Τῷ αὐτῷ μηνί KH΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν καί Ὁμολογητοῦ Βασιλείου, συναθλητοῦ τοῦ Ἁγίου Προκοπίου τοῦ Δεκαπολίτου.
Αὐτός ὁ Ἅγιος ἔζησε στά χρόνια τοῦ Λέοντος Ἰσαύρου τοῦ εἰκονομάχου, κατά τό ἔτος 740· νέος ὄντας, ἔγινε Μοναχός καί ζοῦσε μέ αὐστηρή ἄσκησι. Ἀφοῦ λοιπόν πρῶτα ἀγωνίσθηκε καλά, ὕστερα ἀντιστάθηκε μέ ἀνδρεία στούς εἰκονομάχους γιά τήν τιμή καί προσκύνησι τῶν ἁγίων εἰκόνων. Γιά τόν λόγο αὐτό συνελήφθηκε ἀπό αὐτούς καί πολύ τιμωρήθηκε ὁ ἀοίδιμος. Δέν ὑποχώρησε ὅμως ἀπό τήν καλή αὐτή ἀντίστασι, ἀλλά κήρυττε τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας μέχρι θανάτου, συναγωνιστή ἔχοντας καί τόν θεῖο Προκόπιο τόν Δεκαπολίτη, ὁ ὁποῖος ἑορτάζει τήν 27η τοῦ παρόντος. Γιά τόν λόγο αὐτό δέχθηκε ἀπό τούς εἰκονομάχους πολλούς ξεσμούς σέ ὅλο τό σῶμα καί στόν τράχηλο, καί φυλακίσθηκε. Ὅταν ὅμως πέθανε ὁ Ἴσαυρος, ἐλευθερώθηκε ὁ Ἅγιος ἀπό τήν φυλακή. Καί πάλι ἀκολουθοῦσε τήν προηγούμενη ἀσκητική ζωή, πολλούς ἁμαρτωλούς παρακινῶντας στήν ἀρετή μέ τόν λόγο καί τό παράδειγμά του καί πολλούς κακοδόξους ἐπιστρέφοντας στήν ὀρθόδοξη πίστι. Μέ τέτοιον λοιπόν τρόπο, ἀφοῦ ἔζησε ὁ μακάριος, χαρούμενος καί εὐχαριστῶντας, ἀπῆλθε πρός τόν Κύριο, τόν ὁποῖον ἀπό τήν βρεφική ἡλικία ἀγάπησε.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Προτερίου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας, καλάμοις ὀξέσι σφαγέντος.
Αὐτός ὁ ἀοίδιμος ἦταν Πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας, κατά τό ἔτος 450, στά χρόνια τῶν βασιλέων Μαρκιανοῦ καί Πουλχερίας. Ὅταν συγκροτήθηκε ἡ ἁγία καί Οἰκουμενική Τετάρτη Σύνοδος κατά τό ἔτος 451, ἀνέβηκε καί αὐτός στήν Κωνσταντινούπολι μαζί μέ τούς ἄλλους Ἀλεξανδρινούς Ἐπισκόπους του καί Πρεσβυτέρους καί πολύ ἀγωνίσθηκε ὁ ἀοίδιμος ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τῶν Μονοφυσιτῶν. Ἀφοῦ πέθανε ὁ Ἀλεξάνδρειας Ἀπολλινάριος (ὁ ὁποῖος ἔγινε μετά τόν Μονοφυσίτη Διόσκορο, πού καθαιρέθηκε στήν Τέταρτη Οἰκουμενική Σύνοδο), διαδέχθηκε τόν θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας ὁ θεῖος Αὐτός Προτέριος, ἀφοῦ ὑποδείχθηκε ἀπό ὅλη τήν Σύνοδο.
Ἐπειδή ὅμως οἱ Μονοφυσῖτες καί ὀπαδοί τοῦ Εὐτυχοῦς προξενοῦσαν ταραχές στήν Ἀλεξάνδρεια, καί ἀπειλοῦσαν, ὅτι θά ἐμποδίσουν τό σιτάρι, πού κατέβαινε ἀπό τό Μισήρι στήν Ἀλεξάνδρεια, γι’ αὐτό ὁ εὐσεβής βασιλιάς Μαρκιανός διέταξε τό σιτάρι νά τό πηγαίνουν στό Πηλούσιο ὄρος διά μέσου τοῦ ποταμοῦ Νείλου καί ὄχι ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια.
Τότε οἱ κάτοικοι τῆς Ἀλεξάνδρειας, ἐπειδή στενοχωρήθηκαν ἀπό τήν πεῖνα, ἔβαλαν γιά τόν λόγο αὐτόν ὡς μεσίτη στόν βασιλιά τόν θεῖο αὐτόν Προτέριο. Ὁ βασιλιάς τότε, πεισθείς στήν μεσιτεία καί παράκλησι τοῦ Ἁγίου, διέταξε νά κατεβαίνη πάλι τό σιτάρι στήν Ἀλεξάνδρεια.
Ὅταν ὅμως πέθανε ὁ βασιλιάς Μαρκιανός, ὁ Τιμόθεος, ὁ ὁποῖος λεγόταν Αἴλουρος, ἀφοῦ παρατήρησε μία νύκτα σκοτεινή καί χωρίς φεγγάρι, πῆγε πρόωρα στά κελλιά τῶν Μοναχῶν, φορῶντας σχῆμα μαῦρο, καί τούς ἔλεγε, ὅτι εἶναι Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ καί τούς παραγγέλνει νά ἀποχωρισθοῦν ἀπό τήν ἐπικοινωνία καί ἕνωσι μέ τόν Προτέριο. Οἱ Μοναχοί, ἁπλοῖ ὄντες, ἀπατήθηκαν.
Ἔτσι ἐπαναστάτησαν κατά τοῦ Ἀρχιερέως των, ὁ δέ Προτέριος, ἐπειδή φοβήθηκε, ἔφυγε. Φεύγοντας ὅμως, βλέπει τόν Προφήτη Ἠσαΐα, πού τοῦ λέει· «Γύρισε πίσω καί ἐγώ περιμένω νά σέ δεχθῶ». Αὐτός ὁ λόγος φανέρωνε τόν θάνατο τοῦ Προτερίου.
Ἀφοῦ ἐπέστρεψε πίσω ὁ θεῖος Πατέρας, μπῆκε (ἴσως γιά νά κρυφθῆ) μέσα στήν μεγάλη κολυμβήθρα, πού βρίσκεται στήν Ἀλεξάνδρεια. Ὅταν τό ἔμαθαν αὐτό οἱ ἀνωτέρω Μοναχοί, οἱ ὁποῖοι πλανήθηκαν, καί οἱ ὑπόλοιποι Μονοφυσῖτες, ἔτρεξαν καί ἐκεῖ μέσα κατέσφαξαν μέ κοφτερά καλάμια τόν τοῦ Θεοῦ Ἀρχιερέα. Ἔπειτα ἀντί γι’ αὐτόν, χειροτόνησαν Ἀρχιερέα τόν κακόφρονα Τιμόθεο, ὁ ὁποῖος τούς ἐξαπάτησε καί τόν ἀνέβασαν στόν θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας.
Ὅταν τό ἔμαθε αὐτό ὁ Μαρκιανός, ὁ ὁποῖος βασίλευσε μετά ἀπό τόν Μαρκιανό, ὁ Λέων ὁ Μέγας, ὁ ὁποῖος λεγόταν καί Μακέλλης, τόν μέν Τιμόθεο τόν ὑπέβαλε στήν ἐξουσία τῶν Ἀρχιερέων, γιά νά κριθῆ κανονικά ἀπό αὐτούς, οἱ ὁποῖοι, καθαιρῶντας τον ἀπό τήν ἀρχιερωσύνη, τόν ἐξώρισαν στήν Γάγγρα. Τούς δέ λαϊκούς, πού συνήργησαν στόν φόνο τοῦ Ἁγίου Προτερίου, τούς τιμώρησε ὁ βασιλιάς μέ δαρμούς καί μέ ἁρπαγή τῶν ὑπαρχόντων τους.
Μάλιστα διέταξε καί χειροτονήθηκε στήν Ἀλεξάνδρεια ἄλλος Ἀρχιερέας Ὀρθόδοξος, ὁ Τιμόθεος Σαλοφακιόλιος, καί ἔτσι ἔλαβε τέλος καί σταμάτησε ἡ ταραχή αὐτή καί ἐπανάστασις[211].
Ὁ Ὅσιος Βάρσος Ἐπίσκοπος Δαμασκοῦ ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Πανήγυριν ρέοντος ἐκλιπών βίου,
Σύνεστι Βάρσος Ἀγγέλων πανηγύρει.
Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀβρίκιος[212] ξίφει τελειοῦται.
Χριστοῦ λατρευτής αὐχένα τμηθείς ξίφει,
Θεῶν λατρευτάς Ἀβρίκιος αἰσχύνει.
Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Νέστωρ σταυρωθείς τελειοῦται.
Αὐτός ἔζησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου καί τοῦ ἡγεμόνα Πουπλίου, κατά τό ἔτος 250, καταγόμενος ἀπό τήν Πέργη τῆς Παμφυλίας. Ἐπειδή ὅμως σεβόταν τόν Χριστό, γιά τόν λόγο αὐτόν συνελήφθη ἀπό τόν ἄρχοντα Εἰρήναρχο καί ὡδηγήθηκε στόν ἡγεμόνα.
Ἀφοῦ ὡμολόγησε ἐνώπιόν του τήν πίστι του στόν Χριστό, σταυρώθηκε. Τότε μέ πολλές εὐχαριστίες εὐχαριστῶντας τόν Θεό καί τούς Χριστιανούς στηρίζοντας στήν πίστι, παρέδωσε τό πνεῦμα καί ἔλαβε ὁ ἀοίδιμος τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανο.
Μνήμη τῶν Ὁσίων γυναικῶν Μαράνας τε καί Κύρας.
Αὐτές οἱ Ἅγιες γυναῖκες κατάγονταν ἀπό τήν Βέρροια τῆς Ἀντιοχείας ἀπό γένος λαμπρό καί ἐπίσημο. Στήν συνέχεια καί ἡ ἀνατροφή τους ἦταν παρόμοια μέ τό γένος, δηλαδή λαμπρή καί εὐγενική. Ἀλλ’ ὅμως αὐτές οἱ ἀοίδιμες, καταφρονῶντας τήν λαμπρότητα τοῦ γένους καί ὅλα τά τερπνά καί χαροποιά τῆς ζωῆς αὐτῆς, ἔκτισαν ἔξω ἀπό τήν πόλι ἕνα μικρό περιτείχισμα καί, μπαίνοντας μέσα σέ αὐτό, ἔφραξαν τήν πόρτα μέ πέτρες καί πηλό. Βλέποντάς τις ὅμως αὐτές καί οἱ δύο ὑπηρέτριες, θέλησαν καί αὐτές νά ζήσουν μία παρόμοια ζωή. Τότε τίς διέταξαν οἱ κυρίες τους νά κτίσουν ἔξω ἀπό τό δικό τους περιτείχισμα, ἕνα μικρό κελλάκι καί ἐκεῖ νά ἀγωνίζωνται.
Ἔβλεπαν ἀπό ἕνα μικρό παράθυρο τά ὅσα ἔκαμναν οἱ ὑπηρέτριές τους καί συχνότερα τίς παρακινοῦσαν νά προσεύχωνται καί τίς ἄναβαν τήν φλόγα περισσότερο στόν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ. Αὐτές οἱ μακάριες, ἡ Μαράνα, λέω, καί ἡ Κύρα δέν εἶχαν οἰκία, οὔτε καλύβη, ἀλλά ἦταν χωρίς στέγη καί σκέπασμα καί δεχόμενες τίς βροχές καί τά χιόνια τόν χειμῶνα καί τήν ζέστη τοῦ ἡλίου τό καλοκαίρι, νόμιζαν, ὅτι ἀπολαμβάνουν μεγάλη εὐφροσύνη. Τήν τροφή τους τήν δέχονταν ἀπό μία μικρή θυρίδα καί ἀπό ἐκεῖ συνωμιλοῦσαν καί μέ τίς γυναῖκες, πού ἔρχονταν κοντά τους μόνο τόν καιρό τῆς Πεντηκοστῆς.
Τόν ἄλλο καιρό ἡσύχαζαν καί δέν μιλοῦσαν. Μόνο ἡ Μαράνα μιλοῦσε, ἐνῷ τήν Κύρα δέν τήν ἄκουσε κάποιος νά ὁμιλῆ. Φοροῦσαν ἀκόμη καί βαρειά σίδερα στό σῶμα τους σέ σημεῖο, πού ἡ Κύρα, πού εἶχε ἀσθενέστερο σῶμα, νά σκύβη κάτω στήν γῆ ἀπό τό μεγάλο βάρος καί νά μήν μπορῆ νά σηκώση ὄρθια ὅλο τό σῶμα της. Τά ἐνδύματά τους ἦταν πάρα πολύ μεγάλα, ὥστε σκέπαζαν καλά ὄχι μόνον ὅλο τό σῶμα, ἀλλά καί τά πόδια τους[213].
Ζῶντας οἱ μακάριες μέ τέτοια ζωή, πέρασαν σαράντα δύο χρόνια καί τρεῖς φορές στήν ζωή τους νήστευσαν σαράντα μέρες, ὅπως ὁ Μωυσῆς καί ὁ Ἠλίας. Παρόμοια καί τρεῖς φορές νήστευσαν τρεῖς ἑβδομάδες ἡμερῶν, ὅπως νήστευσε ὁ Προφήτης Δανιήλ. Ἐπειδή ὅμως μία φορά θέλησαν νά δοῦν τούς ἱερούς τόπους τῶν σωτηρίων παθημάτων καί τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, γι’ αὐτό πῆγαν στά Ἱεροσόλυμα καί στόν δρόμο δέν ἔφαγαν καμμία τροφή. Καί, ἀφοῦ προσκύνησαν τούς Ἁγίους Τόπους, ἔφαγαν τροφή καί πάλι ἐπέστρεψαν, χωρίς νά φᾶνε ἀπολύτως τίποτε στόν δρόμο. Τό δέ διάστημα τοῦ δρόμου ἀπό τήν Βέρροια τῆς Ἀντιοχείας μέχρι τά Ἱεροσόλυμα, δέν εἶναι λιγώτερο ἀπό εἴκοσι ἡμέρες. Ἐπειδή ὅμως ἐπιθύμησαν νά δοῦν καί τόν Ναό τῆς Ἁγίας Πρωτομάρτυρος Θέκλας, πού βρίσκεται στήν Ἰσαυρία, ὥστε μέ τήν θέα ἐκείνου νά ἀνάψουν στίς καρδιές τους τό πῦρ τῆς τοῦ Θεοῦ ἀγάπης, γι’ αὐτό πῆγαν καί ἐκεῖ καί πάλι ἐπέστρεψαν, χωρίς νά γευθοῦν καθόλου φαγητό. Τόσο πολύ κατέφλεξε τίς μακάριες ὁ ἔρωτας τοῦ νοητοῦ Νυμφίου Χριστοῦ!
Μέ τέτοια λοιπόν ἐνάρετη πολιτεία στολίζοντας οἱ τρισόλβιες τό γένος τῶν γυναικῶν καί γενόμενες στίς ἄλλες γυναῖκες παραδείγματα ἀρετῆς καί ἀσκήσεως, πρός τόν Νυμφίο Χριστό, τόν Ὁποῖον ἀγάπησαν, ἐξεδήμησαν.
Ἡ Ἁγία Νεομάρτυς Κυράννα ἡ σωφρονεστάτη, κατά τήν Θεσσαλονίκην ἐν ταῖς βασάνοις τελειοῦται, ἐν ἔτει 1751.
Αὐτή ἡ καλή σέ ὅλα νύμφη τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπό ἕνα χωριό τῆς Θεσσαλονίκης, πού λεγόταν Ἀβυσσώκα, τέκνο Χριστιανῶν γονέων, ἦταν δέ πολύ ὄμορφη καί ζοῦσε ζωή σεμνή καί συνετή. Ἀλλά ὁ διάβολος, πού μισεῖ τό καλό, τήν φθόνησε γιά τήν τόση ἀρετή της καί, μή μπορῶντας νά τήν μολύνη μέ αἰσχρούς λογισμούς καί μέ ἄτοπες κρυφές πράξεις, βρῆκε ὡς ὄργανο τῆς κακίας του ἕναν Ἀγαρηνό Γενίτζαρο, πού ἦταν σέ ἐκεῖνο τό χωριό σούμπασης καί συγκέντρωνε τά ἀρχοντικά εἰσοδήματα, ὁ ὁποῖος χτυπήθηκε ἀπό σατανικό ἔρωτα γιά τήν κόρη καί ἄρχισε ὁ μιαρός νά τήν κολακεύη μέ διαφόρους τρόπους, γιά νά τήν φέρη στόν σκοπό του, ἀλλά ἡ παρθένος δέν τόν δεχόταν καθόλου. Ὕστερα ἐκεῖνος τῆς ἔταζε νά τῆς δώση, ὅσα χρήματα θέλει καί νά τῆς κάμη καί φορέματα πολύτιμα, ἐάν παραδεχθῆ, ἀλλιῶς τήν ἀπειλοῦσε, ὅτι θά τήν ὑποβάλη σέ μεγάλα βασανιστήρια καί τελευταῖα θά τῆς δώση καί θάνατο.
Ἡ κόρη ὅμως, ἔχουσα ὅλο της τόν πόθο πρός τόν Χριστό, δέν ὑπολόγιζε καθόλου οὔτε τά χαρίσματα καί τίς ὑποσχέσεις του, οὔτε τίς φοβέρες του.Ἐπειδή λοιπόν ἐκεῖνος ἔβλεπε, ὅτι δέν κατορθώνει τόν σκοπό του, συμφωνεῖ μέ ἄλλους γενίτζαρους τοῦ ἰδίου τάγματος καί ἁρπάζουν ξαφνικά τήν κόρη καί τήν πηγαίνουν στόν δικαστή τῆς Θεσσαλονίκης ψευδομαρτυρῶντας, ὅτι εἶπε τάχα ἡ κόρη πώς θά τόν πάρη ἄνδρα καί θά ἔλθη στήν πίστι τους. Ἀκολούθησαν δέ καί οἱ γονεῖς τῆς κόρης, ἀλλά ἐπειδή δείλιασαν ἀπό τίς φοβέρες ἐκείνων, κρύφθηκαν. Ἐκεῖ λοιπόν οἱ Τοῦρκοι ἔκαναν πολλά στήν παρθένο, γιά νά τήν φέρουν στόν σκοπό τους, πότε μέ κολακεῖες καί ταξίματα, πότε μέ φοβέρες. Ἀλλά ἡ μακάρια ἔστεκε ἀτάραχη καί μόνο ἕνα λόγο εἶπε σ’ αὐτούς· «Ἐγώ εἶμαι Χριστιανή καί ἔχω νυμφίο τόν Κύριό μου Ἰησοῦ Χριστό, στόν ὁποῖο προσφέρω ὡς προῖκα τήν παρθενία μου, καί αὐτόν πόθησα καί ποθῶ ἀπό τά νιάτα μου καί γιά τήν ἀγάπη του εἶμαι ἕτοιμη νά χύσω καί τό αἷμα μου, γιά νά ἀξιωθῶ νά τόν ἀπολαύσω. Ἀκοῦστε λοιπόν τήν ἀπάντησί μου καί πλέον ἄλλο λόγο μή περιμένετε νά σᾶς πῶ».
Μόλις εἶπε αὐτά, σιώπησε καί πλέον δέν θέλησε νά ἀποκριθῆ καθόλου σέ ὅσα τήν ρωτοῦσαν ἀργότερα, ἀλλά γέρνοντας κάτω τήν κεφαλή, ἔστεκε μέ πολλή σεμνότητα σάν νά ντρεπόταν νά βλέπη καί τά ἴδια τά πρόσωπα τῶν ἀνδρῶν, προσευχομένη νοερά καί παρακαλῶντας τόν νυμφίο της Χριστό, νά τήν ἐνδυναμώση ἕως τέλους. Καί τήν ὥρα ἐκείνη γέμισε ἡ καρδιά της ἀπό ἀγαλλίασι καί χαρά πνευματική καί, καθώς φανταζόταν νοερά τόν γλυκύτατό της Χριστό, τῆς φαινόταν σάν νά ἦταν ἀνεβασμένη στόν παράδεισο καί λησμόνησε ὅλα τά λυπηρά τῆς παρούσας ζωῆς καί ἐπιθυμοῦσε νά λάβη τό γρηγορώτερο τόν θάνατο ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ. Βλέποντας ὅμως ἐκεῖνοι τό ἀμετάθετο τῆς γνώμης της καί τήν χαρά στό πρόσωπό της, καταντράπηκαν καί ἔτσι τήν ἔστειλαν στήν φυλακή καί τήν ἔβαλαν σέ σίδερα.
Ὁ δέ γενίτζαρος ἐκεῖνος, φλεγόμενος ἀκόμη ἀπό τόν δαιμονικό ἔρωτα, πῆγε σέ ἕναν ἀγᾶ μεγάλο τοῦ κάστρου, πού ὠνομαζόταν Ἀλῆ ἀφέντης, μπέης ὡς πρός τό ἀξίωμα, καί τόν παρακαλεῖ νά προστάξη τόν δεσμοφύλακα νά τόν ἀφήνη νά μπαίνη μέσα στήν φυλακή, ὅταν θέλη. Τό ὁποῖο καί ἔγινε. Καί πήγαινε ὁ μιαρός κάθε ὥρα καί τῆς ἔκανε πολλές τυραννίες μέ πεῖσμα ἤ νά τήν φέρη στό θέλημά του ἤ νά τήν σκοτώση. Καί δέν ἔφθανε μόνο αὐτός, ἀλλά ἔπαιρνε μαζί του καί ἄλλους ὁμοίους του γενιτζάρους, γιά νά τήν τιμωροῦν αὐστηρά, ἀλλά ἡ μακαρία, ὅταν τούς ἔβλεπε, ἔσκυβε κάτω τήν κεφαλή, σκέπαζε τό πρόσωπό της καί, σταυρώνωντας τά χέρια της, οὔτε τούς κοίταζε, οὔτε τούς ἀποκρινόταν.
Ἐκεῖνοι δέ πρῶτα ἄρχιζαν νά παρακινοῦν τήν Ἁγία μέ κολακεῖες καί ταξίματα, ὕστερα ὅμως, βλέποντάς την, πώς ἦταν τόσο σταθερή καί ἀσάλευτη, ἄρχιζαν τά βασανιστήρια· ὁ ἕνας τήν κτυποῦσε μέ ξύλο, ὁ ἄλλος μέ μαχαίρι, ἄλλος μέ κλωτσιές καί ἄλλος μέ γροθιές, ἕως ὅτου τήν ἄφηναν σάν νεκρή καί ἔτσι ἀναχωροῦσαν, γιά νά πάρη χρόνο καί νά συνέλθη καί πάλι νά τήν βασανίσουν.
Καί αὐτά μέν ἔκαναν ἐκεῖνοι τίς ἡμέρες. Ἐνῷ τίς νύχτες ὁ δεσμοφύλακας τήν κρεμοῦσε ἀπό τίς μασχάλες, παρόλο πού εἶχε καί τά χέρια της ἁλυσοδεμένα καί, ἀρπάζοντας ὅ,τι ξύλο εὕρισκε, τήν ἔδερνε ἄσπλαγχνα, ἕως ὅτου κουραζόταν καί τότε τήν ἄφηνε κρεμασμένη στήν τόση ψύχρα τοῦ χειμῶνα, πού ἦταν τότε.
Ἕνας Χριστιανός, πού ἦταν μέσα ἐπιθεωρητής, περίμενε τήν εὐκαιρία, καί ὅταν καταλάβαινε πώς τοῦ περνοῦσε ὁ θυμός, πήγαινε καί τόν παρακαλοῦσε καί τοῦ ἔδινε ἄδεια καί τήν κατέβαζε. Ἡ Ἁγία ὡστόσο εἶχε τόση ὑπομονή, ἠρεμία καί σιωπή, πού σοῦ φαινόταν ὅτι ἄλλη πάσχει καί ὄχι ἐκείνη, καί ὅλος ὁ νοῦς της καί ἡ προσοχή της βρισκόταν στούς οὐρανούς.
Ἦταν δέ στήν φυλακή καί ἄλλοι Χριστιανοί καί Ἑβραῖοι καί μερικές Τουρκάλες γιά ἀτιμίες τους, οἱ ὁποῖες ἔλεγχαν τόν δεσμοφύλακα ὡς ἄσπλαγχνο καί μή φοβούμενο τόν Θεό, ἐπειδή τυραννοῦσε ἔτσι μία γυναίκα, πού δέν τόν ἔβλαψε. Ἀλλά καί ὁ Χριστιανός ἐκεῖνος δέν ἔπαυε, πότε μέ τό καλό, πότε μέ ἤπιους ἐλέγχους (διότι εἶχε θάρρος πρός αὐτόν), νά τοῦ θυμίζη τήν κρίσι τοῦ Θεοῦ καί ἄλλα τέτοια νά τοῦ λέη, γιά νά τόν μαλακώνη νά μή παιδεύη τήν Ἁγία· ἀλλά ὁ σατανᾶς σκλήρυνε πολύ τήν καρδιά του καί ὅσο ἐκεῖνοι τόν παρακαλοῦσαν, τόσο ἐκεῖνος περισσότερο τήν βασάνιζε. Ἐκεῖνοι πάλι οἱ γενίτζαροι πηγαίνοντας νά τήν τιμωρήσουν, πολλές φορές ἄφηναν τίς τιμωρίες καί προσπαθοῦσαν νά τῆς δώσουν νά φάη, γιά νά μήν πεθάνη, καί πότε τῆς ἔδιναν σταφίδες, πότε φοίνικες. Καί καθώς ἡ Ἁγία δέν ἤθελε καθόλου φαγητό, ἐκεῖνοι προσπαθοῦσαν μέ τή βία νά τῆς ἀνοίξουν τό στόμα, ἀλλά δέν τό κατάφερναν.
Παρόμοια καί οἱ Χριστιανοί, πού βρίσκονταν στήν φυλακή πολύ τήν παρακαλοῦσαν, νά φάη τό παραμικρό, ἡ Μάρτυς ὅμως δέν πειθόταν καθόλου νά γευθῆ τίποτε, ἐπειδή εἶχε μέσα στήν καρδιά της τήν φλόγα τῆς ἀγάπης τοῦ Κυρίου της καί νυμφίου Χριστοῦ, πού τήν ἔτρεφε καί τήν ἐνδυνάμωνε.
Τήν ἕβδομη ἡμέρα πῆγαν πάλι οἱ γενίτζαροι καί τήν τυράννησαν πολύ δυνατά. Γι’ αὐτό παρακινούμενος ἀπό θεῖο ζῆλο ὁ προαναφερθείς Χριστιανός, ἄρχισε νά ἐπιπλήττη αὐστηρά τόν δεσμοφύλακα καί νά τόν φοβερίζη, ὅτι μπορεῖ νά τόν καταδώση στόν πασᾶ, πού ἀφήνει καί ἔρχονται ἀπ’ ἔξω ἄνθρωποι καί τιμωροῦν τούς φυλακισμένους, πού εἶναι ἐνάντιο στό νόμο τους καί πού ἄλλη φορά τέτοιο πρᾶγμα δέν ἔγινε· ἀλλά καί οἱ Τουρκάλες ἐκεῖνες πολύ τόν ὕβρισαν, λέγοντάς τον ἄπιστο καί φονιά καί θέλησαν νά φωνάξουν καί δυνατά.
Ὕστερα ὅμως ἀπό λίγη ὥρα, νά, καί ἔφθασαν πάλι οἱ γενίτζαροι γιά νά τήν τιμωρήσουν, ἀλλά ὁ δεσμοφύλακας δέν τούς ἄφησε. Γι’ αὐτό ἐκεῖνοι πῆγαν ἀμέσως καί παραπονέθηκαν στόν ἀλήμπεη. Ὁ ὁποῖος φωνάζει τό βράδυ τόν δεσμοφύλακα καί τόν βρίζει, γιατί παρακούει ἐκεῖνο πού τόν πρόσταξε. Τότε ἐκεῖνος γύρισε πίσω πολύ θυμωμένος καί ἁρπάζει τήν Ἁγία καί τήν κρεμᾶ καί πιάνοντας μία σχίζα ξύλινη, πού ἔτυχε νά εἶναι ἐκεῖ πολύ μεγάλη καί κρατῶντας την μέ τά δύο χέρια χτυποῦσε ἐπάνω στήν Ἁγία, ὅπου ἔφθανε χωρίς ἔλεος, τόσο πού ἄρχισαν οἱ φυλακισμένοι νά φωνάζουν.
Ἀκόμη καί οἱ Τουρκάλες ἐκεῖνες φώναζαν δυνατά. Βλέποντας δέ τήν ἀναταραχή ὁ καταραμένος, τήν ἄφησε κρέμασμένη καί πῆγε στόν ὀντά του μέ μεγάλη στενοχώρια καί ταραχή στήν καρδιά του καί εἶπε σ’ ἐκεῖνον τόν Χριστιανό νά τοῦ ψήση καφέ νά πιῆ. Ψήνοντας ὅμως τόν καφέ ὁ Χριστιανός, ἄρχισε πάλι ἤρεμα νά τόν ἐπιπλήττη γιά τήν ἀσπλαγχνία, πού ἐπέδειξε, τόσο πού τόν ἔκανε καί ἔπεσε μπρούμυτα καί ἔκλαιγε ἤ ἀπό τόν ἔλεγχο τῆς συνειδήσεώς του ἤ ἀπό τήν ντροπή του. Καί ἐκείνη τήν ὥρα, πού ἦταν ἡ Ἁγία ἀκόμη κρεμασμένη, ὤ τοῦ θαύματος!, ἔξαφνα ἔλαμψε φῶς μέγα στήν φυλακή, πού κατέβαινε ἀπό ψηλά ἀπό τήν σκεπή σάν ἀστραπή, τό ὁποῖο περικυκλώνοντας τό σῶμα τῆς Μάρτυρα, ξεχύθηκε καί σέ ὅλη τήν φυλακή καί τήν φώτιζε σάν νά ἔμπαινε μέσα ὅλος ὁ ἥλιος. (Ἦταν δέ τότε τέσσερις ἤ πέντε ἡ ὥρα τήν νύχτα).
Καί οἱ μέν Χριστιανοί φώναζαν τό, Κύριε ἐλέησον. Οἱ δέ Ἑβραῖοι ἔπεσαν μπρούμυτα νά μή βλέπουν τό φῶς. Οἱ Τουρκάλες φώναζαν, ὤχ, ὤχ, τό κρῖμα τῆς φτωχῆς ρωμαίας μᾶς ἔφθασε καί ἔπεσε ἀστραπή νά μᾶς κάψη, ὁ δέ δεσμοφύλακας ἀπό τόν φόβο του ἄρχισε νά τρέμη ὁλόκληρος, καί εἶπε σέ ἐκεῖνον τόν Χριστιανό νά ξεκρεμάση τήν Ἁγία. Ὁ δέ Χριστιανός πηγαίνοντας τήν βρῆκε τελειωμένη. Τό δέ φῶς ἔφυγε καί ἔμεινε ὕστερα μία μυστηριώδης εὐωδία γιά πολλή ὥρα.
Παίρνοντας λοιπόν ὁ Χριστιανός ἐκεῖνος τά κλειδιά ἀπό τόν δεσμοφύλακα, ἄνοιξε τά σίδερα καί, ἀφοῦ ἔλυσε τά χέρια της, τακτοποίησε μέ σεβασμό καί εὐλάβεια τό Ἅγιό της λείψανο καί, ἀφοῦ ἄναψε κεριά καί θυμίασε, καθόταν δίπλα, προσμένοντας μέ χαρά τήν ἡμέρα καί δοξάζοντας τόν Θεό πού τόν ἀξίωσε νά δῆ τέτοια θαύματα καί νά πιάση καί νά περιποιηθῆ Μαρτυρικό λείψανο.
Τήν αὐγή διαδόθηκε στήν πόλι ἡ φήμη τοῦ θανάτου τῆς Ἁγίας καί ἡ ἔλλαμψις τοῦ Ἁγίου φωτός. Καί οἱ μέν Ἀγαρηνοί καταντροπιασμένοι σιωποῦσαν καί ἔδωσαν ἄδεια στούς Χριστιανούς νά πάρουν τό λείψανο καί νά τό κάνουν ὅ,τι θέλουν. Οἱ δέ Χριστιανοί ὅλοι εὐχαρι-
στήθηκαν καί ἔτρεξαν πολλοί στήν φυλακή καί, ἀφοῦ πῆραν τό Ἅγιο λείψανο μέ εὐλάβεια, τό ἐνταφίασαν ἔξω ἀπό τήν πόλι, ἐκεῖ ὅπου ἐνταφιάζονται καί τῶν ὑπολοίπων Χριστιανῶν τά λείψανα. Τά δέ ἐνδύματα τῆς Ἁγίας τά διεμοίρασαν πολλοί Χριστιανοί πρός ἁγιασμό τους καί σωτηρία.
[211] Σημείωσε, ὅτι ὁ βασιλιάς Ἰουστινιανός στήν ἐπιστολή του πρός τήν Πέμπτη Σύνοδο ἀναφέρει γι’ αὐτόν τόν Ἅγιο Προτέριο· «Ὁ μέγας Ἱερεύς». Ἀλλά καί ὁ Δοσίθεος, σελ. 400 τῆς Δωδεκαβίβλου, λέει, ὅτι στόν πρῶτο χρόνο τοῦ βασιλιᾶ Λέοντα τοῦ Μακέλλη κατέφυγε στήν κολυμβήθρα τοῦ Βαπτίσματος ὁ θεῖος Προτέριος, γιά νά σωθῆ ἐκεῖ, ὁ δέ Αἴλουρος φρόντισε καί τόν ἔσφαξαν οἱ Μονοφυσῖτες, οἱ ὁποῖοι σπρώχνοντας τό ξίφος στά σπλάγχνα τοῦ Ἁγίου, ἔφαγαν ἀκόμη καί αὐτά τά σπλάγχνα του σάν θηρία καί μαζί μέ τόν Ἅγιο Προτέριο ἔσφαξαν ἐκεῖ καί ἄλλους ἕξι. Ἔπειτα, ἀφοῦ τούς ἔσυραν μέ σχοινιά σέ ὅλη τήν πόλι τῆς Ἀλεξάνδρειας, τό ἕνα μέρος τοῦ σώματος τοῦ Προτερίου, τό ἔρριξαν στούς σκύλους, ἐνῷ τό ἄλλο, ἀφοῦ τό ἔκαψαν κατά τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, ἔρριξαν τήν σκόνι του στόν ἀέρα. Ἀναφέρει ἀκόμη, ὁ Θεοφάνης ὅτι ὁ Αἴλουρος χειροτονοῦσε χωρίς νά εἶναι Ἐπίσκοπος καί βάπτιζε χωρίς νά εἶναι Πρεσβύτερος, γι’ αὐτό καί τόν ὀνομάζει καί πρόδρομο τοῦ Ἀντιχρίστου.
[212] Στόν τυπωμένο Συναξαριστή γράφεται Ἀβίρκιος.
[213] Σημείωσε, ὅτι καί τό Συναξάρι τῶν δύο αὐτῶν γυναικῶν συνέγραψε ὁ Κύρου Θεοδώρητος στόν 29ο ἀριθμό τῆς Φιλόθεης Ἱστορίας. Ὁ ὁποῖος προσθέτει, ὅτι βλέποντας ὁ ἴδιος Θεοδώρητος τό τόσο μεγάλο βάρος τῶν σιδήρων, πού εἶχαν στόν λαιμό καί στήν ζώνη καί στά χέρια καί στά πόδια, τίς παρεκάλεσε νά βγάλουν τά σίδηρα καί αὐτές ὑπακούοντας τά ἔβγαλαν. Ὅμως ὅταν ἀνεχώρησε ὁ Θεοδώρητος, πάλι τά φόρεσαν. Στήν συνέχεια λοιπόν λέει αὐτός τά ἑξῆς ἀξιομνημόνευτα· «Τοσοῦτον ἀγωνισάμεναι χρόνον, ὡς ἄρτι τῶν ἀγώνων ἁψάμεναι, τῶν ἱδρώτων ἐρῶσι. Τό γάρ τοῦ Νυμφίου φανταζόμεναι κάλλος, εὐπετῶς μάλα καί ραδίως φέρουσι τοῦ δρόμου τόν πόνον, καί καταλαβεῖν ἐπείγονται τῶν ἀγώνων τό τέλος, ἐν ἐκείνῳ τόν ἐρώμενον ἐστῶτα βλέπουσαι, καί τῆς νίκης ὑποδεικνύντα τόν στέφανον… Τοσοῦτον αὐτάς τό θεῖον ἐξεβάκχευσε φίλτρον, οὕτως αὐτάς ὁ θεῖος ἔρως περί τόν Νυμφίον ἐξέμηνεν».
[214] Γι’ αὐτούς τούς δύο Ἀποστόλους ἀναφέρει ὁ Παῦλος στίς Ἐπιστολές του. Γιά τόν Νυμφᾶ, τά ἑξῆς· «Ἀσπάσασθε Νυμφᾶν καί τήν κατ’ οἶκον αὐτοῦ Ἐκκλησίαν» (Κολ. 4,15). Καί γιά τόν Εὔβουλο αὐτά γράφει πρός τόν Τιμόθεο· «Ἀσπάζεταί σε Εὔβουλος» (Β΄ Τιμ. 4,21.)
[215]Τήν Ἀσματική Ἀκολουθία συνέθεσε ὁ σοφολογιώτατος διδάσκαλος κύρ Χριστοφόρος ὁ Προδρομίτης


Login