Τῷ αὐτῷ μηνί KH΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν καί Ὁμολογητοῦ Βασιλείου, συναθλητοῦ τοῦ Ἁγίου Προκοπίου τοῦ Δεκαπολίτου. Ἡ Ἁγία Νεομάρτυς Κυράννα ἡ σωφρονεστάτη, κατά τήν Θεσσαλονίκην ἐν ταῖς βασάνοις τελειοῦται, ἐν ἔτει 1751.

Τῷ αὐτῷ μηνί KH΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν καί Ὁμολογητοῦ Βασιλείου, συναθλητοῦ τοῦ Ἁγίου Προκοπίου τοῦ Δεκαπολίτου.

 Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ Λέ­ον­τος Ἰ­σαύ­ρου τοῦ εἰ­κο­νο­μά­χου, κα­τά τό ἔ­τος 740· νέ­ος ὄν­τας, ἔ­γι­νε Μο­να­χός καί ζοῦ­σε μέ αὐ­στη­ρή ἄ­σκη­σι. Ἀ­φοῦ λοι­πόν πρῶ­τα ἀ­γω­νί­σθη­κε κα­λά, ὕ­στε­ρα ἀν­τι­στά­θη­κε μέ ἀν­δρεί­α στούς εἰ­κο­νο­μά­χους γιά τήν τι­μή καί προ­σκύ­νη­σι τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων. Γιά τόν λό­γο αὐ­τό συ­νε­λή­φθη­κε ἀ­πό αὐ­τούς καί πο­λύ τι­μω­ρή­θη­κε ὁ ἀ­οί­δι­μος. Δέν ὑ­πο­χώ­ρη­σε ὅ­μως ἀ­πό τήν κα­λή αὐ­τή ἀν­τί­στα­σι, ἀλ­λά κή­ρυτ­τε τήν ἀ­λή­θεια τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας μέ­χρι θα­νά­του, συ­να­γω­νι­στή ἔ­χον­τας καί τόν θεῖ­ο Προ­κό­πιο τόν Δε­κα­πο­λί­τη, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἑ­ορ­τά­ζει τήν 27η τοῦ πα­ρόν­τος. Γιά τόν λό­γο αὐ­τό δέ­χθη­κε ἀ­πό τούς εἰ­κο­νο­μά­χους πολ­λούς ξε­σμούς σέ ὅ­λο τό σῶ­μα καί στόν τρά­χη­λο, καί φυ­λα­κί­σθη­κε. Ὅ­ταν ὅ­μως πέ­θα­νε ὁ Ἴ­σαυ­ρος, ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε ὁ Ἅ­γιος ἀ­πό τήν φυ­λα­κή. Καί πά­λι ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τήν προ­η­γού­με­νη ἀ­σκη­τι­κή ζω­ή, πολ­λούς ἁ­μαρ­τω­λούς πα­ρα­κι­νῶν­τας στήν ἀ­ρε­τή μέ τόν λό­γο καί τό πα­ρά­δειγ­μά του καί πολ­λούς κα­κο­δό­ξους ἐ­πι­στρέ­φον­τας στήν ὀρ­θό­δο­ξη πί­στι. Μέ τέ­τοι­ον λοι­πόν τρό­πο, ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε ὁ μα­κά­ριος, χα­ρού­με­νος καί εὐ­χα­ρι­στῶν­τας, ἀ­πῆλ­θε πρός τόν Κύ­ριο, τόν ὁ­ποῖ­ον ἀ­πό τήν βρε­φι­κή ἡ­λι­κί­α ἀ­γά­πη­σε.

Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος Προ­τε­ρί­ου, Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, κα­λά­μοις ὀ­ξέ­σι σφα­γέν­τος.

Αὐ­τός ὁ ἀ­οί­δι­μος ἦ­ταν Πρε­σβύ­τε­ρος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, κα­τά τό ἔ­τος 450, στά χρό­νια τῶν βα­σι­λέ­ων Μαρ­κια­νοῦ καί Πουλ­χε­ρί­ας. Ὅ­ταν συγ­κρο­τή­θη­κε ἡ ἁ­γί­α καί Οἰ­κου­με­νι­κή Τε­τάρ­τη Σύ­νο­δος κα­τά τό ἔ­τος 451, ἀ­νέ­βη­κε καί αὐ­τός στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι μα­ζί μέ τούς ἄλ­λους Ἀ­λε­ξαν­δρι­νούς Ἐ­πι­σκό­πους του καί Πρε­σβυ­τέ­ρους καί πο­λύ ἀ­γω­νί­σθη­κε ὁ ἀ­οί­δι­μος ἐ­ναν­τί­ον τῆς αἱ­ρέ­σε­ως τῶν Μο­νο­φυ­σι­τῶν. Ἀ­φοῦ πέ­θα­νε ὁ Ἀ­λε­ξάν­δρει­ας Ἀ­πο­λλι­νά­ριος (ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε με­τά τόν Μο­νο­φυ­σί­τη Δι­ό­σκο­ρο, πού κα­θαι­ρέ­θη­κε στήν Τέ­ταρ­τη Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο), δι­α­δέ­χθη­κε τόν θρό­νο τῆς Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας ὁ θεῖ­ος Αὐ­τός Προ­τέ­ριος, ἀ­φοῦ ὑ­πο­δεί­χθη­κε ἀ­πό ὅ­λη τήν Σύ­νο­δο.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως οἱ Μο­νο­φυ­σῖ­τες καί ὀ­πα­δοί τοῦ Εὐ­τυ­χοῦς προ­ξε­νοῦ­σαν τα­ρα­χές στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια, καί ἀ­πει­λοῦ­σαν, ὅ­τι θά ἐμ­πο­δί­σουν τό σι­τά­ρι, πού κα­τέ­βαι­νε ἀ­πό τό Μι­σή­ρι στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια, γι’ αὐ­τό ὁ εὐ­σε­βής βα­σι­λιάς Μαρ­κια­νός δι­έ­τα­ξε τό σι­τά­ρι νά τό πη­γαί­νουν στό Πη­λού­σιο ὄ­ρος διά μέ­σου τοῦ πο­τα­μοῦ Νεί­λου καί ὄ­χι ἀ­πό τήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια.

Τό­τε οἱ κά­τοι­κοι τῆς Ἀ­λε­ξάν­δρει­ας, ἐ­πει­δή στε­νο­χω­ρή­θη­καν ἀ­πό τήν πεῖ­να, ἔ­βα­λαν γιά τόν λό­γο αὐ­τόν ὡς με­σί­τη στόν βα­σι­λιά τόν θεῖ­ο αὐ­τόν Προ­τέ­ριο. Ὁ βα­σι­λιάς τό­τε, πει­σθείς στήν με­σι­τεί­α καί πα­ρά­κλη­σι τοῦ Ἁ­γί­ου,  δι­έ­τα­ξε  νά κα­τε­βαί­νη  πά­λι τό  σι­τά­ρι στήν  Ἀ­λε­ξάν­δρεια.

Ὅ­ταν ὅ­μως πέ­θα­νε ὁ βα­σι­λιάς Μαρ­κια­νός, ὁ Τι­μό­θε­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος λε­γό­ταν Αἴ­λου­ρος, ἀ­φοῦ πα­ρα­τή­ρη­σε μί­α νύ­κτα σκο­τει­νή καί χω­ρίς φεγ­γά­ρι, πῆ­γε πρό­ω­ρα στά κελ­λιά τῶν Μο­να­χῶν, φο­ρῶν­τας σχῆ­μα μαῦ­ρο, καί τούς ἔ­λε­γε, ὅ­τι εἶ­ναι Ἄγ­γε­λος τοῦ Θε­οῦ καί τούς πα­ραγ­γέλ­νει νά ἀ­πο­χω­ρι­σθοῦν ἀ­πό τήν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καί ἕ­νω­σι μέ τόν Προ­τέ­ριο. Οἱ Μο­να­χοί, ἁ­πλοῖ ὄν­τες, ἀ­πα­τή­θη­καν.

Ἔ­τσι ἐ­πα­να­στά­τη­σαν κα­τά τοῦ Ἀρ­χι­ε­ρέ­ως των, ὁ δέ Προ­τέ­ριος, ἐπειδή φο­βή­θη­κε, ἔ­φυ­γε. Φεύ­γον­τας ὅ­μως, βλέ­πει τόν Προ­φή­τη Ἠ­σα­ΐ­α, πού τοῦ λέ­ει· «Γύ­ρι­σε πί­σω καί ἐ­γώ πε­ρι­μέ­νω νά σέ δε­χθῶ». Αὐ­τός ὁ λό­γος φα­νέ­ρω­νε τόν θά­να­το τοῦ Προ­τε­ρί­ου.

Ἀ­φοῦ ἐ­πέ­στρε­ψε πί­σω ὁ θεῖ­ος Πα­τέρας, μπῆ­κε (ἴ­σως γιά νά κρυ­φθῆ) μέ­σα στήν με­γά­λη κο­λυμ­βή­θρα, πού βρί­σκε­ται στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια. Ὅ­ταν τό ἔ­μα­θαν αὐ­τό οἱ ἀ­νω­τέ­ρω Μο­να­χοί, οἱ ὁ­ποῖ­οι ­πλα­νή­θη­καν, καί οἱ ὑ­πό­λοι­ποι Μο­νο­φυ­σῖ­τες, ἔ­τρε­ξαν καί ἐ­κεῖ μέ­σα κα­τέ­σφα­ξαν μέ κο­φτε­ρά κα­λά­μια τόν τοῦ Θε­οῦ Ἀρ­χι­ε­ρέ­α. Ἔ­πει­τα ἀν­τί γι’ αὐ­τόν, χει­ρο­τό­νη­σαν Ἀρ­χι­ε­ρέ­α τόν κα­κό­φρο­να Τι­μό­θε­ο, ὁ ὁ­ποῖ­ος τούς ἐ­ξα­πά­τη­σε καί τόν ἀ­νέ­βα­σαν στόν θρό­νο τῆς Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας.

Ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε αὐ­τό ὁ Μαρ­κια­νός, ὁ ὁ­ποῖ­ος βα­σί­λευ­σε με­τά ἀ­πό τόν Μαρ­κια­νό, ὁ Λέ­ων ὁ Μέ­γας, ὁ ὁ­ποῖ­ος λε­γό­ταν καί Μα­κέλ­λης, τόν μέν Τι­μό­θε­ο τόν ὑ­πέ­βα­λε στήν ἐ­ξου­σί­α τῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων, γιά νά κρι­θῆ κα­νο­νι­κά ἀ­πό αὐ­τούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι, κα­θαι­ρῶν­τας τον ἀ­πό τήν ἀρ­χι­ε­ρω­σύ­νη, τόν ἐ­ξώ­ρι­σαν στήν Γάγ­γρα. Τούς δέ λα­ϊ­κούς, πού συ­νήρ­γη­σαν στόν φό­νο τοῦ Ἁ­γί­ου Προ­τε­ρί­ου, τούς τι­μώ­ρη­σε ὁ βα­σι­λιάς μέ δαρ­μούς καί μέ ἁρ­πα­γή τῶν ὑ­παρ­χόν­των τους.

Μά­λι­στα δι­έ­τα­ξε καί χει­ρο­το­νή­θη­κε στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια ἄλ­λος Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας Ὀρ­θό­δο­ξος, ὁ Τι­μό­θε­ος Σα­λο­φα­κι­ό­λιος, καί ἔ­τσι ἔ­λα­βε τέ­λος καί στα­μά­τη­σε ἡ τα­ρα­χή αὐ­τή καί ἐ­πα­νά­στα­σις[211].

    Ὁ Ὅ­σιος Βάρ­σος Ἐ­πί­σκο­πος Δα­μα­σκοῦ ἐν εἰ­ρή­νῃ τε­λει­οῦ­ται.

 Πα­νή­γυ­ριν ρέ­ον­τος ἐ­κλι­πών βί­ου,

Σύ­νε­στι Βάρ­σος Ἀγ­γέ­λων πα­νη­γύ­ρει.

  Ὁ Ἅ­γιος Μάρ­τυς Ἀ­βρί­κιος[212] ξί­φει τε­λει­οῦ­ται.

 Χρι­στοῦ λα­τρευ­τής αὐ­χέ­να τμη­θείς ξί­φει,

Θε­ῶν λα­τρευ­τάς Ἀ­βρί­κιος αἰ­σχύ­νει.

 Ὁ Ἅ­γιος Μάρ­τυς Νέ­στωρ σταυ­ρω­θείς τε­λει­οῦ­ται.

Αὐ­τός ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Δε­κί­ου καί τοῦ ἡ­γε­μό­να Που­πλί­ου, κα­τά τό ἔ­τος 250, κα­τα­γό­με­νος ἀ­πό τήν Πέρ­γη τῆς Παμ­φυ­λί­ας. Ἐ­πει­δή ὅ­μως σε­βό­ταν τόν Χρι­στό, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν συ­νε­λή­φθη­ ἀ­πό τόν ἄρ­χον­τα Εἰ­ρή­ναρ­χο καί ὡ­δη­γή­θη­κε στόν ἡ­γε­μό­να.

 Ἀ­φοῦ ὡ­μο­λό­γη­σε ἐ­νώ­πιόν του τήν πί­στι του στόν Χρι­στό, σταυ­ρώ­θη­κε. Τό­τε μέ πολ­λές εὐ­χα­ρι­στί­ες εὐ­χα­ρι­στῶν­τας τόν Θε­ό καί τούς Χρι­στια­νούς στη­ρί­ζον­τας στήν πί­στι, πα­ρέ­δω­σε τό πνεῦ­μα καί ἔ­λα­βε ὁ ἀ­οί­δι­μος τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν στέ­φα­νο.

 Μνή­μη τῶν Ὁ­σί­ων γυ­ναι­κῶν Μα­ρά­νας τε καί Κύ­ρας.

 Αὐ­τές οἱ Ἅ­γι­ες γυ­ναῖ­κες κα­τά­γον­ταν ἀ­πό τήν Βέρ­ροι­α τῆς Ἀν­τι­ο­χεί­ας ἀ­πό γέ­νος λαμ­πρό καί ἐ­πί­ση­μο. Στήν συ­νέ­χεια καί ἡ ἀ­να­τρο­φή τους ἦ­ταν πα­ρό­μοι­α μέ τό γέ­νος, δη­λα­δή λαμ­πρή καί εὐ­γε­νι­κή. Ἀλ­λ’ ὅ­μως αὐ­τές οἱ ἀ­οί­δι­μες, κα­τα­φρο­νῶν­τας τήν λαμ­πρό­τη­τα τοῦ γέ­νους καί ὅ­λα τά τερ­πνά καί χα­ρο­ποι­ά τῆς ζω­ῆς αὐ­τῆς, ἔ­κτι­σαν ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι ἕ­να μι­κρό πε­ρι­τεί­χι­σμα καί, μπαί­νον­τας μέ­σα σέ αὐ­τό, ἔ­φρα­ξαν τήν πόρ­τα μέ πέ­τρες καί πη­λό. Βλέ­πον­τάς τις ὅ­μως αὐ­τές καί οἱ δύ­ο ὑ­πη­ρέ­τρι­ες, θέ­λη­σαν καί αὐ­τές νά ζή­σουν μί­α πα­ρό­μοι­α ζω­ή. Τό­τε τίς δι­έ­τα­ξαν οἱ κυ­ρί­ες τους νά κτί­σουν ἔ­ξω ἀ­πό τό δι­κό τους πε­ρι­τεί­χι­σμα, ἕ­να μι­κρό κελ­λά­κι καί ἐ­κεῖ νά ἀ­γω­νί­ζων­ται.

Ἔ­βλε­παν ἀ­πό ἕ­να μι­κρό πα­ρά­θυ­ρο τά ὅ­σα ἔ­κα­μναν οἱ ὑ­πη­ρέ­τρι­ές τους καί συ­χνό­τε­ρα τίς πα­ρα­κι­νοῦ­σαν νά προ­σεύ­χων­ται καί τίς ἄ­να­βαν τήν φλό­γα πε­ρισ­σό­τε­ρο στόν ἔ­ρω­τα τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τές οἱ μα­κά­ρι­ες, ἡ Μα­ρά­να, λέ­ω, καί ἡ Κύ­ρα δέν εἶ­χαν οἰ­κί­α, οὔ­τε κα­λύ­βη, ἀλ­λά ἦ­ταν χω­ρίς στέ­γη καί σκέ­πα­σμα καί δε­χό­με­νες τίς βρο­χές καί τά χι­ό­νια τόν χει­μῶ­να καί τήν ζέ­στη τοῦ ἡ­λί­ου τό κα­λο­καί­ρι, νό­μι­ζαν, ὅ­τι ἀ­πο­λαμ­βά­νουν με­γά­λη εὐ­φρο­σύ­νη. Τήν τρο­φή τους τήν δέ­χον­ταν ἀ­πό μί­α μι­κρή θυ­ρί­δα καί ἀ­πό ἐ­κεῖ συ­νω­μι­λοῦ­σαν καί μέ τίς γυ­ναῖ­κες, πού ἔρ­χον­ταν κον­τά τους μό­νο τόν και­ρό τῆς Πεν­τη­κο­στῆς.

Τόν ἄλ­λο και­ρό ἡ­σύ­χα­ζαν καί δέν μι­λοῦ­σαν. Μό­νο ἡ Μα­ρά­να μι­λοῦ­σε, ἐ­νῷ τήν Κύ­ρα δέν τήν ἄ­κου­σε κά­ποι­ος νά ὁ­μι­λῆ. Φο­ροῦ­σαν ἀ­κό­μη καί βα­ρειά σί­δε­ρα στό σῶ­μα τους σέ ση­μεῖ­ο, πού ἡ Κύ­ρα, πού εἶ­χε ἀ­σθε­νέ­στε­ρο σῶ­μα, νά σκύ­βη κά­τω στήν γῆ ἀ­πό τό με­γά­λο βά­ρος καί νά μήν μπο­ρῆ νά ση­κώ­ση ὄρ­θια ὅ­λο τό σῶ­μα της. Τά ἐν­δύ­μα­τά τους ἦ­ταν πά­ρα πο­λύ με­γά­λα, ὥ­στε σκέ­πα­ζαν κα­λά ὄ­χι μό­νον ὅ­λο τό σῶ­μα, ἀλ­λά καί τά πό­δια τους[213].

Ζῶν­τας οἱ μα­κά­ρι­ες μέ τέ­τοι­α ζω­ή, πέ­ρα­σαν σα­ράν­τα δύ­ο χρό­νια καί τρεῖς φο­ρές στήν ζω­ή τους νή­στευ­σαν σα­ράν­τα μέ­ρες, ὅ­πως ὁ Μω­υ­σῆς καί ὁ Ἠ­λί­ας. Πα­ρό­μοι­α καί τρεῖς φο­ρές νή­στευ­σαν τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες ἡ­με­ρῶν, ὅ­πως νή­στευ­σε ὁ Προ­φή­της Δα­νι­ήλ. Ἐ­πει­δή ὅ­μως μί­α φο­ρά θέ­λη­σαν νά δοῦν τούς ἱ­ε­ρούς τό­πους τῶν σω­τη­ρί­ων πα­θη­μά­των καί τῆς ἀ­να­στά­σε­ως τοῦ Κυ­ρί­ου, γι’ αὐ­τό πῆ­γαν στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα καί στόν δρό­μο δέν ἔ­φα­γαν καμ­μί­α τρο­φή. Καί, ἀ­φοῦ προ­σκύ­νη­σαν τούς Ἁ­γί­ους Τό­πους, ἔ­φα­γαν τρο­φή καί πά­λι ἐ­πέ­στρε­ψαν, χω­ρίς νά φᾶ­νε ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τε στόν δρό­μο. Τό δέ δι­ά­στη­μα τοῦ δρό­μου ἀ­πό τήν Βέρ­ροι­α τῆς Ἀν­τι­ο­χεί­ας μέ­χρι τά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, δέν εἶ­ναι λι­γώ­τε­ρο ἀ­πό εἴ­κο­σι ἡ­μέ­ρες. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἐ­πι­θύ­μη­σαν νά δοῦν καί τόν Να­ό τῆς Ἁ­γί­ας Πρω­το­μάρ­τυ­ρος Θέ­κλας, πού βρί­σκε­ται στήν Ἰ­σαυ­ρί­α, ὥ­στε μέ τήν θέ­α ἐ­κεί­νου νά ἀ­νά­ψουν στίς καρ­δι­ές τους τό πῦρ τῆς τοῦ Θε­οῦ ἀ­γά­πης, γι’ αὐ­τό πῆ­γαν καί ἐ­κεῖ καί πά­λι ἐ­πέ­στρε­ψαν, χω­ρίς νά γευ­θοῦν κα­θό­λου φα­γη­τό. Τό­σο πο­λύ κα­τέ­φλε­ξε τίς μα­κά­ρι­ες ὁ ἔ­ρω­τας τοῦ νο­η­τοῦ Νυμ­φί­ου Χρι­στοῦ! 

Μέ τέ­τοι­α λοι­πόν ἐ­νά­ρε­τη πο­λι­τεί­α στο­λί­ζον­τας οἱ τρι­σόλ­βι­ες τό γέ­νος τῶν γυ­ναι­κῶν καί γε­νό­με­νες στίς ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­ρε­τῆς καί ἀ­σκή­σε­ως, πρός τόν Νυμ­φί­ο Χρι­στό, τόν Ὁ­ποῖ­ον ἀ­γά­πη­σαν, ἐ­ξε­δή­μη­σαν.

Ἡ Ἁγία Νεομάρτυς Κυράννα ἡ σωφρονεστάτη, κατά τήν Θεσσαλονίκην ἐν ταῖς βασάνοις τελειοῦται, ἐν ἔτει 1751.

Αὐ­τή ἡ κα­λή σέ ὅ­λα νύμ­φη τοῦ Χρι­στοῦ ἦ­ταν ἀ­πό ἕ­να χω­ριό τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, πού λε­γόταν Ἀ­βυσ­σώ­κα, τέ­κνο Χρι­στια­νῶν γο­νέ­ων, ἦ­ταν δέ πο­λύ ὄ­μορ­φη καί ζοῦ­σε ζω­ή σε­μνή καί συ­νε­τή. Ἀλ­λά ὁ δι­ά­βο­λος, πού μι­σεῖ τό κα­λό, τήν ­φθό­νη­σε γιά τήν τό­ση ἀ­ρε­τή της καί, μή μπο­ρῶν­τας νά τήν μο­λύ­νη μέ αἰ­σχρούς λο­γι­σμούς καί μέ ἄτοπες κρυ­φές πρά­ξεις, βρῆ­κε ὡς ὄρ­γα­νο τῆς κα­κί­ας του ἕ­ναν Ἀ­γα­ρη­νό Γε­νί­τζα­ρο, πού ἦ­ταν σέ ἐκεῖ­νο τό χω­ριό σούμ­πα­σης καί συγ­κέν­τρω­νε τά ἀρ­χον­τι­κά εἰ­σο­δή­μα­τα, ὁ ὁ­ποῖ­ος χτυ­πή­θη­κε ἀ­πό σα­τα­νι­κό ἔ­ρω­τα γιά τήν κόρη καί ἄρ­χι­σε ὁ μια­ρός νά τήν κο­λα­κεύ­η μέ δι­α­φό­ρους τρό­πους, γιά νά τήν φέ­ρη στόν σκοπό του, ἀλ­λά ἡ παρ­θέ­νος δέν τόν δε­χό­ταν κα­θό­λου. Ὕ­στε­ρα ἐ­κεῖ­νος τῆς ἔ­τα­ζε νά τῆς δώ­ση, ὅ­σα χρήματα θέ­λει καί νά τῆς κά­μη καί φο­ρέ­μα­τα πο­λύ­τι­μα, ἐ­άν πα­ρα­δε­χθῆ, ἀλ­λι­ῶς τήν ἀπειλοῦσε, ὅτι θά τήν ὑ­πο­βά­λη σέ με­γά­λα βα­σα­νι­στή­ρια καί τε­λευ­ταῖ­α θά τῆς δώ­ση καί θά­να­το.

Ἡ  κό­ρη ὅ­μως, ἔ­χου­σα ὅ­λο της τόν πό­θο πρός τόν Χρι­στό, δέν ὑ­πο­λό­γι­ζε κα­θό­λου οὔ­τε τά χα­ρίσμα­τα καί τίς ὑ­πο­σχέ­σεις του, οὔ­τε τίς φο­βέ­ρες του.Ἐ­πει­δή λοι­πόν ἐ­κεῖ­νος ἔ­βλε­πε, ὅ­τι δέν κατορ­θώ­νει τόν σκο­πό του, συμ­φω­νεῖ μέ ἄλ­λους γε­νί­τζα­ρους τοῦ ἰ­δί­ου τάγ­μα­τος καί ἁρ­πά­ζουν ­ξαφ­νικά τήν κό­ρη καί τήν πη­γαί­νουν στόν δι­κα­στή τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης ψευ­δο­μαρ­τυ­ρῶντας, ὅ­τι εἶ­πε τά­χα ἡ κό­ρη πώς θά τόν πά­ρη ἄν­δρα καί θά ἔλ­θη στήν πί­στι τους. Ἀ­κο­λού­θη­σαν δέ καί οἱ γο­νεῖς τῆς κό­ρης, ἀλ­λά ἐ­πει­δή δεί­λια­σαν ἀ­πό τίς φο­βέ­ρες ἐ­κεί­νων, ­κρύ­φθη­καν. Ἐ­κεῖ λοι­πόν οἱ Τοῦρ­κοι ἔ­κα­ναν πολ­λά στήν παρ­θέ­νο, γιά νά τήν φέ­ρουν στόν σκο­πό τους, πό­τε μέ κο­λα­κεῖ­ες καί τα­ξί­μα­τα, πό­τε μέ φο­βέ­ρες. Ἀλ­λά ἡ μα­κά­ρι­α ἔ­στε­κε ἀ­τά­ρα­χη καί μό­νο ἕ­να λό­γο εἶ­πε σ’ ­αὐ­τούς· «Ἐ­γώ εἶ­μαι Χρι­στια­νή καί ἔ­χω νυμ­φί­ο τόν Κύ­ριό μου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, στόν ὁ­ποῖ­ο προ­σφέ­ρω ὡς προῖ­κα τήν παρ­θε­νί­α μου, καί αὐ­τόν ­πό­θη­σα καί πο­θῶ ἀ­πό τά νιά­τα μου καί γιά τήν ἀ­γά­πη του εἶ­μαι ἕ­τοι­μη νά χύ­σω καί τό αἷ­μα μου, γιά νά ἀ­ξι­ω­θῶ νά τόν ἀ­πο­λαύ­σω. Ἀ­κοῦστε λοι­πόν τήν ἀ­πάν­τη­σί μου καί πλέ­ον ἄλ­λο λό­γο μή περιμέ­νε­τε νά σᾶς ­πῶ».

Μό­λις εἶ­πε αὐ­τά, σι­ώ­πη­σε καί πλέ­ον δέν θέ­λη­σε νά ἀ­πο­κρι­θῆ κα­θό­λου σέ ὅ­σα τήν ­ρω­τοῦ­σαν ἀρ­γό­τε­ρα, ἀλ­λά γέρ­νον­τας κά­τω τήν κε­φα­λή, ἔ­στε­κε μέ πολ­λή σε­μνό­τη­τα σάν νά ντρε­πό­ταν νά βλέ­πη καί τά ἴ­δια τά πρό­σω­πα τῶν ἀν­δρῶν, προ­σευ­χο­μέ­νη νο­ε­ρά καί πα­ρα­κα­λῶντας τόν νυμ­φί­ο της Χρι­στό, νά τήν ἐν­δυ­να­μώ­ση ἕ­ως τέ­λους. Καί τήν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη γέ­μι­σε ἡ καρ­διά της ἀ­πό ἀ­γαλ­λί­α­σι καί χα­ρά πνευ­μα­τι­κή καί, κα­θώς φαν­τα­ζό­ταν νο­ε­ρά τόν γλυ­κύ­τα­τό της Χρι­στό, τῆς φαι­νό­ταν σάν νά ἦ­ταν ἀ­νε­βα­σμέ­νη στόν πα­ρά­δει­σο καί ­λη­σμό­νη­σε ὅ­λα τά λυ­πη­ρά τῆς πα­ρού­σας ζω­ῆς καί ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νά λά­βη τό γρη­γο­ρώτε­ρο τόν θά­να­το ὑ­πέρ τοῦ Χρι­στοῦ. Βλέ­πον­τας ὅ­μως ἐ­κεῖ­νοι τό ἀ­με­τά­θε­το τῆς γνώ­μης της καί τήν χα­ρά στό πρό­σω­πό της, κα­ταν­τρά­πη­καν καί ἔ­τσι τήν ἔ­στει­λαν στήν φυ­λα­κή καί τήν ἔ­βαλαν σέ σί­δε­ρα.

Ὁ δέ γε­νί­τζα­ρος ἐ­κεῖ­νος, φλε­γό­με­νος ἀ­κό­μη ἀ­πό τόν δαι­μο­νι­κό ἔ­ρω­τα, ­πῆ­γε σέ ἕ­ναν ἀ­γᾶ με­γά­λο τοῦ κά­στρου, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Ἀ­λῆ ἀ­φέν­της, μπέ­ης ὡς πρός τό ἀ­ξί­ω­μα, καί τόν πα­ρα­κα­λεῖ νά προ­στά­ξη τόν δε­σμο­φύ­λα­κα νά τόν ἀ­φή­νη νά μπαί­νη μέ­σα στήν φυλα­κή, ὅ­ταν θέ­λη. Τό ὁ­ποῖ­ο καί ἔ­γι­νε. Καί πή­γαι­νε ὁ μια­ρός κά­θε ὥ­ρα καί τῆς ἔ­κα­νε πολ­λές τυ­ραν­νί­ες μέ πεῖ­σμα ἤ νά τήν φέ­ρη στό θέ­λη­μά του ἤ νά τήν σκο­τώ­ση. Καί δέν ἔ­φθα­νε μόνο αὐ­τός, ἀλ­λά ἔ­παιρ­νε μα­ζί του καί ἄλ­λους ὁ­μοί­ους του γε­νι­τζά­ρους, γιά νά τήν τι­μω­ροῦν αὐ­στη­ρά, ἀλ­λά ἡ μα­κα­ρί­α, ὅ­ταν τούς ἔ­βλε­πε, ἔ­σκυ­βε κά­τω τήν κε­φα­λή, ­σκέ­πα­ζε τό πρόσω­πό της καί, σταυ­ρώ­νων­τας τά χέ­ρια της, οὔ­τε τούς κοί­τα­ζε, οὔ­τε τούς ἀ­πο­κρι­νό­ταν.

Ἐ­κεῖ­νοι δέ πρῶτα ἄρ­χι­ζαν νά πα­ρα­κι­νοῦν τήν Ἁ­γί­α μέ κο­λα­κεῖ­ες καί τα­ξί­μα­τα, ὕ­στε­ρα ὅμως, βλέ­πον­τάς την, πώς ἦ­ταν τό­σο στα­θε­ρή καί ἀ­σά­λευ­τη, ἄρ­χι­ζαν τά βα­σα­νι­στή­ρια· ὁ ἕ­νας τήν ­κτυ­ποῦ­σε μέ ξύ­λο, ὁ ἄλ­λος μέ μα­χαίρι, ἄλ­λος μέ κλω­τσι­ές καί ἄλ­λος μέ γρο­θι­ές, ἕ­ως ὅ­του τήν ἄ­φη­ναν σάν νε­κρή καί ἔ­τσι ἀ­να­χω­ροῦ­σαν, γιά νά πά­ρη χρό­νο καί νά συ­νέλ­θη καί πά­λι νά τήν βα­σα­νί­σουν.

Καί αὐ­τά μέν ἔ­κα­ναν ἐ­κεῖ­νοι τίς ἡ­μέ­ρες. Ἐ­νῷ τίς νύ­χτες ὁ δε­σμο­φύ­λακας τήν κρε­μοῦ­σε ἀ­πό τίς μα­σχά­λες, πα­ρό­λο πού εἶ­χε καί τά χέ­ρια της ἁ­λυ­σο­δε­μέ­να καί, ἀρ­πά­ζον­τας ὅ,τι ξύ­λο εὕ­ρι­σκε, τήν ἔ­δερ­νε ἄ­σπλαγ­χνα, ἕ­ως ὅ­του κου­ρα­ζό­ταν καί τό­τε τήν ἄ­φη­νε κρε­μα­σμέ­νη στήν τό­ση ψύ­χρα τοῦ χει­μῶ­να, πού ἦ­ταν τό­τε.

Ἕ­νας Χρι­στια­νός, πού ἦ­ταν μέ­σα ἐ­πι­θε­ω­ρη­τής, πε­ρί­με­νε τήν εὐ­και­ρί­α, καί ὅ­ταν κα­τα­λά­βαι­νε πώς τοῦ περ­νοῦ­σε ὁ θυ­μός, ­πή­γαι­νε καί τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε καί τοῦ ἔ­δινε ἄ­δεια καί τήν ­κα­τέ­βα­ζε. Ἡ Ἁ­γί­α ὡ­στό­σο εἶ­χε τό­ση ὑ­πο­μο­νή, ἠ­ρε­μί­α καί σι­ω­πή, πού σοῦ φαι­νό­ταν ὅ­τι ἄλ­λη πά­σχει καί ὄ­χι ἐ­κεί­νη, καί ὅ­λος ὁ νοῦς της καί ἡ προ­σο­χή της β­ρι­σκό­ταν στούς οὐ­ρα­νούς.

Ἦ­ταν δέ στήν φυ­λα­κή καί ἄλ­λοι Χρι­στια­νοί καί Ἑ­βραῖ­οι καί με­ρι­κές Τουρ­κά­λες γιά ἀ­τι­μίες τους, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἔ­λεγ­χαν τόν δε­σμο­φύ­λα­κα ὡς ἄ­σπλαγ­χνο καί μή φο­βού­με­νο τόν Θε­ό, ἐ­πει­δή τυ­ραν­νοῦ­σε ἔ­τσι μί­α γυ­ναί­κα, πού δέν τόν ἔ­βλα­ψε. Ἀλ­λά καί ὁ Χρι­στια­νός ἐ­κεῖ­νος δέν ἔ­παυ­ε, πό­τε μέ τό κα­λό, πό­τε μέ ἤ­πιους ἐ­λέγ­χους (δι­ό­τι εἶ­χε θάρ­ρος πρός αὐ­τόν), νά τοῦ θυ­μί­ζη τήν κρί­σι τοῦ Θε­οῦ καί ἄλ­λα τέ­τοι­α νά τοῦ λέ­η, γιά νά τόν μα­λα­κώ­νη νά μή παι­δεύ­η τήν Ἁ­γί­α· ἀλ­λά ὁ σα­τα­νᾶς σκλή­ρυ­νε πο­λύ τήν καρ­διά του καί ὅ­σο ἐ­κεῖ­νοι τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν, τό­σο ἐ­κεῖ­νος πε­ρισ­σότε­ρο τήν ­βα­σά­νι­ζε. Ἐ­κεῖ­νοι πά­λι οἱ γε­νί­τζα­ροι πη­γαί­νον­τας νά τήν τι­μω­ρή­σουν, πολ­λές φορές ἄ­φη­ναν τίς τι­μω­ρί­ες καί προ­σπα­θοῦ­σαν νά τῆς δώ­σουν νά φά­η, γιά νά μήν ­πε­θά­νη, καί πό­τε τῆς ἔ­δι­ναν στα­φί­δες, πό­τε φοί­νι­κες. Καί κα­θώς ἡ Ἁ­γί­α δέν ἤ­θε­λε κα­θό­λου φα­γη­τό, ἐ­κεῖ­νοι προ­σπα­θοῦ­σαν μέ τή βί­α νά τῆς ἀ­νοί­ξουν τό στό­μα, ἀλ­λά δέν τό κα­τά­φερ­ναν.

Πα­ρόμοια καί οἱ Χρι­στια­νοί, πού β­ρί­σκον­ταν στήν φυ­λα­κή πο­λύ τήν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν, νά φά­η τό πα­ρα­μι­κρό, ἡ Μάρ­τυς ὅ­μως δέν πει­θόταν κα­θό­λου νά γευ­θῆ τί­πο­τε, ἐ­πει­δή εἶ­χε μέ­σα στήν καρ­διά της τήν φλό­γα τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Κυ­ρί­ου της καί νυμ­φί­ου Χρι­στοῦ, πού τήν ἔ­τρε­φε καί τήν ἐν­δυ­νά­μω­νε.

Τήν ἕ­βδο­μη ἡ­μέ­ρα ­πῆ­γαν πά­λι οἱ γε­νί­τζα­ροι καί τήν ­τυ­ράν­νησαν πολύ δυνατά. Γι­’­ αὐ­τό πα­ρα­κι­νού­με­νος ἀ­πό θεῖ­ο ζῆ­λο ὁ προ­α­να­φερ­θείς Χρι­στια­νός, ἄρ­χι­σε νά ἐπι­πλήτ­τη αὐ­στη­ρά τόν δε­σμο­φύ­λα­κα καί νά τόν φο­βε­ρί­ζη, ὅ­τι μπο­ρεῖ νά τόν κα­τα­δώ­ση στόν πα­σᾶ, πού ἀ­φή­νει καί ἔρ­χον­ται ἀ­π’­ ἔ­ξω ἄν­θρω­ποι καί τι­μω­ροῦν τούς φυ­λα­κι­σμέ­νους, πού εἶ­ναι ἐ­νάν­τιο στό νό­μο τους καί πού ἄλ­λη φο­ρά τέ­τοι­ο πρᾶγ­μα δέν ἔ­γι­νε· ἀλ­λά καί οἱ Τουρ­κά­λες ἐ­κεῖ­νες πο­λύ τόν ὕ­βρι­σαν, λέ­γον­τάς τον ἄ­πι­στο καί φο­νιά καί θέ­λη­σαν νά φω­νά­ξουν καί δυ­να­τά.

Ὕ­στε­ρα ὅ­μως ἀ­πό λί­γη ὥ­ρα, νά, καί ἔ­φθα­σαν πά­λι οἱ γε­νί­τζα­ροι γιά νά τήν τι­μω­ρή­σουν, ἀλ­λά ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας δέν τούς ἄ­φη­σε. Γι­’ αὐ­τό ἐ­κεῖ­νοι πῆ­γαν ἀ­μέ­σως καί πα­ρα­πο­νέ­θη­καν στόν ἀ­λήμ­πε­η. Ὁ ὁ­ποῖ­ος φω­νά­ζει τό βρά­δυ τόν δε­σμο­φύ­λα­κα καί τόν βρί­ζει, για­τί πα­ρα­κού­ει ἐ­κεῖ­νο πού τόν πρό­στα­ξε. Τό­τε ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε πί­σω πο­λύ θυ­μω­μέ­νος καί ἁρ­πά­ζει τήν Ἁ­γί­α καί τήν κρε­μᾶ καί πι­ά­νον­τας μί­α σχί­ζα ξύ­λι­νη, πού ἔ­τυ­χε νά εἶ­ναι ἐ­κεῖ πο­λύ με­γά­λη καί κρα­τῶν­τας την μέ τά δύ­ο χέ­ρια χτυ­ποῦ­σε ἐ­πά­νω στήν Ἁ­γί­α, ὅ­που ἔ­φθα­νε χω­ρίς ἔ­λε­ος, τό­σο πού ἄρ­χι­σαν οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι νά φω­νά­ζουν.

 Ἀ­κό­μη καί οἱ Τουρ­κά­λες ἐ­κεῖ­νες ­φώ­να­ζαν δυ­να­τά. Βλέ­πον­τας δέ τήν ἀ­να­τα­ρα­χή ὁ κα­τα­ρα­μέ­νος, τήν ἄ­φη­σε κρέ­μασμέ­νη καί ­πῆ­γε στόν ὀν­τά του μέ με­γά­λη στε­νο­χώ­ρια καί τα­ρα­χή στήν καρ­διά του καί εἶ­πε σ’­ ἐ­κεῖ­νον τόν Χρι­στια­νό νά τοῦ ψή­ση κα­φέ νά πι­ῆ. Ψή­νον­τας ὅ­μως τόν κα­φέ ὁ Χρι­στια­νός, ἄρ­χι­σε πά­λι ἤ­ρε­μα νά τόν ἐ­πι­πλήτ­τη γιά τήν ἀ­σπλαγ­χνί­α, πού ἐ­πέ­δει­ξε, τό­σο πού τόν ἔ­κα­νε καί ἔ­πε­σε μπρού­μυ­τα καί ἔ­κλαι­γε ἤ ἀ­πό τόν ἔ­λεγ­χο τῆς συ­νει­δή­σε­ώς του ἤ ἀ­πό τήν ντρο­πή του. Καί ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα, πού ἦ­ταν ἡ Ἁ­γί­α ἀ­κό­μη κρε­μα­σμέ­νη, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἔξαφ­να ἔ­λαμ­ψε φῶς μέ­γα στήν φυ­λα­κή, πού κα­τέ­βαι­νε ἀ­πό ψη­λά ἀ­πό τήν σκε­πή σάν ἀ­στρα­πή, τό ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­κυ­κλώ­νον­τας τό σῶ­μα τῆς Μάρ­τυ­ρα, ­ξε­χύ­θη­κε καί σέ ὅ­λη τήν φυ­λα­κή καί τήν φώ­τι­ζε σάν νά ἔμ­παι­νε μέ­σα ὅ­λος ὁ ἥ­λιος. (Ἦ­ταν δέ τό­τε τέσ­σε­ρις ἤ πέν­τε ἡ ὥ­ρα τήν νύ­χτα).

Καί οἱ μέν Χρι­στια­νοί ­φώ­να­ζαν τό, Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον. Οἱ δέ Ἑ­βραῖ­οι ἔ­πε­σαν μπρού­μυ­τα νά μή βλέ­πουν τό φῶς. Οἱ Τουρ­κά­λες φώ­να­ζαν, ὤχ, ὤχ, τό κρῖ­μα τῆς φτω­χῆς ρω­μαί­ας μᾶς ἔφθα­σε καί ἔ­πε­σε ἀ­στρα­πή νά μᾶς κά­ψη, ὁ δέ δε­σμο­φύ­λακας ἀ­πό τόν φό­βο του ἄρ­χι­σε νά τρέ­μη ὁ­λό­κλη­ρος, καί εἶ­πε σέ ἐ­κεῖ­νον τόν Χρι­στια­νό νά ξε­κρε­μά­ση τήν Ἁ­γί­α. Ὁ δέ Χρι­στια­νός πηγαί­νον­τας τήν βρῆ­κε τε­λει­ω­μέ­νη. Τό δέ φῶς ἔ­φυ­γε καί ἔ­μει­νε ὕ­στε­ρα μί­α μυ­στη­ρι­ώ­δης εὐ­ωδί­α γιά πολ­λή ὥ­ρα.

Παίρ­νον­τας λοι­πόν ὁ Χρι­στια­νός ἐ­κεῖ­νος τά κλει­διά ἀ­πό τόν δε­σμο­φύλα­κα, ἄ­νοι­ξε τά σί­δε­ρα καί, ἀ­φοῦ ἔ­λυ­σε τά χέ­ρια της, τα­κτο­ποί­η­σε μέ σε­βα­σμό καί εὐ­λά­βεια τό Ἅ­γιό της λεί­ψα­νο καί, ἀ­φοῦ ἄ­να­ψε κε­ριά καί θυ­μί­α­σε, κα­θό­ταν δί­πλα, προ­σμέ­νον­τας μέ χα­ρά τήν ἡ­μέ­ρα καί δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό πού τόν ἀ­ξί­ω­σε νά ­δῆ τέ­τοι­α θαύ­μα­τα καί νά πιάση καί νά πε­ρι­ποι­η­θῆ Μαρ­τυ­ρι­κό λεί­ψα­νο.

Τήν αὐ­γή δι­α­δό­θη­κε στήν πό­λι ἡ φή­μη τοῦ θα­νάτου τῆς Ἁ­γί­ας καί ἡ ἔλ­λαμ­ψις τοῦ Ἁ­γί­ου φω­τός. Καί οἱ μέν Ἀ­γα­ρη­νοί κα­ταν­τρο­πι­α­σμέ­νοι ­σι­ω­ποῦ­σαν καί ἔ­δω­σαν ἄ­δεια στούς Χρι­στια­νούς νά πά­ρουν τό λεί­ψα­νο καί νά τό κά­νουν ὅ,τι θέ­λουν. Οἱ δέ Χρι­στια­νοί ὅ­λοι εὐ­χα­ρι­-


στή­θη­καν καί ἔ­τρε­ξαν πολ­λοί στήν φυ­λα­κή καί, ἀ­φοῦ ­πῆ­ραν τό Ἅ­γιο λεί­ψα­νο μέ εὐ­λά­βεια, τό ἐν­τα­φί­α­σαν ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι, ἐ­κεῖ ὅ­που ἐν­τα­φι­ά­ζον­ται καί τῶν ὑ­πο­λοί­πων Χρι­στια­νῶν τά λεί­ψα­να. Τά δέ ἐν­δύ­μα­τα τῆς Ἁ­γί­ας τά δι­ε­μοί­ρα­σαν πολ­λοί Χρι­στια­νοί πρός ἁ­για­σμό τους καί σω­τη­ρί­α.

[211] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ὁ βα­σι­λιάς Ἰ­ου­στι­νια­νός στήν ἐ­πι­στο­λή του πρός τήν Πέμ­πτη Σύ­νο­δο ἀ­να­φέ­ρει γι’ αὐ­τόν τόν Ἅ­γιο Προ­τέ­ριο· «Ὁ μέ­γας Ἱ­ε­ρεύς». Ἀλ­λά καί ὁ Δο­σί­θε­ος, σελ. 400 τῆς Δω­δε­κα­βί­βλου, λέ­ει, ὅ­τι στόν πρῶ­το χρό­νο τοῦ βα­σι­λιᾶ Λέ­ον­τα τοῦ Μα­κέλ­λη κα­τέ­φυ­γε στήν κο­λυμ­βή­θρα τοῦ Βα­πτί­σμα­τος ὁ θεῖ­ος Προ­τέ­ριος, γιά νά σω­θῆ ἐ­κεῖ, ὁ δέ Αἴ­λου­ρος φρόν­τι­σε καί τόν ἔ­σφα­ξαν οἱ Μο­νο­φυ­σῖ­τες, οἱ ὁ­ποῖ­οι σπρώ­χνον­τας τό ξί­φος στά σπλάγ­χνα τοῦ Ἁ­γί­ου, ἔ­φα­γαν ἀ­κό­μη καί αὐ­τά τά σπλάγ­χνα του σάν θη­ρί­α καί μα­ζί μέ τόν Ἅ­γιο Προ­τέ­ριο ἔ­σφα­ξαν ἐ­κεῖ καί ἄλ­λους ἕ­ξι. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ τούς ἔ­συ­ραν μέ σχοι­νιά σέ ὅ­λη τήν πό­λι τῆς Ἀ­λε­ξάν­δρειας, τό ἕ­να μέ­ρος τοῦ σώ­μα­τος τοῦ Προ­τε­ρί­ου, τό ἔρ­ρι­ξαν στούς σκύ­λους, ἐ­νῷ τό ἄλ­λο, ἀ­φοῦ τό ἔ­κα­ψαν κα­τά τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα, ἔρ­ρι­ξαν τήν σκό­νι του στόν ἀ­έ­ρα. Ἀ­να­φέ­ρει ἀ­κό­μη, ὁ Θε­ο­φά­νης ὅ­τι ὁ Αἴ­λου­ρος χει­ρο­το­νοῦ­σε χω­ρίς νά εἶ­ναι Ἐ­πί­σκο­πος καί βά­πτι­ζε χω­ρίς νά εἶ­ναι Πρε­σβύ­τε­ρος, γι’ αὐ­τό καί τόν ὀ­νο­μά­ζει καί πρό­δρο­μο τοῦ Ἀν­τι­χρί­στου.

[212] Στόν τυ­πω­μέ­νο Συ­να­ξα­ρι­στή γρά­φε­ται Ἀ­βίρ­κιος.

[213] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι καί τό Συ­να­ξά­ρι τῶν δύ­ο αὐ­τῶν γυ­ναι­κῶν συ­νέ­γρα­ψε ὁ Κύ­ρου Θε­ο­δώ­ρη­τος στόν 29ο ἀ­ριθ­μό τῆς Φιλόθεης Ἱστορίας. Ὁ ὁ­ποῖ­ος προ­σθέ­τει, ὅ­τι βλέ­πον­τας ὁ ἴ­διος Θε­ο­δώ­ρη­τος τό τό­σο με­γά­λο βά­ρος τῶν σι­δή­ρων, πού εἶ­χαν στόν λαι­μό καί  στήν ζώ­νη καί στά χέ­ρια καί στά πό­δια, τίς πα­ρε­κά­λε­σε νά βγά­λουν τά σί­δη­ρα καί αὐ­τές ὑ­πα­κού­ον­τας τά ἔ­βγα­λαν. Ὅ­μως ὅ­ταν ἀ­νε­χώ­ρη­σε ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος, πά­λι τά φό­ρε­σαν. Στήν συ­νέ­χεια λοι­πόν λέ­ει αὐ­τός τά ἑ­ξῆς ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­τα· «Το­σοῦ­τον ἀ­γω­νι­σά­με­ναι χρό­νον, ὡς ἄρ­τι τῶν ἀ­γώ­νων ἁ­ψά­με­ναι, τῶν ἱ­δρώ­των ἐ­ρῶ­σι. Τό γάρ τοῦ Νυμ­φί­ου φαν­τα­ζό­με­ναι κάλ­λος, εὐ­πε­τῶς μά­λα καί ρα­δί­ως φέ­ρου­σι τοῦ δρό­μου τόν πό­νον, καί κα­τα­λα­βεῖν ἐ­πεί­γον­ται τῶν ἀ­γώ­νων τό τέ­λος, ἐν ἐ­κεί­νῳ τόν ἐ­ρώ­με­νον ἐ­στῶ­τα βλέ­που­σαι, καί τῆς νί­κης ὑ­πο­δει­κνύν­τα τόν στέ­φα­νον… Το­σοῦ­τον αὐ­τάς τό θεῖ­ον ἐ­ξε­βάκ­χευ­σε φίλ­τρον, οὕ­τως αὐ­τάς ὁ θεῖ­ος ἔ­ρως πε­ρί τόν Νυμ­φί­ον ἐ­ξέ­μη­νεν».

[214] Γι’ αὐ­τούς τούς δύ­ο Ἀ­πο­στό­λους ἀ­να­φέ­ρει ὁ Παῦ­λος στίς Ἐ­πι­στο­λές του. Γιά τόν Νυμ­φᾶ, τά ἑ­ξῆς· «Ἀ­σπά­σα­σθε Νυμ­φᾶν καί τήν κα­τ’ οἶ­κον αὐ­τοῦ Ἐκ­κλη­σί­αν» (Κολ. 4,15). Καί γιά τόν Εὔ­βου­λο αὐ­τά γρά­φει πρός τόν Τι­μό­θε­ο· «Ἀ­σπά­ζε­ταί σε Εὔ­βου­λος» (Β΄ Τιμ. 4,21.)

[215]Τήν Ἀ­σμα­τι­κή Ἀ­κο­λου­θί­α συ­νέ­θε­σε ὁ σο­φο­λο­γι­ώ­τα­τος δι­δά­σκα­λος κύρ Χρι­στο­φό­ρος ὁ Προ­δρο­μί­της



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης