριοῦ, γιά τούς πειρατές, πού ἔρχονταν ξαφνικά τόν καιρό ἐκεῖνο στό Ἅγιο Ὄρος καί σκλάβωναν πολλούς καί ἅρπαζαν ὅ,τι πρόφθαναν. Καί στό μέσο τῆς νυκτός ἐνῷ στεκόταν σέ προσευχή ὁ Ἅγιος ἐκεῖ, ὅπου φύλαγε, εἶδαν μερικοί ἐνάρετοι Μοναχοί, πού ἀγρυπνοῦσαν τριγύρω σ’ ἐκεῖνον τόν τόπο, μία φλόγα πυρός πού ἀνέβαινε ἀπό τήν γῆ στόν οὐρανό καί ἕνας ἀδελφός, πού ἦταν μαζί μέ τόν Ἅγιο στήν βίγλα, ξυπνῶντας τήν ὥρα ἐκείνη, εἶδε τόν Ἅγιο, πού ἦταν ὅλος πύρινος, καί τρομάζοντας ἔφυγε ἀπό τόν τόπο του καί πῆγε στό Μοναστήρι καί διηγήθηκε σέ ὅλους τό φοβερό θέαμα πού εἶδε. Τό ἴδιο εἶπαν καί οἱ ἄλλοι Μοναχοί καί τό ἐπιβεβαίωσαν στούς προεστῶτες.
Γι’ αὐτό ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν ὅλοι στήν Ἐκκλησία, παρακαλοῦσαν τόν Ἅγιο Θεό νά τούς φανερώση, ποιός εἶναι αὐτός ὁ ἄνθρωπος, στόν ὁποῖο φαίνεται τέτοιο σημεῖο; Καί ὁ Κύριος εἰσάκουσε τήν δέησί τους καί τούς τόν φανέρωσε μέ τόν ἑξῆς τρόπο· Ὁ ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ εἶδε στό ὅραμά του, ὅτι βρέθηκε μέσα στόν Ναό καί ἐκεῖ ἐμφανίστηκε ὁ θεῖος Πρόδρομος καί τοῦ εἶπε· «Μάζεψε ὅλη τήν ἀδελφότητα καί βγῆτε νά προϋπαντήσετε τόν Πατριάρχη Νήφωνα καί φθάνει ἡ τόση ταπείνωσι, πού ἔδειξε καί ἔγινε βορδονάρης, γιά νά μή ζημιωθῆτε ἀνεπανόρθωτα». Καί, ἀφοῦ ξύπνησε ὁ ἡγούμενος, ἔμεινε ἐκστατικός, καί μετά ἀπό ἀρκετή ὥρα, ἀφοῦ συνῆλθε στόν ἑαυτό του, χτύπησε τό σήμαντρο καί συγκεντρώθηκαν οἱ ἀδελφοί ὅλοι καί τούς διηγήθηκε τό ὅραμα, πού εἶδε καί τότε ἔμαθαν, ὅτι αὐτός ἦταν ὁ Πατριάρχης Νήφων. Καί ὅταν ἦλθε ὁ Μακάριος, ὡς βορδονάρης, ἀντίκρυ τοῦ κοιμητηρίου, βγῆκαν ὅλοι μέ λαμπάδες καί θυμιάματα καί τόν προϋπάντησαν μέ μεγάλη παρρησία. Καί ἀμέσως μόλις τούς εἶδε ὁ θαυμάσιος, ἔρριξε τόν ἑαυτό του στήν γῆ, βρέχοντας τό ἔδαφος μέ τά δάκρυα. Τότε ὁ ἡγούμενος, ἀφοῦ ἔκαμε μετάνοια, τόν προσκύνησε καί ἀσπάσθηκε τά Ἅγιά του χέρια λέγοντάς του· «Φθάνει, φθάνει, οἰκουμενικέ φωστῆρα, ἡ τόση σου ὑπομονή. Φθάνει ἡ ἄκρα ταλαιπωρία πού ὑπέμεινες μέ τήν θέλησί σου. Φθάνει πλέον ἡ τόση ταπείνωσι» (…).
Τότε ὁ Ἅγιος μέ πολλά δάκρυα εἶπε· «Γι’ αὐτό Πατέρες καί ἀδελφοί μου μέ ἀπέκρυψε ὁ Κύριος σ’ αὐτόν τόν ψυχοσωτήριο τόπο, ὅπως τοῦ ζήτησα, γιά νά λυτρωθῶ ἀπό τίς φροντίδες τοῦ Κόσμου, καί νά ἐλεηθῶ σ’ ἐκεῖνο τό φοβερό του κριτήριο». (…) Καί ἀφοῦ τούς συμβούλεψε χωρίς ὀργή καί διαμαρτυρία νά κάμνη ὁ κάθε ἕνας τήν διακονία του, βοηθῶντας ὁ ἕνας τόν ἄλλον, σύμφωνα μέ τήν δική του δύναμι, τούς εὐλόγησε καί τούς ἀσπάσθηκε.
Ἔπειτα μπῆκε στό Μοναστήρι καί ἀγωνιζόταν μέ τόση ἄκρα σκληραγωγία, ὥστε εἶναι ἀδύνατο νά διηγηθῆ κανείς λεπτομερῶς τούς ἀγῶνες καί τούς κόπους πού ἔκαμνε ὁ Μακάριος (…). Καί τόση ταπείνωσι, ὑπομονή, σκληραγωγία, καί ἑκούσια φτώχεια εἶχε ὁ ἀείμνηστος, ὥστε δέν σκεφτόταν καθόλου τό ἀρχιερατικό ἀξίωμα, οὔτε πώς ὑπῆρξε Οἰκουμενικός Πατριάρχης, ἀλλά αὐτά τά θεωροῦσε σκιές καί ὄνειρα.
Καί μία φορά, βλέποντας ὁ Ἅγιος, ὅτι οἱ ἀδελφοί, πού ἔφεραν μέ τό καράβι τίς τροφές τοῦ Μοναστηριοῦ ἀπό τά μετόχια, κινδύνευαν ἀπό τήν φουρτούνα τῆς θάλασσας, ἔκαμε τρόπο καί μπῆκε μέσα στό καράβι, διότι ἦταν κοντά στό Μοναστήρι. Καί ἀμέσως σταμάτησε ἡ φουρτοῦνα καί ἔγινε γαλήνη μεγάλη. Τότε οἱ ἀδελφοί, ἀφοῦ ἔπεσαν μπροστά στά ἱερά του πόδια, εἶπαν· «Πιστεύουμε, Πάτερ σεβασμιώτατε, ὅτι ὅσα ζητήσης ἀπό τόν Θεό, θά σοῦ τά δώση. Γι’ αὐτό σέ παρακαλοῦμε νά κάνης προσευχή πρός τόν Κύριο, καθώς ἔχεις παρρησία πρός αὐτόν, γιά νά ταξιδεύουμε στό ἑξῆς ἀκίνδυνα στήν θάλασσα καί νά μεταφέρουμε χωρίς ζημία τίς τροφές στό Μοναστήρι». Ὁ δέ Ἅγιος ἀποκρινόταν· «Ἄν τυχόν δέν ἀμελῆτε τούς κανόνες σας καί τήν ἀκολουθία καί δέν εἶσθε ἀργόσχολοι, οὔτε λέτε αἰσχρά καί ἄπρεπα λόγια, εὔκολα σᾶς εἰσακούει ὁ Κύριος καί σᾶς ἐλευθερώνει ἀπό κάθε περίστασι». Ἔπειτα, ἀφοῦ γονάτισε ἐπάνω στό σίδερο τοῦ καραβιοῦ, ὕψωσε τά χέρια καί τά μάτια του στόν οὐρανό καί προσευχήθηκε ὥρα πολλή μυστικά. Καί ἀφοῦ σηκώθηκε εὐλόγησε τό σίδερο τρεῖς φορές καί εἶπε· «Προσέχετε, ἀδελφοί, νά βάζετε πάντοτε τό σίδερο αὐτό σέ τόπο καθαρό. Καί ὅταν σᾶς τύχη κίνδυνος, νά τό κρεμᾶτε στήν θάλασσα καί ἔτσι θά ταξιδεύετε ἀκίνδυνα στήν θάλασσα». Καί ἀπό τότε καί στό ἑξῆς, γινόταν αὐτό τό μέγα θαῦμα σέ κάθε κίνδυνο τῆς θάλασσας καί ἀμέσως μόλις ἐπρόκειτο νά ξεσπάση φουρτοῦνα, κρεμοῦσαν στήν θάλασσα τό σίδερο οἱ Μοναχοί ἐπικαλούμενοι μέ εὐλάβεια τό ὄνομα τοῦ Ἁγίου, καί, ὤ τοῦ θαύματος!, γινόταν γαλήνη (…). Καί σάν ἕνας θησαυρός πολύτιμος διαφυλασσόταν αὐτό τό σίδερο καί σῳζόταν στό Μοναστήρι περισσότερο ἀπό ἑκατόν πενῆντα χρόνια.
Ὁ Ἅγιος ὅταν ἔφθασε σέ βαθειά γηρατειά, περίπου ἐνενῆντα χρονῶν, καί ἐπειδή κατάλαβε ἀπό θεία ἀποκάλυψι πώς ἦλθε ὁ καιρός νά φύγη πρός τόν ποθούμενο Χριστό, μάζεψε ὅλη τήν ἀδελφότητα καί τούς τό φανέρωσε. Καί ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ τούς συμβούλεψε, τούς παρηγόρησε καί, ἀφοῦ τούς εὐλόγησε, εἶπε πρός τούς προεστῶτες· «Ζητῆστε, ἀδελφοί μου, ὅ,τι πνευματικό ζήτημα θέλετε ἀπό τήν ταπεινότητά μου, πρίν νά παραδώσω τό πνεῦμα μου πρός τόν Κύριο». Καί ἀποκρίθηκαν ὅλοι· «Θέλουμε, Πάτερ Παναγιώτατε, νά μᾶς δώσης ἐγγράφως τίς θεῖες σου εὐχές, γιά νά διαβάζωνται στόν τάφο κάθε ἀδελφοῦ, ὅταν πεθαίνη καί νά λαμβάνη τήν λύσι τῶν ἁμαρτημάτων, πού σάν ἄνθρωπος ἁμάρτησε». Καί ὁ Ἅγιος, καθώς ἦταν ὑπάκουος μέχρι καί τό τέλος, δέν παρέβλεψε τό αἴτημά τους, ἀλλά ἀφοῦ ἔκαμε προσευχή στόν Θεό μέ θερμά δάκρυα, γιά νά γίνη τό αἴτημά τους, εἶπε πρός τόν μαθητή του, τόν Ἰωάσαφ· «Παιδί μου, γράψε σέ χάρτη τά λεγόμενα, γιά νά μείνουν στούς ἀδελφούς ὡς παντοτινή παρηγοριά».
Καί ἀφοῦ ἔγραψε ὁ Ἰωάσαφ τίς συγχωρητικές εὐχές, εἶπε ὁ Ἅγιος σ’ αὐτόν· «Ἐγώ μέν φεύγω πρός τόν ποθούμενο Θεό, ἐσύ, ὅμως, παιδί μου, πήγαινε στήν Κωνσταντινούπολι καί κάνε ὅσα σοῦ παρήγγειλα καί ἐκεῖ θά λάβης καί τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου γιά νά χαίρεσαι αἰώνια στά οὐράνια». Καί ἔπειτα, ἀφοῦ πῆρε συγχώρησι ἀπό ὅλη τήν ἀδελφότητα, κοινώνησε τά ἄχραντα Μυστήρια καί ἔτσι παρέδωσε τήν Μακαρία του ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ, στίς ἕνδεκα τοῦ Αὐγούστου μηνός.
Μέ αὐτόν τόν τρόπο πολιτεύθηκε ὁ πανύμνητος Νήφων στήν παροῦσα ζωή. Ὁ ὁποῖος μέσῳ τοῦ θείου βαπτίσματος ἀναγέννησε, ἐνῷ ἦταν Πατριάρχης, πλῆθος Ἀρμενίων, Ἑβραίων καί Ὀθωμανῶν καί μέ τίς θεῖες καί μελιστάλαχτες διδασκαλίες του πρόσφερε στόν Κύριο ἀναρίθμητους σωσμένους. Ἀλλά καί μέ μαρτυρικούς στεφάνους ἀνέπεμψε πρός τόν Θεό τούς μαθητές του (…).
Καί εἶναι καιρός νά διηγηθῶ καί ἐκεῖνα, πού ἔγιναν στήν Βλαχία σύμφωνα μέ τήν πρόβλεψι τοῦ θείου Νήφωνος, διότι, ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπό ἐκεῖ ὁ Ἅγιος, συνέβη μεγάλη σύγχυσι στήν Ἐκκλησία τῆς Βλαχίας ἀπό τούς Ἐκκλησιαστικούς καί διαπράχθηκαν ἀπό τούς ἄρχοντες μεγάλα σκάνδαλα (….).
Μετά λοιπόν τήν κοίμησι τοῦ Ἁγίου ἔπεσε ὁ Ράδουλος σέ βαρύτατη καί ἀσθένεια καί τρύπησε ὅλο του τό κορμί καί ἔβγαινε μεγάλη καί ἀνυπόφορη δυσωδία καί ἔτσι μέ πολλούς πόνους πέθανε. Καί μετά τήν ταφή του, ἔτρεμε ὁ τάφος γιά τρεῖς ἡμέρες (…).
Ὁ θεοσεβέστατος Νεάγκος ἔκανε τόν θεῖο Νήφωνα τόν νέο Χρυσόστομο. Ἔτσι ἔστειλε δύο ἡγούμενους τῶν Μοναστηριῶν καί δύο ἐπίσημους ἄρχοντες στό Ἅγιο Ὄρος, στήν ἱερά Μονή τοῦ Διονυσίου μέ γράμματα καί χαρίσματα πολλά, γιά νά φέρουν τό Ἅγιο Λείψανο.
Αὐτοί ἐρχόμενοι ἔδωκαν τά γράμματα στόν ἡγούμενο τῆς μονῆς. Ἔπειτα ἕνας ἀπό τούς παλιούς γέροντες εἶπε πρός τούς ἀπεσταλμένους· «Σεβασμιώτατοι καθηγούμενοι καί εὐσεβέστατοι ἄρχοντες, ἐμεῖς οὔτε τοῦ ἀφέντη τό πρόσταγμα περιφρονοῦμε, οὔτε πάλι τολμοῦμε νά ἁπλώσουμε χέρι στόν τάφο τοῦ Ἁγίου. Ἄλλη παρηγοριά δέν ἔχουμε, ἐκτός ἀπό τό ἱερό Λείψανο τοῦ Ἁγίου Νήφωνος, πού ἀγωνίσθηκε σ’ αὐτό τό Μοναστήρι, καί τώρα νά τό πάρουν σέ ἄλλον τόπο, παράξενο μᾶς φαίνεται καί λύπη καί πόνος ἀνείπωτος θά μᾶς καταλάβη».
Τότε ἐκεῖνοι εἶπαν· «Ὁσιώτατοι Πατέρες, ἀκοῦστε μας, καί πράξετε σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ ἀφέντη μας, δηλαδή δῶστε μέ τήν εὐχή σας τό Ἅγιο Λείψανο καί διαλέξτε ἀπό μόνοι σας δύο προεστούς νά ἔλθουν μαζί μας καί σᾶς ὑποσχόμαστε, ὅτι θά σᾶς στείλη ὁ ἀφέντης μεγάλη βοήθεια καί πολλές εὐεργεσίες θά κάνη στό Μοναστήρι αὐτό, στέλνοντας πίσω καί τό Ἅγιο Λείψανο. Οἱ Πατέρες, μόλις τά ἄκουσαν αὐτά ἀποκρίθηκαν· «Ἐμεῖς δέν τολμᾶμε νά σκάψουμε καί κάντε μοναχοί σας, ὅ,τι προστάζετε». Τότε ἕνας ἀπό τούς ἄρχοντες, ὁ μέγας δηλαδή Λογοθέτης, ἀφοῦ πῆρε μία δικέλλα, καί ἔκανε τό σημεῖο τοῦ ζωοποιοῦ Σταυροῦ, εἶπε· «Ἐγώ στηριζόμενος στήν πίστι καί στήν εὐλάβεια τοῦ ἀφέντη μου ἀναλαμβάνω τό ἔργο καί ἔχω ἐλπίδα στήν πρεσβεία τοῦ Ἁγίου, ὅτι δέν θά πάθω τίποτα κακό». Καί ἔτσι ἄρχισε νά σκάβη, καί μόλις πλησίασε στό Ἅγιο Λείψανο, ὤ τῶν ἀνείπωτών σου, Χριστέ θαυμασίων! γέμισε ὅλος ἐκεῖνος ὁ τόπος ἀπό ἀνεκδιήγητη εὐωδία. Καί ἀφοῦ πῆραν τό Ἅγιο Λείψανο, τό ἔβαλαν σέ ἕνα κιβώτιο καί τό μετέφεραν στό μέσο τοῦ ναοῦ καί γέμισε ἡ Ἐκκλησία ἀπό θαυμάσια εὐωδία καί, ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν οἱ ἀδελφοί, ἔκαναν ὁλονύχτια ἀγρυπνία. Καί μαθεύτηκε ὁ λόγος στά κελλιά καί στίς σκῆτες καί στά μοναστήρια, πού εἶναι ἐκεῖ κοντά καί ἔτρεχαν οἱ Πατέρες μέ πίστι καί εὐλάβεια, γιά νά ἀσπασθοῦν τό Ἅγιο Λείψανο. (…).
Μετά δέ ἀπό τρεῖς ἡμέρες, ἀφοῦ πῆραν τό Ἅγιο Λείψανο οἱ ἀπεσταλμένοι καί μερικοί μοναχοί ἀπό τό Μοναστήρι, ξεκίνησαν γιά τήν Βλαχία. Καί περνῶντας τόν Δούναβι ποταμό, ἔστειλαν εἴδησι στόν ἀφέντη, ὁ ὁποῖος ἀπέστειλε ἀμέσως, γιά νά προϋπαντήσουν τόν Ἅγιο Ἀρχιερέα, Ἱερεῖς, Διακόνους καί Μοναχούς. Καί ὅταν πλησίασε τό Ἅγιο Λείψανο στήν χώρα τοῦ Βουκουρεστίου, βγῆκε καί ὁ ἴδιος ὁ θεοσεβέστατος ἀφέντης καί ὅλο τό πλῆθος τοῦ λαοῦ μέ λαμπάδες καί θυμιάματα καί, ἀφοῦ ἀγκάλιασε τήν θήκη, κατασπαζόταν μέ εὐλάβεια καί δάκρυα τό Ἅγιο Λείψανο καί, ἀφοῦ σήκωσε στούς ὤμους του μαζί μέ τούς ἐπισήμους ἄρχοντες τήν θήκη, πῆγαν στό Μοναστήρι τοῦ Ντάλου καί ἔβαλαν τό Ἅγιο Λείψανο ἐπάνω στόν τάφο τοῦ Ραδούλου καί ἔκαμαν ὁλονύχτια ἀγρυπνία, παρακαλῶντας θερμά τόν Ἅγιο νά συγχωρήση τό ἀνόμημα τοῦ ἐλεεινοῦ Ραδούλου. Καί στά μέσα τῆς νύχτας, πού ἀγρυπνοῦσαν, ἀποκοιμήθηκε ὁ ἀφέντης Νεάγκος καί βλέπει στό ὅραμά του, ὅτι ἄνοιξε ὁ τάφος τοῦ Ραδούλου καί φάνηκε τό σῶμα του κατάμαυρο καί ἔτρεχε ἀπό ὅλα του τά μέλη πύον καί ἔβγαινε ἀνείπωτη δυσωδία καί παρακαλοῦσε τόν Ἅγιο νά κάνη ἔλεος σ’ ἐκεῖνον τόν ταλαίπωρο Ράδουλο. Καί ἀμέσως βλέπει, ὅτι ἔτρεχε ἀπό τήν θήκη τοῦ Ἁγίου Λειψάνου, σάν μία βρύσι. Καί ὅτι ὁ Ἅγιος ἔπλυνε ὅλο τό βρωμερό ἐκεῖνο σῶμα τοῦ Ραδούλου καί τό ἔκανε ὡραιότατο καί λαμπρότατο καί ἔτσι ἔκλεισε πάλι ὁ τάφος τοῦ Ραδούλου. Τότε ὁ Ἅγιος πῆγε κοντά του καί τοῦ εἶπε· «Ὁρίστε, παιδί μου, πού εἰσάκουσα τήν δέησί σου, μόνο σοῦ παραγγέλλω νά εἰρηνεύης πάντοτε μέ τόν λαό σου καί νά ἀποστείλης στό Μοναστήρι μου τό Λείψανό μου γιά παρηγοριά τῶν ἀδελφῶν, πού ἀγωνίζονται ἐκεῖ καί ἔπειτα πῆγε καί μπῆκε πάλι στό κιβώτιο». Ὁ Θεοφιλής Νεάγκος ἀφοῦ ξύπνησε, ἔμεινε σάν ἐκστατικός ὥρα πολλή, συλλογιζόμενος ἐκεῖνα, πού εἶδε καί, ἀφοῦ συνῆλθε στόν ἑαυτό του, φώναξε μεγαλόφωνα· «Δόξα σ’ ἐσένα Βασιλεῦ ἐπουράνιε, ἐσύ πού δόξασες τόν ἀγαπημένο δοῦλο σου, τόν Ἅγιο Νήφωνα, μέ δόξα ἀνεκδιήγητη». Καί ἔτσι σταμάτησαν οἱ ψαλμῳδίες καί διηγήθηκε ὁ ἀφέντης σέ ὅλους ἐκεῖνα, πού εἶδε στό ὅραμά του καί δόξασαν ὅλοι τόν Θεό. Καί τό πρωί πού ἔγινε ἡ θεία Λειτουργία, συγκεντρώθηκε καί ἀπό τίς ἔξω χῶρες τῆς Βλαχίας πλῆθος πολύ, φέρνοντας μαζί τους καί ἀναρίθμητους ἀσθενεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀσπάζονταν τόν Ἅγιο μέ δάκρυα καί πίστι καί λάμβαναν τήν ὑγεία τους. Χωλοί σηκώνονταν ὄρθιοι. Τυφλοί ξανάβρισκαν τό φῶς τους. Αὐτοί, πού βασανίζονταν ἀπό παροξυσμούς θεραπεύονταν καί σχεδόν κάθε ἀσθένεια διώχνονταν ἀπό ἐκείνους, πού πρόστρεχαν στόν Ἅγιο μέ πίστι.
Καί βλέποντας ὁ ἀφέντης, ὅτι καθημερινά θαυματουργοῦσε ὁ Ἅγιος, συγκάλεσε τοπική σύνοδο καί καθώρισαν νά ἑορτάζεται ὁ Ἅγιος στίς ἕνδεκα τοῦ Αὐγούστου, τήν ἡμέρα, πού ἐκοιμήθη καί συνέθεσαν ὅλη τήν Ἀκολουθία του. Μετά ἀπό αὐτά πρόσταξε ὁ θεοσεβής Νεάγκος, καί ἔκαμαν ἕνα χρυσό κουβούκλιο καί στό κάλυμμά του ἀπό πάνω ζωγράφισε τόν Ἅγιο, καί μπροστά του ζωγράφισε τόν ἑαυτό του γονατιστό καί μέσα σ’ αὐτό ἔβαλε τά Λείψανα τοῦ Ἁγίου, κρατῶντας μόνο τήν Ἁγία του κάρα καί τό χέρι του, μέ τήν θέλησι τῶν Πατέρων καί γιά ἀνταμοιβή τους τούς ἔδωσε τήν πάντιμη κάρα τοῦ ἐνδόξου Προδόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου σέ χρυσῆ θήκη διακοσμημένη μέ πολύτιμους λίθους, τήν ὁποία ἀπέστειλε στήν ἱερά μονή τοῦ Διονυσίου, μαζί μέ τό ὑπόλοιπο ἱερό Λείψανο τοῦ Ἁγίου Νήφωνος, δίνοντας στούς Πατέρες καί πολλή βοήθεια, καθώς ἀνέγειρε ἀπό τά θεμέλια πολλά κτίρια στό Μοναστήρι καί ὁ ὁποῖος μνημονεύεται ἀκατάπαυστα ὡς κτήτορας. Τήν δέ Ἁγία κάρα καί τό χέρι τοῦ θείου Νήφωνος, μέχρι πού ζοῦσε ὁ ἀείμνηστος Νεάγκος, τά εἶχε μαζί του, ὅπου καί ἄν πήγαινε πρός ἁγιασμό καί ἀποτροπή κάθε ἐναντίου. Καί μετά τόν θάνατό του, τά ἀφιέρωσε στό Ἄρτζεσι, τό πανέμορφο Μοναστήρι, πού ὁ ἴδιος ἔχτισε καί βρίσκονται ἐκεῖ μέχρι καί
σήμερα γιά τήν δόξα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.


Login