Τῷ αὐτῷ μηνί IΓ΄, μνήμη τῶν ἐγκαινίων τοῦ θείου Ναοῦ τῆς Ἁγίας Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Ἀναστάσεως.
Νόμον παλαιόν Ἰσραήλ πληρῶν νέος,
Ἐγκαινίοις σοι τόν τάφον τιμᾷ Λόγε.
Τύχθη Ἀναστάσεως τρισκαιδεκάτῃ καινισμός.
Τῇ 13η Σεπτεμβρίου μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Κορνηλίου τοῦ ἑκατοντάρχου.
Ζωῆς ἀπίστου Κορνήλιον ἐξάγεις,
Πιστῶν ἀπαρχήν τῶν ἀπ’ ἐθνῶν, Xριστέ μου.
Αὐτός ὁ θεῖος Κορνήλιος δέν ἦταν Ἰουδαῖος, οὔτε ἀπό ἐκείνους πού βρίσκονταν κάτω ἀπό τόν παλαιό Νόμο. Ἀλλ’ ἦταν ἐθνικός καί ἀπερίτμητος, κατά τήν ἀξία ἑκατόνταρχος, ἀπό τήν σπεῖρα, δηλαδή τήν τάξι, πού λέγεται ἰταλική, εὐσεβής καί φοβούμενος τόν Θεό μέ ὅλη τήν οἰκογένειά του, ζῶντας τήν Χριστιανική ζωή, μολονότι ἀκόμη δέν εἶχε ἀξιωθῆ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, οὔτε τοῦ θείου Bαπτίσματος[1]. Αὐτός λοιπόν, ὅταν ἦταν στήν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, εἶδε Ἄγγελο Κυρίου νά τόν παρακινῆ, νά καλέση τόν Ἀπόστολο Πέτρο καί νά ἀκούση ἀπό αὐτόν ἐκεῖνα πού πρέπουν. Τότε ἀμέσως στέλνει καί φέρνει τόν Κορυφαῖο, στόν ὁποῖο ἀποκαλύφθηκαν τά σχετικά μέ τόν Κορνήλιο μέ τήν αἰνιγματώδη ἐκείνη θεωρία τῶν ἑρπετῶν καί θηρίων, πού ἦσαν μέσα στήν σινδόνα, διότι ἄν δέν ἔβλεπε ὁ Πέτρος τήν θεωρία ἐκείνη, σίγουρα δέν θά δεχόταν νά πάη σέ ἄνθρωπο ἀπερίτμητο καί ἐθνικό. Ὅταν λοιπόν πῆγε στήν οἰκία του ὁ Ἀπόστολος, ἀμέσως ἔπεσε στά πόδια του ὁ Κορνήλιος. Καί ἀφοῦ κατηχήθηκε ἀπό αὐτόν τήν πίστι, βαπτίσθηκε τόσο αὐτός, ὅσο καί οἱ ὑπόλοιποι πού συγκεντρώθηκαν στήν οἰκία του.
Ἀπό τότε λοιπόν καί στήν συνέχεια συναναστρεφόταν μέ τούς Ἀποστόλους. Καί ὅταν οἱ Ἀπόστολοι ἀνεχώρησαν ἀπό τά Ἱεροσόλυμα, μετά τόν φόνο καί τήν λύπη τοῦ Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, καί διασκορπίσθηκαν στήν οἰκουμένη, τότε τούς συνώδευσε καί ὁ θεῖος Κορνήλιος ἕως στήν Φοινίκη καί Κύπρο καί Ἀντιόχεια. Ἀλλ’ οὔτε ὅταν ἦταν στήν Ἔφεσο οἱ Ἀπόστολοι τούς ἀποχωρίσθηκε ὁ Κορνήλιος. Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι ἔμαθαν, πώς ἡ πόλις τῶν Σκεψέων[2] ἐκρατεῖτο ἀπό τήν πλάνη τῶν εἰδώλων, καί ἔβαλαν λαχνούς[3], ποιός νά πάη σέ αὐτήν, γιά νά κηρύξη, καί ὁ λαχνός ἔπεσε στόν Κορνήλιο, τότε ἀμέσως πῆγε σ’ αὐτήν ὁ ἱερός Ἀπόστολος, εὐαγγελιζόμενος τήν πίστι στόν Χριστό.
Ὅταν τό ἔμαθε αὐτό ὁ τοπάρχης τῶν Σκεψέων Δημήτριος, ἄνδρας σοφός καί δεινός στήν θρησκεία τῶν Ἑλλήνων, ἔφερε μπροστά του τόν ἱερό Κορνήλιο, ὁ ὁποῖος μέ θάρρος ὡμολόγησε τόν Χριστό. Ἔπειτα προσποιηθείς, ὅτι θέλει νά θυσιάση στούς θεούς, μπῆκε στόν ναό τους καί ἀφοῦ προσευχήθηκε βγῆκε ἔξω. Τότε ἔκανε μεγάλο θαῦμα ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ, μέ τό ὁποῖο προσείλκυσε στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, ὅλους ὅσοι παρευρίσκονταν ἐκεῖ. Διότι μέ τήν προσευχή του ξαφνικά ἔγινε μεγάλος σεισμός, ἀπό τόν ὁποῖο ἔπεσε ὁ ναός. Καί τά μέν εἴδωλα τά σύντριψε καί τά κατέχωσε, ἐνῷ τήν γυναῖκα τοῦ Δημητρίου, ὀνομαζόμενη Εὐανθία, μαζί μέ τόν υἱό της, τούς διαφύλαξε παραδόξως ζωντανούς κάτω στό χῶμα. Ὁ Δημήτριος προτοῦ νά μάθη αὐτά, συγκρότησε κριτήριο καί σκεπτόταν μέ ποιές πικρότατες δοκιμασίες νά τιμωρήση τόν Ἅγιο. Ἐπειδή ὅμως συνέβη τότε νά εἶναι ἑσπέρα, πρόσταξε καί ἔρριξαν τόν Ἅγιο στήν φυλακή δεμένο μέ χέρια καί πόδια.
Τότε λοιπόν μαθαίνει καί τά ὅσα συνέβησαν στήν γυναῖκα καί στόν υἱό του καί ἀμέσως ἔπεσε σέ πένθος καί βαρύτατη λύπη. Προστάζει ὅμως νά βρεθοῦν τά λείψανά τους. Ἀλλά μετά ἀπό λίγο μαθαίνει παρ’ ἐλπίδα ἀπό τόν ἀρχιερέα τῶν Ἑλλήνων, ὅτι καί ἡ γυναίκα καί ὁ υἱός του εἶναι ζωντανοί καί θέλουν νά δοῦν τόν Κορνήλιο. Τότε τρέχει γρήγορα στήν φυλακή. Καί, βρίσκοντας τόν Κορνήλιο νά εἶναι λυμένος ἀπό Ἄγγελο ἀπό τά δεσμά καί νά ὑμνῆ τόν Θεό, ἔπεσε στά πόδια του καί ἔλεγε, ὅτι πιστεύει στόν Χριστό, ἄν δῆ ζωντανούς τήν γυναῖκα καί τόν υἱό του.
Ὁ Ἅγιος βγάζοντας ἔξω ἀπό τό χῶμα ὑγιεῖς τήν γυναῖκα καί τόν υἱό, τούς βάπτισε, μαζί καί τόν Δημήτριο καί ὅλους τούς ἀνθρώπους του. Ἔπειτα βάπτισε καί ὅλη τήν πόλι, δηλαδή τούς πολῖτες τῶν Σκεψέων, ὀδηγῶντας τους στήν ὁδό τῆς θεογνωσίας. Μέ τέτοια λοιπόν ἔργα τελείωσε τήν ἀποστολική του ζωή ὁ ἀοίδιμος καί ἀπῆλθε σέ γῆρας βαθύ πρός τόν Κύριο. Ἀμέσως ὅμως φύτρωσε μία βάτος ἀπό τήν γῆ, ἡ ὁποία σκέπασε τόν τάφο τοῦ Ἀποστόλου καί ἐνεργοῦσε πολλά θαυμάσια. Ἔπειτα καί Ναός λαμπρός ἔγινε ἐκεῖ πρός τιμή τοῦ Ἀποστόλου. Καί ὅταν ἐπρόκητο νά γίνη ἡ μετάθεσις τῶν λειψάνων του, τότε ἡ τιμία κιβωτός, πού εἶχε τό λείψανο, ὤ τοῦ θαύματος!, σάν ἔμψυχη καί ζωντανή, κινήθηκε μόνη καί μπῆκε στόν Ναό. Καί, ἀφοῦ στάθηκε κοντά στό Ἅγιο Βῆμα, ἀπό τότε μέχρι σήμερα ἐνεργεῖ θαυμάσια[4].
Οἱ Ἅγιοι Κρονίδης, Λεόντιος καί Σεραπίων, ἐν θαλάσσῃ βληθέντες, τελειοῦνται.
* Ὑπῆρξεν ἆθλος ἡ θάλασσα καί τάφος,
Σεραπίωνι Κρονίδῃ Λεοντίῳ.
Οἱ Ἅγιοι Γορδιανός καί Σέλευκος, θηρίοις ἐκδοθέντες, τελειοῦνται.
* Τόν Γορδιανόν καί Σέλευκον θηρίοις,
Οἱ θηριώδεις κδιδοῦσιν ἀγρίοις.
Ὁ Ἅγιος Μακρόβιος, θηρίῳ ἐκδοθείς, τελειοῦται.
Ὁ Μακρόβιος τόν μακρόν ποθῶν βίον,
Θηρῶν ὀδοῦσι τόν βραχύν λείπει βίον.
Ὁ Ἅγιος Οὐαλλέριος (ἤ Οὐαλλεριανός) τῷ πόθῳ τῶν Μαρτύρων τελειοῦται.
* Οὐαλλέριος ἐκ πόθου τῶν Μαρτύρων,
Θνῄσκει πρός αὐτῷ τῷ τάφῳ τῶν Μαρτύρων.
Ὁ Ἅγιος Στράτων, κέδροις προσδεθείς καί διαμερισθείς, τελειοῦται.
Κέδροις ὁ Μάρτυς προσδεθείς Στράτων δύω,
Εἷς ὤν τό σῶμα, δείκνυται μέρη δύω.
Οἱ Ἅγιοι Λουκιανός καί Ζωτικός, ξίφει τελειοῦνται.
* Σύν Λουκιανῷ Ζωτικόν στέφους ἔρως,
Ἐρᾶν ἐποίει καί στεφανοῦντος ξίφους.
Ὁ Ἅγιος Ἠλεί ξίφει τελειοῦται.
* Λύπῃ παρῆλθεν ὁ πρίν Ἠλεί τόν βίον,
Ἠλεί δέ μάρτυς σύν χαρᾷ θνήσκει ξίφει.
Ἀπό τούς Ἁγίους αὐτούς, ὁ μέν Λεόντιος καί Σεραπίων ἔγιναν μαθητές τοῦ Κρονίδου, ὁ ὁποῖος διέλαμψε πολύ μέ τό ἀξίωμα τοῦ Διακόνου στήν πόλι τῆς Ἀλεξανδρείας. Ἐπειδή λοιπόν αὐτοί ἔμαθαν τήν εὐσέβεια ἀπό ἐκεῖνον, γι’ αὐτό συνελήφθησαν ἀπό τούς ἄπιστους μαζί μέ τόν δάσκαλό τους Κρονίδη. Καί ἀφοῦ δοκίμασαν πολλές καί διαφορετικές δοκιμασίες, τελευταῖα δεμένοι ἀπό τά χέρια καί τά πόδια ρίχθηκαν μέσα στήν θάλασσα καί ἔτσι τελείωσαν τό μαρτύριο. Ἄγγελοι ὅμως ἔβγαλαν ἀπό τήν θάλασσα τά τίμια λείψανά τους καί διέταξαν μέ ὀπτασία μερικούς Χριστιανούς νά τά ἐνταφιάσουν. Ὁ δέ Σέλευκος καί Γορδιανός ὁ Καππαδόκης καί ὁ Μακρόβιος, πού ἦταν ἀπό τήν Παφλαγονία, ἀφοῦ τιμωρήθηκαν μέ διάφορες παιδεῖες στήν ἐπαρχία τῆς Γαλατίας καί ἀφοῦ μέ φωτιά καί στρέβλες ἔβγαλαν ἀπό τίς ἀρθρώσεις τά μέλη τοῦ σώματός τους, τελευταῖα τούς ἔδωσαν ὡς τροφή στά θηρία. Καί ἔτσι παρέδωσαν τίς ψυχές τους στά χέρια τοῦ Χριστοῦ. Ὁ φίλος καί ὁμόψυχός τους Οὐαλλέριος, θρηνῶντας καί κλαίγοντας ἐπάνω στούς τάφους τῶν ἀγαπημένων του μαρτύρων, ἀπό τόν πόθο πού εἶχε πρός αὐτούς ἀπῆλθε πρός τόν Κύριο.
Ὁ Στράτων ὅμως ὁ θαυμάσιος, ἀφοῦ συνελήφθη στήν Βιθυνία ἀπό τόν ἄρχοντά της, βασανίσθηκε μέ διάφορους τρόπους. Ἔπειτα ἔδεσαν τά χέρια του ἀπό τά κλαδιά δύο κέδρων, πού ἔκλιναν κάτω μέ βία πολλή καί κατόπιν τά ἔστειλαν στόν τόπο τους καί ἔτσι διαμοίρασαν σέ δύο τόν Ἅγιο, ὁ ὁποῖος καί παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ζωτικός καί Ἠλεί καί Λουκιανός, στήν πόλι Τομέων, κατά προσταγή τοῦ ἡγεμόνα Μαξίμου, πολλές βασάνους ἔλαβαν προηγουμένως καί στό τέλος ἀποκεφαλίσθηκαν. Ὅλοι οἱ παρα-πάνω Μάρτυρες ἔλαβαν τό μαρτυρικό τέλος στούς χρόνους Λικινίου τοῦ τυράννου κατά τό ἔτος 315.
* Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Πέτρος ὁ ἐν τῇ Ἀγρέᾳ, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
* Ραγείς ὁ Πέτρος τῇ λύσει τοῦ σαρκίου,
Πρός ἀρραγῆ μετῆλθε τόν Θεόν πέτραν.
* Ὁ Ὅσιος νέος Ἱερόθεος ὁ Ἰβηρίτης, ὁ γεννηθείς κατά τό ἔτος 1686, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
+ Ἱερόθεε, ἱερός Θεῷ γίνῃ,
Κτείνας τά πάθη ἐγκρατείας τοῖς πόνοις.
Αὐτός ὁ Μακάριος Ἰερόθεος, ὁ ὁποῖος στά τωρινά χρόνια ἀνέτειλε στήν ἄσκησι ὡς ἄλλος ἥλιος, γεννήθηκε κατά τό ἔτος 1686 μετά Χριστόν, σέ ἕνα χωριό τῆς Καλαμάτας, μιᾶς πολιτείας τοῦ Μωρέως, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς καί πλούσιους, Δῆμο καί Ἀσημίνα ὀνομαζόμενους, γιά τόν ὁποῖο ἡ μητέρα του, τόν καιρό πού ἀκόμη τόν εἶχε στήν κοιλιά της, ρώτησε ἕναν ἐνάρετο ἀσκητή, πού βρισκόταν τότε ἐκεῖ στό χωριό τους καί τόν εἶχαν ὅλοι γιά Ἅγιο καί ΙΙροφήτη, «τί λογῆς παιδί θά γεννηθῆ ἀπό μένα»; Καί τῆς ἀπάντησε, «πήγαινε στό σπίτι σου καί θά γεννήσης υἱό καλό καί θεάρεστο».
Ἀφοῦ πέρασε τόν καιρό τῆς πρώτης του ἡλικίας καί ἔφθασε στά ἑπτά του χρόνια, τόν ἔβαλαν οἱ γονεῖς του στά μαθήματα καί σέ λίγο καιρό ἔμαθε ὅλα τά ἐγκύκλια ἐκκλησιαστικά μαθήματα, πρός θαυμασμό καί ἔκπληξι αὐτῶν πού τόν ἔβλεπαν, ὥστε διάβαζε κάθε βιβλίο Ἑλληνικό πού ἔπαιρνε στά χέρια του. Καί ἐπειδή εἶχε ἐξ ἀρχῆς νοῦ ἡλικιωμένο καί φρόνημα σταθερό, δέν καταγινόταν μέ ἄλλα παιδαριώδη καμώματα, ὅπως κάνουν τά ἄλλα παιδιά, ἀλλά ἄναβε ἡ καρδιά του ἀπό τόν ἔρωτα τῶν μαθημάτων. Αὐτά σκεφτόταν, αὐτά φανταζόταν ἡμέρα καί νύχτα πιστεύοντας, ὅτι μέσα ἀπό αὐτά εὔκολα θά καταλαβαίνη καί τίς θεῖες Γραφές· γι’ αὐτά τά μαθήματα ἄκουγε ὅτι καί οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς παραγγέλλουν νά τά μαθαίνουν οἱ νέοι, ἰδιαίτερα ὅμως ὁ Μέγας Βασίλειος καί ὁ Θεολόγος Γρηγόριος.
Γι’ αὐτό καί ἐκεῖ στήν Καλαμάτα, ὅταν ἦταν ἀκόμη νέος, ἔμαθε ἱκανοποιητικά τήν Ἑλληνική καί Λατινική διάλεκτο, καθώς καί αὐτή στήν ἐποχή μας, ὄχι λιγότερο ἀπό τήν Ἑλληνική, χρησιμεύει γιά κάθε γνῶσι. Τόν βοηθοῦσε πολύ στήν μάθησι, κοντά στήν προθυμία καί στόν ζῆλο πού εἶχε, καί ἡ ὀξύτητα τοῦ νοῦ, τό μνημονικό καί ἡ ἀντίληψις, τά ὁποῖα φυσικά χαρίσματα, ἑνωμένα μέ τήν ἐπιμέλεια, ὁδηγοῦν σέ μεγάλη προκοπή αὐτόν πού τά κατέχει.
Καί αὐτός μέν ἔτσι πρόκοβε. Οἱ γονεῖς του βέβαια φρόντιζαν νά τόν παντρέψουν, θέλοντας νά τόν καταστήσουν εὐτυχισμένο τάχα στήν παροῦσα ζωή, ἐπειδή οἱ περισσότεροι τέτοια ἰδέα ἔχουν, ὅτι, ὅταν παντρέψουν τά παιδιά τους, τότε τά κάνουν εὐτυχισμένα, μέ τό νά γίνωνται οἱ ὑπαίτιοι νά ἀποκτήσουν γυναῖκα καί παιδιά καί τά ὑπόλοιπα ἀγαθά τοῦ κόσμου· καί δέν γνωρίζουν οἱ μάταιοι, ὅτι παρακινῶντας τους στήν παρθενία, πού εἶναι ἐλευθερία, περισσότερο τούς κάνουν εὐτυχισμένους, παρά στόν γάμο, πού εἶναι δεσμός. Ἐπειδή ὅσοι πανδρεύονται θά ἔχουν θλῖψι μέ τήν σάρκα, σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο, πού θέλει νά πῆ λῦπες καί κακουχίες. Οἱ γονεῖς του λοιπόν μέ αὐτή τήν φροντίδα ἀσχολοῦνταν καί τόν γάμο μέσῳ τῶν ἀρραβώνων ἑτοίμασαν. Αὐτός ὅμως ὁ Μακάριος λυπόταν καί ἀγανακτοῦσε, ἐπειδή ἔγιναν οἱ ἀρραβῶνες χωρίς τήν θέλησί του, ὑποτασσόταν ὅμως στά προστάγματα τῶν γονέων, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τῶν Γραφῶν. «Τά παιδιά νά ὑπακούετε στούς γονεῖς σέ ὅλα». Ἀλλά δέν παρέλειπε καί νά παρακαλῆ μέσα ἀπό τήν καρδιά του τόν Ἅγιο Θεό, μέ ὅποιον τρόπο γνωρίζει ἡ πρόνοιά του, νά ἐμποδίση τούς γάμους, γιά νά μείνη παρθένος σέ ὅλη του τήν ζωή καί γιά νά ἔχη καιρό νά ἀσκῆται ἐλεύθερα στά μαθήματα.
Βλέποντας ὁ Κύριος τήν μεγάλη εὐλάβεια, πού εἶχε σ’ αὐτόν ὁ θεῖος Ἱερόθεος ἀπό τά νιάτα του, ἐκπλήρωσε τόν πόθο του. «Διότι τό θέλημα αὐτῶν πού τόν φοβοῦνται θά τό πραγματοποιήση». Καί σέ διάστημα δεκαέξι ἡμερῶν, πού λογάριαζαν οἱ γονεῖς του νά κάνουν τούς γάμους, τούς παρέλαβε καί τούς δύο στήν ἄλλη ζωή. Καί ὄχι ὅτι ποθοῦσε αὐτός τόν θάνατο τῶν γονέων του, ἀλλά τέτοια ἀπόφασι θεωρήθηκε εὔλογη σέ ἐκεῖνο τό ἀνεξερεύνητο δικαστήριο, ὥστε δηλαδή μέ αὐτόν τόν τρόπο καί τήν παρθενία νά διαφυλάξη ὁ Ἅγιος καί στά μαθήματα νά προοδέψη. Καί σκεφθῆτε τί καρδιά μέ γενναῖο φρόνημα ὑπῆρξε. Γιά νά μή δώση καμμία ὑποψία στούς γονεῖς τῆς ἀρραβωνιαστικιᾶς του, ὅτι ἔφυγε καί τρέξουν ἀπό πίσω του καί τόν ἐμποδίσουν, ἄφησε τίς πόρτες τοῦ σπί- τιοῦ του ἀνοιχτές καί πῆγε ἀπό ἐκεῖ στήν Ζάκυνθο, χωρίς νά πάρη τίποτε ἀπό τά ὑπάρχοντά του. Ἐκεῖ ἀφοῦ ἔμεινε λίγο καιρό καί ἀπασχολεῖτο μέ τήν μάθησι, παρεκινεῖτο ἀπό μερικούς πλούσιους συγγενεῖς του, πού βρίσκονταν ἐκεῖ, νά πάη μέ ἔξοδα δικά τους στήν Φραγκιά, γιά νά μάθη ὅλη τήν φιλοσοφία. Ἀλλά αὐτός ὁ ἀείμνηστος, καί παρόλο πού εἶχε διακαῆ ἔρωτα γιά τήν μάθησι, παρόλο αὐτά, ἐπειδή ἄκουσε, ὅτι στό Ἅγιο Ὄρος βρίσκονται ἄνδρες, πού σάν ἄλλες μέλισσες ἐργάζονται τό μέλι τῶν ἀρετῶν, προτίμησε νά πάη ἐκεῖ πρός τό παρόν, γιά νά κοινωνήση ἀπό τό μέλι ἐκεῖνο, μέ σκοπό, ὥστε, ἄν τοῦ τύχη ἀργότερα στήν Φραγκιά τίποτε πικρό ἤ σχετικό μέ τά Δόγματα ἤ σχετικό μέ τά ἤθη, νά ὑπερνικήση ἡ γλυκύτητα τῶν ἀρετῶν τήν πικρία ἐκείνων.
Ὅταν ἦλθε λοιπόν στό Ἅγιο Ὄρος, συγκατοίκησε μέ ἕναν ἐρημίτη στό κελλί, πού λεγόταν Ἅγιος Ἀρτέμιος, ὅπου ἐνῷ ἡσύχαζε, διάβαζε συχνά μέ πολλή ἔφεσι τίς Γραφές καί τά βιβλία γιά τούς ὁσίους, στά ὁποῖα βρίσκοντας, ὅτι ἕνας ἀσκητής, ἀφοῦ ἀγωνίσθηκε στήν ἔρημο εἴκοσι χρόνια καί ἄλλος σαράντα καί ἄλλος ἑξῆντα, ἔπειτα ξεγελάσθηκαν ἀπό τόν διάβολο καί ἔγιναν πτῶμα ἐλεεινό· συλλογιζόταν λοιπόν νά βρῆ κανένα δρόμο, γιά νά σώση τήν ψυχή του καί πιό σύντομο καί πιό ἀκίνδυνο· καί ἄλλον τέτοιο δέν σκέφτηκε, παρά τό μαρτύριο ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά ἐπειδή καί τό μαρτύριο πρέπει νά γίνη σύμφωνα μέ τήν τάξι καί σύμφωνα μέ τούς νόμους, καί ὄχι νά πάη κάποιος ἔτσι ἀσυλλόγιστα νά προδώση τήν ζωή του, βρίζοντας, δηλαδή, τούς ἀσεβεῖς καί ζητῶντας μέ αὐτόν τόν τρόπο τόν θάνατο, γεγονός πού καί ὁ θεῖος Παῦλος ἐμποδίζει, λέγοντας· «ἀκόμη καί ἄν ἀγωνισθῆ κάποιος, δέν στεφανώνεται, ἐάν δέν ἀγωνισθῆ νομίμως». Ἀλλά προκειμένου νά προέλθη ἀπό ἐκείνους ἡ αἰτία καί τότε νά γίνη τό μαρτύριο ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ νόμιμο, σκέφθηκε τόν ἑξῆς τρόπο ὁ Μακάριος, καί πηγαίνοντας στήν ἱερά μονή τῶν Ἰβήρων, φόρεσε ράσο ἐκεῖ καί συνοδεύοντας ἕναν προεξέχοντα ἐκείνης τῆς μονῆς, πῆγε στήν Βασιλεύουσα μαζί μέ αὐτόν, πού εἶχε καί ἄλλους ἀδελφούς ὑφι- σταμένους του. Ἔβαλε δέ μέ τόν νοῦ του, ὅτι βλέποντάς τον οἱ ἀλλόπιστοι καλόγηρο, νά συναναστρέφεται στήν πόλι, ἀπό τίς πολλές φορές θά τοῦ δώσουν ἀφορμή καμμία φορά ἤ χτυπῶντας τον ἤ βρίζοντάς τον καί ἔτσι αὐτός νά ἀντισταθῆ μέ τρόπο εὔκολα κατανοητό, ὥστε νά φέρη τό τέλος μέ τό μαρτύριο. Γι’ αὐτό καί προσευχόταν κατ' ἰδίαν πολλές φορές, ἄν εἶναι θέλημα Κυρίου, νά τελειώση ὁ τέτοιος σκοπός μέ καλή ἔκβασι. Ἀφοῦ λοιπόν ἔζησε ἀρκετόν καιρό μέσα σέ τόση ἀσέβεια, μολονότι καί οἱ ἄλλοι σύντροφοί του βρίζονταν καί τούς χτυποῦσαν οἱ ἀντίπαλοι τῆς πίστεως, αὐτός μόνο ἔμενε ἀπείραχτος μέ κάθε τρόπο ἀπό ἐκείνους, παρόλο πού πολλές φορές ἔδωσε καί κάποιες ἀφορμές ἀπό μακριά, γιά νά δοκιμασθῆ. Ἀλλά ὅπως φαίνεται ἡ θεία πρόνοια τόν φύλαγε καί γιά ὠφέλεια πολλῶν ἄλλων. Γι’ αὐτό βλέποντας, πώς δέν ἔχει τήν ἔκβασι ὁ πόθος του, ἀναχωρεῖ μέ λύπη πολλή τῆς καρδιᾶς του ἀπό τήν πόλι καί πηγαίνει στά βόρεια μέρη μαζί μέ τούς συντρόφους του. Καί ἀπό ἐκεῖ ἐπιστρέφει στήν Βλαχία καί πάλι ἀρχίζει τά μαθήματα στόν Μᾶρκο τόν Κύπριο, τόν διδάσκαλο τοῦ ἐκεῖ σχολείου, ὅπου χειροτονήθηκε καί διάκονος ἀπό τόν μητροπολίτη Σόφιας Αὐξέντιο. Μετά ἀπό λίγον καιρό γύρισε στήν Κωνσταντινούπολι καί ἀπό τόν Γιακουμῆ ἀπό τό Ἄργος, δάσκαλο τοῦ ἐκεῖ σχολείου, διδάχθηκε τά φιλοσοφικά μαθήματα. Ὅμως δέν εὐχαριστήθηκε ἕως ἐδῶ, ἀλλά πῆγε ἀκόμη καί στήν Βενετία, καθώς γνώριζε, ὅτι ἐκεῖ καί ἐπιστῆμες περισσότερες παραδίδονται, ἀπό ὅσες διδάχθηκε, καί αὐτές πού διδάχθηκε θά τίς ἀξιοποιήση ἀκριβέστερα. Ἔπειτα ἐπιστρέφει πάλι στό Ἅγιο Ὄρος, πλουτισμένος ἀπό κάθε μάθησιι καί σοφία, καί κατοικεῖ στήν Ἱερά Μονή τῶν Ἰβήρων, τό προηγούμενο στάδιο τῶν εἰσαγωγικῶν του ἀγώνων. Ἀφήνει, λέω, τό ἐξωτερικό σχολεῖο καί ἔρχεται στό πνευματικό, ὅπου εὔκολα μπορεῖ κανείς νά διδαχθῆ τήν ἀληθινή τέχνη τῶν τεχνῶν καί τήν ἐπιστήμη τῶν ἐπιστημῶν, τήν προκοπή σύμφωνα μέ τόν Θεό, δηλαδή τήν παμπόθητη ἀρετή. Καί ἀμέσως ἄρχισε μέ τό φτυάρι τῆς πνευματικῆς διακρίσεως, τήν ὁποία διδασκόταν καθημερινά ἀπό τίς θεῖες Γραφές, νά χωρίζη τό σιτάρι ἀπό τό ἄχυρο στήν θημωνιά τῶν μαθημάτων, πού διδάχθηκε, καί τό μέν ἄχυρο καί ἄχρηστο ἀπό αὐτά νά τό ρίχνη ἔξω νά διασκορπίζεται, ἀντίθετα πρός τόν ἄνεμο· ἐνῷ τό σιτάρι καί χρήσιμο σ’ αὐτόν νά τό συγκεντρώνη στίς ψυχικές του ἀποθῆκες καί ἔτσι νά καταγίνεται μέ χαρά στήν θεία μελέτη.
Ἀλλά γνωρίζοντας ὅτι, γιά νά καθαρίση κάποιος μέ ἀκρίβεια τόν νοῦ του σέ μία τέτοια μελέτη καί νά τόν ὑψώση στήν οὐράνια θεωρία, πρέπει νά προγυμνασθῆ μέ τίς ἄλλες ἀρετές, τόσο τίς σωματικές ὅσο καί τίς ψυχικές· γι’ αὐτό ἀπό αὐτή τήν ἀρχή τίς ἐπιχείρησε μέ ὑπερβολή, τήν νηστεία περισσότερο, τήν ἀγρυπνία καί τήν προσευχή. Γιά τίς ὁποῖες ἀξιώθηκε καί τοῦ θείου χαρίσματος τῆς ἱερωσύνης κανονικῶς, ὅταν ἦταν τριά- ντα χρονῶν, ἀπό τόν μητροπολίτη Νεοκαισσαρείας Ἰάκωβο, πού ἡσύχαζε τότε στήν ἴδια μονή τῶν Ἰβήρων. Καί τότε πρόσθεσε ἀγῶνες ἐπάνω σέ ἀγῶνες καί ἱδρῶτες ἐπάνω σε ἱδρῶτες, προσπαθῶντας νά γίνη τύπος τῶν πιστῶν ὡς πρός τόν λόγο, τήν συναναστροφή, τήν διδασκαλία, κ. τ. λ.
Γι’ αὐτό καί γνωρίζοντας γιά τήν νηστεία, ὅτι εἶναι θεμέλιο σέ ὅλες τίς ἀρετές καί ὅτι ἀπό τόν Κύριό μας μακαρίζεται· « Μακάριοι ἐσεῖς πού πεινᾶτε τώρα, διότι θά χορτάσετε» (εἴτε τήν προαιρετική δηλαδή πεῖνα, εἴτε τήν μή ἐσκεμμένη, πού ὅμως μέ εὐχαρίστησι ὑποφέρεται)· πότε μέν στίς δύο ἤ τρεῖς ἡμέρες ἔτρωγε μία φορά τόν ἄρτο του, πότε στίς τέσσερις καί αὐτόν ἀνάλατο καί ἤ κριθαρένιο ἤ πιτυρένιο. Καί ἄλλοτε μέν, ἀντί γιά ἄρτο ἔτρωγε φακή πολυήμερη καί βρωμερή σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε καί μέ μεγάλη βία τήν κατάπινε· γιά τήν ὁποία καί μία φορά ἔλαβε ἐπίπληξι ἀπό τόν γνήσιό του μαθητή Μελέτιο, ὅτι γινόταν φονιάς τοῦ ἑαυτοῦ του. “Ὄχι” τοῦ ἀποκρίθηκε, “φονιάς τοῦ ἑαυτοῦ του εἶναι ἐκεῖνος πού δέν τρώει τίποτε καί πεθαίνει ἀπό τήν πεῖνα. Ἀλλά ἐγώ, λέει, τῆς δίδω (τῆς κοιλιᾶς δηλαδή) καί ἄρα τῆς ἀρέσει καί δέν τῆς ἀρέσει”. Συμμάζευε ἀκόμη ἀπό τίς τράπεζες καί τά κομμάτια ἔτσι βρεγμένα ἀπό νερά καί κρασιά, καί βάζοντάς τα μέσα σέ ντορβᾶ τά ἔτρωγε ξυνισμένα καί βρωμερά. Πολλές φορές ἔτρωγε καί τά ζυμάρια, μέ τά ὁποῖα συνηθίζουν νά ἐπιχρίουν τόν φοῦρνο καί ὕστερα νά τά ρίχνουν καί μέ αὐτά παρηγοροῦσε τήν πολυήμερη νηστεία του. Γι’ αὐτό καί τήν μεγάλη τεσσαρακοστή μία φορά τήν ἑβδομάδα ἔτρωγε, φιλοδοξῶντας νά ξεπεράση καί αὐτούς τούς παλαιούς ἀγωνιστές. Προχώρησε νηστεύοντας ἕως καί δεκαπέντε μέρες συνεχόμενες.
Μολονότι, ὅταν τύχαινε ἀνάγκη νά συμφάη μέ ἄλλους, ἔτρωγε ἀπό ὅλα, ὅσα ἐπιτρέπονται στούς Μοναχούς καί γιά νά μή φαίνεται στούς ἄλλους ἡ ἀρετή του καί γιά νά ταπεινώνεται τό κέρας τῆς ὑπερηφάνειας, σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος. Ἀλλά καί τότε μέ μεγάλη ἐγκράτεια ἔτρωγε ἀπό ἐκεῖνα. Κατά ἀναλογία δέ αὐτῆς τῆς νηστείας, ἔκανε καί τούς ὕπνους του, φυλάσσοντας καί τήν γνώμη τοῦ μεγάλου Ἀρσενίου πού λέει· «εἶναι ἀρκετό γιά τόν μοναχό, νά κοιμᾶται μία ὥρα (τό ἡμερονύχτιο δηλαδή), ἐάν εἶναι ἀγωνιστής». Ἀσκεῖτο δέ σ’ αὐτά, γιά νά μπορῆ μέ αὐτές τίς δύο ἀρετές, σάν μέ δύο φτερά, νά ἀνεβαίνη εὔκολα καί στίς ἄλλες ὑψηλότερες ἀρετές. Καί ὅταν πιεζόταν πολύ ἀπό τόν ὕπνο, γύριζε τήν νύχτ στεναγμούς α μόνος του στό Μοναστήρι, προσευχόμενος μέ δάκρυα πολλά καί. Τήν ὁποία προσευχή, δηλαδή τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Υἱέ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με», εἶχε ὡς πρᾶξι παντοτινή ὁ ἀείμνηστος καί φρόντιζε, ἄν ἦταν τρόπος καί δέν ἐμποδιζόταν ἀπό τούς ἀνθρώπους, νά μήν τήν ἀφήνη, οὔτε ἀπό τόν νοῦ του οὔτε ἀπό τό στόμα του.
Ἀπό αὐτούς τούς ὑπερβολικούς ἀγῶνες τῆς ἀσκήσεως, σέ τόση ἀδυναμία κατήντησε, ὥστε ἀπό ἐκεῖ πού ἦταν φυσικά ἀνδρεῖος πολύ καί γρήγορος στά πόδια, ὕστερα ἀναγκαζόταν, τό διάστημα πού ἔρχεται ἀπό τόν γιαλό στό Μοναστήρι νά τό κάνη δύο καί τρεῖς στάσεις, πού καί λίγο εἶναι καί σχεδόν ἴσωμα. Ἔφθασε ἀκόμη ἀπό αὐτά καί στό μακάριο πένθος καί στά χαροποιά δάκρυα, στήν ταπείνωσι, πού ἐξυψώνει, καί στήν καταφρόνησι τοῦ ἑαυτοῦ του. Τέλος ἀνέβηκε καί στήν θεομίμητη ἀγάπη, ἀπό τήν ὁποία δέν εἶχε φόβο στό ἑξῆς νά ξεπέση, σύμφωνα μέ τόν θεῖο Ἀπόστολο· «Ἡ ἀγάπη ποτέ δέν ἐκπίπτει ». Γι’ αὐτό καί ὅταν τοῦ ζητοῦσε κανένας φτωχός ἐλεημοσύνη, ἐπειδή δέν εἶχε ἀργύριο, ἤ χρυσίο νά τοῦ δώση, ἔβγαζε τό ράσο του καί τοῦ τό ἔδινε καί μερικές φορές ἔδινε καί τό σκέπασμά του γιά τήν νύχτα. Καί τό Μοναστήρι, ὅταν τό ἔμαθε αὐτό, τοῦ ἔδινε ἄλλα, καί ἐκεῖνα πάλι αὐτός τά μοίραζε σέ φτωχούς.
Αὐτή ἡ ἀγάπη τόν ἔκανε νά συναινέση καί στίς πολλές παρακλήσεις τῶν Σκοπελητῶν, στῶν ὁποίων τήν Νῆσο εἶχε μεταβῆ μέ ἄλλους πολλούς Μοναχούς, ἐξ αἰτίας μεγάλου θανατικοῦ καί διέμεινε ὀκτώ χρόνια, διδάσκοντας μαθήματα στό σχολεῖο, βγάζοντας λόγους σέ Ἐκκλησίες καί δεχόμενος λογισμούς ἐξομολογουμένων. Καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἔκανε πολύ τέλεια πρᾶξι τό προφητικό ἐκεῖνο ρητό πού λέει· «Αὐτός πού βγάζει ἀπό τό στόμα ἄξιο λόγο ἀντί γιά ἀνάξιο, θά εἶναι σάν νά βγαίνη ἀπό τό στόμα μου».
Ἀπό αὐτές λοιπόν τίς σωματικές καί ψυχικές ἀρετές του ὑψώθηκε στήν θεωρία τῶν οὐρανίων, μή θέλοντας καθόλου νά γνωρίζη τά γήινα. Καί κάθε ὥρα καταφωτιζόμενος ἀπό τίς ἄυλες καί θεαυγεῖς ἔννοιες, χαιρόταν χαρά ἀνείπωτη· Καί θεωρῶντας τά θεῖα κάλλη, θεωνόταν ὡς πρός τήν χάρι ὁ πανύμνητος, ἐνῷ βρισκόταν ἀκόμη στήν παροῦσα ζωή μέ τό σῶμα του, καί, ὅταν σταματοῦσε ἀπό τήν προσευχή καί τήν νοερή θεωρία τοῦ Θεοῦ, τόν διαδεχόταν ἡ μελέτη τῶν θείων Γραφῶν.
Ὅταν πάλι ἄφηνε τήν μελέτη, καταγινόταν ἤ σέ παράδοσι μαθημάτων ἤ σέ ἠθική διδασκαλία, ἀρτυμένη μέ ἁλάτι. Μέ ὅλα αὐτά, θέλοντας νά ἔχη βαθειά τήν ἡσυχία, γιά νά ἀσχολῆται μέ τίς θεῖες θεωρίες καί νά ἑνώνεται, μέσῳ αὐτῶν, τελειότερα μέ τόν Θεό ἤ καί προβλέποντας τόν θάνατο, πού τότε κοντά ἐπρόκειτο νά τοῦ συμβῆ, γιά νά μή δοξασθῆ, ἀφοῦ πῆρε μαζί του τόν πιό ἀγαπητό του μαθητή, τόν Μελέτιο τόν Ἱερομόναχο, πού ἔλαμπε καί αὐτός ὄχι λίγο στήν ἀρετή καί ἦταν σάν ἀποτύπωμα τῶν κατορθωμάτων ἐκείνου τοῦ μακάριου, ἀναχωρεῖ σέ ἕνα ἐρημονῆσι, πού λεγόταν Γιούρα, τό ὁποῖο οἱ βασιλεῖς εἶχαν ὡς τόπο κατάλληλο γιά ἐξορία.
Καί ἐκεῖ, συνασκούμενος γιά λίγον καιρό μαζί μέ ἄλλους δύο ἀδελφούς, τόν Ἰωάσαφ καί τόν Συμεών, ἀρρώστησε μερικές ἡμέρες, χωρίς νά πέση σέ κρεββάτι. Καί στίς δεκατρεῖς τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου τό ἔτος 1745 μετά Χριστό ἄφησε τήν πρόσκαιρη ζωή καί μετέβη στήν αἰώνια, ἀφοῦ ἔζησε ἐπάνω στήν γῆ 59 χρόνια. Καί αὐτός μέν πορεύθηκε πρός τήν χαρμόσυνη ἐκείνη δόξα καί λαμπρότητα γιά τούς ὑπερβολικούς κόπους καί ἀγῶνες, πού τέλεσε ἐδῶ, τούς ἀδελφούς ὅμως, πού ἦταν μαζί του, ἰδιαίτερα τόν προαναφερθέντα Μελέτιο, τόν ἄφησε σέ ἀμέτρητη λύπη· ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τόν ἐνταφίασε, ἐπέστρεψε πάλι στήν μονή τῶν Ἰβήρων. Καί ὅταν ἔφθασε ὁ καιρός τῆς ἀνακομιδῆς τῶν Λειψάνων τοῦ Ὁσίου, πῆγε στό νησάκι ἐκεῖνο καί ἔκανε τήν ἀνακομιδή, καί βλέποντας τήν θεία χάρι, πού εἶχαν τά Ἅγιά του Λείψανα, πῆρε τήν σεβάσμια του κάρα καί τήν σιαγόνα καί τά ἔφερε στό Μοναστήρι του, τά ὁποῖα εἶναι ἐκεῖ ἕως καί σήμερα τιμώμενα καί προσκυνούμενα. Ἐπειδή καί αὐτός ὄχι μόνο, ἐνῷ ἦταν ἀκόμη στήν ζωή ἀξιώθηκε νά λάβη ἀπό τόν Χριστό τήν δύναμι τῶν θαυμάτων, ἀλλά καί μετά τήν κοίμησί του τά Λείψανά του κάνουν θαύματα καί ἐκπέμπουν εὐωδία ἀνείπωτη, καθώς τήν δοκίμασαν καί σέ ἄλλους πολλούς τήν κήρυξαν οἱ τρεῖς ἐκεῖνοι μαθητές, δύο Ἱεροδιάκονοι καί ἕνας λαϊκός, οἱ ὁποῖοι πῆγαν στήν Ἱερά Μονή τῶν Ἰβήρων, στόν σεβάσμιο Μελέτιο τόν μαθητή του καί τοῦ ζήτησαν νά προσκυνήσουν τήν τίμια κάρα τοῦ πανύμνητου γέροντός του, καί μόλις τήν ἔβγαλε ἀπό τήν θήκη της, ὤ τί ἐξαίσια χάρις! πραγματικά ὅλο τό κελλί γέμισε ἀπό εὐωδία καί, τόσο λεπτή, τόσο γλυκιά, ὥστε ἀναγνωριζόταν πώς εἶναι δῶρο τοῦ οὐρανοῦ, καί οἱ μαθητές ἐκεῖνοι ἀποροῦσαν μέ τό παράδοξο τοῦ θαύματος· καί αὐτό εἶχαν πολλές φορές στό στόμα τους, ὅτι ἄλλοτε δέν αἰσθάνθηκαν τέτοια εὐωδία. Καί λίγα σημεῖα τῆς χάριτος πού δόθηκε σ’ αὐτόν, εἶναι τά ὅσα θά λεχθοῦν.
Κατά τήν διάρκεια τῆς νεότητάς του πού ἀγωνιζόταν τόν καλό ἀγῶνα, ἕνας καλόγηρος πού ἀγαποῦσε νά κατηγορῆ, ἐπειδή τόν κατέκρινε γιά τήν σωφροσύνη του φθονερῶς καί δολίως, ἀμέσως δοκίμασε τήν θεία ἀγανάκτησι καί πρίσθηκε τό σῶμα του καί τά χείλη του ἔκλεισαν. Ὤ τῶν κριμάτων σου, Κύριε!, τά χείλη ἐκεῖνα, τά ὁποῖα ξεστόμισαν ἀνομία ἐναντίον τοῦ δικαίου, τόσο πού οἱ γνωστοί του δέν μποροῦσαν, οὔτε φαγητό οὔτε πιοτό νά βάλλουν στό στόμα του, ἀλλά ἀνοίγοντάς το μέ μαχαίρι, ἔχυναν μέσα λίγο χυλό καί ἔτσι ζοῦσε. Ἕως ὅτου ἀφοῦ τό ἔμαθε ὁ ἀνεξίκακος Ὅσιος πῆγε σ’ αὐτόν ἀπό μόνος του, καί, ἀφοῦ προσευχήθηκε γι’ αὐτόν, τόν θεράπευσε. Τό ἴδιο συνέβη καί σέ ἄλλον ἕναν καλόγηρο, ὁ ὁποῖος τήν ἴδια συκοφαντία ἔκανε γιά τόν Ἅγιο, καί τήν ἴδια ὀργή δοκίμασε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά καί τήν θεραπεία μέ τόν ἴδιο τρόπο ἔλαβε ἀπό τόν Ὅσιο. Ἀλλά καί μετά τόν θάνατό του κάποιος Καλλίνικος Ἰβηρίτης βρισκόμενος στήν Κωνσταντινούπολι, εἶχε μαζί του μέρος ἀπό τό ἱερό Λείψανο τοῦ Ὁσίου, καί μία γυναίκα, πού τά μάτια τῆς γέμισαν ἀπό κακό ὑγρό καί ὄχι μόνο σκοτείνιασαν, ἀλλά καί πόνους δριμύτατους τῆς προξενοῦσαν, τήν γιάτρεψε παραδόξως μέ τό ἴδιο Λείψανο, καί δόξαζε ἡ φτωχή τόν Θεό καί εὐχαριστοῦσε τόν Ὅσιο, ἐπειδή ξόδεψε πρωτύτερα πολλά χρήματα σέ πολλούς γιατρούς καί κανένα ὄφελος δέν εἶδε.
Καί ἄλλη πάλι γυναίκα βρισκόταν στό κρεββάτι τρία χρόνια ἄρρωστη μέ πόνους πολλούς, καί ὁ ἴδιος ὁ Καλλίνικος μέ τό ἴδιο ἅγιο Λείψα
νο καί ἀπό τούς πόνους τήν ἐλευθέρωσε καί ἀπό τό κρεββάτι τήν σήκωσε. Ἕνα δέ βρέφος, πού ἔκλαιγε ἀκατάπαυστα καί ἔτριζε τά δόντια ὁλόκληρο χρόνο, καί αὐτό μέ αὐτό τό θεῖο Λείψανο θεραπεύθηκε. Καί μέσα στό Ἅγιο, Ὄρος τοῦ Ἄθω καί ἀπό τήν ἐνόχλησι τῶν σαρκικῶν παθῶν θεράπευσε μερικούς καί ἀπό πόνους δοντιῶν ἄλλους θεράπευσε. Σέ τέτοιο βαθμό ἰσχύει ἡ δέησις δικαίου καί μάλιστα μετά θάνατον, ὁπότε καί μέ περισσότερη παρρησία κάνει τίς δεήσεις του πρός τόν Κύριο γιά ἐκείνους πού τόν ἐπικαλοῦνται μέ πίστι.
Αὐτός εἶναι, ἀδελφοί, ὁ βίος τοῦ Ὁσίου Πατρός μας Ἱεροθέου. Μέ τέτοιον τρόπο πάλεψε, μέ τέτοιο τρόπο κοπίασε, μέ τέτοιο τρόπο νίκησε. Ἔτσι ὥστε μέ παρρησία καί αὐτός νά μπορῆ νά λέη σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο Παῦλο «τόν ἀγῶνα τόν καλό ἔχω ἀγωνισθῆ, τόν δρόμο ἔχω τελέσει, τήν πίστι ἔχω τηρήσει. Λοιπόν μου ἀπομένει ὁ στέφανος τῆς δικαιοσύνης, τόν ὁποῖο θά μοῦ ἀποδώση ὁ Κύριος σέ ἐκείνη τήν ἡμέρα ὁ δίκαιος κριτής», ἐπειδή καί μάρτυς ἀναίμακτος ἔγινε μέ τήν προαίρεσί του. Ὡς ἄνθρωπος πού παρέδωσε τόν ἑαυτό του γιά τόν Χριστό· ἀλλά καί ὡς Ὅσιος πού πολλή καί ἄκρα σκληραγωγία καί κακοπάθεια ὑπέμεινε, καί ἀληθινά στάθηκε ἕνας κανόνας καί τύπος τῆς ἀρετῆς πρός ὅλους, καθώς προστάζει ὁ Κύριος λέγοντας· «Ἔτσι ἄς λάμψη τό φῶς σας μπροστά στούς ἀνθρώπους, γιά νά δοῦνε τά καλά σας ἔργα, καί νά δοξάσουν τόν πατέρα σας πού εὑρίσκεται στούς οὐρανούς». Ἀληθινά τίμησε τό γένος του τό Ὀρθόδοξο σέ αὐτούς τούς καιρούς· τίμησε τήν πατρίδα του· τίμησε τό μοναστήρι του· τίμησε τόν ἴδιο τόν Θεό. Δέν ἔχουν τώρα στόμα οἱ ἀμελεῖς καί αὐτοί πού ἀγαποῦν τήν σάρκα νά λένε, ὅτι πέρασαν ἐκεῖνοι οἱ παλαιοί καιροί πού γίνονταν οἱ Ἅγιοι, πού ἔδινε ὁ Θεός τήν χάρι του, πού ἀντιστέκονταν μέχρις αἵματος οἱ εὐσεβεῖς ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας.
Ἀλλά, ὦ Πάτερ θειότατε, ὅπως σέ ὅλη σου τήν ζωή φρόντισες περισσότερο γιά τήν ὠφέλεια τῶν ἀδελφῶν σου, παρά γιά τήν δική σου, μέ τόν ἴδιο τρόπο καί τώρα πού στέκεσαι κοντά στόν θεῖο θρόνο μεσίτευσε, σέ παρακαλοῦμε, μεσίτευσε πρός τόν Κύριο καί γιά ἐμᾶς τούς ἁμαρτωλούς, πού ἀκόμη ταξιδεύουμε αὐτό τό πολυτάραχο πέλαγος τῆς ζωῆς. Ἀκόμη στήν ἐπίγεια αὐτή πανήγυρι ἐμπορευόμαστε. Ἀκόμη στό ἐπικίνδυνο αὐτό νοερό στάδιο ἀντιπαλεύουμε· (τριπλασιάζουμε τήν φωνή)· μεσίτευσε πρός τόν Κύριο, γιά νά καταλήξουμε σέ λιμάνι γαλήνιο· γιά νά διαλυθῆ ἡ πανήγυρις μέ εὐτυχία καί κέρδος, γιά νά φανοῦμε νικητές τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν μας καί νά λάβουμε ξιοπρεπῶς τόν στέφανο τῆς νίκης ἀπό τόν ἀγωνοθέτη Θεό καί ἐσένα μέν νά δοξάζουμε μέ τίς ἐτήσιες μνῆμες καί ἑορτές, στόν δέ μοναδικό Τριαδικό Θεό νά προσφέρουμε ἀκατά
παυστα τίς λατρεῖες καί τίς εὐχαριστίες· στόν ὁποῖο ἁρμόζει κάθε δόξα, κράτος καί ἔπαινος στούς αἰῶνες. Ἀμήν
[1] Σημειώνουμε ἐδῶ, ὅτι ὁ Ἀλεξανδρείας θεσπέσιος Κύριλλος, ἑρμηνεύοντας τό δωδέκατο κεφάλαιο τοῦ κατά Ἰωάννην Εὐαγγελίου καί ἐρχόμενος στήν περικοπή πού λέει· «Ἦσαν δέ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων, ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ», λέει ὅτι οἱ Ἕλληνες αὐτοί δέν ἦταν πολύθεοι καί εἰδωλολάτρες, ὅπως ἦταν οἱ ἄλλοι Ἕλληνες καί ἐθνικοί. Διότι, πῶς μποροῦσαν νά ἀνεβοῦν στά Ἱεροσόλυμα γιά νά ἑορτάσουν τό Πάσχα καί νά προσκυνήσουν στόν Ναό τοῦ Σολομῶντα; Ἀλλ’ οὔτε πάλι ἦταν περιτμημένοι καί δέν δέχονταν ὅλα τά τῶν Ἰουδαίων. Ἀλλά τήν πολυθεΐα τῶν Ἑλλήνων καί τῶν ἐθνικῶν τήν ἀποστρέφονταν, ἐνῷ τήν μοναρχία τοῦ ἑνός Θεοῦ, πού κηρύττονταν ἀπό τούς Ἰουδαίους, τήν ἀποδέχονταν. Παρόμοια διατηροῦσαν καί πολλά ἠθικά ἀπό τόν ἰουδαϊκό Νόμο, ὅσα ἦταν σύμφωνα μέ τόν φυσικό νόμο, ὄχι ὅμως καί ὅλα· ὅσα δηλαδή περιέχει τό τελετουργικό του μέρος. Ἕνας λοιπόν ἀπό αὐτούς, ἦταν καί ὁ παρών θεῖος Κορνήλιος, γιά τόν ὁποῖο γράφουν οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων στό 12ο κεφάλαιο.
[2] Ἡ πόλις τῶν Σκεψέων ἴσως εἶναι ἡ παλαιά Σκῆψις, πού βρίσκεται στήν μικρότερη Μυσία τῆς Ἀσίας, κατά τό ὑψηλότατο μέρος τῆς Ἴδας, γιά τήν ὁποία γράφει ὁ Μελέτιος, σελ. 453.
[3] Σημείωσε, ὅτι μερικοί κλήρους καί λαχνούς ἐνόησαν, ὅτι ἔκαναν οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι, ὅπως κάνουν οἱ σαρκικοί καί κοσμικοί ἄνθρωποι ἀκολουθῶντας ἐκείνους πού ἐργάζονται στήν τύχη καί χωρίς λογική. Αὐτό ὅμως δέν δέχεται ὁ Ἀρεοπαγίτης θεῖος Διονύσιος. Ἀλλά λέει, ὅτι κλῆρο ὀνομάζουν τά θεῖα λόγια, ἕνα θεϊκό δῶρο, τό ὁποῖο φανέρωνε στόν χορό τῶν Ἀποστόλων, ἐκεῖνον πού διάλεξε ὁ Θεός. Διότι ἔτσι λέει· «Ὅσον ἀφορᾶ τόν θεῖο κλῆρο, ὁ ὁποῖος ἔπεσε μέ θεϊκό τρόπο στόν Ματθία, ἄλλοι ἄλλα ἰσχυρίζονται, ὅπως νομίζω, ὄχι σωστά. Θά πῶ ὅμως καί ἐγώ τήν δική μου σκέψι. Νομίζω ὅτι τά θεῖα λόγια κλῆρο ὠνόμασαν κάποιο θεϊκό δῶρο, τό ὁποῖο φανέρωνε στόν ἱεραρχικό χορό ἐκεῖνον πού ἀναδείχθηκε ἀπό τήν θεϊκή ἐκλογή» (κεφ. στ΄ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας). Λέγει καί ὁ Κλήμης Κανόνικος γιά τούς κλήρους · «Τῶν κλήρων ἡ συνήθεια ἔγινε δισειδαιμονική, ὅταν ἄρχισαν οἱ ἄνθρωποι νά τήν χρησιμοποιοῦν χωρίς τήν θεϊκή προσταγή ἤ ἐπαγγελία. Καί ὅτι ὁ Θεός μερικές φορές ἔδειξε στούς ἀνθρώπους τούς κλήρους, ὡς ἱκανούς νά ἀνακαλύψουν ἐκεῖνα, πού ἤθελε ὁ Θεός νά τούς φανερώση. Ὅταν λοιπόν ὁ Θεός διατάξη, τότε ἐμεῖς, χρησιμοποιῶντας τούς κλήρους, ὑπακούουμε στόν Θεό. Στίς ἄλλες ὅμως περιπτώσεις τόν πειράζουμε» (σελ. 215 τῆς Ἀνασκευῆς τήν τελευταῖα διερμηνευθείσα Διαθήκη).
Ἀλλά καί ὁ Ἀπολλινάριος ἑρμηνεύοντας τό γραφικό ἐκεῖνο «Διά κλήρων μερισθήσεται ἡ γῆ τοῖς ὀνόμασι» (Ἀριθ. 27,55) λέει· «Δέν ἀφήνονται τά πράγματα στήν τύχη ἀπό τούς εὐσεβεῖς. Ἀλλ’ ὁ μέν κλῆρος χρησιμοποιεῖται, γιά νά δηλώση κάτι, ἐνῷ τό αἴτιο εἶναι ἡ βούλησις τοῦ Θεοῦ. Μέ κλῆρο καί οἱ Ἀπόστολοι ἔκαναν τήν ἀντικατάστασι τοῦ Ἰούδα. Μή πιστεύοντας ὅτι ὁ κλῆρος θά δείξη αὐτό πού πιστεύουμε, ἀλλά ἡ βούλησις τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία καί ζήτησαν λέγοντας· “Σύ, Κύριε, καρδιογνῶστα”. Ἑπομένως ὁ κλῆρος δέν γίνεται κατά τύχη, ἀλλά ὅπως θέλει ὁ Θεός». Βλέπε ἀκόμη καί τόν ἱερό Θεοφύλακτο πού ἑρμηνεύει ἐκεῖνο τό τοῦ Ἰωνᾶ· «Καί ἔβαλον κλήρους αὐτῶν», καί λέγει γιά τούς κλήρους· «Κανένας ἀκούοντας, ὅτι κοντά σ’ ἐκείνους ὁ κλῆρος εὐδοκίμησε, ἄς μή δεχθῆ ὡς κάτι τό ἐπιθυμητό τήν ὑπόθεσι τοῦ κλήρου. Ἀλλ’ ἄς ἐννοῆ, ὅτι ὁ Θεός βγάζει συμπέρασμα ἀπό κάθε τι τό οἰκεῖο καί σύμφυλο καί γνωστό σ’ αὐτό. Ὅπως τούς Μάγους μέ τό ἀστέρι … καί ἐδῶ λοιπόν, ἐπειδή ἦταν κάτι τό συνηθισμένο ὁ κλῆρος στούς ἐθνικούς, συγκαταβαίνοντας σ’ αὐτούς, μέ τό γνωστό τους σύμβολο, τούς γνώρισε τόν αἴτιο τοῦ κινδύνου. Διότι ὁ κλῆρος δέν εἶναι κάτι τό πνευματικό».
[4] Σημείωσε, ὅτι τό Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Κορνηλίου ἑλληνικά συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Μετά τήν σωτήριον ἐπί γῆς τοῦ Λόγου ἐπιδημίαν». (Σῴζεται στήν Μεγίστη Λαύρα, στήν Ἱερά Μονή τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες).


Login