Τῷ αὐτῷ μηνί Δ΄, μνήμη τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου Πρεσβυτέρου, τοῦ Δαμασκηνοῦ. * O Ἅγιος νέος Ἱερομάρτυς Σεραφείμ ὁ Φαναρίου Ἐπίσκοπος, ὁ μαρτυρήσας ἐν ἔτει 1601, σούβλῃ διαπαρείς τελειοῦται.

 Τῷ αὐτῷ μηνί Δ΄, μνήμη τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας.

 Ξίφει πατήρ θύσας σε Μάρτυς Βαρβάρα,

Ὑπῆρξεν ἄλλος Ἀβραάμ Διαβό-λου.

+ Κουριδίην κατέπεφνε πατήρ τάλας ἀμφί τετάρτην.

 Αὐ­τή ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Μα­ξι­μια­νοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 290, θυ­γα­τέ­ρα ἑ­νός Ἕλ­λη­να, κα­τα­γό­με­νη ἀ­πό τήν Ἀ­να­το­λή, φυ­λα­γό­με­νη ὅ­μως μέ­σα σέ ἕ­ναν πύρ­γο ὑ­ψη­λό γιά τήν ἀν­θη­ρή ὡ­ραι­ό­τη­τα τοῦ σώ­μα­τός της. Αὐ­τή λοι­πόν ἡ σε­μνό­τα­τη παρ­θέ­νος, ἀ­πό τόν Θε­ό δι­δά­χθη­κε τήν εὐ­σέ­βεια. Ὁ­πό­τε σε­βό­με­νη κρυ­φά τόν Θε­ό, δέν μπό­ρε­σε νά κρυ­φθῆ ἀ­πό τόν ἀ­σε­βῆ πα­τέ­ρα της. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος γνώ­ρι­ζε τά ὅ­σα ἀ­φο­-ροῦν τήν ἴ­δια, ὅ­ταν, αὐ­τός μέν εἶ­πε νά γί­νουν δύ­ο πα­ρά­θυ­ρα στό λου­τρό πού κτί­σθη­κε ἀ­πό τόν ἴ­διο, ἐ­νῶ ἡ Ἁ­γί­α δι­έ­τα­ξε νά γέ­νουν τρί­α πα­ρά­θυ­ρα, τά ὁ­ποῖ­α καί ἔ­γι­ναν. Ὅ­ταν λοι­πόν τήν ρώ­τη­σε, γιά ποι­ά αἰ­τί­α τρί­α πα­ρά­θυ­ρα κα­τε­σκεύ­α­σε, ἔ­μα­θε ἀ­πό αὐ­τήν, ὅ­τι τά ἔ­κα­νε στό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρός καί τοῦ Υἱ­οῦ καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Τό­τε ὁ βάρ­βα­ρος, ἀ­κού­γον­τας αὐ­τό ὥρ­μη­σε νά τήν θα­να­τώ­ση μέ τό δι­κό του σπα­θί.

Ἐ­πει­δή ὅμως ἡ Ἁ­γί­α ἔ­φυ­γε καί φεύ­γοντας μπῆ­κε μέ­σα σέ μί­α πέ­τρα, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­δό­ξως ­σχί­σθηκε καί τήν δέ­χθηκε, ὁ πατέρας της τήν κυνη-γοῦσε ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ γεγονότος. Ὅταν τήν βρῆκε, μέ τήν βοήθεια κάποιου μηνυτῆ, τήν ἅρ­πα­ξε ἄ­σπλαγ­χνα ἀ­πό τά μαλ­λιά τῆς κε­φα­λῆς. Καί μεταφέροντάς την, τήν πα­ρέ­δω­σε στόν ἄρχοντα τῆς χώ­ρας, μ­προ­στά στόν ὁποῖον ὁμολογῶντας ἡ Ἁ­γί­α τόν Χρι­στό καί βρίζοντας  τά εἴ­δω­λα, δέρ­νε­ται δυ­να­τά καί κα­τα­ξε­σχί­ζε­ται τίς σάρ­κες καί κα­τα­καί­ε­ται τάπλευ­ρά. Ἔ­πει­τα κτυ­πιέ­ται στήν κε­φα­λή μέ σφαῖρες καί, ἀφοῦ τήν ἀπογύμνωσαν, τήν περιέφεραν μέσα στήν πόλι καί τήν ἔδειραν. Καί τε­λευ­ταῖα μέ ξίφος ἀποκεφαλίζεται ἀ­πό τά χέρια αὐ­τοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ ὠμότατου πατέρα της. Ὁ ὁ­ποῖ­ος λέ­γε­ται, ὅ­τι ἀ­φοῦ κα­τέ­σφα­ξε τήν Ἁ­γί­α, κα­τα­βαί­νον­τας ἀ­πό τό βου­νό, ­κτυ­πή­θηκε ἀπό τόν οὐρανό ἀ­πό ἀ­στρα­πο­πε­λέ­κι. Καί ἔτσι «ἀ­πέρ­ρι­ψε» τήν μια­ρή του ψυ­χή. (Τόν ἀναλυτικό της Βί­ο βλέπε στόν Πα­ρά­δει­σο­[1]).

. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου Πρεσβυτέρου, τοῦ Δαμασκηνοῦ. 

 Πλήσας μελῶν γῆν ἡδέων Ἰωάννης,

Εἰς οὐρανούς ἄνεισι συνθήσων μέλη.

 Αὐτός ἔζησε στά χρόνια τοῦ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου, κατά τό ἔτος 716 καί ἔφθασε μέχρι καί τόν υἱό του Κωνσταντῖνο τόν Κοπρώνυμο, ὁ ὁποῖος βασίλευσε κατά τό ἔτος 741, κατά-γόμενος ἀπό τήν Δαμασκό, πού σήμερα λέγεται Σάμ, ἀπό ἔνδοξο γένος καί στολισμένος μέ τήν Ὀρθόδοξη πίστι. Ἐπειδή ὅμως ἔτυχε νά ἔχη ἕναν φιλάρετο καί φιλόκαλο πατέρα, ἐξασκήθηκε μαζί μέ τόν συνανα-τροφό του θεῖο Κοσμᾶ σέ κάθε σοφία, τόσο τήν ἀ­πό ἔ­ξω τῶν εἰ­δω­λο­λα­τρῶν, ὅ­σον καί τήν ἔ­σω­θεν καί δι­κή μας, ἀ­πό κά­ποι­ον δά­σκα­λο, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν καί ἐ­κεῖ­νος Κο­σμᾶς, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἄν­θρω­πος εὐ­λα­βέ­στα­τος καί σο­φώ­τα­τος. Αὐ­τός προ­η­γου­μέ­νως ὠ­νο­μα­ζό­ταν Ἀ­ση­κρῆ­τις, ἐ­ξα­γο­ρά­σθη­κε ὅ­μως ἀ­πό τόν πα­τέ­ρα τοῦ θεί­ου Ἰ­ω­άν­νη μα­ζί μέ ἄλ­λους σκλά­βους. Ὁ­πό­τε, ἐ­πει­δή ἔ­τυ­χαν τέ­τοι­ο σο­φό δά­σκα­λο, γι’ αὐ­τό καί οἱ δύ­ο ἔ­φθα­σαν στήν κο­ρυ­φή τῆς σο­φί­ας. Ἔ­πει­τα ὅ­ταν ἔ­γι­ναν καί οἱ δύ­ο Μο­να­χοί, ἀ­σχο­λοῦν­ταν μό­νο μέ τόν Θε­ό καί τά τοῦ Θε­οῦ.

Ὁ Ἰ­ω­άν­νης ξε­χω­ρι­στά, ἀ­φοῦ πα­ρα­δό­θη­κε ἀ­πό τόν προ­ε­στῶ­τα τῆς Μο­νῆς τοῦ Ἁ­γί­ου Σάβ­βα σέ  ἕ­ναν γέ­ρον­τα με­γά­λο καί σο­φό στά θεῖ­α, δι­δά­χθη­κε ἀ­πό αὐ­τόν τήν μα­κά­ρια ὑ­πα­κο­ή. Ὁ­πό­τε δι­α­τά­χθη­κε ἀ­πό αὐ­τόν νά μή ψά­λη πο­τέ, οὔ­τε τό πα­ρα­μι­κρό ψαλ­τι­κό σύμ­φω­να μέ τήν τέ­χνη τῆς μου­σι­κῆς πού ἤ­ξε­ρε. Γι’ αὐ­τό καί ὁ Ἰ­ω­άν­νης φύ­λα­ξε χω­ρίς δι­ά­κρι­σι τήν ἐν­το­λή τοῦ γέ­ρον­τα γιά πολ­λά χρό­νια. Λέ­γε­ται μά­λι­στα ὅ­τι ἡ Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κος ἐμ­φα­νί­σθη­κε σέ ὄ­νει­ρο στόν γέ­ρον­τά του καί τοῦ εἶ­πε, νά πα­ρο­τρύ­νη τόν ὑ­πο­τα­κτι­κό του Ἰ­ω­άν­νη νά συγ­γρά­ψη ὕ­μνους γιά τήν δό­ξα τοῦ Χρι­στοῦ, πού γεν­νή­θη­κε ἀ­πό αὐ­τήν ἀ­σπό­ρως καί γιά καύ­χη­μα καί χα­ρά ἐ­κεί­νων τῶν Χρι­στια­νῶν, πού ὀ­φεί­λουν νά δο­ξο­λο­γοῦν τήν Θε­ο­τό­κο, ὅ­πως καί αὐ­τός ὁ ἴ­διος ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὀ­φεί­λει ὁ­πωσ­δή­πο­τε νά δο­ξο­λο­γῆ τήν ἴ­δια Θε­ο­τό­κο, ἐ­πει­δή ἀ­πό­λαυ­σε με­γά­λη βο­ή­θεια ἀ­πό αὐ­τήν. Δι­ότ­ι τό χέ­ρι του, πού κό­πη­κε ἄ­δι­κα ἀ­πό τόν ἄρ­χον­τα, μέ τήν με­γά­λη της δύ­να­μι ἡ­ Θε­ο­τό­κος τό ἀ­πο­κα­τέ­στη­σε ὑ­γι­ές καί ὁ­λό­κλη­ρο.

Τό­τε ὁ θεῖ­ος Ἰ­ω­άν­νης, ἀ­φοῦ πῆ­ρε τήν ἄ­δεια ἀ­πό τόν γέ­ρον­τά του, συ­νέ­γρα­ψε ὕ­μνους καί ἄ­σμα­τα με­λίρ­ρυ­τα, το­πο­θε­τῶν­τας ὡς ὑ­πό­θε­σι  τῆς ἀ­σμα­τι­κῆς του με­λω­δί­ας καί τῆς ἄλ­λης λο­γο­γρα­φί­ας του αὐ­τήν τήν Μη­τέ­ρα τοῦ φω­τός καί Δέ­σποι­να Θε­ο­τό­κο. Μέ τέ­τοι­ον τρό­πο λοι­πόν ὁ θεῖ­ος αὐ­τός φω­στή­ρας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας συ­νέ­γρα­ψε πά­ρα πολ­λά συγ­γράμ­μα­τα, μέ τά ὁ­ποῖ­α βρί­σκε­ται ἡ λύ­σις κά­θε ἀ­πο­ρί­ας γρα­φι­κῆς καί κά­θε ζη­τή­μα­τος ἡ ἐ­ξή­γη­σις. Καί μέ τήν δύ­να­μι τῶν λό­γων του καί μέ τίς ἀ­πο­δεί­ξεις του ἀ­πό τίς θεῖ­ες Γρα­φές, στη­λί­τευ­σε τήν δυσ­σε­βῆ αἵ­ρε­σι τῶν Εἰ­κο­νο­μά­χων.

Ἔ­τσι μέ­χρι τέ­λος μή ὑ­πο­χω­ρῶν­τας κα­θό­λου ἀ­πό τήν ἄ­σκη­σι, τε­λει­ώ­νει τήν ἁ­γί­α ζω­ή του σέ γῆ­ρας βα­θύ, ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε ἑ­κα­τόν τέσ­σε­ρα χρό­νια



[1]      Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ὑπάρχει ἀ­σμα­τι­κή Ἀ­κο­λου­θί­α τέλεια καί πλή­ρης. Παρόμοια καί εἰ­κο­σι­τέσ­σα­ρες οἶ­κοι χαι­ρε­τί­σι­μοι σ’ αὐτήν τήν Ἁ­γί­α Βαρ­βά­ρα, τά ὁποῖα εἶναι ­τυ­πω­μέ­να σέ ξε­χω­ρι­στή φυλ­λά­δα. Τό δέ Μαρ­τύ­ριό της συ­νέ­γρα­ψε ὁ Με­τα­φρα­στής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρ­χή εἶναι· «Μα­ξι­μια­νῷ τῷ δυσ­σε­βεῖ». (Σώ­ζε­ται στήν τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες). Στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα μάλιστα, ὄχι μόνο τό ἀναφερθέν Μαρ­τύ­ριό της σώ­ζε­ται, ἀλ­λά καί ἄλλο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρ­χή εἶναι· «Ἐν τοῖς χρό­νοις ἐ­κεί­νοις».

  * O Ἅγιος νέος Ἱερομάρτυς Σεραφείμ[1] ὁ Φαναρίου Ἐπίσκοπος, ὁ μαρτυρήσας ἐν ἔτει 1601, σούβλῃ διαπαρείς τελειοῦται.

 * Ὁ γῆς Σεραφείμ Θετταλῶν φύς ὡς κλάδος,

Θεῷ Λόγῳ πρόσεισι ῥείθροις αἱμάτων[2].

    Αὐ­τός ἦ­ταν ἀ­πό ἕ­να χω­ριό τῆς ἐ­παρ­χί­ας τῶν Ἀ­γρά­φων, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Μπε­ζή­λα. Γεν­νή­θη­κε δέ ἀ­πό γο­νεῖς θε­ο­σε­βεῖς πού ὠ­νο­μά­ζον­ταν Σω­φρό­νιος καί Μα­ρί­α, ἀ­να­τρά­φη­κε ἀ­π' αὐ­τούς μέ τρό­πο ἐ­νά­ρε­το καί θε­ο­φι­λῆ  καί ­φοί­τη­σε σέ σχο­λεῖ­ο ἱ­ε­ρῶν γραμ­μά­των, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­μα­θε μέ­σα σέ λί­γον και­ρό, κα­θώς δι­έ­θε­τε φύ­σι εὐ­φυ­ῆ. Ἀ­φοῦ δέ ἔ­φθα­σε σέ νε­α­ρή ἡ­λι­κί­α, ἀ­γά­πη­σε τήν ζω­ή τῶν μο­να­χῶν, κα­θώς μί­ση­σε τόν Κό­σμο καί τά εὐ­χά­ρι­στα τοῦ Κό­σμου καί ­πῆ­γε στό ἱ­ε­ρό Μοναστήρι τῆς Κυ­ρί­ας Θε­ο­τό­κου, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Κο­ρῶ­να καί Κρυ­ε­ρά Βρύ­σις, καί ἐ­κεῖ ντύ­θη­κε τό ἀγ­γε­λι­κό σχῆ­μα. Ἀ­πό τό­τε ἐ­πι­δό­θη­κε σέ ἀ­γῶ­νες πνευ­μα­τι­κούς καί ἐμι­μεῖτο τούς ἐ­κεῖ ἐ­νά­ρε­τους πα­τέρες, συλ­λέ­γον­τας σάν ἐρ­γα­τι­κή μέ­λισ­σα ἀ­πό τόν κά­θε ἕ­να τά δι­ά­φο­ρα ἄν­θη τῶν ἀ­ρε­τῶν. Καί τό­σο πο­λύ πρό­κο­ψε στήν σύμ­φω­νη μέ τόν Χρι­στό πο­λι­τεί­α, ὥ­στε κα­τέ­στη ἄ­ξιος κον­τά στόν προ­ε­στῶ­τα τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ νά δε­χθῆ καί τό ἀ­ξί­ω­μα τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης. Πρᾶγ­μα πού ἔ­γι­νε. Με­τά ἀ­πό λί­γον και­ρό, ὅ­μως, ἐ­πει­δή πέ­θα­νε ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Φα­να­ρί­ου καί Νε­ο­χω­ρί­ου, μέ τήν ψῆ­φο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀ­νε­βαί­νει στόν Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πι­κό τοῦ­το θρό­νο. Ἀ­φοῦ ἀ­νέ­λα­βε ὁ Ἅ­γιος τό μεγάλο αὐτό φορ­τί­ο τῆς ἀρ­χι­ε­ρω­σύ­νης, ἔ­δω­σε τόν ἑ­αυ­τό του σέ πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀ­γῶ­νες, κα­θώς ποί­μαι­νε ὡς ἀ­λη­θι­νός ποι­μένας τό ποί­μνιό του σέ νο­μές σω­τήριες τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Κυ­ρί­ου, καί τό πό­τι­ζε κα­θη­με­ρι­νά μέ τά νά­μα­τα τῆς ἐν­θέ­ου δι­δα­σκα­λί­ας του, καί μέ­σα ἀ­πό τά ἔρ­γα του στε­κό­ταν πρό­τυ­πο γι’ αὐ­τό κά­θε ἀ­γα­θοῦ. Ὡ­στό­σο, πα­ρ’ ὅ­λες αὐ­τές του τίς ἀ­ρε­τές, τό­ση τα­πεί­νω­σι εἶ­χε ὁ πα­νύ­μνη­τος, ὥ­στε ὠ­νό­μα­ζε δοῦ­λο ἀ­χρεῖ­ο τόν ἑ­αυ­τό του καί δέν θε­ω­ροῦ­σε πο­τέ πώς κά­μνει κα­νέ­να ἔρ­γο εὐ­ά­ρε­στο στόν Θε­ό. Γι’ αὐ­τό ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νά ἀ­ξι­ω­θῆ τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου ὑ­πέρ τοῦ Χρι­στοῦ. Καί γι’ αὐ­τό προ­σευ­χό­ταν κα­θη­με­ρι­νά στόν Θε­ό, ὁ ὁ­ποῖ­ος καί τόν ἀ­ξί­ω­σε νά τό ἀ­πο­λαύ­ση μέ τόν ἑ­ξῆς τρό­πο:

Κα­τά τό ἔ­τος 1601 με­τά τήν ἔν­σαρ­κη οἰ­κο­νο­μί­α, χρη­μά­τι­σε Μη­τρο­πο­λί­της Λα­ρί­σης ὁ ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νος Δι­ο­νύ­σιος, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἐ­πει­δή ἦ­ταν δύ­στρο­πος καί ἰ­δι­ό­τρο­πος, πεί­σθη­κε ἀ­πό τά λό­για καί τίς ὑ­πο­σχέ­σεις Φράγ­κων καί μέ δαι­μο­νι­κή βο­ή­θεια συγκέντρωσε ἀρ­κε­τό πλῆ­θος καί κί­νη­σε πό­λε­μο ἐ­ναν­τί­ον τῶν Τούρ­κων ἀρ­χόν­των, ἐ­φορ­μῶν­τας πρός τά μέ­ρη τῶν Ἰ­ω­αν­νί­νων, ὅ­που καί φό­νευ­σε πολ­λούς. Καί ἄλ­λοι, ἐ­πει­δή δέν ἄν­τε­χαν τίς ἐ­πι­δρο­μές του, ἔ­φευ­γαν ἀ­πό τούς τό­πους ἐ­κεί­νους. Ἀλ­λά ὅ­μως σέ λί­γον και­ρό, ὅ­ταν συνελήφθη, ἔ­δω­σε τήν πρέ­που­σα δί­κη, ἀ­φοῦ φο­νεύ­θη­κε ἐ­λε­ει­νά ἀ­πό αὐ­τούς, ἐ­φ’ ὅ­σον τό ἐ­πέ­τρε­ψε ὁ Θε­ός, κα­θώς στά­θη­κε ἀ­νά­ξιος τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τός του. Ὁ δέ Ἅ­γιος αὐ­τός Σε­ρα­φείμ, καί ἐ­νό­σω ζοῦ­σε ὁ προ­α­να­φερ­θείς Δι­ο­νύ­σιος, γνώ­ρι­ζε τήν ἰ­δι­ο­τρο­πί­α του καί, ὅ­σο μπο­ροῦ­σε, ἀ­πέ­φευ­γε τήν συ­να­να­στρο­φή του, πε­ρι­φε­ρό­με­νος πάν­το­τε στά μέ­ρη τά  δι­κά του καί δι­δά­σκον­τας τόν λα­ό τοῦ Χρι­στοῦ. Καί ἀ­φοῦ συνελήφθη, ὅ­πως εἴ­πα­με, ὁ Δι­ο­νύ­σιος καί φο­νεύ­θη­κε καί οἱ Τοῦρ­κοι βρίσκον­ταν ἀ­κό­μη στήν τα­ρα­χή ἐ­κεί­νη, χρει­ά­σθη­κε νά κα­τέ­βη ὁ Ἅ­γιος στό Φα­νά­ρι, κα­θώς εἶ­χε ἔλ­θει ὁ και­ρός νά μοι­ρά­ση στούς ἐ­κεῖ ἀ­γά­δες τά συ­νή­θη δῶρα. Ὅ­μως στό Φα­νά­ρι ἦ­ταν κά­ποι­οι Τοῦρ­κοι ἀ­γά­δες, πού φθo­νοῦ­σαν τόν Ἅ­γιο ἐ­ξ αἰ­τί­ας τῆς ἀ­ρε­τῆς του, ὑ­πο­κι­νού­με­νοι ἀ­πό τόν δαί­μο­να καί ­ζη­τοῦ­σαν εὐ­και­ρί­α καί κα­τάλ­λη­λη πε­ρί­στα­σι, ὥ­στε ἤ νά τόν ρί­ξουν ἀ­πό τό τό­σο ὕ­ψος τῆς ἀ­ρε­τῆς σέ ἀ­σέ­βεια, ἤ νά τόν βγά­λουν ἀ­πό τήν πα­ροῦ­σα ζω­ή. Γι’ αὐ­τό ἐκ­μεταλ­λευ­ό­με­νοι τήν εὔ­λο­γη αἰ­τί­α, τήν ἀ­πο­στα­σί­α τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου, ὅ­ταν εἶ­δαν τόν Ἅ­γιο, ἄρ­χι­σαν νά λέ­νε ἀ­να­με­τα­ξύ τους· «Καί αὐ­τός μα­ζί μέ τόν Δι­ο­νύ­σιο ἦ­ταν. Καί τώ­ρα πῶς τόλ­μη­σε καί ἦλ­θε μπρο­στά μας, ἐ­νῶ μᾶς ἐ­πι­βου­λεύ­ε­ται;». Ὁ Ἅ­γιος ὅ­μως ἀ­κού­ον­τάς τα αὐ­τά ἀ­πο­ροῦ­σε καί κα­θώς ἦ­ταν ἀ­θῶος νό­μι­ζε, ὅ­τι τά λέ­νε γιά κά­ποι­ον ἄλ­λο. Γι’ αὐ­τό καί μέ θάρ­ρος τούς ­ρώ­τη­σε· «Γιά ποι­όν», εἶ­πε, «τά λέ­τε αὐ­τά»; Καί αὐ­τοί ἀ­πο­κρι­νό­με­νοι μέ θυ­μό εἶ­παν· «Γιά ­σέ­να,  ἀ­πο­στά­τη καί δο­λο­πλό­κε. Νά πού ἦλ­θες στά χέ­ρια μας, τώ­ρα θά λά­βης καί ἐ­σύ, ἐ­κεῖ­νο πού σοῦ πρέ­πει. Ἐ­κτός μό­νο ἄν θε­λή­σης νά ἀ­φή­σης τήν πί­στι σου καί νά γί­νης Τοῦρ­κος, τό­τε θά σέ συγ­χω­ρή­σου­με καί θά σέ τι­μή­σου­με πο­λύ, κα­θώς μέ τοῦ­το τόν τρό­πο θά γνω­ρί­ζου­με, πώς με­τα­νό­η­σες καί ἔ­γι­νες ἕ­να μέ ἐ­μᾶς». Ὁ δέ Ἅ­γιος μο­λο­νό­τι ἀ­νέλ­πι­στα τά ἄ­κου­σε αὐ­τά, κα­θώς πο­θοῦ­σε, ὅ­πως εἰ­πώ­θη­κε, τό ὑ­πέρ τοῦ Χρι­στοῦ Μαρ­τύ­ριο, δέν δεί­λια­σε κα­θό­λου, ἀλ­λά ἀ­φοῦ στά­θη­κε μέ κα­θα­ρό καί ἤ­ρε­μο πρό­σω­πο τούς εἶ­πε· «Τό γε­γο­νός ὅ­τι ἐ­γώ μέν ἀ­πό τήν κα­τη­γο­ρί­α αὐ­τή εἶ­μαι τε­λεί­ως ἀ­μέ­το­χος, ὄ­χι μό­νο ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί τό ὁ­μο­λο­γοῦν, ἀλ­λά καί ἐ­σεῖς οἱ Τοῦρ­κοι (ἐ­άν θέ­λε­τε νά φα­νε­ρώ­σε­τε τήν ἀ­λή­θεια) τό γνω­ρί­ζε­τε κα­λύ­τε­ρα. Τοῦ­το δέ πού λέ­­τε νά ἀ­φή­σω τήν πί­στι μου, γιά νά ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ ἀ­πό τόν θά­να­το, δέν τό κα­τα­δέ­χο­μαι μέ κα­νέ­να τρό­πο, νά ἀ­φή­σω τόν γλυ­κύ­τα­τό μου Ἰ­η­σοῦ καί Θε­ό μου καί πλά­στη μου καί μά­λι­στα ἐ­φό­σον θά πά­θω ἀ­δί­κως, καί γι­’­ αὐ­τό ἐλ­πί­ζω ἀ­πό τόν Δε­σπό­τη μου νά τύ­χω καί πε­ρισ­σο­τέ­ρας τι­μῆς. Τήν τι­μή ὅ­μως τήν δι­κή σας, οὔ­τε νά τήν ἀ­κού­σω δέν τό κα­τα­δέ­χο­μαι». Μό­λις τά ἄ­κου­σαν αὐ­τά ἐ­κεῖ­νοι καί ἀ­φοῦ εἶ­δαν ὅ­τι ἀ­πέ­τυ­χαν στόν πρῶ­το τους στό­χο, ὥρ­μη­σαν ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Ἁ­γί­ου καί σέρνοντάς τον μέ με­γά­λη βί­α καί σκλη­ρό­τη­τα, τόν ἔ­φε­ραν στόν ἡ­γε­μό­να (αὐ­τόν πού ἀ­πό αὐ­τούς ὠ­νο­μα­ζό­ταν χα­μου­ζάμ­πε­ης) καί ­φώ­να­ζαν ἐ­ναν­τί­ον τοῦ δι­καί­ου καί ἀ­θώ­ου λέ­γον­τας· «Καί αὐ­τός μα­ζί μέ τόν κα­τα­ρα­μέ­νο Δι­ο­νύ­σιο, ἦ­ταν ὁ ἐ­χθρός καί δο­λο­πλό­κος μας. Γι’ αὐ­τό βγά­λε τον ἀ­πό τήν ζω­ή του μέ κα­κό θά­να­το, γιά νά σω­φρο­νι­σθοῦν καί ἄλ­λοι». Καί αὐ­τά μέν εἶ­παν ἐ­κεῖ­νοι. Ὁ δέ ἡ­γε­μόνας, ἀ­φοῦ κά­θη­σε στόν θρό­νο, πα­ρουσίασε μπρο­στά του τόν Ἅ­γιο καί πρῶ­τα μέν ἄρ­χι­σε μέ τρό­πο ἥ­με­ρο νά λέ­η πρός τόν Ἅ­γιο· «Σέ βλέ­πω, ἄν­θρω­πε, πώς εἶ­σαι φρό­νι­μος καί θαυ­μά­ζω πῶς συμ­φώ­νη­σες μέ ἐ­κεῖ­νον τόν κα­κό ἄν­θρω­πο καί δέν λο­γά­ρια­σες μέ τόν νοῦ σου, πώς πρό­κει­ται νά ἐ­πι­χει­ρή­σης πρᾶγ­μα ἀ­δύ­να­το καί ὀ­λέ­θριο γιά τήν ζω­ή σας; Καί νά, βλέ­πεις πώς ἐ­κεῖνος ὁ κα­κός, μέ κα­κό τρό­πο χά­θη­κε. Καί ἐ­σύ, νά πού συνελήφθης καί κιν­δυ­νεύ­ει ἡ ζω­ή σου νά πε­θά­νης μέ ἐ­λε­ει­νό θά­να­το καί ἐ­πώ­δυ­νο. Ὅ­μως ἐ­γώ βλέ­πον­τας τήν φρο­νι­μά­δα σου, λέ­ω, πώς σάν ἄν­θρω­πος ἐ­ξα­πα­τή­θη­κες, καί ἐ­πει­δή λυ­πᾶ­μαι νά σέ θα­να­τώ­σω, σέ συμ­βου­λεύ­ω νά γί­νης Τοῦρ­κος. Καί μέ αὐτό ὄ­χι μό­νο τήν ζω­ή σου θά σοῦ χα­ρί­σου­με, ἀλ­λά θά σέ ἔ­χου­με καί σέ με­γά­λη ἐ­κτί­μη­σι ἐ­ξ αἰ­τί­ας τῆς φρο­νι­μά­δας σου». Ὁ Ἅ­γιος ἀ­πο­κρι­νό­με­νος μέ συν­το­μί­α, εἶ­πε· «Τό ὅ­τι ἄ­δι­κα μέν πά­σχω, ἄν καί εἶ­μαι ἀν­τί­θε­τος, ὡς ὑ­παί­τιος πα­ρα­δό­θη­κα, τό γνω­ρί­ζεις πο­λύ κα­λά, ὅ­μως ἐ­γώ τήν πί­στι μου δέν θά τήν ἀρ­νη­θῶ, οὔ­τε θά χω­ρι­σθῶ πο­τέ ἀ­πό τόν γλυ­κύ­τα­τό μου Δε­σπό­τη καί Θε­ό, Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Ἀ­κό­μη καί ἄν πρό­κει­ται νά λά­βω χι­λιά­δες θα­νά­τους γιά τό ὄ­νο­μά του τό Ἅ­γιο, χα­ρά μου καί εὐ­φρο­σύ­νη τό θε­ω­ρῶ. Γι’ αὐ­τό, ὦ ἡ­γε­μών, δέρ­νε, σφά­ζε, κό­βε, κά­νε ὅ,τι εἶ­ναι τῆς ἐ­ξου­σί­ας σου». Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ δι­κα­στής, δέν ἔ­χα­σε και­ρό, ἀλ­λά πρό­στα­ξε νά τόν δεί­ρουν πολ­λή ὥ­ρα καί νά κα­τα­κό­ψουν ἀ­νη­λε­ῶς τήν μύ­τη του σέ λε­πτά κομ­μά­τια. Ἐ­νῶ συ­νέ­βαι­νε τοῦ­το καί ὑ­πέ­με­νε ὁ Ἅ­γιος αὐ­τά, σάν νά συ­νέ­βαι­ναν σέ ἕ­να ξέ­νο σῶ­μα καί εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε καί εὐ­λο­γοῦ­σε τόν Θε­ό, πρό­στα­ξε ὁ ἄρ­χον­τας νά τόν ρί­ξουν στήν φυ­λα­κή καί νά τόν ἀ­φή­σουν τε­λεί­ως ἀ­φρόν­τι­στο καί οὔ­τε κά­ποι­α τρο­φή νά τοῦ δώσουν, οὔ­τε πο­τό, μή­πως καί με­τα­νο­ή­ση καί κά­νη τό θέ­λη­μά τους. Ὁ δέ Ἅ­γιος, ἐ­νό­σω βρι­σκό­ταν στήν φυ­λα­κή καί ἔ­βλε­πε ἐ­πά­νω του τά στίγ­μα­τα τοῦ Χρι­στοῦ, χαι­ρό­ταν καί στόν Χρι­στό ὡμο­λο­γοῦ­σε με­γά­λες τίς χά­ρι­τες, πού τόν ἀ­ξί­ω­σε νά πά­θη γιά τό ὄ­νο­μά του τό Ἅ­γιο, καί τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά τοῦ δώ­ση ὑ­πο­μο­νή νά τε­λει­ώ­ση τό Μαρ­τύ­ριο. Τήν δέ ἑ­πο­μέ­νη ἡ­μέ­ρα, ἀ­φοῦ κά­θι­σε πά­λι ὁ ἄρ­χοντας στόν δι­κα­στι­κό θρό­νο μέ ὑ­περ­βο­λι­κή ἔ­παρ­σι, πρό­στα­ξε καί ἔ­φε­ραν τόν Ἅ­γιο μπρο­στά του. Καί ἄρ­χι­σε πά­λι νά λέ­η πρός αὐ­τόν· «Ἄ­ρα­γε, Σε­ρα­φείμ, συ­νε­τί­σθη­κες ἀ­πό τό χθε­σι­νό παί­δε­μα, κα­τά­λα­βες τό συμ­φέ­ρον σου, ὥ­στε νά κά­νης ἐ­κεῖ­νο πού σοῦ λέ­ω καί ὡς φί­λος σου σέ συμ­βου­λεύ­ω, ἤ ἐ­πιμέ­νεις ἀ­κό­μη στήν κα­κή ἐ­κεί­νη ἄ­πο­ψι»; Ὁ Ἅ­γιος ὅ­μως, ἀ­φοῦ ση­κώ­θη­κε μέ γε­λα­στό τό πρό­σω­πο, εἶ­πε· «Θά ἔ­πρε­πε, ἡ­γε­μών, νά μή σοῦ δώ­σω καμ­μί­α ἀ­πάν­τη­σι σ’ αὐ­τά, ἐ­πει­δή λέ­ς πώς εἶ­σαι καί φί­λος μου καί μοῦ δί­νεις αὐ­τήν τήν κα­κή συμβου­λή, νά ἀ­φή­σω τόν Κύ­ριό μου Ἰ­η­σοῦ, τόν ποι­η­τή μου καί πλά­στη μου καί νά πι­στέ­ψω σέ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο θνη­τό, ἀ­γράμ­μα­το, ἐ­χθρό καί πο­λέ­μιο τοῦ Χρι­στοῦ μου». Καί ἐ­νῷ ἔ­λε­γε αὐ­τά ὁ Ἅ­γιος, ὁ ἄρ­χοντας δέν πε­ρί­με­νε νά τε­λει­ώ­ση ὁ Ἅ­γιος τόν λό­γο του, ἀλ­λά ἀ­μέ­σως διέτα­ξε πά­λι νά τόν δεί­ρουν σφο­δρό­τα­τα, ἔ­πει­τα νά τοῦ τεν­τώ­σουν χέ­ρια καί πό­δια καί νά βά­λουν ἐ­πά­νω στήν κοι­λιά του μί­α με­γά­λη πέτρα καί ἀ­νελέητα νά κα­τα­κό­βουν καί νά ξε­σχί­ζουν τίς σάρ­κες του. Ἔ­πει­τα τόν πό­τι­ζαν νε­ρό ἀ­να­κα­τω­μέ­νο μέ σκό­νη καί χο­λή. Ὁ δέ Ἅ­γιος, ὅ­ταν εἶ­δε νά γί­νε­ται σ’ αὐ­τόν τό πά­θος τοῦ Δε­σπό­του Χρι­στοῦ, χαι­ρό­ταν τό­σο πο­λύ, ὥ­στε καί οἱ ἴ­διοι οἱ ἀ­νη­λε­εῖς δή­μιοι, βλέ­πον­τάς τον πού ὑ­πέ­μει­νε τέ­τοι­α καί τό­σα βα­σα­νι­στή­ρια μέ εὐ­χα­ρί­στη­σι καί τό πρό­σω­πό του πού ἦ­ταν λαμ­πρό καί χα­ρού­με­νο σάν νά ἦ­ταν σέ ξε­φάν­τω­μα, καί ὄ­χι σέ τι­μω­ρί­α, τόν θαύ­μα­ζαν. Ὁ δέ ἄρ­χοντας βλέ­πον­τας τό στα­θε­ρό καί ἀ­με­τά­θε­το τῆς γνώ­μης του, ἔ­δω­σε τήν τε­λευ­ταί­α κα­τα­δι­κα­στι­κή ἀ­πό­φα­σι, νά τόν πα­λου­κώ­σουν, γιά νά λά­βη βί­αι­ο θά­να­το. Καί ἀ­φοῦ με­τέ­φε­ραν τόν Ἅ­γιο στόν τό­πο τῆς κα­τα­δί­κης, μί­α ἀ­ρά­πισ­σα πιό με­λα­νή στήν ψυ­χή, πα­ρά στό σῶ­μα, ἐ­νῶ στε­κό­ταν δί­πλα σέ κά­ποι­ον τοῖ­χο, ἔ­βρι­ζε, καί ἀ­τί­μα­ζε τόν Ἅ­γιο μέ αἰ­σχρές καί ἄ­τι­μες ὕ­βρεις. Ὁ πι­στό­τα­τος ὑ­πη­ρέ­της τοῦ Δε­σπό­τη Χρι­στοῦ, μι­μού­με­νος καί σέ αὐτό τόν Χρι­στό, δέν εἶ­πε μέν καμ­μί­α κα­τά­ρα ἐ­ναν­τί­ον ἐ­κεί­νης τῆς ἀ­θέ­ου, ἀλ­λά μό­νον, ἀ­φοῦ στρά­φη­κε, καί τήν εἶ­δε μέ τό γε­λα­στό του ἐ­κεῖ­νο πρό­σω­πο, ἀ­μέ­σως σάν νά βγῆ­κε δύ­να­μις ἀ­πό τό εὐ­λο­γη­μέ­νο του πρό­σω­πο καί τήν χτύ­πη­σε. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!  στρά­φη­κε πρός τά πί­σω ἡ ἀ­ναι­δής καί με­λα­νή ἐ­κεί­νη ὄ­ψις, πα­ρο­μοί­ως καί τό στό­μα καί τά μά­τια της στρά­φη­καν, καί ἔ­γι­νε ὅ­μοι­α μέ τόν πα­τέ­ρα της τόν δι­ά­βο­λο, καί ἔ­ζη­σε μέ τήν πλη­γή ἐ­κεί­νη δε­κα­πέν­τε χρό­νια, καί κα­τέ­στη θέ­α­μα ἐ­λε­ει­νό γι’ αὐ­τούς πού τήν ἔ­βλε­παν. Ὡ­στό­σο ἄν καί ἦ­ταν δύ­στρο­πη καί δαι­μο­νι­ώ­δης καί ἔ­πα­θε τέ­τοι­α πράγ­μα­τα, δέν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τήν κα­κή της ἄ­πο­ψι, ἀλ­λά μέ τήν ἴ­δια δυ­στρο­πί­α δι­έρ­ρη­ξε τήν μια­ρή της ψυ­χή, κα­θώς ἔ­φευ­γε γιά τόν ἑ­τοι­μα­σμέ­νο γι’ αὐ­τήν καί ὅ­λους τούς ὁ­μοί­ους της τό­πο τῆς αἰ­ω­νί­ου κο­λά­σε­ως. Ὁ δέ Ἅ­γιος, ἀ­φοῦ ἔ­φθα­σε στόν τό­πο τῆς κα­τα­δί­κης, ὅ­που γι­νό­ταν ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό οἱ συ­ναλ­λα­γές, (δη­λα­δή τό πα­ζά­ρι), κον­τά στό κυ­πα­ρίσ­σι, πού β­ρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ, καί ἐ­νῶ σου­βλί­σθη­κε ἀ­πό τούς ἄ­σπλαγ­χνους, εὐ­χα­ρι­στῶν­τας, πα­ρέ­δω­σε τήν ἱ­ε­ρή του καί τρι­σευ­λο­γη­μέ­νη ψυ­χή στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ, στίς 4 Δε­κεμ­βρί­ου. Τό δέ Ἅ­γιό του σῶ­μα, ὥ­ρι­σε ὁ θη­ρι­ώ­δης ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χοντας, νά μεί­νη ἐ­πά­νω στό ξύ­λο πολ­λές ἡ­μέ­ρες δῆθεν γιά σω­φρο­νι­σμό τῶν ἄλ­λων. Ἀλ­λά καί πα­ρ’ ὅ­λο πού ἔ­μει­νε νε­κρό ἀρ­κε­τές ἡ­μέ­ρες, δέν ἔ­πα­θε τί­πο­τε μέ­ τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ, ἀ­πό ὅ­σα εἶ­ναι στήν φύ­σι τῶν νε­κρῶν σω­μά­των νά πα­θαί­νουν, οὔ­τε ἐ­ξωγ­κώ­θη­κε δη­λα­δή, οὔ­τε κά­ποι­α δυ­σο­σμί­α ἔ­βγα­λε. Ἀλ­λά τό ἀν­τί­θε­το ἔ­γι­νε καί φαι­νό­ταν σάν νά ἦ­ταν ζων­τα­νό καί εὐ­ω­δί­α ἔ­βγα­ζε ἀ­νεί­πω­τη. Τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­κό­μη καί οἱ ἀλ­λο­ε­θνεῖς, βλέ­πον­τάς το, θαύ­μα­ζαν. Οἱ δέ εὐ­σε­βεῖς χαίρον­ταν καί ἀ­πέ­δι­δαν στόν Θε­ό με­γά­λες εὐ­χα­ρι­στί­ες, γιά τήν κα­λή ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ Ἁ­γί­ου καί δι­ό­τι σ’ αὐ­τή τήν ὕ­στα­τη γε­νε­ά τούς ἀ­ξί­ω­σε νά δοῦν ἐ­κεῖ­να, πού εἶ­χαν ἀ­κού­σει, ὅ­τι ἔ­γι­ναν στούς πα­λαι­ούς και­ρούς. Καί ἐ­πει­δή ἤ­θε­λαν νά πά­ρουν τό ἀ­θλη­τι­κό ἐ­κεῖ­νο σῶ­μα, νά τό ἔ­χουν γιά προ­σκύ­νη­σι καί βο­ή­θειά τους, δέν τό κα­τώρ­θω­σαν, δι­ό­τι ὁ ἄρ­χοντας ἔ­βα­λε ἀρ­κε­τούς φύ­λα­κες καί τό φύ­λα­γαν ἡ­μέ­ρα καί νύ­χτα. Καί με­τά ἀ­πό ἡ­μέ­ρες ἔ­κο­ψαν τήν μα­κα­ρί­α του κε­φα­λή καί τήν με­τέ­φε­ραν στά Τρί­κα­λα, μα­ζί μέ ἄλ­λες κε­φα­λές κα­κούρ­γων. Τίς ὁ­ποῖ­ες, ἀ­φοῦ τίς ἔ­βα­λαν σέ κον­τά­ρια, τίς ἔ­στη­σαν μέ τήν σει­ρά ὅ­λες νά βλέ­πουν πρός τήν δύ­σι. Καί αὐ­τά μέν ἔ­κα­μναν τό βρά­δυ· τό πρω­ί ὅμως ὅ­λες οἱ ὑ­πό­λοι­πες κε­φα­λές τῶν κα­κούρ­γων στέκον­ταν, ὅ­πως τίς ἔ­βα­λαν, τήν  κε­φα­λή τοῦ Ἁ­γί­ου ὅ­μως τήν βρῆ­καν νά βλέ­πη πρός τήν ἀ­να­το­λή. Καί αὐ­τό ὄ­χι μί­α, ἀλ­λά πολ­λές ἡ­μέ­ρες γι­νό­ταν. Καί τόν και­ρό ἐ­κεῖ­νο, πού ἐτε­λεῖτο αὐ­τό τό θαυ­μα­στό γε­γο­νός, κα­τ' οἰ­κο­νο­μί­α τοῦ Θε­οῦ, ἔ­τυ­χε νά βρί­σκε­ται ἐ­κεῖ στά Τρί­κα­λα ὁ ἡ­γού­με­νος τῆς ἱ­ε­ρᾶς μο­νῆς, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Δού­σι­κο, καί μό­λις εἶ­δε ὀ­φθαλ­μο­φα­νῶς τό θαῦ­μα, ἔ­βα­λε μέ­σα στήν καρ­διά του ἀ­πό­φα­σι κα­λή καί ζῆ­λο Θε­οῦ, νά βρῆ τρό­πο νά πά­ρη τήν ἱ­ε­ρά ἐ­κεί­νη καί πο­λύ­τι­μη κε­φα­λή στό Μοναστήρι του, νά τήν ἔ­χη γιά ἁ­για­σμό καί θη­σαυ­ρό τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ του ἄ­ξιο. Γι’ αὐ­τό συμ­φώ­νη­σε μέ κά­ποι­ον Ἀλ­βα­νό Χρι­στια­νό καί τοῦ ἔ­τα­ξε πενήντα γρό­σια, γιά νά βρῆ τρό­πο, νά κλέ­ψη τήν θαυ­μα­τουρ­γή ἐ­κεί­νη κε­φα­λή, καί νά τοῦ τήν φέ­ρη. Ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­φύ­λα­γε ὅ­λη ἐ­κεί­νη τήν νύ­χτα καί κον­τά πρός τήν αὐ­γή, ὅ­ταν εἶ­δε τούς φύ­λα­κες, νά εἶναι νι­κη­μέ­νοι ἀ­πό τήν ἀ­γρυ­πνί­α καί νά τούς παίρνη ὁ ὕ­πνος, ­πῆ­γε ὅ­σο πιό ἀ­θό­ρυ­βα μπο­ροῦ­σε. Ὡ­στό­σο κα­τε­βά­ζον­τας τήν τι­μί­α κε­φα­λή ἀ­πό τό ξύ­λο καί ἀ­πό τήν βι­α­σύ­νη καί ἀ­πό τόν φό­βο του, ἄ­φη­σε τό ξύ­λο, καί, ὅ­πως ἔ­πε­σε χτύ­πη­σε καί ξύ­πνη­σε τούς φύ­λα­κες. Οἱ ὁ­ποῖ­οι, βλέ­πον­τας τόν κα­λό ἐ­κεῖ­νο Χρι­στια­νό, πού ἔ­κα­νε αὐ­τή τήν θαυ­μα­στή κλε­ψιά, ἔ­τρε­ξαν νά τόν πιά­σουν. Ὁ δέ γεν­ναῖ­ος ἐ­κεῖ­νος, ἀ­πό ζῆ­λο ἀ­πό τήν μί­α καί γιά τόν μι­σθό ἀ­πό τήν ἄλ­λη, ἅρ­πα­ξε μέ τόλ­μη τόν πο­λύ­τι­μο ἐ­κεῖ­νο θη­σαυ­ρό ἀ­πό τά μαλλιά καί τόν ἔ­ρρι­ξε στούς ὤ­μους του καί ὅ­σο μπο­ροῦ­σε ἔ­φευ­γε. Τόν κα­τε­δί­ω­καν βέ­βαι­α καί οἱ φύ­λα­κες μέ πολ­λή ὁρ­μή ἀ­πό τήν ντρο­πή τους. Ὁ δέ κα­λός ἐ­κεῖ­νος Χρι­στια­νός, ἐ­νῶ β­ρι­σκό­ταν ἐ­πά­νω σε ἕ­να γε­φύ­ρι τῆς Σα­λαμ­βρί­ας καί κα­θώς ἔ­βλε­πε τούς φύ­λα­κες, πού τόν πλη­σί­α­ζαν καί ἐ­πει­δή φο­βή­θη­κε, ἔ­ρρι­ξε τό θαυ­μα­στό κλέ­ψι­μο στόν πο­τα­μό. Γι’ αὐ­τό καί οἱ φύ­λα­κες, ἐ­πει­δή εἶ­δαν τό γε­γο­νός, γύ­ρι­σαν ἄ­πρα­κτοι. Καί σ’ ἐ­κεῖ­νο τόν πο­τα­μό, κά­τω ἀ­πό τό γεφύ­ρι, γιά ἀρ­κε­τό δι­ά­στη­μα, κά­ποι­οι ψα­ρά­δες εἶ­χαν φρά­χτες κα­τα­σκευ­α­σμέ­νους, γιά νά πιά­νουν ψά­ρια, στούς ὁ­ποί­ους, ἀ­φοῦ ἀ­κούμ­πη­σε ἡ τρι­σευ­λο­γη­μέ­νη ἐ­κεί­νη κε­φα­λή, πι­ά­σθη­κε ἀ­πό τά μαλλιά. Καί ἐ­πει­δή ἦ­ταν δύ­ο οἱ ψα­ρά­δες, ὁ μέν ἕ­νας ἀ­πό αὐ­τούς ­πῆ­γε στό σπί­τι του, ἐ­νῶ ὁ ἄλ­λος ἔ­μει­νε τήν νύ­χτα ἐ­κεί­νη νά φυ­λά­η τούς φρά­χτες. Καί ἐ­νῶ κα­θό­ταν στό κρεβ­βά­τι καί ἔ­βλε­πε πρός τόν φρά­χτη, (ὤ τῶν θαυ­μα­σί­ων σου, Χρι­στέ Βα­σι­λιά!) εἶ­δε ἕ­ναν πύ­ρι­νο στῦ­λο, πού κρα­τι­ό­ταν ἀ­πό τόν φρά­χτη καί ἔ­φθα­νε ἕ­ως τόν οὐ­ρα­νό καί ἄ­κου­γε ἀ­ο­ρά­τως θαυ­μα­στές ψαλ­μω­δί­ες. Καί ἐ­πει­δή φο­βή­θη­κε, βγῆ­κε ἀ­πό τόν πο­τα­μό καί φεύ­γον­τας κρύ­φθη­κε στό κού­φω­μα ἑ­νός δέν­τρου καί ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ ὅ­λη τήν νύ­χτα ἄυ­πνος. Καί ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε, ἀ­φοῦ βγῆ­κε ἀ­πό ἐ­κεῖ, πῆ­γε στά Τρί­κα­λα καί δι­η­γή­θη­κε στόν σύν­τρο­φό του τό θαῦ­μα. Γι’ αὐ­τό τήν ἑ­πό­με­νη νύ­κτα ­πῆ­γαν καί οἱ δύ­ο νά δοῦν τί ἦ­ταν αὐ­τό πού ἐμ­φα­νί­σθη­κε. Καί ἀ­φοῦ δι­α­νυ­κτέ­ρευ­σαν, εἶ­δαν πά­λι ὁ­μοί­ως τόν πύ­ρι­νο στῦ­λο καί ἄ­κου­σαν τίς ψαλ­μω­δί­ες. Καί ἐ­πει­δή δέν ἄν­τε­ξαν τό φο­βε­ρό τοῦ θαύμα­τος, φεύ­γον­τας ἀ­πό ἐ­κεῖ, ­πῆ­γαν πά­λι στό κου­φω­τό δέν­τρο. Καί, ἀ­φοῦ μπῆ­καν μέ­σα, ἔ­βλε­παν ἀ­πό ἐ­κεῖ ἀ­πό τήν τρῦ­πα τό τε­ρά­στιο ὅ­λη τήν νύ­χτα, χω­ρίς νά κοι­μη­θοῦν κα­θό­λου ἀ­πό τόν φό­βο τους. Καί, ὅ­ταν ἔ­φθα­σε ἡ ἡ­μέ­ρα, ­πῆ­γαν νά ἰ­δοῦν τί ἦ­ταν τό θαῦ­μα πού ἔ­βλε­παν τήν νύ­χτα. Καί κα­θώς ­κοί­τα­ζαν πρός ἐ­κεῖ­νο τό μέ­ρος, ὅ­που ἔ­βλε­παν τόν πύ­ρι­νο στῦ­λο, βρῆ­καν τήν μαρ­τυ­ρι­κή καί γε­μά­τη χά­ρι κε­φα­λή μ­πλεγ­μέ­νη στόν φρά­χτη. Καί, ἐ­πει­δή τήν ἀ­να­γνώ­ρι­σαν, χά­ρη­καν μέ τήν εὕ­ρε­σι τοῦ πο­λύ­τι­μου θη­σαυ­ροῦ. Γι’ αὐ­τό λοι­πόν, ἀ­φοῦ τήν τύ­λι­ξαν καί τήν σή­κω­σαν τήν με­τέ­φε­ραν στόν προ­α­να­φερ­θέν­τα ἡ­γού­με­νο. Ὁ δέ κα­λό­τυ­χος ἡ­γού­με­νος, μό­λις εἶ­δε τό πο­θού­με­νο, ἀ­νε­σκίρ­τη­σε. Καί, ἀ­φοῦ πῆ­ρε τό θαυ­μα­στό κυ­νῆ­γι, ἔ­δω­σε σ’ αὐ­τούς χά­ριν τῆς εὑ­ρέ­σε­ως πε­νήν­τα γρό­σια. Με­τά δέ ἀ­πό και­ρό, ὅ­ταν ἔ­μα­θαν οἱ ἀ­δελ­φοί της Κρυ­ε­ρᾶς πη­γῆς τήν ὑ­πό­θε­σι, ἔ­στει­λαν τόν ἡγούμε­νό τους, μα­ζί μέ κά­ποι­ον προ­ε­στό τοῦ Νε­ο­χω­ρί­ου, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Πα­να­γι­ώ­της Κω­σκο­λᾶς, νά πᾶ­νε νά ζη­τή­σουν τήν ἱ­ε­ρή καί μαρ­τυ­ρι­κή κά­ρα ἀ­πό τό Δού­σι­κο, ἐ­πει­δή ἀ­νῆ­κε σ’ αὐ­τούς, δι­ό­τι εἶ­ναι ὁ Ἅ­γιος Κοι­νο­βιά­της τους. Καί, ὅ­ταν ἔ­φυ­γαν, κα­τ' οἰ­κο­νο­μί­α τοῦ Θε­οῦ, βρῆ­καν στά Τρί­κα­λα καί τόν Μη­τρο­πο­λί­τη Λα­ρί­σης, στόν ὁ­ποῖ­ο φα­νέ­ρω­σαν τήν σκέ­ψι τους καί τόν πα­ρα­κά­λε­σαν νά τούς βοηθήση στό δί­και­ο αἴ­τη­μά τους. Ὁ ὁποῖος, ἐ­πει­δή τό ἔ­κρι­νε δί­και­ο, ἀ­πε­φά­σι­σε νά πά­ρουν οἱ Δου­σι­κι­ῶ­τες τά πε­νήν­τα γρό­σια καί νά δώ­σουν τόν θη­σαυ­ρό, πρᾶγ­μα πού ἔ­γι­νε. Ὁ δέ ἡ­γού­με­νος καί ὁ προ­α­να­φερ­θείς Πα­να­γι­ώ­της, ἀ­φοῦ πῆ­ραν τό πο­θού­με­νο, τήν με­τέ­φε­ραν στό Μοναστήρι τῆς Κρυ­ε­ρᾶς πη­γῆς. Καί ἀ­φοῦ κα­τα­σκεύ­α­σαν κι­βώ­τιο θαυ­μα­στό, τήν ἔ­βα­λαν καί τήν ἀ­πέ­θε­σαν σέ τό­πο ἱ­ε­ρό καί κα­τάλ­λη­λο, ἡ ὁ­ποί­α μέ­νει μέ­χρι καί τώ­ρα σῶ­α, εὐ­ω­δι­ά­ζου­σα καί ἐ­πι­τε­λεῖ ἄ­πει­ρα θαύ­μα­τα. Καί ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἀπό ὅλα τά νοσήματα αὐ­τούς πού προ­σέρ­χον­ται μέ πίστι. Καί στήν ὀ­λέ­θρια πα­νοῦ­κλα στά­θη­κε χι­λιά­δες φο­ρές θαυ­μα­τουρ­γή καί πολ­λές χῶ­ρες εὐ­σε­βῶν ἐ­λευ­θέ­ρω­σε μέ­χρι καί σή­με­ρα ἀ­πό τήν  ἐ­πι­κίν­δυ­νη αὐ­τή ἀ­σθέ­νεια.



[1]Τήν ἀ­κο­λου­θί­α τού­του συ­νέ­γρα­ψε ὁ σο­φώ­τα­τος Ἀ­να­στά­σιος ὁ Γόρ­διος.

[2] Ὁ σοφολογιώτατος διδάσκαλος κύρ Χριστοφόρος ὁ Προδρομίτης συνέθεσε σ’ αὐτόν ὀκτώηχους Κανόνες, προσόμοια καί ἰδιόμελα, τά ὁποῖα καί τυπώθηκαν μαζί μέ τήν Ἀκολουθία του.

 

 

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης