* Ἡ Ἁγία Νεομάρτυς Χρυσῆ, ἡ ἀθλήσασα ἔν τινι χωρίῳ τῆς ἐπαρχίας Μογλενῶν, τῷ καλουμένῳ Σλάτενα, κατά τό 1795 ἔτος, μεληδόν κατακοπεῖσα, τελειοῦται.
+ Ἐν ταῖς βασάνοις χρυσός οἷον καμίνῳ,
Χρυσῆ ἐδείχθης ἠγλαϊσμένη ὅλη.
Αὐτή ἡ παρθενομάρτυς καί ἀμόλυντη νύμφη τοῦ ἐπουράνιου βασιλιᾶ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ Σλάτω, πού στήν δική μας κοινή διάλεκτο ἑρμηνεύεται ὡς χρυσῆ, ἦταν ἀπό μία ἐπαρχία τῆς Μακεδονίας, πού ὀνομάζεται Μογλε-νᾶ, ἀπό κάποιο χωριό πού τό λένε Σλάτενα (σ. σ. Ἡ σημερινή Χρυσῆ, στήν ἐπαρχία Ἀριδαίας, ὄνομα πού πῆρε τό χωριό ἀπό τήν Ἁγία Χρυσῆ). Ἦταν φτωχή μέν ὡς πρός τό γένος, καθώς ἦταν θυγατέρα ἑνός Χριστιανοῦ φτωχοῦ καί ἄσημου, πού εἶχε μαζί μέ αὐτή τέσσερις θυγατέρες. Ἦταν ὅμως πλούσια ὡς πρός τά προαιρετικά καί φυσικά πλεονεκτήματα. Προαιρετικά μέν, ὅσον ἀφορᾶ στήν θερμή πίστι πρός τόν Θεό καί στήν παρθενία καί σωφροσύνη. Φυσικά δέ, ὅσον ἀφορᾶ στήν ὀμορφιά τοῦ προσώπου καί στήν ὡραιότητα, γιά τήν ὁποία καί ἀξιώθηκε ἡ μακαρία νά τελειώση μέ ἕνα ἔνδοξο καί γενναῖο Μαρτύριο.
Διότι ἕνας ἀπό τούς ἐκεῖ Τούρκους, βλέποντάς την τόσο ὡραία καί πανέμορφη, χτυπήθηκε στήν καρδιά ἀπό σατανικό ἔρωτα καί παραφυλοῦσε νά βρῆ τήν κατάλληλη εὐκαιρία, γιά νά ἐπιτελέση τόν κακό σκοπό, πού μελετοῦσε. Καί πράγματι μία τῶν ἡμερῶν, ὅταν ἡ Ἁγία βγῆκε ἔξω μέ ἄλλες γυναῖκες, γιά νά μαζέψη ξύλα, μόλις τό ἔμαθε αὐτό ἐκεῖνος ὁ Ἀγαρηνός καί τῆς παρθενίας τῆς Ἁγίας ὁ ζηλόφθονος, παίρνει μαζί του καί ἄλλους Τούρκους καί πηγαίνει ἐκεῖ καί τήν πιάνει καί, πιάνοντάς την, τήν φέρνει στήν οἰκία του. Καί πρῶτα μέν, ἀρχίζει νά κολακεύη τήν Ἁγία μέ πολλές ὑποσχέσεις καί ταξίματα, προσπαθῶντας νά διαστρέψη τήν γνώμη της, καί νά τήν φέρη στήν θρησκεία του, λέγοντάς της, ὅτι, ἄν τουρκέψη, αὐτός θά τήν πάρη γιά γυναίκα του, ἔπειτα δέ καί τήν φοβερίζει, ὅτι ἄν δέν πεισθῆ στά λόγια του, θά τῆς δώση μεγάλα βασανιστήρια. Ἡ ἀληθινά Χρυσῆ ὅμως καί στήν πραγματικότητα καί στό ὄνομα, μολονότι αὐτά ξαφνικά καί τά βίωνε καί τά ἄκουγε, καθόλου δέν δείλιασε, ἀλλά ἀφοῦ ἐπικαλέσθηκε νοερά τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ πρός βοήθειά της, μέ πολλή γενναιότητα καί παρρησία ἀποκρίθηκε· «Ἐγώ τόν Χριστό μου πιστεύω καί προσκυνῶ καί αὐτόν μόνο γνωρίζω γιά νυμφίο μου. Τόν ὁποῖο δέν πρόκειται νά ἀρνηθῶ ποτέ, ἀκόμη καί ἄν μοῦ κάνετε μύρια βασανιστήρια, ἀκόμη καί ἄν κατακόψετε σέ λεπτά κομμάτια τό σῶμα μου». Ἐκεῖνοι μόλις τά ἄκουσαν αὐτά καί σκεπτόμενοι, ὅτι αὐτοί δέν μποροῦν μόνοι νά τήν μεταπείσουν, μετεχειρίσθηκαν γι’ αὐτό καί ἄλλα μέσα. Γι’ αὐτό, ἐπειδή γνώριζαν, ὅτι οἱ γυναῖκες εἶναι φυσικά πολύ πιό ἱκανές ἀπό τούς ἄνδρες στό νά ἐξαπατοῦν καί μάλιστα τίς ὅμοιες μέ αὐτές γυναῖκες, πρῶτον μέν παρέδωσαν τήν ἁγία στίς γυναῖκες τους καί παράγγειλαν σ’ αὐτές νά χρησιμοποιήσουν κάθε τρόπο καί τέχνασμα γιά νά τήν μεταπείσουν. Αὐτές, ἀφοῦ παρέλαβαν τήν Μάρτυρα, τί δέν ἔκαμαν; Καί τί δέν μηχανεύθηκαν; Ἤ ποιές μαντεῖες ἄφησαν πού νά μήν ἐνεργήσουν κατά τῆς παρθένου; Ἑξάμηνο σχεδόν ὁλόκληρο παρακινοῦσαν τήν εὐλογημένη στήν θρησκεία τους, ἀλλά μάταια κοπίαζαν, ἐπειδή καί ἡ μακάρια Χρυσῆ ἦταν στερεωμένη στήν ἀσάλευτη πέτρα τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ. Ἔπειτα, καλῶντας τούς ἴδιους τούς γονεῖς καί τίς ἀδελφές τῆς Μάρτυρος, μέ ἀπειλές μεγάλες τούς πρόσταξαν ἤ νά παρακινήσουν τήν θυγατέρα τους νά τουρκέψη ἤ ἀλλιῶς πρόκειται καί αὐτή νά θανατώσουν καί αὐτούς νά τούς βασανίσουν καί νά τούς κάνουν μεγάλο κακό.
Ἐρχόμενοι λοιπόν οἱ γονεῖς καί οἱ ἀδελφές κοντά στήν Μάρτυρα (διότι ὁ φόβος τούς ἀνάγκαζε νά τό κάνουν αὐτό παρά τήν θέλησί τους) εἶπαν καί ἔκαναν ὅλα ἐκεῖνα, ὅσα μποροῦν νά μαλακώσουν καί τήν πλέον σκληρή καί ἀδαμάντινη ψυχή, κλαίγοντας, χύνοντας δάκρυα καί λέγοντας· ‘Κόρη, κόρη γλυκυτάτη, σπλαγχνίσου τόν ἑαυτό σου καί ἐμᾶς τούς γονεῖς σου καί τίς ἀδελφές σου, πού κινδυνεύουμε ὅλοι νά πεθάνουμε ἐξ αἰτίας σου. Καί ἀρνήσου τόν Χριστό φαινομενικά, γιά νά γλυτώσης καί ἐσύ καί ἐμεῖς. Καί ὁ Χριστός εἶναι εὔσπλαγχνος καί θά συγχωρήση τήν ἁμαρτία αὐτή ἀπό ἀνάγκη καί βία’. Καί ἐδῶ ἄς ἀναλογισθῆ ὁ καθένας, πόσο σφοδρός καί μεγάλος στάθηκε τοῦτος ὁ πόλεμος, τόν ὁποῖο μηχανεύθηκε ὁ διάβολος νά κινήση ἐναντίον τῆς Μάρτυρος. Καί σέ ποιές ἀδύναμες σκέψεις καί συμπάθεια μποροῦσαν νά φέρουν τήν τρυφερή παρθένο τά δάκρυα τῆς μητέρας καί τοῦ πατέρα καί τῶν συνομήλικων ἀδελφῶν της, πού σάν ποτάμι ἔχυναν μπροστά της.
Ἀλλά ἔχετε θάρρος ἀγαπητοί, νίκησε ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ καί αὐτόν τόν πόλεμο καί τήν δολιότητα τοῦ διαβόλου. Διότι ἡ ἀνδρικά σκεπτόμενη καί μεγαλόψυχη Χρυσῆ, καθώς ἦταν ἀναμμένη ἀπό τό ἐγκάρδιο πῦρ τῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό, δέν κάμφθηκε καθόλου πρός συμπάθεια, ὅπως τό ἀπαιτεῖ ἡ φύσις ἀπό τά λόγια καί τά δάκρυα τῶν γονέων καί τῶν ἀδελφῶν της, ἀλλά σάν νά ὑψώθηκε πάνω ἀπό την σάρκα καί τό αἷμα καί ἔξω ἀπό τούς ὅρους καί τούς νόμους τῆς φύσεως, στράφηκε καί λέει πρός τούς γονεῖς καί τίς ἀδελφές της αὐτά τά ἀξιοθαύμαστα καί σοφώτατα λόγια· «Ἐσεῖς, πού μέ παρακινεῖτε νά ἀρνηθῶ τόν Χριστό, τόν ἀληθινό Θεό, δέν εἶσθε πλέον γονεῖς μου καί ἀδελφές μου. Οὔτε ἐγώ θέλω νά σᾶς ξέρω σάν τέτοιους στό ἑξῆς. Ἀλλά ἀντί γιά σᾶς, Πατέρα μέν ἔχω τόν Κύριό μου Ἰησοῦ Χριστό. Μητέρα, τήν Κυρία μου Θεοτόκο, Ἀδελφούς καί Ἀδελφές ἔχω τούς Ἁγίους καί τίς Ἁγίες»· καί μέ αὐτή τήν ἀπάντησι τούς ἔδιωξε.
Εὖγε στήν μεγαλόψυχη ἀνδρεία! Εὖγε στήν ἀληθινή ἀγάπη πρός τόν Θεό! Εὖγε στήν σοφή σκέψι, στήν ἀληθινά ἄξια οὐρανίων ἐπαίνων! Πραγματικά, ἀδελφοί, ἐκπληρώθηκε στήν Ἁγία αὐτή ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ θεῖος Δαβίδ. «Ὁ πατέρας μου καί ἡ μητέρα μου μέ ἐγκατέλειψαν, ὁ Κύριος ὅμως μέ παρέλαβε». (Ψαλμός 26,10). Καί ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ Κύριος· «Μή νομίζετε ὅτι ἦλθα, γιά νά φέρω εἰρήνη πάνω στήν γῆ. Δέν ἦλθα γιά νά φέρω εἰρήνη ἀλλά μάχαιρα. Διότι ἦλθα νά διχάσω τόν ἄνθρωπο ἐναντίον τοῦ πατέρα του καί τήν θυγατέρα ἐναντίον τῆς μητέρας της. Καί ἐχθροί τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι οἱ οἰκεῖοι του» (Ματθ. 1,34).
Βλέποντας δέ οἱ ἀλλόπιστοι καί πολύ περισσότερο ὁ κακός ἐκεῖνος ἐραστής τῆς παρθένου, ὅτι δέν μπόρεσαν νά κατορθώσουν τίποτε καί νά μεταστρέψουν τήν Ἁγία ἀπό τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, οὔτε μέ τά μέσα ἐκεῖνα καί τά τεχνάσματα, πού μηχανεύθηκαν, ἄφησαν πλέον τίς κολακεῖες καί τά λόγια κατά μέρος καί ἄρχισαν νά βασανίζουν τήν Μάρτυρα. Καί πρῶτα, γιά τρεῖς ὁλόκληρους μῆνες τήν ξυλοκοποῦσαν καθημερινά· ἔπειτα γδέρνοντάς την καί βγάζοντας πολλές λωρίδες ἀπό τό δέρμα της, τίς ἄφησαν κρεμασμένες μπροστά της, τάχα γιά νά δειλιάση βλέποντάς τις· τό δέ αἷμα σάν ποτάμι ἔτρεχε ἀπό τό παρθενικό σῶμα τῆς Μάρτυρος καί κοκκίνιζε τήν παρακείμενη γῆ· ἔπειτα, ἀφοῦ πύρωσαν μία σοῦβλα τήν διαπέρασαν, πέρα ὡς πέρα ἀπό τά αὐτιά τῆς Μάρτυρος, οὕτως, ὥστε ὁ καπνός ἔβγαινε ἀπό τήν μύτη καί τό στόμα της.
Ἡ Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ ὡστόσο, μολονότι ὑπέφερε τέτοια καί τόσα πάνδεινα βάσανα, τά ὁποῖα μποροῦν νά κάμψουν καί αὐτούς τούς πλέον μεγαλόψυχους ἄνδρες, ὑπέμεινε μέ πολλή γενναιότητα, ἀντλῶντας δύναμι ἀπό τήν δύναμι τοῦ σταυροῦ καί τόν ἐγκάρδιο ἔρωτα τοῦ Χριστοῦ. Διότι, ὅπως λέει ὁ μεταφραστής Συμεών, «ἡ ψυχή πού κυριεύεται ἀπό τά δεσμά τοῦ ἔρωτα πρός τόν Θεό, δέν λογαριάζει τό πάθος, ἀλλά στά ὀδυνηρά χαίρεται καί ἀνθίζει στήν δυστυχία». Καί ὅταν πληροφορήθηκε ἡ Ἁγία, ὅτι ἐκεῖ κοντά βρισκόταν ὁ προηγούμενος τῆς σεβασμίας Μονῆς τοῦ Σταυρονικήτα στό Ἅγιο Ὄρος παπα Τιμόθεος, τόν ὁποῖο εἶχε πνευματικό της πατέρα, (ὁ ὁποῖος διηγήθηκε καί σέ ἐμᾶς τό παρόν μαρτύριο, καί ἦταν ἄνδρας σεμνός καί ἀξιόπιστος) τοῦ μήνυσε μέ κάποιον Χριστιανό νά προσεύχεται στόν Θεό νά τήν ἀξιώση, νά τελειώση μέ θεάρεστο τρόπο τόν δρόμο τοῦ Μαρτυρίου της.
Τέλος πάντων, οἱ ὠμοί καί σκληρόκαρδοι ἐκεῖνοι, ἤ καλύτερα νά ποῦμε, αὐτοί οἱ πιό ὠμοί ἀκόμη καί ἀπ’ αὐτά τά θηρία, ἐπειδή δέν χόρτασαν μέ τόσα καί τόσα βασανιστήρια πού ἔκαναν στήν Ἁγία, ἀλλά ἔνιωθαν ἔκπληξι, πῶς ἔμεινε ἀκόμη ζωντανή καί δέν πέθαινε - Ὤ, καί τί δέν κάνει ἡ κακία! - θύμωσαν τόσο καί πεισμάτωσαν, ὥστε, μή ὑποφέροντας νά νικηθοῦν αὐτοί ὅλοι ἀπό ἕνα κορίτσι, κρέμασαν τήν ἀμνάδα τοῦ Χριστοῦ σέ μιά ἀγριαπιδιά καί τρέχοντας ὅλοι μέ τά μαχαίρια τους κατέκοψαν σέ κομμάτια ὅλο τό ἱερό σῶμα τῆς παρθένου. Καί ἔτσι ἡ καλή Χρυσῆ, ἀφοῦ δοκιμάσθηκε καί λαμπρύνθηκε ὡς χρυσός στό χωνευτήρι τόσων πολλῶν βασάνων, παρέδωσε τήν ἁγία της ψυχή στά χέρια τοῦ ἀθανάτου Νυμφίου της, λαμβάνοντας διπλό τόν στέφανο, τῆς παρθενίας καί τῆς ἀθλήσεως. Καί τώρα συγχορεύει καί συναγάλλεται στούς οὐρανίους θαλάμους μαζί μέ τίς συνετές παρθένες καί ἀθλοφόρους, καί στέκεται στά δεξιά τοῦ νυμφίου της Χριστοῦ καί θά συμβασιλεύη μ’ αὐτόν στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἐνῶ τά ἀθλητικώτατα καί παρθενικά λείψανα τῆς Μάρτυρος τά πῆραν κρυφά κάποιοι Χριστιανοί καί τά ἐνταφίασαν μέ τιμές καί μέ εὐλάβεια. Μέ τῆς ὁποίας τίς πρεσβεῖες ἄς ἀξιωθοῦμε καί ἐμεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν.


Login