Μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡ­μῶν Ἀ­γα­πη­τοῦ, Ἐ­πι­σκό­που Σι­νά­ου, τοῦ Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ καί Θαυ­μα­τουρ­γοῦ.

Μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡ­μῶν Ἀ­γα­πη­τοῦ, Ἐ­πι­σκό­που Σι­νά­ου, τοῦ Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ καί Θαυ­μα­τουρ­γοῦ.

Ὅν ἠ­γά­πη­σας Ἀ­γα­πη­τέ Δε­σπό­την,

Οὗ­τος κα­λεῖ σε πρός τό­πους, οὕς ἠ­γά­πας.

 

Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος Ἀ­γα­πη­τός ἔ­ζη­σε τήν ἐ­πο­χή τοῦ Δι­ο­κλη­τια­νοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 298, κα­τα­γό­με­νος ἀ­πό τήν Καπ­πα­δο­κί­α, πού σή­με­ρα λέ­γε­ται Κα­ρα­μα­νί­α, Χρι­στια­νῶν γο­νέ­ων υἱ­ός. Ὅ­ταν ἦ­ταν νέ­ος στήν ἡ­λι­κί­α, πῆ­γε σέ ἕ­να Μο­να­στή­ρι ἀ­πό αὐ­τά, πού βρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ, μέ­σα στό ὁ­ποῖ­ο ὑ­πῆρ­χαν πε­ρί­που χί­λιοι Μο­να­χοί. Ἀ­πό αὐ­τούς, ἀ­φοῦ συγ­κέν­τρω­σε δι­ά­φο­ρες ἀ­ρε­τές, ὅ­πως ἡ μέ­λισ­σα συ­να­θροί­ζει τά δι­ά­φο­ρα ἄν­θη, ἔ­γι­νε δό­κι­μος ἐρ­γά­της τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Κυ­ρί­ου καί κα­τά­φθει­ρε τό σῶ­μα του μέ νη­στεί­α καί ἀ­γρυ­πνί­α καί μέ τήν ἐγ­κρά­τεια τῶν ἄλ­λων. Δι­ό­τι γιά δι­ά­στη­μα ὀ­γδόν­τα ὁ­λό­κλη­ρων ἡ­με­ρῶν ἔ­τρω­γε μό­νο φλού­δια τῶν λουμ­πι­να­ρί­ων καί στά­κτη ἀν­τί γιά ψω­μί. Ἀλ­λά καί τόν ὕ­πνο νί­κη­σε, ὅ­σο εἶ­ναι δυ­να­τό στόν ἄν­θρω­πο. Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος ἦ­ταν εὔ­χρη­στος καί πρό­θυ­μος στίς ὑ­πη­ρε­σί­ες τῶν ἀ­δελ­φῶν τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ καί ὅ­λους τούς Μο­να­χούς τούς ὠ­νό­μα­ζε κυ­ρί­ους του καί ὡς οἰ­κο­δε­σπό­τες τούς θε­ω­ροῦ­σε. Γι’ αὐ­τό καί ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά λά­βη ἀ­πό τόν Θε­ό τῶν θαυ­μά­των τήν χά­ρι. Δι­ό­τι μέ μό­νη τήν προ­σευ­χή του θα­νά­τω­σε ἕ­ναν δρά­κον­τα καί θε­ρά­πευ­σε μί­α Παρ­θέ­νο, ἡ ὁ­ποί­α χα­νό­ταν ἀ­πό μί­α ἀ­σθέ­νεια. Ἔ­τσι ἀ­πό αὐ­τά τά γε­γο­νό­τα τόν ἀ­γα­ποῦ­σαν ὅ­λοι καί τόν θαύ­μα­ζαν. Γιά τόν λό­γο αὐ­τό καί ὁ βα­σι­λιάς Λι­κί­νιος μα­θαί­νον­τας γι’ αὐ­τόν τόν Ἅ­γιο, ὅ­τι εἶ­ναι ἀν­δρεῖ­ος στό σῶ­μα, τόν πῆ­ρε χω­ρίς νά τό θέ­λη ὁ ἴ­διος καί τόν συ­να­ρίθ­μη­σε μέ τούς στρα­τι­ῶ­τες του. Ὁ Ἅ­γιος, καί ἐ­κεῖ ἀ­κό­μη ὄν­τας, δέν ἀ­με­λοῦ­σε τούς ἀ­σκη­τι­κούς ἀ­γῶ­νες, ἀλ­λά καί τίς στρα­τι­ω­τι­κές του ὑ­πη­ρε­σί­ες ἐ­κτε­λοῦ­σε ἀ­νελ­λι­πῶς καί τούς συ­νη­θι­σμέ­νους κό­πους τῆς ἀ­σκή­σε­ως συ­νέ­χι­ζε. Καί ὄ­χι μό­νο τίς ἀ­νί­α­τες καί θα­να­τη­φό­ρες ἀ­σθέ­νει­ες τῶν ἀν­θρώ­πων θε­ρά­πευ­ε ὁ ἀ­οί­δι­μος, ἀλ­λά καί τίς τῶν ἀ­λό­γων καί τῶν βο­δι­ῶν καί κά­θε ἄλ­λου ζῴ­ου μέ μό­νη τήν ἐ­πι­φά­νειά του καί τήν πα­ρου­σί­α. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό εἶ­δε ὁ Ἅ­γιος Αὐ­τός νά τι­μω­ροῦν­ται δυ­να­τά γιά τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ οἱ τοῦ Χρι­στοῦ καλ­λί­νι­κοι Μάρ­τυ­ρες, ὁ Βι­κτω­ρῖ­νος καί Δω­ρό­θε­ος καί Θε­ό­δου­λος καί Ἀ­γρίπ­πας, αὐ­τούς, λέ­ω, βλέ­πον­τας ὁ Ἅ­γιος, θέ­λη­σε καί αὐ­τός νά γί­νη συγ­κοι­νω­νός τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τους. Ὁ­πό­τε, ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ­νοι μέ τήν ἀ­πο­κε­φα­λι­σμό τε­λει­ώ­θη­καν καί ἔ­λα­βαν τούς στε­φά­νους τῆς ἀ­θλή­σε­ως, τό­τε Αὐ­τός ὁ μα­κά­ριος Ἀ­γα­πη­τός κτυ­πή­θη­κε βέ­βαι­α μέ τό κον­τά­ρι, δι­α­φυ­λά­χθη­κε ὅ­μως ἀ­βλα­βής γιά τήν σω­τη­ρί­α πολ­λῶν. Καί ὅ­ταν ὁ Λι­κί­νιος ἔ­φυ­γε ἀ­πό τήν ζω­ή καί ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος ἀ­νέ­λα­βε ὅ­λη τήν δι­οί­κη­σι τῶν Ρω­μαί­ων, τό­τε συ­νέ­βη τό ἑ­ξῆς γε­γο­νός:

Ἕ­νας ὑ­πη­ρέ­της τοῦ βα­σι­λιᾶ, χρή­σι­μος σέ ὑ­πη­ρε­σί­ες, δαι­μο­νί­σθη­κε ἀ­πό πνεῦ­μα ἀ­κά­θαρ­το καί φώ­να­ζε καί προ­σκα­λοῦ­σε ὀ­νο­μα­στι­κά αὐ­τόν τόν Ἅ­γιο Ἀ­γα­πη­τό. Τό­τε ὁ βα­σι­λιάς τόν ἔ­φε­ρε στό πα­λά­τι καί, μό­λις προ­σευ­χή­θη­κε, δι­ώ­χθη­κε ὁ δαί­μο­νας καί ἔ­λα­βε ὁ ὑ­πη­ρέ­της τήν θε­ρα­πεί­α. Ὁ Ἅ­γιος ἄλ­λη χά­ρι δέν ζή­τη­σε ἀ­πό τόν βα­σι­λιά, πα­ρά νά ἐ­λευ­θε­ρω­θῆ ἀ­πό τήν στρα­τι­ω­τι­κή τέ­χνη καί νά πά­η στήν ἀ­γα­πη­μέ­νη του ἡ­συ­χί­α καί ἀ­μέ­σως ὁ βα­σι­λιάς συμ­φώ­νη­σε σ’ αὐ­τό. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἐ­πέ­στρε­ψε ὁ Ἅ­γιος στήν ἡ­συ­χί­α του, ὁ Ἐ­πί­σκο­πος τῆς πό­λε­ως Σι­νά­ου, ἡ ὁ­ποί­α ἁ­πλᾶ Σι­να­ού ὀ­νο­μά­ζε­ται καί βρί­σκε­ται στήν με­γά­λη Φρυ­γί­α με­σό­γεια, πρός τό τέ­λος τῆς Βι­θυ­νί­ας, σα­ράν­τα μί­λια ἀ­πέ­χον­τας ἀ­πό τήν Νί­και καί τι­μη­μέ­νη μέ ἕ­δρα Ἐ­πι­σκό­που ὑ­πα­γό­με­νη στόν Μη­τρο­πο­λί­τη Ἱ­ε­ρα­πό­λε­ως, ὁ Ἐ­πί­σκο­πος, λέ­ω, τοῦ Σι­να­οῦ πῆ­ρε τόν Ἅ­γιο αὐ­τόν καί μή θέ­λον­τα τόν χει­ρο­τό­νη­σε Ἱ­ε­ρέ­α. Καί ἀ­φοῦ με­τά ἀ­πό λί­γο και­ρό ἐ­κεῖ­νος πέ­θα­νε, τό­τε ὁ μέ­γας Αὐ­τός χει­ρο­το­νή­θη­κε Σι­να­οῦ Ἐ­πί­σκο­πος μέ ψῆ­φο Θε­οῦ καί τῶν Ἱ­ε­ρέ­ων καί ὅ­λου τοῦ λα­οῦ. Μό­λις ὅ­μως ἔ­γι­νε Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας ἔ­κα­μνε με­γα­λύ­τε­ρα θαύ­μα­τα καί τοῦ προ­φη­τι­κοῦ χα­ρί­σμα­τος ἀ­ξι­ώ­θη­κε. Γιά κα­θα­ρή ἀ­πό­δει­ξι ὅ­μως τῶν λε­γο­μέ­νων, πρέ­πει νά ἀ­να­φέ­ρου­με ἐ­δῶ με­ρι­κές προ­φη­τεῖ­ες καί θαύ­μα­τα, πού ἔ­κα­νε ὁ Ἅ­γιος:

Μί­α γυ­ναί­κα ἀ­κού­γον­τας γιά τόν Ἅ­γιο αὐ­τόν καί ἐ­πι­θυ­μῶν­τας νά πά­ρη τήν εὐ­λο­γί­α του, πῆ­γε καί τόν συ­νάν­τη­σε· βλέ­πον­τάς την ὁ Ἅ­γιος, τῆς εἶ­πε ὅ­λα ὅ­σα ἔ­κα­νε ἀ­πό τήν παι­δι­κή της ἡ­λι­κί­α καί ἀ­φοῦ τήν νου­θέ­τη­σε καί τήν ὠ­φέ­λη­σε, τήν ἀ­πέ­στει­λε. Καί ἕ­ναν Δι­ά­κο­νο, πού ἦ­ταν στήν Ἡ­ρά­κλεια τῆς Θρᾴ­κης καί ἦλ­θε νά τόν συ­ναν­τή­ση, γιά νά

 

πά­ρη τήν εὐ­λο­γί­α του, τόν ἔ­λεγ­ξε ὁ Ἅ­γιος, ὅ­τι ἔ­φθει­ρε μί­α παρ­θέ­νο. Δα­μια­νοῦ τοῦ θε­ο­φι­λε­στά­του Ἐ­πι­σκό­που Σι­λαν­δέ­ων, (εἶ­ναι ἡ Σί­λαν­δος πό­λις, πού βρί­σκε­ται στήν Λυ­δί­α), αὐ­τοῦ, λέ­ω, τοῦ Ἀρ­χι­ε­ρέ­ως τά χω­ρά­φια ὁ πα­ραρ­ρέ­ων πο­τα­μός, πού ἔ­τρε­χε τόν χει­μῶ­να, τά ἐ­ξα­φά­νι­ζε. Ὁ Ἅ­γιος Ἀ­γα­πη­τός μέ τήν προ­σευ­χή του γύ­ρι­σε τόν πο­τα­μό ἀ­πό ἄλ­λο μέ­ρος καί ἔ­τσι πα­ρέ­μει­ναν ἀ­βλα­βῆ τά τοῦ Ἐ­πι­σκό­που χω­ρά­φια. Καί ἄλ­λα πολ­λά θαύ­μα­τα ἔ­κα­νε ὁ Ἅ­γιος, τά ὁ­ποῖ­α πε­ρι­έ­χει ἡ ἱ­στο­ρί­α, πού ἔ­χει γρα­φεῖ γι’ αὐ­τόν, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό ἑ­κα­τό. Αὐ­τός καί μέ μό­νο τήν χει­ρα­ψί­α του καί μέ μό­νη τήν σκιά τοῦ σώ­μα­τός του καί μέ μό­νο τόν λό­γο του, ἀ­νί­α­τα πά­θη θε­ρά­πευ­σε. Ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε λοι­πόν σω­στά καί σύμ­φω­να μέ τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ καί ἔ­γι­νε πλή­ρης ἡ­με­ρῶν, ἀ­νε­παύ­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης