Τῷ αὐτῷ μηνί IB΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας τοῦ Ἐλεήμονος. Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Μαρτίνου τοῦ Θαυματουργοῦ Ἐπισκόπου Φραγγίας.

Τῷ αὐτῷ μηνί IB΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας τοῦ Ἐλεήμονος.

  Αὐτός ὁ θεῖ­ος Πα­τήρ ἡμῶν Ἰ­ω­άν­νης ­κα­τα­γόταν ἀ­πό τήν Κύ­προ, υἱ­ός τοῦ ἄρχοντα τῆς Κύ­πρου πού λεγόταν Ἐπιφάνιος στά χρό­νια τοῦ αὐτοκράτορα Ἡ­ρα­κλεί­ου, κα­τά τό ἔ­τος 615. Ἀφοῦ ἦλθε σέ κοινωνία γά­μου, ἔ­γι­νε πα­τέρας παι­διῶν. Καί ἀφοῦ ἡ γυ­ναίκα καί τά παιδιά του ­πέ­θα­ναν, ἔστρεψε ὁ Ἅ­γιος ὅ­λη τήν ἀ­γά­πη καί τήν ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς ψυ­χῆς του στήν ἀγάπη τοῦ Θε­οῦ καί στήν πρόοδο τῆς ἀ­ρε­τῆς, ὁπότε γιά τήν ἐνάρετη ζωή του ἔ­γι­νε Ἀρ­χι­ε­πίσκο­πος Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας. Τό­τε λοι­πόν τοποθε-τήθηκε ὡς πυρ­σός καί λύ­χνος ἐ­πά­νω στήν λυ­χνί­α τῆς πα­τρι­αρ­χεί­ας, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου καί ἔτσι ἔ­λαμ­ψε σέ ὅ­λη τήν οἰ­κου­μέ­νη. Ἀφοῦ ἔζησε πολλά χρό­νια ὡς Πατριάρχης ἔκανε πάρα πολλά θαύ­μα­τα, καί ἐ­πει­δή ­μοί­ρα­ζε στούς φτω­χούς πλου­σι­ο­πάροχα τήν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, γι’ αὐτό ἔ­λα­βε καί τήν ὀνομασία αὐτή, τό νά ὀ­νο­μά­ζε­ται, δηλαδή, Ἐ­λε­ή­μων. Γενόμενος λοι­πόν ὁ μα­κά­ριος αἰ­δέ­σι­μος καί σε­βά­σμιος μέχρι καί σ’ αὐ­τούς τούς ἄπι­στους καί ἐ­θνι­κούς, ὅπως τό κάνει φανερό καί ὁ ἀναλυτικός του Βί­ος, «πρός Κύ­ριον ἐ­ξε­δή­μη­σε». 

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Μαρτίνου τοῦ Θαυματουργοῦ Ἐπισκόπου Φραγγίας.

 Αὐτός ὁ θαυ­μά­σιος Μαρ­τῖ­νος ἦ­ταν κό­μης ὡς πρός τό ἀ­ξίωμα, στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Τρα­ϊ­α­νοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 98[1]. Ἀ­φοῦ κα­τα­στά­θη­κε ἀρ­χι­στρά­τη­γος ἀ­πό τόν αὐ­το­κρά­το­ρα, στάλ­θη­κε στόν κα­τά τῶν βαρ­βά­ρων πό­λε­μο. Βλέ­πον­τας ὅ­μως ὅ­τι ἦ­ταν με­γά­λο τό πλῆ­θος τῶν ἐ­χθρῶν, φο­βή­θη­κε, ὅ­πως καί ἔ­πρε­πε νά φο­βη­θῆ. Παίρ­νον­τας ὅ­μως θάρ­ρος ἀ­πό μί­αν θε­ϊ­κή ὀ­πτα­σί­α, ­πού φά­νη­κε στό ὄ­νει­ρό του, πού τοῦ ὑ­πο­σχό­ταν ὅ­τι θά νι­κή­ση, ἐξ αἰ­τί­ας αὐ­τῆς τῆς ὀ­πτα­σί­ας, ἀ­φοῦ πο­λέ­μη­σε, γιά τήν νί­κη αὐ­τή δέ­χθη­κε με­γά­λη δε­ξί­ω­σι καί τι­μή ἀ­πό τόν αὐ­το­κρά­το­ρα.

Ἀλ­λ’ ὁ Ἅ­γιος εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο τόν Κύ­ριο, τόν βα­σι­λιά τοῦ Οὐ­ρα­νοῦ, ἐ­πει­δή πέ­ραν ἀ­πό­ κά­θε ἐλ­πί­δα, τοῦ χά­ρι­σε τήν νί­κη, γιά τήν μι­κρή εὐ­ερ­γε­σί­α ­πού ἔ­κα­νε. Δη­λα­δή, προ­η­γου­μέ­νως, πρίν νά ξε­κι­νή­ση στόν πό­λε­μο, πῆ­γε κον­τά του ἕ­νας πτω­χός, κλαί­γον­τας τήν συμ­φο­ρά του καί ζη­τῶντας ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Ὁ Ἅ­γιος, συμ­πο­νέ­σας τήν συμ­φο­ρά του, ἔ­σχι­σε κάποιο μέ­ρος ἀ­πό τήν χλα­μύ­δα του, δη­λα­δή ἀ­πό τό ἀ­ξι­ω­μα­τι­κό καί πο­λύ­τι­μο ἔν­δυ­μα ­πού ­φοροῦσε, καί τόν ἔνδυ­σε. Παρόμοια τόν ­χόρ­τα­σε, ἐπειδή πεινοῦσε καί τόν ­πό­τι­σε, ἐπειδή διψοῦσε.

Τότε τοῦ φάνηκε ὅ­τι εἶ­δε τόν Κύ­ριο στόν ὕ­πνο του νά παρουσιά-ζεται καί νά τοῦ λέη· «Ἐ­πει­δή πει­να­σμέ­νο μέ ἔ­θρε­ψες καί δι­ψα­σμέ­νο μέ ­πό­τι­σες καί γυ­μνό μέ ἔνδυ­σες, γι’ αὐτό θά εἶμαι μαζί σου καί θά σοῦ χα­ρί­σω τήν νίκη κα­τά τῶν ἐ­χθρῶν».

Τότε εὐ­χα­ρι­στῶν­τας ὁ Ἅ­γιος τόν Θε­ό, ἀρ­νή­θηκε ὅ­λο τόν κό­σμο καί τά τοῦ κό­σμου, καί ­προ­τί­μη­σε τήν μο­να­χι­κή πο­λι­τεί­α. Ἀ­φοῦ λοιπόν ἀσκήθηκε στήν ἄ­σκη­σι ἑ­πτά χρόνια καί ­με­λέ­τη­σε τίς θεῖες Γρα­φές, τό­τε ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος τῆς Κων­σταν­τί­νης πό­λε­ως, πού β­ρί­σκε­ται στήν Γαλ­λί­α, δη­λα­δή αὐτή πού σήμερα λέγεται Φράν­σα. Αὐτός μέ τήν τοῦ Χρι­στοῦ χά­ρι ἀ­νά­στη­σε νε­κρούς, θα­νά­τω­σε δρά­κον­τες, με­τέ­βα­λε σέ χρυ­σό ἕνα ζωντανό περιστέρι, γιά νά βο­η­θή­ση στήν ἀνάγκη του κάποιον πτωχό, καί πά­λι ἀ­πο­κα­τέ­στη­σε τό πε­ρι­στέρι, ὅπως ἦ­ταν προηγουμένως.

(Ἀ­να­φέ­ρου­με ἐ­δῶ μερικά ἀ­κό­μη ἀ­πό τά θαύ­μα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου πρός δό­ξαν Θε­οῦ καί τι­μή τοῦ Ἁ­γί­ου, τά ὁ­ποῖ­α πε­ρι­έ­χον­ται στό Νέ­ο Ἐ­κλόγιο, σελ. 131-138, ὅ­που ὅ­ποι­ος θέ­λει μπο­ρεῖ νά ἀ­να­τρέ­ξη, γιά νά δῆ τά ­πε­ρισ­σό­τε­ρα).

Ἄλ­λο­τε πά­λι, περ­νῶν­τας ὁ Ἅ­γιος μέ­σα ἀ­πό τήν πο­λι­τεί­α, βρῆ­κε σέ ἕ­να μέ­ρος ἕ­ναν νέ­ο κρε­μα­σμέ­νο καί εἶ­πε στούς πα­ρευ­ρι­σκο­μέ­νους ἐ­κεῖ· «Τοῦ­το τό κα­κό ἔ­γι­νε μέ συ­νέρ­γεια τοῦ δι­α­βό­λου». Καί ἀ­φοῦ στά­θη­κε πρός τήν ἀ­να­το­λή, ἔ­κα­νε προ­σευ­χή στόν Θε­ό ἀρ­κε­τή ὥ­ρα. Ἔ­πει­τα εἶ­πε· «Τό πνεῦ­μα ἐ­σύ τό ἀ­κά­θαρ­το καί τό πο­νη­ρό, πού πα­ρα­κί­νη­σες αὐ­τόν τόν νέ­ο νά κρε­μα­σθῆ, στό ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ φα­νε­ρώ­σου μπρο­στά σέ ὅ­λους, γιά νά σέ δοῦ­με». Καί ἀ­μέ­σως τό δαι­μό­νιο ἐκεῖ­νο ἐμ­φα­νί­στη­κε, σάν ἕ­να ἀ­ρα­πό­που­λο, κρα­τῶν­τας στά χέ­ρια του ἕ­να σχοι­νί. Καί τά μά­τια του ἦ­ταν σάν φω­τιά, τά χεί­λη του μαῦ­ρα, τά δόν­τια του ἄ­σπρα, τά χέ­ρια του μα­κριά, τά πό­δια του ἀ­λύ­γι­στα καί ἡ γλῶσ­σα του κρε­μα­σμέ­νη ἔ­ξω ἀ­πό τό στό­μα του σάν τοῦ λυσ­σα­σμέ­νου σκύ­λου. Καί τοῦ λέ­γει ὁ Ἅ­γιος· «Πνεῦ­μα ἀ­κά­θαρ­το καί πο­νη­ρό, ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἐρ­γα­σί­α σου»; Καί ἐ­κεῖ­νο ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἡ ἐρ­γα­σί­α μου εἶ­ναι, νά πα­ρα­κι­νῶ τούς ἀν­θρώ­πους νά κρε­μι­ῶν­ται. Δι­ό­τι σέ τοῦ­το μέ δι­ώ­ρι­σε ὁ ἀρ­χη­γός μου ὁ Σα­τα­νᾶς». «Καί γιά ποι­ά αἰ­τί­α πα­ρα­κί­νη­σες αὐ­τόν τόν νέ­ο νά κρε­μα­σθῆ»; Τοῦ εἶ­πε ὁ Ἅ­γιος. Τό­τε τό δαι­μό­νιο ἄρ­χι­σε νά κα­τη­γο­ρῆ τόν κρε­μα­σμέ­νο, λέ­γον­τας· «Αὐ­τός ὁ ἄν­θρω­πος ἦ­ταν προ­η­γου­μέ­νως εἰ­δω­λο­λά­τρης καί ὕ­στε­ρα ἔ­γι­νε Χρι­στια­νός, ὅ­μως δέν ζοῦ­σε σύμ­φω­να μέ τίς ἐν­το­λές, πού πα­ρέ­λα­βε, ἀλ­λά ἔ­κα­μνε τά κα­κά του θε­λή­μα­τα καί δέν σκε­φτό­ταν κα­θό­λου τήν αἰ­ώ­νια κό­λα­σι, ἀλ­λά δό­θη­κε ὅ­λως δι­ό­λου στίς κα­κί­ες, βά­ζον­τας θε­λη­μα­τι­κά τόν τρά­χη­λό του κά­τω ἀ­πό τόν ζυ­γό τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, καί ἀ­φοῦ πλη­γώ­θη­κε ὅ­λος ἀ­πό τό κε­φά­λι ἕ­ως τά πό­δια, ἔ­χα­σε τήν ἐλ­πί­δα τῆς σω­τη­ρί­ας του. Γι’ αὐ­τό βρῆ­κα καί ἐ­γώ εὐ­και­ρί­α καί τόν πα­ρα­κί­νη­σα νά κρε­μα­σθῆ, γιά νά τόν ἔ­χω μα­ζί μου στήν κό­λα­σι. Δι­ό­τι αὐ­τό εἶ­ναι ὁ δι­κός μας με­γά­λος ἀ­γώ­νας». Ὁ δέ Ἅ­γιος εἶ­πε στόν δαί­μο­να· «Δό­λι­ε καί φο­νιά, ἐ­σύ εἶ­σαι καί ἐ­χθρός καί κα­τή­γο­ρος. Καί ἐ­σύ τόν πα­ρα­κί­νη­σες νά πα­ρα­δο­θῆ στό σκο­τά­δι καί στήν ἀ­πώ­λεια καί τόν ἔ­φθα­σες σέ ἄ­θλια κα­τά­στα­σι, καί τώ­ρα τόν κα­τη­γο­ρεῖς, ὅ­τι αὐ­τός ἔ­γι­νε ἡ αἰ­τί­α, γιά νά κρε­μα­σθῆ καί ὄ­χι ἐ­σύ. Γι’ αὐ­τό σέ προ­στά­ζει ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, μέ­σα ἀ­πό μέ­να τόν τα­πει­νό, νά πᾶς νά κα­τοι­κή­σης στήν ἄ­κρη τῆς Οἰ­κου­μέ­νης, ἕ­ως ὅ­του νά ἔλ­θη ἡ συν­τέ­λεια τοῦ Κό­σμου, καί νά κα­τε­βῆς μα­ζί μέ τούς συν­τρό­φους σου στόν Ἅ­δη, πού εἶ­ναι ἑ­τοι­μα­σμέ­νος γιά σᾶς». Καί ἀ­μέ­σως ὁ δαί­μο­νας ἔ­γι­νε ἄ­φαν­τος. Με­τά λοι­πόν ἀ­πό αὐ­τά πλη­σί­α­σε ὁ Ἅ­γιος στόν νε­κρό καί εἶ­πε τήν ἑ­ξῆς προ­σευ­χή. « Κύ­ρι­ε, ἐ­σύ πού εἶ­σαι ὁ Θε­ός μου, ἐ­σύ πού ἔ­χεις ἄ­με­τρη συμ­πά­θεια καί πέ­λα­γος εὐ­σπλαγ­χνί­ας ἀ­νεκ­δι­ή­γη­το, μή πα­ρα­βλέ­ψης τό  πλά­σμα τῶν χε­ρι­ῶν σου, ἀλ­λά ὡς ἀ­γα­θός καί φι­λάν­θρω­πος, κοί­τα­ξε προ­σε­κτι­κά ἀ­πό ψη­λά τόν Ἅ­γιό σου καί ἀ­νά­στη­σε αὐ­τόν τόν νε­κρό, γιά νά δο­ξά­ζε­ται τό πα­νά­γιο ὄ­νο­μά σου στούς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν». Καί ἀ­μέ­σως ἀ­να­στή­θη­κε ὁ νε­κρός, καί πέ­φτον­τας στά πό­δια τοῦ Ἁ­γί­ου εἶ­πε· «Σέ εὐ­χα­ρι­στῶ Ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ, δι­ό­τι δέν μέ ἄ­φη­σες τόν ἁ­μαρ­τω­λό στόν φρι­κτό καί πι­κρό ἐ­κεῖ­νο τό­πο τοῦ Ἅ­δη. Ἀλ­λά σέ πα­ρα­κα­λῶ ὁ­δή­γη­σέ με, γιά νά τύ­χω τῆς σω­τη­ρί­ας μου». Τό­τε ὁ Ἅ­γιος τοῦ εἶ­πε· «Ἐ­πει­δή, παι­δί μου, δο­κί­μα­σες τήν νύ­κτα αὐ­τή τά βα­σα­νι­στή­ρια τῆς κο­λά­σε­ως καί εἶ­δες τό με­γά­λο κα­κό, πού προ­ξε­νοῦν στόν ἄν­θρω­πο οἱ ἁ­μαρ­τί­ες, γι’ αὐ­τό με­τα­νό­η­σε ἀ­ξί­ως καί κλᾶ­ψε γιά τίς ἁ­μαρ­τί­ες σου, καί ἀ­πο­ποι­ή­σου τις, μί­ση­σέ τις καί κά­νε ἀ­πό­φα­σι ἀ­πό σή­με­ρα νά ἀ­πο­μα­κρυν­θῆς ἀ­πό αὐ­τές». Καί δί­νον­τάς του τόν πρέ­πον­τα Κα­νό­να καί κα­θο­δη­γῶν­τας τον πο­λύ, πῶς νά ζῆ καί νά κά­μη τά ἔρ­γα τῆς με­τα­νοί­ας, τόν ἄ­φη­σε νά φύ­γη εἰρηνικά.

Με­τά ἀ­πό αὐ­τά πη­γαί­νον­τας στήν πο­λι­τεί­α ἐ­κεί­νη, ὅ­που εἶ­χε προ­σκλη­θῆ, συ­νάν­τη­σε στόν δρό­μο ἕ­ναν φτω­χό ἐ­λε­ει­νό, πού ζη­τοῦ­σε ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, τόν ὁ­ποῖ­ο σπλαγ­χνί­σθη­κε ὁ Ἅ­γιος καί εἶ­πε στόν δι­ά­κο­νο, τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε δι­ο­ρι­σμέ­νο νά ἐ­λε­ῆ αὐ­τούς πού ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη, νά τοῦ δώ­ση ὅ­σα χρή­μα­τα ἔ­χει. Ἀλ­λά ὁ δι­ά­κο­νος τοῦ ἔ­δω­σε τά μι­σά μό­νο, ἐ­νῶ τά ἄλ­λα μι­σά τά φύ­λα­ξε, γιά νά τά δώ­ση σέ ἄλ­λους φτω­χούς. Τό βρά­δυ ἐ­κεῖ­νο δι­α­νυ­κτέ­ρευ­σαν σέ μί­α γυ­ναί­κα εἰ­δω­λο­λά­τρισ­σα, πο­λύ πλού­σια. Ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε τήν κα­τοι­κί­α της κον­τά στόν δρό­μο καί βλέ­πον­τας τόν Ἅ­γιο μέ τήν συ­νο­δεί­α του, τούς δε­ξι­ώ­θη­κε μέ χα­ρά καί τούς ἔ­στρω­σε τρα­πέ­ζι πλου­σι­ο­πά­ρο­χο. Ὁ Ἅ­γιος ὅ­μως δέν ἔ­φα­γε κα­θό­λου, ἀλ­λά προ­σευ­χό­ταν γιά τήν σω­τη­ρί­α τῆς γυ­ναί­κας. Καί κα­τά τά με­σά­νυ­χτα πῆ­γε ἡ γυ­ναί­κα στόν Ἅ­γιο πού προ­σευ­χό­ταν γι­’­ αὐ­τήν καί πέ­φτον­τας στά πό­δια του, τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά τήν κά­νη Χρι­στια­νή. Δι­ό­τι ἔ­λε­γε, εἶ­δα στό ὅ­ρα­μά μου ἕ­ναν δι­κα­στή φο­βε­ρό, πού κα­θό­ταν ἐ­πά­νω σε ἕ­ναν ψη­λό θρό­νο καί ἀ­νά­με­σα σέ πολ­λούς στρα­τι­ῶ­τες, πού στέ­κον­ταν τρι­γύ­ρω του, στόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­φερ­ναν πολ­λούς κα­τα­δί­κους δε­μέ­νους, καί ἄλ­λους ἀ­πό αὐ­τούς πρό­στα­ζε νά τούς ρί­ξουν στήν φω­τιά καί ἄλ­λους νά τούς βα­σα­νί­σουν πο­λύ. Καί ἀ­νά­με­σα σ’­ αὐ­τούς ἔ­στε­κα καί ἐ­γώ δε­μέ­νη καί ἔ­τρε­μα. Τό­τε ἕ­νας ἀ­πό τούς στρα­τι­ῶ­τες τοῦ δι­κα­στῆ ἐρ­χό­με­νος πρός ἐ­μέ­να μέ ρώ­τη­σε· «Γιά ποι­ά αἰ­τί­α εἶ­σαι κα­τά­δι­κη καί δε­μέ­νη»; Καί ἐ­γώ τοῦ εἶ­πα· «Δέν ξέ­ρω». «Τί μοῦ δί­νει­ς», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος, «γιά νά σέ ἐ­λευ­θε­ρώ­σω»; Καί ἐ­γώ τοῦ εἶ­πα· «Σοῦ δί­νω ὅ­λη μου τήν πε­ρι­ου­σί­α». Ἐ­κεῖ­νος μοῦ εἶ­πε· «Ἐ­γώ αὐ­τά δέν τά χρει­ά­ζο­μαι. Μό­νο νά μοῦ δώ­σης ὑ­πό­σχε­σι, ὅ­τι γί­νε­σαι Χρι­στια­νή καί θά σέ ἐ­λευ­θε­ρώ­σω ἀ­πό τά δε­σμά καί ἀ­πό ὅ­λα τά βά­σα­να, πού πρό­κει­ται νά δο­κι­μά­σης». Καί ἐ­γώ τοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­κα, ὅ­τι γί­νο­μαι Χρι­στια­νή, μό­νο νά γλυ­τώ­σω ἀ­πό τά χέ­ρια τοῦ φο­βε­ροῦ τού­του δι­κα­στῆ. Ἐ­κεῖ­νος πά­λι μοῦ εἶ­πε· «Κά­νε ὅρ­κο στό ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ τῶν Χρι­στια­νῶν». Καί ἐ­γώ εἶ­πα· «Μά τόν Θε­ό τῶν Χρι­στια­νῶν, ἄν ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ, γί­νο­μαι Χρι­στια­νή». Τό­τε ἐ­κεῖ­νος ἔ­λυ­σε τά δε­σμά, μέ τά ὁ­ποῖ­α ἤ­μουν δε­μέ­νη καί μέ ἄ­φη­σε νά φύ­γω. Γι­’ αὐ­τό, σέ πα­ρα­κα­λῶ, Ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ, νά μέ κά­νης Χρι­στια­νή καί νά μοῦ δι­δά­ξης τά σχε­τι­κά μέ τήν σω­τη­ρί­α μου, γιά νά μήν πέ­σω στά χέ­ρια τοῦ φο­βε­ροῦ ἐ­κεί­νου δι­κα­στῆ, ὁ ὁ­ποῖ­ος κρί­νει δί­και­α, καί δέν ἀ­πο­βλέ­πει σέ δῶ­ρα ἤ σέ πρό­σω­πα». Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ Ἅ­γιος, χά­ρη­κε πο­λύ, καί ἀ­φοῦ κα­τή­χη­σε αὐ­τήν καί ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους τοῦ σπι­τιοῦ της, τούς βά­πτι­σε στό ὄ­νο­μα τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος, καί ἀ­φοῦ τούς στε­ρέ­ω­σε στόν φό­βο τοῦ Θε­οῦ καί τούς δί­δα­ξε ὅ­σα ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­τα γιά τήν σω­τη­ρί­α τους, ἑ­τοι­μά­στη­κε νά φύ­γη. Ἡ δέ προ­α­να­φερ­θεῖ­σα γυ­ναί­κα, τοῦ πρό­σφε­ρε ἕ­να σκεῦ­ος χρυ­σό τεσ­σά­ρων λί­τρων καί τε­τρα­κό­σια φλου­ριά, πα­ρα­κα­λῶν­τας τον νά τά δε­χθῆ. Καί ὁ Ἅ­γιος, γιά νά μήν τήν λυ­πή­ση, τά δέ­χθη­κε, γιά χά­ρι τῶν φτω­χῶν, καί ἀ­φοῦ τῆς εὐ­χή­θη­κε, ἔ­φυ­γε. Ἔ­πει­τα ρώ­τη­σε τόν δι­ά­κο­νο, πό­σα χρή­μα­τα ἔ­δω­σε στόν φτω­χό ἐ­κεῖ­νο, πού ζη­τοῦ­σε ἐ­λε­η­μο­σύ­νη;  Καί ὁ Δι­ά­κο­νος εἶ­πε· «Δι­α­κό­σια φλου­ριά τοῦ ἔ­δω­σα». «Καί πό­σα εἶ­χες»; «Τε­τρα­κό­σια». Τό­τε τοῦ λέ­ει ὁ Ἅ­γιος· «Ὀ­λι­γό­πι­στε, για­τί δέν τοῦ ἔ­δω­κες τά τε­τρα­κό­σια, ὅ­πως σοῦ εἶ­πα; Βλέ­πεις ὅ­τι ἔ­δω­σες τά δι­α­κό­σια στόν φτω­χό, καί ἔ­λα­βες ἀ­πό τήν γυ­ναῖ­κα τε­τρα­κό­σια φλου­ριά καί τέσ­σε­ρα λί­τρα χρυ­σά­φι; Ὁ­πό­τε ἄν εἶ­χες δώ­ση τά τε­τρα­κό­σια, θά εἶ­χες πά­ρει ὀ­κτα­κό­σια καί ὀ­κτώ λί­τρα χρυ­σά­φι. Λοι­πόν, ζη­μί­ω­σες τούς φτω­χούς τε­τρα­κό­σια φλου­ριά καί τέσ­σε­ρα λί­τρα χρυ­σά­φι. Ζη­μί­ω­σες καί τήν γυ­ναῖ­κα ἀ­πό τόν τε­τρα­πλά­σιο μι­σθό, πού μπο­ροῦ­σε νά λά­βη. Ζη­μί­ω­σες καί τόν ἑ­αυ­τό σου ἀ­πό τήν ὑ­πα­κο­ή».

Με­τά ἀ­πό αὐ­τά πη­γαί­νον­τας ὁ Ἅ­γιος σέ μί­α χώ­ρα, ὅ­που ἦ­ταν πολ­λοί Ἕλ­λη­νες, γιά νά τούς δι­δά­ξη τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ καί γιά νά τούς εἰ­σά­γη στήν θε­ο­γνω­σί­α, βρῆ­κε στόν δρό­μο ἕ­ναν Ἕλ­λη­να, πού ἔ­στε­κε ἐ­πά­νω ἀ­πό ἕ­να γα­ϊ­δου­ρά­κι ψό­φιο καί λο­γά­ρια­ζε μέ τόν νοῦ του, ὅ­τι μα­ταί­ως κη­ρύτ­τουν οἱ Χρι­στια­νοί, ὅ­τι θά ἀ­να­στη­θοῦν οἱ νε­κροί. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος ὁ ἄν­θρω­πος πού θά πε­θά­νη καί θά φθα­ρῆ τό σῶ­μα του στήν γῆ, πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἀ­να­στη­θῆ; Καί ἀ­φοῦ πλη­σί­α­σε ὁ Ἅ­γιος κον­τά του, τοῦ λέ­ει· «Για­τί συλ­λο­γί­ζε­σαι, φί­λε, πώς οἱ νε­κροί δέν πρό­κει­ται νά ἀ­να­στη­θοῦ­ν;». Καί ὁ εἰ­δω­λο­λά­τρης εἶ­πε· «Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἀ­να­στη­θοῦν ἐ­κεῖ­νοι πού πέ­θα­ναν καί ἀ­πο­συν­τέ­θη­καν μέ­σα στόν τά­φο καί ἔ­γι­ναν χῶ­μα»; Ὁ δέ Ἅ­γιος τοῦ εἶ­πε· «Κον­τά στόν Θε­ό ὅ­λα εἶ­ναι δυ­να­τά καί κα­νέ­να πρᾶγ­μα δέν εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το γι’ αὐ­τόν». Τό­τε ὁ εἰ­δω­λο­λά­τρης τοῦ λέ­ει· «Ἐ­άν ἀ­να­στή­σης αὐ­τό τό γα­ϊ­δου­ρά­κι, τό­τε θά πει­σθῶ ὅ­τι καί οἱ νε­κροί μπο­ρεῖ νά ἀ­να­στη­θοῦν. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος πού θά ἀ­να­στή­ση αὐ­τό τό ζῶ­ο, εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἀ­να­στή­ση καί τούς νε­κρούς». Καί ὁ Ἅ­γιος τοῦ εἶ­πε· «Ὁ Θε­ός δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­να­στή­ση τά ζῶ­α πού δέν ἔ­χουν λο­γι­κή. Για­τί ἐ­κεῖ­να πού δέν ἔ­χουν λο­γι­κή, οὔ­τε ἀ­νά­στα­σι ἔ­χουν. Ἀλ­λά τούς ἀν­θρώ­πους πού εἶ­ναι λο­γι­κοί, πρό­κει­ται νά τούς ἀ­να­στή­ση, δι­ό­τι μπο­ρεῖ νά κρί­νη καί νά τούς ζη­τή­ση λο­γα­ρια­σμό γιά τά κα­λά ἤ τά κα­κά ἔρ­γα πού ἔ­πρα­ξαν καί νά ἀ­πο­δώ­ση στόν κά­θε ἕ­να σύμ­φω­να μέ τά ἔρ­γα του». Ὁ δέ Ἕλ­λη­νας εἶ­πε· «Καί ποι­ός εἶ­ναι αὐ­τός ὁ Θε­ός ὁ ὁ­ποῖ­ος, ὅ­πως λές, πρό­κει­ται νά τά κά­νη αὐ­τά»; «Εἶ­ναι ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, (τοῦ εἶ­πε ὁ Ἅ­γιος) ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος σταυ­ρώ­θη­κε γιά τήν σω­τη­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πων». Καί ὁ Ἕλ­λη­νας εἶ­πε· «Καί πῶς δέν ἐκ­δι­κή­θη­κε ἐ­κεί­νους, πού τόν κα­κο­ποί­η­σαν»; Ὁ Ἅ­γιος εἶ­πε· «Δέν τούς ἐκ­δι­κή­θη­κε ἀ­μέ­σως, δι­ό­τι πε­ρι­μέ­νει τήν με­τά­νοι­ά τους, κα­θώς εἶ­ναι πο­λύ ἀ­γα­θός καί μα­κρό­θυ­μος. Πρό­κει­ται ὅ­μως νά τούς ἐκ­δι­κη­θῆ στό μέλ­λον». Τό­τε λέ­ει ὁ εἰ­δω­λο­λά­τρης· «Ποι­ά ἡ ἀ­νάγ­κη νά πο­λυ­λο­γοῦ­με; Ἐ­άν ἀ­να­στή­σης τό γα­ϊ­δου­ρά­κι τοῦ­το, πι­στεύ­ω σέ ὅ­σα εἶ­πες». Τό­τε ὁ Ἅ­γιος, ἀ­φοῦ ὕ­ψω­σε τά χέ­ρια του στόν οὐ­ρα­νό, ἔ­κα­νε τήν ἑ­ξῆς προ­σευ­χή· « Κύ­ρι­ε ὁ Θε­ός μου, ἐ­σύ πού ἔ­γι­νες ἡ αἰ­τί­α τῆς σω­τη­ρί­ας γιά ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους, ἀ­νά­στη­σε καί τοῦ­το τό ζῷ­ο πρός ἐ­πι­στρο­φή καί ἐ­πί­γνω­σι τοῦ ἀν­θρώ­που αὐ­τοῦ. Δι­ό­τι μέ αὐ­τό τό θαῦ­μα, θά γνω­ρί­ση τήν παν­το­δυ­να­μί­α σου καί θά πι­στέ­ψη σέ σέ­να». Καί μό­λις τά εἶ­πε αὐ­τά, ἀ­να­στή­θη­κε τό γα­ϊ­δου­ρά­κι καί περ­πα­τοῦ­σε. Καί μό­λις εἶ­δε ὁ Ἕλ­λη­νας τοῦ­το τό πα­ρά­δο­ξο θαῦ­μα, ἔ­πε­σε στά πό­δια τοῦ Ἁ­γί­ου καί εἶ­πε· «Τώ­ρα κα­τά­λα­βα, ὅ­τι αὐ­τός εἶ­ναι Θε­ός ἀ­λη­θι­νός καί παν­το­δύ­να­μος καί σέ πα­ρα­κα­λῶ, δοῦ­λε τοῦ Θε­οῦ, νά μοῦ τόν δεί­ξης, γιά νά ἀ­κού­σω τήν φω­νή του καί νά πι­στέ­ψω σ’ αὐ­τόν». Ὁ δέ Ἅ­γιος τοῦ εἶ­πε· «Ὅ­ποι­ος ἀ­κού­ει ἐ­μᾶς τούς τα­πει­νούς δού­λους του, ἀ­κού­ει καί αὐ­τόν. Δι­ό­τι τόν Θε­ό δέν τόν βλέ­πει κα­νείς μέ τά μά­τια τοῦ σώ­μα­τος, ἀλ­λά μέ τά μά­τια τῆς ψυ­χῆς, πού εἶ­ναι ὁ νοῦς καί ἡ σκέ­ψι. Γι’ αὐ­τό καί ἐ­σύ παι­δί μου, ἐ­άν πο­θῆς νά τόν ἰ­δῆς πί­στε­ψε σ’ αὐ­τόν, καί θά  τόν δῆς μέ τά νο­η­τά σου μά­τια, καί θά ζή­σης στόν αἰ­ῶ­να». Τό­τε τοῦ λέ­ει ἐ­κεῖ­νος· «Σέ πα­ρα­κα­λῶ, Δέ­σπο­τα ἅ­γι­ε, νά ἔλ­θης στήν χώ­ρα μας, γιά νά μᾶς ὁ­δη­γή­σης στήν ὁ­δό τῆς ἀ­λη­θεί­ας». Καί κα­θώς ὁ Ἅ­γιος εἶ­χε τόν ἴ­διο σκο­πό, πῆ­γε στήν χώ­ρα ἐ­κεί­νη μα­ζί μέ αὐ­τόν καί μέ τό ἀ­να­στη­μέ­νο γα­ϊ­δου­ρά­κι. Τό ὁ­ποῖ­ο, ἐ­πει­δή τό εἶ­δαν οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες, καί ἔ­μα­θαν ὅ­τι τό ἀ­νέ­στη­σε ὁ Ἅ­γιος στό ὄ­νο­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ καί, ἐ­πί ­πλέ­ον, ἐ­πει­δή ἄ­κου­σαν τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ πού κή­ρυ­ξε ὁ Ἅ­γιος, πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό ἕ­ως καί χί­λιοι ἄν­δρες χω­ρίς τίς γυ­ναῖ­κες καί τά παι­διά, τούς ὁ­ποί­ους, ἀ­φοῦ τούς κα­τή­χη­σε ὁ Ἅ­γιος, τούς βά­πτι­σε στό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρός καί τοῦ Υἱ­οῦ καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Καί ἀ­φοῦ ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ πολ­λές ἡ­μέ­ρες, τούς δί­δα­σκε κα­θη­με­ρι­νά, ἕ­ως ὅ­του κα­τη­χή­θη­καν καί οἱ ὑ­πό­λοι­ποι εἰ­δω­λο­λά­τρες καί βα­πτί­σθη­καν καί αὐ­τοί μα­ζί μέ τίς γυ­ναῖ­κες καί τά παι­διά στό ὄ­νο­μα τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά ἀ­φοῦ τούς μί­λη­σε ὁ Ἅ­γιος γιά τόν θά­να­το καί τήν ἀ­νά­στα­σι καί τήν μέλ­λου­σα κρί­σι καί γιά τήν κό­λα­σι καί τά αἰ­ώ­νια ἀ­γα­θά της βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν, τούς στε­ρέ­ω­σε στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, καί ἔ­τσι ἐ­πέ­στρε­ψε στήν Ἐ­πι­σκο­πή του δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό. Καί ἀφοῦ ἔκανε καί ἄλ­λα πολ­λά θαύ­μα­τα, «ἐν εἰ­ρή­νῃ πρός Κύ­ριον ἐ­ξε­δή­μη­σε».



[1]      Στό Νέο Ἐκλόγιο, ὅπου γράφεται ὁ ἀναλυτικός Βί­ος τοῦ Ἁ­γί­ου αὐτοῦ ἀ­να­φέ­ρε­ται, ὅ­τι αὐ­τός ἔζησε στά χρό­νια τοῦ Γρα­τια­νοῦ καί τοῦ Οὐ­α­λεν­τια­νοῦ, τῶν βα­σι­λέ­ων Ρώ­μης, κα­τά τό ἔ­τος 376. Ἡ δέ μνή­μη του ἐ­κεῖ ἀ­να­φέ­ρε­ται, ὅ­τι εἶ­ναι στίς 10 τοῦ Νο­εμ­βρί­ου, καί ὄχι στίς 12.

 

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης