Τῷ αὐτῷ μηνί Δ΄, μνήμη τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας.
Ξίφει πατήρ θύσας σε Μάρτυς Βαρβάρα,
Ὑπῆρξεν ἄλλος Ἀβραάμ Διαβό-λου.
+ Κουριδίην κατέπεφνε πατήρ τάλας ἀμφί τετάρτην.
Αὐτή ἔζησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ, κατά τό ἔτος 290, θυγατέρα ἑνός Ἕλληνα, καταγόμενη ἀπό τήν Ἀνατολή, φυλαγόμενη ὅμως μέσα σέ ἕναν πύργο ὑψηλό γιά τήν ἀνθηρή ὡραιότητα τοῦ σώματός της. Αὐτή λοιπόν ἡ σεμνότατη παρθένος, ἀπό τόν Θεό διδάχθηκε τήν εὐσέβεια. Ὁπότε σεβόμενη κρυφά τόν Θεό, δέν μπόρεσε νά κρυφθῆ ἀπό τόν ἀσεβῆ πατέρα της. Διότι ἐκεῖνος γνώριζε τά ὅσα ἀφο-ροῦν τήν ἴδια, ὅταν, αὐτός μέν εἶπε νά γίνουν δύο παράθυρα στό λουτρό πού κτίσθηκε ἀπό τόν ἴδιο, ἐνῶ ἡ Ἁγία διέταξε νά γένουν τρία παράθυρα, τά ὁποῖα καί ἔγιναν. Ὅταν λοιπόν τήν ρώτησε, γιά ποιά αἰτία τρία παράθυρα κατεσκεύασε, ἔμαθε ἀπό αὐτήν, ὅτι τά ἔκανε στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τότε ὁ βάρβαρος, ἀκούγοντας αὐτό ὥρμησε νά τήν θανατώση μέ τό δικό του σπαθί.
Ἐπειδή ὅμως ἡ Ἁγία ἔφυγε καί φεύγοντας μπῆκε μέσα σέ μία πέτρα, ἡ ὁποία παραδόξως σχίσθηκε καί τήν δέχθηκε, ὁ πατέρας της τήν κυνη-γοῦσε ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ γεγονότος. Ὅταν τήν βρῆκε, μέ τήν βοήθεια κάποιου μηνυτῆ, τήν ἅρπαξε ἄσπλαγχνα ἀπό τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς. Καί μεταφέροντάς την, τήν παρέδωσε στόν ἄρχοντα τῆς χώρας, μπροστά στόν ὁποῖον ὁμολογῶντας ἡ Ἁγία τόν Χριστό καί βρίζοντας τά εἴδωλα, δέρνεται δυνατά καί καταξεσχίζεται τίς σάρκες καί κατακαίεται τάπλευρά. Ἔπειτα κτυπιέται στήν κεφαλή μέ σφαῖρες καί, ἀφοῦ τήν ἀπογύμνωσαν, τήν περιέφεραν μέσα στήν πόλι καί τήν ἔδειραν. Καί τελευταῖα μέ ξίφος ἀποκεφαλίζεται ἀπό τά χέρια αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ ὠμότατου πατέρα της. Ὁ ὁποῖος λέγεται, ὅτι ἀφοῦ κατέσφαξε τήν Ἁγία, καταβαίνοντας ἀπό τό βουνό, κτυπήθηκε ἀπό τόν οὐρανό ἀπό ἀστραποπελέκι. Καί ἔτσι «ἀπέρριψε» τήν μιαρή του ψυχή. (Τόν ἀναλυτικό της Βίο βλέπε στόν Παράδεισο[1]).
. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου Πρεσβυτέρου, τοῦ Δαμασκηνοῦ.
Πλήσας μελῶν γῆν ἡδέων Ἰωάννης,
Εἰς οὐρανούς ἄνεισι συνθήσων μέλη.
Αὐτός ἔζησε στά χρόνια τοῦ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου, κατά τό ἔτος 716 καί ἔφθασε μέχρι καί τόν υἱό του Κωνσταντῖνο τόν Κοπρώνυμο, ὁ ὁποῖος βασίλευσε κατά τό ἔτος 741, κατά-γόμενος ἀπό τήν Δαμασκό, πού σήμερα λέγεται Σάμ, ἀπό ἔνδοξο γένος καί στολισμένος μέ τήν Ὀρθόδοξη πίστι. Ἐπειδή ὅμως ἔτυχε νά ἔχη ἕναν φιλάρετο καί φιλόκαλο πατέρα, ἐξασκήθηκε μαζί μέ τόν συνανα-τροφό του θεῖο Κοσμᾶ σέ κάθε σοφία, τόσο τήν ἀπό ἔξω τῶν εἰδωλολατρῶν, ὅσον καί τήν ἔσωθεν καί δική μας, ἀπό κάποιον δάσκαλο, πού ὠνομαζόταν καί ἐκεῖνος Κοσμᾶς, ὁ ὁποῖος ἦταν ἄνθρωπος εὐλαβέστατος καί σοφώτατος. Αὐτός προηγουμένως ὠνομαζόταν Ἀσηκρῆτις, ἐξαγοράσθηκε ὅμως ἀπό τόν πατέρα τοῦ θείου Ἰωάννη μαζί μέ ἄλλους σκλάβους. Ὁπότε, ἐπειδή ἔτυχαν τέτοιο σοφό δάσκαλο, γι’ αὐτό καί οἱ δύο ἔφθασαν στήν κορυφή τῆς σοφίας. Ἔπειτα ὅταν ἔγιναν καί οἱ δύο Μοναχοί, ἀσχολοῦνταν μόνο μέ τόν Θεό καί τά τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἰωάννης ξεχωριστά, ἀφοῦ παραδόθηκε ἀπό τόν προεστῶτα τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα σέ ἕναν γέροντα μεγάλο καί σοφό στά θεῖα, διδάχθηκε ἀπό αὐτόν τήν μακάρια ὑπακοή. Ὁπότε διατάχθηκε ἀπό αὐτόν νά μή ψάλη ποτέ, οὔτε τό παραμικρό ψαλτικό σύμφωνα μέ τήν τέχνη τῆς μουσικῆς πού ἤξερε. Γι’ αὐτό καί ὁ Ἰωάννης φύλαξε χωρίς διάκρισι τήν ἐντολή τοῦ γέροντα γιά πολλά χρόνια. Λέγεται μάλιστα ὅτι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἐμφανίσθηκε σέ ὄνειρο στόν γέροντά του καί τοῦ εἶπε, νά παροτρύνη τόν ὑποτακτικό του Ἰωάννη νά συγγράψη ὕμνους γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ, πού γεννήθηκε ἀπό αὐτήν ἀσπόρως καί γιά καύχημα καί χαρά ἐκείνων τῶν Χριστιανῶν, πού ὀφείλουν νά δοξολογοῦν τήν Θεοτόκο, ὅπως καί αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης ὀφείλει ὁπωσδήποτε νά δοξολογῆ τήν ἴδια Θεοτόκο, ἐπειδή ἀπόλαυσε μεγάλη βοήθεια ἀπό αὐτήν. Διότι τό χέρι του, πού κόπηκε ἄδικα ἀπό τόν ἄρχοντα, μέ τήν μεγάλη της δύναμι ἡ Θεοτόκος τό ἀποκατέστησε ὑγιές καί ὁλόκληρο.
Τότε ὁ θεῖος Ἰωάννης, ἀφοῦ πῆρε τήν ἄδεια ἀπό τόν γέροντά του, συνέγραψε ὕμνους καί ἄσματα μελίρρυτα, τοποθετῶντας ὡς ὑπόθεσι τῆς ἀσματικῆς του μελωδίας καί τῆς ἄλλης λογογραφίας του αὐτήν τήν Μητέρα τοῦ φωτός καί Δέσποινα Θεοτόκο. Μέ τέτοιον τρόπο λοιπόν ὁ θεῖος αὐτός φωστήρας τῆς Ἐκκλησίας συνέγραψε πάρα πολλά συγγράμματα, μέ τά ὁποῖα βρίσκεται ἡ λύσις κάθε ἀπορίας γραφικῆς καί κάθε ζητήματος ἡ ἐξήγησις. Καί μέ τήν δύναμι τῶν λόγων του καί μέ τίς ἀποδείξεις του ἀπό τίς θεῖες Γραφές, στηλίτευσε τήν δυσσεβῆ αἵρεσι τῶν Εἰκονομάχων.
Ἔτσι μέχρι τέλος μή ὑποχωρῶντας καθόλου ἀπό τήν ἄσκησι, τελειώνει τήν ἁγία ζωή του σέ γῆρας βαθύ, ἀφοῦ ἔζησε ἑκατόν τέσσερα χρόνια
[1] Σημείωσε, ὅτι ὑπάρχει ἀσματική Ἀκολουθία τέλεια καί πλήρης. Παρόμοια καί εἰκοσιτέσσαρες οἶκοι χαιρετίσιμοι σ’ αὐτήν τήν Ἁγία Βαρβάρα, τά ὁποῖα εἶναι τυπωμένα σέ ξεχωριστή φυλλάδα. Τό δέ Μαρτύριό της συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Μαξιμιανῷ τῷ δυσσεβεῖ». (Σώζεται στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες). Στήν Μεγίστη Λαύρα μάλιστα, ὄχι μόνο τό ἀναφερθέν Μαρτύριό της σώζεται, ἀλλά καί ἄλλο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἐν τοῖς χρόνοις ἐκείνοις».
* O Ἅγιος νέος Ἱερομάρτυς Σεραφείμ[1] ὁ Φαναρίου Ἐπίσκοπος, ὁ μαρτυρήσας ἐν ἔτει 1601, σούβλῃ διαπαρείς τελειοῦται.
* Ὁ γῆς Σεραφείμ Θετταλῶν φύς ὡς κλάδος,
Θεῷ Λόγῳ πρόσεισι ῥείθροις αἱμάτων[2].
Αὐτός ἦταν ἀπό ἕνα χωριό τῆς ἐπαρχίας τῶν Ἀγράφων, πού ὠνομαζόταν Μπεζήλα. Γεννήθηκε δέ ἀπό γονεῖς θεοσεβεῖς πού ὠνομάζονταν Σωφρόνιος καί Μαρία, ἀνατράφηκε ἀπ' αὐτούς μέ τρόπο ἐνάρετο καί θεοφιλῆ καί φοίτησε σέ σχολεῖο ἱερῶν γραμμάτων, τά ὁποῖα ἔμαθε μέσα σέ λίγον καιρό, καθώς διέθετε φύσι εὐφυῆ. Ἀφοῦ δέ ἔφθασε σέ νεαρή ἡλικία, ἀγάπησε τήν ζωή τῶν μοναχῶν, καθώς μίσησε τόν Κόσμο καί τά εὐχάριστα τοῦ Κόσμου καί πῆγε στό ἱερό Μοναστήρι τῆς Κυρίας Θεοτόκου, πού ὠνομαζόταν Κορῶνα καί Κρυερά Βρύσις, καί ἐκεῖ ντύθηκε τό ἀγγελικό σχῆμα. Ἀπό τότε ἐπιδόθηκε σέ ἀγῶνες πνευματικούς καί ἐμιμεῖτο τούς ἐκεῖ ἐνάρετους πατέρες, συλλέγοντας σάν ἐργατική μέλισσα ἀπό τόν κάθε ἕνα τά διάφορα ἄνθη τῶν ἀρετῶν. Καί τόσο πολύ πρόκοψε στήν σύμφωνη μέ τόν Χριστό πολιτεία, ὥστε κατέστη ἄξιος κοντά στόν προεστῶτα τοῦ Μοναστηριοῦ νά δεχθῆ καί τό ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης. Πρᾶγμα πού ἔγινε. Μετά ἀπό λίγον καιρό, ὅμως, ἐπειδή πέθανε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Φαναρίου καί Νεοχωρίου, μέ τήν ψῆφο τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεβαίνει στόν Ἀρχιεπισκοπικό τοῦτο θρόνο. Ἀφοῦ ἀνέλαβε ὁ Ἅγιος τό μεγάλο αὐτό φορτίο τῆς ἀρχιερωσύνης, ἔδωσε τόν ἑαυτό του σέ περισσότερους ἀγῶνες, καθώς ποίμαινε ὡς ἀληθινός ποιμένας τό ποίμνιό του σέ νομές σωτήριες τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, καί τό πότιζε καθημερινά μέ τά νάματα τῆς ἐνθέου διδασκαλίας του, καί μέσα ἀπό τά ἔργα του στεκόταν πρότυπο γι’ αὐτό κάθε ἀγαθοῦ. Ὡστόσο, παρ’ ὅλες αὐτές του τίς ἀρετές, τόση ταπείνωσι εἶχε ὁ πανύμνητος, ὥστε ὠνόμαζε δοῦλο ἀχρεῖο τόν ἑαυτό του καί δέν θεωροῦσε ποτέ πώς κάμνει κανένα ἔργο εὐάρεστο στόν Θεό. Γι’ αὐτό ἐπιθυμοῦσε νά ἀξιωθῆ τοῦ Μαρτυρίου ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ. Καί γι’ αὐτό προσευχόταν καθημερινά στόν Θεό, ὁ ὁποῖος καί τόν ἀξίωσε νά τό ἀπολαύση μέ τόν ἑξῆς τρόπο:
Κατά τό ἔτος 1601 μετά τήν ἔνσαρκη οἰκονομία, χρημάτισε Μητροπολίτης Λαρίσης ὁ ἐπονομαζόμενος Διονύσιος, ὁ ὁποῖος, ἐπειδή ἦταν δύστροπος καί ἰδιότροπος, πείσθηκε ἀπό τά λόγια καί τίς ὑποσχέσεις Φράγκων καί μέ δαιμονική βοήθεια συγκέντρωσε ἀρκετό πλῆθος καί κίνησε πόλεμο ἐναντίον τῶν Τούρκων ἀρχόντων, ἐφορμῶντας πρός τά μέρη τῶν Ἰωαννίνων, ὅπου καί φόνευσε πολλούς. Καί ἄλλοι, ἐπειδή δέν ἄντεχαν τίς ἐπιδρομές του, ἔφευγαν ἀπό τούς τόπους ἐκείνους. Ἀλλά ὅμως σέ λίγον καιρό, ὅταν συνελήφθη, ἔδωσε τήν πρέπουσα δίκη, ἀφοῦ φονεύθηκε ἐλεεινά ἀπό αὐτούς, ἐφ’ ὅσον τό ἐπέτρεψε ὁ Θεός, καθώς στάθηκε ἀνάξιος τοῦ ἐπαγγέλματός του. Ὁ δέ Ἅγιος αὐτός Σεραφείμ, καί ἐνόσω ζοῦσε ὁ προαναφερθείς Διονύσιος, γνώριζε τήν ἰδιοτροπία του καί, ὅσο μποροῦσε, ἀπέφευγε τήν συναναστροφή του, περιφερόμενος πάντοτε στά μέρη τά δικά του καί διδάσκοντας τόν λαό τοῦ Χριστοῦ. Καί ἀφοῦ συνελήφθη, ὅπως εἴπαμε, ὁ Διονύσιος καί φονεύθηκε καί οἱ Τοῦρκοι βρίσκονταν ἀκόμη στήν ταραχή ἐκείνη, χρειάσθηκε νά κατέβη ὁ Ἅγιος στό Φανάρι, καθώς εἶχε ἔλθει ὁ καιρός νά μοιράση στούς ἐκεῖ ἀγάδες τά συνήθη δῶρα. Ὅμως στό Φανάρι ἦταν κάποιοι Τοῦρκοι ἀγάδες, πού φθoνοῦσαν τόν Ἅγιο ἐξ αἰτίας τῆς ἀρετῆς του, ὑποκινούμενοι ἀπό τόν δαίμονα καί ζητοῦσαν εὐκαιρία καί κατάλληλη περίστασι, ὥστε ἤ νά τόν ρίξουν ἀπό τό τόσο ὕψος τῆς ἀρετῆς σέ ἀσέβεια, ἤ νά τόν βγάλουν ἀπό τήν παροῦσα ζωή. Γι’ αὐτό ἐκμεταλλευόμενοι τήν εὔλογη αἰτία, τήν ἀποστασία τοῦ Διονυσίου, ὅταν εἶδαν τόν Ἅγιο, ἄρχισαν νά λένε ἀναμεταξύ τους· «Καί αὐτός μαζί μέ τόν Διονύσιο ἦταν. Καί τώρα πῶς τόλμησε καί ἦλθε μπροστά μας, ἐνῶ μᾶς ἐπιβουλεύεται;». Ὁ Ἅγιος ὅμως ἀκούοντάς τα αὐτά ἀποροῦσε καί καθώς ἦταν ἀθῶος νόμιζε, ὅτι τά λένε γιά κάποιον ἄλλο. Γι’ αὐτό καί μέ θάρρος τούς ρώτησε· «Γιά ποιόν», εἶπε, «τά λέτε αὐτά»; Καί αὐτοί ἀποκρινόμενοι μέ θυμό εἶπαν· «Γιά σένα, ἀποστάτη καί δολοπλόκε. Νά πού ἦλθες στά χέρια μας, τώρα θά λάβης καί ἐσύ, ἐκεῖνο πού σοῦ πρέπει. Ἐκτός μόνο ἄν θελήσης νά ἀφήσης τήν πίστι σου καί νά γίνης Τοῦρκος, τότε θά σέ συγχωρήσουμε καί θά σέ τιμήσουμε πολύ, καθώς μέ τοῦτο τόν τρόπο θά γνωρίζουμε, πώς μετανόησες καί ἔγινες ἕνα μέ ἐμᾶς». Ὁ δέ Ἅγιος μολονότι ἀνέλπιστα τά ἄκουσε αὐτά, καθώς ποθοῦσε, ὅπως εἰπώθηκε, τό ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ Μαρτύριο, δέν δείλιασε καθόλου, ἀλλά ἀφοῦ στάθηκε μέ καθαρό καί ἤρεμο πρόσωπο τούς εἶπε· «Τό γεγονός ὅτι ἐγώ μέν ἀπό τήν κατηγορία αὐτή εἶμαι τελείως ἀμέτοχος, ὄχι μόνο ὅλοι οἱ Χριστιανοί τό ὁμολογοῦν, ἀλλά καί ἐσεῖς οἱ Τοῦρκοι (ἐάν θέλετε νά φανερώσετε τήν ἀλήθεια) τό γνωρίζετε καλύτερα. Τοῦτο δέ πού λέτε νά ἀφήσω τήν πίστι μου, γιά νά ἐλευθερωθῶ ἀπό τόν θάνατο, δέν τό καταδέχομαι μέ κανένα τρόπο, νά ἀφήσω τόν γλυκύτατό μου Ἰησοῦ καί Θεό μου καί πλάστη μου καί μάλιστα ἐφόσον θά πάθω ἀδίκως, καί γι’ αὐτό ἐλπίζω ἀπό τόν Δεσπότη μου νά τύχω καί περισσοτέρας τιμῆς. Τήν τιμή ὅμως τήν δική σας, οὔτε νά τήν ἀκούσω δέν τό καταδέχομαι». Μόλις τά ἄκουσαν αὐτά ἐκεῖνοι καί ἀφοῦ εἶδαν ὅτι ἀπέτυχαν στόν πρῶτο τους στόχο, ὥρμησαν ἐναντίον τοῦ Ἁγίου καί σέρνοντάς τον μέ μεγάλη βία καί σκληρότητα, τόν ἔφεραν στόν ἡγεμόνα (αὐτόν πού ἀπό αὐτούς ὠνομαζόταν χαμουζάμπεης) καί φώναζαν ἐναντίον τοῦ δικαίου καί ἀθώου λέγοντας· «Καί αὐτός μαζί μέ τόν καταραμένο Διονύσιο, ἦταν ὁ ἐχθρός καί δολοπλόκος μας. Γι’ αὐτό βγάλε τον ἀπό τήν ζωή του μέ κακό θάνατο, γιά νά σωφρονισθοῦν καί ἄλλοι». Καί αὐτά μέν εἶπαν ἐκεῖνοι. Ὁ δέ ἡγεμόνας, ἀφοῦ κάθησε στόν θρόνο, παρουσίασε μπροστά του τόν Ἅγιο καί πρῶτα μέν ἄρχισε μέ τρόπο ἥμερο νά λέη πρός τόν Ἅγιο· «Σέ βλέπω, ἄνθρωπε, πώς εἶσαι φρόνιμος καί θαυμάζω πῶς συμφώνησες μέ ἐκεῖνον τόν κακό ἄνθρωπο καί δέν λογάριασες μέ τόν νοῦ σου, πώς πρόκειται νά ἐπιχειρήσης πρᾶγμα ἀδύνατο καί ὀλέθριο γιά τήν ζωή σας; Καί νά, βλέπεις πώς ἐκεῖνος ὁ κακός, μέ κακό τρόπο χάθηκε. Καί ἐσύ, νά πού συνελήφθης καί κινδυνεύει ἡ ζωή σου νά πεθάνης μέ ἐλεεινό θάνατο καί ἐπώδυνο. Ὅμως ἐγώ βλέποντας τήν φρονιμάδα σου, λέω, πώς σάν ἄνθρωπος ἐξαπατήθηκες, καί ἐπειδή λυπᾶμαι νά σέ θανατώσω, σέ συμβουλεύω νά γίνης Τοῦρκος. Καί μέ αὐτό ὄχι μόνο τήν ζωή σου θά σοῦ χαρίσουμε, ἀλλά θά σέ ἔχουμε καί σέ μεγάλη ἐκτίμησι ἐξ αἰτίας τῆς φρονιμάδας σου». Ὁ Ἅγιος ἀποκρινόμενος μέ συντομία, εἶπε· «Τό ὅτι ἄδικα μέν πάσχω, ἄν καί εἶμαι ἀντίθετος, ὡς ὑπαίτιος παραδόθηκα, τό γνωρίζεις πολύ καλά, ὅμως ἐγώ τήν πίστι μου δέν θά τήν ἀρνηθῶ, οὔτε θά χωρισθῶ ποτέ ἀπό τόν γλυκύτατό μου Δεσπότη καί Θεό, Ἰησοῦ Χριστό. Ἀκόμη καί ἄν πρόκειται νά λάβω χιλιάδες θανάτους γιά τό ὄνομά του τό Ἅγιο, χαρά μου καί εὐφροσύνη τό θεωρῶ. Γι’ αὐτό, ὦ ἡγεμών, δέρνε, σφάζε, κόβε, κάνε ὅ,τι εἶναι τῆς ἐξουσίας σου». Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ δικαστής, δέν ἔχασε καιρό, ἀλλά πρόσταξε νά τόν δείρουν πολλή ὥρα καί νά κατακόψουν ἀνηλεῶς τήν μύτη του σέ λεπτά κομμάτια. Ἐνῶ συνέβαινε τοῦτο καί ὑπέμενε ὁ Ἅγιος αὐτά, σάν νά συνέβαιναν σέ ἕνα ξένο σῶμα καί εὐχαριστοῦσε καί εὐλογοῦσε τόν Θεό, πρόσταξε ὁ ἄρχοντας νά τόν ρίξουν στήν φυλακή καί νά τόν ἀφήσουν τελείως ἀφρόντιστο καί οὔτε κάποια τροφή νά τοῦ δώσουν, οὔτε ποτό, μήπως καί μετανοήση καί κάνη τό θέλημά τους. Ὁ δέ Ἅγιος, ἐνόσω βρισκόταν στήν φυλακή καί ἔβλεπε ἐπάνω του τά στίγματα τοῦ Χριστοῦ, χαιρόταν καί στόν Χριστό ὡμολογοῦσε μεγάλες τίς χάριτες, πού τόν ἀξίωσε νά πάθη γιά τό ὄνομά του τό Ἅγιο, καί τόν παρακαλοῦσε νά τοῦ δώση ὑπομονή νά τελειώση τό Μαρτύριο. Τήν δέ ἑπομένη ἡμέρα, ἀφοῦ κάθισε πάλι ὁ ἄρχοντας στόν δικαστικό θρόνο μέ ὑπερβολική ἔπαρσι, πρόσταξε καί ἔφεραν τόν Ἅγιο μπροστά του. Καί ἄρχισε πάλι νά λέη πρός αὐτόν· «Ἄραγε, Σεραφείμ, συνετίσθηκες ἀπό τό χθεσινό παίδεμα, κατάλαβες τό συμφέρον σου, ὥστε νά κάνης ἐκεῖνο πού σοῦ λέω καί ὡς φίλος σου σέ συμβουλεύω, ἤ ἐπιμένεις ἀκόμη στήν κακή ἐκείνη ἄποψι»; Ὁ Ἅγιος ὅμως, ἀφοῦ σηκώθηκε μέ γελαστό τό πρόσωπο, εἶπε· «Θά ἔπρεπε, ἡγεμών, νά μή σοῦ δώσω καμμία ἀπάντησι σ’ αὐτά, ἐπειδή λές πώς εἶσαι καί φίλος μου καί μοῦ δίνεις αὐτήν τήν κακή συμβουλή, νά ἀφήσω τόν Κύριό μου Ἰησοῦ, τόν ποιητή μου καί πλάστη μου καί νά πιστέψω σέ ἕναν ἄνθρωπο θνητό, ἀγράμματο, ἐχθρό καί πολέμιο τοῦ Χριστοῦ μου». Καί ἐνῷ ἔλεγε αὐτά ὁ Ἅγιος, ὁ ἄρχοντας δέν περίμενε νά τελειώση ὁ Ἅγιος τόν λόγο του, ἀλλά ἀμέσως διέταξε πάλι νά τόν δείρουν σφοδρότατα, ἔπειτα νά τοῦ τεντώσουν χέρια καί πόδια καί νά βάλουν ἐπάνω στήν κοιλιά του μία μεγάλη πέτρα καί ἀνελέητα νά κατακόβουν καί νά ξεσχίζουν τίς σάρκες του. Ἔπειτα τόν πότιζαν νερό ἀνακατωμένο μέ σκόνη καί χολή. Ὁ δέ Ἅγιος, ὅταν εἶδε νά γίνεται σ’ αὐτόν τό πάθος τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, χαιρόταν τόσο πολύ, ὥστε καί οἱ ἴδιοι οἱ ἀνηλεεῖς δήμιοι, βλέποντάς τον πού ὑπέμεινε τέτοια καί τόσα βασανιστήρια μέ εὐχαρίστησι καί τό πρόσωπό του πού ἦταν λαμπρό καί χαρούμενο σάν νά ἦταν σέ ξεφάντωμα, καί ὄχι σέ τιμωρία, τόν θαύμαζαν. Ὁ δέ ἄρχοντας βλέποντας τό σταθερό καί ἀμετάθετο τῆς γνώμης του, ἔδωσε τήν τελευταία καταδικαστική ἀπόφασι, νά τόν παλουκώσουν, γιά νά λάβη βίαιο θάνατο. Καί ἀφοῦ μετέφεραν τόν Ἅγιο στόν τόπο τῆς καταδίκης, μία ἀράπισσα πιό μελανή στήν ψυχή, παρά στό σῶμα, ἐνῶ στεκόταν δίπλα σέ κάποιον τοῖχο, ἔβριζε, καί ἀτίμαζε τόν Ἅγιο μέ αἰσχρές καί ἄτιμες ὕβρεις. Ὁ πιστότατος ὑπηρέτης τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ, μιμούμενος καί σέ αὐτό τόν Χριστό, δέν εἶπε μέν καμμία κατάρα ἐναντίον ἐκείνης τῆς ἀθέου, ἀλλά μόνον, ἀφοῦ στράφηκε, καί τήν εἶδε μέ τό γελαστό του ἐκεῖνο πρόσωπο, ἀμέσως σάν νά βγῆκε δύναμις ἀπό τό εὐλογημένο του πρόσωπο καί τήν χτύπησε. Καί, ὤ τοῦ θαύματος! στράφηκε πρός τά πίσω ἡ ἀναιδής καί μελανή ἐκείνη ὄψις, παρομοίως καί τό στόμα καί τά μάτια της στράφηκαν, καί ἔγινε ὅμοια μέ τόν πατέρα της τόν διάβολο, καί ἔζησε μέ τήν πληγή ἐκείνη δεκαπέντε χρόνια, καί κατέστη θέαμα ἐλεεινό γι’ αὐτούς πού τήν ἔβλεπαν. Ὡστόσο ἄν καί ἦταν δύστροπη καί δαιμονιώδης καί ἔπαθε τέτοια πράγματα, δέν ἐγκατέλειψε τήν κακή της ἄποψι, ἀλλά μέ τήν ἴδια δυστροπία διέρρηξε τήν μιαρή της ψυχή, καθώς ἔφευγε γιά τόν ἑτοιμασμένο γι’ αὐτήν καί ὅλους τούς ὁμοίους της τόπο τῆς αἰωνίου κολάσεως. Ὁ δέ Ἅγιος, ἀφοῦ ἔφθασε στόν τόπο τῆς καταδίκης, ὅπου γινόταν ἐκεῖνο τόν καιρό οἱ συναλλαγές, (δηλαδή τό παζάρι), κοντά στό κυπαρίσσι, πού βρισκόταν ἐκεῖ, καί ἐνῶ σουβλίσθηκε ἀπό τούς ἄσπλαγχνους, εὐχαριστῶντας, παρέδωσε τήν ἱερή του καί τρισευλογημένη ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ, στίς 4 Δεκεμβρίου. Τό δέ Ἅγιό του σῶμα, ὥρισε ὁ θηριώδης ἐκεῖνος ἄρχοντας, νά μείνη ἐπάνω στό ξύλο πολλές ἡμέρες δῆθεν γιά σωφρονισμό τῶν ἄλλων. Ἀλλά καί παρ’ ὅλο πού ἔμεινε νεκρό ἀρκετές ἡμέρες, δέν ἔπαθε τίποτε μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, ἀπό ὅσα εἶναι στήν φύσι τῶν νεκρῶν σωμάτων νά παθαίνουν, οὔτε ἐξωγκώθηκε δηλαδή, οὔτε κάποια δυσοσμία ἔβγαλε. Ἀλλά τό ἀντίθετο ἔγινε καί φαινόταν σάν νά ἦταν ζωντανό καί εὐωδία ἔβγαζε ἀνείπωτη. Τό ὁποῖο ἀκόμη καί οἱ ἀλλοεθνεῖς, βλέποντάς το, θαύμαζαν. Οἱ δέ εὐσεβεῖς χαίρονταν καί ἀπέδιδαν στόν Θεό μεγάλες εὐχαριστίες, γιά τήν καλή ὁμολογία τοῦ Ἁγίου καί διότι σ’ αὐτή τήν ὕστατη γενεά τούς ἀξίωσε νά δοῦν ἐκεῖνα, πού εἶχαν ἀκούσει, ὅτι ἔγιναν στούς παλαιούς καιρούς. Καί ἐπειδή ἤθελαν νά πάρουν τό ἀθλητικό ἐκεῖνο σῶμα, νά τό ἔχουν γιά προσκύνησι καί βοήθειά τους, δέν τό κατώρθωσαν, διότι ὁ ἄρχοντας ἔβαλε ἀρκετούς φύλακες καί τό φύλαγαν ἡμέρα καί νύχτα. Καί μετά ἀπό ἡμέρες ἔκοψαν τήν μακαρία του κεφαλή καί τήν μετέφεραν στά Τρίκαλα, μαζί μέ ἄλλες κεφαλές κακούργων. Τίς ὁποῖες, ἀφοῦ τίς ἔβαλαν σέ κοντάρια, τίς ἔστησαν μέ τήν σειρά ὅλες νά βλέπουν πρός τήν δύσι. Καί αὐτά μέν ἔκαμναν τό βράδυ· τό πρωί ὅμως ὅλες οἱ ὑπόλοιπες κεφαλές τῶν κακούργων στέκονταν, ὅπως τίς ἔβαλαν, τήν κεφαλή τοῦ Ἁγίου ὅμως τήν βρῆκαν νά βλέπη πρός τήν ἀνατολή. Καί αὐτό ὄχι μία, ἀλλά πολλές ἡμέρες γινόταν. Καί τόν καιρό ἐκεῖνο, πού ἐτελεῖτο αὐτό τό θαυμαστό γεγονός, κατ' οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ἔτυχε νά βρίσκεται ἐκεῖ στά Τρίκαλα ὁ ἡγούμενος τῆς ἱερᾶς μονῆς, πού ὠνομαζόταν Δούσικο, καί μόλις εἶδε ὀφθαλμοφανῶς τό θαῦμα, ἔβαλε μέσα στήν καρδιά του ἀπόφασι καλή καί ζῆλο Θεοῦ, νά βρῆ τρόπο νά πάρη τήν ἱερά ἐκείνη καί πολύτιμη κεφαλή στό Μοναστήρι του, νά τήν ἔχη γιά ἁγιασμό καί θησαυρό τοῦ Μοναστηριοῦ του ἄξιο. Γι’ αὐτό συμφώνησε μέ κάποιον Ἀλβανό Χριστιανό καί τοῦ ἔταξε πενήντα γρόσια, γιά νά βρῆ τρόπο, νά κλέψη τήν θαυματουργή ἐκείνη κεφαλή, καί νά τοῦ τήν φέρη. Ὁ ὁποῖος παραφύλαγε ὅλη ἐκείνη τήν νύχτα καί κοντά πρός τήν αὐγή, ὅταν εἶδε τούς φύλακες, νά εἶναι νικημένοι ἀπό τήν ἀγρυπνία καί νά τούς παίρνη ὁ ὕπνος, πῆγε ὅσο πιό ἀθόρυβα μποροῦσε. Ὡστόσο κατεβάζοντας τήν τιμία κεφαλή ἀπό τό ξύλο καί ἀπό τήν βιασύνη καί ἀπό τόν φόβο του, ἄφησε τό ξύλο, καί, ὅπως ἔπεσε χτύπησε καί ξύπνησε τούς φύλακες. Οἱ ὁποῖοι, βλέποντας τόν καλό ἐκεῖνο Χριστιανό, πού ἔκανε αὐτή τήν θαυμαστή κλεψιά, ἔτρεξαν νά τόν πιάσουν. Ὁ δέ γενναῖος ἐκεῖνος, ἀπό ζῆλο ἀπό τήν μία καί γιά τόν μισθό ἀπό τήν ἄλλη, ἅρπαξε μέ τόλμη τόν πολύτιμο ἐκεῖνο θησαυρό ἀπό τά μαλλιά καί τόν ἔρριξε στούς ὤμους του καί ὅσο μποροῦσε ἔφευγε. Τόν κατεδίωκαν βέβαια καί οἱ φύλακες μέ πολλή ὁρμή ἀπό τήν ντροπή τους. Ὁ δέ καλός ἐκεῖνος Χριστιανός, ἐνῶ βρισκόταν ἐπάνω σε ἕνα γεφύρι τῆς Σαλαμβρίας καί καθώς ἔβλεπε τούς φύλακες, πού τόν πλησίαζαν καί ἐπειδή φοβήθηκε, ἔρριξε τό θαυμαστό κλέψιμο στόν ποταμό. Γι’ αὐτό καί οἱ φύλακες, ἐπειδή εἶδαν τό γεγονός, γύρισαν ἄπρακτοι. Καί σ’ ἐκεῖνο τόν ποταμό, κάτω ἀπό τό γεφύρι, γιά ἀρκετό διάστημα, κάποιοι ψαράδες εἶχαν φράχτες κατασκευασμένους, γιά νά πιάνουν ψάρια, στούς ὁποίους, ἀφοῦ ἀκούμπησε ἡ τρισευλογημένη ἐκείνη κεφαλή, πιάσθηκε ἀπό τά μαλλιά. Καί ἐπειδή ἦταν δύο οἱ ψαράδες, ὁ μέν ἕνας ἀπό αὐτούς πῆγε στό σπίτι του, ἐνῶ ὁ ἄλλος ἔμεινε τήν νύχτα ἐκείνη νά φυλάη τούς φράχτες. Καί ἐνῶ καθόταν στό κρεββάτι καί ἔβλεπε πρός τόν φράχτη, (ὤ τῶν θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλιά!) εἶδε ἕναν πύρινο στῦλο, πού κρατιόταν ἀπό τόν φράχτη καί ἔφθανε ἕως τόν οὐρανό καί ἄκουγε ἀοράτως θαυμαστές ψαλμωδίες. Καί ἐπειδή φοβήθηκε, βγῆκε ἀπό τόν ποταμό καί φεύγοντας κρύφθηκε στό κούφωμα ἑνός δέντρου καί ἔμεινε ἐκεῖ ὅλη τήν νύχτα ἄυπνος. Καί ὅταν ξημέρωσε, ἀφοῦ βγῆκε ἀπό ἐκεῖ, πῆγε στά Τρίκαλα καί διηγήθηκε στόν σύντροφό του τό θαῦμα. Γι’ αὐτό τήν ἑπόμενη νύκτα πῆγαν καί οἱ δύο νά δοῦν τί ἦταν αὐτό πού ἐμφανίσθηκε. Καί ἀφοῦ διανυκτέρευσαν, εἶδαν πάλι ὁμοίως τόν πύρινο στῦλο καί ἄκουσαν τίς ψαλμωδίες. Καί ἐπειδή δέν ἄντεξαν τό φοβερό τοῦ θαύματος, φεύγοντας ἀπό ἐκεῖ, πῆγαν πάλι στό κουφωτό δέντρο. Καί, ἀφοῦ μπῆκαν μέσα, ἔβλεπαν ἀπό ἐκεῖ ἀπό τήν τρῦπα τό τεράστιο ὅλη τήν νύχτα, χωρίς νά κοιμηθοῦν καθόλου ἀπό τόν φόβο τους. Καί, ὅταν ἔφθασε ἡ ἡμέρα, πῆγαν νά ἰδοῦν τί ἦταν τό θαῦμα πού ἔβλεπαν τήν νύχτα. Καί καθώς κοίταζαν πρός ἐκεῖνο τό μέρος, ὅπου ἔβλεπαν τόν πύρινο στῦλο, βρῆκαν τήν μαρτυρική καί γεμάτη χάρι κεφαλή μπλεγμένη στόν φράχτη. Καί, ἐπειδή τήν ἀναγνώρισαν, χάρηκαν μέ τήν εὕρεσι τοῦ πολύτιμου θησαυροῦ. Γι’ αὐτό λοιπόν, ἀφοῦ τήν τύλιξαν καί τήν σήκωσαν τήν μετέφεραν στόν προαναφερθέντα ἡγούμενο. Ὁ δέ καλότυχος ἡγούμενος, μόλις εἶδε τό ποθούμενο, ἀνεσκίρτησε. Καί, ἀφοῦ πῆρε τό θαυμαστό κυνῆγι, ἔδωσε σ’ αὐτούς χάριν τῆς εὑρέσεως πενήντα γρόσια. Μετά δέ ἀπό καιρό, ὅταν ἔμαθαν οἱ ἀδελφοί της Κρυερᾶς πηγῆς τήν ὑπόθεσι, ἔστειλαν τόν ἡγούμενό τους, μαζί μέ κάποιον προεστό τοῦ Νεοχωρίου, πού ὠνομαζόταν Παναγιώτης Κωσκολᾶς, νά πᾶνε νά ζητήσουν τήν ἱερή καί μαρτυρική κάρα ἀπό τό Δούσικο, ἐπειδή ἀνῆκε σ’ αὐτούς, διότι εἶναι ὁ Ἅγιος Κοινοβιάτης τους. Καί, ὅταν ἔφυγαν, κατ' οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, βρῆκαν στά Τρίκαλα καί τόν Μητροπολίτη Λαρίσης, στόν ὁποῖο φανέρωσαν τήν σκέψι τους καί τόν παρακάλεσαν νά τούς βοηθήση στό δίκαιο αἴτημά τους. Ὁ ὁποῖος, ἐπειδή τό ἔκρινε δίκαιο, ἀπεφάσισε νά πάρουν οἱ Δουσικιῶτες τά πενήντα γρόσια καί νά δώσουν τόν θησαυρό, πρᾶγμα πού ἔγινε. Ὁ δέ ἡγούμενος καί ὁ προαναφερθείς Παναγιώτης, ἀφοῦ πῆραν τό ποθούμενο, τήν μετέφεραν στό Μοναστήρι τῆς Κρυερᾶς πηγῆς. Καί ἀφοῦ κατασκεύασαν κιβώτιο θαυμαστό, τήν ἔβαλαν καί τήν ἀπέθεσαν σέ τόπο ἱερό καί κατάλληλο, ἡ ὁποία μένει μέχρι καί τώρα σῶα, εὐωδιάζουσα καί ἐπιτελεῖ ἄπειρα θαύματα. Καί ἐλευθερώνει ἀπό ὅλα τά νοσήματα αὐτούς πού προσέρχονται μέ πίστι. Καί στήν ὀλέθρια πανοῦκλα στάθηκε χιλιάδες φορές θαυματουργή καί πολλές χῶρες εὐσεβῶν ἐλευθέρωσε μέχρι καί σήμερα ἀπό τήν ἐπικίνδυνη αὐτή ἀσθένεια.
[1]Τήν ἀκολουθία τούτου συνέγραψε ὁ σοφώτατος Ἀναστάσιος ὁ Γόρδιος.
[2] Ὁ σοφολογιώτατος διδάσκαλος κύρ Χριστοφόρος ὁ Προδρομίτης συνέθεσε σ’ αὐτόν ὀκτώηχους Κανόνες, προσόμοια καί ἰδιόμελα, τά ὁποῖα καί τυπώθηκαν μαζί μέ τήν Ἀκολουθία του.


Login