Αὐτός ἦταν ἀπό μία περιοχή τῆς Θεσσαλονίκης, ἡ ὁποία κοινῶς ὀνομάζεται Κουλακιά (σ. σ. Εἶναι ἡ σημερινή Χαλάστρα στήν περιοχή τῆς Θεσσαλονίκης, ὅπου ὑπάρχει καί Ναός στήν μνήμη τοῦ Ἁγίου), υἱός γονέων εὐσεβῶν καί πρώτων, σύμφωνα μέ τά κοινωνικά ἤθη τῆς περιοχῆς ἐκείνης, διότι ὁ πατέρας του, ὁ ὁποῖος ὠνομαζόταν Πολύχρους, ἦταν προεστώς τῆς περιοχῆς γιά πολλά χρόνια, ἐνῷ ἡ μητέρα του ὠνομαζόταν Λουλούδα καί καταγόταν ἀπό γένος Βουλγάρικο. Αὐτόν λοιπόν τόν πανύμνητο Ἀθανάσιο τόν ἐκπαίδευσε καλά ὁ πατέρας του, ὁ γερο-Πολύχρους, ἀρχικά μέν μέ τά ἀποκαλούμενα κοινά γράμματα, καθώς καί στήν Θεσσαλονίκη τόν ἔφερε καί τόν ἔβαλε στό ἑλληνικό σχολεῖο, στό ὁποῖο ἦταν ἐκεῖ τότε δάσκαλος ὁ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος. Ἦταν ὁ νέος εὐφυής καί πολύ ἐπιμελής. Καί ἀφοῦ ἔλαβε ἐκεῖ τίς πρῶτες γνώσεις, ὕστερα ἀνεχώρησε γιά τό ὄρος τοῦ Ἄθωνα καί πῆγε στό σχολεῖο τοῦ Βατοπεδίου γιά τελειώτερη ὠφέλεια. Ἦταν ἐκεῖ τότε δάσκαλος ὁ Παναγιώτης ὁ Παλαμᾶς. Ἐκεῖ τελείωσε τίς σπουδές μέ ἐπίδοσι καλή καί μετά ἀπ’ αὐτές διδάχθηκε καί τήν λογική τοῦ Εὐγενίου ἀπό τόν διδάσκαλο Νικόλαο τόν Τζαρτζούλιο ἀπό τό Μέτσοβο, ὁ ὁποῖος στάλθηκε ἀπό τήν Μεγάλη Ἐκκλησία στήν θέσι τοῦ σοφώτατου διδασκάλου Εὐγενίου. Καί ἀφοῦ ἔφυγε ἀπό ἐκεῖ ὁ μακαρίτης Νικόλαος, ἔφυγε καί ὁ Ἀθανάσιος καί, ἐρχόμενος στήν Κωνσταντινούπολι, πῆγε κοντά στόν τότε νεοχειροτονημένο Πατριάρχη Ἀντιοχείας, τόν μακαρίτη Φιλήμονα, καί παρέμεινε μαζί του δύο χρόνια καί παραπάνω. Ἔπειτα γύρισε στό Ἅγιον Ὄρος καί ἀπό ἐκεῖ στήν πατρίδα του τήν Κουλακιά. Σ’ αὐτήν βρίσκεται βασιλικός μενζιλχανᾶς καί ἐκεῖ συνήθιζε νά πηγαίνη ὁ Ἀθανάσιος, πρός ἀναζήτησι συνομιλίας καί γιά διάφορες εἰδήσεις, ἐπειδή πηγαίνουν ἐκεῖ συχνά ἄνθρωποι διάφοροι ἀπό διάφορα μέρη τοῦ Κόσμου. Εὑρίσκεται ἐκεῖ πάντοτε ἕνας Τοῦρκος ὡς ἐπιστάτης τοῦ μενζιλίου. Ἔτυχε νά βρεθῆ ἐκεῖ μία ἡμέρα καί ἕνας Τοῦρκος ἐμίρης. Συνομιλῶντας μία ἡμέρα μέ αὐτόν ὁ Ἀθανάσιος σχετικά μέ τήν πίστι, (γνώριζε δέ καλά τήν ἁπλῆ γλῶσσα τήν τουρκική καί τήν ἀραβική) εἶπε μέ θάρρος καί ἁπλότητα πρός τόν ἐμίρη, λέγοντας, ὅτι “ἡ δική σας πίστι στέκεται σ’ αὐτά τά λόγια”, καί πρόφερε χωρίς πονηρία τήν ὁμιλία τους. Ὁ ἐμίρης ἀκούγοντας ἀμέσως ἐξέλαβε τήν ἁπλῆ ἐκείνη προφορά ὡς τέλεια ἤδη ὁμολογία, καί “ὤ! τοῦ λέγει, σαλαβάτι ἔκανες, τούρκεψες”. “Δέν γίνεται”, ἀποκρίθηκε ὁ Ἀθανάσιος, “οὔτε σαλαβάτι ἔκανα, οὔτε τούρκεψα, ἀλλά μόνο εἶπα, ὅτι ἡ πίστις ἡ δική σας σ’ αὐτά τά λόγια περικλείεται”. Ὁ ἐμίρης δέν χάνει καιρό, ἀλλά στρεφόμενος πρός τόν Τοῦρκο ἐπιστάτη, λέει· “Νά, αὐτόν τόν ἄνθρωπο τόν παραδίνω στά χέρια σου νά τόν φυλᾶς νά μή φύγη”. Ἔτσι εἶπε καί σηκώθηκε ἀπό ἐκεῖ ὁ καταραμένος καί ἔρχεται στήν Θεσσαλονίκη, τόσων ὡρῶν ἀπόστασι, καί, ἀφοῦ παρουσιάσθηκε στόν Μουλᾶ συκοφαντεῖ τόν καλό Ἀθανάσιο, ὅτι δηλαδή ἔκανε σαλαβάτι καί ὡμολόγησε τήν πίστι τους καί ἔπειτα λέει “ἐπειδή ἄλλαξε γνώμη, ἀρνεῖται καί περιπαίζει τήν πίστι μας”. Λοιπόν ἀφοῦ ἔστειλε ὁ μουλᾶς καί ἔφεραν τόν κατηγορούμενο στήν Θεσσαλονίκη, τόν στήνει μπροστά του καί μιλῶντας ὁ ἐμίρης ἀκούει ἀπό τήν ἀρχή τήν κατηγορία ἤ καλύτερα θά λέγαμε τήν συκοφαντία. Ἔπειτα ρωτᾶ τόν κατηγορούμενο ὁ δικαστής καί ἀποκρίνεται ὁ Μάρτυρας τῆς ἀληθείας, τά ἴδια ἐκεῖνα, πού ἀποκρίθηκε στόν ἐμίρη πρωτύτερα. Καί ὁ δικαστής ἀκούγοντας τότε ἔκρινε ὀρθά, ὅτι αὐτό δέν κάνει κάποιον Τοῦρκο, μέ τό νά πῆ ἕνας, ὅτι ξέρει τά λόγια τῆς πίστεώς σου. “Καί σύ” (λέει πρός τόν ἐμίρη) “ἄν ἤξερες τά λόγια τῆς πίστεώς του, μποροῦσες νά τοῦ πῆς, ὅτι καί ἡ δική σου πίστις στέκει σέ τοῦτα τά λόγια, ὅμως μέ αὐτό δέν θά γινόσουν Χριστιανός, μέ τό νά προφέρης μόνο τά λόγια τῆς πίστεώς του”. Ἔτσι εἶπε ὁ δικαστής. Ἀλλά οἱ παρόντες ἀγάδες ἔκαναν θόρυβο, λέγοντας, ὅτι “δέν πρέπει νά περιπαίζεται ἡ πίστις”. Τότε καί ὁ δικαστής, ἀλλάζοντας γνώμη, ἄρχισε νά τόν παρακινῆ καί νά τοῦ λέη κολακεύοντας καί φοβερίζοντας, ὅτι ἀπό τόν Θεό παρακινούμενος ἔκανε τήν ὁμολογία τῆς πίστεως καί πρέπει νά τήν ἀκολουθήση, γιατί ἀλλιῶς ἡ πίστις δέν ἀνέχεται νά καταφρονῆται. Αὐτά καί τά παρόμοια εἶπε ὁ δικαστής. Ὁ δέ Μάρτυρας παραμένοντας σταθερός στήν δική του ἀληθινή ὁμολογία ἐναντιώθηκε στά λόγια τοῦ δικαστῆ, λέγοντας, πώς εἶναι καλά στερεωμένος καί βεβαιωμένος στήν ἀληθινή πίστι τοῦ Χριστοῦ καί ἄλλη πίστι ἐκτός ἀπό αὐτήν δέν ξέρει ὡς ἀληθινή καί σωτήρια. Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ δικαστής, πρόσταξε νά τόν βάλλουν στήν φυλακή, μήπως ἀλλάξη γνώμη καί κάνη αὐτό πού τοῦ πρόσταξαν. Ἔμεινε στήν φυλακή ἀρκετές ἡμέρες ὁ γενναῖος τοῦ Χριστοῦ στρατιώτης, χωρίς νά ἔχη καμμία βοήθεια ἀπό κανέναν, καθώς βγῆκε φήμη, πώς ὁ Ἀθανάσιος ἐσαλαβάτισε καί ὕστερα μετάνοιωσε. Γι’ αὐτό καί ὁ ἴδιος ὁ πατέρας του φοβήθηκε νά ἐπιδιώξη τήν ἐλευθερία του, καί παρόλο πού μποροῦσε μέ κάμποσα χρήματα νά τόν γλυτώση, μεταχειριζόμενος τήν μεσολάβησι ἑνός μεγάλου δυνάστη, πού ὠνομαζόταν Ἰσούφ μπέης, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀγάς τῆς χώρας. Ἀλλά ὁ φόβος πού εἶχαν, ὅπως εἴπαμε, τόν ἔκανε νά φανῆ ἄσπλαγχνος, σέ ἕναν υἱό, πού ἦταν τό στολίδι τοῦ σπιτιοῦ του καί τό καύχημα τῆς οἰκογένειάς του, μολονότι καί τώρα μάλιστα πολύ περισσότερο εἶναι τέτοιος μέ τό ἔνδοξο καί λαμπρό Μαρτύριο, πού ἀξιώθηκε νά δεχθῆ ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό ὁ καλλίνικος Ἀθανάσιος. Καί ἀφοῦ πέρασαν μερικές ἡμέρες, τόν βγάζει τελευταῖα ὁ δικαστής ἀπό τήν φυλακή καί παρακινῶντας τον ἀπό τήν ἀρχή νά δεχθῆ καί νά ὁμολογήση τήν δική τους θρησκεία καί βρίσκοντάς τον σταθερό καί ἀμετάπιστο, ἐξέδωσε ἐναντίον του τήν ἀπόφασι καί, ἀφοῦ τόν πῆραν οἱ δήμιοι, τόν κρέμασαν ἔξω ἀπό τήν πόλι, ὅπου καί τόν ἔθαψαν οἱ ζητιάνοι Χριστιανοί, δηλαδή στήν περιοχή τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Καί ἔτσι τελειώθηκε μέ τήν δύναμι τοῦ ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ, ὁ γενναῖος ἀθλητής Ἀθανάσιος στίς ὀκτώ τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου, κατά τήν ὁποία ἡμέρα ἑορτάζουμε τό ἱερώτατο καί πάνσεπτο Γενέσιο τῆς Κυρίας μας Θεοτόκου. Νέος στήν ἡλικία, ἕως εἰκοσιπέντε ἐτῶν. Καί στόν Θεό μας δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.


Login