Τῷ αὐτῷ μηνί KΘ΄ μνήμη τῆς Ἁγίας Ὁσιομάρτυρος Ἀναστασίας τῆς Ρωμαίας.
Αὐτή ἔζησε στά χρόνια Δεκίου[1] καί Βαλλεριανοῦ τῶν βασιλέων καί τοῦ ἡγεμόνα Πρόβου, κατά τό ἔτος 256, καταγόμενη ἀπό τήν μεγαλόπολι Ρώμη. Ὅταν ἦταν νέα στήν ἡλικία, ζοῦσε μέσα σέ ἕνα Μο-ναστήρι. Ἀφοῦ συνελήφθη ὅμως καί ὡμολόγησε μέ θάρρος τόν Χριστό, ραπίσθηκε στό πρόσωπο. Καί, ἀφοῦ τήν ἅπλωσαν ἐπάνω σέ ἀναμμένα κάρβουνα, τήν ἔδειραν μέ ραβδιά. Στήν συνέχεια κρεμάσθηκε ἐπάνω σέ ξύλο καί σφίχθηκε μέ κάποιους μαγγάνους μηχανικούς καί κατατρυπήθη-κε μέ σιδερένια ἄγκιστρα. Στό τέλος, ἀφοῦ κρεμάσθηκε, καταξεσχίθηκε σέ ὅλο τό σῶμα. Μετά ἀπό αὐτά ἔκοψαν τούς μαστούς της καί ξερρίζωσαν τά νύχιά της. Καί τελευταῖα ἀπέ-κοψαν τήν ἁγία της κεφαλή. Καί ἔτσι ἔλαβε ἡ μακαρία τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανο. (Τόν ἐκτενῆ Βίο της βλέπε στόν Παράδεισο. Αὐτόν τόν συνέγραψε ἑλληνικά ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Διττάς ἡμῖν Ἀναστασίας». Σῴζεται στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες καί ἰδιαίτερα στήν Λαύρα).
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἀβραμίου, καί Μαρίας τῆς αὐτοῦ ἀνεψιᾶς.
Αὐτός ὁ Ἅγιος Ἀβράμιος ἦταν υἱός γονέων Χριστιανῶν. Νυμφευθείς ὅμως χωρίς νά θέλη, ἐγκατέλειψε ὅλα τά τοῦ κόσμου γιά τόν πόθο τοῦ Χριστοῦ καί ἀνεχώρησε στήν ἔρημο. Καί ἀφοῦ ἔκλεισε τόν ἑαυτό του μέσα σέ μία μικρή καλύβη, χρησιμοποιοῦσε κάθε σκληραγωγία καί ἄσκησι. Καί ἀφοῦ ἔζησε στήν ἄσκησι πενῆντα χρόνια, χειροτονήθηκε Ἱερέας καί ἔπειτα ἔγινε Ἐπίσκοπος καί ποιμένας, χωρίς νά θέλη, ἑνός μέρους πού λέγεται Ταινία, τό ὁποῖο βρίσκεται στήν Λάμψακο πρός τόν Ἑλλήσποντο, δηλαδή πρός τήν θάλασσα τοῦ Μαρμαρᾶ. Γιά τήν σωτηρία λοιπόν τῶν ἀνθρώπων, πού ζοῦσαν στήν Ταινία, πολλά κακά καί πειρασμούς πολλές φορές ἔπαθε ὁ ἀοίδιμος, διότι αὐτοί πού κατοικοῦσαν ἐκεῖ ἦταν βυθισμένοι στήν πλάνη τῆς εἰδωλολατρείας. Ἀφοῦ λοιπόν τούς φώτισε μέ τήν πίστι στόν Χριστό, μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, φλογιζόμενος ἀπό τόν πόθο τῆς ἡσυχίας, ἔφυγε κρυφά καί πῆγε πάλι στό παλιό του ἡσυχαστήριο. Ὅπου, ἀφοῦ ὑπέμεινε πολλούς πειρασμούς ἀπό τούς δαίμονες, ἀνώτερος διαφυλάχθηκε ἀπό τούς πειρασμούς τους. Ἐπειδή ὅμως ὁ κατά σάρκα ἀδελφός του πέθανε καί ἄφησε μία κόρη ἑπτά ἐτῶν, ὁ Ὅσιος πῆρε τό παιδί αὐτό, Μαρία λεγόμενη, καί τῆς ἔδωσε ἕνα μικρό κελλάκι ἔξω ἀπό τό κελλί του, γιά νά ἡσυχάζη. Καί ἀπό τό παράθυρο τήν δίδασκε καί τήν παρακινοῦσε στούς πνευματικούς ἀγῶνες τῆς ἀσκήσεως. Ὅταν ὅμως ἔφθασε στό εἰκοστό ἔτος τῆς ἡλικίας της, συνέβη νά πέση μέ ἕναν σέ πορνεία. Τότε, ἀπελπισμένη ἀπό αὐτό, ἔφυγε κρυφά καί πῆγε σέ ἕνα πορνοστάσιο καί ἐκεῖ ζοῦσε μαζί μέ ἄλλες πόρνες γυναῖκες. Ὁ Ἅγιος Ἀβράμιος, ἀφοῦ ντύθηκε μέ μορφή στρατιώτη καί ἀνέβηκε στό ἄλογο, πῆγε καί τήν βρῆκε χωρίς νά τόν ξέρη καί νά τήν ξέρη. Μέ δική του λοιπόν παρακίνησι τήν ἀπελευθέρωσε καί τήν ἐπανέφερε ἀπό την κακοήθεια στό προηγούμενο κελλάκι της. Τόση μετάνοια ὅμως ἔδειξε ἡ ἀοίδιμη, ὥστε μετά ἀπό λίγα χρόνια ἀξιώθηκε καί ἔκαμνε μεγάλα θαύματα. Μέ τέτοιο λοιπόν βίο ἀσκητικό καί ἀποστολικό, ἀφοῦ τέλειωσε τόν δρόμο ὁ Ὅσιος Ἀβράμιος, ἀναπαύθηκε εἰρηνικά. Μετά ἀπό λίγο καιρό, ἀναπαύθηκε καί ἡ μακάρια ἀνεψιά του.
[1] Σέ ἄλλους ἀναφέρεται, ὅτι ἦταν ἐπί Διοκλητιανού. Γι’ αὐτό καί στήν Μεγίστη Λαύρα βρίσκεται καί ἄλλο Μαρτύριό της ἑλληνικό, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Κατά τούς καιρούς τοῦ παρανόμου καί ἀσεβοῦς Διοκλητιανοῦ τοῦ βασιλέως καί τοῦ συγκαθέδρου αὐτοῦ Βαλλεριανοῦ».
Μνήμη τῆς Ὁσίας Μητρός ἡμῶν Ἄννης, τῆς μετονομασθείσης Εὐφημιανός.
Αὐτή ἡ Ὁσία μήτηρ ἡμῶν Ἄννα γεννήθηκε στό Βυζάντιο ἀπό ἕναν εὐλαβῆ ἔγγαμο Διάκονο τοῦ Ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου στίς Βλαχέρνες, στήν ἐποχή τοῦ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου κατά τό ἔτος 716. Ὅταν πέθαναν οἱ γονεῖς της, φρόντισε ἡ γιαγιά της νά τήν παντρέψη μέ ἄνδρα εὐλαβέστατο, τό ὁποῖο καί ἔκανε.
Ἐρχόμενος ὅμως ἀπό τό ὄρος τοῦ Ὀλύμπου ὁ ἀπό τόν πατέρα θεῖος της, Μοναχός ὄντας ἀσκητικώτατος καί διορατικώτατος, ὁ ὁποῖος, μολονότι ἔκοψε τήν γλῶσσα τοο ὁ Λέων ὁ εἰκονομάχος, μιλοῦσε ἀνεμπόδιστα, αὐτός, λέω, μόλις εἶδε αὐτήν τήν ἀνεψιά Ἄννα, εἶπε· «Γιατί ἑνώσατε μέ ἄνδρα τήν Ἄννα, ἡ ὁποία ἀπέβλεπε σέ ἀγῶνες καί κόπους ἀσκητικούς»; Καί λέγοντας αὐτό τῆς εὐχήθηκε καί ἀνεχώρησε. Ἀφοῦ πέρασαν μερικά χρόνια καί ὁ δυσσεβής βασιλιάς Λέων κατέβηκε στά ταμεῖα τοῦ Ἅδη, τότε ὁ Κωνσταντῖνος καί ἡ Εἰρήνη, οἱ Ὀρθόδοξοι καί πιστότατοι βασιλεῖς, οἱ ὁποῖοι βασίλευσαν κατά τό ἔτος 780, ὅταν ἔμαθαν τούς πειρασμούς καί τά βάσανα, πού ἔπαθε ἀπό τόν θηριώνυμο Λέοντα ὁ ἁγιώτατος θεῖος τῆς Ὁσίας αὐτῆς Ἄννας, ἔστειλαν καί τόν ἔφεραν καί δέχονταν τήν εὐχή καί εὐλογία του, σάν ἀπό ἅγιο ἄνθρωπο. Ἀφοῦ συμβούλευσε τούς βασιλεῖς τά συμφέροντα γιά τήν εὐαρέστησι τοῦ Θεοῦ, σκεπτόταν πάλι ὁ Ὅσιος νά ἀναχωρήση ἀπό τήν Κωνσταντινούπολι καί νά πάη στήν ἡσυχία. Τότε εἶπε καί πρός αὐτήν τήν ἀνεψιά του Ἄννα· «Νά ἔχης ἀνδρεῖο φρόνημα, παιδί μου, καί νά ἐνισχύεσαι, διότι πολλές εἶναι οἱ θλίψεις τῶν δικαίων. Γνώριζε ὅμως, ὅτι, ἄν δέν σκεπάσης τόν ἄνδρα σου στόν τάφο, τό παιδί πού ἔχεις στήν κοιλιά σου δέν θά γεννήσης». Ἐκπληρώθηκε ἡ προφητεία αὐτή τοῦ Ὁσίου, διότι ὕστερα ἀπό τόν ἕκτο μῆνα τῆς συλλήψεώς της, πέθανε ὁ ἄνδρας της. Ἡ Ἄννα, ἀφοῦ ἔκλαψε πολύ γιά τόν θάνατο τοῦ ἄνδρα της, κατεξήρανε τόν ἑαυτό της ἀπό τήν λύπη. Τότε, ἀφοῦ γέννησε καί ἀπογαλάκτισε τό παιδί της, τό παρέδωσε στά χέρια τοῦ ἄλλου θείου της καί αὐτή μπῆκε στούς ἀσκητικούς ἀγῶνες. Ποιοί ὅμως καί πόσοι ἦταν οἱ ἀγῶνες της, ἐκείνη μόνη ἡ μακαρία τούς ἤξερε, διότι τούς ἔκαμνε κρυφά, γιά νά ἀποφεύγη τήν δόξα τῶν ἀνθρώπων.
Ἐνῷ λοιπόν βρισκόταν σ’ αὐτούς τούς ἀγῶνες, ἔρχεται πάλι ἀπό τόν Ὄλυμπο ὁ διορατικώτατος ἐκεῖνος θεῖος της. Ἡ Ἄννα, μόλις τόν εἶδε, ἔπεσε στά πόδια του καί ζητοῦσε τήν εὐλογία του. Καί ἐκεῖνος τῆς εἶπε· «Νά ἀποκτᾶς δύναμι ἐν Κυρίῳ, τέκνο μου»· κατόπιν τῆς εἶπε· «Ποῦ εἶναι τό παιδί σου»; Καί αὐτή ἀπάντησε· «Τό ἕνα, τό ἄφησα στόν ἀδελφό σου καί μετά τόν Θεό εὐεργέτη μου, ἐνῷ τό ἄλλο βρίσκεται κοντά μου». Ἀφοῦ εἶπε λοιπόν αὐτά καί πρόσθεσε καί μερικά ἄλλα, πού ἔδειχναν ὅτι εἶναι γνώρισμα λυπημένης καί πονεμένης καρδιᾶς, παρουσίασε καί τά δύο παιδιά της στόν τίμιο γέροντα καί τόν παρακαλοῦσε μέ δάκρυα, λέγοντας· «Προσευχήσου, Πάτερ τίμιε, γι’ αὐτά τά παιδιά μου». Καί ὁ γέροντας εἶπε. «Δέν ἔχουν αὐτά ἀνάγκη εὐχῆς».
Ἡ Ἄννα ὅταν τό ἄκουσε αὐτό, πολύ στενοχωρέθηκε. Καί στενάζοντας ἀπό τό βάθος της εἶπε· ‘‘ἀλλοίμονο σ’ ἐμένα τήν ἁμαρτωλή!, ἄραγε πάλι τί θά μοῦ συμβῆ’’; Καί ὁ γέρων εἶπε. «Δέν σοῦ εἶπα, παιδί μου, ὅτι πολλές εἶναι οἱ θλίψεις τῶν δικαίων; Ἄν ἐμεῖς δέν ὑπομένουμε θλίψεις καί πειρασμούς, δέν μποροῦμε νά σωθοῦμε. Διότι ἔτσι εἶναι πρέπον καί εὐάρεστο στόν Θεό». Ἡ Ἄννα ἀπήντησε· «Μήπως, κύριέ μου, φάνηκε εὔλογο στόν Δεσπότη Χριστό νά πάρη στήν ἐκεῖ ζωή αὐτά τά ἀνήλικα παιδιά μου»; Καί ὁ γέροντας, ἀποκρίθηκε· ‘‘Καλά εἶπες παιδί μου. Διότι γρήγορα θά σοῦ τά πάρη ὁ Κύριος’’. Ἡ Ἄννα εὐχαριστῶντας τόν Θεό, ὅπως ἔπρεπε καί πέφτοντας στά πόδια τοῦ τίμιου γέροντα, ἔλαβε τήν εὐχή του καί εὐλογία του. Καί τότε ἄρχισε νά μοιράζη τήν περιουσία της στούς πτωχούς μέ τά δύο της χέρια. Ἐπειδή ὅμως μετά ἀπό λίγο καιρό πέθαναν καί τά δύο της παιδιά, τά θρήνησε βέβαια μέ δάκρυα ἡ Ὁσία. Τά δέ ὑπόλοιπα πράγματα πού τῆς ἔμειναν, ἀφοῦ τά μοίρασε στά χέρια τῶν πτωχῶν, περιτριγύριζε στίς Ἐκκλησίες, προσκυνῶντας τις, προσευχόμενη, ἀνάβοντας τά κανδήλια τῶν ἁγίων εἰκόνων καί χαιρετῶντας τις. Στό τέλος βρῆκε ἕναν Μοναχό ἀπό τόν Ὄλυμπο, ἀπό τόν ὁποῖο καί ἔγινε Μοναχή. Καί στά κρυφά φοροῦσε ἐνδύματα ἀνδρικά, ἐνῷ ἐξωτερικά φοροῦσε γυναικεῖα ἐνδύματα. Ἔτσι κρυφά, χωρίς νά τήν καταλάβη κανείς, πῆγε στά μέρη τοῦ Ὀλύμπου. Καί ἐκεῖ, ἀφοῦ πέταξε τελείως τά γυναικεῖα ἐνδύματα καί φόρεσε μόνο τά ἀνδρικά, μπῆκε μέσα σέ ἕνα Κοινόβιο καί συνωμιλοῦσε μέ τόν πορτάρη, λέγοντας, ὅτι ἔχει μεγάλη ἐπιθυμία νά συναντήση τόν Ἡγούμενο. Ὁ πορτάρης τό ἀνήγγειλε στόν Ἡγούμενο καί ὁ Ἡγούμενος τήν κάλεσε. Ἡ Ἄννα μόλις παρουσιάσθηκε μπροστά στόν Ἡγούμενο, ἔρριξε τόν ἑαυτό της στά πόδια του καί ζητοῦσε τήν συνηθισμένη εὐλογία. Ὁ Ἡγούμενος, ἀφοῦ τήν εὐλόγησε, τήν σήκωσε. Ἔπειτα τήν ρώτησε, ‘‘γιατί ἦλθες πρός ἐμᾶς ἀδελφέ; (διότι νόμισε, ὅτι εἶναι εὐνοῦχος), καί πῶς λέγεσαι’’; Ἡ Ἄννα, ‘‘ἡ αἰτία’’, ἀποκρίθηκε, ‘‘γιά τήν ὁποία ἦλθα ἐδῶ, Πάτερ ἅγιε, εἶναι τό πολύ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μου. Γιά νά ἡσυχάσω δηλαδή στό ὑπόλοιπό της ζωῆς μου διάστημα καί μέ τήν ἡσυχία νά βρῶ σπλαγχνικό τόν Θεό στήν ἡμέρα τῆς κρίσεως, μολονότι εἶμαι τελείως ἀνάξιος. Τό ὄνομά μου εἶναι Εὐφημιανός’’. Ὁ Ἡγούμενος τῆς εἶπε· ‘‘Ἄν ἔχης, παιδί μου, τέτοιον λογισμό καί ποθῆς πράγματι τήν σωτηρία σου, νά ἀποφεύγης τήν παρρησία. Διότι ἡ φύσις τῶν εὐνούχων εὔκολα συλλαμβάνεται ἀπό τούς ἐμπαθεῖς λογισμούς’’. Ἀφοῦ εἶπε αὐτά, καί ἔδωσε καί τήν συνηθισμένη εὐχή, τήν συναρίθμησε μέ τούς λοιπούς ἀδελφούς τοῦ Κοινοβίου.
Ἡ ἀοίδιμη Ἄννα, τόσο πολύ προώδευε, ὥστε ἔγινε σέ ὅλους τούς Μοναχούς τοῦ Κοινοβίου τύπος καί παράδειγμα κάθε ἀρετῆς καί μάλιστα τῆς ταπεινώσεως. Ὁ δέ ὑπηρέτης τῆς Ὁσίας, τόν ὁποῖο εἶχε ἀφήσει στήν οἰκία της, γιά νά οἰκονομήση τά πράγματά της, καθώς τόν διάταξε, αὐτός, λέω, βγῆκε ἀναζητῶντας τήν κυρία του. Καί ἀφοῦ συνάντησε τόν Μοναχό ἐκεῖνον, πού ἔκειρε τήν Ὁσία Μοναχή, τόν ρωτοῦσε, ἄν γνωρίζη, ποῦ βρίσκεται ἡ κυρία του ἐκείνη, πού ἐγκατέλειψε τά γήινα καί τά οὐράνια ἐπιζητοῦσε. Ὁ Μοναχός, ἀποκρίθηκε, ὅτι, «ἔμαθα τήν ὑπόθεσί της, αὐτό δέν μπορῶ νά τό ἀρνηθῶ. Ποῦ ὅμως τώρα βρίσκεται, δέν γνωρίζω, ἀλλά ἔλα νά πᾶμε μαζί στό τάδε Μοναστῆρι». Ὅταν ἔφθασαν σ’ αὐτό, ρώτησαν τόν πορτάρη καί ἔμαθαν, ὅτι μέσα στά δίκτυα ἔχουν τό κυνῆγι. Δηλαδή, ὅτι βρίσκεται ἡ Ὁσία μέσα στό Μοναστήρι. Ὁπότε τόν παρακαλοῦσαν νά τῆς ἀναγγείλη ὅτι τήν ζητοῦν ὁ τάδε καί ὁ τάδε. Αὐτη, ὅταν τά ἄκουσε αὐτά, βγῆκε ἔξω. Τότε ὁ Μοναχός πού τήν ἔκειρε, εἶπε· ‘‘Νά, ὁ πιστότατός σου διάκονος καί οἰκονόμος’’, καί τόν ἔδειξε μέ τό δάκτυλο, ‘‘ὁ ὁποῖος ἔπαθε πολλά ἕως τώρα γιά τήν ἀναζήτησί σου. Νά, λέω, ἦλθε παρών. Καί ἄν θέλης, ἄς πᾶμε στό δικό μας Μοναστήρι’’.
Ὅταν τά ἄκουσε αὐτά ἡ Ὁσία, πῆγε στόν Ἡγούμενο καί ζήτησε τήν εὐλογία ἐκείνου, καθώς καί τῶν λοιπῶν ἀδελφῶν. Καί ἔτσι βγῆκε ἀπό τό Κοινόβιό της καί πῆγε στό ἄλλο Μοναστήρι μαζί μέ τόν Μοναχό καί τόν ὑπηρέτη της. Καί ἀφοῦ ἔζησε ἐκεῖ ἀρκετό καιρό, ἔκανε ἀμέτρητα θαύματα. Ἔτσι ἐπειδή ἡ φήμη τῶν θαυμάτων διαδόθηκε σέ πάρα πολλά μέρη, γι’ αὐτό ἔρχονταν πολλοί κοσμικοί στό Μοναστήρι, γιά νά γίνουν Μοναχοί. Ἀλλά ἡ στενότητα, πού εἶχε τό Μοναστήρι, ἐμπόδιζε τήν αὔξησι τῶν προσερχομένων. Γι’ αὐτό ὁ Ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ ἐκείνου, ἐμπνεόμενος ἀπό τόν Θεό, γνωστοποίησε μέ γράμματα στόν τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἅγιο Ταράσιο, τά θαυμάσια ἔργα τοῦ Μοναχοῦ Εὐφημιανοῦ. Καί ὅτι, ἐπειδή ἔγιναν πολύ γνωστά τά τόσα θαύματά του, ἔτρεξε πολύ πλῆθος ἀνθρώπων στό Μοναστήρι, γιά νά μονάσουν. Ἀλλ’ ὅμως δέν χωροῦν σ’ αὐτό, διότι εἶναι πολύ στενό καί πολύ μικρό. Ὁ Πατριάρχης, ὅταν ἔμαθε αὐτά, συμφώνησε μέ τόν θεϊκό σκοπό τοῦ Ἡγουμένου, καί τοῦ χάρισε δωρεάν ἕνα μέρος γκρεμισμένο. Τότε ὁ Ἡγούμενος τό πῆρε καί σέ λίγα χρόνια ἔκτισε σ’ αὐτό Μοναστήρι ἐκ θεμελίων, τό ὁποῖο ὀνομάζεται τώρα Μοναστήρι τῶν Ἀβραμιτῶν. Σ’ αὐτό λοιπόν τό Μοναστήρι διέταξε τήν Ἁγία Ἄννα νά περάση τόν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς της.
Ἀφοῦ λοιπόν ἔγινε καί αὐτό καί ἡ ἀγγελική ζωή τῆς μακαρίας Ἄννας ἔγινε σέ ὅλους περιβόητη, τότε καθημερινά σέ ἀπερίγραπτο βαθμό αὐξάνονταν ὅσοι προσέρχονταν στό Μοναστήρι. Ἕνας ὅμως πειρασμός συνέβη στήν Ἁγία, ἀπό ἕναν μοναχό μέν κατά τό σχῆμα, στά ἔργα ὅμως καί στά πράγματα ἦταν φίλος τοῦ χαιρέκακου δαίμονα, διότι ἐκτελοῦσε φανερά τό ἔργο τοῦ Διαβόλου, λέγοντας ὕβρεις αἰσχρές ἐναντίον τῆς Ὁσίας, ὅτι, δηλαδή, ἦταν εὐνοῦχος καί τήν κατηγοροῦσε φανερά. Ἀλλ’ ἡ μακάρια ἐκείνη δέν ὑπολόγιζε καθόλου τίς κατηγορίες, ἀλλά μᾶλλον τίς θεωροῦσε ὡς εὐεργεσίες. Μία ὅμως γυναίκα θεοφιλής ἀκούγοντας τά αἰσχρά καί σιχαμερά λόγια, πού ἔλεγε κατά τῆς Ὁσίας ὁ ὄντως αἰσχρός μοναχός, ὁ ὁποῖος τελικά ἀποκαλύφθηκε ὅτι ἦταν καί φονιάς· ἀκούγοντας, λέω, αὐτά, τοῦ εἶπε· «Πρόσεχε ἀδελφέ, μήπως αὐτόν πού κατηγορεῖς δέν εἶναι εὐνοῦχος, οὔτε ἐμπαθής, ὅπως νομίζεις, ἀλλά εἶναι γυναῖκα καί ἀπαθής. Καί ἐσύ ἔτσι θά κερδήσης τήν γέεννα τοῦ πυρός γιά τίς κατηγορίες σου καί ἐκείνους, πού σέ ἀκοῦν, θά τούς μολύνης, κατηγορῶντας τήν ἀπαθῆ. Ἐπειδή πρίν ἀπό μερικά χρόνια μία γυναίκα μοιράζοντας τήν περιουσία της στούς φτωχούς, ἐξαφανίσθηκε. Καί σκέψου, μήπως εἶναι αὐτή ἡ ἴδια, τήν ὁποία ἐσύ λές εὐνοῦχο ἐμπαθῆ καί ἔτσι κατεβάζεις τήν ψυχή σου στόν λάκκο τῆς ἀπώλειας».
Ὅμως ὁ μιαρός ἐκεῖνος καί δόλιος μοναχός, ἀντί νά συμαζευθῆ, προσθεσε στήν κακία του καί αὐτόν τόν λόγο πού ἄκουσε, δηλαδή κήρυττε σέ ὅλους, ὅτι ἦταν γυναίκα. Φρόντιζε ἀκόμη ὁ ἀνόσιος καί ἔψαχνε, γιά νά γκρεμίση τήν Ἁγία σέ κάποιον κατηφορικό τόπο, ὥστε ὅταν γκρεμισθῆ νά φανερωθοῦν τά ροῦχα πού φοροῦσε καί ἔτσι, ὅταν τήν ἰδῆ γυμνωμένη νά βεβαιωθῆ, ἐάν εἶναι γυναίκα ἤ ὄχι. Ἀφοῦ τό ἔκανε αὐτό ὁ μυσαρός, τίποτα, βέβαια, δέν εἶδε. Ἔγινε ὅμως ἡμίξερος, τιμωρούμενος ἀπό τήν θεία δύναμι.
Τότε, ἀναχωρῶντας ἀπό τό Μοναστήρι, πῆγε στήν πατρίδα του. Ἐκεῖ ὅμως, εὑρισκόμενος συνελήφθη ὡς κατάδικος γιά ἔγκλημα φόνου καί ἔτσι ὁ ἄθλιος, ἀφοῦ κρεμάσθηκε σέ μία φούρκα, ἀπέρριψε τήν μιαρή του ψυχή. Ἡ Ἁγία ὅμως ἀφενός μέν, ἐπειδή μέ τό γεγονός αὐτό διαφημίσθηκε καί ἀφετέρου γιά νά ἀποφύγη τά σκάνδαλα, πῆγε στά μέρη τοῦ καλουμένου Στενοῦ, ἔχοντας μαζί της δύο Μοναχούς, πού λέγονταν Εὐστάθιος καί Νεόφυτος. Καί ἐκεῖ βρίσκοντας μία Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶχε νερό καί λίγο κῆπο, κατοίκησε σ’ αὐτήν.
Μετά ὅμως ἀπό παρέλευσι μερικῶν ἐτῶν, ἀφοῦ προσκλήθηκε ἀπό μερικούς Μοναχούς, ἔφυγε ἀπό ἐκεῖ καί πῆγε στό Βυζάντιο πρός τά μέρη τοῦ Σίγματος. Καί ἐκεῖ πέρασε τό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς της ὁσιακά καί θεάρεστα, θαύματα πολλά καί θεραπεῖες χαρίζοντας σ’ ἐκείνους, πού πρόστρεχαν κοντά της. Καί ἔτσι ἡ μακάρια ἐξεδήμησε εἰρηνικά πρός τόν ποθούμενο Χριστό.


Login