Τῇ 1ῃ τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου μνήμη τῆς Ἁγίας ἐνδόξου Νεομάρτυρος Χάϊδως τῆς ἐκ Στανοῦ Χαλκιδικῆς († 1823).

 Μέ­σα στό σκο­τά­δι τῆς ἀπο-στασί­ας ἀ­στέ­ρι ὁ­λό­λαμ­προ προ­βά­λει ἡ Ἁ­γί­α Χά­ϊ­δω, τι­μη­μέ­νη μέ τό ἁ­μα­ράν­τι­νο στε­φά­νι τῆς ἁ­γι­ό­τη­τος γιά τήν ὁ­μο­λο­γί­α καί γιά τήν παρ­θε­νί­α της.

Γεν­νή­θη­κε στό Στα­νό στίς ἀρ­χές τοῦ 19ου αἰῶ­να. Ὅ­ταν ἦ­ταν σέ ἡ­λι­κί­α γά­μου πέ­ρα­σε με­γά­λο πει­ρα­σμό. Ὁ Τοῦρ­κος ἀ­γᾶς τῶν Μαν­τε­μο­χω­ρί­ων πρό­τει­νε νά τήν κά­νη γυναίκα τοῦ υἱ­οῦ του. Ἐ­κεί­νη, ὡς γνή­σια χρι­στια­νή, ἀρ­νή­θη­κε ἀ­μέ­σως τήν πρό­τα­σι τοῦ ἄ­πι­στου κα­τα­κτη­τῆ. Ἤ­θε­λε νά μεί­νη χρι­στια­νή καί Ἑλ­λη­νί­δα. Φυ­λα­κί­σθη­κε ἀ­πό τόν Τοῦρ­κο καί βα­σα­νί­σθη­κε γιά τήν ἄρ­νη­σί της.Τό­τε μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου ἐ­φη­με­ρί­ου τοῦ χω­ριοῦ καί παλ­λι­κα­ρι­ῶν ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε καί μα­ζί μέ τήν χή­ρα μη­τέ­ρα της φυ­γα­δεύ­θη­κε στήν Θά­σο.

Βρι­σκό­μα­στε τό­τε κον­τά στήν Ἐ­πα­νά­στα­σι τοῦ 1821. Κα­τέ­φυ­γε ἡ Ἁ­γί­α μα­ζί μέ τήν μη­τέ­ρα της σέ με­τό­χι τῆς Μο­νῆς Παν­το­κρά­το­ρος στήν Καλ­λι­ρά­χη τῆς Θά­σου. Ἐ­κεῖ ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε στόν Να­ό καί ζοῦ­σε βί­ο παρ­θε­νι­κό, ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στόν Θε­ό. Ἀ­γω­νι­ζό­ταν κα­θη­μερινά μέ αὐ­στη­ρή ἄ­σκη­σι καί πο­λλή προ­σευ­χή. Ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ὑ­πο­φέ­ρει, ἦ­ταν γι’ αὐ­τήν ὁ νυμ­φί­ος τῆς ψυ­χῆς της. Σέ αὐ­τόν ἀ­φι­ε­ρώ­νει τώ­ρα καί τήν ζω­ή της μέ ἰ­σό­βια παρ­θε­νί­α. Ὅ­ταν πέ­θα­νε ἡ μη­τέ­ρα της, τό­τε ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου στήν ζω­ή τῆς ἀ­σκή­σε­ως καί τῆς προ­σευ­χῆς ἔτσι, ὥ­στε νά φθά­ση σέ πνευ­μα­τι­κή ἐ­ξα­ΰ­λω­σι.

Ἐξ αἰ­τί­ας τῆς κα­θα­ρᾶς ἀγ­γε­λι­κῆς της ζω­ῆς ἀ­ξι­ώ­θη­κε οὐ­ρα­νί­ων δω­ρε­ῶν. Ἀ­ρ­πά­χθηκε ἀ­πό ἀγ­γέ­λους γιά δύ­ο ἡ­μέ­ρες σω­μα­τι­κά στόν οὐ­ρα­νό, ὅ­που εἶ­δε τά “ἀ­θέ­α­τα κάλ­λη τοῦ Πα­ρα­δεί­σου”. Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε σω­μα­τι­-κά, δι­η­γή­θη­κε στόν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο τοῦ με­το­χιοῦ Γε­ρά­σι­μο αὐ­τή τήν θαυ­μα­στή ἁρ­πα­γή της ἀ­πό τούς ἀγ­γέ­λους.

Ἦταν ἴ­σως ἡ ἁρ­πα­γή αὐ­τή προ­αγ­γε­λί­α τῆς ἐ­ξό­δου της ἐκ τοῦ βί­ου τού­του; Μᾶλ­λον. Ὑ­πάρ­χουν πολ­λές τέ­τοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­ταν Ἅ­γι­ες ψυ­χές προ­γεύ­ων­ται τοῦ πα­ρα­δεί­σου πρό τῆς Κοι­μή­σε­ώς τους.  Τό ἀ­σθε­νές τῆς φύ­σε­ως καί ἡ σκλη­ρή ἄ­σκη­σι κα­τέ­βα­λαν τήν ὑ­γεί­α της, ἄν καί ἦ­ταν ἀ­κό­μη νέ­α. Ἔ­τρε­χε ὅ­μως νά συ­ναν­τή­ση ὁ­ρι­στι­κά τόν νυμ­φί­ο της Χρι­στό. Τέ­λος πα­ρέ­δω­σε τήν ἁ­γί­α καί κα­θα­ρή ψυ­χή της στόν ζω­ο­δό­τη Χρι­στό. Ὁ ἀ­εί­μνη­στος ἱ­ε­ρέας π. Ἀ­θα­νά­σιος Χαλ­κιάς ση­μει­ώ­νει: «Ὅ­ταν πλη­σί­α­σε νά πε­θά­νη εἶ­πε νά μή τήν ἀλ­λά­ξουν τά φο­ρέ­μα­τα, πού φο­ροῦ­σε, ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νοι, πού πα­ρα­βρέ­θη­καν στόν θά­να­τό της, τῆς τά ἄλ­λα­ξαν καί, ὅ­ταν ἐ­πρό­κει­το νά τήν θά­ψουν, ἄρ­χι­σε νά γί­νε­ται σει­σμός καί βρον­τές καί μία φω­νή εἶ­πε, ὅτι “γιά νά πά­ψη ἡ θε­ο­μη­νί­α αὐ­τή νά μοῦ βά­λε­τε τά πα­λιά φο­ρέ­μα­τα, πού φο­ροῦσα”. Καί ἔ­τσι ἔ­γι­νε, ὁπό­τε στα­μά­τη­σε ἐ­κεῖ­νο τό κα­κό, πού γι­νό­τα­ν καί τό λεί­ψα­νό της εὐ­ω­δί­α­ζε».

Οἱ ἄγ­γε­λοι τήν ὑ­πο­δέ­χθη­καν μέ χα­ρά στόν οὐ­ρα­νό ὡς συ­νό­μι­λό της. Καί οἱ ἄν­θρω­ποι στήν γῆ τήν τι­μοῦ­σαν ὡς ἁ­γί­α. Ἡ εὐ­ω­δί­α τοῦ σκη­νώ­μα­τός της ἦ­ταν ἀ­κό­μη μί­α ἔν­δει­ξι τῆς ἁ­γι­ό­τη­τάς της.

Ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε στό κοι­μη­τή­ριο τοῦ Με­το­χιοῦ.

Στή συ­νεί­δη­σι τῶν χρι­στια­νῶν τοῦ Στα­νοῦ ἦ­ταν πάν­το­τε ζων­τα­νή ἡ μνή­μη καί ἡ ζω­ή τῆς Ἁ­γί­ας. Γι’ αὐ­τό καί ἀ­φι­έ­ρω­σαν ἱ­ε­ρή εἰ­κό­να, τήν ὁ­ποί­α ἐ­να­πέ­θε­σαν μέ­σα στόν ἐ­νο­ρια­κό Να­ό τῶν Εἰ­σο­δί­ων τῆς Θε­ο­τό­κου.

Ἀ­πό τό ἔ­τος 1988 μέ ἀ­πό­φα­σι τοῦ μα­κα­ρι­στοῦ Μη­τρο­πο­λί­του κυ­ροῦ Νι­κο­δή­μου ὡ­ρί­σθη­κε ἡ 1η Σε­πτεμ­βρί­ου, ὡς ἡ ἡμέ­ρα μνή­μης καί ἑ­ορ­τα­σμοῦ τῆς Ἁ­γί­ας.  Μέ πρω­το­βου­λί­α τοῦ ἱ­ε­ρέ­α π. Νι­κο­λά­ου ἔ­γι­νε καί ἡ ἀ­νέ­γερ­σι τοῦ Να­οῦ πρός τι­μήν τῆς Ἁ­γί­ας Χά­ι­δως.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης