Τῷ αὐτῷ μηνί Θ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ὀνησιφόρου καί Πορφυρίου. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τῆς Ὁσίας Μητρός ἡμῶν Ματρώνης. Ἡ Ὁσία Μήτηρ ἡμῶν Θεοκτίστη ἡ Λεσβία ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται. Τῇ 9ῃ τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρός ἡμῶν Νε­κτα­ρί­ου, Ἐ­πι­σκό­που Πεν­τα­πό­λε­ως τοῦ Θαυ­μα­τουρ­γοῦ († 1920).

Τῷ αὐτῷ μηνί Θ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων  Ὀνησιφόρου καί Πορφυρίου.

Αὐτοί οἱ Ἅ­γιοι ἔζησαν στούς και­ρούς τοῦ διωγμοῦ κα­τά τῶν Χρι­στια­νῶν, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἐ­πί τοῦ αὐτοκράτορος Δι­ο­κλη­τια­νοῦ καί Μα­ξι­μια­νοῦ, κατά τό ἔτος 290. Ἀφοῦ συκοφαντήθηκαν λοιπόν ὡς Χρι­στια­νοί  πρός τούς τυ­ράν­νους καί πα­ρουσιάσθηκαν στό βῆ­μα, ὡ­μο­λό­γη­σαν τόν Χρι­στό ὡς Θε­ό ἀ­λη­θι­νό ποι­η­τή οὐ­ρα­νοῦ καί γῆς, μέ ἀν­δρεί­α με­γά­λη. Ἔτσι γιά τήν ὁ­μο­λο­γί­α τους αὐτή, ὑ­πέ­μει­ναν δι­ά­φο­ρα βα­σα­νιστήρια σέ ὅ­λο τό σῶ­μα. Ἔ­πει­τα ἁ­πλώ­θη­καν ἐ­πά­νω σέ ­σκά­ρες πυ­ρα­κτω­μέ­νες. Χαιρόντουσαν ὅμως οἱ ἀ­οί­δι­μοι σέ ὅ­λα αὐτά τά παι­δευ­τή­ρια καί εὐ­χα­ρι­στοῦσαν τόν Θε­ό, βλέ­πον­τας διά μέ­σου αὐ­τῶν τήν ἀ­πό­λαυ­σι τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀ­γα­θῶν. Ἔτσι ἀπό αὐτό αἰσθάνονταν πιό χαρούμενοι καί ἀ­πό τούς πό­νους τοῦ σώ­μα­τος. Οἱ σκλη­ροί ἐ­κεῖ­νοι καί δυσ­σε­βέ­στα­τοι τύ­ραν­νοι, βλέ­πον­τας τούς Ἁ­γί­ους, ὅτι ­χαί­ρονταν καί ἔ­με­ναν ἀ­νώ­τε­ροι ἀ­πό τά  βα­σα­νιστήρια, ἄ­να­ψαν ἀ­πό θυ­μό πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τότε ἔ­δε­σαν τά τι­μία πό­δια τους σέ ἄ­λο­γα ἄ­γρια καί στήν συνέχεια τά ἔ­διωχναν αὐ­τά γιά πολ­λές ὧ­ρες μέ­σα σέ ἀγκάθια καί τρι­βό­λια καί δύσβατους τό­πους. Καί ἔτσι κα­τα­ξέ­σχι­σαν καί δι­α­σκόρ­πι­σαν τίς σάρ­κες τῶν γεν­ναί­ων ἀ­γω­νι­στῶν καί ἔ­τσι ἔ­γι­ναν αἴ­τιοι νά ἀ­νε­βοῦν οἱ ἅ­γιες ψυ­χές τους στόν πο­θού­με­νο Κύ­ριο. Τό­τε με­ρι­κοί Χρι­στια­νοί παίρνοντας κρυ­φά τά ἅ­για λεί­ψα­νά τους, τά ἐν­τα­φί­α­σαν σέ ἕναν τόπο ὀ­νο­μα­ζό­με­νο Παγ­κε­α­νῶν, δο­ξά­ζον­τας καί εὐ­λο­γῶν­τας τόν Θε­ό­

  Ἡ Ὁσία Μήτηρ ἡμῶν Θεοκτίστη ἡ Λεσβία ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Αὐτή  ­κα­τα­γόταν ἀ­πό τήν Μυ­τι­λή­νη, ἀπό τήν πόλι Μή­θυ­μνα. Ἀπό τήν παιδική της ἡλικία παραδόθηκε σέ παρ­θε­νῶ­να καί  ἔ­γι­νε Μο­να­χή. Ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στήν ἡ­λι­κί­α τῶν δε­κα­ο­κτώ ἐτῶν, ­πῆ­γε στο χωριό πού ἦταν  ἐ­κεῖ, γιά νά χαι­ρε­τή­ση τήν ἀ­δελ­φή της. Τήν νύκτα ἐ­κεί­νη ἔ­τυ­χε νά ἔλ­θουν στήν Μυ­τι­λή­νη Κρη­τι­κοί κουρ­σά­ροι, ὁ πρῶτος ἀπό τούς ὁποίους ἦ­ταν ὁ ὀ­νο­μα­στός ἐ­κεῖ­νος Νή­σι­ρις. Αὐτοί, ἀφοῦ πῆραν τούς ἄλ­λους κατοίκους ὡς σκλά­βους, πῆ­ραν μα­ζί καί τήν Ὁ­σί­α καί ἀ­νε­χώ­ρη­σαν. Τήν

ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα ἄ­ρα­ξαν στό νησί τῆς Πά­ρου καί ἀ­φοῦ ἔβ­γα­λαν τούς σκλά­βους ἔ­ξω στήν στε­ριά, ­κά­θι­σαν καί ­λο­γάριαζαν πό­σο νά πω­λή­σουν τόν κά­θε σκλά­βο. Ἡ Ὁ­σί­α ὅμως Θε­ο­κτί­στη βρίσκοντας εὐκαιρία ἔ­φυ­γε κρυ­φά καί πη­γαί­νοντας  μέ­σα στόν λόγ­γο, ­γλύ­τω­σε τε­λεί­ως ἀ­πό τά χέρια τους. Ἀ­πό τό­τε λοι­πόν ἐ­κεῖ παραμένοντας, ­πέ­ρα­σε ἡ μακάρια τρι­αν­τα­πέν­τε χρό­νια κα­κο­πα­θῶν-τας καί πα­λεύοντας  μέ πεῖ­να, μέ κρύο καί μέ καύσω-να. Καί ζῶ­ντας μέ λουμ­πι­νά­ρια καί ἄ­γρια λά­χα­να καί χωρίς νά δῆ καθόλου ἄν­θρω­πο στό χρονικό αὐτό δι­ά­στη­μα, ἀλ­λά μό­νο μέ τόν Θεό μι­λοῦ­σε μέ τήν προ­σευ­χή, γιά τόν Ὁ­ποῖ­ο καί ­ζοῦσε, καί μέ τήν Πά­να­γνο Θε­ο­τό­κο. Ὅ­ταν λοι­πόν τέ­λει­ω­σαν τά τριά­ντα πέν­τε χρό­νια, κα­τ’ οἰ­κο­νο­μί­αν Θε­οῦ, πῆ­γαν στήν Πά­ρο με­ρι­κοί κυ­νη­γοί, γιά νά κυ­νη­γή­σουν στόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο, ὅ­που ζοῦ­σε ἡ Ὁ­σί­α καί ἦ­ταν ἔ­ρη­μος. Ἕ­νας ὅ­μως ἀ­πό αὐ­τούς, ἀ­φοῦ ξε­χώ­ρι­σε ἀ­πό ­τούς ἄλ­λους καί ψά­χνον­τας τόν τό­πο, γιά νά βρῆ κυ­νή­γι, μπῆ­κε σέ ἕ­ναν Να­ό τῆς Θε­ο­τό­κου, πού βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ, γιά νά δῆ τά ὅ­σα ὑ­πῆρ­χαν ἐ­κεῖ μέ­σα[1]. Ἔ­ρη­μος ἦ­ταν τό­τε ὁ τό­πος ἐ­κεῖ­νος. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἐ­ξε­ρεύ­νη­σε τά ὅ­σα ἦ­ταν ἐ­κεῖ στόν Να­ό καί προ­σευ­χή­θη­κε, σή­κω­σε ἐ­πά­νω τά μά­τια του, καί νά, βλέ­πει πρός τό δε­ξιό μέ­ρος τῆς ἁ­γί­ας Τρα­πέ­ζης σάν ἕ­να κου­βά­ρι νῆ­μα ἤ στου­πί, τό ὁ­ποῖ­ο χτυ­ποῦ­σε ὁ ἄ­νε­μος. Ὅ­ταν ὅ­μως θέ­λη­σε νά προ­χω­ρή­ση μπρο­στά, γιά νά γνω­ρί­ση κα­λά τό φαι­νό­με­νο, ἄ­κου­σε μί­α φω­νή πού ἔ­λε­γε· «Στά­σου, ὦ ἄν­θρω­πε, καί μή πλη­σιά­σης. Ντρέ­πο­μαι νά σοῦ φα­νε­ρω­θῶ, δι­ό­τι εἶ­μαι γυ­μνή». Ὁ κυ­νη­γός, χά­νον­τας τό θάρ­ρος του ἀ­πό τό αἰφ­νί­διο τῆς φω­νῆς καί φο­βισμέ­νος, προ­σπα­θοῦ­σε νά φύ­γη. Δι­ό­τι ση­κώ­θη­καν οἱ τρί­χες τῆς κε­φα­λῆς του καί στέ­κον­ταν ὄρ­θι­ες ­σάν ἀγ­κά­θια. Μό­λις καί με­τά βί­ας, ὅ­ταν συ­νῆλ­θε, ρω­τοῦ­σε αὐ­τήν πού τόν φώ­να­ξε, ποι­ά εἶ­ναι καί ἀ­πό ποῦ. Ἡ Ἁ­γί­α ἀ­πάν­τη­σε· «Ρί­ξε μου τό ἐ­πα­νω­φό­ρι σου, γιά νά σκε­πα­σθῶ μέ αὐ­τό καί τό­τε θά σοῦ δι­η­γη­θῶ τά κα­τ’ ἐ­μέ». Καί ὁ μέν κυ­νη­γός, ἔ­κα­νε γρή­γο­ρα αὐ­τό, πού δι­α­τά­χθη­κε. Ἡ Ὁ­σί­α πά­λι, ἀ­φοῦ πῆ­ρε τό ἐ­πα­νω­φό­ρι καί ντύ­θη­κε, σφρά­γι­σε τόν ἑ­αυ­τό της μέ τό ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ καί ἔ­τσι ἐμ­φα­νί­σθη­κε στόν κυ­νη­γό ἕ­να θαυ­μα­στό καί ἐ­ξαί­σιο θέ­α­μα.

Δι­ό­τι, οἱ μέν τρί­χες τῆς κε­φα­λῆς της, ἦ­ταν ἄ­σπρες, τό πρό­σω­πό της ἦ­ταν με­λα­νό, σάρ­κες καθόλου δέν φαινόταν ἐπάνω της, παρά μό­νο ἕ­να δέρ­μα, ­πού συ­γκρατοῦσε καί ­κρα­τοῦσε τήν ἁρ­μο­νί­α τῶν νεύ­ρων καί τῶν ὀστῶν. Καί γιά νά μιλήσω γενικά, τό ὅ­λο σῶ­μα της ­φαι­νόταν ὄ­χι ὡς σῶ­μα, ἀλ­λά σκιά σώ­μα­τος. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ­δι­η­γή­θηκε ἡ Ἁ­γί­α ὅ­λη τήν ὑπόθεσι πού ἀφοροῦσε τόν ἑαυτό της, πα­ρε­κά­λε­σε τόν κυ­νη­γό, ὅ­ταν πά­λι ἐ­πιστρέψη στό νησί γιά νά κυ­νη­γή­ση, νά τῆς φέ­ρη με­ρί­δα τοῦ Ἁ­γί­ου Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Ἔτσι ὅ­ταν ὁ κυ­νη­γός ἐ­πέστρεψε στήν Πά­ρο, ἔ­φε­ρε μα­ζί του τά θεῖα Μυ­στή­ρια, τά ὁ­ποῖ­α ἀφοῦ ἔλαβε ἡ Ὁ­σί­α καί προ­σευ­χήθηκε, ­κοι­νώ­νη­σε καί τόν Θε­ό εὐ­χα­ρί­στη­σε. Ὁ κυ­νη­γός ­πῆ­γε καί ­κυ­νή­γη­σε, ἀλλά γρήγορα  ἐπέστρεψε στήν Ὁ­σί­α, τήν ὁ­ποί­α βρῆκε νε­κρή. Ἀφοῦ ἔσκαψε τήν γῆ, ὅσο μποροῦσε καί παρακάλεσε τήν Ἁ­γί­α νά πρε­σβεύ­η γι’ αὐτόν πρός τόν Κύ­ριο, τήν ἐν­τα­φί­α­σε στόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο, ὅπου τήν βρῆκε, δο­ξά­ζοντας καί εὐ­λο­γῶντας τόν Θε­ό.


[1]      Ὁ Να­ός αὐ­τός τῆς Θε­ο­τό­κου, πού βρίσκεται στήν Πα­ροι­κί­α, τήν πρω­τεύ­ου­σα πό­λι τῆς νή­σου Πά­ρου, εἶ­ναι θαυ­μα­στός καί πε­ρι­ώ­νυ­μος, κα­λού­με­νος Ἑ­κα­τον­τα­πυ­λια­νή. Διότι οἱ πύλες της συναριθμουμένων καί καί τῶν πα­ρα­θυ­ρί­δων, συμ­πο­σοῦν­ται, ὅπως λέ­γουν, στά ἑ­κα­τό. Διότι ὄχι μό­νο εἶναι εὐ­ρύ­χω­ρος καί πολύ μεγάλος κα­τά τό μῆ­κος καί τό πλά­τος, ἀλ­λά εἶ­ναι ἀ­κό­μη καί οἰ­κο­δο­μη­μέ­νος μέ κο­λῶ­νες πολ­λές καί με­γά­λες καί μέ μάρ­μα­ρα θαυ­μα­στά καί ἀ­ξι­ο­θέ­α­τα. Τό δέ ἐ­πά­νω ἀπό τήν ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα μαρ­μά­ρι­νο κου­βού­κλιο, τό ὁποῖο στηρίζεται ἐπάνω σέ τέσσερις κολῶνες, εἶ­ναι ὄντως θέ­α­μα ἄ­ξιο θε­ω­ρί­ας καί γιά τήν τῶν μαρ­μά­ρων με­γα­λο­πρέ­πεια καί γιά τήν φι­λο­τε­χνί­α, μέ τήν ὁ­ποί­α τό διακό­σμη­σε  ὁ τε­χνί­της του. Σ’ αὐτόν τόν Ναό ὑπάρχουν δύ­ο νε­ρά, ἕνα πη­γά­δι  ἐ­κτός τοῦ βή­μα­τος καί ἕνα ἁ­γί­α­σμα στό βῆμα  ­κά­τω ἀπό τήν ἁ­γί­α Τρά­πεζα. Πολ­λά πα­ρεκ­κλή­σια ἀκόμη ὑπάρχουν μέσα στόν Ναό, ἕνα ἀπό τά ὁποῖα εἶναι ἀφιερωμένο στήν Ὁσία Θεοκτίστη, πού ἀναφέραμε, στό ὁποῖο καί ἑορ­τά­ζουν τήν μνή­μη της οἱ Πά­ριοι, ἔ­χον­τας καί τήν ἀ­σμα­τι­κή της Ἀ­κο­λου­θί­α. Ἀλ­λά καί τά κα­τη­χου­με­νεῖ­α, πού ὑπάρχουν ἐπάνω ἀπό τόν Ναό εἶναι με­γα­λο­πρε­πῆ καί ἀ­ξι­ο­θέ­α­τα. Καί γενικά ὁ Να­ός αὐ­τός εἶ­ναι με­γα­λο­πρε­πέ­στα­τος καί ὄντως βα­σι­λι­κῆς χει­ρός ἔρ­γο καί φι­λο­τέ­χνη­μα. Φαί­νε­ται δέ ὅ­τι τόν και­ρό τοῦ Συ­με­ών τοῦ Με­τα­φρα­στοῦ, ὁ ὁποῖος  συ­νέ­γρα­ψε τόν Βί­ο αὐτῆς τῆς Ὁ­σί­ας Θε­ο­κτί­στης, δη­λα­δή κατά τό ἔτος 886, δέν ἦ­ταν ὅπως ­κτί­σθηκε ὁ Να­ός αὐ­τός ὄ­μορ­φος καί ὡ­ραῖ­ος, ἀλ­λά διέ­σω­ζε μό­νο με­ρι­κά λεί­ψα­να τῆς πα­λαι­ᾶς ἐ­κεί­νης ὡ­ραι­ό­τη­τας πού εἶ­χε. Καί ἄν τότε δέν ἦταν τόσο ὡραῖος, ὅπως κτίθηκε, πολύ περισσότερο τώρα δέν ἔχει τήν πα­λι­ά ὡ­ραι­ό­τη­τα· διότι τό­τε, λέ­ει ὁ ἴδιος ὁ Συ­με­ών, ἦ­ταν ἐσωτερικά ντυ­μέ­νος μέ πρι­ο­νι­στά μάρ­μα­ρα. Καί τό­σο ἐ­λέ­πτυ­νε ὁ τε­χνί­της τήν πέ­τρα, πού φαινόταν ὅτι ὁ τοῖχος ἦ­ταν ντυ­μέ­νος μέ ροῦ­χα βύσ­σι­να καί μέ πορ­φυ­ρᾶ ὑ­φά­σμα­τα. Καί τό­ση ἐ­πι­τη­δει­ό­τη­τα καί φροντίδα  ἔ­βα­λε στό ἔργο αὐτό, ὥστε προσπάθησε νά δώ­ση τό κάλ­λος καί τήν ὀμορφιά τῆς φύ­σε­ως στίς ἄψυχες πέ­τρες. Ὅσο γιά τό κουβούκλιο πού εἶναι ἐπάνω ἀπό τήν ἁ­γί­α Τράπεζα, λέ­ει, ὅ­τι εἶχε τό­ση ὀμορφιά καί χάρι, ὥ­στε τό πε­λέ­κη­μα ἐ­κεί­νου καί τό τόρ­νευ­μα ἔδειχνε σάν νά μή ἔ­χη φύ­σι μαρ­μά­ρου, ἀλ­λά νά φαί­νε­ται ἕ­να γά­λα πηγ­μέ­νο.

  * Οἱ Ὅσιοι καί Θεοφόροι Πατέρες ἡμῶν Εὐθύμιος καί Νεόφυτος, οἱ Κτίτορες τῆς Ἱερᾶς καί σεβασμίας Μονῆς τοῦ Δοχειαρίου[1], ἐν εἰρήνῃ τελειοῦνται.

Ἀ­πό αὐ­τούς τούς δύ­ο Πα­τέ­ρες ὁ θε­ο­φό­ρος Εὐ­θύ­μιος ἦ­ταν θεῖ­ος κα­τά σάρ­κα, πα­τέ­ρας δέ κα­τά πνεῦ­μα τοῦ Ὁ­σί­ου καί θε­ο­φό­ρου Πα­τρός ἡ­μῶν Νε­ο­φύ­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος θε­ω­ρεῖ­ται καί κτή­το­ρας τῆς Μο­νῆς αὐ­τῆς τοῦ Δο­χει­α­ρί­ου. Αὐ­τός κα­τα­γό­με­νος ἀ­πό τήν βα­σι­λεύ­ου­σα τῶν πό­λε­ων καί ὄν­τας φί­λος καί γνώ­ρι­μος τοῦ Πα­τρός Ἀ­θα­να­σί­ου, τοῦ κτή­το­ρος τῆς Μο­νῆς τῆς Με­γί­στης Λαύ­ρας, κα­τά πρῶ­τον ἔ­γι­νε κτί­το­ρας καί οἰ­κι­στής τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς τοῦ Δο­χει­α­ρί­ου. Ἀρ­χι­κά, στόν τό­πο πού λέ­γε­ται Δάφ­νη, οἰ­κο­δό­μη­σε Μο­νύ­δριο καί μα­ζί μέ ἄλ­λους ἀ­δελ­φούς ἐρ­γα­ζό­ταν τό μέ­λι τῆς ἀ­ρε­τῆς καί τῆς ἡ­συ­χί­ας. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἦλ­θαν Σα­ρα­κη­νοί πει­ρα­τές στό Ὄ­ρος καί ἄλ­λα πράγ­μα­τα ἀ­πό τό μο­νύ­δριο δι­άρ­πα­ξαν καί ἄλ­λα κα­τε­δά­φι­σαν καί ὁ Ὅ­σιος μέ με­γά­λη δυ­σκο­λί­α γλύ­τω­σε ἀ­πό τήν μά­χαι­ρα ἐ­κεί­νων, ἀ­φοῦ κρύ­φθη­κε μα­ζί μέ ἄλ­λους ἀ­δελ­φούς στό δά­σος, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν ἔ­κρι­νε σκό­πι­μο νά μή πα­ρα­μεί­νη ἄλ­λο σέ τέ­τοι­ον ἐ­πι­κίν­δυ­νο τό­πο. Ἔ­τσι ἀ­να­χω­ρῶν­τας ἀ­πό ἐ­κεῖ μα­ζί μέ τούς ἄλ­λους ἀ­δελ­φούς, ἔρ­χε­ται στό­ν τό­πο αὐ­τόν, ὅ­που τώ­ρα ὑ­πάρ­χει τό Μο­να­στή­ρι, ὁ ὁ­ποῖ­ος τό­τε ἦ­ταν ἀ­πό­το­μος καί δύ­σκο­λος γιά κα­τοί­κη­σι, ἀλ­λά πο­λύ κα­τάλ­λη­λος γιά ἡ­συ­χί­α. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἀ­γό­ρα­σε τόν τό­πο αὐ­τόν ἀ­πό τόν τό­τε Πρῶ­το Ἰ­σα­άκ καί τόν κα­θά­ρι­σε ἀ­πό τά ὅ­σα ὑ­πῆρ­χαν ἐ­κεῖ καί τόν ἐ­ξω­μά­λι­σε, οἰ­κο­δο­μεῖ πά­λι ἐ­κεῖ Να­ό στό ὄ­νο­μα τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου μα­ζί μέ κελ­λιά, μέ ἀ­μέ­τρη­τους κό­πους καί ἱ­δρῶ­τες γιά πα­ρα­μο­νή δι­κή του καί ὅ­σων ἦ­ταν μα­ζί του, καί μέ φρον­τί­δα ἀ­γω­νι­ζό­ταν τό στά­διο τῆς ἀ­σκή­σε­ως. Ἀρ­γό­τε­ρα ὅ­ταν ἦλ­θε ὁ ἀ­νε­ψιός του, τόν ἔ­κει­ρε Μο­να­χό καί τοῦ ἀ­νέ­θε­σε τήν φρον­τί­δα καί προ­στα­σί­α τῆς Μο­νῆς, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος ζοῦ­σε στήν ἡ­συ­χί­α, ὅ­που καί πα­ρέ­δω­σε τό πνεῦ­μα του στόν Θε­ό, ὄν­τας πε­ρί­που ἑ­κα­τό ἐ­τῶν.

Ὁ Ὅ­σιος Νε­ό­φυ­τος ἦ­ταν καί αὐ­τός κτί­το­ρας τῆς ἴ­διας Μο­νῆς. Ἦ­ταν υἱ­ός δού­κα, στήν ἐ­πο­χή τοῦ Νι­κη­φό­ρου Φω­κᾶ καί τοῦ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Τσι­μι­σκῆ, κα­τά τό ἔ­τος 969, καί γιά τήν πρό­ο­δο πού εἶ­χε στήν κο­σμι­κή φι­λο­σο­φί­α καί ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­μως γιά τίς ἀ­ρε­τές του καί τήν τα­πεί­νω­σί τους, ἀ­γα­πι­ό­ταν ἀ­πό ὅ­λους. Ὁ­πό­τε καί ἀ­πό τόν αὐ­το­κρά­το­ρα ὡ­ρί­σθη­κε πρῶ­

τος γραμ­μα­τέ­ας τῶν βα­σι­λι­κῶν ὑ­πο­μνη­μά­των. Ἐ­πει­δή ὅ­μως εἶ­χε θεῖ­ο στό Ὄ­ρος τόν ἀ­νω­τέ­ρω Εὐ­θύ­μιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν Ἡ­γού­με­νος τῆς Μο­νῆς τοῦ Δο­χει­α­ρί­ου, ἐ­πε­θύ­μη­σε νά ἔλ­θη κον­τά του καί νά γί­νη μο­να­χός. Καί, λοι­πόν, ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας τόν κό­σμο καί τά τοῦ κό­σμου, ἦλ­θε στήν ἀ­νω­τέ­ρω Μο­νή καί ἔ­γι­νε μο­να­χός ἀ­φι­ε­ρώ­νον­τας στήν Μο­νή καί ὅ,τι χρή­μα­τα καί ὅ­ποι­α πε­ρι­ου­σί­α εἶ­χε. Ἀ­φοῦ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε καί Ἡ­γού­με­νος τῆς Μο­νῆς αὐ­τῆς ἀ­πό τόν θεῖ­ο του  λό­γῳ τῆς ἀ­ξι­ό­τη­τάς του, ἔ­κτι­σε ἄλ­λη εκ­κλη­σί­α με­γά­λη καί πύρ­γο στό Μο­να­στή­ρι καί ἔ­γι­νε νέ­ος κτί­το­ρας αὐ­τοῦ. Τό­τε καί μέ τήν προ­σευ­χή του τοῦ φα­νέ­ρω­σαν οἱ θεῖ­οι Ἀρ­χάγ­γε­λοι τόν κρυμ­μέ­νο θη­σαυ­ρό. Ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­γι­νε καί Πρῶ­τος τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους. Καί στήν συ­νέ­χεια ἀ­φοῦ πα­ραι­τή­θη­κε καί ἀ­να­χώ­ρη­σε στήν ἡσυ­χί­α «ἐν εἰ­ρή­νῃ ἐ­κοι­μή­θη».

[1]      Ἐ­πει­δή ὅμως ἐδῶ ὁ λόγος εἶναι πε­ρί τῆς Ἱ­ε­ρᾶς καί σε­βα­σμί­ας Μο­νῆς τοῦ Δο­χει­α­ρί­ου, μοῦ φάνηκε λυπηρό νά σι­ω­πή­σω καί νά μή κάνω γνωστό σέ ὅλους τούς Ὀρ­θο­δό­ξους καί φι­λο­θε­ο­τό­κους Χρι­στια­νούς τά σχετικά μέ τήν παλαιά καί θαυματουργή εἰκόνα τῆς Κυ­ρί­ας ἡ­μῶν Θε­ο­τό­κου, τῆς καλουμένης Γορ­γο­ϋ­πη­κό­ου, πού βρίσκεται σ’ αὐτήν τήν Μονή. Ἔτσι μέ συν­το­μί­α ἀ­να­φέ­ρου­με ἐ­δῶ τά σχετικά μέ αὐτήν, ­σάν ἕ­να κα­ρύ­κευ­μα τῶν θερμῶν ἐραστῶν τῆς Θε­ο­τό­κου. Στά δε­ξιά μέ­ρη τῆς τρα­πέ­ζης τῆς ἀ­νω­τέ­ρω Μο­νῆς τοῦ Δο­χει­α­ρί­ου βρι­σκό­ταν πα­λαι­ά εἰ­κό­να τῆς Θε­ο­τό­κου. Ὄν­τας ὅ­μως ἀ­πό ἐ­κεῖ πέ­ρα­σμα, συ­νέ­χεια περ­νοῦ­σε ὁ τό­τε τρα­πε­ζά­ρης τοῦ Μο­να­στη­ρί­ου, ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­μως κα­τά τήν νύ­κτα, κρα­τῶν­τας στά χέ­ρια ἀ­ναμ­μέ­να δα­διά. Κα­τά τό ἔ­τος λοι­πόν 1646 περ­νῶν­τας ἀ­πό ἐ­κεῖ ὁ τρα­πε­ζά­ρης, ἔ­χον­τας καί τά δα­διά στά χέ­ρια του, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἀ­κού­ει μί­α φω­νή νά ἐ­ξέρ­χε­ται ἀ­πό τήν εἰ­κό­να τῆς Θε­ο­τό­κου καί νά λέ­η· «Μή περ­νᾶς ἀ­πό ἐ­δῶ καί μαυ­ρί­ζεις τόν τό­πο μέ τόν κα­πνό». Ὁ τρα­πε­ζά­ρης νο­μί­ζον­τας ὅ­τι κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος φώ­να­ξε, κα­τε­φρό­νη­σε τήν φω­νή. Με­τά ὅ­μως ἀ­πό λί­γες ἡ­μέ­ρες πά­λι περ­νῶν­τας ἀ­πό ἐ­κεῖ μέ τά δα­διά, ἀ­κού­ει καί δεύ­τε­ρη φω­νή νά λέ­η· «Ὤ μο­να­χέ ἀ­μό­να­χε, ἕ­ως πό­τε δέν παύ­εις νά κα­πνί­ζης τήν μορ­φή μου καί νά μέ μαυ­ρί­ζης μέ πε­ρι­φρό­νη­σι;» Καί μα­ζί μέ τήν φω­νή ἔ­χα­σε ὁ τα­λαί­πω­ρος τό φῶς τῶν ὀ­φθαλ­μῶν του καί ἔ­μει­νε τυ­φλός.

Τότε ἀφοῦ κατάλαβε, ὅ­τι ἔ­σφα­λε πολ­ύ, ἐπειδή  ­κα­τε­φρό­νη­σε τήν πρώ­τη φω­νή, κα­τε­σκεύ­α­σε ἕ­να στα­σί­δι μ­προ­στά στήν εἰ­κό­να τῆς Θε­ο­τό­κου, πα­ρα­κα­λῶντας μέ δάκρυα τήν Δέ­σποι­να τοῦ παν­τός, γιά νά τοῦ συγ­χω­ρή­ση τό ἐξ ἀ­προ­σε­ξί­ας ἁ­μάρ­τη­μα, καί ὡς ἔνδειξι τῆς συγ­χω­ρή­σε­ως ­νά τοῦ χα­ρί­ση τό φῶς τῶν ὀ­φθαλ­μῶν του, ὥστε βλέ­πον­τας τήν ἁ­γί­α εἰ­κό­να της νά τήν δο­ξά­ζη καί νά τήν εὐ­χα­ρι­στῆ πάν­το­τε. Τί ἔκανε λοι­πόν ἡ φι­λαν­θρω­πό­τα­τη Βα­σί­λισ­σα; Εἰ­σά­κου­σε τήν δέη­σί του καί τοῦ μίλησε λέγοντας · «Ἰ­δού ἀ­πό τῆς σή­με­ρον χα­ρί­ζο­μαί σοι τό φῶς τῶν ὀ­φθαλ­μῶν σου. Καί πρό­σε­χε εἰς τό ἑ­ξῆς νά μή πε­ρά­σης ἀ­πό αὐ­τοῦ μέ δα­δί­α. Δι­ό­τι ἐ­γώ εἶ­μαι ἡ Κυ­ρί­α τῆς Μο­νῆς ταύ­της, καί γορ­γῶς (ἤ­τοι τα­χέ­ως) ὑ­πα­κού­ω ἐ­κεί­νων, ὁ­πού μέ ἐ­πι­κα­λοῦν­ται, καί δί­δω εἰς αὐ­τούς τά πρός σω­τη­ρί­αν αἰ­τή­μα­τα». Ἔτσι ἀπό τότε ἔ­λα­βε τήν ὀνομασία ἡ ἁ­γί­α αὐ­τή εἰ­κόνα· τό νά ὀνο­μά­ζε­ται, δη­λα­δή, Γορ­γο­ϋ­πή­κο­ος.

Καί ὄντως Γορ­γο­ϋ­πή­κο­ος ­φά­νηκε μέ τά ἔρ­γα ἡ θαυ­μα­στή αὐτή εἰ­κόνα, γορ­γά καί τα­χέ­ως ὑ­πα­κού­οντας ἐ­κεί­νους, ­πού τρέ­χουν σ’ αὐ­τήν μέ εὐ­λά­βεια καί πί­στι. Διότι αὐτή ἔκανε καί συνέχεια κάνει πάμ­πολ­λα θαύ­μα­τα, ὄ­χι μό­νο στό ὄ­ρος τοῦ Ἄ­θω καί σέ ὅσους Μοναχούς ἀσκοῦνται στό Ὄ­ρος, ἀλ­λά καί ἐκτός τοῦ Ὄρους στίς πό­λεις καί στά χω­ριά καί σέ ὅσους χριστιανούς κατοικοῦν σέ αὐτά. Καί μάρ­τυ­ρες αὐ­τῶν εἶναι ἡ Κούρ­σε­βα, ὁ Ἴ­σβο­ρος, τό Γο­μά­τι, τό Γο­σου­βό­στι, ἡ Σι­λί­μνος, ἡ Ζα­γο­ρά, ἡ Θεσ­σα­λο­νί­κη, ἡ Βουλ­γα­ρί­α, οἱ Σέρ­ρες, ἡ Θά­σος καί γενικά ἡ Ἀ­σί­α καί ἡ Εὐ­ρώ­πη. Διότι σ’ αὐτούς τούς τό­πους καί τίς ἐ­παρ­χί­ες ἰ­ά­τρευ­σε καί ἰ­α­τρεύ­ει ἡ θαυ­μα­τουρ­γική εἰ­κόνα τῆς Γορ­γο­ϋ­πη­κό­ου δι­ά­φο­ρες ἀ­σθέ­νειες. Δι­ό­τι τούς ἄτεκνους κάνει εὐ­τέ­κνους, τίς στεῖ­ρες γυ­ναῖ­κες, πο­λύγονες ἀ­πο­δει­κνύ­ει. Ὅσους ἔ­χουν τρι­κούγ­κου­λα, θε­ρα­πεύ­ει. Αὐτούς πού κλέβουν τά ξέ­να πράγ­μα­τα, τούς φα­νε­ρώ­νει. Ὅσους κινδυνεύουν στήν θάλασσα, ἐ­λευ­θε­ρώ­νει. Ὅσους σκλαβώθηκαν ἀπό τούς κλέφτες, λυ­τρώ­νει. Ὅσους ὑποφέρουν ἀ­πό πο­νο­κέ­φα­λο καί κώ­φω­σι, τούς καθιστᾶ ὑ­γι­εῖς. Ὅσους κα­τα­δυ­να­στεύονται ἀ­πό ἀγ­γα­ρεῖες, ἁ­παλ­λάτ­τει. Τούς πα­ρά­λυ­τους ἀ­νορ­θώνει. Τίς ἀ­κρί­δες, τίς δι­ώχνει. Στούς τυ­φλούς χαρίζει τό φῶς. Καί ὅσους κιν­δυ­νεύ­ουν ἀ­πό θα­να­τη­φό­ρες ἀ­σθέ­νειες, τούς κάνει νά σηκωθοῦν ὄρθιοι καί τούς κάνει ὑ­γι­εῖς· ὅπως τά θαύ­μα­τα αὐτά β­ρί­σκον­ται ­γραμ­μέ­να στήν Μο­νή αὐτή τοῦ Δο­χει­α­ρί­ου, μέ ὅ­λα τά πε­ρι­στατικά τους.

 

Τῇ  9 τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρός  ἡμῶν Νε­κτα­ρί­ου, Ἐ­πι­σκό­που Πεν­τα­πό­λε­ως τοῦ Θαυ­μα­τουρ­γοῦ († 1920).

Ὁ Ἅ­γιος Νε­κτά­ριος Πεν­τα­πό­λε­ως γεν­νή­θη­κε τήν Τρί­τη 1η Ὀ­κτω­βρί­ου τοῦ 1846 στήν Ση­λυ­βρί­α τῆς Τουρ­κο­κρα­τού­με­νης Θράκης ἀ­πό εὐ­σε­βεῖς καί φτω­χούς γο­νεῖς - τούς Δῆ­μο (Δη­μο­σθέ­νη) καί Μπα­λοῦ (Βα­σι­λι­κή) Κε­φα­λᾶ. Ὁ πα­τέ­ρας του κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τά Ἰ­ω­άν­νι­να, ναυ­τι­κός στό ἐ­πάγ­γελ­μα, καί ἡ μη­τέ­ρα του κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Ση­λυ­βρί­α. Ἦ­ταν τό πέμ­πτο παι­δί τῆς οἰ­κο­γέ­νειας καί εἶ­χε πέν­τε ἤ ἕξι ἀ­δέρ­φια: τόν Δη­μή­τριο, τόν Γρη­γό­ριο, τήν Σμα­ρά­γδα, τήν Σε­βα­στή, τήν Μα­ρι­ώ­ρα καί τόν Χα­ρα­λάμ­πη (τό ὄ­νο­μα καί ἡ ὕ­παρ­ξι τοῦ ὁ­ποί­ου ἐμ­φα­νί­ζον­ται στήν δι­α­θή­κη τοῦ Ἁ­γί­ου, ἐ­νῷ κά­ποι­ες πη­γές τόν θέ­λουν νά ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τόν Ἅ­γιο ὡς δι­δά­σκα­λος στό χω­ριό Λι­θί τῆς Χί­ου). Κα­τά τήν βά­πτι­σί του τοῦ δό­θη­κε τό ὄ­νο­μα Ἀ­να­στά­σιος.

Τά πρῶ­τα γράμ­μα­τα μα­ζί μέ χρι­στι­α­νι­κές δι­δα­χές τά ἔ­λα­βε ἀ­πό τήν μη­τέ­ρα του. Στήν Ση­λυ­βρί­α τε­λεί­ω­σε τό δη­μο­τι­κό καί τό σχο­λαρ­χεῖ­ο. Ἦ­ταν ἕ­να εὐ­φυ­έ­στα­το παι­δί μέ πο­λύ κα­λή μνή­μη, πού ἔ­δει­ξε τήν δι­δα­σκα­λι­κή καί θε­ο­λο­γι­κή του κλί­σι ἀ­πό πο­λύ νω­ρίς. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εἶ­ναι τό γε­γο­νός, ὅ­τι σέ ἡ­λι­κί­α μό­λις ἑ­πτά ἐ­τῶν ἔρ­ρα­βε φύλ­λα χαρ­τιοῦ με­τα­ξύ τους μέ σκο­πό νά φτιά­ξη βι­βλί­α, γιά νά γρά­ψη σέ αὐ­τά τά λό­για του Θε­οῦ, ὅ­πως ὁ ἴ­διος εἶ­πε στήν μη­τέ­ρα του.

Κα­τό­πιν με­τα­νά­στευ­σε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, ὅ­που ἐρ­γά­σθη­κε στήν ἀρ­χή σέ κα­πνοπω­λεῖ­ο, τό­σο γιά νά βο­η­θή­ση οἰ­κο­νο­μι­κά τήν οἰ­κο­γέ­νειά του, ὅ­σο καί γιά νά μπο­ρέ­ση νά συ­νε­χί­ση τίς σπου­δές του. Ἀρ­χι­κά ἐρ­γάσθηκε σέ συ­σκευ­α­στή­ριο κα­πνοῦ, ὁ­πού ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ φε­ρό­ταν βά­ναυ­σα. Ἐρ­γαζόταν πολ­λές ὧ­ρες ἡ­με­ρη­σί­ως, δέν ἀ­μειβόταν καί πολ­λές φο­ρές ξυ­λο­κο­πεῖ­το. Ὁ Ἀ­να­στά­σιος τά ὑ­πέ­με­νε ὅ­λα αὐ­τά, κα­θό­τι δέν ἤ­θε­λε νά μά­θη ἡ οἰκογένειά του τό δρᾶ­μα, τό ὁ­ποῖ­ο περ­νοῦ­σε, ὥ­στε νά μήν λυ­ποῦν­ται. Ἡ κα­τά­στα­σι ἄλ­λα­ξε ὅ­ταν ἕ­νας ἔμ­πο­ρος, πού εἶ­χε μα­γα­ζί πα­ρά­πλευ­ρα ἀ­πό τό συ­σκευ­α­στή­ριο, τόν λυ­πή­θη­κε, ὅ­ταν κά­ποι­α ἡ­μέ­ρα εἶ­δε ἕ­να ξυ­λο­δαρ­μό ἀ­πό τό ἀ­φεν­τι­κό του καί ἔ­τσι τόν πῆ­ρε στήν δού­λε­ψί του. Ἡ κα­τάστα­σι­ με­τα­στρά­φη­κε. Ἄρ­χι­σε νά ἐρ­γά­ζε­ται στό ἐ­πι­πλο­ποι­εῖ­ο του, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα οἱ ὧ­ρες ἐρ­γα­σί­ας νά μει­ω­θοῦν, νά ἔ­χη χρό­νο γιά ἐκ­κλη­σια­σμό, νά πη­γαί­νη σχο­λεῖ­ο, ἐ­νῷ σύν­το­μα ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του τόν ἀ­κο­λού­θη­σε στήν Κωνσταντινούπολι. Στήν Πό­λι κά­θι­σε συ­νο­λι­κά 7 ἔ­τη καί σέ ἡ­λι­κί­α 20 ἐ­τῶν τήν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε, πα­ρό­τι δέν ὡ­λο­κλή­ρω­σε τήν μόρ­φω­σί του, γιά νά πά­η στό Λι­θί τῆς Χί­ου, νά ἐρ­γα­σθῆ ὡς δά­σκα­λος.

Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ἄρ­χι­σε νά με­λε­τᾶ καί νά συλ­λέ­γη ρη­τά καί ἀ­ποφθέγ­γμα­τα Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων καί κλασ­σι­κῶν φι­λο­σό­φων, τά ὁ­ποῖα ἀ­πο­τέ­λε­σαν τό δί­το­μο βι­βλί­ο «Ἱ­ε­ρῶν καί φι­λο­σο­φι­κῶν λο­γί­ων θη­σαύ­ρι­σμα», πού ἐ­ξέ­δω­σε τό 1895.

Τά συγ­κέν­τρω­νε ὄ­χι μό­νο γιά δι­κή του χρῆ­σι, ἀλ­λά καί γιά νά μπο­ρέ­ση νά τά με­τα­φέ­ρη στούς συ­ναν­θρώ­πους του καί νά τούς ὠ­φε­λή­ση. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα αὐ­τῆς τῆς πλευ­ρᾶς τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του εἶ­ναι, ὅ­τι ἔ­γρα­φε κά­ποι­α ἀ­πό αὐ­τά τά γνω­μι­κά στίς χάρ­τι­νες κα­πνο­σακ­κοῦ­λες τοῦ κα­πνο­πω­λεί­ου, ὥ­στε νά τά δι­α­βά­σουν καί νά ὠ­φε­λη­θοῦν ὅ­σοι τίς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν. Ἡ πρα­κτι­κή αὐ­τή ἔ­λυ­νε καί τό πρό­βλη­μα τῆς δη­μο­σι­εύ­σεώς τους ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον, ἐλ­λεί­ψει χρη­μα­τι­κῶν πό­ρων.

Πρίν ἀ­κό­μα συμ­πλη­ρώ­ση τό 20ό ἔ­τος τῆς ἡ­λι­κί­ας του, προ­σε­λή­φθη ὡς παι­δο­νό­μος στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, στό σχο­λεῖ­ο τοῦ Με­το­χί­ου τοῦ Πα­να­γί­ου Τά­φου (δι­ευ­θυν­τής τοῦ σχο­λεί­ου αὐ­τοῦ ἦ­ταν ὁ θεῖ­ος του - ἀ­πό τήν πλευ­ρά τῆς μη­τέ­ρας του- Ἀ­λέ­ξαν­δρος Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δης) ὅ­που συ­νέ­χι­σε τίς σπου­δές του, ἐ­νῷ ταυ­τό­χρο­να ἐρ­γα­ζό­ταν δι­δά­σκον­τας τίς μι­κρό­τε­ρες τά­ξεις.

Τήν ἴ­δια πε­ρί­ο­δο ἔ­λα­βε χώ­ρα καί τό πρῶ­το θαῦ­μα τοῦ Ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου. Ἐ­νῷ βρι­σκό­ταν σέ ἱ­στι­ο­φό­ρο καί τα­ξί­δευ­ε, γιά νά πά­η ἀ­πό τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, στήν ἰ­δι­αί­τε­ρη πα­τρί­δα του - γιά νά ἑ­ορ­τά­ση μα­ζί μέ τήν οἰ­κο­γέ­νειά του τά Χρι­στού­γεν­να - ἔπια­σε με­γά­λη τρι­κυ­μί­α. Μέ τήν πα­ραί­νε­σι καί τίς προ­σευ­χές ὅ­μως τοῦ Ἁ­γί­ου τό πλοῖ­ο κα­τά­φε­ρε νά φθά­ση στόν προ­ο­ρι­σμό του καί ἔ­τσι γλύ­τω­σαν τήν ζω­ή τους οἱ συ­νε­πι­βά­τες του καί φυ­σι­κά ὁ ἴ­διος.

Με­τά τήν Κωνσταντινούπολι ἦλ­θε ἡ σει­ρά τῆς Χί­ου νά φι­λο­ξε­νή­ση τόν «Ἅ­γιο τοῦ 20οῦ αἰ­ῶ­να». Στήν ἀρ­χή ἐρ­γά­σθη­κε ὡς δη­μο­δι­δά­σκα­λος στό χω­ριό Λι­θί, ἐ­νῷ πα­ράλ­λη­λα κή­ρυτ­τε σέ Ἱ­ε­ρούς να­ούς τῆς πε­ρι­ο­χῆς.

Ἦ­ταν 20 ἐ­τῶν, ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στήν Χίο. Ἔ­χον­τας πλέ­ον γραμ­μα­τι­κή καί θε­ο­λο­γι­κή γνῶ­σι, ἔ­λα­βε τή θέ­σι τοῦ δα­σκά­λου. Στήν Χίο ἔ­μει­νε γιά ἄλ­λα 10 χρό­νια, μέ­χρι τό 1877. Ἐ­κεῖ ἀρ­χι­κά γνώρισε τόν με­γά­λο εὐ­ερ­γέ­τη του Ἰ­ω­άν­νη Χω­ρέ­μη, ἕ­ναν εὔ­πο­ρο το­πι­κό ἄρ­χον­τα, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἐξ αἰ­τί­ας ἑ­νός πε­ρι­στα­τι­κοῦ, πού εἶ­χε συμ­βεῖ κα­τά τήν με­τα­φο­ρά τοῦ Ἁ­γί­ου ἀ­πό τήν Ση­λυ­βρί­α πρός τήν Κωνσταντινούπολι (ἕ­νας ἀ­νι­ψιός τοῦ Χω­ρέ­μη τόν βο­ή­θη­σε νά ἐ­πι­βι­βα­σθῆ στό πλοῖ­ο, δι­ό­τι δέν εἶ­χε χρή­μα­τα), τόν ἔ­θε­σε ὑ­πό τήν προ­στα­σί­α του. Ὁ Ἅ­γιος Νε­κτά­ριος ὅ­μως εἶ­χε ἀ­πο­φα­σί­σει πλέ­ον νά ἐ­ξέλ­θη τῆς κο­σμι­κῆς ζω­ῆς.

Με­τά τήν πά­ρο­δο ἑ­πτά ἐ­τῶν εἰ­σῆλ­θε ὡς δό­κι­μος μο­να­χός στήν «Νέ­α Μο­νή» τῆς Χί­ου σέ ἡ­λι­κί­α 27 ἐ­τῶν. Τρί­α χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­γι­νε μο­να­χός (στίς 7 Νο­εμ­βρί­ου 1876) καί ἔ­λα­βε τό ὄ­νο­μα Λά­ζα­ρος, ἐ­νῷ ἄρ­χι­σε νά ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γραμ­μα­τέ­ας τοῦ μο­να­στη­ριοῦ. Λί­γους μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα (στίς 15 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1877) χει­ρο­το­νή­θη­κε ἱ­ε­ρο­δι­ά­κο­νος ἀ­πό τόν τό­τε Μη­τρο­πο­λί­τη Χί­ου Γρη­γό­ριο. Κα­τά τήν χει­ρο­το­νί­α του ἔ­λα­βε τό ὄ­νο­μα Νε­κτά­ριος.  Τό ἴ­διο ἔ­τος (1877), ὁ Νε­κτά­ριος με­τά ἀ­πό πα­ρό­τρυν­σι τοῦ Ἰ­ω­άν­νη Χω­ρέ­μη ἔ­φυ­γε ἀ­πό τήν Νέ­α Μο­νή μέ ἄ­δεια καί πῆ­γε στήν Ἀ­θή­να, γιά νά συ­νε­χί­ση τίς σπου­δές του. Στό νη­σί τῆς Χί­ου ἐ­πέ­στρε­ψε με­τά ἀ­πό τρί­α ἔ­τη, ἔ­χον­τας στίς ἀ­πο­σκευ­ές του τό πτυ­χί­ο τοῦ Γυ­μνα­σί­ου.

Στά τέ­λη Σε­πτεμ­βρίου τοῦ 1882 με­τέ­βη στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια, ὅ­που πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στόν Πα­τριά­ρχη Σω­φρό­νιο καί τοῦ ἐ­ξέ­θε­σε τήν ἐ­πι­θυ­μί­α του νά συ­νε­χί­ση τίς σπου­δές του, δί­νον­τάς του καί μί­α συ­στα­τι­κή ἐ­πι­στο­λή ἀ­πό τόν Ἡ­γού­με­νο τῆς Νέ­ας Μο­νῆς Νι­κη­φό­ρο. Ὁ Σω­φρό­νιος ὄν­τως τόν βο­ή­θη­σε (ἀ­να­λαμ­βά­νον­τας τό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο τό ἕ­να μέ­ρος ἀ­πό τά ἔ­ξο­δα τῶν σπου­δῶν, τά ὑ­πό­λοι­πα τά κά­λυ­ψαν οἱ ἀ­δερ­φοί Χω­ρέ­μη) θέ­τον­τάς του ὅ­μως ὡς ὅ­ρο με­τά τό πέ­ρας τῶν σπου­δῶν του, νά ἐ­πι­στρέ­ψη στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια καί νά ἐρ­γα­σθῆ γιά τό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο.

Ἔ­τσι ὁ Ἅ­γιος Νε­κτά­ριος, πῆ­ρε γιά ἄλ­λη μί­α φο­ρά τόν δρό­μο γιά τήν Ἀ­θή­να, ὅ­που γρά­φθη­κε στήν Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή Ἀ­θη­νῶν, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α ἀ­πο­φοί­τη­σε τρί­α χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα. Ὁ Νε­κτά­ριος ἐ­κεῖ δι­έ­πρε­ψε καί μά­λι­στα, πρώ­τευ­σε στό δι­α­γω­νι­σμό σχο­λι­κῆς κο­σμη­τεί­ας στό «Πα­πα­δά­κει­ο κλη­ρο­δό­τη­μα», μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά κερ­δί­ση ὑ­πο­τρο­φί­α σπου­δῶν στήν Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή, κά­τι πού τόν ἀ­να­κού­φι­σε πο­λύ, κα­θό­τι ὁ εὐ­ερ­γέ­της του Ἰ­ω­άν­νης Χω­ρέ­μης εἶ­χε φύ­γει ἀ­πό τήν ζω­ή, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά βρί­σκε­ται σέ δει­νή οἰ­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­σι. Ἀ­φοῦ ἔ­λα­βε τό πτυ­χί­ο του (1885), πά­λι ἀ­νε­χώ­ρη­σε πρός τήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια.

Ἦ­ταν τέ­λη τοῦ 1885 ἤ ἀρ­χές τοῦ 1886, ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια ἔ­χον­τας τε­λει­ώ­σει τίς σπου­δές του στήν Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή Ἀ­θη­νῶν. Στίς 23 Μαρ­τί­ου τοῦ 1886 χει­ρο­το­νή­θη­κε Πρε­σβύ­τε­ρος στόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Σάβ­βα ἀ­πό τόν Πα­τριά­ρχη Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, ἐ­νῷ τόν Αὔ­γου­στο τοῦ ἴ­διου χρό­νου ἀ­νῆλ­θε στό ἀ­ξί­ω­μα τοῦ Ἀρ­χι­μαν­δρί­τη. Ἐρ­γά­σθη­κε ὡς γραμ­μα­τέ­ας τοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου καί κα­τό­πιν ὡς Πα­τρι­αρ­χι­κός Ἐ­πί­τρο­πος στό Κά­ι­ρο. Στίς 15 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου τοῦ 1889 ὁ Πα­τριά­ρχης Σω­φρό­νιος, ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας τήν ἀ­ξί­α τοῦ Ἁ­γί­ου, τόν χει­ρο­τό­νη­σε Μη­τρο­πο­λί­τη Πεν­τα­πό­λε­ως. Ὁ Ἅ­γιος ἀ­σκοῦ­σε τά κα­θή­κον­τά του μέ ζῆ­λο καί ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κό τρό­πο. Αὐ­τό εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα, τό ποί­μνιό του νά τόν ἀ­γα­πᾶ ὅ­λο καί πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἐ­νῷ - στόν ἀν­τί­πο­δα - κά­ποι­οι στό Πα­τρι­αρ­χι­κό πε­ρι­βάλ­λον ἄρ­χι­σαν νά τόν συ­κο­φαν­τοῦν, διότι ζή­λευ­αν τήν ἀ­γά­πη, πού τοῦ εἶ­χαν οἱ χρι­στια­νοί, ἀλ­λά καί τό με­γα­λεῖ­ο τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του.

Οἱ συ­κο­φάν­τες ἔρριξαν τούς σπό­ρους τους καί ἐ­κεῖ­νοι βρῆ­καν γό­νι­μο ἔ­δα­φος στόν ὑ­πε­ρή­λι­κο Πα­τριά­ρχη καί φύ­τρω­σαν. Ἀ­πο­τέ­λε­σμα; Νά ἀ­φαι­ρε­θοῦν ἀ­πό τόν Ἅ­γιο Νε­κτά­ριο τά ἀ­ξι­ώ­μα­τά του καί νά τοῦ ἐ­πι­τρα­πῆ μό­νο νά δι­α­μέ­νη στό δω­μά­τιό του. Οἱ συ­κο­φάν­τες συ­νέ­χι­σαν τό βδε­λυ­ρό τους ἔρ­γο καί ἔ­τσι, στίς 11 Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1890 ἐ­κ­δό­θηκε ἀ­πό τό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας «ἀ­πο­λυ­τή­ριο», μέ τό ὁ­ποῖ­ο ὑ­πο­χρέ­ω­ναν τόν Ἅ­γιο νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψη τήν Αἴ­γυ­πτο. Ἀ­ξί­ζει νά ση­μει­ω­θῆ, ὅ­τι τό «ἀ­πο­λυ­τή­ριο» δέν ἦ­ταν σύμ­φω­νο μέ τούς κα­νό­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας - δέν εἶ­χε γί­νει ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή δί­κη - ἀλ­λά καί δέν τοῦ κα­τα­βλή­θη­καν οἱ μι­σθοί, πού τοῦ χρω­στοῦ­σε τό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας ἀ­πό τήν ἡ­μέ­ρα, πού χει­ρο­το­νή­θη­κε Μη­τρο­πο­λί­της Πεν­τα­πό­λε­ως ἕ­ως καί τήν ἡ­μέ­ρα, πού τόν ἀ­νάγ­κα­σαν νά ἀ­πο­χω­ρή­ση ἀ­πό τήν Αἴ­γυ­πτο. Ἔ­τσι ὁ Ἅ­γιος Νε­κτά­ριος πῆ­ρε γιά τρί­τη φο­ρά τόν δρό­μο γιά τήν Ἀ­θήνα. Οἱ συ­κο­φάν­τες εἶ­χαν πε­τύ­χει τόν στό­χο τους.

Ἀ­πό τήν στιγ­μή, πού ἔ­φθα­σε στήν ἑλ­λη­νι­κή πρω­τεύ­ου­σα, ἄρ­χι­σε νά ἀ­να­ζη­τᾶ κά­ποι­α θέ­σι, πού θά τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νά προ­σφέ­ρη ξα­νά τίς ὑ­πη­ρε­σί­ες του στούς ἀν­θρώ­πους. Με­τά ἀ­πό ἕ­ναν χρό­νο - δύ­σκο­λο λόγῳ τῆς ἄ­σχη­μης οἰ­κο­νο­μι­κῆς του κα­τα­στάσεως - δι­ω­ρί­σθη­κε ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἑλ­λά­δος ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κας Εὐ­βοί­ας, στίς 15 Φε­βρου­α­ρί­ου τοῦ 1891. Κον­τά στούς ἐ­κεῖ χρι­στια­νούς ἔ­μει­νε δυ­ό­μι­συ χρό­νια, ἕ­ως τόν Αὔ­γου­στο τοῦ 1893, ὁπότε με­τα­τέ­θη­κε στό νο­μό Φθι­ώ­τι­δος καί Φω­κί­δος. Στήν νέ­α του θέ­σι πα­ρέ­μει­νε μό­λις μι­σό χρό­νο.

Τό ἦ­θος του, ὁ ἐ­ξαί­σιος χα­ρα­κτή­ρας του, ἡ εὐ­σέ­βειά του, ἀλ­λά καί οἱ πρά­ξεις του, ἔ­κα­ναν τό ποί­μνιό του νά τόν ἀ­γα­πᾶ σάν πα­τέ­ρα καί τήν φή­μη του νά ἐ­ξα­πλώ­νε­ται συ­νε­χῶς.

Τό 1892 καί τό 1893 δι­ω­ρί­σθη­κε ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κας στόν νο­μό Φθι­ω­το­βοι­ω­τί­ας ἀν­τί­στοι­χα. Ὁ Νε­κτά­ριος πραγ­μα­το­ποι­οῦ­σε δια­ρκῶς πε­ρι­ο­δεῖ­ες σέ χω­ριά καί πό­λεις κη­ρύτ­τον­τας, τήν ὥ­ρα πού φί­λοι του προ­σπα­θοῦ­σαν νά τόν με­τα­θέ­σουν στήν Ρι­ζά­ρει­ο σχο­λή Ἀ­θη­νῶν. Ὅ­ταν ἔ­γι­νε ἀν­τι­λη­πτό ἄρ­χι­σαν πά­λι κά­ποι­οι ψί­θυ­ροι, οἱ ὁ­ποῖ­οι τε­λι­κά δέν κα­τά­φε­ραν νά ἀ­πο­τρέ­ψουν τόν Νε­κτά­ριο ἀ­πό τό νά γί­νη δι­ευ­θυν­τής τῆς Ἀ­θη­ναϊ­κῆς θε­ο­λο­γι­κῆς σχο­λῆς τῆς ἐ­πο­χῆς, πού ἐ­πί τῶν ἡ­με­ρῶν του γνώ­ρι­σε με­γά­λη αἴ­γλη. Αὐ­τό ἔ­γι­νε τόν Μάρ­τιο τοῦ 1894.

Στήν δι­εύ­θυν­σι τῆς Ρι­ζα­ρεί­ου πα­ρέ­μει­νε γιά 14 ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια. Στό δι­ά­στη­μα αὐ­τῶν τῶν ἐ­τῶν ἔ­δω­σε νέ­α πνο­ή στό ἵ­δρυ­μα καί βο­ή­θη­σε στήν ἐκ­παί­δευ­σι καί στήν ἀ­νά­δει­ξι πλή­θους κλη­ρι­κῶν καί ἐ­πι­στη­μό­νων. Πα­ράλ­λη­λα συ­νέ­χι­σε - μέ με­γα­λύ­τε­ρη μά­λι­στα ἔν­τα­σι - τό συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο. Μί­α ἀ­σχο­λί­α πού τόν συ­νώ­δευ­ε ἀ­πό τά νε­α­νι­κά του χρό­νια καί πού χά­ρι­σε σέ ἐ­μᾶς πνευ­μα­τι­κούς θη­σαυ­ρούς γεν­νη­μέ­νους στό μυα­λό καί στήν ψυ­χή τοῦ Ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου. Τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὧ­ρες τῆς ἡ­μέ­ρας ἐρ­γα­ζό­ταν γιά τίς ἀ­νάγ­κες τῆς σχο­λῆς καί τόν ἐ­λά­χι­στο ἐ­λεύ­θε­ρο χρό­νο του τόν μοί­ρα­ζε στήν προ­σευ­χή, στήν με­λέ­τη, στήν συγ­γρα­φή καί στήν ἀ­γα­πη­μέ­νη τοῦ ἀ­σχο­λί­α: τήν φρον­τί­δα λου­λου­δι­ῶν καί δέν­δρων. Κα­τά τήν διά­ρκεια τῶν θε­ρι­νῶν δι­α­κο­πῶν τῆς σχο­λῆς, τό κα­λο­καίρι τοῦ 1898, ὁ Ἅ­γιος Νε­κτά­ριος ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τό Ἅ­γιον Ὄρος, ὅ­που καί πε­ρι­ώ­δευ­σε στίς ἐ­κεῖ μο­νές γιά σχε­δόν δύ­ο μῆ­νες καί συν­δέ­θη­κε μέ τόν γέ­ρον­τα Δα­νι­ήλ τόν Κα­του­να­κι­ώ­τη τό 1898. Στό δι­ά­στη­μα αὐ­τό με­λέ­τη­σε ἐ­κτε­νῶς τά χει­ρό­γρα­φα στίς βι­βλι­ο­θῆ­κες τῶν μο­νῶν, πρός ἀ­να­ζή­τη­σι ὑ­λι­κοῦ γιά τίς ἐ­πι­στη­μο­νι­κές ἐρ­γα­σί­ες του.

Πα­ράλ­λη­λα μέ τά κα­θή­κον­τα τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ τῆς Ρι­ζα­ρεί­ου, ἀ­νέλαβε καί φι­λαν­θρω­πι­κή δρᾶ­σι συν­δρά­μον­τας ὅ­σους εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη σέ πνευ­μα­τι­κό καί ὑ­λι­κό ἐ­πί­πε­δο. Ἡ ἔν­το­νη σω­μα­τι­κή καί πνευ­μα­τι­κή δρᾶ­σι ἐ­κεί­νων τῶν ἐ­τῶν, ἔ­δρα­σε ἀρ­νη­τι­κά στήν ὑ­γεί­α τοῦ Ἁ­γί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀρ­ρώ­σται­νε ὅ­λο καί πιό συ­χνά. Τό­τε ἦ­ταν πού στό μυα­λό του γεν­νή­θη­κε ἡ ἰ­δέ­α τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στόν μο­να­στι­κό βί­ο καί ζή­τη­σε ἀ­πό τήν Νέ­α Μο­νή Χί­ου τό ἀ­πο­λυ­τή­ριό του, ὥ­στε νά μπο­ρέ­ση νά μο­νά­ση, ὅ­που ἤ­θε­λε. Αὐτό τό ἀ­πο­λυ­τή­ριο ­στά­λθηκε ἀ­πό τήν Νέ­α Μο­νή στόν Ἅ­γιο Νε­κτά­ριο στίς 24 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1900.

Ἡ φτώ­χεια τήν ἐ­πο­χή, πού δι­ε­τέ­λε­σε ὁ Νε­κτά­ριος δι­ευ­θυν­τής τῆς Ρι­ζα­ρεί­ου, ἦ­ταν κα­νό­νας καί ταυ­τό­χρο­να τό ἠ­θι­κό τῶν Ἑλ­λή­νων, εἰ­δι­κά με­τά τήν ἀ­πο­τυ­χί­α τό 1897, μέ τόν ἑλ­λη­νο­τουρ­κι­κό πό­λε­μο, βρι­σκό­ταν στό να­δίρ. Ὁ ἴ­διος ὅ­μως μέ τήν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη ὡς ὅ­πλο καί τόν λό­γο τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου τό­νω­νε τήν τό­τε ἀ­θη­να­ϊ­κή κοι­νω­νί­α, ἡ ὁ­ποί­α προ­σέ­τρε­χε συ­χνά στά κη­ρύγ­μα­τά του, γιά νά πά­ρη τήν συμ­βου­λή του. Ὁ ἴ­διος δι­ε­τέ­λε­σε δι­ευ­θυν­τής τῆς Ρι­ζα­ρεί­ου Σχο­λῆς 14 συ­να­πτά ἔ­τη ὡς καί τό 1908, ὁ­πό­τε καί γιά λό­γους ὑ­γεί­ας ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τήν θέ­σι του.

Ὅ­ταν κά­ποι­α στιγ­μή ὁ Ἅ­γιος γνω­ρί­σθη­κε μέ τήν Χρυ­σάν­θη Στρογ­γυ­λοῦ (με­τέ­πει­τα Ἡ­γου­μέ­νη Ξέ­νη), μί­α τυ­φλή καί εὐ­σε­βῆ γυ­ναίκα, μπῆ­κε τό πρῶ­το λι­θα­ρά­κι γιά τήν δη­μι­ουρ­γί­α τῆς μο­νῆς στήν Αἴ­γι­να. Ἡ Χρυ­σάν­θη μα­ζί μέ με­ρι­κές ἀ­κό­μα γυ­ναῖ­κες ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν νά μο­νά­σουν καί ἀ­να­ζη­τοῦ­σαν ἕ­ναν πνευ­μα­τι­κό ὁ­δη­γό, τόν ὁ­ποῖ­ο βρῆ­καν στό πρό­σω­πο τοῦ Ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου. Μέ πα­ραί­νε­σί του ἄρ­χι­σαν νά ἀ­να­ζη­τοῦν τό­πο γιά τήν δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νός μο­να­στη­ριοῦ, καί τε­λι­κά κα­τέ­λη­ξαν σέ μί­α ἐ­ρει­πω­μέ­νη μο­νή - ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στήν Ζω­ο­δό­χο Πη­γή καί δι­α­λυ­μέ­νη ἀ­πό τό 1834 μέ δι­ά­ταγ­μα τῶν Βαυα­ρῶν - στήν Αἴ­γι­να. Ὅ­ταν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε καί ὁ Ἅ­γιος τόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο, ἀ­πο­φα­σί­στη­κε νά ἐ­πι­σκευα­σθοῦν τά πα­λαι­ά κτή­ρια τῆς μο­νῆς καί νά ξα­να­τε­θῆ τό Μοναστήρι σέ λει­τουρ­γί­α. Οἱ ἐρ­γα­σί­ες γιά τόν σκο­πό αὐ­τό ξε­κί­νη­σαν τό 1904, ἡ δέ μο­νή θά ἦ­ταν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στήν Ἁ­γί­α Τριά­δα. Ὁ Ἅ­γιος ἀ­πό τήν Ἀ­θήνα - ἦ­ταν ἀ­κό­μα δι­ευ­θυν­τής στήν Ρι­ζά­ρει­ο - κα­θωδη­γοῦ­σε τίς μο­να­χές καί ὅ­πο­τε εὕρι­σκε χρό­νο ἐ­πι­σκε­πτό­ταν τήν μο­νή, στήν ὁ­ποί­α ἐπρόκειτο νά πε­ρά­ση τά τε­λευ­ταῖα χρό­νια τῆς ζω­ῆς του.

Με­τά ἀ­πό τέσ­σε­ρα χρό­νια, ἔ­χον­τας πλέ­ον ἀ­πο­φα­σί­σει νά ἀ­πο­συρ­θῆ στό Μοναστήρι τῆς Αἴ­γι­νας καί νά ἀ­σχο­λη­θῆ μέ τήν ὀρ­γά­νω­σί του καί τήν πνευ­μα­τι­κή κα­θο­δή­γη­σι τῶν μοναζουσῶν, πού τό στε­λέ­χω­ναν, ὑ­πέ­βα­λε τήν πα­ραί­τη­σί του στό δι­οι­κη­τι­κό συμ­βού­λιο τῆς Ρι­ζα­ρεί­ου στίς 7 Φε­βρου­α­ρί­ου τοῦ 1908. Ἡ πα­ραί­τη­σι ἔ­γι­νε δε­κτή ἀ­πό τό συμ­βού­λιο, τό ὁ­ποῖ­ο τόν συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σε - ὡς ἐ­λά­χι­στη ἀ­να­γνώ­ρι­σι τοῦ ἔρ­γου του- μέ τό ση­μαν­τι­κό γιά τήν ἐ­πο­χή πο­σό τῶν 250 δραχ­μῶν τό μῆ­να.

Στήν μο­νή ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε με­τά τό Πά­σχα τοῦ ἰ­δί­ου ἔ­τους, ἐπειδή πα­ρέ­μει­νε στήν θέ­σι τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ τῆς Ρι­ζα­ρεί­ου μέ­χρι νά βρε­θῆ ἀν­τι­κα­τα­στά­της. Μέ δι­κά του ἔ­ξο­δα ἔ­κτι­σε μί­α μι­κρή οἰ­κί­α πλη­σί­ον ἀλ­λά ἐ­κτός τῆς μο­νῆς, στήν ὁ­ποί­α θά κα­τοι­κοῦ­σε. Ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το εἶ­ναι, ὅ­τι ἔ­λα­βε ἐ­νερ­γά μέ­ρος στό κτί­σι­μο, κου­βα­λῶντας χῶ­μα ἤ λά­σπη καί σκά­βον­τας, βο­η­θῶντας τούς τε­χνῖ­τες. Πο­τέ σέ ὅ­λη του τήν ζω­ή δέν θε­ώ­ρη­σε κά­ποι­α ἐρ­γα­σί­α ἀ­νά­ξιά του. Πάν­τα ἔ­κα­νε ὅ­,τι περ­νοῦ­σε ἀ­πό τό χέ­ρι του μέ ἰ­δι­αί­τε­ρη χα­ρά, ζῆ­λο καί τα­πει­νο­φρο­σύ­νη!

Μί­α ὑ­πό­θε­σι στήν ὁ­ποί­α ἀ­φι­έ­ρω­σε κό­πο καί χρό­νο, ἦ­ταν αὐ­τή τῆς ἐ­πι­σή­μου ἀ­να­γνω­ρί­σεως τῆς Μο­νῆς ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἑλ­λά­δος, πού τε­λι­κά ἐ­πι­τεύ­χθη­κε τέσ­σε­ρα χρό­νια με­τά τήν κοί­μη­σί του καί ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε στίς μο­να­χές μέ ἐ­πι­στο­λή τοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Χρυ­σοστό­μου στίς 15 Μαΐ­ου τοῦ 1924.

Τά τε­λευ­ταῖα χρό­νια της ζω­ῆς του, ὁ Ἅ­γιος Νε­κτά­ριος ἔ­πα­σχε ἀ­πό χρό­νια προ­στα­τί­τι­δα, ἡ ὁ­ποί­α τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἀ­φό­ρη­τους πό­νους. Τε­λι­κά συμ­φώ­νη­σε στίς συ­στά­σεις τῶν για­τρῶν καί ἦρ­θε στήν Ἀ­θή­να στό Ἀ­ρε­ταί­ει­ο νο­σο­κο­μεῖ­ο. Ἐ­κεῖ νο­ση­λεύ­θη­κε -στόν 2ο θά­λα­μο τοῦ 2ου ὀ­ρό­φου (ἦ­ταν θά­λα­μος Γ΄ θέ­σεως: ἀ­πο­ρί­ας)- γιά δύ­ο σχε­δόν μῆ­νες. Στό πλευ­ρό του, σέ ὅ­λη τήν διά­ρκεια τῆς νο­ση­λεί­ας του ἦ­ταν συ­νε­χῶς - καί ἐ­ναλ­λάσ­σον­ταν σέ βάρ­δι­ες - οἱ μο­να­χές Εὐ­φη­μί­α καί Ἀ­γα­πί­α. Τε­λι­κά γύ­ρω στά με­σά­νυ­χτα τῆς 8ης πρός 9ης Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1920 ἀ­ναχώ­ρη­σε γιά τούς Οὐ­ρα­νούς, σέ ἡ­λι­κί­α 74 ἐ­τῶν.

Τό σκή­νω­μα τοῦ Ἁ­γί­ου με­τα­φέρ­θη­κε στήν Αἴ­γι­να καί ἀ­πό τό λι­μά­νι μέ­χρι τήν Μο­νή τό με­τέ­φε­ραν στά χέ­ρια τους οἱ πι­στοί. Ὅ­λο τό νη­σί θρη­νοῦ­σε, ἀλλά πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ὅ­λους οἱ μο­να­χές, πού ἔ­χα­σαν τόν Πα­τέ­ρα καί Ὁ­δη­γό τους. Τό ἱ­ε­ρό του σκή­νω­μα ἤ­δη εἶ­χε ἀρ­χί­σει νά ἀ­να­δί­δη εὐ­ω­δί­α. Ἡ τα­φή του ἔ­γι­νε στόν ­αὔ­λειο χῶρο τῆς Μο­νῆς δί­πλα στό ἀ­γα­πη­μέ­νο του πεῦ­κο.

Ὅ­ταν με­τά ἀ­πό ἕ­ξι μῆ­νες ἄ­νοι­ξαν τό μνῆ­μα, γιά νά το­πο­θε­τη­θῆ μί­α ἐ­πι­τύμ­βια πλά­κα - δω­ρε­ά τῆς Ρι­ζα­ρεί­ου - τό σκή­νω­μά του ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νά εὐ­ω­διά­ζη χω­ρίς νά πα­ρου­σιά­ζη τό πα­ρα­μι­κρό ση­μά­δι ἀλ­λοιώσεως. Ἐ­νά­μι­συ χρό­νο ἀρ­γό­τε­ρα τό μνῆ­μα ξα­να­νοί­χτη­κε καί τό ἱ­ε­ρό σκή­νω­μά του ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νά πα­ρα­μέ­νη ἄ­φθαρ­το καί εὐ­ω­διά­ζον. Τό ἴ­διο συ­νέ­βη καί τρί­α χρό­νια με­τά τήν κοί­μη­σί του. Συ­νο­λι­κά τό σκή­νω­μά του πα­ρέ­μει­νε σέ αὐ­τή τήν κα­τά­στα­σι γιά εἴ­κο­σι ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια! Τριά­ντα δύ­ο χρό­νια με­τά τήν κοί­μη­σί του ἔ­γι­νε ἡ ἀ­να­κο­μι­δή τῶν λει­ψά­νων του, στίς 2 Σε­πτεμ­βρί­ου τοῦ 1953, ἀ­πό τόν Μη­τρο­πο­λί­τη Προ­κό­πιο.

Ἡ ἐ­πί­ση­μη ἀ­να­γνώ­ρι­σί του ὡς Ἁ­γί­ου της Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας μας ἔ­γι­νε τό 1961 μέ Πα­τρι­αρ­χι­κή Συ­νο­δι­κή Πρᾶξι ἀ­πό τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο. Τό­τε κα­θω­ρί­σθη­κε καί ἡ 9η Νο­εμ­βρί­ου ὡς ἡ­μέ­ρα ἑ­ορ­τῆς τοῦ Ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου.

Ὁ Ἅ­γιος Νε­κτά­ριος θε­ω­ρεῖ­το ἀ­πό τούς κα­τοί­κους τοῦ νη­σιοῦ τῆς Αἴ­γι­νας ἐν ζω­ῇ Ἅ­γιος. Τά γε­γο­νό­τα ὅ­μως πού πε­ρι­γρά­φουν οἱ μο­να­χές, ὁ Κω­στῆς Σακ­κό­που­λος, φί­λοι, ἱ­ε­ρεῖς, νη­σι­ῶ­τες εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κά ἀ­ξι­ο­πε­ρί­ερ­γα καί ἐ­ξη­γοῦν τήν ση­με­ρι­νή λα­ο­φι­λί­α. Ὅ­πως λέ­γε­ται, στό δι­πλα­νό κρε­βά­τι, πού νο­ση­λευ­ό­ταν ὁ Ἅ­γιος, νο­ση­λευ­ό­ταν καί ἕ­νας πα­ρα­πλη­γι­κός, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­δυ­να­τοῦ­σε νά περ­πα­τή­ση. Τό­τε ἀ­κουμ­πῶντας τήν φα­νέ­λα τοῦ κε­κοι­μη­μέ­νου Ἁ­γί­ου πά­νω του θε­ρα­πεύ­θη­κε. Κα­τά τήν με­τα­φο­ρά του λέ­γε­ται, ὅ­τι δέν εἶ­χε βά­ρος, ἐ­νῷ τό μέ­τω­πό του ἀ­νά­βλυ­ζε μύ­ρο. Τό με­γα­λύ­τε­ρο ὅ­μως μυ­στή­ριο εἶ­ναι, ὅ­τι τό λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου πα­ρά τίς 3 τα­φές καί ἐ­κτα­φές πα­ρέ­μει­νε ἀ­ναλ­λοί­ω­το γιά πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό 30 χρό­νια. Ἡ φή­μη αὐ­τή μά­λι­στα ἔ­δω­σε ἐλ­πί­δα στόν λα­ό, εἰ­δι­κά σέ μί­α πε­ρί­ο­δο ὅ­που τό Ἑλ­λη­νι­κό ὄ­νει­ρο τῆς Πό­λης ἔ­γι­νε συν­τρίμ­μια μέ τή πυρ­πό­λη­σι τῆς Σμύρ­νης. Τό λεί­ψα­νό του πρώ­τη φο­ρά ἐ­κ­τά­φηκε 3 ἔ­τη με­τά τήν κοί­μη­σί του καί αὐ­τό πού συ­νέ­βη κλό­νι­σε ἀ­πό ἄ­κρη σέ ἄ­κρη τήν Ἑλ­λά­δα.

Τό συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο:

Ὁ Ἅ­γιος Νε­κτά­ριος ἦ­ταν πο­λυ­γρα­φώ­τα­τος καί λό­γιος τῆς ἐ­πο­χῆς, γι’ αὐτό καί πα­ρέ­δω­σε πο­λυ­ποί­κι­λο ἔρ­γο, πραγ­μα­τευόμενος πά­σης φύ­σε­ως θέ­μα­τα: Θρη­σκευ­τι­κά, κοι­νω­νι­κά, παι­δα­γω­γι­κά, ἠ­θι­κά κ.λπ. Τό ἔρ­γο εἶ­χε ἀ­να­γνω­ρι­σθῆ γιά τήν σπου­δαι­ό­τη­τά του, τό ὕ­φος του καί τήν πνευ­μα­τι­κό­τη­τά του, ὅ­σο ἀ­κό­μα βρι­σκό­ταν ἐν ζω­ῇ ἀ­πό τόν τύ­πο τῆς ἐ­πο­χῆς ἀλ­λά καί ἀ­πό τήν Πα­νε­πι­στη­μια­κή κοι­νό­τη­τα.

 

 

 

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης