Τῷ αὐτῷ μηνί Γ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀκεψιμᾶ, Ἰωσήφ, καί Ἀειθαλᾶ.. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἑορτάζομεν τά ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ ἐν Λύδδῃ, δηλαδή τήν ἀνακομιδήν καί κατάθεσιν τοῦ ἁγίου σώματος αὐτοῦ.. ῇ 3ῃ τοῦ μηνός Νοεμβρίου μνήμη τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Ὁσιομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Νεαπολίτου († 1797).

 Τῷ αὐτῷ μηνί Γ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀκεψιμᾶ, Ἰωσήφ, καί Ἀειθαλᾶ.

 Αὐ­τοί ἔ­ζη­σαν στά χρό­νια τοῦ Σα­βω­ρί­ου βα­σι­λιᾶ τῶν Περ­σῶν, κα­τά τό ἔ­τος 330. Ἀ­φοῦ συ­νε­λή­φθη­σαν ὡς Χρι­στια­νοί, πα­ρου­σι­ά­σθη­καν ἐ­νώ­πιον τοῦ ἀρ­χι­μά­γει­ρα (σ. σ. σωστότερο θά εἶναι ἀρχιμάγος καί ὄχι ἀρχιμάγειρας) τοῦ βα­σι­λιᾶ Ἀ­δρα­χο­σχάρ, καί, ἐ­πει­δή, ἀ­φοῦ ἐ­ξε­τά­σθη­καν, δέν πεί­σθη­καν νά ἀρ­νη­θοῦν τόν Χρι­στό, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν ὁ μέν Ἅ­γιος Ἀ­κε­ψι­μᾶς δάρ­θη­κε μέ ρα­βδιά ἀγ­κα­θω­τά τῆς ρο­διᾶς· ὁ δέ Ἅ­γιος Ἰ­ω­σήφ, τεν­τώ­νε­ται τό­σο πο­λύ καί δέρ­νε­ται, ὥ­στε χώ­ρι­σαν οἱ σάρ­κες του μέ­χρι τά κόκ­κα­λα. Καί ἔ­πει­τα ρί­χθη­κε δε­μέ­νος στήν φυ­λα­κή. Τοῦ δέ Ἁ­γί­ου Ἀ­ει­θα­λᾶ ἔ­δε­σαν τά χέ­ρια καί τά πό­δια κά­τω ἀ­πό τά γό­να­τά του. Καί τό­σο πο­λύ τόν ἔ­δει­ραν, ὥ­στε οἱ ἀρ­θρώ­σεις τοῦ σώ­μα­τός του βγῆ­καν ἀ­πό τήν θέ­σι τους. Καί ἔ­τσι τόν ἔρ­ρι­ξαν στήν φυ­λα­κή. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά πά­λι, ὁ μέν Ἅ­γιος Ἀ­κε­ψι­μᾶς δάρ­θη­κε ἀ­πό τριά­ντα στρα­τιῶ­τες. Καί ἔ­τσι μέ­σα στά βά­σα­να πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Ἅ­γιος Ἰ­ω­σήφ, ἀ­φοῦ κρε­μά­σθη­κε κα­τα­κέ­φα­λα, κα­τα­ξε­σχί­σθη­κε ἀρ­κε­τά καί ἔ­πει­τα λι­θο­βο­λή­θη­κε. Ὁ Ἅ­γιος Ἀ­ει­θα­λᾶς πά­λι, ἀ­φοῦ τεν­τώ­θη­κε ἀ­πό τέσ­σα­ρες στρα­τι­ῶ­τες, δάρ­θη­κε. Κα­τό­πιν κρε­μά­σθη­κε καί αὐ­τός κα­τα­κέ­φα­λα καί ἔ­τσι τήν ψυ­χή του πα­ρέ­δω­σε στόν Κύ­ριο. Καί μέ τέ­τοι­ον τρό­πο ἔ­λα­βαν καί οἱ τρεῖς τούς στε­φά­νους τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. (Τόν ἐ­κτε­νῆ τους Βί­ο βλέ­πε στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο. Ἑλ­λη­νι­κά συ­νέ­γρα­ψε τόν Βί­ο αὐ­τόν ὁ Με­τα­φρα­στής, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ἐ­λύτ­τα κα­τά Χρι­στια­νῶν Σα­βώ­ριος». Σώ­ζε­ται στήν τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες.)

  Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἑορτάζομεν τά ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ ἐν Λύδδῃ, δηλαδή τήν ἀνακομιδήν καί κατάθεσιν τοῦ ἁγίου σώματος αὐτοῦ.

 Αὐ­τός ὁ ἔν­δο­ξος τοῦ Χρι­στοῦ Με­γα­λο­μάρ­τυς Γε­ώρ­γιος ἀ­πό μέν τόν πα­τέ­ρα του ἦ­ταν Καπ­πα­δόκης στήν κα­τα­γω­γή, ἀ­πό δέ τήν μη­τέ­ρα του ἦ­ταν Πα­λαι­στί­νιος. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἔ­τυ­χε φύ­σι καί ἀ­να­τροφή κα­λή καί κα­τα­γω­γή εὐ­γε­νι­κή (δι­ό­τι οἱ γο­νεῖς του βρέ­θη­καν ἐξ ἀρ­χῆς καί ἀ­πό τούς προ­γό­νους τους εὐ­γε­νεῖς καί εὐ­σε­βεῖς), γι’ αὐ­τό ἔ­γι­νε καί στούς πο­λέμους λαμ­πρό­τα­τος καί πο­λύ κα­τάλ­λη­λος. Ἔ­τσι, καί ὅ­ταν ἄρ­χι­σε νά ἐ­νη­λι­κι­ώ­νε­ται, ἔ­γι­νε ἀ­πό τόν βα­σι­λιά Δι­ο­κλη­τια­νό τρι­βοῦ­νος πε­ρί­φη­μος τοῦ Νου­μέ­ρου. Ἔ­πει­τα ἔ­γι­νε καί κό­μης γιά τήν ἀ­νί­κη­τη ἀν­δρεί­α του. Ἕ­ως τό­τε ὅ­μως κρυ­βό­ταν ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στια­νός. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­φθα­σε ὁ Ἅ­γιος στόν εἰ­κο­στό χρό­νο τῆς ἡ­λι­κί­ας του, πέ­θα­νε ὁ πα­τέ­ρας του μέ­σα στούς ἀ­γῶ­νες, τούς ὁ­ποί­ους ἔ­λα­βε γιά τήν εὐ­σέ­βεια. Τό­τε λοι­πόν παίρ­νον­τας τήν μη­τέ­ρα του ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό τήν Καπ­πα­δο­κί­α καί πῆ­γε στήν Πα­λαι­στί­νη, τήν πα­τρί­δα τῆς μη­τέ­ρας του, στήν ὁ­ποί­α εἶ­χε με­γά­λη πε­ριου­σί­α καί κλη­ρο­νο­μί­α μη­τρι­κή.

Ὅ­ταν λοι­πόν καί ἡ μη­τέ­ρα του πέ­θα­νε, ἔ­μει­ναν στόν Ἅ­γιο πολ­λά χρή­μα­τα καί πε­ρι­ου­σί­α πολ­λῶν πραγ­μά­των. Καί παί­ρνον­τας μα­ζί του ὅ­λα τά χρή­μα­τα, πῆ­γε στόν Δι­ο­κλη­τια­νό[2] ἐ­πι­θυ­μῶν­τας νά λά­βη με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­ξί­α. Βλέ­πον­τας ὅ­μως τήν τό­ση με­γά­λη μα­νί­α, πού εἶ­χε ὁ τύ­ραν­νος κα­τά τῶν Χρι­στια­νῶν, ἀ­πο­φά­σι­σε, νά μοι­ρά­ση στούς πτω­χούς καί πέ­νη­τες τά χρή­μα­τα, πού εἶ­χε μα­ζί του, καί νά ὁ­μο­λο­γή­ση τόν ἑ­αυ­τό του μπρο­στά στόν Δι­ο­κλη­τια­νό καί ὅ­λη τήν βου­λή, ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στια­νός. Πρᾶγ­μα τό ὁ­ποῖ­ο καί ἔ­κα­νε. Ἔ­τσι, ἀ­φοῦ μοί­ρα­σε γρή­γο­ρα τά χρή­μα­τα καί ἐ­λευ­θέ­ρω­σε τούς δού­λους του καί ἔ­κα­νε δι­α­θή­κη γιά τά πράγ­μα­τα πού εἶ­χε στήν Πα­λαι­στί­νη, τό­τε κα­τά τήν τρί­τη ἡ­μέ­ρα τῆς ἄ­θε­ης βου­λῆς, (δι­ό­τι βου­λή πα­ρά­νο­μη σκέ­φθη­κε νά κά­νη ὁ Δι­ο­κλη­τια­νός καί οἱ συ­νερ­γά­τες του, νά ἐ­ξα­φα­νί­σουν ἀ­πό τόν κό­σμο τούς Χρι­στια­νούς), τό­τε, λέ­ω, αὐ­τό­κλη­τος πῆ­γε ὁ μέ­γας Γε­ώρ­γιος στήν μέ­ση τοῦ βου­λευ­τη­ρί­ου, τήν ὥ­ρα πο­ύ ἦ­ταν πα­ρών καί ὁ Δι­ο­κλη­τια­νός. Καί ἀ­φοῦ μέ λαμ­πρό­τη­τα ἀ­να­κή­ρυ­ξε τόν Χρι­στό Θε­ό ἀ­λη­θι­νό καί Υἱ­ό Θε­οῦ, ὁ­μο­λο­γεῖ μέ θάρ­ρος τόν Χρι­στι­α­νι­σμό καί τήν εὐ­σέ­βεια. Τό­τε ἀ­μέ­σως πα­ρα­δί­νε­ται ὁ τοῦ Χρι­στοῦ γεν­ναῖ­ος ἀ­γω­νι­στής σέ δι­ά­φο­ρα καί σχε­δόν ἀ­μέ­τρη­τα βα­σα­νι­στή­ρια. Δι­ό­τι μέ κον­τά­ρι κεν­τᾶ­ται στήν κοι­λιά, τρο­χό δέ καί βού­νευ­ρα πολ­λές φο­ρές δο­κι­μά­ζει. Καί μέ­σα σέ λάκ­κο γε­μᾶ­το ἀ­σβέ­στη το­πο­θε­τεῖ­ται. Ἐ­πει­δή ὅ­μως δι­α­φυ­λά­χθη­κε ἀ­βλα­βής ἀ­πό ὅ­λα αὐ­τά μέ τήν Θεί­α Χά­ρι, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν εἵλ­κυ­σε στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ τήν γυ­ναῖ­κα τοῦ Δι­ο­κλη­τια­νοῦ Ἀ­λε­ξάν­δρα· πα­ρό­μοι­α ἐ­πέ­στρε­ψε καί ἕ­να γε­ωρ­γό, Γλυ­κέ­ριο στό ὄ­νο­μα, ἀ­να­σταί­νον­τας τό βό­δι του· καί κά­ποι­ον Ἀ­θα­νά­σιο, ἀ­να­σταί­νον­τάς τον ἀ­πό τούς νε­κρούς. Καί γιά νά μι­λή­σου­με ἁ­πλᾶ, σχε­δόν ἀ­μέ­τρη­το πλῆ­θος ἀν­θρώ­πων ἐ­πέ­στρε­ψε στόν Χρι­στό μέ τά δι­ά­φο­ρα θαύ­μα­τα ­πού ἔ­κα­μνε μέ τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Ἀ­φοῦ λοι­πόν αὐ­τά τά ἔ­κα­νε ἔ­τσι, ρί­χνε­ται σι­δη­ρο­δέ­σμιος μέ­σα στήν φυ­λα­κή. Τήν νύ­κτα ὅ­μως ἐ­κεί­νη φαί­νε­ται ὁ Χρι­στός στόν ὕ­πνο του καί τοῦ ἀ­ναγ­γέλ­λει τά ἀ­γα­θά, πού ἐ­πρό­κει­το νά κλη­ρο­νο­μή­ση.

Ἀ­φοῦ ξύ­πνη­σε ὁ ἅ­γιος μέ χα­ρά, εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τόν Θε­ό καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν δε­σμο­φύ­λα­κα νά ἐ­πι­τρέ­ψη στόν ὑ­πη­ρέ­τη του νά ἔλ­θη μέ­σα στήν φυ­λα­κή, δι­ό­τι στε­κό­ταν ἔ­ξω καί πε­ρί­με­νε. (Αὐ­τός συ­νέ­γρα­ψε καί τό Μαρ­τύ­ριο τοῦ Ἁ­γί­ου μέ ἀ­κρί­βεια). Μπαί­νον­τας λοι­πόν ὁ ὑ­πη­ρέ­της στήν φυ­λα­κή καί βλέ­πον­τας τόν κύ­ριό του στά δε­σμά, τόν προ­σκύ­νη­σε καί ἔ­πε­σε στά πό­δια του κλαί­γον­τας. Ὁ Ἅ­γιος ὅ­μως τόν σή­κω­σε πά­νω λέ­γον­τάς του νά χαί­ρε­ται. Κα­τό­πιν τοῦ δι­ηγήθη­κε καί τό ὅ­ρα­μα πού εἶ­δε. Καί στήν συ­νέ­χεια τόν δια­τά­ζει, με­τά τόν θά­να­τό του νά πά­ρη τό σῶ­μα του καί νά τό πά­η στήν Πα­λαι­στί­νη. Πα­ρό­μοι­α νά πά­ρη καί τήν δι­α­θή­κη πού ἔ­κα­νε, πρίν νά ὁ­μο­λο­γή­ση. Τοῦ πα­ρήγ­γει­λε ἀ­κό­μη, νά ἔ­χη πάν­το­τε στήν ψυ­χή του τόν φό­βο τοῦ Θε­οῦ.

Ὁ ὑ­πη­ρέ­της, ἀ­φοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­κε νά φυ­λά­ξη τά ὅ­σα τοῦ πα­ρήγ­γει­λε ὁ Ἅ­γιος, βγῆ­κε ἀ­πό τήν φυ­λα­κή. Κα­τά τήν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα ὡ­δη­γή­θη­κε πά­λι ὁ Μάρ­τυ­ρας σέ ἐ­ξέ­τα­σι καί ἐ­πει­δή δέν πεί­σθη­κε νά θυ­σιά­ση στόν Ἀ­πόλ­λω­να, ἀλ­λά μᾶλ­λον μέ τήν προ­σευ­χή του γκρέ­μι­σε τά εἴ­δω­λά του, πού βρί­σκον­ταν στόν να­ό, γι’ αὐ­τό ἀ­πο­κε­φα­λί­ζε­ται μέ ξί­φος. Ὁ δέ ὑ­πη­ρέ­της τοῦ Ἁ­γί­ου παίρ­νοντας τό πο­λύ τί­μιο λεί­ψα­νό του κα­θώς καί τήν δι­α­θή­κη του, πῆ­γε στήν Πα­λαι­στί­νη καί σ’ αὐ­τήν ἐν­τα­φί­α­σε μέ εὐ­λά­βεια καί τι­μή ἐ­κεῖ­νο τό ἱ­ε­ρό σῶ­μα μα­ζί μέ ἄλ­λους Χρι­στια­νούς. Καί τε­λει­ώ­νει μέ εὐ­χά­ρι­στη δι­ά­θε­σι, ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χε δι­α­τά­ξει ὁ Ἅ­γιος.

Δέν πέ­ρα­σε ὅ­μως πο­λύς και­ρός ἐν τῷ με­τα­ξύ καί ἔ­λαμ­ψε ἡ εὐ­σέ­βεια, καί ὁ Μέ­γας καί ἀ­οί­δι­μος Κων­σταν­τῖ­νος, ὁ βα­σι­λιάς καί ἰ­σα­πό­στο­λος, βα­σί­λευ­σε. Τό­τε λοι­πόν βρί­σκον­τας εὐ­και­ρί­α οἱ φί­λοι καί ἐ­ρα­στές τῆς εὐ­σε­βεί­ας καί τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Γε­ωρ­γί­ου, κτί­ζουν Να­ό χα­ρι­έ­στα­το μα­ζί καί ὡ­ραι­ό­τα­το στήν Λύδ­δα[3] καί ἀ­φοῦ με­τέ­φε­ραν ἀ­πό τόν ἀ­φα­νῆ το­πο, στόν ὁ­ποῖ­ο βρι­σκό­ταν προ­η­γου­μέ­νως τό πο­λύ­α­θλο καί ἅ­γιο σῶ­μα τοῦ Μάρ­τυ­ρα, τό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν ἄ­ξιο πολ­λοῦ φω­τός, τό ἀ­πο­θη­σαυ­ρί­ζουν στόν νε­ό­κτιστο Να­ό, τόν ὁ­ποῖ­ο αὐ­τοί οἰ­κο­δό­μη­σαν. Καί μέ τήν κα­τά­θε­σι τοῦ λει­ψά­νου τε­λοῦν τοῦ Να­οῦ τά ἐγ­καί­νια, κα­τά τήν πα­ροῦ­σα τρί­τη ἡ­μέ­ρα τοῦ Νο­εμ­βρί­ου μη­νός.

Τό δέ λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου πη­γά­ζει συνέ­χεια κρου­νούς θαυ­μά­των σέ ὅ­σους τό πλη­σιά­ζουν μέ πί­στι. Δι­ό­τι γνω­ρί­ζει ὁ Θε­ός νά ἀν­τι­δο­ξά­ζη ἐ­κεί­νους πού τόν δο­ξά­ζουν.

Ἀ­πό τό­τε λοι­πόν ἡ ἁ­γί­α τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­α ἑ­ορ­τά­ζει κά­θε χρό­νο κα­τά τήν ση­με­ρι­νή ἡ­μέ­ρα τήν ἀ­να­κο­μι­δή τοῦ λει­ψά­νου τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου, πρός δό­ξα καί αἴ­νε­σι τοῦ Χρι­στοῦ τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ μας καί τοῦ ἴδιου Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος Γε­ωρ­γί­ου

Τῇ 3 τοῦ μη­νός Νο­εμ­βρί­ου μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου  Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρος Γε­ωρ­γί­ου τοῦ Νε­α­πο­λί­του († 1797).

Μαρ­τύ­ρη­σε στήν Μα­λα­κο­πή τῆς Μ. Ἀ­σί­ας στίς 3 Νο­εμ­βρί­ου 1797.

Ὁ Ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος ὁ Νε­α­πο­λί­της ἦ­ταν ἱ­ε­ρο­μό­να­χος στήν Ἱ. Μ. Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου στήν Νε­ά­πο­λη, Νέβ – Σε­χήρ τούρ­κι­κα, τῆς Μ. Ἀ­σί­ας. Ὡς ἐ­φη­μέ­ριος δι­έ­πρε­πε γιά τήν πρα­ό­τη­τά του, τήν τα­πεί­νω­σι καί τήν ἀ­κρί­βεια τῆς τηρήσεως τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Χρι­στοῦ. Ὡς ἄγ­γε­λος ἐ­νί­σχυ­ε καί πα­ρη­γο­ροῦ­σε τούς Χρι­στια­νούς, πού κα­τα­δυ­να­στεύ­ον­ταν ἀ­πό τούς Ἀ­γα­ρη­νούς. Εὐ­α­ρε­στῶντας ἔ­τσι τόν Θε­ό καί τούς ἀν­θρώ­πους, ἀ­ξι­ώ­θη­κε μαρ­τυ­ρι­κοῦ τέ­λους.

Με­τά τά Ὀρ­λω­φι­κά, τά πράγ­μα­τα δέν εἶ­χαν ἀ­κό­μα ἡ­συ­χά­σει καί οἱ τύ­ραν­νοι ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νά δι­ώ­κουν τούς Ρω­μιούς. Οἱ κά­τοι­κοι τῆς Μα­λα­κο­πῆς δέν εἶ­χαν ἱ­ε­ρέ­α εἴ­τε, δι­ό­τι ἦ­ταν σο­βα­ρά ἄρ­ρω­στος, εἴ­τε δι­ό­τι κρυ­βό­ταν ἐξ αἰ­τί­ας τῶν δι­ωγ­μῶν τῶν Τούρ­κων καί ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐξ αἰ­τί­ας τῆς μα­νί­ας τους κα­τά τῶν κλη­ρι­κῶν. Κα­τά τό 1797 πα­ρα­κά­λε­σαν τόν Ἅ­γιο νά πά­η στήν Μα­λα­κο­πή, ἕξι ὧ­ρες δρό­μο ἀ­πό τήν Νε­ά­πο­λι, νά τούς λει­τουρ­γή­ση, δι­ό­τι ἦ­ταν κά­ποι­α με­γά­λη ἑ­ορ­τή καί νά ἁ­γιά­ση ἐ­κεῖ τούς εὐ­σε­βεῖς Χρι­στια­νούς.

Ὁ Ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος ξε­κί­νη­σε πρό­θυ­μα, κα­βά­λα σέ ἕ­να ὑ­πο­ζύ­γιο, ἄν καί ἦ­ταν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος καί ἀ­σθε­νι­κός, γιά τήν Μα­λα­κο­πή, νά ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­ση τίς ἀ­νάγ­κες τῶν Χρι­στια­νῶν. Λί­γο πρίν τήν Μα­λα­κο­πή, στήν θέ­σι “ρε­μα­τιά”, Κόμ­πια – Ντε­ρέ, ἐμ­φα­νί­σθη­καν μπρο­στά του Τοῦρ­κοι βο­σκοί, ἐ­ξα­γρι­ω­μέ­νοι ἕ­νε­κα τῶν Ὀρ­λω­φι­κῶν. Τόν ἅρ­πα­ξαν, τόν λή­στε­ψαν, τόν γύ­μνω­σαν καί τέ­λος τόν φό­νευ­σαν ἀ­πο­κε­φα­λί­ζον­τάς τον. Ὕ­στε­ρα ἔρριξαν τό τί­μιο σῶ­μα καί τήν κε­φα­λή στήν χα­ρά­δρα. Ἔ­τσι ὁ ἀ­λη­θής λει­τουρ­γός τοῦ Κυ­ρί­ου σφρά­γι­σε τήν ἄ­μω­μη ζω­ή του μέ τό μαρ­τυ­ρι­κό τέ­λος καί ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Χρι­στό τόν στέ­φα­νο τῆς ἀ­θα­νά­του ζω­ῆς.

Ἐν τῷ με­τα­ξύ οἱ κά­τοι­κοι τῆς Μα­λα­κο­πῆς μά­ται­α πε­ρί­με­ναν ἐ­να­γω­νί­ως τόν ἱ­ε­ρέ­α. Βλέ­πον­τας, ὅ­τι εἶ­χαν πε­ρά­σει τέσ­σε­ρις ἡ­μέ­ρες καί δέν εἶ­χε ἐμ­φα­νι­σθῆ, ἀ­νη­σύ­χη­σαν καί πῆ­γαν στήν Μα­λα­κο­πή, ὅ­που ἔ­μα­θαν, ὅ­τι καί ἐ­κεῖ δέν εἶ­χε φα­νεῖ. Τό­τε κα­τά­λα­βαν, ὅ­τι κά­τι κα­κό εἶ­χε συμ­βεῖ καί ἄρ­χι­σαν νά ἐ­ρευ­νοῦν τήν πε­ρι­ο­χή μα­ζί μέ τούς κα­τοί­κους τῆς Μα­λα­κο­πῆς. Βρῆ­καν πράγ­μα­τι τό ἅ­γιό του λεί­ψα­νο καί τήν κε­φα­λή πε­τα­μέ­να στήν χα­ρά­δρα. Τρό­μα­ξαν μπρο­στά στό ἀ­πο­τρό­παι­ο θέ­α­μα, ὡ­στό­σο μέ δά­κρυ­α καί θρή­νους τό ἔ­θα­ψαν γρή­γο­ρα, ἐ­κεῖ πού τό βρῆ­καν, ἐξ αἰ­τί­ας τῶν Τούρ­κων, καί το­πο­θέ­τη­σαν μί­α πέ­τρα μέ τήν ἐ­πι­γρα­φή:  “ Ἱ­ε­ρεύς Γε­ώρ­γιος”.

Με­τά ἀ­πό ἀρ­κε­τά χρό­νια ἐμ­φα­νί­σθη­κε ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως ὁ Ἅ­γιος Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρας καί νε­ο­μάρ­τυ­ρας Γε­ώρ­γιος σέ μί­α γυναίκα χή­ρα καί ζή­τη­σε νά γί­νη ἀ­να­κο­μι­δή τοῦ λει­ψά­νου του. Ὅ­λοι οἱ Νε­α­πο­λῖτες, μέ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τόν ἱ­ε­ρέ­α Νε­ό­φυ­το πῆ­γαν καί ἔ­κα­ναν τήν ἀ­να­κο­μι­δή καί βρῆ­καν ἄ­φθο­ρο τό Ἅ­γιο λεί­ψα­νο, πλῆ­ρες εὐ­ω­δί­ας καί χά­ρι­τος. Τό με­τέ­φε­ραν στήν Νε­ά­πο­λι καί τό το­πο­θέ­τη­σαν σέ ξύ­λι­νη λάρ­να­κα σέ ἕ­να δω­μά­τιο τοῦ σπι­τιοῦ τοῦ ἱ­ε­ρέ­α Νε­ο­φύ­του, ὅ­που καί ἔ­και­ε ἀ­κοί­μη­τη καν­δή­λα.

Πολ­λοί Χρι­στια­νοί, ὄ­χι μό­νο ἀ­πό τήν Νε­ά­πο­λι, προ­σέρ­χον­ταν νά προ­σκυ­νή­σουν καί πολ­λοί ἀ­σθε­νεῖς θε­ρα­πεύ­ον­ταν ἐ­πι­κα­λού­με­νοι τόν Ἅ­γιο. Ὁ Ἅ­γιος, δέ, ἔ­κα­νε πολ­λά θαύ­μα­τα ὄ­χι μό­νο στούς Χρι­στια­νούς ἀλ­λά καί στούς Τούρ­κους.

Τό ἔ­τος 1922, μέ τήν ἀν­ταλ­λα­γή τῶν πλη­θυ­σμῶν, με­τα­φέρ­θηκε καί τό ἱ­ε­ρό λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου τοῦ Νε­α­πο­λί­του στήν Ἀ­θή­να. Εὑ­ρί­σκε­ται μέ­χρι σή­με­ρα στόν Ἱ. Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Εὐ­στα­θί­ου στόν Πε­ρισ­σό καί θαυ­μα­τουρ­γεῖ συ­νε­χῶς.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης