Τῷ αὐτῷ μηνί I΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου Νύσσης.

Τῷ αὐτῷ μηνί I΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου Νύσσης.

 Ἡ μοῦσα Γρηγορίου οὐ Νύσσα θρόνος,

Οὐ Πιερίαν, ἀλλ’ Ἐδέμ σκηνήν ἔχει.

Γρηγόριον δεκάτῃ θανάτου κνέφας ἀμφεκάλυψεν.

 

 Αὐ­τός ὁ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τήρ ἡ­μῶν Γρη­γό­ριος, ὁ Νύσ­σης Ἐ­πί­σκο­πος (ἡ  ὁ­ποί­α ἁ­πλᾶ Νύ­σι ὀ­νο­μά­ζε­ται, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι πό­λις μέ θρό­νο Ἐ­πι­σκό­που ὑ­πό τόν Και­σα­ρεί­ας, ἀ­πέ­χον­τας ἀ­πό αὐ­τήν ἑ­ξῆν­τα μί­λια), αὐ­τός, λέ­ω, ἦ­ταν ἀ­δελ­φός του Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου καί ἔ­ζη­σε κα­τά τό ἔ­τος 374. Ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χος στούς λό­γους καί τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως ζη­λω­τής. Γι’ αὐ­τό καί ἀ­πο­δεί­χθη­κε προ­στά­της τῆς τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­ας, δι­ό­τι καί αὐ­τός ὁ τρι­σόλ­βιος ἦ­ταν πα­ρών μα­ζί μέ τούς ἑ­κα­τόν πε­νῆν­τα Ἐ­πι­σκό­πους, οἱ ὁ­ποῖ­οι συγ­κεν­τρώ­θη­καν στήν Δεύτερη Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο κα­τά τῶν Πνευ­μα­το­μά­χων, κα­τά τό ἔ­τος 381, πού ἔ­γι­νε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, καί ἔ­γι­νε ὑ­πέρ­μα­χος μέν τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως, πο­λέ­μιος ὅ­μως τῆς δυσ­σε­βοῦς αἱ­ρέ­σε­ως τῶν Πνευ­μα­το­μά­χων, κα­τα­τρο­πώ­νον­τάς τους μέ γρα­φι­κές ἀ­πο­δεί­ξεις καί μέ τήν δύ­να­μι τῶν λό­γων του. Δι­ό­τι, ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε κά­θε εἶ­δος λό­γου καί ἀ­ρε­τῆς, γιά τό κά­θε ἕ­να ἔ­λα­βε τήν δύ­να­μι. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ποί­μα­νε τό ποί­μνιό του κα­λῶς καί ὁ­σί­ως, σέ βα­θειά γη­ρα­τειά πρός Κύ­ριο ἐ­ξε­δή­μη­σε. Ἦ­ταν δέ ὡς πρός τόν χα­ρα­κτῆ­ρα τοῦ σώ­μα­τος, ὅ­μοι­ος κα­τά πάν­τα μέ τόν ἀ­δελ­φό του Βα­σί­λει­ο, ἐ­κτός ἀ­πό τά λευκά μαλ­λιά καί τό λί­γο χα­ρι­έ­στα­το, πού εἶ­χε αὐ­τός πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον. Τε­λεῖ­ται δέ ἡ Σύ­να­ξί του στήν ἁ­γι­ώ­τα­τη Με­γά­λη Ἐκ­κλη­σί­α[1].

  Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Δομετιανοῦ Ἐπισκόπου Μελιτινῆς.

 Δομετιανός τῆς φθορᾶς ἀπηλλάγη,

Εἴπερ φθοράν χρή τόν δε τόν βίον λέγειν.

 

Αὐ­τός ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Ἰ­ου­στι­νια­νοῦ τοῦ μι­κροῦ, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν καί ρι­νό­τμη­τος, κα­τά τό ἔ­τος 691, υἱ­ός Θε­ο­δώ­ρου καί Εὐ­δο­κί­ας, πού ἦ­σαν πο­λύ πλού­σιοι. Ἀ­φοῦ σπού­δα­σε λοι­πόν κα­λά τήν ἔ­ξω παι­δεί­α καί τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή, τήν παι­δεί­α τῶν Θεί­ων Γρα­φῶν, συ­ζεύ­χθη­κε μέ γυ­ναῖ­κα σέ γά­μο γιά λί­γον και­ρό. Ἀ­φοῦ ὅ­μως ἡ γυ­ναί­κα του πέ­θα­νε, ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος τῆς ἁ­γί­ας Ἐκ­κλη­σί­ας στήν Με­λι­τι­νή, ὅ­ταν ἦ­ταν τριά­ντα ἐ­τῶν, ἐ­πει­δή ὅ­λη του τήν φρον­τί­δα τήν εἶ­χε στήν κα­τά Θε­ό φι­λο­σο­φί­α. Ἀ­φοῦ ἕ­νω­σε λοι­πόν τήν πο­λι­τι­κή σύ­νε­σι μέ τήν ἀ­σκη­τι­κή ἀ­γω­γή, ὄ­χι μό­νο ἔ­γι­νε αἴ­τιος σω­τη­ρί­ας στούς Χρι­στια­νούς τῆς ἐ­παρ­χί­ας του, ἀλ­λά καί γε­νι­κά σέ ὅ­λο τό γέ­νος τῶν Ρω­μαί­ων. Δι­ό­τι ὕστερα ἀπό πολ­λές πα­ρα­κλή­σεις τοῦ βα­σι­λιᾶ τῶν Ρω­μαί­ων Μαυ­ρι­κί­ου, κα­τά τό ἔ­τος 884, ­στά­λθηκε στήν Περ­σί­α. Καί ὅ­ταν ὁ Βα­ράμ ἐ­πα­να­στά­τη­σε ἐ­ναν­τί­ον τοῦ βα­σι­λέ­ως τῶν Περ­σῶν Χοσ­ρό­η καί τόν ἔ­δι­ω­ξε ἀ­πό τόν θρό­νο, τό­τε ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός στά­θη­κε δυ­να­μι­κά δί­πλα του καί πά­λι ἀ­πο­κα­τέ­στη­σε τόν Χοσ­ρό­η στήν βα­σι­λεί­α του. Ἐξ αἰ­τί­ας λοι­πόν αὐ­τοῦ του κα­τορ­θώ­μα­τος ὑ­πέ­τα­ξε τόν Χοσ­ρό­η στούς Ρω­μαί­ους καί τόν ἀ­νάγ­κα­σε νά πλη­ρώ­νη χρή­μα­τα σ’ αὐ­τούς. Γι’ αὐ­τήν τήν αἰ­τί­α λοι­πόν ἦ­ταν ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός φί­λος μέ τόν Μαυ­ρί­κιο καί τήν σύ­ζυ­γό του· ἀ­πό τήν φι­λί­α ὅ­μως αὐ­τήν ἔ­γι­νε κύ­ριος πολ­λῶν χρη­μά­των, τά ὁ­ποῖ­α ξώ­δευ­σε στήν ἀ­νοι­κο­δό­μη­σι ἁ­γί­ων Ἐκ­κλη­σι­ῶν καί πτω­χο­τρο­φεί­ων. Πη­γαί­νον­τας ὅ­μως γιά δεύ­τε­ρη φο­ρά στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, πρός Κύ­ριον ἐ­ξε­δή­μη­σε. Τό δέ ἅ­γιό λεί­ψα­νό του τι­μή­θη­κε ἀ­πό ὅ­λες τίς τά­ξεις, τό­σο τίς βα­σι­λι­κές, ὅ­σο καί τίς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές. Δι­ό­τι το­πο­θε­τή­θη­κε μέ­σα σέ ἕ­να μπα­οῦ­λο καί με­τα­φε­ρό­με­νο μέ λαμ­πά­δες καί ὕ­μνους με­τα­φέρ­θη­κε στήν πα­τρί­δα του. Καί ὅ­ταν ζοῦ­σε ἀλ­λά καί με­τά τόν θά­να­τό του ὁ ἀ­οί­δι­μος ἔ­κα­νε πολ­λά θαύ­μα­τα. Τε­λεῖ­ται ἡ Σύ­να­ξί του στήν Με­γά­λη Ἐκ­κλη­σί­α.

 Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Μαρκιανοῦ Πρεσβυτέρου καί Οἰκονόμου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας.

 Ἀπῆρεν ἔνθεν πρός πόλου μέγα κλέος,

Ὁ Μαρκιανός, οὗ κλέος κἄν γῇ μέγα.

 

Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Μαρ­κια­νοῦ καί Πουλ­χε­ρί­ας, κα­τά τό ἔ­τος 453, οἱ δέ πρό­γο­νοί του κα­τά­γον­ταν ἀ­πό τήν πρε­σβυ­τέ­ρα Ρώ­μη καί ἀ­πό ἐ­κεῖ ἦλ­θαν στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι. Αὐ­τός λοι­πόν ἔ­κτι­σε Να­ό τῆς Ἁ­γί­ας Εἰ­ρή­νης πρός τήν θά­λασ­σα καί τόν ἕ­νω­σε μέ τόν εὐ­κτή­ριο οἶ­κο τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­σι­δώ­ρου. Πα­ρό­μοι­α ἔ­κτι­σε Να­ό καί τῆς Ἁ­γί­ας Ἀ­να­στα­σί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος βρί­σκε­ται στούς ἐμ­βό­λους τοῦ Δο­μνί­νου, τόν ὁ­ποῖ­ο γλύ­τω­σε καί ἀ­πό τήν με­γά­λη πυρ­κα­ϊ­ά, πού συ­νέ­βη στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι μέ τόν ἑ­ξῆς τρό­πο· Τήν ὥ­ρα, πού ἡ πυρ­κα­ϊ­ά κα­τάκα­ψε τά ἐ­πά­νω μέ­ρη τοῦ Να­οῦ, αὐ­τός στε­κό­ταν ἐ­πά­νω στήν στέ­γη καί ἔ­χον­τας τά χέ­ρια του ση­κω­μέ­να, προ­σευ­χό­ταν. Τήν ἐ­νέρ­γεια ὅ­μως τῶν θαυ­μά­των πού ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Θε­ό αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος καί τήν εὐ­τέ­λεια τῶν ἐν­δυ­μά­των καί τήν φτω­χι­κή δί­αι­τα καί τήν ἀ­κρί­βεια τῆς ἀ­σκή­σε­ως πού εἶ­χε, μο­λο­νό­τι βρι­σκό­ταν μέ­σα στά πλού­τη, αὐ­τά λέ­ω, ἐ­κτε­νέ­στε­ρα τά δι­η­γεῖ­ται ὁ βί­ος του.

Τε­λεῖ­ται δέ ἡ Σύ­να­ξί του στόν Να­ό τοῦ Προ­φή­του καί Βα­πτι­στοῦ Ἰ­ω­άν­νου, κον­τά στήν Κιν­στέρ­να (δη­λα­δή δε­ξα­με­νή) τῆς Μω­κη­σί­ας στήν το­πο­θε­σί­α, πού κα­λεῖ­ται τοῦ Δα­νι­ήλ. Τε­λεῖ­ται δέ τήν ἴ­δια ἡ­μέ­ρα καί ἡ Σύ­να­ξις γιά τόν σει­σμό, πού ἔ­γι­νε κα­τά τήν ἀρ­χή τῆς βα­σι­λεί­ας Βα­σι­λεί­ου, ὅ­ταν ἔ­πε­σε ὁ Να­ός τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου, πού βρί­σκε­ται στό Σῖγ­μα καί ἄλ­λες πολ­λές Ἐκ­κλη­σί­ες καί οἶ­κοι κοι­νοί καί ἰ­δι­ω­τι­κοί. (Τόν ἐ­κτε­νέ­στε­ρο Βί­ο τοῦ Ἁ­γί­ου αὐ­τοῦ βλέ­πε στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο. Ὁ δέ ἑλ­λη­νι­κός Βί­ος αὐ­τοῦ βρί­σκε­ται στήν Λαύ­ρα, στήν Μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Πολ­λά μέν καί ἄλ­λα τά τήν Βα­σι­λί­δα»­).



[1] Ἄλ­λοι ὅ­μως ἀ­κρι­βέ­στε­ρα καί συν­το­μώ­τε­ρα γρά­φουν τά ἑ­ξῆς γι’ αὐ­τόν τόν Ἅ­γιο Γρη­γό­ριο. Ὁ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τήρ ἡ­μῶν Γρη­γό­ριος ὁ Ἐ­πί­σκο­πος τῆς Νύσ­σης, πού βρί­σκε­ται στήν Καπ­πα­δο­κί­α, προ­η­γου­μέ­νως ἦ­ταν Ἀ­να­γνώ­στης καί κα­τό­πιν, ἀ­φοῦ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τήν τά­ξι αὐ­τή, πα­ρέ­δω­σε τόν ἑ­αυ­τό του στήν σπου­δή τῆς ρη­το­ρι­κῆς τέ­χνης. Ἀ­να­κ­λήθη­κε ὅ­μως πά­λι στήν τά­ξι του μέ τίς ἐ­πι­πλη­κτι­κές πα­ρα­κι­νή­σεις Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Θε­ο­λό­γου. Πρίν ὅ­μως γί­νη Ἐ­πί­σκο­πος, ἔ­λα­βε ὡς γυ­ναῖ­κα τήν Θε­ο­σε­βί­α, τῆς ὁ­ποί­ας τόν θά­να­το ὑ­πέ­μει­νε μέ ἀν­δρεί­α. Κα­τά τό 372 ἔ­τος ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος. Καί ὕ­στε­ρα ἀ­πό μι­κρό χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα, πού ἔ­γι­νε ἐ­πί­σκο­πος, ἐ­ξω­ρί­σθη­κε ἀ­πό τόν Οὐ­ά­λεν­τα καί πε­ρι­φε­ρό­ταν σέ δι­α­φό­ρους τό­πους, τα­λαι­πω­ρού­με­νος ἀ­πό τούς Ἀ­ρεια­νούς· κα­τά τό ἔ­τος ὅ­μως 378, ἀ­φοῦ πέ­θα­νε ὁ Οὐά­λης, ἀ­να­κλή­θη­κε στόν θρό­νο ἀ­πό τόν Γρα­τια­νό. Πα­ραβ­ρέ­θηκε στήν Σύ­νο­δο πού ἔ­γι­νε στήν Ἀν­τι­ό­χεια, καί στάλ­θη­κε ἀ­πό αὐ­τήν στήν Ἀ­ρα­βί­α μα­ζί μέ ἄλ­λους Ἐ­πι­σκό­πους, γιά νά ἐ­πι­σκε­φθῆ τίς ἐ­κεῖ Ἐκ­κλη­σί­ες. Ἐρ­χό­με­νος ὅ­μως στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα καί προ­σκυ­νῶν­τας τούς Ἁ­γί­ους Τό­πους, ἀ­η­δί­α­σε ἀ­πό τίς κα­κί­ες πού γί­νον­ταν ἐ­κεῖ τό­τε. Ὄν­τας πα­ρών στήν Β΄ Σύ­νο­δο, κα­τά τό ἔ­τος 381, συμ­πλή­ρω­σε τό σύμ­βο­λο τῆς Συ­νό­δου, πού ἔ­γι­νε στήν Νί­και­α, προ­σθέ­τον­τας τήν θε­ο­λο­γί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί τά τέσ­σε­ρα ἄλ­λα ἄρ­θρα μέ­χρι τέ­λους. Ἦ­ταν ἀ­κό­μη πα­ρών καί στήν το­πι­κή Σύ­νο­δο, πού ἔ­γι­νε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι πε­ρί τοῦ Ἀ­γα­πί­ου καί τοῦ Βα­γα­δί­ου, κα­τά τό ἔ­τος 394. Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ἡ Ἑ­βδό­μη Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, στήν ἕ­κτη πρᾶ­ξι της, Πα­τέ­ρα Πα­τέ­ρων ὀ­νο­μά­ζει αὐ­τόν τόν ἅ­γιο Νύσ­σης Γρη­γό­ριο. Ὁ δέ Θε­ο­λό­γος Γρη­γό­ριος ἔ­χει λό­γο σ’ αὐ­τόν τόν Γρη­γό­ριο, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Φί­λου πι­στοῦ οὐκ ἔ­στιν ἀν­τάλ­λαγ­μα». (Σῴ­ζε­ται σέ ὅ­σα ἔ­χουν ἐκ­δο­θῆ).

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης