Τῷ αὐτῷ μηνί Θ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ὀνησιφόρου καί Πορφυρίου.
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι ἔζησαν στούς καιρούς τοῦ διωγμοῦ κατά τῶν Χριστιανῶν, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἐπί τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ καί Μαξιμιανοῦ, κατά τό ἔτος 290. Ἀφοῦ συκοφαντήθηκαν λοιπόν ὡς Χριστιανοί πρός τούς τυράννους καί παρουσιάσθηκαν στό βῆμα, ὡμολόγησαν τόν Χριστό ὡς Θεό ἀληθινό ποιητή οὐρανοῦ καί γῆς, μέ ἀνδρεία μεγάλη. Ἔτσι γιά τήν ὁμολογία τους αὐτή, ὑπέμειναν διάφορα βασανιστήρια σέ ὅλο τό σῶμα. Ἔπειτα ἁπλώθηκαν ἐπάνω σέ σκάρες πυρακτωμένες. Χαιρόντουσαν ὅμως οἱ ἀοίδιμοι σέ ὅλα αὐτά τά παιδευτήρια καί εὐχαριστοῦσαν τόν Θεό, βλέποντας διά μέσου αὐτῶν τήν ἀπόλαυσι τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Ἔτσι ἀπό αὐτό αἰσθάνονταν πιό χαρούμενοι καί ἀπό τούς πόνους τοῦ σώματος. Οἱ σκληροί ἐκεῖνοι καί δυσσεβέστατοι τύραννοι, βλέποντας τούς Ἁγίους, ὅτι χαίρονταν καί ἔμεναν ἀνώτεροι ἀπό τά βασανιστήρια, ἄναψαν ἀπό θυμό περισσότερο. Τότε ἔδεσαν τά τιμία πόδια τους σέ ἄλογα ἄγρια καί στήν συνέχεια τά ἔδιωχναν αὐτά γιά πολλές ὧρες μέσα σέ ἀγκάθια καί τριβόλια καί δύσβατους τόπους. Καί ἔτσι καταξέσχισαν καί διασκόρπισαν τίς σάρκες τῶν γενναίων ἀγωνιστῶν καί ἔτσι ἔγιναν αἴτιοι νά ἀνεβοῦν οἱ ἅγιες ψυχές τους στόν ποθούμενο Κύριο. Τότε μερικοί Χριστιανοί παίρνοντας κρυφά τά ἅγια λείψανά τους, τά ἐνταφίασαν σέ ἕναν τόπο ὀνομαζόμενο Παγκεανῶν, δοξάζοντας καί εὐλογῶντας τόν Θεό
Ἡ Ὁσία Μήτηρ ἡμῶν Θεοκτίστη ἡ Λεσβία ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Αὐτή καταγόταν ἀπό τήν Μυτιλήνη, ἀπό τήν πόλι Μήθυμνα. Ἀπό τήν παιδική της ἡλικία παραδόθηκε σέ παρθενῶνα καί ἔγινε Μοναχή. Ὅταν ἔφθασε στήν ἡλικία τῶν δεκαοκτώ ἐτῶν, πῆγε στο χωριό πού ἦταν ἐκεῖ, γιά νά χαιρετήση τήν ἀδελφή της. Τήν νύκτα ἐκείνη ἔτυχε νά ἔλθουν στήν Μυτιλήνη Κρητικοί κουρσάροι, ὁ πρῶτος ἀπό τούς ὁποίους ἦταν ὁ ὀνομαστός ἐκεῖνος Νήσιρις. Αὐτοί, ἀφοῦ πῆραν τούς ἄλλους κατοίκους ὡς σκλάβους, πῆραν μαζί καί τήν Ὁσία καί ἀνεχώρησαν. Τήν
ἄλλη ἡμέρα ἄραξαν στό νησί τῆς Πάρου καί ἀφοῦ ἔβγαλαν τούς σκλάβους ἔξω στήν στεριά, κάθισαν καί λογάριαζαν πόσο νά πωλήσουν τόν κάθε σκλάβο. Ἡ Ὁσία ὅμως Θεοκτίστη βρίσκοντας εὐκαιρία ἔφυγε κρυφά καί πηγαίνοντας μέσα στόν λόγγο, γλύτωσε τελείως ἀπό τά χέρια τους. Ἀπό τότε λοιπόν ἐκεῖ παραμένοντας, πέρασε ἡ μακάρια τριανταπέντε χρόνια κακοπαθῶν-τας καί παλεύοντας μέ πεῖνα, μέ κρύο καί μέ καύσω-να. Καί ζῶντας μέ λουμπινάρια καί ἄγρια λάχανα καί χωρίς νά δῆ καθόλου ἄνθρωπο στό χρονικό αὐτό διάστημα, ἀλλά μόνο μέ τόν Θεό μιλοῦσε μέ τήν προσευχή, γιά τόν Ὁποῖο καί ζοῦσε, καί μέ τήν Πάναγνο Θεοτόκο. Ὅταν λοιπόν τέλειωσαν τά τριάντα πέντε χρόνια, κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ, πῆγαν στήν Πάρο μερικοί κυνηγοί, γιά νά κυνηγήσουν στόν τόπο ἐκεῖνο, ὅπου ζοῦσε ἡ Ὁσία καί ἦταν ἔρημος. Ἕνας ὅμως ἀπό αὐτούς, ἀφοῦ ξεχώρισε ἀπό τούς ἄλλους καί ψάχνοντας τόν τόπο, γιά νά βρῆ κυνήγι, μπῆκε σέ ἕναν Ναό τῆς Θεοτόκου, πού βρισκόταν ἐκεῖ, γιά νά δῆ τά ὅσα ὑπῆρχαν ἐκεῖ μέσα[1]. Ἔρημος ἦταν τότε ὁ τόπος ἐκεῖνος. Ἀφοῦ λοιπόν ἐξερεύνησε τά ὅσα ἦταν ἐκεῖ στόν Ναό καί προσευχήθηκε, σήκωσε ἐπάνω τά μάτια του, καί νά, βλέπει πρός τό δεξιό μέρος τῆς ἁγίας Τραπέζης σάν ἕνα κουβάρι νῆμα ἤ στουπί, τό ὁποῖο χτυποῦσε ὁ ἄνεμος. Ὅταν ὅμως θέλησε νά προχωρήση μπροστά, γιά νά γνωρίση καλά τό φαινόμενο, ἄκουσε μία φωνή πού ἔλεγε· «Στάσου, ὦ ἄνθρωπε, καί μή πλησιάσης. Ντρέπομαι νά σοῦ φανερωθῶ, διότι εἶμαι γυμνή». Ὁ κυνηγός, χάνοντας τό θάρρος του ἀπό τό αἰφνίδιο τῆς φωνῆς καί φοβισμένος, προσπαθοῦσε νά φύγη. Διότι σηκώθηκαν οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς του καί στέκονταν ὄρθιες σάν ἀγκάθια. Μόλις καί μετά βίας, ὅταν συνῆλθε, ρωτοῦσε αὐτήν πού τόν φώναξε, ποιά εἶναι καί ἀπό ποῦ. Ἡ Ἁγία ἀπάντησε· «Ρίξε μου τό ἐπανωφόρι σου, γιά νά σκεπασθῶ μέ αὐτό καί τότε θά σοῦ διηγηθῶ τά κατ’ ἐμέ». Καί ὁ μέν κυνηγός, ἔκανε γρήγορα αὐτό, πού διατάχθηκε. Ἡ Ὁσία πάλι, ἀφοῦ πῆρε τό ἐπανωφόρι καί ντύθηκε, σφράγισε τόν ἑαυτό της μέ τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καί ἔτσι ἐμφανίσθηκε στόν κυνηγό ἕνα θαυμαστό καί ἐξαίσιο θέαμα.
Διότι, οἱ μέν τρίχες τῆς κεφαλῆς της, ἦταν ἄσπρες, τό πρόσωπό της ἦταν μελανό, σάρκες καθόλου δέν φαινόταν ἐπάνω της, παρά μόνο ἕνα δέρμα, πού συγκρατοῦσε καί κρατοῦσε τήν ἁρμονία τῶν νεύρων καί τῶν ὀστῶν. Καί γιά νά μιλήσω γενικά, τό ὅλο σῶμα της φαινόταν ὄχι ὡς σῶμα, ἀλλά σκιά σώματος. Ἀφοῦ λοιπόν διηγήθηκε ἡ Ἁγία ὅλη τήν ὑπόθεσι πού ἀφοροῦσε τόν ἑαυτό της, παρεκάλεσε τόν κυνηγό, ὅταν πάλι ἐπιστρέψη στό νησί γιά νά κυνηγήση, νά τῆς φέρη μερίδα τοῦ Ἁγίου Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ὅταν ὁ κυνηγός ἐπέστρεψε στήν Πάρο, ἔφερε μαζί του τά θεῖα Μυστήρια, τά ὁποῖα ἀφοῦ ἔλαβε ἡ Ὁσία καί προσευχήθηκε, κοινώνησε καί τόν Θεό εὐχαρίστησε. Ὁ κυνηγός πῆγε καί κυνήγησε, ἀλλά γρήγορα ἐπέστρεψε στήν Ὁσία, τήν ὁποία βρῆκε νεκρή. Ἀφοῦ ἔσκαψε τήν γῆ, ὅσο μποροῦσε καί παρακάλεσε τήν Ἁγία νά πρεσβεύη γι’ αὐτόν πρός τόν Κύριο, τήν ἐνταφίασε στόν τόπο ἐκεῖνο, ὅπου τήν βρῆκε, δοξάζοντας καί εὐλογῶντας τόν Θεό.[1] Ὁ Ναός αὐτός τῆς Θεοτόκου, πού βρίσκεται στήν Παροικία, τήν πρωτεύουσα πόλι τῆς νήσου Πάρου, εἶναι θαυμαστός καί περιώνυμος, καλούμενος Ἑκατονταπυλιανή. Διότι οἱ πύλες της συναριθμουμένων καί καί τῶν παραθυρίδων, συμποσοῦνται, ὅπως λέγουν, στά ἑκατό. Διότι ὄχι μόνο εἶναι εὐρύχωρος καί πολύ μεγάλος κατά τό μῆκος καί τό πλάτος, ἀλλά εἶναι ἀκόμη καί οἰκοδομημένος μέ κολῶνες πολλές καί μεγάλες καί μέ μάρμαρα θαυμαστά καί ἀξιοθέατα. Τό δέ ἐπάνω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα μαρμάρινο κουβούκλιο, τό ὁποῖο στηρίζεται ἐπάνω σέ τέσσερις κολῶνες, εἶναι ὄντως θέαμα ἄξιο θεωρίας καί γιά τήν τῶν μαρμάρων μεγαλοπρέπεια καί γιά τήν φιλοτεχνία, μέ τήν ὁποία τό διακόσμησε ὁ τεχνίτης του. Σ’ αὐτόν τόν Ναό ὑπάρχουν δύο νερά, ἕνα πηγάδι ἐκτός τοῦ βήματος καί ἕνα ἁγίασμα στό βῆμα κάτω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα. Πολλά παρεκκλήσια ἀκόμη ὑπάρχουν μέσα στόν Ναό, ἕνα ἀπό τά ὁποῖα εἶναι ἀφιερωμένο στήν Ὁσία Θεοκτίστη, πού ἀναφέραμε, στό ὁποῖο καί ἑορτάζουν τήν μνήμη της οἱ Πάριοι, ἔχοντας καί τήν ἀσματική της Ἀκολουθία. Ἀλλά καί τά κατηχουμενεῖα, πού ὑπάρχουν ἐπάνω ἀπό τόν Ναό εἶναι μεγαλοπρεπῆ καί ἀξιοθέατα. Καί γενικά ὁ Ναός αὐτός εἶναι μεγαλοπρεπέστατος καί ὄντως βασιλικῆς χειρός ἔργο καί φιλοτέχνημα. Φαίνεται δέ ὅτι τόν καιρό τοῦ Συμεών τοῦ Μεταφραστοῦ, ὁ ὁποῖος συνέγραψε τόν Βίο αὐτῆς τῆς Ὁσίας Θεοκτίστης, δηλαδή κατά τό ἔτος 886, δέν ἦταν ὅπως κτίσθηκε ὁ Ναός αὐτός ὄμορφος καί ὡραῖος, ἀλλά διέσωζε μόνο μερικά λείψανα τῆς παλαιᾶς ἐκείνης ὡραιότητας πού εἶχε. Καί ἄν τότε δέν ἦταν τόσο ὡραῖος, ὅπως κτίθηκε, πολύ περισσότερο τώρα δέν ἔχει τήν παλιά ὡραιότητα· διότι τότε, λέει ὁ ἴδιος ὁ Συμεών, ἦταν ἐσωτερικά ντυμένος μέ πριονιστά μάρμαρα. Καί τόσο ἐλέπτυνε ὁ τεχνίτης τήν πέτρα, πού φαινόταν ὅτι ὁ τοῖχος ἦταν ντυμένος μέ ροῦχα βύσσινα καί μέ πορφυρᾶ ὑφάσματα. Καί τόση ἐπιτηδειότητα καί φροντίδα ἔβαλε στό ἔργο αὐτό, ὥστε προσπάθησε νά δώση τό κάλλος καί τήν ὀμορφιά τῆς φύσεως στίς ἄψυχες πέτρες. Ὅσο γιά τό κουβούκλιο πού εἶναι ἐπάνω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα, λέει, ὅτι εἶχε τόση ὀμορφιά καί χάρι, ὥστε τό πελέκημα ἐκείνου καί τό τόρνευμα ἔδειχνε σάν νά μή ἔχη φύσι μαρμάρου, ἀλλά νά φαίνεται ἕνα γάλα πηγμένο.
* Οἱ Ὅσιοι καί Θεοφόροι Πατέρες ἡμῶν Εὐθύμιος καί Νεόφυτος, οἱ Κτίτορες τῆς Ἱερᾶς καί σεβασμίας Μονῆς τοῦ Δοχειαρίου[1], ἐν εἰρήνῃ τελειοῦνται.
Ἀπό αὐτούς τούς δύο Πατέρες ὁ θεοφόρος Εὐθύμιος ἦταν θεῖος κατά σάρκα, πατέρας δέ κατά πνεῦμα τοῦ Ὁσίου καί θεοφόρου Πατρός ἡμῶν Νεοφύτου, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται καί κτήτορας τῆς Μονῆς αὐτῆς τοῦ Δοχειαρίου. Αὐτός καταγόμενος ἀπό τήν βασιλεύουσα τῶν πόλεων καί ὄντας φίλος καί γνώριμος τοῦ Πατρός Ἀθανασίου, τοῦ κτήτορος τῆς Μονῆς τῆς Μεγίστης Λαύρας, κατά πρῶτον ἔγινε κτίτορας καί οἰκιστής τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Δοχειαρίου. Ἀρχικά, στόν τόπο πού λέγεται Δάφνη, οἰκοδόμησε Μονύδριο καί μαζί μέ ἄλλους ἀδελφούς ἐργαζόταν τό μέλι τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἡσυχίας. Ἐπειδή ὅμως ἦλθαν Σαρακηνοί πειρατές στό Ὄρος καί ἄλλα πράγματα ἀπό τό μονύδριο διάρπαξαν καί ἄλλα κατεδάφισαν καί ὁ Ὅσιος μέ μεγάλη δυσκολία γλύτωσε ἀπό τήν μάχαιρα ἐκείνων, ἀφοῦ κρύφθηκε μαζί μέ ἄλλους ἀδελφούς στό δάσος, γιά τόν λόγο αὐτόν ἔκρινε σκόπιμο νά μή παραμείνη ἄλλο σέ τέτοιον ἐπικίνδυνο τόπο. Ἔτσι ἀναχωρῶντας ἀπό ἐκεῖ μαζί μέ τούς ἄλλους ἀδελφούς, ἔρχεται στόν τόπο αὐτόν, ὅπου τώρα ὑπάρχει τό Μοναστήρι, ὁ ὁποῖος τότε ἦταν ἀπότομος καί δύσκολος γιά κατοίκησι, ἀλλά πολύ κατάλληλος γιά ἡσυχία. Ἀφοῦ λοιπόν ἀγόρασε τόν τόπο αὐτόν ἀπό τόν τότε Πρῶτο Ἰσαάκ καί τόν καθάρισε ἀπό τά ὅσα ὑπῆρχαν ἐκεῖ καί τόν ἐξωμάλισε, οἰκοδομεῖ πάλι ἐκεῖ Ναό στό ὄνομα τοῦ Ἁγίου Νικολάου μαζί μέ κελλιά, μέ ἀμέτρητους κόπους καί ἱδρῶτες γιά παραμονή δική του καί ὅσων ἦταν μαζί του, καί μέ φροντίδα ἀγωνιζόταν τό στάδιο τῆς ἀσκήσεως. Ἀργότερα ὅταν ἦλθε ὁ ἀνεψιός του, τόν ἔκειρε Μοναχό καί τοῦ ἀνέθεσε τήν φροντίδα καί προστασία τῆς Μονῆς, ἐνῶ ὁ ἴδιος ζοῦσε στήν ἡσυχία, ὅπου καί παρέδωσε τό πνεῦμα του στόν Θεό, ὄντας περίπου ἑκατό ἐτῶν.
Ὁ Ὅσιος Νεόφυτος ἦταν καί αὐτός κτίτορας τῆς ἴδιας Μονῆς. Ἦταν υἱός δούκα, στήν ἐποχή τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ καί τοῦ Ἰωάννου τοῦ Τσιμισκῆ, κατά τό ἔτος 969, καί γιά τήν πρόοδο πού εἶχε στήν κοσμική φιλοσοφία καί ἰδιαίτερα ὅμως γιά τίς ἀρετές του καί τήν ταπείνωσί τους, ἀγαπιόταν ἀπό ὅλους. Ὁπότε καί ἀπό τόν αὐτοκράτορα ὡρίσθηκε πρῶ
τος γραμματέας τῶν βασιλικῶν ὑπομνημάτων. Ἐπειδή ὅμως εἶχε θεῖο στό Ὄρος τόν ἀνωτέρω Εὐθύμιο, ὁ ὁποῖος ἦταν Ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Δοχειαρίου, ἐπεθύμησε νά ἔλθη κοντά του καί νά γίνη μοναχός. Καί, λοιπόν, ἐγκαταλείποντας τόν κόσμο καί τά τοῦ κόσμου, ἦλθε στήν ἀνωτέρω Μονή καί ἔγινε μοναχός ἀφιερώνοντας στήν Μονή καί ὅ,τι χρήματα καί ὅποια περιουσία εἶχε. Ἀφοῦ ἐγκαταστάθηκε καί Ἡγούμενος τῆς Μονῆς αὐτῆς ἀπό τόν θεῖο του λόγῳ τῆς ἀξιότητάς του, ἔκτισε ἄλλη εκκλησία μεγάλη καί πύργο στό Μοναστήρι καί ἔγινε νέος κτίτορας αὐτοῦ. Τότε καί μέ τήν προσευχή του τοῦ φανέρωσαν οἱ θεῖοι Ἀρχάγγελοι τόν κρυμμένο θησαυρό. Ἀργότερα ἔγινε καί Πρῶτος τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Καί στήν συνέχεια ἀφοῦ παραιτήθηκε καί ἀναχώρησε στήν ἡσυχία «ἐν εἰρήνῃ ἐκοιμήθη».
[1] Ἐπειδή ὅμως ἐδῶ ὁ λόγος εἶναι περί τῆς Ἱερᾶς καί σεβασμίας Μονῆς τοῦ Δοχειαρίου, μοῦ φάνηκε λυπηρό νά σιωπήσω καί νά μή κάνω γνωστό σέ ὅλους τούς Ὀρθοδόξους καί φιλοθεοτόκους Χριστιανούς τά σχετικά μέ τήν παλαιά καί θαυματουργή εἰκόνα τῆς Κυρίας ἡμῶν Θεοτόκου, τῆς καλουμένης Γοργοϋπηκόου, πού βρίσκεται σ’ αὐτήν τήν Μονή. Ἔτσι μέ συντομία ἀναφέρουμε ἐδῶ τά σχετικά μέ αὐτήν, σάν ἕνα καρύκευμα τῶν θερμῶν ἐραστῶν τῆς Θεοτόκου. Στά δεξιά μέρη τῆς τραπέζης τῆς ἀνωτέρω Μονῆς τοῦ Δοχειαρίου βρισκόταν παλαιά εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Ὄντας ὅμως ἀπό ἐκεῖ πέρασμα, συνέχεια περνοῦσε ὁ τότε τραπεζάρης τοῦ Μοναστηρίου, ἰδιαίτερα ὅμως κατά τήν νύκτα, κρατῶντας στά χέρια ἀναμμένα δαδιά. Κατά τό ἔτος λοιπόν 1646 περνῶντας ἀπό ἐκεῖ ὁ τραπεζάρης, ἔχοντας καί τά δαδιά στά χέρια του, ὤ τοῦ θαύματος! ἀκούει μία φωνή νά ἐξέρχεται ἀπό τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου καί νά λέη· «Μή περνᾶς ἀπό ἐδῶ καί μαυρίζεις τόν τόπο μέ τόν καπνό». Ὁ τραπεζάρης νομίζοντας ὅτι κάποιος ἄνθρωπος φώναξε, κατεφρόνησε τήν φωνή. Μετά ὅμως ἀπό λίγες ἡμέρες πάλι περνῶντας ἀπό ἐκεῖ μέ τά δαδιά, ἀκούει καί δεύτερη φωνή νά λέη· «Ὤ μοναχέ ἀμόναχε, ἕως πότε δέν παύεις νά καπνίζης τήν μορφή μου καί νά μέ μαυρίζης μέ περιφρόνησι;» Καί μαζί μέ τήν φωνή ἔχασε ὁ ταλαίπωρος τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του καί ἔμεινε τυφλός.
Τότε ἀφοῦ κατάλαβε, ὅτι ἔσφαλε πολύ, ἐπειδή κατεφρόνησε τήν πρώτη φωνή, κατεσκεύασε ἕνα στασίδι μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, παρακαλῶντας μέ δάκρυα τήν Δέσποινα τοῦ παντός, γιά νά τοῦ συγχωρήση τό ἐξ ἀπροσεξίας ἁμάρτημα, καί ὡς ἔνδειξι τῆς συγχωρήσεως νά τοῦ χαρίση τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του, ὥστε βλέποντας τήν ἁγία εἰκόνα της νά τήν δοξάζη καί νά τήν εὐχαριστῆ πάντοτε. Τί ἔκανε λοιπόν ἡ φιλανθρωπότατη Βασίλισσα; Εἰσάκουσε τήν δέησί του καί τοῦ μίλησε λέγοντας · «Ἰδού ἀπό τῆς σήμερον χαρίζομαί σοι τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν σου. Καί πρόσεχε εἰς τό ἑξῆς νά μή περάσης ἀπό αὐτοῦ μέ δαδία. Διότι ἐγώ εἶμαι ἡ Κυρία τῆς Μονῆς ταύτης, καί γοργῶς (ἤτοι ταχέως) ὑπακούω ἐκείνων, ὁπού μέ ἐπικαλοῦνται, καί δίδω εἰς αὐτούς τά πρός σωτηρίαν αἰτήματα». Ἔτσι ἀπό τότε ἔλαβε τήν ὀνομασία ἡ ἁγία αὐτή εἰκόνα· τό νά ὀνομάζεται, δηλαδή, Γοργοϋπήκοος.
Καί ὄντως Γοργοϋπήκοος φάνηκε μέ τά ἔργα ἡ θαυμαστή αὐτή εἰκόνα, γοργά καί ταχέως ὑπακούοντας ἐκείνους, πού τρέχουν σ’ αὐτήν μέ εὐλάβεια καί πίστι. Διότι αὐτή ἔκανε καί συνέχεια κάνει πάμπολλα θαύματα, ὄχι μόνο στό ὄρος τοῦ Ἄθω καί σέ ὅσους Μοναχούς ἀσκοῦνται στό Ὄρος, ἀλλά καί ἐκτός τοῦ Ὄρους στίς πόλεις καί στά χωριά καί σέ ὅσους χριστιανούς κατοικοῦν σέ αὐτά. Καί μάρτυρες αὐτῶν εἶναι ἡ Κούρσεβα, ὁ Ἴσβορος, τό Γομάτι, τό Γοσουβόστι, ἡ Σιλίμνος, ἡ Ζαγορά, ἡ Θεσσαλονίκη, ἡ Βουλγαρία, οἱ Σέρρες, ἡ Θάσος καί γενικά ἡ Ἀσία καί ἡ Εὐρώπη. Διότι σ’ αὐτούς τούς τόπους καί τίς ἐπαρχίες ἰάτρευσε καί ἰατρεύει ἡ θαυματουργική εἰκόνα τῆς Γοργοϋπηκόου διάφορες ἀσθένειες. Διότι τούς ἄτεκνους κάνει εὐτέκνους, τίς στεῖρες γυναῖκες, πολύγονες ἀποδεικνύει. Ὅσους ἔχουν τρικούγκουλα, θεραπεύει. Αὐτούς πού κλέβουν τά ξένα πράγματα, τούς φανερώνει. Ὅσους κινδυνεύουν στήν θάλασσα, ἐλευθερώνει. Ὅσους σκλαβώθηκαν ἀπό τούς κλέφτες, λυτρώνει. Ὅσους ὑποφέρουν ἀπό πονοκέφαλο καί κώφωσι, τούς καθιστᾶ ὑγιεῖς. Ὅσους καταδυναστεύονται ἀπό ἀγγαρεῖες, ἁπαλλάττει. Τούς παράλυτους ἀνορθώνει. Τίς ἀκρίδες, τίς διώχνει. Στούς τυφλούς χαρίζει τό φῶς. Καί ὅσους κινδυνεύουν ἀπό θανατηφόρες ἀσθένειες, τούς κάνει νά σηκωθοῦν ὄρθιοι καί τούς κάνει ὑγιεῖς· ὅπως τά θαύματα αὐτά βρίσκονται γραμμένα στήν Μονή αὐτή τοῦ Δοχειαρίου, μέ ὅλα τά περιστατικά τους.
Τῇ 9ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Νεκταρίου, Ἐπισκόπου Πενταπόλεως τοῦ Θαυματουργοῦ († 1920).
Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως γεννήθηκε τήν Τρίτη 1η Ὀκτωβρίου τοῦ 1846 στήν Σηλυβρία τῆς Τουρκοκρατούμενης Θράκης ἀπό εὐσεβεῖς καί φτωχούς γονεῖς - τούς Δῆμο (Δημοσθένη) καί Μπαλοῦ (Βασιλική) Κεφαλᾶ. Ὁ πατέρας του καταγόταν ἀπό τά Ἰωάννινα, ναυτικός στό ἐπάγγελμα, καί ἡ μητέρα του καταγόταν ἀπό τήν Σηλυβρία. Ἦταν τό πέμπτο παιδί τῆς οἰκογένειας καί εἶχε πέντε ἤ ἕξι ἀδέρφια: τόν Δημήτριο, τόν Γρηγόριο, τήν Σμαράγδα, τήν Σεβαστή, τήν Μαριώρα καί τόν Χαραλάμπη (τό ὄνομα καί ἡ ὕπαρξι τοῦ ὁποίου ἐμφανίζονται στήν διαθήκη τοῦ Ἁγίου, ἐνῷ κάποιες πηγές τόν θέλουν νά ἀντικατέστησε τόν Ἅγιο ὡς διδάσκαλος στό χωριό Λιθί τῆς Χίου). Κατά τήν βάπτισί του τοῦ δόθηκε τό ὄνομα Ἀναστάσιος.
Τά πρῶτα γράμματα μαζί μέ χριστιανικές διδαχές τά ἔλαβε ἀπό τήν μητέρα του. Στήν Σηλυβρία τελείωσε τό δημοτικό καί τό σχολαρχεῖο. Ἦταν ἕνα εὐφυέστατο παιδί μέ πολύ καλή μνήμη, πού ἔδειξε τήν διδασκαλική καί θεολογική του κλίσι ἀπό πολύ νωρίς. Χαρακτηριστικό εἶναι τό γεγονός, ὅτι σέ ἡλικία μόλις ἑπτά ἐτῶν ἔρραβε φύλλα χαρτιοῦ μεταξύ τους μέ σκοπό νά φτιάξη βιβλία, γιά νά γράψη σέ αὐτά τά λόγια του Θεοῦ, ὅπως ὁ ἴδιος εἶπε στήν μητέρα του.
Κατόπιν μετανάστευσε στήν Κωνσταντινούπολι, ὅπου ἐργάσθηκε στήν ἀρχή σέ καπνοπωλεῖο, τόσο γιά νά βοηθήση οἰκονομικά τήν οἰκογένειά του, ὅσο καί γιά νά μπορέση νά συνεχίση τίς σπουδές του. Ἀρχικά ἐργάσθηκε σέ συσκευαστήριο καπνοῦ, ὁπού ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ φερόταν βάναυσα. Ἐργαζόταν πολλές ὧρες ἡμερησίως, δέν ἀμειβόταν καί πολλές φορές ξυλοκοπεῖτο. Ὁ Ἀναστάσιος τά ὑπέμενε ὅλα αὐτά, καθότι δέν ἤθελε νά μάθη ἡ οἰκογένειά του τό δρᾶμα, τό ὁποῖο περνοῦσε, ὥστε νά μήν λυποῦνται. Ἡ κατάστασι ἄλλαξε ὅταν ἕνας ἔμπορος, πού εἶχε μαγαζί παράπλευρα ἀπό τό συσκευαστήριο, τόν λυπήθηκε, ὅταν κάποια ἡμέρα εἶδε ἕνα ξυλοδαρμό ἀπό τό ἀφεντικό του καί ἔτσι τόν πῆρε στήν δούλεψί του. Ἡ κατάστασι μεταστράφηκε. Ἄρχισε νά ἐργάζεται στό ἐπιπλοποιεῖο του, μέ ἀποτέλεσμα οἱ ὧρες ἐργασίας νά μειωθοῦν, νά ἔχη χρόνο γιά ἐκκλησιασμό, νά πηγαίνη σχολεῖο, ἐνῷ σύντομα ἡ οἰκογένειά του τόν ἀκολούθησε στήν Κωνσταντινούπολι. Στήν Πόλι κάθισε συνολικά 7 ἔτη καί σέ ἡλικία 20 ἐτῶν τήν ἐγκατέλειψε, παρότι δέν ὡλοκλήρωσε τήν μόρφωσί του, γιά νά πάη στό Λιθί τῆς Χίου, νά ἐργασθῆ ὡς δάσκαλος.
Ἐκεῖνο τόν καιρό ἄρχισε νά μελετᾶ καί νά συλλέγη ρητά καί ἀποφθέγγματα Ἁγίων Πατέρων καί κλασσικῶν φιλοσόφων, τά ὁποῖα ἀποτέλεσαν τό δίτομο βιβλίο «Ἱερῶν καί φιλοσοφικῶν λογίων θησαύρισμα», πού ἐξέδωσε τό 1895.
Τά συγκέντρωνε ὄχι μόνο γιά δική του χρῆσι, ἀλλά καί γιά νά μπορέση νά τά μεταφέρη στούς συνανθρώπους του καί νά τούς ὠφελήση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αὐτῆς τῆς πλευρᾶς τοῦ χαρακτήρα του εἶναι, ὅτι ἔγραφε κάποια ἀπό αὐτά τά γνωμικά στίς χάρτινες καπνοσακκοῦλες τοῦ καπνοπωλείου, ὥστε νά τά διαβάσουν καί νά ὠφεληθοῦν ὅσοι τίς χρησιμοποιοῦσαν. Ἡ πρακτική αὐτή ἔλυνε καί τό πρόβλημα τῆς δημοσιεύσεώς τους ἀπό ἐκεῖνον, ἐλλείψει χρηματικῶν πόρων.
Πρίν ἀκόμα συμπληρώση τό 20ό ἔτος τῆς ἡλικίας του, προσελήφθη ὡς παιδονόμος στήν Κωνσταντινούπολι, στό σχολεῖο τοῦ Μετοχίου τοῦ Παναγίου Τάφου (διευθυντής τοῦ σχολείου αὐτοῦ ἦταν ὁ θεῖος του - ἀπό τήν πλευρά τῆς μητέρας του- Ἀλέξανδρος Τριανταφυλλίδης) ὅπου συνέχισε τίς σπουδές του, ἐνῷ ταυτόχρονα ἐργαζόταν διδάσκοντας τίς μικρότερες τάξεις.
Τήν ἴδια περίοδο ἔλαβε χώρα καί τό πρῶτο θαῦμα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Ἐνῷ βρισκόταν σέ ἱστιοφόρο καί ταξίδευε, γιά νά πάη ἀπό τήν Κωνσταντινούπολι, στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του - γιά νά ἑορτάση μαζί μέ τήν οἰκογένειά του τά Χριστούγεννα - ἔπιασε μεγάλη τρικυμία. Μέ τήν παραίνεσι καί τίς προσευχές ὅμως τοῦ Ἁγίου τό πλοῖο κατάφερε νά φθάση στόν προορισμό του καί ἔτσι γλύτωσαν τήν ζωή τους οἱ συνεπιβάτες του καί φυσικά ὁ ἴδιος.
Μετά τήν Κωνσταντινούπολι ἦλθε ἡ σειρά τῆς Χίου νά φιλοξενήση τόν «Ἅγιο τοῦ 20οῦ αἰῶνα». Στήν ἀρχή ἐργάσθηκε ὡς δημοδιδάσκαλος στό χωριό Λιθί, ἐνῷ παράλληλα κήρυττε σέ Ἱερούς ναούς τῆς περιοχῆς.
Ἦταν 20 ἐτῶν, ὅταν ἔφθασε στήν Χίο. Ἔχοντας πλέον γραμματική καί θεολογική γνῶσι, ἔλαβε τή θέσι τοῦ δασκάλου. Στήν Χίο ἔμεινε γιά ἄλλα 10 χρόνια, μέχρι τό 1877. Ἐκεῖ ἀρχικά γνώρισε τόν μεγάλο εὐεργέτη του Ἰωάννη Χωρέμη, ἕναν εὔπορο τοπικό ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος, ἐξ αἰτίας ἑνός περιστατικοῦ, πού εἶχε συμβεῖ κατά τήν μεταφορά τοῦ Ἁγίου ἀπό τήν Σηλυβρία πρός τήν Κωνσταντινούπολι (ἕνας ἀνιψιός τοῦ Χωρέμη τόν βοήθησε νά ἐπιβιβασθῆ στό πλοῖο, διότι δέν εἶχε χρήματα), τόν ἔθεσε ὑπό τήν προστασία του. Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ὅμως εἶχε ἀποφασίσει πλέον νά ἐξέλθη τῆς κοσμικῆς ζωῆς.
Μετά τήν πάροδο ἑπτά ἐτῶν εἰσῆλθε ὡς δόκιμος μοναχός στήν «Νέα Μονή» τῆς Χίου σέ ἡλικία 27 ἐτῶν. Τρία χρόνια ἀργότερα ἔγινε μοναχός (στίς 7 Νοεμβρίου 1876) καί ἔλαβε τό ὄνομα Λάζαρος, ἐνῷ ἄρχισε νά ἐργάζεται ὡς γραμματέας τοῦ μοναστηριοῦ. Λίγους μῆνες ἀργότερα (στίς 15 Ἰανουαρίου 1877) χειροτονήθηκε ἱεροδιάκονος ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Χίου Γρηγόριο. Κατά τήν χειροτονία του ἔλαβε τό ὄνομα Νεκτάριος. Τό ἴδιο ἔτος (1877), ὁ Νεκτάριος μετά ἀπό παρότρυνσι τοῦ Ἰωάννη Χωρέμη ἔφυγε ἀπό τήν Νέα Μονή μέ ἄδεια καί πῆγε στήν Ἀθήνα, γιά νά συνεχίση τίς σπουδές του. Στό νησί τῆς Χίου ἐπέστρεψε μετά ἀπό τρία ἔτη, ἔχοντας στίς ἀποσκευές του τό πτυχίο τοῦ Γυμνασίου.
Στά τέλη Σεπτεμβρίου τοῦ 1882 μετέβη στήν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου παρουσιάσθηκε στόν Πατριάρχη Σωφρόνιο καί τοῦ ἐξέθεσε τήν ἐπιθυμία του νά συνεχίση τίς σπουδές του, δίνοντάς του καί μία συστατική ἐπιστολή ἀπό τόν Ἡγούμενο τῆς Νέας Μονῆς Νικηφόρο. Ὁ Σωφρόνιος ὄντως τόν βοήθησε (ἀναλαμβάνοντας τό Πατριαρχεῖο τό ἕνα μέρος ἀπό τά ἔξοδα τῶν σπουδῶν, τά ὑπόλοιπα τά κάλυψαν οἱ ἀδερφοί Χωρέμη) θέτοντάς του ὅμως ὡς ὅρο μετά τό πέρας τῶν σπουδῶν του, νά ἐπιστρέψη στήν Ἀλεξάνδρεια καί νά ἐργασθῆ γιά τό Πατριαρχεῖο.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, πῆρε γιά ἄλλη μία φορά τόν δρόμο γιά τήν Ἀθήνα, ὅπου γράφθηκε στήν Θεολογική Σχολή Ἀθηνῶν, ἀπό τήν ὁποία ἀποφοίτησε τρία χρόνια ἀργότερα. Ὁ Νεκτάριος ἐκεῖ διέπρεψε καί μάλιστα, πρώτευσε στό διαγωνισμό σχολικῆς κοσμητείας στό «Παπαδάκειο κληροδότημα», μέ ἀποτέλεσμα νά κερδίση ὑποτροφία σπουδῶν στήν Θεολογική Σχολή, κάτι πού τόν ἀνακούφισε πολύ, καθότι ὁ εὐεργέτης του Ἰωάννης Χωρέμης εἶχε φύγει ἀπό τήν ζωή, μέ ἀποτέλεσμα νά βρίσκεται σέ δεινή οἰκονομική κατάστασι. Ἀφοῦ ἔλαβε τό πτυχίο του (1885), πάλι ἀνεχώρησε πρός τήν Ἀλεξάνδρεια.
Ἦταν τέλη τοῦ 1885 ἤ ἀρχές τοῦ 1886, ὅταν ἐπέστρεψε στήν Ἀλεξάνδρεια ἔχοντας τελειώσει τίς σπουδές του στήν Θεολογική Σχολή Ἀθηνῶν. Στίς 23 Μαρτίου τοῦ 1886 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Σάββα ἀπό τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας, ἐνῷ τόν Αὔγουστο τοῦ ἴδιου χρόνου ἀνῆλθε στό ἀξίωμα τοῦ Ἀρχιμανδρίτη. Ἐργάσθηκε ὡς γραμματέας τοῦ Πατριαρχείου καί κατόπιν ὡς Πατριαρχικός Ἐπίτροπος στό Κάιρο. Στίς 15 Ἰανουαρίου τοῦ 1889 ὁ Πατριάρχης Σωφρόνιος, ἀναγνωρίζοντας τήν ἀξία τοῦ Ἁγίου, τόν χειροτόνησε Μητροπολίτη Πενταπόλεως. Ὁ Ἅγιος ἀσκοῦσε τά καθήκοντά του μέ ζῆλο καί ὑποδειγματικό τρόπο. Αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα, τό ποίμνιό του νά τόν ἀγαπᾶ ὅλο καί περισσότερο, ἐνῷ - στόν ἀντίποδα - κάποιοι στό Πατριαρχικό περιβάλλον ἄρχισαν νά τόν συκοφαντοῦν, διότι ζήλευαν τήν ἀγάπη, πού τοῦ εἶχαν οἱ χριστιανοί, ἀλλά καί τό μεγαλεῖο τοῦ χαρακτήρα του.
Οἱ συκοφάντες ἔρριξαν τούς σπόρους τους καί ἐκεῖνοι βρῆκαν γόνιμο ἔδαφος στόν ὑπερήλικο Πατριάρχη καί φύτρωσαν. Ἀποτέλεσμα; Νά ἀφαιρεθοῦν ἀπό τόν Ἅγιο Νεκτάριο τά ἀξιώματά του καί νά τοῦ ἐπιτραπῆ μόνο νά διαμένη στό δωμάτιό του. Οἱ συκοφάντες συνέχισαν τό βδελυρό τους ἔργο καί ἔτσι, στίς 11 Ἰουλίου τοῦ 1890 ἐκδόθηκε ἀπό τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας «ἀπολυτήριο», μέ τό ὁποῖο ὑποχρέωναν τόν Ἅγιο νά ἐγκαταλείψη τήν Αἴγυπτο. Ἀξίζει νά σημειωθῆ, ὅτι τό «ἀπολυτήριο» δέν ἦταν σύμφωνο μέ τούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας - δέν εἶχε γίνει ἐκκλησιαστική δίκη - ἀλλά καί δέν τοῦ καταβλήθηκαν οἱ μισθοί, πού τοῦ χρωστοῦσε τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας ἀπό τήν ἡμέρα, πού χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως ἕως καί τήν ἡμέρα, πού τόν ἀνάγκασαν νά ἀποχωρήση ἀπό τήν Αἴγυπτο. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος πῆρε γιά τρίτη φορά τόν δρόμο γιά τήν Ἀθήνα. Οἱ συκοφάντες εἶχαν πετύχει τόν στόχο τους.
Ἀπό τήν στιγμή, πού ἔφθασε στήν ἑλληνική πρωτεύουσα, ἄρχισε νά ἀναζητᾶ κάποια θέσι, πού θά τοῦ ἐπέτρεπε νά προσφέρη ξανά τίς ὑπηρεσίες του στούς ἀνθρώπους. Μετά ἀπό ἕναν χρόνο - δύσκολο λόγῳ τῆς ἄσχημης οἰκονομικῆς του καταστάσεως - διωρίσθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἱεροκήρυκας Εὐβοίας, στίς 15 Φεβρουαρίου τοῦ 1891. Κοντά στούς ἐκεῖ χριστιανούς ἔμεινε δυόμισυ χρόνια, ἕως τόν Αὔγουστο τοῦ 1893, ὁπότε μετατέθηκε στό νομό Φθιώτιδος καί Φωκίδος. Στήν νέα του θέσι παρέμεινε μόλις μισό χρόνο.
Τό ἦθος του, ὁ ἐξαίσιος χαρακτήρας του, ἡ εὐσέβειά του, ἀλλά καί οἱ πράξεις του, ἔκαναν τό ποίμνιό του νά τόν ἀγαπᾶ σάν πατέρα καί τήν φήμη του νά ἐξαπλώνεται συνεχῶς.
Τό 1892 καί τό 1893 διωρίσθηκε ἱεροκήρυκας στόν νομό Φθιωτοβοιωτίας ἀντίστοιχα. Ὁ Νεκτάριος πραγματοποιοῦσε διαρκῶς περιοδεῖες σέ χωριά καί πόλεις κηρύττοντας, τήν ὥρα πού φίλοι του προσπαθοῦσαν νά τόν μεταθέσουν στήν Ριζάρειο σχολή Ἀθηνῶν. Ὅταν ἔγινε ἀντιληπτό ἄρχισαν πάλι κάποιοι ψίθυροι, οἱ ὁποῖοι τελικά δέν κατάφεραν νά ἀποτρέψουν τόν Νεκτάριο ἀπό τό νά γίνη διευθυντής τῆς Ἀθηναϊκῆς θεολογικῆς σχολῆς τῆς ἐποχῆς, πού ἐπί τῶν ἡμερῶν του γνώρισε μεγάλη αἴγλη. Αὐτό ἔγινε τόν Μάρτιο τοῦ 1894.
Στήν διεύθυνσι τῆς Ριζαρείου παρέμεινε γιά 14 ὁλόκληρα χρόνια. Στό διάστημα αὐτῶν τῶν ἐτῶν ἔδωσε νέα πνοή στό ἵδρυμα καί βοήθησε στήν ἐκπαίδευσι καί στήν ἀνάδειξι πλήθους κληρικῶν καί ἐπιστημόνων. Παράλληλα συνέχισε - μέ μεγαλύτερη μάλιστα ἔντασι - τό συγγραφικό του ἔργο. Μία ἀσχολία πού τόν συνώδευε ἀπό τά νεανικά του χρόνια καί πού χάρισε σέ ἐμᾶς πνευματικούς θησαυρούς γεννημένους στό μυαλό καί στήν ψυχή τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Τίς περισσότερες ὧρες τῆς ἡμέρας ἐργαζόταν γιά τίς ἀνάγκες τῆς σχολῆς καί τόν ἐλάχιστο ἐλεύθερο χρόνο του τόν μοίραζε στήν προσευχή, στήν μελέτη, στήν συγγραφή καί στήν ἀγαπημένη τοῦ ἀσχολία: τήν φροντίδα λουλουδιῶν καί δένδρων. Κατά τήν διάρκεια τῶν θερινῶν διακοπῶν τῆς σχολῆς, τό καλοκαίρι τοῦ 1898, ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἐπισκέφθηκε τό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου καί περιώδευσε στίς ἐκεῖ μονές γιά σχεδόν δύο μῆνες καί συνδέθηκε μέ τόν γέροντα Δανιήλ τόν Κατουνακιώτη τό 1898. Στό διάστημα αὐτό μελέτησε ἐκτενῶς τά χειρόγραφα στίς βιβλιοθῆκες τῶν μονῶν, πρός ἀναζήτησι ὑλικοῦ γιά τίς ἐπιστημονικές ἐργασίες του.
Παράλληλα μέ τά καθήκοντα τοῦ διευθυντῆ τῆς Ριζαρείου, ἀνέλαβε καί φιλανθρωπική δρᾶσι συνδράμοντας ὅσους εἶχαν ἀνάγκη σέ πνευματικό καί ὑλικό ἐπίπεδο. Ἡ ἔντονη σωματική καί πνευματική δρᾶσι ἐκείνων τῶν ἐτῶν, ἔδρασε ἀρνητικά στήν ὑγεία τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος ἀρρώσταινε ὅλο καί πιό συχνά. Τότε ἦταν πού στό μυαλό του γεννήθηκε ἡ ἰδέα τῆς ἐπιστροφῆς στόν μοναστικό βίο καί ζήτησε ἀπό τήν Νέα Μονή Χίου τό ἀπολυτήριό του, ὥστε νά μπορέση νά μονάση, ὅπου ἤθελε. Αὐτό τό ἀπολυτήριο στάλθηκε ἀπό τήν Νέα Μονή στόν Ἅγιο Νεκτάριο στίς 24 Νοεμβρίου τοῦ 1900.
Ἡ φτώχεια τήν ἐποχή, πού διετέλεσε ὁ Νεκτάριος διευθυντής τῆς Ριζαρείου, ἦταν κανόνας καί ταυτόχρονα τό ἠθικό τῶν Ἑλλήνων, εἰδικά μετά τήν ἀποτυχία τό 1897, μέ τόν ἑλληνοτουρκικό πόλεμο, βρισκόταν στό ναδίρ. Ὁ ἴδιος ὅμως μέ τήν ἐλεημοσύνη ὡς ὅπλο καί τόν λόγο τοῦ εὐαγγελίου τόνωνε τήν τότε ἀθηναϊκή κοινωνία, ἡ ὁποία προσέτρεχε συχνά στά κηρύγματά του, γιά νά πάρη τήν συμβουλή του. Ὁ ἴδιος διετέλεσε διευθυντής τῆς Ριζαρείου Σχολῆς 14 συναπτά ἔτη ὡς καί τό 1908, ὁπότε καί γιά λόγους ὑγείας ἐγκατέλειψε τήν θέσι του.
Ὅταν κάποια στιγμή ὁ Ἅγιος γνωρίσθηκε μέ τήν Χρυσάνθη Στρογγυλοῦ (μετέπειτα Ἡγουμένη Ξένη), μία τυφλή καί εὐσεβῆ γυναίκα, μπῆκε τό πρῶτο λιθαράκι γιά τήν δημιουργία τῆς μονῆς στήν Αἴγινα. Ἡ Χρυσάνθη μαζί μέ μερικές ἀκόμα γυναῖκες ἐπιθυμοῦσαν νά μονάσουν καί ἀναζητοῦσαν ἕναν πνευματικό ὁδηγό, τόν ὁποῖο βρῆκαν στό πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Μέ παραίνεσί του ἄρχισαν νά ἀναζητοῦν τόπο γιά τήν δημιουργία ἑνός μοναστηριοῦ, καί τελικά κατέληξαν σέ μία ἐρειπωμένη μονή - ἀφιερωμένη στήν Ζωοδόχο Πηγή καί διαλυμένη ἀπό τό 1834 μέ διάταγμα τῶν Βαυαρῶν - στήν Αἴγινα. Ὅταν ἐπισκέφθηκε καί ὁ Ἅγιος τόν τόπο ἐκεῖνο, ἀποφασίστηκε νά ἐπισκευασθοῦν τά παλαιά κτήρια τῆς μονῆς καί νά ξανατεθῆ τό Μοναστήρι σέ λειτουργία. Οἱ ἐργασίες γιά τόν σκοπό αὐτό ξεκίνησαν τό 1904, ἡ δέ μονή θά ἦταν ἀφιερωμένη στήν Ἁγία Τριάδα. Ὁ Ἅγιος ἀπό τήν Ἀθήνα - ἦταν ἀκόμα διευθυντής στήν Ριζάρειο - καθωδηγοῦσε τίς μοναχές καί ὅποτε εὕρισκε χρόνο ἐπισκεπτόταν τήν μονή, στήν ὁποία ἐπρόκειτο νά περάση τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του.
Μετά ἀπό τέσσερα χρόνια, ἔχοντας πλέον ἀποφασίσει νά ἀποσυρθῆ στό Μοναστήρι τῆς Αἴγινας καί νά ἀσχοληθῆ μέ τήν ὀργάνωσί του καί τήν πνευματική καθοδήγησι τῶν μοναζουσῶν, πού τό στελέχωναν, ὑπέβαλε τήν παραίτησί του στό διοικητικό συμβούλιο τῆς Ριζαρείου στίς 7 Φεβρουαρίου τοῦ 1908. Ἡ παραίτησι ἔγινε δεκτή ἀπό τό συμβούλιο, τό ὁποῖο τόν συνταξιοδότησε - ὡς ἐλάχιστη ἀναγνώρισι τοῦ ἔργου του- μέ τό σημαντικό γιά τήν ἐποχή ποσό τῶν 250 δραχμῶν τό μῆνα.
Στήν μονή ἐγκαταστάθηκε μετά τό Πάσχα τοῦ ἰδίου ἔτους, ἐπειδή παρέμεινε στήν θέσι τοῦ διευθυντῆ τῆς Ριζαρείου μέχρι νά βρεθῆ ἀντικαταστάτης. Μέ δικά του ἔξοδα ἔκτισε μία μικρή οἰκία πλησίον ἀλλά ἐκτός τῆς μονῆς, στήν ὁποία θά κατοικοῦσε. Ἀξιοσημείωτο εἶναι, ὅτι ἔλαβε ἐνεργά μέρος στό κτίσιμο, κουβαλῶντας χῶμα ἤ λάσπη καί σκάβοντας, βοηθῶντας τούς τεχνῖτες. Ποτέ σέ ὅλη του τήν ζωή δέν θεώρησε κάποια ἐργασία ἀνάξιά του. Πάντα ἔκανε ὅ,τι περνοῦσε ἀπό τό χέρι του μέ ἰδιαίτερη χαρά, ζῆλο καί ταπεινοφροσύνη!
Μία ὑπόθεσι στήν ὁποία ἀφιέρωσε κόπο καί χρόνο, ἦταν αὐτή τῆς ἐπισήμου ἀναγνωρίσεως τῆς Μονῆς ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, πού τελικά ἐπιτεύχθηκε τέσσερα χρόνια μετά τήν κοίμησί του καί ἀνακοινώθηκε στίς μοναχές μέ ἐπιστολή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου στίς 15 Μαΐου τοῦ 1924.
Τά τελευταῖα χρόνια της ζωῆς του, ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἔπασχε ἀπό χρόνια προστατίτιδα, ἡ ὁποία τοῦ δημιουργοῦσε ἀφόρητους πόνους. Τελικά συμφώνησε στίς συστάσεις τῶν γιατρῶν καί ἦρθε στήν Ἀθήνα στό Ἀρεταίειο νοσοκομεῖο. Ἐκεῖ νοσηλεύθηκε -στόν 2ο θάλαμο τοῦ 2ου ὀρόφου (ἦταν θάλαμος Γ΄ θέσεως: ἀπορίας)- γιά δύο σχεδόν μῆνες. Στό πλευρό του, σέ ὅλη τήν διάρκεια τῆς νοσηλείας του ἦταν συνεχῶς - καί ἐναλλάσσονταν σέ βάρδιες - οἱ μοναχές Εὐφημία καί Ἀγαπία. Τελικά γύρω στά μεσάνυχτα τῆς 8ης πρός 9ης Νοεμβρίου τοῦ 1920 ἀναχώρησε γιά τούς Οὐρανούς, σέ ἡλικία 74 ἐτῶν.
Τό σκήνωμα τοῦ Ἁγίου μεταφέρθηκε στήν Αἴγινα καί ἀπό τό λιμάνι μέχρι τήν Μονή τό μετέφεραν στά χέρια τους οἱ πιστοί. Ὅλο τό νησί θρηνοῦσε, ἀλλά περισσότερο ἀπό ὅλους οἱ μοναχές, πού ἔχασαν τόν Πατέρα καί Ὁδηγό τους. Τό ἱερό του σκήνωμα ἤδη εἶχε ἀρχίσει νά ἀναδίδη εὐωδία. Ἡ ταφή του ἔγινε στόν αὔλειο χῶρο τῆς Μονῆς δίπλα στό ἀγαπημένο του πεῦκο.
Ὅταν μετά ἀπό ἕξι μῆνες ἄνοιξαν τό μνῆμα, γιά νά τοποθετηθῆ μία ἐπιτύμβια πλάκα - δωρεά τῆς Ριζαρείου - τό σκήνωμά του ἐξακολουθοῦσε νά εὐωδιάζη χωρίς νά παρουσιάζη τό παραμικρό σημάδι ἀλλοιώσεως. Ἐνάμισυ χρόνο ἀργότερα τό μνῆμα ξανανοίχτηκε καί τό ἱερό σκήνωμά του ἐξακολουθοῦσε νά παραμένη ἄφθαρτο καί εὐωδιάζον. Τό ἴδιο συνέβη καί τρία χρόνια μετά τήν κοίμησί του. Συνολικά τό σκήνωμά του παρέμεινε σέ αὐτή τήν κατάστασι γιά εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια! Τριάντα δύο χρόνια μετά τήν κοίμησί του ἔγινε ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του, στίς 2 Σεπτεμβρίου τοῦ 1953, ἀπό τόν Μητροπολίτη Προκόπιο.
Ἡ ἐπίσημη ἀναγνώρισί του ὡς Ἁγίου της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ἔγινε τό 1961 μέ Πατριαρχική Συνοδική Πρᾶξι ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Τότε καθωρίσθηκε καί ἡ 9η Νοεμβρίου ὡς ἡμέρα ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου.
Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος θεωρεῖτο ἀπό τούς κατοίκους τοῦ νησιοῦ τῆς Αἴγινας ἐν ζωῇ Ἅγιος. Τά γεγονότα ὅμως πού περιγράφουν οἱ μοναχές, ὁ Κωστῆς Σακκόπουλος, φίλοι, ἱερεῖς, νησιῶτες εἶναι πραγματικά ἀξιοπερίεργα καί ἐξηγοῦν τήν σημερινή λαοφιλία. Ὅπως λέγεται, στό διπλανό κρεβάτι, πού νοσηλευόταν ὁ Ἅγιος, νοσηλευόταν καί ἕνας παραπληγικός, ὁ ὁποῖος ἀδυνατοῦσε νά περπατήση. Τότε ἀκουμπῶντας τήν φανέλα τοῦ κεκοιμημένου Ἁγίου πάνω του θεραπεύθηκε. Κατά τήν μεταφορά του λέγεται, ὅτι δέν εἶχε βάρος, ἐνῷ τό μέτωπό του ἀνάβλυζε μύρο. Τό μεγαλύτερο ὅμως μυστήριο εἶναι, ὅτι τό λείψανο τοῦ Ἁγίου παρά τίς 3 ταφές καί ἐκταφές παρέμεινε ἀναλλοίωτο γιά περισσότερο ἀπό 30 χρόνια. Ἡ φήμη αὐτή μάλιστα ἔδωσε ἐλπίδα στόν λαό, εἰδικά σέ μία περίοδο ὅπου τό Ἑλληνικό ὄνειρο τῆς Πόλης ἔγινε συντρίμμια μέ τή πυρπόλησι τῆς Σμύρνης. Τό λείψανό του πρώτη φορά ἐκτάφηκε 3 ἔτη μετά τήν κοίμησί του καί αὐτό πού συνέβη κλόνισε ἀπό ἄκρη σέ ἄκρη τήν Ἑλλάδα.
Τό συγγραφικό του ἔργο:
Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἦταν πολυγραφώτατος καί λόγιος τῆς ἐποχῆς, γι’ αὐτό καί παρέδωσε πολυποίκιλο ἔργο, πραγματευόμενος πάσης φύσεως θέματα: Θρησκευτικά, κοινωνικά, παιδαγωγικά, ἠθικά κ.λπ. Τό ἔργο εἶχε ἀναγνωρισθῆ γιά τήν σπουδαιότητά του, τό ὕφος του καί τήν πνευματικότητά του, ὅσο ἀκόμα βρισκόταν ἐν ζωῇ ἀπό τόν τύπο τῆς ἐποχῆς ἀλλά καί ἀπό τήν Πανεπιστημιακή κοινότητα.


Login