Τῷ αὐτῷ μηνί KΘ΄ μνήμη τῆς Ἁγίας Ὁσιομάρτυρος Ἀναστασίας τῆς Ρωμαίας. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἀβραμίου καί Μαρίας τῆς αὐτοῦ ἀνεψιᾶς. Μνήμη τῆς Ὁσίας Μητρός ἡμῶν Ἄννης, τῆς μετονομασθείσης Εὐφημιανός.

Τῷ αὐτῷ μηνί KΘ΄ μνήμη τῆς Ἁγίας Ὁσιομάρτυρος  Ἀναστασίας τῆς Ρωμαίας.

 Αὐ­τή ἔ­ζη­σε στά χρό­νια Δε­κί­ου[1] καί Βαλ­λε­ρια­νοῦ τῶν βα­σι­λέ­ων καί τοῦ ἡ­γε­μό­να Πρό­βου, κα­τά τό ἔ­τος 256, κα­τα­γό­με­νη ἀ­πό τήν με­γα­λό­πο­λι Ρώ­μη. Ὅ­ταν ἦ­ταν νέ­α στήν ἡ­λι­κί­α, ζοῦ­σε μέ­σα σέ ἕ­να Μο-να­στή­ρι. Ἀ­φοῦ συ­νε­λή­φθη ὅ­μως καί ὡ­μο­λό­γη­σε μέ θάρ­ρος τόν Χρι­στό, ρα­πί­σθη­κε στό πρό­σω­πο. Καί, ­ἀφοῦ τήν ἅ­πλω­σαν ἐ­πά­νω σέ ἀ­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να, τήν ἔ­δει­ραν μέ ρα­βδιά. Στήν συ­νέ­χεια κρε­μά­σθη­κε ἐ­πά­νω σέ ξύ­λο καί σφί­χθη­κε μέ κά­ποι­ους μαγ­γά­νους μη­χα­νι­κούς καί κα­τα­τρυ­πή­θη-κε μέ σι­δε­ρέ­νια ἄγ­κι­στρα. Στό τέ­λος, ἀ­φοῦ κρε­μά­σθη­κε, κα­τα­ξε­σχί­θη­κε σέ ὅ­λο τό σῶ­μα. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά ἔ­κο­ψαν τούς μα­στούς της καί  ξερ­ρί­ζω­σαν τά νύ­χιά της. Καί τε­λευ­ταῖ­α ἀ­πέ-κο­ψαν τήν ἁ­γί­α της κε­φα­λή. Καί ἔ­τσι ἔ­λα­βε ἡ μα­κα­ρί­α τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν στέφα­νο. (Τόν ἐ­κτε­νῆ Βί­ο της βλέ­πε στόν Πα­ρά­δει­σο. Αὐ­τόν τόν συ­νέ­γρα­ψε ἑλ­λη­νι­κά ὁ Με­τα­φρα­στής, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Διτ­τάς ἡ­μῖν Ἀ­να­στα­σί­ας». Σῴ­ζε­ται στήν τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες καί ἰ­δι­αί­τε­ρα στήν Λαύ­ρα).

    Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἀβραμίου,  καί Μαρίας τῆς αὐτοῦ ἀνεψιᾶς.

  Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος Ἀ­βρά­μιος ἦ­ταν υἱός γο­νέ­ων Χρι­στια­νῶν. Νυμ­φευ­θείς ὅ­μως χω­ρίς νά θέ­λη, ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὅ­λα τά τοῦ κό­σμου γιά τόν πό­θο τοῦ Χρι­στοῦ καί ἀ­νε­χώ­ρη­σε στήν ἔ­ρη­μο. Καί ἀ­φοῦ ἔ­κλει­σε τόν ἑ­αυ­τό του μέ­σα σέ μί­α μι­κρή κα­λύ­βη, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε κά­θε σκληραγωγία καί ἄ­σκη­σι. Καί ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε στήν ἄ­σκη­σι πε­νῆν­τα χρό­νια, χει­ρο­το­νή­θη­κε Ἱ­ε­ρέ­ας καί ἔ­πει­τα ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος καί ποι­μέ­νας, χω­ρίς νά θέ­λη, ἑ­νός μέ­ρους πού λέ­γε­ται Ται­νί­α, τό ὁ­ποῖ­ο βρί­σκε­ται στήν Λάμ­ψα­κο πρός τόν Ἑλ­λή­σπον­το, δη­λα­δή πρός τήν θά­λασ­σα τοῦ Μαρ­μα­ρᾶ. Γιά τήν σω­τη­ρί­α λοι­πόν τῶν ἀν­θρώ­πων, πού ζοῦ­σαν στήν Ται­νί­α, πολ­λά κα­κά καί πει­ρα­σμούς πολ­λές φο­ρές ἔ­πα­θε ὁ ἀ­οί­δι­μος, δι­ό­τι αὐ­τοί πού κα­τοι­κοῦ­σαν ἐ­κεῖ ἦ­ταν βυ­θι­σμέ­νοι στήν πλά­νη τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρεί­ας. Ἀ­φοῦ λοι­πόν τούς φώ­τι­σε μέ τήν πί­στι στόν Χρι­στό, μέ τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ, φλο­γι­ζό­με­νος ἀ­πό τόν πό­θο τῆς ἡ­συ­χί­ας, ἔ­φυ­γε κρυ­φά καί πῆ­γε πά­λι στό πα­λιό του ἡ­συ­χα­στή­ριο. Ὅ­που, ἀ­φοῦ ὑ­πέ­μει­νε πολ­λούς πει­ρα­σμούς ἀ­πό τούς δαί­μο­νες, ἀ­νώ­τε­ρος δι­α­φυ­λά­χθη­κε ἀ­πό τούς πει­ρα­σμούς τους. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ κα­τά σάρ­κα ἀ­δελ­φός του πέ­θα­νε καί ἄ­φη­σε μί­α κό­ρη ἑ­πτά ἐ­τῶν, ὁ Ὅ­σιος πῆ­ρε τό παι­δί αὐ­τό, Μα­ρί­α λε­γό­με­νη, καί τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να μι­κρό κελ­λά­κι ἔ­ξω ἀ­πό τό κελ­λί του, γιά νά ἡ­συ­χά­ζη. Καί ἀ­πό τό πα­ρά­θυ­ρο τήν δί­δα­σκε καί τήν πα­ρα­κι­νοῦ­σε στούς πνευ­μα­τι­κούς ἀ­γῶ­νες τῆς ἀ­σκή­σε­ως. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­φθα­σε στό εἰ­κο­στό ἔ­τος τῆς ἡ­λι­κί­ας της, συ­νέ­βη νά πέ­ση μέ ἕ­ναν σέ πορ­νεί­α. Τό­τε, ἀ­πελ­πι­σμέ­νη ἀ­πό αὐ­τό, ἔ­φυ­γε κρυ­φά καί πῆ­γε σέ ἕ­να πορ­νο­στά­σιο καί ἐ­κεῖ ζοῦ­σε μα­ζί μέ ἄλ­λες πόρ­νες γυ­ναῖ­κες. Ὁ Ἅ­γιος Ἀ­βρά­μιος, ἀ­φοῦ ντύ­θη­κε μέ μορ­φή στρα­τι­ώ­τη καί ἀ­νέ­βη­κε στό ἄ­λο­γο, πῆ­γε καί τήν βρῆ­κε χω­ρίς νά τόν ξέ­ρη καί νά τήν ξέ­ρη. Μέ δι­κή του λοι­πόν πα­ρα­κί­νη­σι τήν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σε καί τήν ἐ­πα­νέ­φε­ρε ἀ­πό την κακοήθεια στό προ­η­γού­με­νο κελ­λά­κι της. Τό­ση με­τά­νοι­α ὅ­μως ἔ­δει­ξε ἡ ἀ­οί­δι­μη, ὥ­στε με­τά ἀ­πό λί­γα χρό­νια ἀ­ξι­ώ­θη­κε καί ἔ­κα­μνε με­γά­λα θαύ­μα­τα. Μέ τέ­τοι­ο λοι­πόν βί­ο ἀ­σκη­τι­κό καί ἀ­πο­στο­λι­κό, ἀ­φοῦ τέ­λει­ω­σε τόν δρό­μο ὁ Ὅ­σιος Ἀ­βρά­μιος, ἀ­να­παύ­θη­κε εἰ­ρη­νι­κά. Με­τά ἀ­πό λί­γο και­ρό, ἀ­να­παύ­θη­κε καί ἡ μα­κά­ρια ἀ­νε­ψιά του.

[1] Σέ ἄλλους ἀναφέρεται, ὅτι ἦταν ἐπί Διοκλητιανού. Γι’ αὐτό καί στήν Μεγίστη Λαύρα βρίσκεται καί ἄλλο Μαρτύριό της ἑλληνικό, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Κατά τούς καιρούς τοῦ παρανόμου καί ἀσεβοῦς Διοκλητιανοῦ τοῦ βασιλέως καί τοῦ συγκαθέδρου αὐτοῦ Βαλλεριανοῦ».

Μνήμη τῆς Ὁσίας Μητρός ἡμῶν Ἄννης, τῆς μετονομασθείσης Εὐφημιανός.

  Αὐ­τή ἡ Ὁ­σί­α μή­τηρ ἡμῶν Ἄν­να γεν­νή­θη­κε στό Βυ­ζάν­τιο ἀ­πό ἕ­ναν εὐ­λα­βῆ ἔγ­γα­μο Δι­ά­κο­νο τοῦ Να­οῦ τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Δε­σποί­νης ἡμῶν Θε­ο­τό­κου στίς Βλα­χέρ­νες, στήν ἐ­πο­χή τοῦ Λέ­ον­τος τοῦ Ἰ­σαύ­ρου κα­τά τό ἔ­τος 716. Ὅ­ταν πέ­θα­ναν οἱ γο­νεῖς της, φρόν­τι­σε ἡ για­γιά της νά τήν παν­τρέψη μέ ἄν­δρα εὐ­λα­βέ­στα­το, τό ὁ­ποῖ­ο καί ἔ­κα­νε.

Ἐρ­χό­με­νος ὅ­μως ἀ­πό τό ὄ­ρος τοῦ Ὀ­λύμ­που ὁ ἀ­πό τόν πα­τέ­ρα θεῖ­ος της, Μο­να­χός ὄν­τας ἀ­σκη­τι­κώ­τα­τος καί δι­ο­ρα­τι­κώ­τα­τος, ὁ ὁ­ποῖ­ος, μο­λο­νό­τι ἔ­κο­ψε τήν γλῶσ­σα τοο ὁ Λέ­ων ὁ εἰ­κο­νο­μά­χος, μι­λοῦ­σε ἀ­νεμ­πό­δι­στα, αὐ­τός, λέ­ω, μό­λις εἶ­δε αὐ­τήν τήν ἀ­νε­ψιά Ἄν­να, εἶ­πε· «Για­τί ἑ­νώ­σα­τε μέ ἄν­δρα τήν Ἄν­να, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πέ­βλε­πε σέ ἀ­γῶ­νες καί κό­πους ἀ­σκη­τι­κούς»; Καί λέ­γον­τας αὐ­τό τῆς εὐ­χή­θη­κε καί ἀ­νε­χώ­ρη­σε. Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σαν με­ρι­κά χρό­νια καί ὁ δυσ­σε­βής βα­σι­λιάς Λέ­ων κα­τέ­βη­κε στά τα­μεῖ­α τοῦ Ἅ­δη, τό­τε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος καί ἡ Εἰ­ρή­νη, οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι καί πι­στό­τα­τοι βα­σι­λεῖς, οἱ ὁ­ποῖ­οι βα­σί­λευ­σαν κα­τά τό ἔ­τος 780, ὅ­ταν ἔ­μα­θαν τούς πει­ρα­σμούς καί τά βά­σα­να, πού ἔ­πα­θε ἀ­πό τόν θη­ρι­ώ­νυ­μο Λέ­ον­τα ὁ ἁ­γι­ώ­τα­τος θεῖ­ος τῆς Ὁ­σί­ας αὐ­τῆς Ἄν­νας, ἔ­στει­λαν καί τόν ἔ­φε­ραν καί ­δέ­χον­ταν τήν εὐ­χή καί εὐ­λο­γί­α του, σάν ἀ­πό ἅ­γιο ἄν­θρω­πο. Ἀ­φοῦ συμ­βού­λευ­σε τούς βα­σι­λεῖς τά συμ­φέ­ρον­τα γιά τήν εὐ­α­ρέ­στη­σι τοῦ Θε­οῦ, σκε­πτό­ταν πά­λι ὁ Ὅ­σιος νά ἀ­να­χω­ρή­ση ἀ­πό τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί νά πά­η στήν ἡ­συ­χί­α. Τό­τε εἶ­πε καί πρός αὐ­τήν τήν ἀ­νε­ψιά του Ἄν­να· «Νά ἔ­χης ἀν­δρεῖ­ο φρό­νη­μα, παι­δί μου, καί νά ἐ­νι­σχύ­ε­σαι, δι­ό­τι πολ­λές εἶ­ναι οἱ θλί­ψεις τῶν δι­καί­ων. Γνώ­ρι­ζε ὅ­μως, ὅ­τι, ἄν δέν σκε­πά­σης τόν ἄν­δρα σου στόν τά­φο, τό παι­δί πού ἔ­χεις στήν κοι­λιά σου δέν θά γεν­νή­σης». Ἐκ­πλη­ρώ­θη­κε ἡ προ­φη­τεί­α αὐ­τή τοῦ Ὁ­σί­ου, δι­ό­τι ὕ­στε­ρα ἀ­πό τόν ἕ­κτο μῆ­να τῆς συλ­λή­ψε­ώς της, πέ­θα­νε ὁ ἄν­δρας της. Ἡ Ἄν­να, ἀ­φοῦ ἔ­κλα­ψε πο­λύ γιά τόν θά­να­το τοῦ ἄν­δρα της, κα­τε­ξή­ρα­νε τόν ἑ­αυ­τό της ἀ­πό τήν λύ­πη. Τό­τε, ἀ­φοῦ γέν­νη­σε καί ἀ­πο­γα­λά­κτι­σε τό παι­δί της, τό πα­ρέ­δω­σε στά χέ­ρια τοῦ ἄλ­λου θεί­ου της καί αὐ­τή μπῆ­κε στούς ἀ­σκη­τι­κούς ἀ­γῶ­νες. Ποι­οί ὅ­μως καί πό­σοι ἦ­ταν οἱ ἀ­γῶ­νες της, ἐ­κεί­νη μό­νη ἡ μα­κα­ρί­α τούς ἤ­ξε­ρε, δι­ό­τι τούς ἔ­κα­μνε κρυ­φά, γιά νά ἀ­πο­φεύ­γη τήν δό­ξα τῶν ἀν­θρώ­πων.

Ἐ­νῷ λοι­πόν ­βρι­σκό­ταν σ’ αὐ­τούς τούς ἀ­γῶ­νες, ἔρ­χε­ται πά­λι ἀ­πό τόν Ὄ­λυμ­πο ὁ δι­ο­ρα­τι­κώ­τα­τος ἐ­κεῖ­νος θεῖ­ος της. Ἡ Ἄν­να, μό­λις τόν εἶ­δε, ἔ­πε­σε στά πό­δια του καί ζη­τοῦ­σε τήν εὐ­λο­γί­α του. Καί ἐ­κεῖ­νος τῆς εἶ­πε· «Νά ἀ­πο­κτᾶς δύ­να­μι ἐν Κυ­ρί­ῳ, τέ­κνο μου»· κα­τό­πιν τῆς εἶ­πε· «Ποῦ εἶ­ναι τό παι­δί σου»; Καί αὐ­τή ἀ­πάν­τη­σε· «Τό ἕ­να, τό ἄ­φη­σα στόν ἀ­δελ­φό σου καί με­τά τόν Θε­ό εὐ­ερ­γέ­τη μου, ἐ­νῷ τό ἄλ­λο βρί­σκε­ται κον­τά μου». Ἀ­φοῦ εἶ­πε ­λοι­πό­ν αὐ­τά καί πρό­σθε­σε καί με­ρι­κά ἄλ­λα, πού ἔ­δει­χναν ὅ­τι εἶ­ναι γνώ­ρι­σμα λυ­πη­μέ­νης καί πο­νε­μέ­νης καρ­διᾶς, πα­ρου­σί­α­σε­ καί τά δύ­ο παι­διά της στόν τί­μιο γέ­ρον­τα καί τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε μέ δά­κρυ­α, λέ­γον­τας· «Προ­σευ­χή­σου, Πά­τερ τί­μι­ε, γι’ αὐ­τά τά  παι­διά μου». Καί ὁ ­γέ­ρον­τας εἶ­πε. «Δέν ἔ­χουν αὐ­τά ἀ­νάγ­κη εὐ­χῆς».

Ἡ Ἄν­να ὅ­ταν τό ἄ­κου­σε αὐ­τό, πο­λύ στε­νο­χω­ρέ­θη­κε. Καί στε­νά­ζον­τας ἀ­πό τό βά­θος της εἶ­πε· ‘‘ἀλ­λοί­μο­νο σ’  ἐ­μέ­να τήν ἁ­μαρ­τω­λή!, ἄ­ρα­γε πά­λι τί θά μοῦ συμ­βῆ’’; Καί ὁ γέ­ρων εἶ­πε. «Δέν σοῦ εἶ­πα, παι­δί μου, ὅ­τι πολ­λές εἶ­ναι οἱ θλί­ψεις τῶν δι­καί­ων; Ἄν ἐ­μεῖς δέν ὑ­πο­μέ­νου­με θλί­ψεις καί πει­ρα­σμούς, δέν μπο­ροῦ­με νά σω­θοῦ­με. Δι­ό­τι ἔ­τσι εἶ­ναι πρέ­πον καί εὐ­ά­ρε­στο στόν Θε­ό». Ἡ Ἄν­να ἀ­πήν­τη­σε· «Μή­πως, κύ­ρι­έ μου, φά­νη­κε εὔ­λο­γο στόν Δε­σπό­τη Χρι­στό νά πά­ρη στήν ἐ­κεῖ ζω­ή αὐ­τά τά ἀ­νή­λι­κα παι­διά μου»; Καί ὁ γέ­ρον­τας, ἀ­πο­κρί­θη­κε· ‘‘Κα­λά εἶ­πες παι­δί μου. Δι­ό­τι γρή­γο­ρα θά σοῦ τά πά­ρη ὁ Κύ­ριος’’. Ἡ Ἄν­να εὐ­χα­ρι­στῶντας τόν Θε­ό, ὅ­πως ἔ­πρε­πε καί πέ­φτον­τας στά πό­δια τοῦ τί­μιου γέ­ρον­τα, ἔ­λα­βε τήν εὐ­χή του καί εὐ­λο­γί­α του. Καί τό­τε ἄρ­χι­σε νά μοι­ρά­ζη τήν πε­ρι­ου­σί­α της στούς πτω­χούς μέ τά δύ­ο της χέ­ρια. Ἐ­πει­δή ὅ­μως με­τά ἀ­πό λί­γο και­ρό πέ­θα­ναν καί τά δύ­ο της παι­διά, τά θρή­νη­σε βέ­βαι­α μέ δά­κρυ­α ἡ Ὁ­σί­α. Τά δέ ὑ­πό­λοι­πα πράγ­μα­τα πού τῆς ἔ­μει­ναν, ἀ­φοῦ τά μοί­ρα­σε στά χέ­ρια τῶν πτω­χῶν, πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζε στίς Ἐκ­κλη­σί­ες, προ­σκυ­νῶντας τις, προ­σευ­χό­με­νη, ἀ­νά­βον­τας τά καν­δή­λια τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων καί χαι­ρε­τῶντας τις. Στό τέ­λος βρῆ­κε ἕ­ναν Μο­να­χό ἀ­πό τόν Ὄ­λυμ­πο, ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο καί ἔ­γι­νε Μο­να­χή. Καί στά κρυ­φά φο­ροῦ­σε ἐν­δύ­μα­τα ἀν­δρι­κά, ἐ­νῷ ἐ­ξω­τε­ρι­κά φο­ροῦ­σε γυ­ναι­κεῖ­α ἐν­δύ­μα­τα. Ἔ­τσι κρυ­φά, χω­ρίς νά τήν κα­τα­λά­βη κα­νείς, πῆ­γε στά μέ­ρη τοῦ Ὀ­λύμ­που. Καί ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ πέ­τα­ξε τε­λεί­ως τά γυ­ναι­κεῖ­α ἐν­δύ­μα­τα καί φόρεσε μό­νο τά ἀν­δρι­κά, μπῆ­κε μέ­σα σέ ἕ­να Κοι­νό­βιο καί συ­νω­μι­λοῦ­σε μέ τόν πορ­τά­ρη, λέ­γον­τας, ὅ­τι ἔ­χει με­γά­λη ἐ­πι­θυ­μί­α νά συ­ναν­τή­ση τόν Ἡ­γού­με­νο. Ὁ πορ­τά­ρης τό ἀ­νήγ­γει­λε στόν Ἡ­γού­με­νο καί ὁ Ἡ­γού­με­νος τήν κά­λε­σε. Ἡ Ἄν­να μό­λις πα­ρου­σι­ά­σθη­κε μπροστά στόν Ἡγούμενο, ἔρριξε τόν ἑ­αυ­τό της στά πό­δια του καί ζη­τοῦ­σε τήν συ­νη­θι­σμέ­νη εὐ­λο­γί­α. Ὁ Ἡ­γού­με­νος, ἀ­φοῦ τήν εὐ­λό­γη­σε, τήν σή­κω­σε. Ἔ­πει­τα τήν ρώ­τη­σε, ‘‘για­τί ἦλθες πρός ἐ­μᾶς ἀ­δελ­φέ; (δι­ό­τι νό­μι­σε, ὅ­τι εἶ­ναι εὐ­νοῦ­χος), καί πῶς λέ­γε­σαι’’; Ἡ Ἄν­να, ‘‘ἡ αἰ­τί­α’’, ἀ­πο­κρί­θη­κε, ‘‘γιά τήν ὁ­ποί­α ἦλθα ἐ­δῶ, Πά­τερ ἅ­γι­ε, εἶ­ναι τό πο­λύ πλῆ­θος τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μου. Γιά νά ἡ­συ­χά­σω δη­λα­δή στό ὑ­πό­λοι­πό της ζω­ῆς μου δι­ά­στη­μα καί μέ τήν ἡ­συ­χί­α νά βρῶ σπλαγ­χνι­κό τόν Θε­ό στήν ἡ­μέ­ρα τῆς κρί­σε­ως, μο­λο­νό­τι εἶ­μαι τε­λεί­ως ἀ­νά­ξιος. Τό ὄ­νο­μά μου εἶ­ναι Εὐ­φη­μια­νός’’. Ὁ Ἡ­γού­με­νος τῆς εἶ­πε· ‘‘Ἄν ἔ­χης, παι­δί μου, τέ­τοι­ον λο­γι­σμό καί πο­θῆς πράγ­μα­τι τήν σω­τη­ρί­α σου, νά ἀ­πο­φεύ­γης τήν παρ­ρη­σί­α. Δι­ό­τι ἡ φύ­σις τῶν εὐ­νού­χων εὔ­κο­λα συλ­λαμ­βά­νε­ται ἀ­πό τούς ἐμ­πα­θεῖς λο­γι­σμούς’’. Ἀ­φοῦ εἶ­πε αὐ­τά, καί ἔ­δω­σε καί τήν συ­νη­θι­σμέ­νη εὐ­χή, τήν συ­να­ρίθ­μη­σε μέ τούς λοι­πούς ἀ­δελ­φούς τοῦ Κοι­νο­βί­ου.

Ἡ ἀ­οί­δι­μη Ἄν­να, τό­σο πο­λύ προ­ώ­δευ­ε, ὥ­στε ἔ­γι­νε σέ ὅ­λους τούς Μο­να­χούς τοῦ Κοι­νο­βί­ου τύ­πος καί πα­ρά­δειγ­μα κά­θε ἀ­ρε­τῆς καί μά­λι­στα τῆς τα­πει­νώ­σε­ως. Ὁ δέ ὑ­πη­ρέ­της τῆς Ὁ­σί­ας, τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ἀ­φή­σει στήν οἰ­κί­α της, γιά νά οἰ­κο­νο­μή­ση τά πράγ­μα­τά της, κα­θώς τόν δι­ά­τα­ξε, αὐ­τός, λέ­ω, βγῆ­κε ἀ­να­ζη­τῶντας τήν κυ­ρί­α του. Καί ἀ­φοῦ συ­νάν­τη­σε τόν Μο­να­χό ἐ­κεῖ­νον, πού ἔ­κειρε τήν Ὁ­σί­α Μο­να­χή, τόν ρω­τοῦ­σε, ἄν γνω­ρί­ζη, ποῦ βρί­σκε­ται ἡ κυ­ρί­α του ἐ­κεί­νη, πού ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τά γή­ι­να καί τά οὐ­ρά­νια ἐ­πι­ζη­τοῦ­σε. Ὁ Μο­να­χός, ἀ­πο­κρί­θη­κε, ὅ­τι, «ἔ­μα­θα τήν ὑ­πό­θε­σί της, αὐ­τό δέν μπο­ρῶ νά τό ἀρ­νη­θῶ. Ποῦ ὅ­μως τώ­ρα βρί­σκε­ται, δέν γνω­ρί­ζω, ἀλ­λά ἔ­λα νά πᾶ­με μα­ζί στό τά­δε Μο­να­στῆ­ρι». Ὅ­ταν ἔ­φθα­σαν σ’ αὐ­τό, ρώ­τη­σαν τόν πορ­τά­ρη καί ἔ­μα­θαν, ὅ­τι μέ­σα στά δί­κτυ­α ἔ­χουν τό κυ­νῆ­γι. Δη­λα­δή, ὅ­τι βρί­σκε­ται ἡ Ὁ­σί­α μέ­σα στό Μοναστήρι. Ὁ­πό­τε τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν νά τῆς ἀ­ναγ­γεί­λη ὅ­τι τήν ζη­τοῦν ὁ τά­δε καί ὁ τά­δε. Αὐ­τη, ὅ­ταν τά ἄ­κου­σε αὐ­τά, βγῆ­κε ἔ­ξω. Τό­τε ὁ Μο­να­χός πού τήν ἔ­κει­ρε, εἶ­πε· ‘‘Νά, ὁ πι­στό­τα­τός σου δι­ά­κο­νος καί οἰ­κο­νό­μος’’, καί τόν ἔ­δει­ξε μέ τό δά­κτυ­λο, ‘‘ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­πα­θε πολ­λά ἕ­ως τώ­ρα γιά τήν ἀ­να­ζή­τη­σί σου. Νά, λέ­ω, ἦλθε πα­ρών. Καί ἄν θέ­λης, ἄς πᾶ­με στό δι­κό μας Μο­να­στή­ρι’’.

Ὅ­ταν τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ἡ Ὁ­σί­α, πῆ­γε στόν Ἡ­γού­με­νο καί ζή­τη­σε τήν εὐ­λο­γί­α ἐ­κεί­νου, κα­θώς καί τῶν λοι­πῶν ἀ­δελ­φῶν. Καί ἔ­τσι βγῆ­κε ἀ­πό τό Κοι­νό­βιό της καί πῆ­γε στό ἄλ­λο Μο­να­στήρι μα­ζί μέ τόν Μο­να­χό καί τόν ὑ­πη­ρέ­τη της. Καί ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε ἐ­κεῖ ἀρ­κε­τό και­ρό, ἔ­κα­νε ἀ­μέ­τρη­τα θαύ­μα­τα. Ἔ­τσι ἐ­πει­δή ἡ φή­μη τῶν θαυ­μά­των δι­α­δό­θη­κε σέ πά­ρα πολ­λά μέ­ρη, γι’ αὐ­τό ἔρ­χον­ταν πολ­λοί κο­σμι­κοί στό Μο­να­στή­ρι, γιά νά γί­νουν Μο­να­χοί. Ἀλ­λά ἡ στε­νό­τη­τα, πού εἶ­χε τό Μοναστήρι, ἐμ­πό­δι­ζε τήν αὔ­ξη­σι τῶν προ­σερ­χο­μέ­νων. Γι’ αὐ­τό ὁ Ἡ­γού­με­νος τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ ἐ­κεί­νου, ἐμ­πνε­ό­με­νος ἀ­πό τόν Θε­ό, γνω­στο­ποί­ησ­ε μέ γράμ­μα­τα στόν τό­τε Πα­τριά­ρχη Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Ἅ­γιο Τα­ρά­σιο, τά θαυ­μά­σια ἔρ­γα τοῦ Μο­να­χοῦ Εὐ­φη­μια­νοῦ. Καί ὅ­τι, ἐ­πει­δή ἔ­γι­ναν πολύ γνω­στά τά τό­σα θαύ­μα­τά του, ἔ­τρε­ξε πο­λύ πλῆ­θος ἀν­θρώ­πων στό Μο­να­στή­ρι, γιά νά μο­νά­σουν. Ἀλ­λ’ ὅ­μως δέν χω­ροῦν σ’ αὐ­τό, δι­ό­τι εἶ­ναι πο­λύ στε­νό καί πολύ μικρό. Ὁ Πα­τριά­ρχης, ὅ­ταν ἔ­μα­θε αὐ­τά, συμ­φώ­νη­σε μέ τόν θε­ϊ­κό σκο­πό τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου, καί τοῦ χά­ρι­σε δω­ρε­άν ἕ­να μέ­ρος γκρε­μι­σμέ­νο. Τό­τε ὁ Ἡ­γού­με­νος τό πῆ­ρε καί σέ λί­γα χρό­νια ἔ­κτι­σε σ’ αὐ­τό Μο­να­στήρι ἐκ θε­με­λί­ων, τό ὁ­ποῖ­ο ὀ­νο­μά­ζε­ται τώ­ρα Μο­να­στήρι τῶν Ἀ­βρα­μι­τῶν. Σ’ αὐ­τό λοι­πόν τό Μο­να­στήρι δι­έ­τα­ξε τήν Ἁ­γί­α Ἄν­να νά πε­ρά­ση τόν ὑ­πό­λοι­πο χρό­νο τῆς ζω­ῆς της.

Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἔ­γι­νε καί αὐ­τό καί ἡ ἀγ­γε­λι­κή ζω­ή τῆς μα­κα­ρί­ας Ἄν­νας ἔ­γι­νε σέ ὅ­λους πε­ρι­βό­η­τη, τό­τε κα­θη­με­ρι­νά σέ ἀ­πε­ρί­γρα­πτο βαθ­μό αὐ­ξά­νον­ταν ὅ­σοι προ­σέρ­χον­ταν στό Μοναστήρι. Ἕ­νας ὅ­μως πει­ρα­σμός συ­νέ­βη στήν Ἁ­γί­α, ἀ­πό ἕ­ναν μο­να­χό μέν κα­τά τό σχῆ­μα, στά ἔρ­γα ὅ­μως καί στά πράγ­μα­τα ἦ­ταν φί­λος τοῦ χαι­ρέ­κα­κου δαί­μο­να, δι­ό­τι ἐ­κτε­λοῦ­σε φα­νε­ρά τό ἔρ­γο τοῦ Δι­α­βό­λου, λέ­γον­τας ὕ­βρεις αἰ­σχρές ἐ­ναν­τί­ον τῆς Ὁ­σί­ας, ὅ­τι, δη­λα­δή, ἦ­ταν εὐ­νοῦ­χος καί τήν κα­τη­γο­ροῦ­σε φα­νε­ρά. Ἀλ­λ’ ἡ μα­κά­ρια ἐ­κεί­νη δέν ὑ­πο­λό­γι­ζε κα­θό­λου τίς κα­τη­γο­ρί­ες, ἀλ­λά μᾶλ­λον τίς θε­ω­ροῦ­σε ὡς εὐ­ερ­γε­σί­ες. Μί­α ὅ­μως γυ­ναί­κα θε­ο­φι­λής ἀ­κού­γον­τας τά αἰ­σχρά καί σιχα­με­ρά λό­για, πού ἔ­λε­γε κα­τά τῆς Ὁ­σί­ας ὁ ὄν­τως αἰ­σχρός μο­να­χός, ὁ ὁ­ποῖ­ος τε­λι­κά ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε ὅ­τι ἦ­ταν καί φο­νιάς· ἀ­κού­γον­τας, λέ­ω, αὐ­τά, τοῦ εἶ­πε· «Πρό­σε­χε ἀ­δελ­φέ,  μή­πως αὐ­τόν πού κα­τη­γο­ρεῖς δέν εἶ­ναι εὐ­νοῦ­χος, οὔ­τε ἐμ­πα­θής, ὅ­πως νο­μί­ζεις, ἀλ­λά εἶ­ναι γυ­ναῖ­κα καί ἀ­πα­θής. Καί ἐ­σύ ἔ­τσι θά κερ­δή­σης τήν γέ­εν­να τοῦ πυ­ρός γιά τίς κα­τη­γο­ρί­ες σου καί ἐ­κεί­νους, πού σέ ἀ­κοῦν, θά τούς μο­λύ­νης, κα­τη­γο­ρῶντας τήν ἀ­πα­θῆ. Ἐ­πει­δή πρίν ἀ­πό με­ρι­κά χρό­νια μί­α γυ­ναίκα μοι­ρά­ζον­τας τήν πε­ρι­ου­σί­α της στούς φτω­χούς, ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε. Καί σκέ­ψου, μή­πως εἶ­ναι αὐ­τή ἡ ἴ­δια, τήν ὁ­ποί­α ἐ­σύ λές εὐ­νοῦ­χο ἐμ­πα­θῆ καί ἔ­τσι κα­τε­βά­ζεις τήν ψυ­χή σου στόν λάκ­κο τῆς ἀ­πώ­λειας».

Ὅ­μως ὁ μια­ρός ἐ­κεῖ­νος καί δό­λιος μο­να­χός, ἀν­τί νά συ­μα­ζευ­θῆ,  προ­σθε­σε στήν κα­κί­α του καί αὐ­τόν τόν λό­γο πού ἄ­κου­σε, δη­λα­δή κή­ρυτ­τε σέ ὅ­λους, ὅ­τι ἦ­ταν γυ­ναί­κα. Φρόν­τι­ζε ἀ­κό­μη ὁ ἀ­νό­σιος καί ἔ­ψα­χνε, γιά νά γκρε­μί­ση τήν Ἁ­γί­α σέ κά­ποι­ον κα­τη­φο­ρι­κό τό­πο, ὥ­στε ὅ­ταν γκρε­μι­σθῆ νά φα­νε­ρω­θοῦν τά ροῦ­χα πού φο­ροῦ­σε καί ἔ­τσι, ὅ­ταν τήν ἰδῆ γυ­μνω­μέ­νη νά βε­βαι­ω­θῆ, ἐ­άν εἶ­ναι γυ­ναί­κα ἤ ὄ­χι. Ἀ­φοῦ τό ἔ­κα­νε αὐ­τό ὁ μυ­σα­ρός, τί­πο­τα, βέ­βαι­α, δέν εἶ­δε. Ἔ­γι­νε ὅ­μως ἡ­μί­ξε­ρος, τι­μω­ρού­με­νος ἀ­πό τήν θεί­α δύ­να­μι.

Τό­τε, ἀ­να­χω­ρῶντας ἀ­πό τό Μοναστήρι, πῆ­γε στήν πα­τρί­δα του. Ἐ­κεῖ ὅ­μως, εὑρισκόμενος συ­νε­λή­φθη ὡς κα­τά­δι­κος γιά ἔγ­κλη­μα φό­νου καί ἔ­τσι ὁ ἄ­θλιος, ἀ­φοῦ κρε­μά­σθη­κε σέ μί­α φούρ­κα, ἀ­πέρ­ρι­ψε τήν μια­ρή του ψυ­χή. Ἡ Ἁ­γί­α ὅ­μως ἀ­φε­νός μέν, ἐ­πει­δή μέ τό γε­γο­νός αὐ­τό­ δι­α­φη­μί­σθη­κε καί ἀ­φε­τέ­ρου γιά νά ἀ­πο­φύ­γη τά σκάν­δα­λα, πῆ­γε στά μέ­ρη τοῦ κα­λου­μέ­νου Στε­νοῦ, ἔ­χον­τας μα­ζί της δύ­ο Μο­να­χούς, πού λέ­γον­ταν Εὐ­στά­θιος καί Νε­ό­φυ­τος. Καί ἐ­κεῖ βρί­σκον­τας μί­α Ἐκ­κλη­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε νε­ρό καί λί­γο κῆ­πο, κα­τοί­κη­σε σ’ αὐ­τήν.

Με­τά ὅ­μως ἀ­πό πα­ρέ­λευ­σι με­ρι­κῶν ἐ­τῶν, ἀ­φοῦ προ­σ­κλή­θηκε ἀ­πό με­ρι­κούς Μο­να­χούς, ἔ­φυ­γε ἀ­πό ἐ­κεῖ καί πῆ­γε στό Βυ­ζάν­τιο πρός τά μέ­ρη τοῦ Σίγ­μα­τος. Καί ἐ­κεῖ πέ­ρα­σε τό ὑ­πό­λοι­πο τῆς ζω­ῆς της ὁ­σια­κά καί θε­ά­ρε­στα, θαύ­μα­τα πολ­λά καί θε­ρα­πεῖ­ες χα­ρί­ζον­τας σ’ ἐ­κεί­νους, πού πρό­στρε­χαν κον­τά της. Καί ἔ­τσι ἡ μα­κά­ρια ἐ­ξε­δή­μη­σε εἰ­ρη­νι­κά πρός τόν πο­θού­με­νο Χρι­στό.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης