Τῷ αὐτῷ μηνί IB΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας τοῦ Ἐλεήμονος.
Αὐτός ὁ θεῖος Πατήρ ἡμῶν Ἰωάννης καταγόταν ἀπό τήν Κύπρο, υἱός τοῦ ἄρχοντα τῆς Κύπρου πού λεγόταν Ἐπιφάνιος στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Ἡρακλείου, κατά τό ἔτος 615. Ἀφοῦ ἦλθε σέ κοινωνία γάμου, ἔγινε πατέρας παιδιῶν. Καί ἀφοῦ ἡ γυναίκα καί τά παιδιά του πέθαναν, ἔστρεψε ὁ Ἅγιος ὅλη τήν ἀγάπη καί τήν ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς του στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί στήν πρόοδο τῆς ἀρετῆς, ὁπότε γιά τήν ἐνάρετη ζωή του ἔγινε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας. Τότε λοιπόν τοποθε-τήθηκε ὡς πυρσός καί λύχνος ἐπάνω στήν λυχνία τῆς πατριαρχείας, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου καί ἔτσι ἔλαμψε σέ ὅλη τήν οἰκουμένη. Ἀφοῦ ἔζησε πολλά χρόνια ὡς Πατριάρχης ἔκανε πάρα πολλά θαύματα, καί ἐπειδή μοίραζε στούς φτωχούς πλουσιοπάροχα τήν ἐλεημοσύνη, γι’ αὐτό ἔλαβε καί τήν ὀνομασία αὐτή, τό νά ὀνομάζεται, δηλαδή, Ἐλεήμων. Γενόμενος λοιπόν ὁ μακάριος αἰδέσιμος καί σεβάσμιος μέχρι καί σ’ αὐτούς τούς ἄπιστους καί ἐθνικούς, ὅπως τό κάνει φανερό καί ὁ ἀναλυτικός του Βίος, «πρός Κύριον ἐξεδήμησε».
Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Μαρτίνου τοῦ Θαυματουργοῦ Ἐπισκόπου Φραγγίας.
Αὐτός ὁ θαυμάσιος Μαρτῖνος ἦταν κόμης ὡς πρός τό ἀξίωμα, στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Τραϊανοῦ, κατά τό ἔτος 98[1]. Ἀφοῦ καταστάθηκε ἀρχιστράτηγος ἀπό τόν αὐτοκράτορα, στάλθηκε στόν κατά τῶν βαρβάρων πόλεμο. Βλέποντας ὅμως ὅτι ἦταν μεγάλο τό πλῆθος τῶν ἐχθρῶν, φοβήθηκε, ὅπως καί ἔπρεπε νά φοβηθῆ. Παίρνοντας ὅμως θάρρος ἀπό μίαν θεϊκή ὀπτασία, πού φάνηκε στό ὄνειρό του, πού τοῦ ὑποσχόταν ὅτι θά νικήση, ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ὀπτασίας, ἀφοῦ πολέμησε, γιά τήν νίκη αὐτή δέχθηκε μεγάλη δεξίωσι καί τιμή ἀπό τόν αὐτοκράτορα.
Ἀλλ’ ὁ Ἅγιος εὐχαριστοῦσε περισσότερο τόν Κύριο, τόν βασιλιά τοῦ Οὐρανοῦ, ἐπειδή πέραν ἀπό κάθε ἐλπίδα, τοῦ χάρισε τήν νίκη, γιά τήν μικρή εὐεργεσία πού ἔκανε. Δηλαδή, προηγουμένως, πρίν νά ξεκινήση στόν πόλεμο, πῆγε κοντά του ἕνας πτωχός, κλαίγοντας τήν συμφορά του καί ζητῶντας ἐλεημοσύνη. Ὁ Ἅγιος, συμπονέσας τήν συμφορά του, ἔσχισε κάποιο μέρος ἀπό τήν χλαμύδα του, δηλαδή ἀπό τό ἀξιωματικό καί πολύτιμο ἔνδυμα πού φοροῦσε, καί τόν ἔνδυσε. Παρόμοια τόν χόρτασε, ἐπειδή πεινοῦσε καί τόν πότισε, ἐπειδή διψοῦσε.
Τότε τοῦ φάνηκε ὅτι εἶδε τόν Κύριο στόν ὕπνο του νά παρουσιά-ζεται καί νά τοῦ λέη· «Ἐπειδή πεινασμένο μέ ἔθρεψες καί διψασμένο μέ πότισες καί γυμνό μέ ἔνδυσες, γι’ αὐτό θά εἶμαι μαζί σου καί θά σοῦ χαρίσω τήν νίκη κατά τῶν ἐχθρῶν».
Τότε εὐχαριστῶντας ὁ Ἅγιος τόν Θεό, ἀρνήθηκε ὅλο τόν κόσμο καί τά τοῦ κόσμου, καί προτίμησε τήν μοναχική πολιτεία. Ἀφοῦ λοιπόν ἀσκήθηκε στήν ἄσκησι ἑπτά χρόνια καί μελέτησε τίς θεῖες Γραφές, τότε ἔγινε Ἐπίσκοπος τῆς Κωνσταντίνης πόλεως, πού βρίσκεται στήν Γαλλία, δηλαδή αὐτή πού σήμερα λέγεται Φράνσα. Αὐτός μέ τήν τοῦ Χριστοῦ χάρι ἀνάστησε νεκρούς, θανάτωσε δράκοντες, μετέβαλε σέ χρυσό ἕνα ζωντανό περιστέρι, γιά νά βοηθήση στήν ἀνάγκη του κάποιον πτωχό, καί πάλι ἀποκατέστησε τό περιστέρι, ὅπως ἦταν προηγουμένως.
(Ἀναφέρουμε ἐδῶ μερικά ἀκόμη ἀπό τά θαύματα τοῦ Ἁγίου πρός δόξαν Θεοῦ καί τιμή τοῦ Ἁγίου, τά ὁποῖα περιέχονται στό Νέο Ἐκλόγιο, σελ. 131-138, ὅπου ὅποιος θέλει μπορεῖ νά ἀνατρέξη, γιά νά δῆ τά περισσότερα).
Ἄλλοτε πάλι, περνῶντας ὁ Ἅγιος μέσα ἀπό τήν πολιτεία, βρῆκε σέ ἕνα μέρος ἕναν νέο κρεμασμένο καί εἶπε στούς παρευρισκομένους ἐκεῖ· «Τοῦτο τό κακό ἔγινε μέ συνέργεια τοῦ διαβόλου». Καί ἀφοῦ στάθηκε πρός τήν ἀνατολή, ἔκανε προσευχή στόν Θεό ἀρκετή ὥρα. Ἔπειτα εἶπε· «Τό πνεῦμα ἐσύ τό ἀκάθαρτο καί τό πονηρό, πού παρακίνησες αὐτόν τόν νέο νά κρεμασθῆ, στό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ φανερώσου μπροστά σέ ὅλους, γιά νά σέ δοῦμε». Καί ἀμέσως τό δαιμόνιο ἐκεῖνο ἐμφανίστηκε, σάν ἕνα ἀραπόπουλο, κρατῶντας στά χέρια του ἕνα σχοινί. Καί τά μάτια του ἦταν σάν φωτιά, τά χείλη του μαῦρα, τά δόντια του ἄσπρα, τά χέρια του μακριά, τά πόδια του ἀλύγιστα καί ἡ γλῶσσα του κρεμασμένη ἔξω ἀπό τό στόμα του σάν τοῦ λυσσασμένου σκύλου. Καί τοῦ λέγει ὁ Ἅγιος· «Πνεῦμα ἀκάθαρτο καί πονηρό, ποιά εἶναι ἡ ἐργασία σου»; Καί ἐκεῖνο ἀποκρίθηκε· «Ἡ ἐργασία μου εἶναι, νά παρακινῶ τούς ἀνθρώπους νά κρεμιῶνται. Διότι σέ τοῦτο μέ διώρισε ὁ ἀρχηγός μου ὁ Σατανᾶς». «Καί γιά ποιά αἰτία παρακίνησες αὐτόν τόν νέο νά κρεμασθῆ»; Τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος. Τότε τό δαιμόνιο ἄρχισε νά κατηγορῆ τόν κρεμασμένο, λέγοντας· «Αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἦταν προηγουμένως εἰδωλολάτρης καί ὕστερα ἔγινε Χριστιανός, ὅμως δέν ζοῦσε σύμφωνα μέ τίς ἐντολές, πού παρέλαβε, ἀλλά ἔκαμνε τά κακά του θελήματα καί δέν σκεφτόταν καθόλου τήν αἰώνια κόλασι, ἀλλά δόθηκε ὅλως διόλου στίς κακίες, βάζοντας θεληματικά τόν τράχηλό του κάτω ἀπό τόν ζυγό τῆς ἁμαρτίας, καί ἀφοῦ πληγώθηκε ὅλος ἀπό τό κεφάλι ἕως τά πόδια, ἔχασε τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας του. Γι’ αὐτό βρῆκα καί ἐγώ εὐκαιρία καί τόν παρακίνησα νά κρεμασθῆ, γιά νά τόν ἔχω μαζί μου στήν κόλασι. Διότι αὐτό εἶναι ὁ δικός μας μεγάλος ἀγώνας». Ὁ δέ Ἅγιος εἶπε στόν δαίμονα· «Δόλιε καί φονιά, ἐσύ εἶσαι καί ἐχθρός καί κατήγορος. Καί ἐσύ τόν παρακίνησες νά παραδοθῆ στό σκοτάδι καί στήν ἀπώλεια καί τόν ἔφθασες σέ ἄθλια κατάστασι, καί τώρα τόν κατηγορεῖς, ὅτι αὐτός ἔγινε ἡ αἰτία, γιά νά κρεμασθῆ καί ὄχι ἐσύ. Γι’ αὐτό σέ προστάζει ὁ Ἰησοῦς Χριστός, μέσα ἀπό μένα τόν ταπεινό, νά πᾶς νά κατοικήσης στήν ἄκρη τῆς Οἰκουμένης, ἕως ὅτου νά ἔλθη ἡ συντέλεια τοῦ Κόσμου, καί νά κατεβῆς μαζί μέ τούς συντρόφους σου στόν Ἅδη, πού εἶναι ἑτοιμασμένος γιά σᾶς». Καί ἀμέσως ὁ δαίμονας ἔγινε ἄφαντος. Μετά λοιπόν ἀπό αὐτά πλησίασε ὁ Ἅγιος στόν νεκρό καί εἶπε τήν ἑξῆς προσευχή. « Κύριε, ἐσύ πού εἶσαι ὁ Θεός μου, ἐσύ πού ἔχεις ἄμετρη συμπάθεια καί πέλαγος εὐσπλαγχνίας ἀνεκδιήγητο, μή παραβλέψης τό πλάσμα τῶν χεριῶν σου, ἀλλά ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος, κοίταξε προσεκτικά ἀπό ψηλά τόν Ἅγιό σου καί ἀνάστησε αὐτόν τόν νεκρό, γιά νά δοξάζεται τό πανάγιο ὄνομά σου στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν». Καί ἀμέσως ἀναστήθηκε ὁ νεκρός, καί πέφτοντας στά πόδια τοῦ Ἁγίου εἶπε· «Σέ εὐχαριστῶ Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, διότι δέν μέ ἄφησες τόν ἁμαρτωλό στόν φρικτό καί πικρό ἐκεῖνο τόπο τοῦ Ἅδη. Ἀλλά σέ παρακαλῶ ὁδήγησέ με, γιά νά τύχω τῆς σωτηρίας μου». Τότε ὁ Ἅγιος τοῦ εἶπε· «Ἐπειδή, παιδί μου, δοκίμασες τήν νύκτα αὐτή τά βασανιστήρια τῆς κολάσεως καί εἶδες τό μεγάλο κακό, πού προξενοῦν στόν ἄνθρωπο οἱ ἁμαρτίες, γι’ αὐτό μετανόησε ἀξίως καί κλᾶψε γιά τίς ἁμαρτίες σου, καί ἀποποιήσου τις, μίσησέ τις καί κάνε ἀπόφασι ἀπό σήμερα νά ἀπομακρυνθῆς ἀπό αὐτές». Καί δίνοντάς του τόν πρέποντα Κανόνα καί καθοδηγῶντας τον πολύ, πῶς νά ζῆ καί νά κάμη τά ἔργα τῆς μετανοίας, τόν ἄφησε νά φύγη εἰρηνικά.
Μετά ἀπό αὐτά πηγαίνοντας στήν πολιτεία ἐκείνη, ὅπου εἶχε προσκληθῆ, συνάντησε στόν δρόμο ἕναν φτωχό ἐλεεινό, πού ζητοῦσε ἐλεημοσύνη, τόν ὁποῖο σπλαγχνίσθηκε ὁ Ἅγιος καί εἶπε στόν διάκονο, τόν ὁποῖο εἶχε διορισμένο νά ἐλεῆ αὐτούς πού ἔχουν ἀνάγκη, νά τοῦ δώση ὅσα χρήματα ἔχει. Ἀλλά ὁ διάκονος τοῦ ἔδωσε τά μισά μόνο, ἐνῶ τά ἄλλα μισά τά φύλαξε, γιά νά τά δώση σέ ἄλλους φτωχούς. Τό βράδυ ἐκεῖνο διανυκτέρευσαν σέ μία γυναίκα εἰδωλολάτρισσα, πολύ πλούσια. Ἡ ὁποία εἶχε τήν κατοικία της κοντά στόν δρόμο καί βλέποντας τόν Ἅγιο μέ τήν συνοδεία του, τούς δεξιώθηκε μέ χαρά καί τούς ἔστρωσε τραπέζι πλουσιοπάροχο. Ὁ Ἅγιος ὅμως δέν ἔφαγε καθόλου, ἀλλά προσευχόταν γιά τήν σωτηρία τῆς γυναίκας. Καί κατά τά μεσάνυχτα πῆγε ἡ γυναίκα στόν Ἅγιο πού προσευχόταν γι’ αὐτήν καί πέφτοντας στά πόδια του, τόν παρακαλοῦσε νά τήν κάνη Χριστιανή. Διότι ἔλεγε, εἶδα στό ὅραμά μου ἕναν δικαστή φοβερό, πού καθόταν ἐπάνω σε ἕναν ψηλό θρόνο καί ἀνάμεσα σέ πολλούς στρατιῶτες, πού στέκονταν τριγύρω του, στόν ὁποῖο ἔφερναν πολλούς καταδίκους δεμένους, καί ἄλλους ἀπό αὐτούς πρόσταζε νά τούς ρίξουν στήν φωτιά καί ἄλλους νά τούς βασανίσουν πολύ. Καί ἀνάμεσα σ’ αὐτούς ἔστεκα καί ἐγώ δεμένη καί ἔτρεμα. Τότε ἕνας ἀπό τούς στρατιῶτες τοῦ δικαστῆ ἐρχόμενος πρός ἐμένα μέ ρώτησε· «Γιά ποιά αἰτία εἶσαι κατάδικη καί δεμένη»; Καί ἐγώ τοῦ εἶπα· «Δέν ξέρω». «Τί μοῦ δίνεις», εἶπε ἐκεῖνος, «γιά νά σέ ἐλευθερώσω»; Καί ἐγώ τοῦ εἶπα· «Σοῦ δίνω ὅλη μου τήν περιουσία». Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε· «Ἐγώ αὐτά δέν τά χρειάζομαι. Μόνο νά μοῦ δώσης ὑπόσχεσι, ὅτι γίνεσαι Χριστιανή καί θά σέ ἐλευθερώσω ἀπό τά δεσμά καί ἀπό ὅλα τά βάσανα, πού πρόκειται νά δοκιμάσης». Καί ἐγώ τοῦ ὑποσχέθηκα, ὅτι γίνομαι Χριστιανή, μόνο νά γλυτώσω ἀπό τά χέρια τοῦ φοβεροῦ τούτου δικαστῆ. Ἐκεῖνος πάλι μοῦ εἶπε· «Κάνε ὅρκο στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ τῶν Χριστιανῶν». Καί ἐγώ εἶπα· «Μά τόν Θεό τῶν Χριστιανῶν, ἄν ἐλευθερωθῶ, γίνομαι Χριστιανή». Τότε ἐκεῖνος ἔλυσε τά δεσμά, μέ τά ὁποῖα ἤμουν δεμένη καί μέ ἄφησε νά φύγω. Γι’ αὐτό, σέ παρακαλῶ, Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, νά μέ κάνης Χριστιανή καί νά μοῦ διδάξης τά σχετικά μέ τήν σωτηρία μου, γιά νά μήν πέσω στά χέρια τοῦ φοβεροῦ ἐκείνου δικαστῆ, ὁ ὁποῖος κρίνει δίκαια, καί δέν ἀποβλέπει σέ δῶρα ἤ σέ πρόσωπα». Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ Ἅγιος, χάρηκε πολύ, καί ἀφοῦ κατήχησε αὐτήν καί ὅλους τούς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ της, τούς βάπτισε στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, καί ἀφοῦ τούς στερέωσε στόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί τούς δίδαξε ὅσα ἦταν ἀπαραίτητα γιά τήν σωτηρία τους, ἑτοιμάστηκε νά φύγη. Ἡ δέ προαναφερθεῖσα γυναίκα, τοῦ πρόσφερε ἕνα σκεῦος χρυσό τεσσάρων λίτρων καί τετρακόσια φλουριά, παρακαλῶντας τον νά τά δεχθῆ. Καί ὁ Ἅγιος, γιά νά μήν τήν λυπήση, τά δέχθηκε, γιά χάρι τῶν φτωχῶν, καί ἀφοῦ τῆς εὐχήθηκε, ἔφυγε. Ἔπειτα ρώτησε τόν διάκονο, πόσα χρήματα ἔδωσε στόν φτωχό ἐκεῖνο, πού ζητοῦσε ἐλεημοσύνη; Καί ὁ Διάκονος εἶπε· «Διακόσια φλουριά τοῦ ἔδωσα». «Καί πόσα εἶχες»; «Τετρακόσια». Τότε τοῦ λέει ὁ Ἅγιος· «Ὀλιγόπιστε, γιατί δέν τοῦ ἔδωκες τά τετρακόσια, ὅπως σοῦ εἶπα; Βλέπεις ὅτι ἔδωσες τά διακόσια στόν φτωχό, καί ἔλαβες ἀπό τήν γυναῖκα τετρακόσια φλουριά καί τέσσερα λίτρα χρυσάφι; Ὁπότε ἄν εἶχες δώση τά τετρακόσια, θά εἶχες πάρει ὀκτακόσια καί ὀκτώ λίτρα χρυσάφι. Λοιπόν, ζημίωσες τούς φτωχούς τετρακόσια φλουριά καί τέσσερα λίτρα χρυσάφι. Ζημίωσες καί τήν γυναῖκα ἀπό τόν τετραπλάσιο μισθό, πού μποροῦσε νά λάβη. Ζημίωσες καί τόν ἑαυτό σου ἀπό τήν ὑπακοή».
Μετά ἀπό αὐτά πηγαίνοντας ὁ Ἅγιος σέ μία χώρα, ὅπου ἦταν πολλοί Ἕλληνες, γιά νά τούς διδάξη τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί γιά νά τούς εἰσάγη στήν θεογνωσία, βρῆκε στόν δρόμο ἕναν Ἕλληνα, πού ἔστεκε ἐπάνω ἀπό ἕνα γαϊδουράκι ψόφιο καί λογάριαζε μέ τόν νοῦ του, ὅτι ματαίως κηρύττουν οἱ Χριστιανοί, ὅτι θά ἀναστηθοῦν οἱ νεκροί. Διότι ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος πού θά πεθάνη καί θά φθαρῆ τό σῶμα του στήν γῆ, πῶς εἶναι δυνατόν νά ἀναστηθῆ; Καί ἀφοῦ πλησίασε ὁ Ἅγιος κοντά του, τοῦ λέει· «Γιατί συλλογίζεσαι, φίλε, πώς οἱ νεκροί δέν πρόκειται νά ἀναστηθοῦν;». Καί ὁ εἰδωλολάτρης εἶπε· «Πῶς εἶναι δυνατόν νά ἀναστηθοῦν ἐκεῖνοι πού πέθαναν καί ἀποσυντέθηκαν μέσα στόν τάφο καί ἔγιναν χῶμα»; Ὁ δέ Ἅγιος τοῦ εἶπε· «Κοντά στόν Θεό ὅλα εἶναι δυνατά καί κανένα πρᾶγμα δέν εἶναι ἀδύνατο γι’ αὐτόν». Τότε ὁ εἰδωλολάτρης τοῦ λέει· «Ἐάν ἀναστήσης αὐτό τό γαϊδουράκι, τότε θά πεισθῶ ὅτι καί οἱ νεκροί μπορεῖ νά ἀναστηθοῦν. Διότι ἐκεῖνος πού θά ἀναστήση αὐτό τό ζῶο, εἶναι δυνατόν νά ἀναστήση καί τούς νεκρούς». Καί ὁ Ἅγιος τοῦ εἶπε· «Ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά ἀναστήση τά ζῶα πού δέν ἔχουν λογική. Γιατί ἐκεῖνα πού δέν ἔχουν λογική, οὔτε ἀνάστασι ἔχουν. Ἀλλά τούς ἀνθρώπους πού εἶναι λογικοί, πρόκειται νά τούς ἀναστήση, διότι μπορεῖ νά κρίνη καί νά τούς ζητήση λογαριασμό γιά τά καλά ἤ τά κακά ἔργα πού ἔπραξαν καί νά ἀποδώση στόν κάθε ἕνα σύμφωνα μέ τά ἔργα του». Ὁ δέ Ἕλληνας εἶπε· «Καί ποιός εἶναι αὐτός ὁ Θεός ὁ ὁποῖος, ὅπως λές, πρόκειται νά τά κάνη αὐτά»; «Εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, (τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος) ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος σταυρώθηκε γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων». Καί ὁ Ἕλληνας εἶπε· «Καί πῶς δέν ἐκδικήθηκε ἐκείνους, πού τόν κακοποίησαν»; Ὁ Ἅγιος εἶπε· «Δέν τούς ἐκδικήθηκε ἀμέσως, διότι περιμένει τήν μετάνοιά τους, καθώς εἶναι πολύ ἀγαθός καί μακρόθυμος. Πρόκειται ὅμως νά τούς ἐκδικηθῆ στό μέλλον». Τότε λέει ὁ εἰδωλολάτρης· «Ποιά ἡ ἀνάγκη νά πολυλογοῦμε; Ἐάν ἀναστήσης τό γαϊδουράκι τοῦτο, πιστεύω σέ ὅσα εἶπες». Τότε ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ ὕψωσε τά χέρια του στόν οὐρανό, ἔκανε τήν ἑξῆς προσευχή· « Κύριε ὁ Θεός μου, ἐσύ πού ἔγινες ἡ αἰτία τῆς σωτηρίας γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀνάστησε καί τοῦτο τό ζῷο πρός ἐπιστροφή καί ἐπίγνωσι τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ. Διότι μέ αὐτό τό θαῦμα, θά γνωρίση τήν παντοδυναμία σου καί θά πιστέψη σέ σένα». Καί μόλις τά εἶπε αὐτά, ἀναστήθηκε τό γαϊδουράκι καί περπατοῦσε. Καί μόλις εἶδε ὁ Ἕλληνας τοῦτο τό παράδοξο θαῦμα, ἔπεσε στά πόδια τοῦ Ἁγίου καί εἶπε· «Τώρα κατάλαβα, ὅτι αὐτός εἶναι Θεός ἀληθινός καί παντοδύναμος καί σέ παρακαλῶ, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, νά μοῦ τόν δείξης, γιά νά ἀκούσω τήν φωνή του καί νά πιστέψω σ’ αὐτόν». Ὁ δέ Ἅγιος τοῦ εἶπε· «Ὅποιος ἀκούει ἐμᾶς τούς ταπεινούς δούλους του, ἀκούει καί αὐτόν. Διότι τόν Θεό δέν τόν βλέπει κανείς μέ τά μάτια τοῦ σώματος, ἀλλά μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς, πού εἶναι ὁ νοῦς καί ἡ σκέψι. Γι’ αὐτό καί ἐσύ παιδί μου, ἐάν ποθῆς νά τόν ἰδῆς πίστεψε σ’ αὐτόν, καί θά τόν δῆς μέ τά νοητά σου μάτια, καί θά ζήσης στόν αἰῶνα». Τότε τοῦ λέει ἐκεῖνος· «Σέ παρακαλῶ, Δέσποτα ἅγιε, νά ἔλθης στήν χώρα μας, γιά νά μᾶς ὁδηγήσης στήν ὁδό τῆς ἀληθείας». Καί καθώς ὁ Ἅγιος εἶχε τόν ἴδιο σκοπό, πῆγε στήν χώρα ἐκείνη μαζί μέ αὐτόν καί μέ τό ἀναστημένο γαϊδουράκι. Τό ὁποῖο, ἐπειδή τό εἶδαν οἱ εἰδωλολάτρες, καί ἔμαθαν ὅτι τό ἀνέστησε ὁ Ἅγιος στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί, ἐπί πλέον, ἐπειδή ἄκουσαν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ πού κήρυξε ὁ Ἅγιος, πίστεψαν στόν Χριστό ἕως καί χίλιοι ἄνδρες χωρίς τίς γυναῖκες καί τά παιδιά, τούς ὁποίους, ἀφοῦ τούς κατήχησε ὁ Ἅγιος, τούς βάπτισε στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ἀφοῦ ἔμεινε ἐκεῖ πολλές ἡμέρες, τούς δίδασκε καθημερινά, ἕως ὅτου κατηχήθηκαν καί οἱ ὑπόλοιποι εἰδωλολάτρες καί βαπτίσθηκαν καί αὐτοί μαζί μέ τίς γυναῖκες καί τά παιδιά στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μετά ἀπό αὐτά ἀφοῦ τούς μίλησε ὁ Ἅγιος γιά τόν θάνατο καί τήν ἀνάστασι καί τήν μέλλουσα κρίσι καί γιά τήν κόλασι καί τά αἰώνια ἀγαθά της βασιλείας τῶν οὐρανῶν, τούς στερέωσε στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, καί ἔτσι ἐπέστρεψε στήν Ἐπισκοπή του δοξάζοντας τόν Θεό. Καί ἀφοῦ ἔκανε καί ἄλλα πολλά θαύματα, «ἐν εἰρήνῃ πρός Κύριον ἐξεδήμησε».
[1] Στό Νέο Ἐκλόγιο, ὅπου γράφεται ὁ ἀναλυτικός Βίος τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ ἀναφέρεται, ὅτι αὐτός ἔζησε στά χρόνια τοῦ Γρατιανοῦ καί τοῦ Οὐαλεντιανοῦ, τῶν βασιλέων Ρώμης, κατά τό ἔτος 376. Ἡ δέ μνήμη του ἐκεῖ ἀναφέρεται, ὅτι εἶναι στίς 10 τοῦ Νοεμβρίου, καί ὄχι στίς 12.


Login