Αὐτός ὁ Ἅγιος Πατρίκιος γιά μέν τήν ἀρετή καί σοφία, πού εἶχε ἀπό τήν νεαρή του ἀκόμη ἡλικία, ἔγινε τῆς Προύσσας Ἐπίσκοπος. Γιά τήν πίστι του ὅμως στόν Χριστό καί τόν διάπυρο ζῆλο του συκο-φαντήθηκε καί, ἀφοῦ συκοφαντήθηκε, συνελήφθη ἀπό τούς εἰδωλο-λάτρες. Τότε, ἀφοῦ παρουσιάσθηκε στόν ἄρχοντα Ἰουλιανό, τόν Ὑπατικό, ἔλεγξε τήν πλάνη καί ματαιότητα τῶν εἰδώλων. Ὁ δέ ἄρχοντας, ἀφοῦ προσπάθησε μέ πολλά καί διάφορα βάσανα νά τόν πείση νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό, πρόβαλε καί τοῦτο, ὅτι δηλαδή τά θερμά νερά ζεσταίνονται καί ἀναδίδουν ἀπό ἀτμό τήν γῆ μέ τήν πρόνοια τῶν θεῶν γιά τήν εὐεργεσία καί ὠφέλεια τῶν ἀνθρώπων. Τότε ὁ Ἅγιος ἀνταποκρίθηκε· «Ναί, γιά τήν εὐεργεσία τῶν ἀνθρώπων ἀναδίδονται τά θερμά νερά, ὅμως ὄχι μέ τήν πρόνοια τῶν ψευτοθεῶν, ἀλλά μέ τήν δύναμι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ὥρισε δύο τόπους. Καί ὁ μέν ἕνας τόπος, εἶναι γεμᾶτος ἀπό πολλά ἀγαθά, τά ὁποῖα θά ἀπολαύσουν οἱ δίκαιοι. Ὁ δέ ἄλλος τόπος, εἶναι γεμᾶτος ἀπό σκοτάδι καί φωτιά, στόν ὁποῖο θά κολάζωνται οἱ ἁμαρτωλοί μετά τήν ἀνάστασι. Καί ὅτι μέν ἔβαλε ὁ Θεός φωτιά ὄχι μόνο σέ ὅλη τήν κτίσι, πού εἶναι κάτω ἀπό τόν οὐρανό, ἀλλά καί σ’ αὐτόν ἀκόμη τόν οὐρανό, εἶναι φανερό. Διότι ὁ Θεός, ἀφοῦ δημιούργησε τόν οὐρανό καί τήν γῆ, ἔβαλε σ’ αὐτά καί νερό καί φωτιά. Καί ἄλλο μέν εἶναι τό νερό, τό ὁποῖο βρίσκεται ἐπάνω στήν γῆ, πού λέγεται θάλασσα, ἄλλο πάλι εἶναι ἐκεῖνο, πού βρίσκεται κάτω ἀπό τήν γῆ, πού λέγεται ἄβυσσος. Ἀπό τό νερό δέ ἐκεῖνο τῆς ἀβύσσου ἀνεβαίνουν σάν σίφουνες οἱ βρύσες καί τά πηγάδια γιά πόσι καί δική μας ἀνάγκη. Ἀπό τήν φωτιά πάλι, πού βρίσκεται κάτω ἀπό τήν γῆ, ἀναβλύζουν τά ζεστά νερά. Καί ὅσα νερά πλησιάζουν κοντά στήν φωτιά, αὐτά βγαίνουν ζεστά. Ὅσα ὅμως εἶναι μακριά ἀπό τήν φωτιά, αὐτά βγαίνουν ψυχρά. Ἡ δέ φωτιά, πού εἶναι στά κατώτερα μέρη τῆς γῆς, αὐτή θά κολάζη, ὅπως λένε, τούς ἀσεβεῖς. Ὅπως καί τό κατώτατο νερό, τό ὁποῖο εἶναι παγωμένο καί ὀνομάζεται τάρταρος, αὐτό θά κολάζη αἰώνια τούς ἀνθρώπους καί δαίμονες, πού θεοποίησαν οἱ Ἕλληνες, καί τούς λατρευτές τους Ἕλληνες.
Ὁ δέ Ἅγιος Πιόνιος λέει, ὅτι ἐγώ περπάτησα τήν Ἰουδαία καί, ἀφοῦ πέρασα τόν Ἰορδάνη, εἶδα τήν γῆ τῶν Σοδόμων, ἡ ὁποία μαρτυρεῖ πόσο φοβερή εἶναι ἡ ὀργή καί ὁ θυμός τοῦ Θεοῦ, γιά τίς ἀρσενοκοιτίες καί τίς ἄλλες κακίες, πού ἔκαμναν οἱ Σοδομίτες. Εἶδα ἀκόμη σέ ἄλλα μέρη καπνό, πού ἀνέβαινε κάτω ἀπό τήν γῆ. Παρόμοια εἶδα γῆ ὁλόκληρη κατακαμένη καί στερημένη ἀπό κάθε καρπό καί ὑγρασία. Αὐτό μπορεῖ κανείς νά τό δῆ καί νά βεβαιωθῆ καί ἀπό τήν φωτιά ἐκείνη, πού ἀναβρύει κάτω ἀπό τήν γῆ στό ὄρος τῆς Αἴτνας, πού βρίσκεται στήν Σικελία. Γι’ αὐτό σᾶς διαβεβαιώνουμε, ὅτι μέ τήν φωτιά θά γίνη τοῦ Θεοῦ ἡ κρίσι καί ἡ κόλασι τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἐγώ ἀκόμη εἶδα καί στήν Νεάπολι, πού βρίσκεται στήν Ἰταλία, ὅτι ἕξι μίλια πρίν ἀπό τήν πόλι ὑπάρχει ἕνα βουνό σέ εἶδος φαραγγιοῦ, τό ὁποῖο ἀνέβλυσε φωτιά, πού ἦταν σάν νερό, ἀνέβηκε τριακόσιες ὀργυιές ἐπάνω στήν κορυφή τοῦ βουνοῦ καί κατέβηκε καίγοντας τόν τόπο μέχρι ἕξι μίλια. Ὁπότε κατέκαυσε τήν γῆ καί τίς πέτρες, μέχρι πού ὁ Στέφανος, ὁ τότε ὁσιώτατος Ἐπίσκοπος, βγῆκε μέ λιτανεῖες μαζί μέ ὅλον τόν λαό καί παρεκάλεσε γι’ αὐτό τόν Θεό, καί ἔτσι σταμάτησε ἡ φωτιά».
Ἀφοῦ λοιπόν διηγήθηκε αὐτά ὁ Ἅγιος Πατρίκιος, πρόσταξε ὁ ἄρχοντας καί τοποθετήθηκε ὁ τοῦ Χριστοῦ Ἀρχιερέας μέσα στά θερμά νερά, τά ὁποῖα ἔβλαψαν τούς στρατιῶτες, πού ἔβαλαν τόν Ἅγιο σ’ αὐτά, καί ὄχι τόν Ἅγιο. Διότι Αὐτός βγῆκε ἀπό αὐτά ἀβλαβής. Τελευταῖα λοιπόν ἀποκεφαλίσθηκε μαζί μέ τόν Ἀκάκιο καί τόν Μένανδρο καί Πολυαῖνο καί ἔτσι ἔλαβαν οἱ μακάριοι τούς στεφάνους τῆς ἀθλήσεως. Τελεῖται δέ ἡ Σύναξι καί ἑορτή τους στόν Ναό τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τόν λεγόμενο τοῦ Κύρου.


Login